Iranian President Hassan Rouhani, photo via Office of the President of Russia
BESA Center Perspectives Paper No. 605, October 6, 2017
EXECUTIVE SUMMARY: Iran is now openly threatening to dismember Saudi Arabia for its support for Kurdish independence and secession from Iraq. This ratcheting up of tensions has implications not only for those two countries but for the region and the world at large. Israel would do well to remember that the Middle East is growing ever more volatile, and the US should sharpen its resolve to contain Iran.
The Iranian-Saudi struggle over primacy in the Middle East is hardly new. As early as the 1980s, in Tripoli, Lebanon, the Saudis supported Sunni militia forces in their struggle with the Alawites for control of Lebanon’s most important city in the north. Even then, the newly created Hezbollah, Iran’s first and most important proxy militia in the Arab-speaking world, sent fighters to the city to support the minority Alawites together with agents of the Assad regime in Syria that by then had allied itself with Iran. This was to become the longest, most durable, and most resilient strategic relationship between any two states in the Middle East.
From that time on, the conflict between Iran and Saudi Arabia has expanded, sometimes in fits and starts, at other times in an almost linear fashion, as new battlefields between the proxies of both states have emerged. By far the most important were the battlefields of Syria and Yemen, the indirect consequences of the so-called Arab Spring. Instead of yielding democracy, the uprisings descended into deadly civil war in which the proxies of both states battled it out.
Iran, which over the past year has had the upper hand in the struggle with the Saudis in Syria (thanks to Russian air power and hopeless division among the Sunni proxies of the Saudi state), is now threatening to dismember the Saudi state itself. Hezbollah leader Hassan Nasrallah, speaking on behalf of his Iranian patron at his annual address on the anniversary of the Ashoura Massacre (at which Ali, revered by the Shiites, lost to the Sunni Caliph as a result of perceived Sunni treachery), warned Saudi Arabia that if it continues to support the beleaguered Iraqi Kurds after their pronouncement of independence, it will act to dismantle the Saudi state.
Hardly anyone in the Middle East needed Nasrallah to spell out the exact nature of this threat. Shiites populated the Hasa region in Saudi Arabia long before the region became the center of Saudi oil discoveries and production. The more oil was discovered and produced in the region, the more intense became the marginalization of the Shiite minority in Sunni Saudi Arabia. This dynamic preceded the Iranian Revolution but intensified as Iran, under the ayatollahs, embarked on a revolutionary and imperialist foreign policy to weaken the Arab states. Its principal targets were Saudi Arabia, the wealthiest Arab state; and Egypt, the most populous and presumably the most powerful.
Nor is it surprising that Nasrallah chose the Ashoura “festivities” (one is speaking of parades of self-flagellating Shiites denoting the oppression visited upon them by the Sunni world) to deliver this threat to Saudi Arabia. No event on the Shiite calendar better evokes the enmity between the two religious strains. Over the past fourteen years, the commemoration of Ashoura has been marred by massive suicide attacks launched by Sunni extremist groups in Iraq’s holy Shiite cities. Iran, the Iraqi government, and many Shiites are convinced that Saudi financial support was crucial in launching these attacks and subsequent massacres as individuals in the crowds crushed each other as they attempted to flee the scene.
Iran is declaring a quid pro quo: if Saudi Arabia participates in the partitioning of Shiite-dominated Iraq by supporting the Kurds, Iran will partition Saudi Arabia. This threat seems to show that Iran has the upper hand in its struggle with the kingdom. It will strike out at Saudi Arabia to defend its proxy, Iraq, not only to defend itself.
This perception is not altogether accurate. No doubt, Iran under the ayatollahs is a formidable regime despite regular pronouncements by experts of its impending demise. Yet as strong as the regime may be, the Persian ethnic and linguistic element that is at the core of the regime accounts for only half the population of Iran. Throughout its periphery live linguistic and ethnic minorities, including a Kurdish minority in the northwest of the country, which have shown in the past an inclination for autonomy if not a clear desire for independence.
Nevertheless, Iran is in the stronger position because with regard to the Kurdish issue at least, it has a powerful Sunni ally in Turkey. For the Saudis, playing the Kurdish card comes at the great cost of dividing the Sunni camp. The Turks are livid over the Kurdish move. The Egyptian elite, who champion territorial sovereignty because of Egypt’s domestic Coptic problem (which has drawn international meddling), is cool if not hostile to Kurdish independence. This leaves Saudi Arabia in a solitary standoff against Iran. The kingdom might have money, but so does Iran – and Iran has many more guns and men to shoot them. In the Middle East, it is usually the guns that count.
The new higher stakes in the Saudi-Iranian conflict have wide implications. For the US, this should mean greater resolve to contain if not punish Iran. For Israeli policy makers, it should bring home that the Middle East is becoming more volatile, dangerous, and unpredictable. Caution is called for, which should include treading very carefully on the Palestinian issue.
Prof. Hillel Frisch is a professor of political studies and Middle East studies at Bar-Ilan University and a senior research associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies.
BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family
Μέλη των δυνάμεων ασφαλείας του Κοσσυφοπεδίου κατά την διάρκεια εορτασμού που σηματοδοτεί την όγδοη επέτειο της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, στην Πρίστινα, τον Φεβρουάριο του 2016. MARKO DJURICA / REUTERS
Περίληψη:
Για πολύ καιρό οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ προσπάθησαν να διαχειριστούν τα προβλήματα στα Βαλκάνια αντί να τα λύσουν, φοβούμενες να κάνουν τολμηρά βήματα παρά την μόχλευση που παρέχει η Δυτική οικονομική βοήθεια και η ελκυστικότητα της προσχώρησης στην ΕΕ. Εντούτοις, το να επιτρέπεται σε αυτά τα προβλήματα να χρονίζουν επιδεινώνει την ευθραυστότητα της περιοχής.
Ο JEFFREY MANKOFF είναι ανώτερος συνεργάτης και αναπληρωτής διευθυντής του Προγράμματος Ρωσίας και Ευρασίας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies).
Τα Δυτικά Βαλκάνια έχουν αναδυθεί ξανά ως ένα γεωπολιτικό ρήγμα. Τα τελευταία χρόνια, καθώς μια σειρά από χώρες της περιοχής -η οποία περιλαμβάνει την Αλβανία, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Κροατία, το Κοσσυφοπέδιο, την πΓΔΜ, το Μαυροβούνιο, την Σερβία και την Σλοβενία- έχουν έρθει αντιμέτωπες με την διαφθορά και την οικονομική στασιμότητα, μερικοί από τους ηγέτες τους έχουν επαναπροσεγγίσει τον εθνοτικό εθνικισμό, εκμεταλλευόμενοι την αχώνευτη κληρονομιά των συγκρούσεων [1] που τάραξαν την περιοχή στην δεκαετία του 1990, ώστε να εκτρέψουν την λαϊκή οργή από την διαφθορά και την οικονομική στασιμότητα. Εν τω μεταξύ, οι πρόσφατες κρίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης [2] έχουν επιβραδύνει την διαδικασία με την οποία επεδίωκε να εντάξει τα βαλκανικά κράτη στην τροχιά της και να τα καθοδηγήσει προς την χρηστή διακυβέρνηση. Η Αλβανία, η πΓΔΜ, το Μαυροβούνιο και η Σερβία είναι επισήμως υποψήφιες [3] για ένταξη στην ΕΕ, αλλά οι αξιωματούχοι σε αυτές τις χώρες έχουν γίνει όλο και πιο σκεπτικιστές σχετικά με το ότι τα κράτη τους θα ενταχθούν στο ευρωπαϊκό μπλοκ οποτεδήποτε σύντομα. Αυτό, με την σειρά του, αποδυνάμωσε τα κίνητρά τους για να μεταρρυθμίσουν τα διεφθαρμένα, απαθή πολιτικά συστήματα των χωρών τους, επιδεινώνοντας την λαϊκή δυσαρέσκεια και τροφοδοτώντας τον εθνικισμό.
Μέλη των δυνάμεων ασφαλείας του Κοσσυφοπεδίου κατά την διάρκεια εορτασμού που σηματοδοτεί την όγδοη επέτειο της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, στην Πρίστινα, τον Φεβρουάριο του 2016. MARKO DJURICA / REUTERS
—————————————————————————
Επίσης, η Ρωσία παραμένει δυσαρεστημένη με τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την προθυμία της Δύσης να χρησιμοποιήσει βία κατά των πελατών της [Ρωσίας] σε αυτή την χώρα την δεκαετία του 1990. Οι προσπάθειες της Μόσχας να αποκτήσει επιρροή στα Βαλκάνια [4] δημιουργεί τον κίνδυνο να επιδεινώσει τα προβλήματα της περιοχής, δίνοντας στις ελίτ των Βαλκανίων μια βολική δικαιολογία για να αναβάλλουν τις μεταρρυθμίσεις.
Εν ολίγοις, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής κινδυνεύει να γίνει μια νέα γκρίζα ζώνη: Ένας χώρος πέρα από εκεί που θα μπορεί να φθάνει η ΕΕ, ευάλωτος στην επιρροή της Μόσχας, και με κίνδυνο εγχώριας κατάρρευσης. Για να αποτρέψει τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων να επιδεινωθούν περαιτέρω, η ΕΕ θα πρέπει να αναζωογονήσει τις προσπάθειές της για να ενσωματώσει την περιοχή ενθαρρύνοντας τους ηγέτες να καταπολεμήσουν την διαφθορά, και για να επιδείξει στους απλούς πολίτες τα πλεονεκτήματα της μεταρρύθμισης και των στενότερων δεσμών με την Ευρώπη.
ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Οι βαλκανικοί πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 παραμένουν το πιο σκοτεινό κεφάλαιο στην μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ιστορία της Ευρώπης. Περισσότεροι από 130.000 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους και εκατομμύρια εκτοπίστηκαν λόγω των συγκρούσεων που τύλιξαν την Βοσνία, την Κροατία, το Κοσσυφοπέδιο, την πΓΔΜ, την Σερβία, και για λίγο την Σλοβενία. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης επέστρεψαν στην Ευρώπη. Οι μάχες σταμάτησαν χάρη σε μια ποικιλία διπλωματικών και στρατιωτικών πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένης μιας εκστρατείας βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ [5] που το 1999 βοήθησε να τεθεί ένα τέλος στον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο.
Μετά από αυτές τις συγκρούσεις, οι Δυτικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να ενθαρρύνουν τα κράτη της περιοχής να απαλύνουν τις εθνοτικές τους διαιρέσεις μέσω ενός προγράμματος οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων, παροτρύνοντάς τα με το δέλεαρ της προοπτικής της βαθύτερης ενσωμάτωσης στην ευρωατλαντική κοινότητα. Η στρατηγική αυτή πέτυχε στις περιπτώσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας, οι οποίες προσχώρησαν στην ΕΕ το 2013 και το 2004 αντίστοιχα, και σήμερα είναι κατά κύριο λόγο σταθερές δημοκρατίες με ισχυρές μεσαίες τάξεις.
Πιο νότια, όμως, η ευκαιρία που βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής έχει καταρρεύσει σε μεγάλο βαθμό. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ ήταν πολύ απασχολημένη με τις δικές της προκλήσεις -από την οικονομική κρίση του 2008 και την εισροή μεταναστών μέχρι την άνοδο του λαϊκιστικού εθνικισμού- για να διατηρήσει την πίεση στα κράτη των δυτικών Βαλκανίων να μεταρρυθμιστούν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εν τω μεταξύ, ως επί το πλείστον αποσύρθηκαν [6] από την περιοχή μετά το τέλος της σύγκρουσης του Κοσσυφοπεδίου, προτιμώντας να αναθέσουν σε τρίτους την βαριά δουλειά στην Ευρώπη. Αυτό είναι ανησυχητικό γιατί τα δομικά προβλήματα στη ρίζα της αιματηρής κατάρρευσης της Γιουγκοσλαβίας δεν έχουν ακόμη διορθωθεί. Οι δυσαρέσκειες που συνδέονται με τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990 παραμένουν κοντά στην επιφάνεια.
Μεταξύ αυτών των διαρθρωτικών προκλήσεων είναι η αναντιστοιχία μεταξύ των συνόρων της περιοχής και των τοποθεσιών των εθνικών πληθυσμών της, ιδίως των Σέρβων και των Αλβανών. Ο σερβικός αλυτρωτισμός -ή η πεποίθηση ότι τα σύνορα της πρώην Γιουγκοσλαβίας πρέπει να αναθεωρηθούν, έτσι ώστε όλοι οι Σέρβοι να ενωθούν σε ένα μόνο κράτος- ήταν μια σημαντική αιτία των πολέμων της δεκαετίας του 1990. Αυτό θα μπορούσε να είναι εξίσου επικίνδυνο σήμερα: Η συγκέντρωση όλων των Σέρβων σε ένα μόνο κράτος θα απαιτούσε τον ακρωτηριασμό αρκετών κρατών των δυτικών Βαλκανίων, στον οποίο οι κυβερνήσεις και οι μη σερβικοί πληθυσμοί πιθανώς θα αντισταθούν, εάν χρειαστεί. Εν τω μεταξύ, οι πλειοψηφικές εθνοτικές ομάδες στις πολιτείες με σερβικές μειονότητες μπορούν να αντλήσουν λαϊκή υποστήριξη υποστηρίζοντας αντισερβικά αισθήματα, συμβάλλοντας σε έναν φαύλο εθνικιστικό κύκλο.
Οι Σέρβοι αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% του πληθυσμού της Βοσνίας και αποτελούν την μεγάλη πλειοψηφία στην Δημοκρατία Σέρπσκα (Republika Srpska) ή RS, η οποία αποτελεί το ήμισυ της πολύπλοκης ομοσπονδιακής δομής της Βοσνίας. Η πΓΔΜ και το Κοσσυφοπέδιο, από την πλευρά τους, έχουν μικροσκοπικούς Σέρβους πληθυσμούς, αλλά αυτές οι κοινότητες είναι παρ’ όλα αυτά πολιτικά σημαντικές, χάρη στην γεωγραφική τους συγκέντρωση και την αντίθεσή τους στην μεταπολεμική διευθέτηση της περιοχής. Πράγματι, σε αντίθεση με τις εντάσεις που έφεραν την βία στην Γιουγκοσλαβία την δεκαετία του 1990, μερικοί Σέρβοι ακτιβιστές στην RS και στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο έχουν κινητοποιηθεί για ανεξαρτησία και ενδεχόμενη ενσωμάτωση [7] στην Σερβία -μια κίνηση που θα απαιτούσε περαιτέρω εδαφικές αναθεωρήσεις και πιθανώς να οδηγήσει σε σύγκρουση. Ένας από τους πιο ειλικρινείς υποστηρικτές μιας λεγόμενης Μεγάλης Σερβίας είναι ο πρόεδρος της RS, Μίλοραντ Ντόντικ, στον οποίο η κυβέρνηση των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις [8] νωρίτερα φέτος για παρεμπόδιση της εφαρμογής της συμφωνίας του Ντέιτον, της συμφωνίας του 1995 που τερμάτισε τον βοσνιακό πόλεμο, και ο οποίος εξήγγειλε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος το προσεχές έτος σχετικά με την απόσχιση της RS από την Βοσνία. Βόσνιοι και Κοσοβάροι αξιωματούχοι κατηγορούν την σερβική κυβέρνηση στο Βελιγράδι ότι παρέχει όπλα [9] σε Σέρβους μαχητές στις χώρες τους και ότι αναζωπυρώνει τον σερβικό μειονοτικό εθνικισμό.
Συγκέντρωση του υπερεθνικιστικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στο Βελιγράδι, τον Ιανουάριο του 2008. MARKO DJURICA / REUTERS
————————————————————–
Υπάρχουν επίσης μεγάλοι αλβανικοί πληθυσμοί εκτός της Αλβανίας -ειδικά στο Κοσσυφοπέδιο και την πΓΔΜ, όπου αποτελούν περίπου το 90% και το 25% του πληθυσμού, αντίστοιχα. Ο πολιτικός ακτιβισμός τους είναι λιγότερο εκρηκτικός από αυτόν των Σέρβων στην Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, αλλά εξακολουθεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 2016 στην πΓΔΜ που απέτυχαν να δώσουν την αυτοδυναμία σε οποιοδήποτε κόμμα, η αλβανική κυβέρνηση μεσολάβησε για μια συμφωνία [10] μεταξύ τριών εκ των Αλβανικών κομμάτων της πΓΔΜ: Τα κόμματα αποφάσισαν ότι θα συμμετείχαν στον κυβερνητικό συνασπισμό μόνο αν εφαρμοζόταν μια σειρά εθνολογικά προσανατολισμένων παραχωρήσεων -μεταξύ αυτών, μια συνταγματική αναθεώρηση που θα καθιστούσε την αλβανική επίσημη εθνική γλώσσα σε όλη την πΓΔΜ.
Τα μη αλβανικά κόμματα της πΓΔΜ και ο πρόεδρος της χώρας, Gjorge Ivanov, αντέδρασαν με μανία στην πρόταση αυτή, την οποία είδαν ως προϊόν ξένης παρέμβασης. Ο Ιβανόφ και οι σύμμαχοί του ισχυρίστηκαν [11] ότι η συμφωνία που πρότειναν τα αλβανικά κόμματα, θα υπονόμευε την συμφωνία που τερμάτισε την εθνική βία στην χώρα κατά τα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα, δίνοντας στους εθνοτικούς Αλβανούς ειδικό καθεστώς. Εν τω μεταξύ, οι ηγέτες της Αλβανίας και του Κοσσυφοπεδίου καταδίκασαν αξιωματούχους της πΓΔΜ επειδή αρνήθηκαν να δεχτούν τις εθνοτικές αλβανικές απαιτήσεις. Ο πρόεδρος του Κοσσυφοπεδίου, Χασίμ Θάτσι, πρότεινε [12] ότι «οι Αλβανοί στην Μακεδονία θα πρέπει να πάρουν την μοίρα των δικαιωμάτων τους στα χέρια τους». Όταν τέτοιες εθνοτικές εντάσεις κλιμακώνονται σε ένα κράτος, μπορούν να αντηχούν πέρα από τα σύνορα -ειδικά όταν οι οπορτουνιστές πολιτικοί τούς χειραγωγούν για ίδιους σκοπούς.
ΓΙΑΤΙ ΤΩΡΑ;
Η αναντιστοιχία μεταξύ των συνόρων και των εθνοτικών πληθυσμών δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ένα νέο πρόβλημα στα Βαλκάνια. Το γεγονός ότι έχει γίνει πιο σημαντικό πρόσφατα έχει πολλά να κάνει με τις επιλογές των ηγετών της περιοχής που επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν το εθνικιστικό κλίμα για να αποσπάσουν την προσοχή από τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα των χωρών τους και τις αμφιβολίες των πολιτών τους για τις προοπτικές της ενσωμάτωσης στην ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο εθνοτικός εθνικισμός αυξάνεται στα Βαλκάνια από την εποχή της οικονομικής κρίσης του 2008 και καθώς η πορεία των κρατών της περιοχής για την ένταξη στην ΕΕ γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Οι περισσότερες από τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων έχουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η ανεργία [13], ειδικά μεταξύ των νέων, είναι ένα από αυτά: Το 68% της νεολαίας της Βοσνίας είναι άνεργοι, όπως είναι και το 58% στο Κοσσυφοπέδιο, το 50% στην πΓΔΜ, το 41% στην Σερβία και το 17% στην Σλοβενία. Με τόσο λίγες ευκαιρίες εγχωρίως, οι νέοι μετακινούνται στο εξωτερικό [14], επιδεινώνοντας τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της περιοχής. Όσοι παραμένουν είναι συχνά απογοητευμένοι και θυμωμένοι.
Κι έπειτα υπάρχει το θέμα της διαφθοράς [15] -ένα μακροχρόνιο πρόβλημα. Το 2003, ο ηγέτης του Μαυροβουνίου, Μίλο Ντζουκάνοβιτς, κατηγορήθηκε [16] από την ιταλική Επιτροπή Κατά της Μαφίας ότι λειτουργούσε ένα λαθρεμπορικό κύκλωμα ενώ βρισκόταν στην εξουσία. Το 2015, το Πρόγραμμα Πληροφόρησης για το Οργανωμένο Έγκλημα και την Διαφθορά (Organized Crime and Corruption Reporting Project), μια ομάδα ελέγχου, κατονόμασε [17] τον Djukanovic ως «Το πρόσωπο της χρονιάς στο οργανωμένο έγκλημα». Ο πρωθυπουργός της πΓΔΜ, Νίκολα Γκρουέφσκι, κατέλαβε την τρίτη θέση. Το κυβερνών κόμμα της Αλβανίας έχει επίσης κατηγορηθεί [18] ότι έχει δεσμούς με το οργανωμένο έγκλημα. Η εμμονή στα εθνικιστικά θέματα επιτρέπει στους πολιτικούς να αποσπούν την προσοχή των ψηφοφόρων από αυτά τα προβλήματα.
Από το τέλος των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η προοπτική της ένταξης στην ΕΕ και, παρεπόμενα, τα οφέλη της υπήρξαν το πιο σημαντικό κίνητρο της Ευρώπης για την ενθάρρυνση των ηγετών των Βαλκανίων ώστε να κάνουν μεταρρυθμίσεις και να συνεργάζονται μεταξύ τους. Η αντίληψη ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απομακρύνεται -ένα προϊόν της πρόσφατης εσωτερικής αναταραχής του μπλοκ- καθιστά τους αξιωματούχους λιγότερο πρόθυμους να κάνουν οτιδήποτε από αυτά τα πράγματα.
Δείτε τις εν εξελίξει συνομιλίες που υποστηρίζει η ΕΕ [19] μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Σερβίας [20], οι οποίες ξεκίνησαν το 2011, για να αντιμετωπίσουν ορισμένα από τα πρακτικά προβλήματα που προέκυψαν από την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου από την Σερβία το 2008, όπως η συνεχιζόμενη εμπλοκή [21] των τηλεπικοινωνιακών δικτύων των δύο κρατών. Η Σερβία, η οποία δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, θεωρεί την συμμετοχή της σε αυτές τις συνομιλίες ως ένα είδος προκαταβολής για την ένταξή της στην ΕΕ. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, καθώς η ένταξη στην ΕΕ φαίνεται λιγότερο πιθανή, οι συνομιλίες έχουν γίνει λιγότερο παραγωγικές, καθώς οι Σέρβοι έκαναν μια σειρά από προκλητικά βήματα -κυρίως βάφοντας ένα τρένο [22] στα χρώματα της Σερβικής σημαίας και το σλόγκαν «Το Κοσσυφοπέδιο είναι Σερβία!» και στέλνοντάς το στα σύνορα.
ΟΤΑΝ «ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ» Ο ΔΡΑΚΟΣ
Παρόλο που η ΕΕ εξακολουθεί τυπικά να είναι δεσμευμένη στην ενσωμάτωση των χωρών των δυτικών Βαλκανίων, η ορμή αυτού του σχεδίου έχει επιβραδυνθεί τα τελευταία χρόνια. Έχοντας επίγνωση του αυξανόμενου αντιευρωπαϊκού κλίματος σε πολλά κράτη-μέλη, οι αξιωματούχοι και οι πολιτικοί της ΕΕ έχουν γίνει απρόθυμοι να προωθήσουν την περαιτέρω επέκταση. Οι επίσημες ενταξιακές συνομιλίες με την Αλβανία, την Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο και την πΓΔΜ δεν έχουν αρχίσει ακόμη. Εν τω μεταξύ, οι δηλώσεις της ΕΕ για την περιοχή έχουν γίνει όλο και περισσότερο τυπικές [23] και οι Βρυξέλλες έχουν αναβάλει [24] την έκδοση της επόμενης αξιολόγησης της προόδου της περιοχής για το 2018. Σε απάντηση, οι πολίτες των δυτικών Βαλκανικών χωρών γίνονται όλο και πιο αβέβαιοι ότι τα κράτη τους θα γίνουν ποτέ μέλη της ΕΕ.
Καθώς η ΕΕ έχει αποστασιοποιηθεί από τα Βαλκάνια, η Ρωσία δραστηριοποιείται όλο και περισσότερο εκεί. Μέσω της οικονομικής βοήθειας, της διπλωματικής υποστήριξης και των στοχοθετημένων επικοινωνιών, οι Δυτικοί παρατηρητές ισχυρίζονται ότι η Μόσχα προσπάθησε να στρέψει την κοινή γνώμη και την άποψη των ελίτ κατά της ευρωατλαντικής ενσωμάτωσης. Ο στόχος [25] αυτών των προσπαθειών είναι να αποδυναμώσει την υποστήριξη προς την δημοκρατία και την ενσωμάτωση στην Δύση και να ενισχύσει την ιδέα ότι οι σλαβικοί Ορθόδοξοι λαοί των Βαλκανίων πρέπει να ταυτιστούν με τον «ρωσικό κόσμο» που επιδιώκει να χτίσει η Μόσχα γύρω από τα σύνορά της.
Διαδηλωτές που ζητούν την παραίτηση του πρωθυπουργού Νίκολα Γκρουέφσκι συγκρούονται με την αστυνομία στα Σκόπια, τον Μάιο του 2015. OGNEN TEOFILOVSKI / REUTERS
—————————————————-
Οι Ρώσοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν [26], επισκέπτονται συχνά τα ορθόδοξης πλειοψηφίας κράτη και οντότητες των Βαλκανίων -την πΓΔΜ, το Μαυροβούνιο, την Σερβία και την Δημοκρατίας Σέρπσκα της Βοσνίας- και οι ρωσικές επενδύσεις ρέουν [28] στην περιοχή, ιδίως στους τομείς της ενέργειας και των υποδομών. (Για παράδειγμα, οι ρωσικοί σιδηρόδρομοι υπέγραψαν [29] συμφωνία ύψους 940 εκατομμυρίων δολαρίων για τον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρόμων της Σερβίας). Η περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων είναι κεντρική για τα σχέδια της Ρωσίας για την κατασκευή νέων ενεργειακών αγωγών [30] προς την Ευρώπη που θα παρακάμπτουν την Ουκρανία -μια πρωτοβουλία στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιτίθεται. Εν τω μεταξύ, η Μόσχα, αντλώντας από ένα σενάριο που μοιάζει με αυτό που προκάλεσε τον πόλεμο στην ανατολική Ουκρανία [31] το 2014, έχει εξαπλώσει μια φιλορωσική προπαγάνδα ενώ παράλληλα ενισχύει την υποστήριξή της προς πολιτικούς και κινήματα που απορρίπτουν το προσανατολισμένο στην ΕΕ status quo, όπως η σερβική υπερεθνικιστική ομάδα Zavetnici, τα μέλη της οποίας πόζαραν σε φωτογραφίες [32] με τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ στην Μόσχα το 2016. Η Ρωσία έχει επίσης υποστηρίξει [33] την κωλυσιεργία του Ντόντικ στο ομοσπονδιακό σύστημα της Βοσνίας, την σκληροπυρηνική εθνικιστική ιδεολογία στα σχολεία της RS, και τις προσπάθειες της RS να ασκήσει πίεση (lobbying) στην Δύση.
Η Μόσχα δεν έχει περιορίσει την επιρροή της στην πολιτική και οικονομική βοήθεια. Συμφώνησε επίσης να προμηθεύσει βαριά όπλα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων [34] στην Σερβία πριν από τις προεδρικές εκλογές της χώρας τον Απρίλιο του 2017. (Όπως και η Σερβία, η Ρωσία δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου). Το 2014, μια ομάδα Ρώσων Κοζάκων [35] που χρηματοδότησε ο Ρώσος ολιγάρχης Konstantin Malofeev -ο οποίος κατηγορήθηκε από κάποιους στην Δύση ότι είναι ο κύριος αγωγός για την χρηματοδότηση των φιλορώσων αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία- ταξίδεψαν στην RS πριν από τις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τα διαρρεύσαντα emails υπονοούσαν [35] ότι οι Κοζάκοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργήσουν αναταραχές αν έχανε ο Ντόντικ.
Πολλοί ντόπιοι και ξένοι παρατηρητές πιστεύουν ότι η Ρωσία βρισκόταν πίσω από μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος [36] στο Μαυροβούνιο τον Νοέμβριο του 2016, λίγο πριν από μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ που θα επικύρωνε την ένταξη του Μαυροβουνίου στην Συμμαχία. Οι Αρχές του Μαυροβουνίου κατηγόρησαν [37] 14 άτομα, μεταξύ των οποίων δύο Ρώσοι πολίτες, εννέα Σέρβοι και δύο φιλορώσοι Μαυροβούνιοι ακτιβιστές, για συνωμοσία κατά του κράτους.
Μερικοί Σκοπιανοί υπογραμμίζουν την αύξηση του αριθμού του προσωπικού της ρωσικής πρεσβείας στα Σκόπια ως ένδειξη ότι η Μόσχα επιδιώκει επίσης μεγαλύτερη επιρροή στην πΓΔΜ. Στις αρχές Ιουνίου, εμφανίστηκαν έγγραφα από τις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας που υποδεικνύουν [38] ότι η Ρωσία και η Σερβία προσπάθησαν από καιρό να στηρίξουν τους αντι-Δυτικούς εθνικιστές και να «απομονώσουν [την πΓΔΜ] από την επιρροή της Δύσης».
Αν και η Ρωσία ενδιαφέρεται ξεκάθαρα να εμποδίσει την πορεία των δυτικών Βαλκανίων προς την ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, αξιωματούχοι στην περιοχή έχουν επίσης λόγο να υπερεκτιμούν την απειλή που θέτει η Μόσχα ώστε να διατηρήσουν την υποστήριξη της ΕΕ και των ΗΠΑ. Κάποιοι παρατηρητές [39] μέχρι που αμφισβήτησαν την εκδοχή της κυβέρνησης του Μαυροβουνίου για τα γεγονότα που περιβάλλουν το αποτυχημένο πραξικόπημα, κατηγορώντας ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος για την υπόθεση και υποδεικνύοντας ότι οι Αρχές υπερέβαλλαν την σοβαρότητα της κρίσης.
Σε γενικές γραμμές, ακόμη και οι πολιτικοί που δίνουν έμφαση στις σχέσεις τους με την Ρωσία κατανοούν ότι η Μόσχα δεν μπορεί να προσφέρει τα ίδια δημοσιονομικά και οικονομικά οφέλη με την Ευρώπη. Λιγότερο από το 10% του εξωτερικού εμπορίου της Σερβίας [40] είναι με την Ρωσία, ενώ το 64% είναι με την ΕΕ. Παρά το ότι δέχθηκε την έγκριση του Πούτιν [41] πριν τις φετινές εκλογές, ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς ήταν ειλικρινής [42] σχετικά με την σημασία της ένταξης στην ΕΕ για την χώρα του˙ μια εμπορική συμφωνία με την ρωσική Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, εν τω μεταξύ, έχει ανακοινωθεί αλλά δεν έχει οριστικοποιηθεί.
Η αναγνώριση από τον Βούτσιτς ότι η Σερβία χρειάζεται την ΕΕ, δίνει στις Βρυξέλλες μόχλευση για να αντισταθούν κατά της απομάκρυνσης της χώρας του [43] από την δημοκρατία. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, οι αξιωματούχοι της ΕΕ διστάζουν να χρησιμοποιήσουν αυτή την μόχλευση, φοβούμενοι ότι η Σερβία και οι γείτονές της θα στραφούν μακριά από την Ευρώπη και θα αγκαλιάσουν την Ρωσία.
ΕΝΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΜΕΛΛΟΝ
Επί δύο δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ [44] συνέβαλαν στην διατήρηση της ειρήνης στα Δυτικά Βαλκάνια. Ωστόσο, η δέσμευση της περιοχής με την Δύση απέτυχε σε μεγάλο βαθμό να βελτιώσει την καθημερινή ζωή των περισσότερων κατοίκων της. Σε όλο και περισσότερους ανθρώπους στην περιοχή, η ένταξη στην ΕΕ φαίνεται απομακρυσμένη -και άσχετη. Και μαζί με τις εθνοτικές μειονότητες και τα γειτονικά κράτη, η Ευρώπη έγινε ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος για τους πολιτικούς που επιδιώκουν να εκτρέψουν [από τον εαυτό τους] την ευθύνη για την στασιμότητα της περιοχής τους.
Ωστόσο, η ένταξη στην ΕΕ παραμένει ο καλύτερος τρόπος για την προώθηση της μεταρρύθμισης και της συνεργασίας στην περιοχή. (Η επέκταση της ένταξης στο ΝΑΤΟ για τα κράτη της περιοχής πρέπει να παραμείνει στο τραπέζι, αλλά η συμμαχία δεν θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα σε αυτό, δεδομένου ότι θα έκανε σχετικά λίγα για να αντιμετωπίσει τα άμεσα προβλήματα των Βαλκανίων). Η ΕΕ βασίζεται στην αρχή της συγκέντρωσης της κυριαρχίας και των ανοικτών συνόρων. Όπως κατανοούσαν οι ιδρυτές της ΕΕ, αυτό το μοντέλο αποτελεί την καλύτερη ελπίδα για την υπέρβαση των φόβων και του μίσους που οδήγησαν την Ευρώπη να διχαστεί δύο φορές στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα και που εξακολουθεί να ταράσσει τα δυτικά Βαλκάνια σήμερα. Επιπλέον, τα επίδοξα μέλη πρέπει να τηρούν τα πρότυπα της ΕΕ [45] σχετικά με την δημοκρατική διακυβέρνηση, το κράτος δικαίου, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των μειονοτήτων) και τις οικονομικές πολιτικές προσανατολισμένες προς την αγορά.
Η εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων και η ένταξή τους στην ΕΕ θα βοηθούσε τα βαλκανικά κράτη να προστατευθούν από την αστάθεια στη νοτιοανατολική πλευρά της Ευρώπης. Η εναλλακτική λύση είναι να αφεθεί η περιοχή να καταστραφεί. Η πάλη των δυτικών Βαλκανίων με την διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και την αντιμετώπιση της τζιχαντιστικής ριζοσπαστικοποίησης [46] έχει ήδη καταστήσει τα κράτη της ΕΕ λιγότερο ασφαλή. Ο κίνδυνος μιας μεγαλύτερης κρίσης που θα προέρχεται από κάποιο συνδυασμό εθνικισμού, διαφθοράς και ρωσικής παρέμβασης είναι ακόμη πιο ανησυχητικός.
Η τοποθέτηση και των έξι από τα υπόλοιπα κράτη των δυτικών Βαλκανίων σε μια επίσημη πορεία ένταξης στην ΕΕ, με την προσφορά συγκεκριμένων ωφελημάτων και διαβεβαιώσεων ότι είναι δυνατή η ένταξη κατά την πορεία, είναι απαραίτητη. (Οι συνομιλίες για την ένταξη βρίσκονται σε εξέλιξη με την Σερβία και το Μαυροβούνιο˙ η Αλβανία και η πΓΔΜ δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, αν και είναι επισήμως υποψήφιες χώρες). Οι Βρυξέλλες πρέπει να κάνουν καλύτερη δουλειά εξηγώντας τα οφέλη της ένταξης και οι ανώτεροι αξιωματούχοι της Ευρώπης θα πρέπει να είναι τουλάχιστον το ίδιο εμφανείς όπως οι Ρώσοι ομόλογοί τους στην περιοχή. Η ΕΕ θα πρέπει επίσης να εξετάσει το ενδεχόμενο να καταστήσει τα δυτικά Βαλκάνια προτεραιότητα στο αναπτυσσόμενο ενδιαφέρον του μπλοκ για την αμυντική συνεργασία. Τα κράτη της ΕΕ θα πρέπει ιδιαίτερα να επικεντρωθούν στην εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με την Σερβία, τόσο λόγω της στενής σχέσης του Βελιγραδίου με το ΝΑΤΟ (που χρονολογείται από τον βομβαρδισμό του 1999) όσο και επειδή το να έχει την Σερβία από κοντά, θα διευκόλυνε στο μέλλον την επέκταση της συνεργασίας με άλλα κράτη που έχουν ανθεκτικές σερβικές μειονότητες, δηλαδή την Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο. Η ΕΕ πρέπει επίσης να κάνει καλύτερη δουλειά στην παροχή συγκεκριμένων κινήτρων στους απλούς πολίτες, για παράδειγμα μέσω της χρηματοδότησης της επέκτασης του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών της ΕΕ [47] στα δυτικά Βαλκάνια. Όλα αυτά τα βήματα θα πρέπει να έχουν ως προϋπόθεση την πρόοδο των βαλκανικών κυβερνήσεων προς την μεταρρύθμιση και την περιφερειακή συνεργασία.
Πράγματι, ακόμη και καθώς οι Βρυξέλλες εργάζονται για να καταστήσουν τα βαλκανικά κράτη πιο ανθεκτικά στην ρωσική υπονόμευση, η Δύση δεν πρέπει να γίνει πιο ελαστική στις απαιτήσεις της για διαφάνεια και μεταρρύθμιση από φόβο μήπως χάσει την περιοχή προς όφελος της Μόσχας. Η διαφθορά και η κακοδιοίκηση είναι οι σοβαρότερες απειλές για την περιοχή. Χωρίς αυτές, η Ρωσία θα είχε πολύ λιγότερους μοχλούς επιρροής. Και παρ’ όλο που η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο, οι Ηνωμένες Πολιτείες [48] πρέπει επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. (Οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν ιδιαίτερη καλή πίστη στην Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο για τον ρόλο τους στην παύση της εθνοκάθαρσης κατά των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου την δεκαετία του 1990). Η Ουάσινγκτον πρέπει να βοηθήσει την ΕΕ να στρατολογήσει τους πολίτες της περιοχής στην καταπολέμηση της διαφθοράς, για παράδειγμα συνεργαζόμενη στενότερα με τις τοπικές ομάδες της κοινωνίας των πολιτών. Το να γίνει αυτό αποτελεσματικά θα απαιτήσει να διοριστεί περισσότερο προσωπικό στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και να διατηρηθεί η χρηματοδότησή του.
Τέλος, η Δύση θα πρέπει να προωθήσει τις προσπάθειες για την επίλυση των μακροχρόνιων προκλήσεων της περιοχής -συμπεριλαμβανομένης της μη αναγνώρισης του Κοσσυφοπεδίου από διάφορα κράτη˙ της διαμάχης της πΓΔΜ με την Ελλάδα για το όνομά της, η οποία εμποδίζει την πορεία των Σκοπίων προς το ΝΑΤΟ˙ και την αρτηριοσκληρωτική συνταγματική δομή της Βοσνίας. Για πολύ καιρό οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ προσπάθησαν να διαχειριστούν αυτά τα προβλήματα αντί να τα λύσουν, φοβούμενες να κάνουν τολμηρά βήματα παρά την μόχλευση που παρέχει η Δυτική οικονομική βοήθεια και η ελκυστικότητα της προσχώρησης στην ΕΕ. Εντούτοις, το να επιτρέπεται σε αυτά τα προβλήματα να χρονίζουν επιδεινώνει την ευθραυστότητα της περιοχής. Με την βία της δεκαετίας του 1990 να βρίσκεται ακόμη κοντά στην επιφάνεια και την Ρωσία να είναι έτοιμη να επωφεληθεί από την λαϊκή δυσαρέσκεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ πρέπει να κάνουν περισσότερα για να δείξουν στους πολίτες των Βαλκανίων ότι ένα ειρηνικό ευρωπαϊκό μέλλον εξακολουθεί να είναι πιθανό.
Επίκαιρη Ερώτηση στον Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά έκανε στις 2 Οκτωβρίου 2017 ο Βουλευτής των Ανεξαρτήτων Ελλήνων στη Β΄ Πειραιά Δημήτρης Καμμένος σχετικά με το θέμα που ανέδειξε και εφέτος ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914 για το κεφάλαιο “αλβανικές περιοχές στην Ελλάδα” που περιέχουν τα αλβανικά σχολικά βιβλία Γεωγραφίας της 9ης και της 12ης τάξης.
Η απάντηση από τον Υφυπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Αμανατίδη
«Δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στον σεβασμό και στην κατοχύρωση, στην πράξη, όλων των δικαιωμάτων της γηγενούς ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Συναρτώνται όλα τα ζητήματα των δικαιωμάτων της μειονότητας, με την κατάσταση του κράτους δικαίου και της απονομής δικαιοσύνης και με την υποχρέωση της Αλβανίας να σέβεται τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα σε όλη την επικράτειά της» υπογράμμισε ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Αμανατίδης.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί στενά το θέμα και ενημέρωσε την εθνική αντιπροσωπεία ότι το θέμα τέθηκε στη συνεδρίαση της μικτής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που έχει συσταθεί, με βάση τη μορφωτική συμφωνία Ελλάδας-Αλβανίας.
«Στις 21 Φεβρουαρίου 2017 έγινε η τρίτη συνεδρίαση της επιτροπής. Παρά την επιδίωξή μας, η αλβανική πλευρά δεν αποδέχθηκε σε αυτή τη συνεδρίαση να συζητηθούν τα προβληματικά σχολικά βιβλία της Ιστορίας και της Γεωγραφίας. Ωστόσο, στα πρακτικά αυτής της επιτροπής καταγράφηκε ότι θα αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης στην επόμενη συνεδρίαση, που είχε προγραμματιστεί να γίνει μέσα Μαΐου του τρέχοντος έτους, αλλά δεν έγινε λόγω των εκλογών εκεί και με ευθύνη της αλβανικής πλευράς» είπε ο υφυπουργός Εξωτερικών και επισήμανε: «Η Αλβανία είναι μέλος της Ουνέσκο και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθεί όμως δεν συνάδει με τις εκπαιδευτικές αξίες, δηλαδή, την ανεκτικότητα, την αμοιβαία κατανόηση και την αποφυγή αναπαραγωγής αρνητικών στερεοτύπων. Η διατήρηση αυτού του απαράδεκτου και προσβλητικού για τη χώρα μας τμήματος των βιβλίων “αλβανικές περιοχές στην Ελλάδα” δυστυχώς μας δείχνει ότι το αλβανικό κράτος είναι ακόμα εγκλωβισμένο σε αναχρονιστικές, εθνικιστικές και μεγαλοϊδεατικές αντιλήψεις που είναι επιζήμιες, και πρώτα από όλα επιζήμιες για την ίδια την Αλβανία».
«Τους έχουμε καταστήσει με σαφή και επιτακτικό τρόπο ότι το εν λόγω περιεχόμενο είναι απαράδεκτο και θα πρέπει να αφαιρεθεί το συντομότερο δυνατό» είπε ο Γιάννης Αμανατίδης. Ταυτόχρονα, όμως, υπογράμμισε πως «η μεγαλύτερη πίεση που έχει ασκηθεί στην Αλβανία, είναι αυτή που έχει αποτυπωθεί στις πέντε καίριες προτεραιότητες που έθεσε το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ (μεταρρύθμιση δικαστικού συστήματος, μεταρρύθμιση δημόσιας διοίκησης, καταπολέμηση της διαφθοράς, καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, ενίσχυση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιλαμβάνει και την πολιτική των μη διακρίσεων)».
«Δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στον σεβασμό και στην κατοχύρωση στην πράξη όλων των δικαιωμάτων της γηγενούς ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Συναρτώνται όλα τα ζητήματα των δικαιωμάτων της μειονότητας με την κατάσταση του κράτους δικαίου και της απονομής δικαιοσύνης και με την υποχρέωση της να σέβεται τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα σε όλη την επικράτειά της» είπε επίσης ο κ. Αμανατίδης και πρόσθεσε πως είναι βασικό μέλημα της ελληνικής κυβέρνησης η προστασία των δικαιωμάτων των απανταχού ομογενών μας.
Τον Ιούλιο έγραφα για την παράσταση Η Αντιγόνη στο Φέργκιουσον που παρουσιάστηκε στο Ίδρυμα Νιάρχος από μια ομάδα Αφροαμερικανών από την ομώνυμη πόλη των ΗΠΑ. Η εν λόγω ομάδα διασκεύασε δημιουργικά την Αντιγόνη του Σοφοκλή προκειμένου να παρουσιάσει μια εποικοδομητική κριτική για την κρατική καταστολή και την υπερβολική αστυνομική βία κατά της Αφροαμερικανικής κοινότητας. Αφορμή για τη δημιουργία της παράστασης στάθηκε η δολοφονία ενός εφήβου, το νεκρό σώμα του οποίου βρέθηκε εκτεθειμένο για αρκετές ώρες πάνω στο οδόστρωμα, προκαλώντας έκρηξη θυμού και μαζικών διαμαρτυριών.
Πριν από μερικές ημέρες παρουσιάστηκε ακόμα μια ενδιαφέρουσα διασκευή της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Όμως αυτή την φορά η παράσταση δεν έγινε στις άνετες εγκαταστάσεις του Ιδρύματος Νιάρχος στην Αθήνα αλλά στα βουνά του νοτίου Κουρδιστάν (βόρεια Συρία) και μάλιστα υπό τον σφοδρό βομβαρδισμό της τουρκικής αεροπορίας. Οι οργανωτές και συντελεστές δεν ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί αλλά Κούρδοι αντάρτες, μέλη της Ακαδημίας Πολιτισμού και Τεχνών του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (ΡΚΚ).Η παράσταση προσαρμόστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να «μιλάει» στις καρδιές των Κούρδων αγωνιστών κάνοντας σαφείς αναφορές στις τραγικές εμπειρίες του κουρδικού λαού κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Οι συντελεστές προσάρμοσαν και τον τίτλο της παράστασης στις δικές τους συνθήκες. Έτσι η «Αντιγόνη» έγινε… «Κουρδιστάν». Μέχρι στιγμής έχουν δοθεί δύο παραστάσεις στα κρησφύγετα των ανταρτών ενώ οι συντελεστές δήλωσαν πως θα συνεχίσουν και σε διαφορετικά σημεία των βουνών του Κουρδιστάν όπου εδρεύουν βάσεις των μελών του κινήματος. Την σκηνοθεσία έκανε ο Εκίν Ρόνι ενώ τη μετάφραση στα κουρδικά ο Κουρντέ Τάβια. Την παράσταση παρακολούθησαν εκατοντάδες μέλη της οργάνωσης τα οποία συγκινημένα χειροκροτούσαν παρατεταμένα τους συντελεστές. Οι κατά τον Ξενοφώντα Καρδούχοι (Κούρδοι) ανεβάζουν και παρακολουθούν Σοφοκλή!
Η διασκευασμένη Κούρδισα Αντιγόνη, ανάμεσα στα άλλα, μιλά για τον αγώνα για ελευθερία των γυναικών του Κουρδιστάν, ασκεί κριτική στην πατριαρχική κοινωνία της Μέσης Ανατολής και επαινεί τον πατριωτισμό και την αυτοθυσία όλων των αγωνιστών της ελευθερίας. Οι συντελεστές της παράστασης περιγράφουν την Αντιγόνη ως την πρώτη στην ιστορία τραγωδία που αναφέρεται στη γυναικεία αντίσταση, στην πολιτική ανυπακοή και στην κυριαρχία του «θείου νόμου της ελευθερίας», θεωρώντας πως το κείμενο εκφράζει απόλυτα και αντανακλά τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των Κούρδων.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η μαρξογενής Οτσαλανική πτέρυγα του κουρδικού κινήματος, κυρίως στη Συρία και στην Τουρκία, την τελευταία δεκαετία έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή πνευματική παραγωγή στους τομείς του θεάτρου, του δοκιμίου, της ποίησης, του πολιτικού τραγουδιού και του κινηματογράφου, αναδεικνύοντας για ακόμα μια φορά την σημασία και τον ρόλο των τεχνών στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Αυτό που επίσης έχει ενδιαφέρον και αξίζει να προσεχθεί είναι το γεγονός ότι η αρχαιοελληνική γραμματεία αποτελεί πηγή έμπνευσης για αρκετούς Κούρδους καλλιτέχνες και συγγραφείς. Μια οραματική ελληνική πολιτιστική πολιτική θα έπρεπε να χτίσει δίκτυα καλλιτεχνικής και πνευματικής συνεργασίας με τα δημιουργικά τμήματα των πληθυσμών της σημερινής Μέσης Ανατολής. Τέτοιες συνέργειες μπορούν να συμβάλουν στην καλλιέργεια του ειρηνικού διαλόγου και της συνύπαρξης μεταξύ διαφορετικών λαών στην ευρύτερη περιοχή και να προσδώσουν στην Ελλάδα μια νέα ηθική ηγεμονία και αναγνώριση σε μια κρίσιμη για τα ελληνικά συμφέροντα περιοχή.
Είναι επίσης εντυπωσιακό και συνάμα συγκινητικό να βλέπει κανείς τη δημιουργική αναπλαισίωση και οικειοποίηση έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας μέσα σε διαφορετικά γεωγραφικά, κοινωνικά, γλωσσικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα. Από τις ΗΠΑ στο Κουρδιστάν και από τα Αγγλικά στα Κουρδικά, ο Σοφοκλής μας παραμένει επίκαιρος, παρεμβατικός και συγκινεί…
Ο κ. Νίκος Κ. Μιχαηλίδης είναι διδάκτορας ανθρωπολογίας του Πρίνστον.
Οι καιροί αλλάζουν, ο κόσμος αλλάζει, οι κοινωνίες εξελίσσονται, οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν κάνει τον πλανήτη να μοιάζει με ένα παγκόσμιο χωριό. Έχουν ανατραπεί τα πάντα.
Οι κοινωνίες και τα κράτη είναι αντιμέτωπα με τη διαχείριση αυτού του τεράστιου ζητήματος, της ενσωμάτωσης του νέου, σε όλα τα επίπεδα.
Σε αυτό το κύμα νεωτερισμού, που απειλεί και θέτει υπό αίρεση παραδοσιακές αξίες κοινωνιών και εθνών, έχουν παρεισφρήσει και μια σειρά από ζητήματα, που σχετίζονται με την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Μάλιστα, ειδικά αυτά, που αφορούν ένα μικρό κομμάτι της κοινωνίας, σε ορισμένες χώρες που ιδρύθηκαν ως συμπίλημα-συνονθύλευμα διαφόρων εθνικών ομάδων, έχουν αναχθεί σε πρωτεύοντα ζητήματα και έχουν ψηφιστεί νόμοι που στην ουσία δημιουργούν τον μετάνθρωπο και την μετακοινωνία.
Επειδή δε αυτές οι χώρες, κυρίως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν επιρροή σε άλλες χώρες και ηπείρους, αυτό το κύμα των νομοθετικών ρυθμίσεων έχει φθάσει και στην Ελλάδα. Προηγήθηκαν ρυθμίσεις που αφορούν το γάμο και την οικογένεια, ανατρέποντας προαιώνιες αρχές της ελληνικής κοινωνίας και τώρα επιχειρείται η ψήφιση νόμου για την αλλαγή φύλου – ο μετάνθρωπος που είπαμε παραπάνω.
Όλα αυτά εξελίσσονται εν παραλλήλω με μια σειρά από άλλες ανατροπές, όπως είναι ο σεβασμός σε έννοιες όπως πατρίδα, εθνικά σύνορα, εθνική άμυνας, αλλά και σεβασμός σε πρόσωπα, ήρωες, μνημεία…
Χωρίς να θέλουμε να γίνουμε… ισοπεδωτικοί, θα μπορούσαμε να πούμε για επιχειρούμενη πλήρη ισοπέδωση παραδοσιακών αρχών και αξιών και αντικατάστασή τους από το τίποτα, στην κυριολεξία.
Και όλα αυτά, ερήμην των πολιτών. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις είναι συνήθως εισαγόμενες και επιβάλλονται στα πολιτικά κόμματα μέσα από αδιαφανείς αντιδημοκρατικούς μηχανισμούς, χωρίς να ερωτάται ο πολίτης.
Μια μορφή ιδιάζουσας τρομοκρατίας υποχρεώνει τις ηγετικές ομάδες των κομμάτων να φέρνουν τέτοια νομοσχέδια στη βουλή και οι ηγεσίες των κομμάτων με τη σειρά τους ασκούν κυριολεκτικά τρομοκρατία στους βουλευτές τους, οι οποίοι άγονται και φέρονται ως πρόβατα στην κάλπη της Βουλής των Ελλήνων, ψηφίζοντας αυτό που ήλθε «πακέτο» από έξω και τους επιβλήθηκε από την ηγετική ομάδα του κόμματός τους.
Οι συνέπειες αυτών των ρυθμίσεων, δεν είναι ορατές στο άμεσο μέλλον. Θα τις δούμε τις επόμενες δεκαετίες, όπως βλέπουμε τώρα τις συνέπειες της απαξίωσης των πάντων, με τη νεολαία να βεβηλώνει και να αποκεφαλίζει αγάλματα ηρωικών μορφών των εθνικών αγώνων του Ελληνισμού, και το κράτος αλλά και την κοινωνία να παρατηρεί αδύναμη και απαθής αυτό το ξεθεμελίωμα του οικοδομήματος που λέγεται ελληνική πατρίδα.
Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ενώ συνεχίζεται το γκρέμισμα αρχών, αξιών και μνημείων, κάποιοι Έλληνες που πηγαίνουν κόντρα στο κύμα, πήραν την πρωτοβουλία να στήσουν ένα μνημείο.
Ο αντιστράτηγος Νικόλαος Σαμψών, που ήταν διοικητής του στη Βέροια, ήταν εκείνος που ανέλαβε την πρωτοβουλία, ο δήμαρχος Κατερίνης δέχτηκε την πρόταση και ο Δημήτρης Μελισσανίδης, που υπηρέτησε στην ίδια μονάδα, ήταν αυτός που ανέλαβε τα έξοδα ανέγερσης του μνημείου.
Μιλάμε για τον ήρωα ανθυπασπιστή Διαβιβάσεων Τσιγκαρόπουλο Νίκο, που έχασε τη ζωή του στην Κύπρο, μαχόμενος ηρωικά επί τριήμερο, τον Αύγουστο του 1974, στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
Ο διοικητής του στην Κύπρο, υποστράτηγος ε.α. Σπυρίδων Δελλής, με λιτό λόγο μας ενημέρωσε για εκείνες τις στιγμές, που ο Νικόλαος Τσιγκαρόπουλος, μαζί με τους συναδέλφους του πολέμησε ηρωικά, μέχρι την τελευταία σφαίρα, μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός του, για να μείνει η Λευκωσία ελεύθερη.
Οι στιγμές ήταν ανατριχιαστικές. Η χαροκαμένη μάνα, όσο διαρκούσε η τελετή, μοιρολογούσε τον γιο της, τον Νίκο της, με το μοιρολόι της να αποτελεί σκληρή παραφωνία σε μια Ελλάδα που γκρεμίζονται τα πάντα και που τώρα σε ήρωες αναγορεύονται οι καταληψίες, οι μολοτοφάδες, οι λοστούχοι, οι μπουκαδόροι και οι κάθε είδους υβριστές των ιερών της Πατρίδας.
Όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια, παρέδωσαν τη σημαία με την οποία ήταν καλυμμένη η προτομή του ήρωα Νίκου Τσιγκαρόπουλου, στη μάνα του.
Η οποία με απέραντο και βαθύ σεβασμό την αγκάλιασε, σαν να αγκάλιαζε το ίδιο της το παιδί, και φώναξε: «Αχ, Νίκο μου! Αχ, παλληκάρι μου! Αχ, Πατρίδα μου!!!»…
Έλληνες, αντισταθείτε στη λαίλαπα που γκρεμίζει τα θεμέλια του Έθνους και στήστε προτομές, αδριάντες και μνημεία στους ήρωες της Πατρίδας και του Έθνους.
Αυτοί μας οδηγούν σε τούτους τους δύσκολους καιρούς.
Όπως μας οδηγεί η θυσία και το μνημείο του ήρωα Νίκου Τσιγκαρόπουλου.
Ένας άλλος από τους σοβαρούς λόγους, όχι ο μοναδικός, που συνέβαλε, και συνεχίζει να συμβάλει, στην κάθετη πτώση της δημοτικότητας του Μακρόν είναι η ισχύουσα από 1ης Οκτωβρίου 2017 μείωση κατά 5 ευρώ το μήνα ή 60 ευρώ το χρόνο της χορηγούμενης «Εξατομικευμένης Επιδότησης Ενοικίου» (Aide personnelle au logement-APL). Πολλοί μάλιστα του έχουν ήδη κολλήσει τη ρετσινιά του «Προέδρου των Πλουσίων», αφού ελαφρύνει τους έχοντες και κατέχοντες από τον «Φόρο Αλληλεγγύης επί της μεγάλης Περιουσίας» (l’impôt de solidarité sur la fortune-ISF), με την προσδοκία ότι θα επενδύσουν για την αναθέρμανση της γαλλικής οικονομίας που είναι το ζητούμενο.
Ποιοι ωφελούνται ;
Επί του παρόντος, πάνω από 6,5 εκατομμύρια νοικοκυριά, συμπεριλαμβανομένων και των περίπου 800.000σπουδαστών, βασίζονται σε αυτό το βοήθημα. Στη Γαλλία καταβάλλονται από το Ταμείο Οικογενειακών Επιδομάτων τα εξής 3 βοηθήματα ελάφρυνσης του καταβαλλόμενου ενοικίου από τους ενοικιαστές :
@ η «εξατομικευμένη επιδότηση ενοικίου»-APL,
@ η «οικογενειακή επιδότηση ενοικίου-ALF,
@ η «επιδότηση της κοινωνικής κατοικίας-ALS.
Το ένα τρίτο των Δικαιούχων του επιδόματος ενοικίου εργάζονται μεν, όμως ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (εισόδημα κάτω από 1.025 ευρώ το μήνα το άτομο), κι άρα η ετήσια χασούρα των 60 ευρώ είναι για αυτούς βαρύνουσα. Το μέσο χορηγούμενο ποσό επιδότησης ενοικίου ανά Ωφελούμενο είναι 269 ευρώ για την επιδότηση APL, 196 ευρώ για την επιδότηση ALS και 292 ευρώ για την επιδότηση ALF.
Τι λένε οι Δικαιούχοι για τη μείωση ;
Αυτή η μείωση του επιδόματος ενοικίου φέρνει τους ευάλωτους Γάλλους σε ακόμα μεγαλύτερη επισφάλεια. Ιδού ορισμένες μαρτυρίες που συνέλεξε στις 01-10-2017 η δημοσιογράφος Anna Villechenon στην ηλεκτρονική έκδοση LE MONDE :
Για την Pauline R., η οποία παρόλο ότι δεν είναι «από τις πιο μειονεκτούσες», η μείωση είναι «τεράστια» : «Ισοδυναμεί σχεδόν με 2 πλήρη και ισορροπημένα γεύματα στην φοιτητική εστία με ζυμαρικά βουτύρου. Ισοδυναμεί με μια έξοδο στον κινηματογράφο ή με ένα ποτό με φίλους μετά από τα μαθήματα. Ισοδυναμεί με 2 μεταβάσεις στην πισίνα της γειτονιάς μου. Ισοδυναμεί με 3 δρομολόγια μετ ‘επιστροφής συν-αυτοκίνησης (covoiturage) το λιγότερο το χρόνο για να πάω να δω την οικογένειά μου κατά τη διάρκεια των διακοπών. Ισοδυναμεί με 1 ένα νέο παλτό για τον χειμώνα. (…) Για μερικούς φοιτητές ισοδυναμεί με 1 ραντεβού με τον οδοντίατρο ή με τον οφθαλμίατρο που δεν θα γίνει ή θα περιμένει τουλάχιστον για μερικούς μήνες». Εν ολίγοις λέει, «αυτές είναι οι λίγες απολαύσεις μου, η άνεσή μου, κι άρα η μείωση της επιδότησης ενοικίου πλήττει την ευημερία μου». Αυτή η 22χρονη φοιτήτρια στο Μπορντώ ξέρει ήδη ότι ο ιδιοκτήτης της δεν θα μειώσει το ενοίκιό της για να αντισταθμίσει αυτήν την απώλεια, όπως πρότεινε ο Πρόεδρος Εμμανουήλ Μακρόν. Το 2018, θα το αυξήσει ακόμη κατά 10 ευρώ για να αντισταθμίσει τον πληθωρισμό. «Δεν αρκεί να ζητάμε ευγενικά από τους ιδιοκτήτες να μειώσουν τα ενοίκια κατά 5 ευρώ το μήνα και αυτοί να το κάνουν», ισχυρίζεται.
«Ο Salmi S., από την πλευρά του, αποφάσισε να επιστρέψει για να ζήσει με τους γονείς του στην περιοχή Franche-Comté, ακόμη και αν πρέπει 2 φορές την ημέρα να παίρνει το τρένο, μια και 90 χιλιόμετρα τον χωρίζουν από την εταιρεία του. Αυτή η επιστροφή στο σπίτι της οικογένειας του εξοικονομεί περίπου 150 ευρώ το μήνα. Προβλέπει δε περαιτέρω μειώσεις για τις οποίες προετοιμάζεται ήδη. «Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει, η κυβέρνηση μπορεί να περικόψει κι άλλες ενισχύσεις» αργότερα, λέει σε τόνο ημι- blasé, ημι-αγανακτισμένο.
Τι λέει η κυβέρνηση Μακρόν ;
Η κυβέρνηση, δια του αρμόδιου υπουργού της Jacques Mézard, υποσχέθηκε στο κανάλι RTL «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» για να θέσει τέρμα σε ένα «διεστραμμένο σύστημα»: αυτό που υποκινεί τους ιδιοκτήτες να αυξάνουν τα ενοίκια, λαμβάνοντας υπόψη το ποσό των ενισχύσεων που χορηγείται στους ενοικιαστές. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Edouard Philippe ανάφερε, από την πλευρά του, στην Εθνοσυνέλευση ότι η χώρα του «δαπανά 2 φορές περισσότερα χρήματα σε σχέση με τους ευρωπαίους γείτονές της για την επιδότηση ενοικίου», ήτοι 18,1 δις ευρώ το 2016. Κι άρα η Γαλλία πρέπει να αυξήσει την προσφορά κατοικίας για να πέσουν οι τιμές των ενοικίων. Κάτι που θα πάρει χρόνο φυσικά για να επιτύχει.
Η πρόσφατη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 22ας Φεβρουαρίου 2017 έδωσε έμφαση στην ανισότητα των επιδομάτων στέγασης και του πληθωριστικού τους αποτελέσματος σε σχέση με τα καταβαλλόμενα ποσά των ενοικίων.
Παρά ταύτα ο γράφων εκτιμάει, δίχως να κατέχει το αλάθητο του Πάπα, ότι στην τεράστια πτώση της δημοτικότητας του Μακρόν συνέβαλαν και συμβάλουν προσθετικά και κάποιες εκφράσεις του που θεωρήθηκαν επιτιμητικές από μεγάλη μερίδα της γαλλικής κοινής γνώμης, όπως :
@ «οι Γάλλοι απεχθάνονται τις μεταρρυθμίσεις», ειπώθηκε ενώπιον Γάλλων στη Ρουμανία,
@ «δεν θα ενδώσω στους κυνικούς, τους τεμπέληδες και τους ακραίους», ειπώθηκε ενώπιον Γάλλων στην Αθήνα,
@ «αντί να μπουρδελοποιούν την κατάσταση, καλά θα κάνουν να ψάξουν για δουλειά αλλού», ειπώθηκε στην έδρα της γαλλικής επιχείρησης GM & S η οποία εξαγοράστηκε τον Σεπτέμβριο από τον όμιλο GMD, με μόνο 120 μισθωτούς από τους συνολικά 277 εργαζομένους πριν. Τούτο με αφορμή την παρουσία του Μακρόν εκεί και την σχετική διαδήλωση που έστησαν επιδέξια, έξω από την εν λόγω επιχείρηση στο Egletons της Γαλλίας, την Τετάρτη, καμιά εκατοσταριά διαδηλωτών, πίσω από τα πανό της «Ανυπότακτης Γαλλίας» του Mélenchon και της φιλοκομμουνιστικής συνδικαλιστικής οργάνωσης CGT. Η τελευταία του έκφραση, στα κοινωνικά δίκτυα επιδοκιμάστηκε από το 2,8%, αποδοκιμάστηκε από το 37,5% και άφησε ουδέτερους το 57% αυτών που την σχολίασαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε απόψε στη δημοσιότητα το κανάλι France24.
του Άγγελου Συρίγου, καθηγητή Πάντειου Πανεπιστημίου.
Θα παραμείνει η Τουρκία στο ΝΑΤΟ; Θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένας είδος Πακιστάν; Οι καινοφανείς και ραγδαίες εξελίξεις στη γείτονα χώρα οδηγούν σε σκέψεις που πριν λίγες εβδομάδες θα φάνταζαν αδιανόητες.
Στο εσωτερικό της Τουρκίας οι διώξεις κατά των Γκιουλενικών έχουν φτάσει σε κλίμακα αντίστοιχη των εκκαθαρίσεων του Στάλιν κατά των εσωκομματικών του αντιπάλων μετά το 1926. Εχθροί είναι οι χθεσινοί αδελφοί που βρίσκονται αποκλειστικώς μέσα στους κόλπους των ισλαμιστών.
Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Ερντογάν μετέτρεψε με το οριακό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος την προεδρευομένη Δημοκρατία σε προεδρική. Η Τουρκία διολισθαίνει σταθερά σ’ ένα ιδιότυπο ισλαμικό συντηρητισμό. Περισσότερο τείνει προς ένα σουνιτικό Ιράν όπου θα υπάρχουν εκλογές, αλλά δεν θα υπάρχουν ισχυρές αντίθετες φωνές.
Στο εξωτερικό πεδίο η Τουρκία για πρώτη φορά από την ένταξη της στο ΝΑΤΟ το 1952 θεωρείται ότι είναι επισφαλής για τα δυτικά συμφέροντα. Αλάνθαστος δείκτης είναι η συζήτηση για απόσυρση των νατοϊκών πυρηνικών που είναι αποθηκευμένα στην βάση του Ιντσιρλίκ.
Η επιλογή της χώρας που αποθηκεύονται πυρηνικά όπλα συνδέεται με τη γεωγραφική της θέση, αλλά προϋπόθεση είναι η προσήλωσή της στη Δυτική Συμμαχία. Ένα άλλο σημείο ενδιαφέροντος είναι ότι μετά την προσέγγιση και σύμπλευση του Ερντογάν με τον Πούτιν, Τουρκία και Ιράν εμφανίζονται να συνεργάζονται έναντι του κουρδικού αλυτρωτισμού.
Ο κουρδικός παράγοντας
Οι ΗΠΑ μπορεί να συνέστησαν στον Μπαρζανί να μην προχωρήσει στο δημοψήφισμα, αλλά είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψουν τον κουρδικό παράγοντα, με βάση τον οποίο έχουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 κάνει τους σχεδιασμούς τους στην περιοχή. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται από το γεγονός ότι παρά τη σφοδρή αντίδραση της Άγκυρας εξακολουθούν να ενισχύουν συστηματικά τους Κούρδους της Συρίας, οι οποίοι είναι κοινό μυστικό ότι συνδέονται με το PKK.
Παρά την έκδηλη δυτική καχυποψία, ούτε οι Αμερικανοί ούτε οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν (θα άφηναν) την Τουρκία να φύγει από το ΝΑΤΟ. Διαθέτει σημαντικότατο γεωπολιτικό οικόπεδο. Ο Ερντογάν το γνωρίζει. Εκτός από την καχυποψία του για τον ρόλο της Ουάσιγκτον στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, επιδιώκει να δημιουργήσει κλίμα ανησυχίας στη Δύση και να αποσπάσει ανταλλάγματα.
Πρόκειται περί κλασικής τουρκικής τακτικής. Κάτι ανάλογο είχε γίνει και κατά την περίοδο των συζητήσεων για τα σχέδια Άτσεσον. Τον Ιούλιο του 1964, η Άγκυρα είχε επιτρέψει, καθ’ υπέρβαση της Συμβάσεως του Μοντρέ του 1936, τον διάπλου των Στενών από σοβιετικά πολεμικά που ενίσχυαν την παρουσία της τότε ΕΣΣΔ στη Μεσόγειο. Επίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Τουρκία είχε λάβει περισσότερη σοβιετική βοήθεια από οποιανδήποτε χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Η παλαιά στρατηγική είναι νεκρή
Δυστυχώς, οι εξελίξεις στην Τουρκία μπορούν να επηρεάσουν την Ελλάδα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κράτος της ΕΕ. Ας έχουμε κατά νου ότι παρά τα σοβαρότατα προβλήματα της Τουρκίας με τους Κούρδους και τη Συρία, οι δύο από τις τέσσερις στρατιές της χώρας εξακολουθούν να βλέπουν στο Αιγαίο και στη Θράκη, όπου βρίσκονται και τα πλέον σύγχρονα τουρκικά τεθωρακισμένα.
Επιπλέον, το 10% του τουρκικού στρατού είναι εγκατεστημένο πάνω στην Κύπρο, παρ’ ότι οι Ελληνοκύπριοι έχουν ανύπαρκτες επιθετικές δυνατότητες. Και όπως φάνηκε ξεκάθαρα στις δύο διασκέψεις των προηγουμένων μηνών αυτού τους για το Κυπριακό, η Άγκυρα θεωρεί αδιαπραγμάτευτη την συνέχιση της στρατιωτικής παρουσίας της στην Μεγαλόνησο.
Η ελληνική στρατηγική έναντι της Τουρκίας βασίσθηκε μετά το 1999 στον σταδιακό εξευρωπαϊσμό της. Σήμερα, η ευρωπαϊκή προοπτική της είναι νεκρή. Καλούμαστε, λοιπόν, να σχεδιάσουμε εκ νέου τη στρατηγική μας με ρεαλισμό. Με τον ίδιο άλλωστε ρεαλισμό αντιμετωπίσαμε και το καθεστώς Σίσι στην Αίγυπτο παρ’ ότι είχε ανατρέψει τον εκλεγμένο πρόεδρο Μόρσι.
Αντικρουόμενα συμφέροντα
Ας έχουμε επίσης κατά νου ότι οι τουρκικές επεκτατικές διεκδικήσεις της Τουρκίας επί της Ελλάδος και της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν οφείλονται σε προκαταλήψεις και πολύ περισσότερο σε παρεξηγήσεις. Οφείλονται σε αντικρουόμενα συμφέροντα, σχετικώς με τον ρόλο που επιθυμεί κάθε χώρα να διαδραματίσει στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.
By Gulgiz Muradova 2 October 2017 09:47 (UTC+04:00)
Turkmenistan, a hydrocarbon-rich Central Asian, is still hopeful to see its gas reach the European markets, while Brussels counties talks in this regard.
The EU is negotiating with Azerbaijan and Turkmenistan over a Trans Caspian Pipeline System, said Anca Paduraru, EU Spokesperson for Energy Union projects.
“Negotiations are on-going,” Paduraru said, when answering on progress of the talks. “The EU’s objective has not changed. To diversify the EU’s supplies, the Southern Gas Corridor aims to expand infrastructure that can bring gas to the EU from the Caspian Basin, Central Asia including Iran, the Middle East, and the Eastern Mediterranean Basin.”
Few years ago, the European Union intensified search for alternatives to gas imports from Russia. European officials began to push for the completion of the Southern Gas Corridor, designed to bring Azerbaijan’s Shah Deniz gas to European markets via both the Trans-Adriatic (TAP) and Trans-Anatolian (TANAP) pipelines.
But Brussels’ search for alternative gas supplies didn’t stop at the Caspian basin and went as far as accessing Turkmenistan’s gas supply. The enormous gas recourses of Turkmenistan would reach European markets via a to-be-completed Trans-Caspian pipeline, which would subsequently link up with TANAP.
Back in 2015, European Commission vice president Maros Sefcovic set a firm date to expect Turkmen gas to reach Europe – 2019, but unfortunately Trans Caspian Pipeline System appears no closer to realization in the near term due to a number of obstacles, particularly unresolved Caspian Sea Status.
At the time, Turkmenistan is keen on increasing its gas exports to China to 38 billion cubic meters (bcm) this year, a 9 percent jump from 2016. Moreover, the Turkmen authorities achieved some progress over the TAPI gas pipeline to India.
Turkmenistan opened about two hundred oil and gas fields so far. Potential hydrocarbon resources of the country amount to 71.2 billion tons of oil equivalent, of which 53 billion falls on the land, and 18.2 billion tons – on marine areas.
Paduraru further stressed that the EU is committed and supports Southern Gas Corridor and the role that it plays in the EU’s strategy to diversify our energy supply sources and transportation routes, as well as the crucial role of Azerbaijan as ”enabler” of this grand project.
The SGC project is deemed to change the energy map of the region. The $40 billion project, which is expected to start ferrying natural gas into the European Union by 2020, is funded by some of the biggest loans ever granted by international financial institutions.
Azerbaijan established itself in the region as a partner that others can rely on, and the SGC grants the country a key role.
Ποια είναι η σημειολογία στις απαράδεκτες αφίσες που εμφανίστηκαν πέριξ του Παντείου και καταγγέλλουν τον πανεπιστημιακό Αγγελο Συρίγο; Μήπως πρέπει να τον συλλάβουμε και να τον παραδώσουμε στην αστυνομία των Εξαρχείων, από την οποία προφανώς καταζητείται;
Στο Φαρ Ουεστ οι σερίφηδες επικήρυσσαν τους καταζητούμενους και συμπλήρωναν από κάτω «dead or alive» με την ανάλογη αμοιβή. Εσχάτως, στα πέριξ του Παντείου έκαναν την εμφάνιση τους αφίσες με τη φωτογραφία του καθηγητή Άγγελου Συρίγου, ως φασίστα, από τον οποίο δεν κατάλαβα αν πρέπει απλώς να προστατευθούμε ή να τον συλλάβουμε και να τον παραδώσουμε στην αστυνομία των Εξαρχείων για παράδειγμα, από την οποία προφανώς καταζητείται.
Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Ο καθηγητής είχε «τολμήσει» να κάνει παρατήρηση στο παρελθόν σε δύο φοιτητές που έκαναν αφισοκόλληση στους φρεσκοβαμμένους τοίχους του Παντείου και η απάντηση ήταν ένας ξεγυρισμένος ξυλοδαρμός. Ωστόσο, οι ατρόμητοι επαναστάτες (που ορμήσανε εναντίον ενός) συνελήφθησαν και ήδη ο ένας απ’ αυτούς έχει καταδικαστεί ενώ η δίκη του δεύτερου είναι στις 9 Οκτωβρίου. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ο «φασίστας» καθηγητής δεν ενέργησε στο πλαίσιο των καθηκόντων του ακριβώς, μια κι αυτό θα ήταν δουλειά ενός επιστάτη ίσως. Ακολούθως, αντί να κάνει την πάπια, κατά το κοινώς λεγόμενο, και να λήξει εκεί η παρεξήγηση, ο εμμονικός και εκδικητικός κ. Συρίγος, ασκώντας θρασύτατα ένα αναφαίρετο δικαίωμά του, προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, η οποία όλως συμπτωματικώς έκανε κι αυτή τη δουλειά της. Ύποπτο.
Παρ’ όλα αυτά, η γλυκιά δημοκρατικοαριστεροαναρχικοφοιτητική κοινότητα δεν λειτουργεί με όρους μαφίας και υποκόσμου και δεν κρατάει βεντέτα. Eτσι, δεν φέρει καμία ευθύνη για την προσφάτως αυθόρμητη εισβολή ομάδας, τουλάχιστον 30 αγανακτισμένων ατόμων, σε ομιλία του «φασίστα» καθηγητή στα Ιωάννινα, που είχε σαν αποτέλεσμα μια αποτυχημένη απόπειρα έκφρασης λόγου και σκέψης μεν, αλλά μια πολύ επιτυχώς σπασμένη αίθουσα και μια επιτυχέστερη ματαίωση μιας εκδήλωσης.
Πάμε παρακάτω, στην επικήρυξη, η οποία καταγγέλλει φοβερά πράγματα και θαύματα για τον «φασίστα» καθηγητή. Ξεκινάμε με αυτά που ξέρουμε:
1. Oτι είναι επισκέπτης του υπουργείου Εξωτερικών. Αυτό από μόνο του ίσως δεν κάνει αντιληπτό το έγκλημα καθοσιώσεως, όμως σε συνδυασμό με τις απόψεις του και τα πάρε δώσε με τα ταξίδια του στη Θράκη, βγαίνει νόημα. Είναι καταφανώς πράκτορας που σε συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες εργάζεται παρακολουθώντας, μελετώντας και παρατηρώντας τον εγχώριο και διεθνή ισλαμικό εξτρεμισμό. Διευκρινίζω ότι καταγγέλλεται για πράκτορας δικός μας. Φυσικά, σ’ αυτό συνηγορούν η αρθρογραφία του στην «Καθημερινή», στην οποία ανερυθρίαστα τολμάει και δημοσιεύει τις (διαφορετικές από τις δικές μας) απόψεις του, για τους μετανάστες, τους μουσουλμάνους κτλ κτλ.
2. Το ότι είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής του Παντείου, δεν έχει σχέση με τα προηγούμενα αλλά έχει σχέση με φοιτητές που τον περιτριγυρίζουν γιατί είναι «φυτά» και επίσης κι αυτός και οι φίλοι του «αγαπάνε τα κάγκελα, τους security, τους ασφαλίτες ή τα ΜΑΤ και ότι άλλο είναι απαραίτητο ώστε να μην ασχολείται κανείς στα σοβαρά με τα μιλιταριστικά ινστιτούτα που κρύβονται πίσω απ’ τα έδρανα. Είναι φασίστας;» Κι εδώ απορώ κι εγώ μετά απ’ αυτό τον αριστοτελικό συνειρμό σκέψης κι επιχειρημάτων, γιατί ακόμη αναρωτιέμαι αν ο καθηγητής είναι φασίστας.
Και το διευκρινιστικό σημείωμα της αφίσας επικήρυξης συνεχίζει μ’ αυτά που δεν ξέρουμε:
Oτι είναι δικομανής, «αφού προσέθεσε στο βιογραφικό του δύο δίκες φοιτητών και μαζί μ’ αυτές, άπειρες καταγεγραμμένες μαλακίες στα media». Τώρα βέβαια και οι δύο δίκες για την ίδια υπόθεση είναι αλλά δεν βαριέσαι. Η προειδοποίηση για το δεύτερο δικαστήριο της 9ης Οκτωβρίου είναι σαφής. Παράσταση για μικροαστούς, ρατσιστές και φασίστες θα είναι, όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται.
Τέλος, καταλήγουμε σε μια σχεδόν ευαγγελικού χαρακτήρα παραίνεση προς τον «φασίστα» καθηγητή, που με χριστιανική αγάπη προειδοποιεί ότι με τον ολισθηρό δρόμο που έχει διαλέξει, εκτίθεται όλο και περισσότερο στα μάτια των νέων, οι οποίοι «δυσανασχετούν με τις δουλειές του», «δεν ανέχονται την παρουσία του στο αμφιθέατρο και στο δρόμο», και «απειλούν πως θα τον στείλουν στο διάολο». Εδώ πρόκειται σαφώς για χριστιανορθόδοξη παρατήρηση, μιας και για να έχεις διάβολο, έχεις και Χριστό.
Κοντολογίς, η αφίσα του επικηρυγμένου φασίστα, τον καταγγέλλει γιατί κάνει μέσα στα πλαίσια των πεποιθήσεων του και του νόμου, τη δουλειά του. Ε, λοιπόν ναι, είναι φασίστας. Το ότι η Σύγκλητος έχει αντιδράσει κι αυτή για τις αφίσες και με ανακοίνωση μιλάει για «κυκλοφορία αφίσας δίκην ρωμαϊκών προγραφών», τους κάνει κι αυτούς συναδέλφους φασίστες του Συρίγου. Οίκοθεν νοείται. Κι εδώ που φτάσαμε, φίλοι αναγνώστες, φαντάζομαι ότι δεν μένει παρά να προσευχηθούμε να κάψει όλους αυτούς τους φασίστες, ο Ύψιστος. Αμήν.
Υ.Γ. Σύντροφε κειμενογράφε: Εκείνο το τελευταίο «ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ΤΟΣΟ ΑΓΧΟΣ; Δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει; (ο Συρίγος)» που γράφεις και με κεφαλαία στην αφίσα/επικήρυξη, είναι εμβληματικό παράδειγμα προβολής. Να το προσέξεις την επόμενη φορά.
To:
Donald J. Trump, President of the United States of America,
Rex W. Tillerson, Secretary of State
Matthew Nimetz, UN Special Mediator between Athens and Skopje
Member States of the United Nations
Member States of the EU
Members of the European Parliament
Cc:
Prokopios Pavlopoulos, President of Greece
Alexis Tsipras, Prime Minister of Greece
Nikos Kotzias, Foreign Minister of Greece
Kyriakos Mitsotakis, Leader of the New Democracy party
Leaders of all political parties in Greece
Members of the Greek Parliament
Your Excellencies,
With this letter, we wish to make clear the reasons that Greeks cannot accept the word “Macedonia” (or any name that includes “Macedonia” in it) as the permanent name of its northern neighbor, the Former Yugoslav Republic of Macedonia (FYROM). This name (FYROM) was agreed upon to be used only temporarily. The term “Macedonia” has to be removed before the country’s entry to any international organization. The reasons are explained below.
Like any other nation, Greeks feel only a sense of pride when other countries use historical or other Greek names and words, as they introduce new scientific terms, or name companies, places, or cities. However, FYROM demands to be given the same name as its neighboring region which belongs to Greece (a large part of Northern Greece bordering FYROM is called Macedonia). What are the underlying reasons for this demand, and why are Greeks fiercely opposed to it?
On January 11, 1934, the Comintern (Communist International) recognized the existence of a non-existing “Macedonian nation”, which included all the—multiethnic—inhabitants of the territory that was once ancient Macedonia, the largest part of which was/is in Greece, and smaller parts in Bulgaria and south Yugoslavia. Subsequently (in 1944), the leader—and later president—of Communist Yugoslavia, Josip Broz (commonly known as Tito) renamed Vardarska Banovina (Province of the river Vardar), a region of south Yugoslavia, to “Socialist Republic of Macedonia”. In addition, he codified the language spoken in parts of south Yugoslavia, a Slavic dialect similar to Bulgarian dialects, and called it “Macedonian language”. It is important to note that the US administration immediately reacted at that time, with Secretary of State Edward Stettinius stating that any talk about “Macedonian nation”, “Macedonian Fatherland”, or “Macedonian national consciousness” is an “unjustified demagoguery representing no ethnic or political reality” and it can only be seen as “a possible cloak for aggressive intentions against Greece” (http://www.mfa.gr/images/docs/fyrom/dilosi_stettinius_dec_1944.pdf). Indeed, at that time, a narrative began developing, according to which the Slavic “Macedonians” are direct descendants of Alexander the Great and the Ancient Macedonians, and that the Greeks occupy a large part of their land (the large part of Northern Greece which was Macedonia since the ancient times and is still called Macedonia today). This ideology has gained strong momentum since 1991 (when the region of South Yugoslavia known today as FYROM broke away from Yugoslavia), as the ruling party of FYROM wished to bring to the newly founded “Macedonian nation” a sense of homogeneity and pride, and unite its inhabitants in a strife to “reclaim” the northern administrative region of Greece which is called Macedonia, and thus get access to the sea. This ideology is also taught throughout their education system, instilling into their youth animosity against Greece. It is clear, therefore, that the demand of FYROM to use “Macedonia” as its permanent name is only part of their expansionistic dream to “reclaim” the Macedonian Greek land.
FYROM and its government have made no effort to hide these intentions, which are attested to by the enormous statue of Alexander the Great that the government built in a central square of Skopje, the renaming of Skopje’s airport after Alexander the Great, the issuing of currency with the White Tower of Thessaloniki on it (which was stopped only after Greece imposed a trade embargo across its borders with FYROM), the inclusion of articles in FYROM’s constitution implying a right to all lands of ancient Macedonia, or the rather incomprehensible video, with racist overtones, speaking of their national purity and higher purpose, and calling on them to rise up as their time has come (https://m.youtube.com/watch?v=zNXW5ITS6mA), which was aired in a government-owned TV channel. Moreover, last August, the Consul General of FYROM attended an event by the “United Macedonia” organization in Toronto, Canada, where the “Macedonian pride” of the people of FYROM was declared in front of “a map of their country” which included Thessaloniki and the rest of Greece’s province of Macedonia, as well as part of Bulgaria; similar “exhibitions” have occurred multiple times in the past, with the participation and encouragement of government officials. Furthermore, in a recent meeting between the Greek Minister of Foreign Affairs, Mr. Kotzias, and FYROM’s Minister of Foreign Affairs, Nikola Dimitrov, as the latter spoke about peace and reconciliation between the two countries, he also declared that he is a proud Macedon!
It is not the purpose of this letter to explain that the history of Ancient Macedonia is a very important part of Greek history; in fact, anyone with some degree of historical knowledge is well aware of that (for information see http://macedonia-evidence.org/). We hope it is clear, however, that with FYROM right on its northern border stirring animosity against Greece, threatening Greece’s territorial integrity, and ensuring that this hostility continues by educating their children accordingly, Greece cannot accept the name Macedonia for FYROM, or ANY name that includes the word “Macedonia” in it, which will be reduced to “Macedonia”, just like FYROM is already referred to as Macedonia in many world maps. Greece cannot vote for entry of FYROM into NATO or the EU, until the people of FYROM choose a permanent name for their country that does not include the term “Macedonia” in it.
It is difficult not to notice—and worth pointing out—the closer ties that FYROM has been developing with Turkey (e.g. http://umdiaspora.org/2011/09/19/umd-honors-tca-chairman-with-macedonia-friendship-award/ and http://umdiaspora.org/2012/04/18/tca-a-umd-announce-study-in-turkey-scholarships-for-macedonian-american-students-mk/), Greece’s eastern neighbor, who provokes Greece on a daily basis by invading Greek waters and airspace, and disputes Greece’s sea borders; apparently, the old saying “the enemy of my enemy is my friend” has been applied in this case, but such developments cannot contribute to offering Greece “peace of mind”, while they force Greece to spend on Defense significantly more than what the country can afford.
Greeks throughout the world do not harbor any enmity or hostility toward the citizens of FYROM, and yearn for a peaceful and productive coexistence between the two peoples. It is important to note in this regard that Greece has decidedly contributed to building FYROM’s economy and infrastructure. Greece has an earnest desire for mutual respect and the realization of a lasting political solution with its northern neighbor. However, offering FYROM a permanent name that includes the word “Macedonia” in it, or accepting it into NATO as FYROM, a temporary name that already includes the term “Macedonia”, will only produce an exacerbation of a serious problem for Greece, FYROM, and the Balkans.
Signatures
Almpoura Efstratia P., MScPsy Dev LP, Athens, Greece
Andreatos Antonios, Professor, Hellenic A/F Academy, Greece
Argyropoulos, Yiannis, PhD, Principal Member of Technical Staff, AT&T Labs, USA
Argyrou Fanoulla, Researcher, Journalist, Author, London, United Kingdom
Aroniadou-Anderjaska Vassiliki, PhD, Research Associate Professor of Neuroscience, Bethesda, MD, USA
Athanasoulis Gerasimos A., Professor, School of Naval Architecture and Marine Engineering, National Technical University of Athens, Greece
Avanea Agathi, Jounarlist, Athens, Greece
Bacalis Naoum, National Hellenic Research Foundation, Athens, Greece
Baloglou George, fmr Associate Professor of Mathematics, SUNY Oswego, USA
Balopoulos Victor, PhD, Associate Professor, Department of Civil Engineering, School of Engineering, Democritus University of Thrace, Greece
Baltatzis Panagiotis, MD, Internist, General Secretary, Hellenic American National Council, Baltimore, USA
Batrakoulis Theodoros, PhD, Geopolitics, France
Blytas George C., PhD, Physical Chemistry (ret.), University of Wisconsin, USA
Bougas Ioannis, PhD, The Bougas Management Consulting, Queen’s University, Canada
Bucher Matthias, Associate Professor, Technical University of Crete, Greece
Chryssakis Thanasis, Associate Professor, Dept. of Mathematics, National and Kapodistrian University of Athens, Greece
Constantinidou Hellen-Isis A., Professor Εmeritus, School of Agriculture, Faculty of Agriculture, Forestry and Natural Environment, Aristotle University of Thessaloniki, Thessaloniki, Greece
Daniil Evangelia, MD., Medic Pneumonologist-Specialist in Tuberculosis, Greece
Daskalopoulou Stella S., PhD, Associate Professor in Medicine, McGill University, Montreal, QC, Canada
Di Filippo Giuseppina, PhD, fmr Professor Humanities, Classics and Italian, University of New Hampshire, USA
Dokos Socrates, PhD, Associate Professor, Graduate School of Biomedical Engineering, University of New South Wales, Sydney, NSW, Australia
Dragas George Dion., The V. Rev. Professor, PhD, DD, DTh, Professor of Patrology, Helllenic College/Holy Cross, Boston, MA, USA
Dritsos Stefanos, Professor, Dept. of Civil Engineering, University of Patras, Greece
Economides Spyros, Dept. of Management, California State University, East Bay, USA
Efthymiou Pavlos N., Professor Emeritus, Aristotle University of Thessaloniki, Greece
Evangeliou Christos, Professor of Philosophy, Towson, MD, USA
Evangelidis Dimitris E., Ethnologist, Author, Greece
Filippou-Katehis Athina, Assistant to the Director of the Education, Office of the Greek Orthodox Archdiocese in America, NYC, USA
Fountzoulas Costas, PhD, Philadelphia, PA, USA
Fraggoulis Fraggos, PhD, General (ΕπιτιμοςΑρχηγοςΓΕΣΣτρατηγοςεα), Greece
Fytrolakis Nikolaos, Professor Emeritus, National Technical University of Athens, Greece
Gatzoulis Nina, former Professor of Humanities, Classics and Italian, University of New Hampshire, USA
Gatzoulis Vassilios, President of Hellenic Society PAIDEIA of New Hampshire, Electrical-Nuclear Engineer (ret.), US Defense Dept., Naval Submarine Div., USA
Gialtouridis George, President of New England Risk Solutions LLC, Westwood, MA, USA
Giannopoulos Georgios, Professor Emeritus, University of Patras, Greece
Giannoukos Stamatios, MEng, PhD, Post Doctoral Research Associate, University of Liverpool, Dept. of Electrical Engineering and Electronics, United Kingdom
Grammatikos Filippos, Professor, Aristotle University of Thessaloniki, Thessaloniki, Greece
Haitidis Efstathios, PhD, Munich University, Mέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Πράξης και Επιστήμη και επίτιμος πρόεδρος του συλλογου του ολοκαυτώματος Πύργων Εορδαίας με την επωνυμία Ιερή μνήμη, Greece
Halamandaris Pandelis, PhD, Brandon University, USA
Hatzitolios Apostolos I., Professor of Pathology, Διευθυντής Α’ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Ιατρική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Α’ Αντιπρόεδρος Εταιρείας Παθολογίας Ελλάδος (ΕΠΕ) Αντιπρόεδρος Επαγγελματικής Ένωσης Παθολόγων Ελλάδος (ΕΕΠΕ), Greece
Hatzichronoglou Lena, PhD, Professor of Humanities, Macomb Community Members College, MI, USA
Hatzopoulos John N., MSCE, PhD, Professor Emeritus, University of the Aegean, Greece, fmr Professor, California State University, Fresno, USA
Iatrou Christos, Professor of Anesthesiology, Medical School, Democritus University of Thrace, Greece
Ierapetritis D., BA, MSc, PhD Geography, University of the Aegean, Greece
Iliopoulou-Georgoudaki Ioanna, Professor (ret.), Dept. of Biology, University of Patras, Greece
Intzesiloglou Nikolaos, Professor Emeritus, Faculty of Law, Aristotle University of Thessaloniki, Greece
Ioannou Petros, Professor, Electrical Engineering Systems, University of Southern California, Director of Center for Advanced Transportation Technologies, Associate Director for Research METRANS, Director of Financial Engineering Masters Program, Los Angeles, CA, USA
Kaikis-Lericos Irene, BS Communications, Towson University, Executive Director (ret.), Field Communications, Washington, D.C., Executive Board Member, St. Demetrios Greek Orthodox Church, Baltimore, MD, USA
Kakouli-Duarte Thomais, PhD, Director enviroCORE, Lecturer in Biosciences, Dept. of Science and Health, Institute of Technology, Carlow, Ireland
Karakostas Ted , writer Boston USA
Karantzikos Athanasios, Lieutenant General (ret.), ΕπίτιμοςΑΥπαρχηγόςΓΕΣ, Greece
Karatzios Christos, MD CM, FRCP, Assistant Professor of Pediatrics, McGill University Health Care Centre, Canada
Karkamanis Dimitrios, fmr Senior Research Fellow, Swedish National Defense Research Institute, Stockholm, Sweden
Kapetanakis Emmanouil, Postgraduate student, Cyprus University of Technology, Cyprus
Katsarkas A., MD, PhD, Professor in Medicine, McGill University, Montreal, Quebec, Canada
Katsifis Spiros P., PhD, FACFE, Professor and Chair, Department of Biology, Graduate Studies, University of Bridgeport, Bridgeport, CT, USA
Kelesidis Vassilios C., Petroleum Institute, a part of Khalifa University of Science and Technology, Abu Dhabi, United Arab Emirates
Kladi Matianthi, fmr Professor, Dept. of International and European Studies, Panteion University, Athens, Greece
Kliros George, PhD, Associate Professor, Head of Division of Electronics, Electric Power, Telecommunications, Dept. of Aeronautical Sciences, Hellenic Air Force Academy, Greece
Kodogianidis Nikolaos PhD, PE Electrical Engineer, Fred Wilson & Associates, Jacksonville, FL, USA
Koios Nikolaos, PhD, Assistant Professor, University Ecclesiastical Academy of Thessaloniki, Greece
Kolovos Alexander, PhD, Executive Analytics Professional, SpaceTimeWorks, San Diego, CA, USA
Konstantinidou Anastasia, Head, Office of Public & International Relations, Western Macedonia University of Applied Sciences, Kozani, Greece
Kontis Ioannis, Major General (ret.), Greece
Koumakis Leonidas, Jurist, Author, Greece
Kounnamas Gregory, MSc Naval Architect, School of Naval Architecture and Marine Engineering, National Technical University of Athens, Greece
Kouroumalis Elias, MD, PhD, Professor Emeritus, Medical School, University of Crete, Greece
Kozyrakis Kostas, Assistant Professor, School of Dentistry, National and Kapodistrian University of Athens, Greece
Kyriakou Georgios, Professor, Democritus University of Thrace, Greece
Lampropoulou Venetta, Professor Emeritus, Special-Deaf Education, Deaf Studies Unit, Department of Primary Education, University of Patras, Greece
Lazaridis Anastasios, PhD, Professor Emeritus, Widener University, Chester, PA, USA
Leventouri Theodora, PhD, Professor, Dept. of Physics, Director of Medical Physics FAU, Boca Raton, FL, USA
Liolios Asterios, Professor (ret.), Dept. of Civil Engineering, School of Engineering, Democritus University of Thrace, Xanthi, Greece
Lomis Dean, Professor Emeritus, University of Delaware, USA
Lymberis Maria T., MD, Distinguished Life Fellow, American Psychiatric Association, Clinical Professor of Psychiatry (hon.), UCLA School of Medicine, USA
Niarchos Panos, Professor (ret.), Indiana University, USA
Nikolaidis Tasos, Professor Emeritus, University of Crete, Greece
Nikitaras Nikitas, Associate Professor, School of Physical Education and Sports Science, National and Kapodistrian University of Athens, Greece
Noutsis Konstantine, Dermatologist, Vice President, AHEPA Chapter of Athens, Greece
Ntapalis Andrew H., Adjunct Professor of Modern Greek, Dept. of Classics, University of New Hampshire, USA
Oikonomou Alexandra, Associate Professor, National and Kapodistrian University of Athens, Greece
Okos Anthony, MD, Seattle, WA, USA
Panoskaltsis Vassilis P., Professor, Dept. of Civil Engineering, School of Engineering, Demokritus University of Thrace, Greece
Papadopoulos Dimitrios P., Professor Emeritus, Democritus University of Thrace, Greece
Papadopoulos Kyriakos, Professor of Chemical and Biomolecular Engineering, Tulane University, New Orleans, USA
Papadopoulos Nikolaos Th., MD PhD, FEBO, Professor Emeritus, Medical School, Aristotle University of Thessaloniki, Greece
Papagaryfallou Panagiotis, Professor (ret.), Panteion University, Greece
Papagiannis Grigorios, Associate Professor of Byzantine Philology, Democritus University of Thrace, Greece
Papakostas Stephanos, MBA formerly professor of Business Administration, Southeastern College, Deree College, Athens, Greece
Papamarinopoulos Stavros P., University of Patras, Greece
Papathanasiou Maria K., Professor Emeritus, Dept. of Mathematics, National and Kapodistrian University of Athens, Greece
Patitsas Tom A., Professor Emeritus of Physics, Laurentian University, Sudbury, CA, USA
Pelekanos Nikos, Professor, University of Crete, Greece
Pelidou Sygkliti-Henrietta, Assistant Professor in Neurology, Dept. of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, Greece
Perdikatsis Vassilis, PhD, Professor Emeritus, Dept. of Mineral Resources Engineering, Technical University of Crete Greece
Persephonis Peter, Professor Emeritus, Dept. of Physics, University of Patras, Patras, Greece
Polymerakis Fotis, Assistant Professor, Dept of Philology, University of Ioannina, Ioannina, Greece
Poularikas Alexander, Professor Emeritus, University of Alabama, USA
Rantsios Apostolos T., PhD, DipECVPH, FHVA Past President and Honorary member, WVA, Greece
Rigos Evangelos, Master Mariner, Pace University, BBA, NY., Greece
Righos George N, Order of AHEPA, Past District Governor, 5th District, Wilmington, Delaware, USA
Rocha Rhoda S., (ret.) Professor, Baltimore County Community College, Baltimore, Maryland, USA
Rouman John C., Professor Emeritus, Classics University of New Hampshire, USA
Shiakolas Panos S., Professor, The University of Texas at Arlington, Arlington, TX, USA
Sideris Kostas K., Associate Professor, Dept. of Civil Engineering, Democritus University of Thrace, Greece
Simeonidis Ioannis, Economist, PhD in Economics/Marketing, fmr Director of Public Sector Division in Agricultural Bank of Greece, fmr Professor in Dept of Management, Athens University of Applied Sciences AEI/TEI, Greece
Sinis Martha, Docent, Baltimore, Maryland, USA
Spathopoulos Theodoros, Ing., fmr Director of Studies, Research & Development, Hellenic Aerospace Industry, Greece
Stamboliadis Elias, Professor, Technical University of Crete, Greece
Stavropoulos Georgios, MD, Cytopathologist, Professor, Technological Institute of Athens, Greece
Tatsios Georgios, Pharmacist, Msc in Industrial Pharmacy, Biostatistics, Health Management, President of Panhellenic Macedonian Cultural Club Association, Greece
Tomazos Ilias, Professor-Director of Hellenic Society PAIDEIA, University of Connecticut, USA
Triantafillou Georgia, PhD, Temple University, Philadelphia, PA, USA
Tsakiridis Haralambos E., ΥποστράτηγοςΥγειονομικού, Ιατρός (military surgeon), Greece
Tzafettas Ioannis, PhD, FRCOG Professor, Medical School, Aristotle University of Thessaloniki, President of Hellenic Representative Committee of the Royal College of Obstetricians and Gynaecologists, Greece
Tzamouzakis Fragiskos, fmr Researcher A, Centre of Planning and Economic Research, Greece
Tsatsanifos Christos, PhD, Civil Engineer, Qatar
Tsolaki Magdalini, Professor of Neurology, Aristotle University of Thessaloniki, Greece, Chair of Greek Federation of Alzheimer’s Disease, Greece
Vallianatos Evaggelos, PhD, Historian, Environmental Strategist, contributor to the Huffington Post, USA
Vardoulakis Antonios Ioannis, Professor Emeritus, Dept. of Mathematics, Aristotle University of Thessaloniki, Thessaliniki, Greece
Vassileiadis Charalambos, Professor, Dept. of Music Studies, Ionian University, Greece
Vassileiadis Damianos, Teacher, Author, Greece
Vlachos Dimitrios, Dept. of Physics, University of Ioannina, Ioannina, Greece
Voudrias Evangelos A., Professor, Democritus University of Thrace, Greece
Vretakou Vasileia PhD, Technical University of Berlin, Germany
Wright Olga K., Vice President of Hellenic Society PAIDEIA, University of Connecticut, USA
Yiacoumettis Andreas, Professor, President of European Society of Plastic, Reconstructive & Aesthetic Surgery (ESPRAS), Greece
Yfantis Evangelos A., PhD, Professor of Computer Science and Aerodynamics, UNLV, USA
Ypsilanti Maria, Assistant Professor of Ancient Greek Literature, Dept. of Classical Studies and Philosophy, University of Cyprus, Cyprus
Zagris Nikolas, Professor, University of Patras, Greece
Zervas Yannis, Associate Professor, Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Greece
David Barsamian: You have spoken about the difference between Trump’s buffoonery, which gets endlessly covered by the media, and the actual policies he is striving to enact, which receive less attention. Do you think he has any coherent economic, political, or international policy goals? What has Trump actually managed to accomplish in his first months in office?
Noam Chomsky: There is a diversionary process under way, perhaps just a natural result of the propensities of the figure at center stage and those doing the work behind the curtains.
At one level, Trump’s antics ensure that attention is focused on him, and it makes little difference how. Who even remembers the charge that millions of illegal immigrants voted for Clinton, depriving the pathetic little man of his Grand Victory? Or the accusation that Obama had wiretapped Trump Tower? The claims themselves don’t really matter. It’s enough that attention is diverted from what is happening in the background. There, out of the spotlight, the most savage fringe of the Republican Party is carefully advancing policies designed to enrich their true constituency: the Constituency of private power and wealth, “the masters of mankind,” to borrow Adam Smith’s phrase.
These policies will harm the irrelevant general population and devastate future generations, but that’s of little concern to the Republicans. They’ve been trying to push through similarly destructive legislation for years. Paul Ryan, for example, has long been advertising his ideal of virtually eliminating the federal government, apart from service to the Constituency—though in the past he’s wrapped his proposals in spreadsheets so they would look wonkish to commentators. Now, while attention is focused on Trump’s latest mad doings, the Ryan gang and the executive branch are ramming through legislation and orders that undermine workers’ rights, cripple consumer protections, and severely harm rural communities. They seek to devastate health programs, revoking the taxes that pay for them in order to further enrich their constituency, and to eviscerate the Dodd-Frank Act, which imposed some much-needed constraints on the predatory financial system that grew during the neoliberal period.
That’s just a sample of how the wrecking ball is being wielded by the newly empowered Republican Party. Indeed, it is no longer a political party in the traditional sense. Conservative political analysts Thomas Mann and Norman Ornstein have described it more accurately as a “radical insurgency,” one that has abandoned normal parliamentary politics.
Much of this is being carried out stealthily, in closed sessions, with as little public notice as possible. Other Republican policies are more open, such as pulling out of the Paris climate agreement, thereby isolating the US as a pariah state that refuses to participate in international efforts to confront looming environmental disaster. Even worse, they are intent on maximizing the use of fossil fuels, including the most dangerous; dismantling regulations; and sharply cutting back on research and development of alternative energy sources, which will soon be necessary for decent survival.
The reasons behind the policies are a mix. Some are simply service to the Constituency. Others are of little concern to the “masters of mankind” but are designed to hold on to segments of the voting bloc that the Republicans have cobbled together, since Republican policies have shifted so far to the right that their actual proposals would not attract voters. For example, terminating support for family planning is not service to the Constituency. Indeed, that group may mostly support family planning. But terminating that support appeals to the evangelical Christian base—voters who close their eyes to the fact that they are effectively advocating more unwanted pregnancies and, therefore, increasing the frequency of resort to abortion, under harmful and even lethal conditions.
Not all of the damage can be blamed on the con man who is nominally in charge, on his outlandish appointments, or on the congressional forces he has unleashed. Some of the most dangerous developments under Trump trace back to Obama initiatives—initiatives passed, to be sure, under pressure from the Republican Congress.
The most dangerous of these has barely been reported. A very important study in the Bulletin of the Atomic Scientists, published in March 2017, reveals that the Obama nuclear-weapons-modernization program has increased “the overall killing power of existing US ballistic missile forces by a factor of roughly three—and it creates exactly what one would expect to see, if a nuclear-armed state were planning to have the capacity to fight and win a nuclear war by disarming enemies with a surprise first strike.” As the analysts point out, this new capacity undermines the strategic stability on which human survival depends. And the chilling record of near disaster and reckless behavior of leaders in past years only shows how fragile our survival is. Now this program is being carried forward under Trump. These developments, along with the threat of environmental disaster, cast a dark shadow over everything else—and are barely discussed, while attention is claimed by the performances of the showman at center stage.
Whether Trump has any idea what he and his henchmen are up to is not clear. Perhaps he is completely authentic: an ignorant, thin-skinned megalomaniac whose only ideology is himself. But what is happening under the rule of the extremist wing of the Republican organization is all too plain.
DB: Do you see any encouraging activity on the Democrats’ side? Or is it time to begin thinking about a third party?
NC: There is a lot to think about. The most remarkable feature of the 2016 election was the Bernie Sanders campaign, which broke the pattern set by over a century of US political history. A substantial body of political science research convincingly establishes that elections are pretty much bought; campaign funding alone is a remarkably good predictor of electability, for Congress as well as for the presidency. It also predicts the decisions of elected officials. Correspondingly, a considerable majority of the electorate—those lower on the income scale—are effectively disenfranchised, in that their representatives disregard their preferences. In this light, there is little surprise in the victory of a billionaire TV star with substantial media backing: direct backing from the leading cable channel, Rupert Murdoch’s Fox, and from highly influential right-wing talk radio; indirect but lavish backing from the rest of the major media, which was entranced by Trump’s antics and the advertising revenue that poured in.
The Sanders campaign, on the other hand, broke sharply from the prevailing model. Sanders was barely known. He had virtually no support from the main funding sources, was ignored or derided by the media, and labeled himself with the scare word “socialist.” Yet he is now the most popularpolitical figure in the country by a large margin.
At the very least, the success of the Sanders campaign shows that many options can be pursued even within the stultifying two-party framework, with all of the institutional barriers to breaking free of it. During the Obama years, the Democratic Party disintegrated at the local and state levels. The party had largely abandoned the working class years earlier, even more so with Clinton trade and fiscal policies that undermined US manufacturing and the fairly stable employment it provided.
There is no dearth of progressive policy proposals. The program developed by Robert Pollin in his book Greening the Global Economy is one very promising approach. Gar Alperovitz’s work on building an authentic democracy based on worker self-management is another. Practical implementations of these approaches and related ideas are taking shape in many different ways. Popular organizations, some of them outgrowths of the Sanders campaign, are actively engaged in taking advantage of the many opportunities that are available.
At the same time, the established two-party framework, though venerable, is by no means graven in stone. It’s no secret that in recent years, traditional political institutions have been declining in the industrial democracies, under the impact of what is called “populism.” That term is used rather loosely to refer to the wave of discontent, anger, and contempt for institutions that has accompanied the neoliberal assault of the past generation, which led to stagnation for the majority alongside a spectacular concentration of wealth in the hands of a few.
Functioning democracy erodes as a natural effect of the concentration of economic power, which translates at once to political power by familiar means, but also for deeper and more principled reasons. The doctrinal pretense is that the transfer of decision-making from the public sector to the “market” contributes to individual freedom, but the reality is different. The transfer is from public institutions, in which voters have some say, insofar as democracy is functioning, to private tyrannies—the corporations that dominate the economy—in which voters have no say at all. In Europe, there is an even more direct method of undermining the threat of democracy: placing crucial decisions in the hands of the unelected troika—the International Monetary Fund, the European Central Bank, and the European Commission—which heeds the northern banks and the creditor community, not the voting population.
These policies are dedicated to making sure that society no longer exists, Margaret Thatcher’s famous description of the world she perceived—or, more accurately, hoped to create: one where there is no society, only individuals. This was Thatcher’s unwitting paraphrase of Marx’s bitter condemnation of repression in France, which left society as a “sack of potatoes,” an amorphous mass that cannot function. In the contemporary case, the tyrant is not an autocratic ruler—in the West, at least—but concentrations of private power.
The collapse of centrist governing institutions has been evident in elections: in France in mid-2017 and in the United States a few months earlier, where the two candidates who mobilized popular forces were Sanders and Trump—though Trump wasted no time in demonstrating the fraudulence of his “populism” by quickly ensuring that the harshest elements of the old establishment would be firmly ensconced in power in the luxuriating “swamp.”
These processes might lead to a breakdown of the rigid American system of one-party business rule with two competing factions, with varying voting blocs over time. They might provide an opportunity for a genuine “people’s party” to emerge, a party where the voting bloc is the actual constituency, and the guiding values merit respect.
DB: Trump’s first foreign trip was to Saudi Arabia. What significance do you see in that, and what does it mean for broader Middle East policies? And what do you make of Trump’s animus toward Iran?
NC: Saudi Arabia is the kind of place where Trump feels right at home: a brutal dictatorship, miserably repressive (notoriously so for women’s rights, but in many other areas as well), the leading producer of oil (now being overtaken by the United States), and with plenty of money. The trip produced promises of massive weapons sales—greatly cheering the Constituency—and vague intimations of other Saudi gifts. One of the consequences was that Trump’s Saudi friends were given a green light to escalate their disgraceful atrocities in Yemen and to discipline Qatar, which has been a shade too independent of the Saudi masters. Iran is a factor there. Qatar shares a natural gas field with Iran and has commercial and cultural relations with it, frowned upon by the Saudis and their deeply reactionary associates.
Iran has long been regarded by US leaders, and by US media commentary, as extraordinarily dangerous, perhaps the most dangerous country on the planet. This goes back to well before Trump. In the doctrinal system, Iran is a dual menace: It is the leading supporter of terrorism, and its nuclear programs pose an existential threat to Israel, if not the whole world. It is so dangerous that Obama had to install an advanced air defense system near the Russian border to protect Europe from Iranian nuclear weapons—which don’t exist, and which, in any case, Iranian leaders would use only if possessed by a desire to be instantly incinerated in return.
That’s the doctrinal system. In the real world, Iranian support for terrorism translates to support for Hezbollah, whose major crime is that it is the sole deterrent to yet another destructive Israeli invasion of Lebanon, and for Hamas, which won a free election in the Gaza Strip—a crime that instantly elicited harsh sanctions and led the US government to prepare a military coup. Both organizations, it is true, can be charged with terrorist acts, though not anywhere near the amount of terrorism that stems from Saudi Arabia’s involvement in the formation and actions of jihadi networks.
As for Iran’s nuclear-weapons programs, US intelligence has confirmed what anyone can easily figure out for themselves: If they exist, they are part of Iran’s deterrent strategy. There is also the unmentionable fact that any concern about Iranian weapons of mass destruction (WMDs) could be alleviated by the simple means of heeding Iran’s call to establish a WMD-free zone in the Middle East. Such a zone is strongly supported by the Arab states and most of the rest of the world and is blocked primarily by the United States, which wishes to protect Israel’s WMD capabilities.
Since the doctrinal system falls apart on inspection, we are left with the task of finding the true reasons for US animus toward Iran. Possibilities readily come to mind. The United States and Israel cannot tolerate an independent force in a region that they take to be theirs by right. An Iran with a nuclear deterrent is unacceptable to rogue states that want to rampage however they wish throughout the Middle East. But there is more to it than that. Iran cannot be forgiven for overthrowing the dictator installed by Washington in a military coup in 1953, a coup that destroyed Iran’s parliamentary regime and its unconscionable belief that Iran might have some claim on its own natural resources. The world is too complex for any simple description, but this seems to me the core of the tale.
It also wouldn’t hurt to recall that in the past six decades, scarcely a day has passed when Washington was not tormenting Iranians. After the 1953 military coup came US support for a dictator described by Amnesty International as a leading violator of fundamental human rights. Immediately after his overthrow came the US-backed invasion of Iran by Saddam Hussein, no small matter. Hundreds of thousands of Iranians were killed, many by chemical weapons. Reagan’s support for his friend Saddam was so extreme that when Iraq attacked a US ship, the USS Stark, killing 37 American sailors, it received only a light tap on the wrist in response. Reagan also sought to blame Iran for Saddam’s horrendous chemical warfare attacks on Iraqi Kurds.
Eventually, the United States intervened directly in the Iran-Iraq War, leading to Iran’s bitter capitulation. Afterward, George H.W. Bush invited Iraqi nuclear engineers to the United States for advanced training in nuclear-weapons production—an extraordinary threat to Iran, quite apart from its other implications. And, of course, Washington has been the driving force behind harsh sanctions against Iran that continue to the present day.
Trump, for his part, has joined the harshest and most repressive dictators in shouting imprecations at Iran. As it happens, Iran held an election during his Middle East travel extravaganza—an election which, however flawed, would be unthinkable in the land of his Saudi hosts, who also happen to be the source of the radical Islamism that is poisoning the region. But US animus against Iran goes far beyond Trump himself. It includes those regarded as the “adults” in the Trump administration, like James “Mad Dog” Mattis, the secretary of defense. And it stretches a long way into the past.
DB: What are the strategic issues where Korea is concerned? Can anything be done to defuse the growing conflict?
NC: Korea has been a festering problem since the end of World War II, when the hopes of Koreans for unification of the peninsula were blocked by the intervention of the great powers, the United States bearing primary responsibility.
The North Korean dictatorship may well win the prize for brutality and repression, but it is seeking and to some extent carrying out economic development, despite the overwhelming burden of a huge military system. That system includes, of course, a growing arsenal of nuclear weapons and missiles, which pose a threat to the region and, in the longer term, to countries beyond—but its function is to be a deterrent, one that the North Korean regime is unlikely to abandon as long as it remains under threat of destruction.
Today, we are instructed that the great challenge faced by the world is how to compel North Korea to freeze these nuclear and missile programs. Perhaps we should resort to more sanctions, cyberwar, intimidation; to the deployment of the Terminal High Altitude Area Defense (THAAD) anti-missile system, which China regards as a serious threat to its own interests; perhaps even to direct attack on North Korea—which, it is understood, would elicit retaliation by massed artillery, devastating Seoul and much of South Korea even without the use of nuclear weapons.
But there is another option, one that seems to be ignored: We could simply accept North Korea’s offer to do what we are demanding. China and North Korea have already proposed that North Korea freeze its nuclear and missile programs. The proposal, though, was rejected at once by Washington, just as it had been two years earlier, because it includes a quid pro quo: It calls on the United States to halt its threatening military exercises on North Korea’s borders, including simulated nuclear-bombing attacks by B-52s.
The Chinese-North Korean proposal is hardly unreasonable. North Koreans remember well that their country was literally flattened by US bombing, and many may recall how US forces bombed major dams when there were no other targets left. There were gleeful reports in American military publications about the exciting spectacle of a huge flood of water wiping out the rice crops on which “the Asian” depends for survival. They are very much worth reading, a useful part of historical memory.
The offer to freeze North Korea’s nuclear and missile programs in return for an end to highly provocative actions on North Korea’s border could be the basis for more far-reaching negotiations, which could radically reduce the nuclear threat and perhaps even bring the North Korea crisis to an end. Contrary to much inflamed commentary, there are good reasons to think such negotiations might succeed. Yet even though the North Korean programs are constantly described as perhaps the greatest threat we face, the Chinese-North Korean proposal is unacceptable to Washington, and is rejected by US commentators with impressive unanimity. This is another entry in the shameful and depressing record of near-reflexive preference for force when peaceful options may well be available.
The 2017 South Korean elections may offer a ray of hope. Newly elected President Moon Jae-in seems intent on reversing the harsh confrontationist policies of his predecessor. He has called for exploring diplomatic options and taking steps toward reconciliation, which is surely an improvement over the angry fist-waving that might lead to real disaster.
DB: You have in the past expressed concern about the European Union. What do you think will happen as Europe becomes less tied to the US and the UK?
NC: The EU has fundamental problems, notably the single currency with no political union. It also has many positive features. There are some sensible ideas aimed at saving what is good and improving what is harmful. Yanis Varoufakis’s DiEM25 initiative for a democratic Europe is a promising approach.
The UK has often been a US surrogate in European politics. Brexit might encourage Europe to take a more independent role in world affairs, a course that might be accelerated by Trump policies that increasingly isolate us from the world. While he is shouting loudly and waving an enormous stick, China could take the lead on global energy policies while extending its influence to the west and, ultimately, to Europe, based on the Shanghai Cooperation Organization and the New Silk Road.
That Europe might become an independent “third force” has been a matter of concern to US planners since World War II. There have long been discussions of something like a Gaullist conception of Europe from the Atlantic to the Urals or, in more recent years, Gorbachev’s vision of a common Europe from Brussels to Vladivostok.
Whatever happens, Germany is sure to retain a dominant role in European affairs. It is rather startling to hear a conservative German chancellor, Angela Merkel, lecturing her US counterpart on human rights, and taking the lead, at least for a time, in confronting the refugee issue, Europe’s deep moral crisis. On the other hand, Germany’s insistence on austerity and paranoia about inflation and its policy of promoting exports by limiting domestic consumption have no slight responsibility for Europe’s economic distress, particularly the dire situation of the peripheral economies. In the best case, however, which is not beyond imagination, Germany could influence Europe to become a generally positive force in world affairs.
DB: What do you make of the conflict between the Trump administration and the US intelligence communities? Do you believe in the “deep state”?
NC: There is a national-security bureaucracy that has persisted since World War II. And national-security analysts, in and out of government, have been appalled by many of Trump’s wild forays. Their concerns are shared by the highly credible experts who set the Doomsday Clock, advanced to two and a half minutes to midnight as soon as Trump took office—the closest it has been to terminal disaster since 1953, when the US and USSR exploded thermonuclear weapons. But I see little sign that it goes beyond that, that there is any secret “deep state” conspiracy.
DB: To conclude, as we look forward to your 89th birthday, I wonder: Do you have a theory of longevity?
NC: Yes, it’s simple, really. If you’re riding a bicycle and you don’t want to fall off, you have to keep going—fast.
We are quickly approaching the day when people diagnosed with hypertension can kiss goodbye to all their expensive ace inhibitors, calcium-channel blockers, beta-blockers, and other blood pressure medications. This is thanks to a breakthrough found deep in the Amazonian rainforest , that is going to change everything we thought we knew about how to treat high blood pressure…
No more having to visit your doctor for test after test, or having to swallow another expensive and toxic blood pressure pill ever again. Would you be willing to try a “Delicious Natural Diet” that could solve the problem of hypertension naturally in as quickly as 17 days?
Mr.David Riley, in a brave (and lucky) attempt to save him self from from 12 years of blood pressure medication and repeated mini strokes, discovered an hidden research about isolated Amazonian tribe (known as the Yanomamo Indians). The tribe has 0 cases of hypertension. Against all odds he was able to track one of the doctors who conducted the research but was keeping low profile ever since to keep his family safe. With the help of the Doctor, David received the original research findings including the exact recipes and meals that helps treat hypertension using the exact same ingredients the tribe has been consuming for decades.
After following the research, David’s systolic and diastolic blood pressure readings went from a frightening 220 over 140 down to healthy 113 over 71 by day 17 and it’s stayed at a healthy level ever since.
This simple home remedy succeeded in just 17 days where medication had failed for 12 years and best of all it has been scientifically proven to lower blood pressure in clinical trials.
By now you’re probably wondering why you’ve never heard of this method. The answer is pretty simple; Big Pharma. The pharmaceutical industry has gone to great lengths to keep this information suppressed. The hypertension “market” is worth billions of dollars in expensive prescription pills. Pharmaceutical companies make more money when you’re sick, which is why they aren’t in a hurry to let a natural treatment like this get out there.
Hypertension medicine makers are hardly about to step aside and lose out on the tens of billions of dollars it’s expected they will bring in every year. David believe that keeping people in the dark about safe alternative treatment options is unfair.
Even though Mr Riley is taking a risk by standing against the Big Pharma he went ahead and created this presentation to let everyone around the world the option to make the change and free themselves.
There has been quite a shocking response to the presentation, which has been shared and seen by hypertension communities thanks to the power of the internet.
Some viewers are outraged over the information being suppressed and hidden, while others are just happy to find out that their lives will no longer revolve around pills and hospitals.
David is keen to stress that everyone can follow this method. He says that you would be surprised how powerful these ingredients when consumed at the right time and dosage each day.
Of course, viewers must exercise common sense. You should only discontinue a medicine with a doctor’s supervision. This video could be pulled down any moment, so make sure you click on it and watch all of it if it’s still up for you.