Αρχική Blog Σελίδα 3025

Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι λύση που στηρίζεται στον εθνικό και γεωγραφικό διαχωρισμό: Μία αιρετική εισήγηση…

0

spexar-anastasiadhs-aida-akintzi02-750x506Του Σταύρου Λυγερού

File Photo: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης και ο κατοχικός ηγέτης Μουστφά Ακιντζί με τον Ειδικό Σύμβουλο του ΓΓ του ΟΗΕ για την Κύπρο, Έσπεν Μπαρθ `Ειντε και την Ειδική Αντιπρόσωπο του ΓΓ του ΟΗΕ στην Κύπρο, Ελίζαμπεθ Σπέχαρ. Μοντ Πελεράν της Ελβετίας, 20 Νοεμβρίου 2016. ΚΥΠΕ, ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Δώδεκα και πλέον χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, είμαστε στην τελική ευθεία για την επιβολή λύσης τύπου Ανάν! Η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη. Το 2004 η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχασε τη χρυσή ευκαιρία να αξιοποιήσει το συντριπτικό “όχι” για να δρομολογήσει μία αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση. Αυτό σημαίνει απεγκλωβισμό από τα στερεότυπα 40 ετών, τα οποία συντηρούν αυταπάτες. Σημαίνει ειδικά εγκατάλειψη του στερεοτύπου που φέρει τον τίτλο “δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία”.

Η δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία θα μπορούσε θεωρητικά να είναι λύση. Κάτω από αυτό τον τίτλο, όμως, έχει τις τελευταίες δεκαετίες συσσωρευθεί ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο, το οποίο με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε λύση τύπου Ανάν. Αυτή η λύση στηρίζεται στον εθνικό-γεωγραφικό διαχωρισμό και προβλέπει μια ιδιότυπη και μη βιώσιμη συνομοσπονδία, διανθισμένη με ομοσπονδιακά στοιχεία, κυρίως σε πτυχές που συμφέρουν την τουρκική πλευρά.

Αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση σημαίνει αναστοχασμό για το περιεχόμενο της λύσης. Προϋπόθεση για να αλλάξει το πλαίσιο αναζήτησης λύσης είναι να ανοίξει η συζήτηση προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς ταμπού και εξ υπαρχής απορριπτέες λύσεις. Προφανώς, στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, με τα τετελεσμένα που έχει δημιουργήσει η μακρόχρονη κατοχή και με τη στάση που έχει υιοθετήσει η Δύση (και συνολικότερα η διεθνής κοινότητα) για το Κυπριακό, δεν είναι ρεαλιστική λύση που να ανταποκρίνεται στους εθνικούς πόθους του Ελληνισμού.

Οι πραγματικές επιλογές είναι και περιορισμένες και εθνικά επώδυνες. Οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονται υπό τη διαρκή πίεση και απειλή των κατοχικών στρατευμάτων, αρκετά μακριά από την Ελλάδα, η οποία, για τους γνωστούς λόγους, είναι στα γόνατα. Οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονται στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, σε μια γεωπολιτικά ασταθή περιοχή, όπου τα σύνορα ρευστοποιούνται και ήδη έχουν δρομολογηθεί τεκτονικές αλλαγές. Το σημαντικότερο είναι, όμως, ότι η πολυετής κατοχή έχει δημιουργήσει πολλαπλά τετελεσμένα στη βόρειο Κύπρο. Τα κυριότερα εξ αυτών είναι η μαζική εγκατάσταση Τούρκων εποίκων και η εδραίωση τουρκοκυπριακής κρατικής δομής.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το ζητούμενο πρέπει να είναι η με ορθολογικό τρόπο ανεύρεση της συγκριτικά καλύτερης δυνατής λύσης, ώστε ο κυπριακός Ελληνισμός να επιβιώσει και να αναπτυχθεί στις πατρογονικές εστίες του. Ρεαλιστική πρόταση για λύση δεν είναι, βεβαίως, η πρόταση που γίνεται αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Είναι η πρόταση που μπορεί να βρει ανταπόκριση και να αποκτήσει ερείσματα στη διεθνή κοινότητα.

Δεδομένου ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. κατέβασε οριστικά το Κυπριακό από το ράφι, μεσοπρόθεσμα δεν υφίσταται η επιλογή “παράταση του σημερινού status quo με την ελπίδα ότι στο μέλλον μπορεί να έλθουν καλύτεροι καιροί”. Το πραγματικό δίλημμα που τουλάχιστον από το 2004 τίθεται στους Ελληνοκυπρίους είναι “ή λύση τύπου Ανάν, ή αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση”.

Η ατταβιστική εμμονή της Λευκωσίας στη “δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία” (με το περιεχόμενο που αυτός ο τίτλος έχει αποκτήσει) ισοδυναμεί με εμμονή σε λύση τύπου Ανάν, δηλαδή στη λύση που απέρριψαν με 76% οι Ελληνοκύπριοι. Αυτό δεν είναι καθόλου πρόβλημα γαι τους κάθε λογής “ανανικούς”. Είναι, όμως, πρόβλημα για όλους όσους πιστεύουν ότι μία τέτοια λύση θα υποθηκεύσει την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού. Χωρίς αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση, οι “απορριπτικοί” το καλύτερο που μπορούν να επιτύχουν είναι να καθυστερήσουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν καταστροφικό. Η ιστορία μας διδάσκει πως όποιος δεν καταθέτει ρεαλιστική πρόταση είναι καταδικασμένος σε ήττα. Στην εξωτερική πολιτική η άμυνα είναι απαραίτητη, αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετή από μόνη της.

Στην περίπτωση του Κυπριακού, όσο δεν πέφτει στο τραπέζι μία εναλλακτική στρατηγική, οι διαπραγματεύσεις θα διεξάγονται στο γνωστό πλαίσιο και με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγούν σε σχέδια τύπου Ανάν. Η περιόδος που μεσολάβησε από το δημοψήφισμα το αποδεικνύει περίτρανα. Δώδεκα χρόνια μετά, ο κυπριακός Ελληνισμός θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα σχέδιο τύπου Ανάν. Αυτή τη φορά, μάλιστα, το “όχι” θα ειπωθεί πιο δύσκολα.

  • Πρώτον, επειδή οι Ελληνοκύπριοι έχουν τραυματιστεί από την οικονομική κρίση και η αυτοπεποίθησή τους έχει κλονιστεί.
  • Δεύτερον, επειδή “τερματοφύλακας” δεν είναι ένας Τάσσος Παπαδόπουλος, αλλά ο Αναστασιάδης, ο οποίος το 2004 είχε φανατικά υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν.
  • Τρίτον, επειδή οι δυτικές πιέσεις θα είναι ακόμα πιο ασφυκτικές, επειδή στις γεωπολιτικές σκοπιμότητες έχουν προστεθεί και ενεργειακού χαρακτήρα σκοπιμότητες.

Έχοντας συνείδηση αυτής της πραγματικότητας, με επανειλημμένα άρθρα μου από το 2004 έκρουα τον κώδωνα του κινδύνου και ζητούσα αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση. Υποστήριζα ότι η Λευκωσία μπορούσε να επικαλεστεί την τουρκική αδιαλλαξία, να υπενθυμίσει το συντριπτικό “όχι” του 2004 και να οχυρωθεί πίσω από τη θέση ότι οι Ελληνοκύπριοι θα απορρίψουν και πάλι ένα σχέδιο τύπου Ανάν.

Η προοπτική μιας νέας απόρριψης και ενός νέου αδιεξόδου θα ήταν λόγος οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι να ακούσουν και εναλλακτικές προτάσεις. Δυστυχώς, ούτε ο Παπαδόπουλος, ούτε ο Χριστόφιας και βεβαίως ούτε ο Αναστασιάδης κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να βρισκόμαστε εδώ που βρισκόμαστε.

Η αναθεώρηση στρατηγικής είναι διαδικασία. Προϋποθέτει, δηλαδή, την κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων ως προς τα σχέδια τύπου Ανάν που καμουφλάρονται πίσω από τον όρο “δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία”. Ως δημοσιογράφος δεν είχα την υποχρέωση να καταθέσω πρόταση. Θεώρησα, όμως, ότι όφειλα να το κάνω, επειδή εάν έμενα μόνο στην ανάγκη αναθεώρησης στρατηγικής από μηδενική βάση θα έμενα στο επίπεδο της διαδικασίας. Ο λόγος μου θα ήταν δεοντολογικός και όχι ουσιαστικός.

Από το 2004 έχω επανειλημμένως γράψει σε άρθρα μου για το “βελούδινο ημιδιαζύγιο”. Την πρότασή μου ανέπτυξα αναλυτικά στο βιβλίο μου “Κυπριακό: Η αιρετική λύση” που κυκλοφόρησε το 2014 (εκδόσεις Πατάκη). Ο όρος “βελούδινο ημιδιαζύγιο” περιγράφει με ακρίβεια το περιεχόμενο της πρότασης. Βελούδινο, λοιπόν, επειδή η πρόταση προσπαθεί να παντρέψει τα βασικά “θέλω” Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Και ημιδιαζύγιο επειδή, ενώ προβλέπει τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κυπριακών κρατών στη λογική “έδαφος έναντι αναγνώρισης”, δεν σταματάει εκεί. Ταυτοχρόνως τα υποχρεώνει θεσμικά όχι μόνο να συνεργάζονται στενά, αλλά και να διατηρούν μεταξύ τους μια πολλαπλή ισορροπία. Προβλέπεται, άλλωστε, η συμμετοχή και των δύο στην Ε.Ε. με κοινό καπέλο.

Η πρόταση για “βελούδινο ημιδιαζύγιο” επινοήθηκε με σκοπό να εκδιώξει την Τουρκία από την Κύπρο. Για να το επιτύχει, ικανοποιεί τα βασικά “θέλω” της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Προφανώς, οι Τούρκοι θα επιχειρούσαν να το τορπιλίσουν εάν ποτέ προτεινόταν από τη Λευκωσία. Θα είχαν, όμως, υψηλό πολιτικό κόστος εάν το απέρριπταν, επειδή ακυρώνει και τα δύο επιχειρήματά τους: Το “βελούδινο ημιδιαζύγιο” αφενός προβλέπει δύο κράτη, αφετέρου διαμορφώνει συνθήκες ασφάλειας για τους Τουρκοκύπριους. Στόχος του είναι να απομακρύνει το μικρό τουρκοκυπριακό κράτος από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας, βάζοντάς το να χορέψει σε ευρωπαϊκούς ρυθμούς. Είναι ποιοτικά διαφορετικό οι Ελληνοκύπριοι να έχουν δίπλα τους ένα τέτοιο κράτος, στο οποίο θα ισχύει απολύτως το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αντί να έχουν τα τουρκικά στρατεύματα και εμμέσως πλην σαφώς την Τουρκία.

Με απογοητεύει όταν ακούω ακόμα και καλοπροαίρετους να ταυτίζουν την πρόταση για “βελούδινο ημιδιαζύγιο” με την πρόταση για λύση του Κυπριακού με την αναγνώριση δύο κρατών. Αν πίστευα στη λύση των δύο κρατών δεν θα χρειαζόταν να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Η πρότασή μου, λοιπόν, κατατέθηκε ως προσωπική συμβολή στη ζωτικά αναγκαία διαδικασία αναθεώρησης στρατηγικής από μηδενική βάση. Δεδηλωμένος σκοπός μου ήταν να συμβάλω στο άνοιγμα ενός άλλου δρόμου. Θα ήμουνα ευτυχής εάν στο πλαίσιο ενός τέτοιου εθνικού αναστοχασμού άκουγα άλλη ρεαλιστική πρόταση που να υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων με καλύτερο τρόπο από το “βελούδινο ημιδιαζύγιο”.

Όσον αφορά την πρότασή μου, άλλωστε, δεν είχα ούτε στιγμή αυταπάτες ότι έστω θα εξετασθεί σοβαρά από τη Λευκωσία και την Αθήνα. Είχα, ωστόσο, την αμυδρή ελπίδα ότι μπορεί να συμβάλει στην έναρξη της ζωτικά αναγκαίας εθνικής συζήτησης για αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών. Ούτε αυτό, όμως, συνέβη.

Είχα συνείδηση ότι το “βελούδινο ημιδιαζύγιο” θα σοκάριζε πολλούς, επειδή παραβιάζει τα ταμπού τεσσάρων δεκαετιών. Εξ ου και ο τίτλος “Η αιρετική λύση”. Πίστευα και πιστεύω, όμως, ότι ο κυπριακός Ελληνισμός δεν έχει ούτε καλύτερη εναλλακτική λύση (που να έχει κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο), ούτε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Γι’ αυτό και εξέθεσα τον εαυτό μου σε στερεότυπες επιθέσεις όχι μόνο εκ μέρους των “ανανικών”, αλλά και εκ μέρους “απορριπτικών”.

Είναι ειρωνικό να ακούω “ανανικούς” να ξορκίζουν τη διχοτόμηση. Για να αντλήσουν λαϊκή υποστήριξη, καλλιεργούν την αυταπάτη της επανενοποίησης της Μεγαλονήσου. Στην πραγματικότητα, όμως, η λύση που προωθούν νομιμοποιεί τον έλεγχο της Άγκυρας στον Βορρά και εγγράφει τουρκικές υποθήκες στο Νότο. Με άλλα λόγια, εάν εφαρμοσθεί, όχι μόνο θα νομιμοποιήσει την υφιστάμενη διχοτόμηση, αλλά και θα καταστήσει όμηρο την ελεύθερη Κύπρο.

Οι “απορριπτικοί” δικαιούνται να αυτοπροβάλλονται ως αντίπαλοι της διχοτόμησης. Σε πρώτο επίπεδο, όμως, επειδή η χωρίς αντιπρόταση αυτάρεσκη απόρριψη λύσης τύπου Ανάν αντικειμενικά διευκολύνει όσους προωθούν τέτοια λύση. Με άλλα λόγια, η αντίφαση των “απορριπτικών” είναι ότι σε τελευταία ανάλυση παίζουν αντικειμενικά το παιχνίδι των αντιπάλων τους. Μόνο εάν αντιπαραθέσεις συγκεκριμένη ρεαλιστική πρόταση υπάρχει μία ελπίδα να σπάσει η διαπραγματευτική ομηρία στην οποία ο κυπριακός Ελληνισμός έχει περιέλθει εδώ και δεκαετίες.

Σήμερα, ωστόσο, φοβάμαι ότι και γι’ αυτό είναι αργά. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης έχει πάει πολύ μακριά. Όταν η Αθήνα αρνήθηκε να συμπράξει σε λύση που να προβλέπει κατάργηση του παρωχημένου καθεστώτος των εγγυήσεων και αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, δεν δίστασε να την παγιδεύσει. Αποδέχθηκε ημερομηνία σύγκλησης της διάσκεψης για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού, αφενός χωρίς να έχει προκύψει συμφωνία για το εδαφικό, αφετέρου χωρίς να έχει μεσολαβήσει συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Τη συνάντηση αυτή είχε θέσει ως όρο η Αθήνα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει δυνατότητα συμφωνίας στο ζήτημα των εγγυήσεων. Η συνάντηση αυτή θα πραγματοποιηθεί μάλλον τις παραμονές της διάσκεψης, αλλά έχει χάσει τον ρόλο, για τον οποίον την είχε ζητήσει η Αθήνα. Θα γίνει περισσότερο για να τηρηθούν τα προσχήματα.

Στο σημείο που έχει φέρει τα πράγματα ο πρόεδρος Αναστασιάδης, είναι εξαιρετικά δύσκολο ο κυπριακός Ελληνισμός να απεμπλακεί, χωρίς να πληρώσει υψηλό πολιτικό-διπλωματικό κόστος. Κόστος δεν είναι μόνο να φορτωθεί στην ελληνική πλευρά η ευθύνη ενός ναυαγίου, ειδικά εάν φθάσουμε σε δημοψήφισμα και οι Ελληνοκύπριοι επαναλάβουν το “όχι”.

Ο Αναστασιάδης χρησιμοποιεί την απειλή της προσάρτησης των Κατεχομένων ως μέσο πίεσης προς όσους αντιδρούν σε λύση τύπου Ανάν, αλλά ούτε και αυτός την πολυπιστεύει, επειδή η Άγκυρα τα έχει ξαναπεί στο παρελθόν. Εκτιμώ πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μπλόφα. Εάν ο Ερντογάν δεν πάρει αυτό που θέλει θα έχει μεγάλο πολιτικό πειρασμό να μεγαλώσει την εδαφική επικράτεια της Τουρκίας. Μία τέτοια κίνηση ταιριάζει απολύτως στο νεοοθωμανικό όραμά του και αναμφισβήτητα θα έχει υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Η όλη ρητορική του, άλλωστε, για τη συνθήκη της Λωζάννης και τα χαμένα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των πραγμάτων προετοιμάζει το έδαφος.

Εάν τα πράγματα φθάσουν εκεί, είναι δεδομένο ότι ο Αναστασιάδης θα επιχειρήσει να φορτώσει την ευθύνη σε όσους θα έχουν υποστηρίξει το “όχι”, εάν, βεβαίως, φθάσουμε στο δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του είναι αρνητικό. Η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, ότι την ευθύνη έχει ο ίδιος, που έκανε τα πάντα για να δημιουργήσει τετελεσμένα και να παρασύρει τους Ελληνοκύπριους σ’ έναν δρόμο που πριν 12 χρόνια είχαν απορρίψει με το συντριπτικό 76%.

http://www.apopseis.com/%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B6%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%AF/

Ο Τραμπ και οι αποφάσεις του θα κρίνουν την πορεία της διεθνούς οικονομίας το 2017

0

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

o-tramp-kai-oi-apofaseis-toy-8a-krinoyn-thumb-large

Αν ο Τραμπ προχωρήσει σε επιβολή δασμών 45% στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, θα κηρύξει ανοικτό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, σε μια στιγμή που η δεύτερη οικονομία στον κόσμο προχωράει σε μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου για να περιφρουρήσει το νόμισμά της.

Το Λονδίνο χωρίς την εμβληματική αγορά των ασφαλιστικών εταιρειών Lloyds, μια ακύρωση διεθνών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου έπειτα από παρέμβαση των ΗΠΑ και ένας ανοικτός εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη είναι τα μέρη ενός πιθανού σεναρίου για το 2017. Μπορεί να αποδειχθούν υπερβολικές οι προβλέψεις για μια τέτοια ανατροπή σκηνικού στην παγκόσμια οικονομία, αλλά γι’ αυτές τις εξελίξεις προϊδεάζουν όσα, κατά το μάλλον ή ήττον, αιφνιδιαστικά συνέβησαν το 2016.

«Η σημαντικότερη πηγή ανατροπών για την παγκόσμια οικονομία, είτε θετικών είτε αρνητικών, είναι η πολιτική που θα εφαρμοσθεί στις ΗΠΑ», σύμφωνα με την εταιρεία προβλέψεων Oxford Economics, η οποία, αναφερόμενη στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ, χαρακτήρισε εξίσου πιθανή μια ύφεση ή μια σημαντική τόνωση της αμερικανικής οικονομίας από τη στιγμή που θα αναλάβει ο Ντόναλντ Τραμπ. Και είναι όντως πιθανόν ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ να προκαλέσει ένταση στις οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη: την αμερικανική και την κινεζική. Αν προχωρήσει σε επιβολή δασμών 45% στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, θα κηρύξει ανοικτό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, σε μια στιγμή που η δεύτερη οικονομία στον κόσμο προχωράει σε μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου για να περιφρουρήσει το νόμισμά της. Αν, βέβαια, κρίνει κανείς από τις πυροσβεστικές παρεμβάσεις συμβούλων του Ντόναλντ Τραμπ, το πιθανότερο είναι να υπαναχωρήσει σε αυτή την προεκλογική του υπόσχεση προς τις αμερικανικές βιομηχανίες μεταποίησης. Ενδέχεται, όμως, να οδηγήσει σε κλιμάκωση την ένταση με το Πεκίνο, υλοποιώντας μια άλλη συμβολικής σημασίας κίνηση: Να κηρύξει την Κίνα χώρα που χειραγωγεί το νόμισμά της.

Παράλληλα, μια άλλη μείζονα εξέλιξη που κληροδότησε το 2016 στο 2017, η απόφαση των Βρετανών να αποσχισθούν από την Ε.Ε., έχει καταγραφεί μόνον ως πολιτική απόφαση και όχι ως οικονομικό γεγονός, όπως εύστοχα έχουν επισημάνει ειδικοί αναλυτές. Από τον Μάρτιο, όμως, οπότε αναμένεται άνευ άλλου απροόπτου να ενεργοποιήσει η Βρετανίδα πρωθυπουργός το άρθρο 50 για την απόσχιση από την Ε.Ε., θα αρχίσει η πραγματική διαπραγμάτευση για το Brexit. Ενδέχεται να κλονιστεί ο διεθνής ρόλος του Λονδίνου ως παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κέντρου, αν αποφασίσουν να το εγκαταλείψουν όσες τράπεζες ή επιχειρήσεις έχουν προβεί σε σχετικές προειδοποιήσεις. Η προοπτική διαγράφεται ρεαλιστική, δεδομένου ότι τουλάχιστον η εταιρεία Lloyds, ηλικίας 328 ετών, έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να μεταφέρει, μέσω θυγατρικής της, τμήμα των δραστηριοτήτων της σε άλλη χώρα-μέλος της Ε.Ε.

Μόλις τέσσερις ημέρες πριν από το τέλος του 2016, και ο τραπεζικός όμιλος Lloyds προέβη σε ανάλογη ανακοίνωση. Κάποια στελέχη του Σίτι, όπως ο Μαρκ Μπόλετ, επιμένουν ότι το Λονδίνο θα παραμείνει «το κορυφαίο χρηματοπιστωτικό κέντρο του κόσμου» ό,τι κι αν συμβεί το 2017.

Οι ΗΠΑ και η TTIP

Αν ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ υλοποιήσει την προεκλογική του δέσμευση να αναθεωρήσει τη σχέση της χώρας του με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, πιθανώς να υπονομεύσει τη λειτουργία του διεθνούς οργανισμού, δεδομένου του ειδικού βάρους της υπερδύναμης. Μπορεί, τελικά, να αποφύγει κάτι τόσο ακραίο, ώστε να αποτρέψει τυχόν παρενέργειες στις αμερικανικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών του επιχειρήσεων, σύμφωνα με αναλυτές της Deloitte. Ισως, όμως, υλοποιήσει μια άλλη προεκλογική του εξαγγελία και αναστείλει κάθε ενέργεια σχετικά με τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις. Πρόκειται για τη γνωστή ΤΤΙΡ, την ευρύτερη συμφωνία που επιχειρήθηκε ποτέ παγκοσμίως και την προωθούσαν Ουάσιγκτον και Βερολίνο, παρά τις εναντίον της αντιδράσεις σε πολλές χώρες. Την ίδια στιγμή, αν η Fed υλοποιήσει την εξαγγελία της για άλλες τρεις αυξήσεις των επιτοκίων του δολαρίου, ενδέχεται να καταφέρει νέο πλήγμα στις αναδυόμενες οικονομίες, προκαλώντας μαζικό επαναπατρισμό κεφαλαίων στις ΗΠΑ, καθώς οι επενδυτές θα προσβλέπουν σε μεγαλύτερες αποδόσεις. Ορισμένοι αναλυτές φτάνουν, άλλωστε, στο σημείο να προειδοποιήσουν ότι ένας νέος γύρος ανόδου των επιτοκίων μπορεί να αναστείλει την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας.

“Καθημερινή”

Οι προτεραιότητες της τουρκικής διπλωματίας

0

ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΛΓΙΑΣ

oi-proteraiothtes-ths-toyrkikhs-diplwmatias-thumb-large

Αυτήν τη στιγμή ο προβληματισμός του Ερντογάν, σύμφωνα με αναλυτές, αφορά τα εσωτερικά προβλήματα και τη Συρία.

Πέντε φάκελοι οι οποίοι βρίσκονται στο γραφείο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καθορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας της νέας περιόδου. Καλά ενημερωμένες πηγές, αναλύοντας για λογαριασμό της «Κ» τις τελευταίες εξελίξεις στο πεδίο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, επισημαίνουν ότι τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό δεν αποτελούν προτεραιότητα για την Αγκυρα.

Αντιθέτως, οι σημαντικές εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο της Τουρκίας και ο αντίκτυπος που αυτές έχουν στο Κουρδικό, στις σχέσεις Τουρκίας – Δύσης και στις κρίσεις της Συρίας και του Ιράκ είναι τα ζητήματα στα οποία εστιάζουν ο Τούρκος πρόεδρος και οι συνεργάτες του.

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης «ανάγνωσης», οι πηγές μας εστιάζουν στις τέσσερις σημαντικές προτεραιότητες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη νέα περίοδο ως εξής:

Νο 1: Κουρδικό

Στη νέα περίοδο, το κουρδικό ζήτημα, το οποίο απασχολεί την τουρκική πολιτική σκηνή αλλά και την κοινή γνώμη της χώρας από τις αρχές της δεκαετίας ’80, εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό των κατευθυντήριων γραμμών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.Τους τελευταίους μήνες, η τουρκική διπλωματία εστιάζει την προσοχή της στον στόχο του διαμελισμού του αναδυόμενου κουρδικού κράτους στην Συρία και στο Ιράκ. Ο συγκεκριμένος στόχος χαράζεται στο πλαίσιο της πολιτικής «καταπολέμησης» των «τρομοκρατικών οργανώσεων».

Στη Συρία, μετά την κατάληψη της πόλης Αλ Μπαπ, η Αγκυρα στρέφει την προσοχή της στο Μούμπιτς, το οποίο έχει καταληφθεί από τις κουρδικές δυνάμεις, ενώ δεν παραλείπει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου και για το μέλλον της περιοχής του Ορους Σίντζαρ στο Ιράκ. Σε αυτό τον αγώνα για την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» στο μέτωπο του κουρδικού ζητήματος, ο πρόεδρος Ερντογάν στηρίζεται στη βοήθεια και συνεργασία της Ρωσίας, ενώ την ίδια στιγμή ασκεί δριμύτατη κριτική στην Δύση και στις ΗΠΑ.

Νο 2: Επιπτώσεις της 15ης Ιουλίου

Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου βρίσκει την Τουρκία αντιμέτωπη με σαρωτικά προβλήματα σε πολλά πεδία. Το τουρκικό κράτος παρουσιάζει σημάδια διάλυσης, οι τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις διανύουν μία από τις πιο δύσκολες περιόδους τους και στο εσωτερικό της Τουρκίας επικρατεί κλίμα αγωνίας και αβεβαιότητας. Την ίδια ώρα, το κύμα των συλλήψεων και ανακρίσεων συνεχίζεται. Χιλιάδες στρατιωτικοί, γραφειοκράτες, ακαδημαϊκοί και δημόσιοι υπάλληλοι απομακρύνονται από τα καθήκοντά τους.

Από τη σκοπιά της τουρκικής κυβέρνησης, η αναχαίτιση της δυναμικής του αποτυχημένου πραξικοπήματος, η καταπολέμηση του κινήματος Γκιουλέν και η ανασυγκρότηση του τουρκικού κράτους αποτελούν τη δεύτερη προτεραιότητα της Αγκυρας και της τουρκικής διπλωματίας. Οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας μεταβάλλουν από λεπτό προς λεπτό την τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις δυτικές πρωτεύουσες. Οι «πρώην σύμμαχοι» στη Δύση κατατάσσονται πλέον στο «αντίπαλο στρατόπεδο» των δυνάμεων, δηλαδή, που έχουν υποστηρίξει το πραξικόπημα, γεγονός που ωθεί την Τουρκία στη δρομολόγηση νέων αναζητήσεων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Νο3: Η συντηρητική συμμαχία

Το τέλος του 2016 βρίσκει την Τουρκία να οδεύει με γοργούς ρυθμούς προς ένα νέο πολίτευμα, ένα προεδρικό σύστημα, το οποίο θα παρέχει ενισχυμένες αρμοδιότητες και εξουσίες στον πρόεδρο Ερντογάν. Η συγκεκριμένη εξέλιξη δρομολογείται στην Αγκυρα με βάση τη στρατηγική συμμαχία του κυβερνώντος κόμματος με το Κίνημα των Γκρίζων Λύκων.

Οι πληροφορίες της «Κ» δείχνουν ότι η συγκατάθεση των Γκρίζων Λύκων για το νέο πολίτευμα δεν έρχεται χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Οι Γκρίζοι Λύκοι απαιτούν την τήρηση αποφασιστικής γραμμής σε όλα τα εθνικά ζητήματα. Στο κουρδικό ζήτημα, το κίνημα απαιτεί τη στρατιωτική αντιμετώπιση και εξουδετέρωση του κουρδικού κινήματος. Στη Συρία και στο Ιράκ, το κίνημα συμμερίζεται το όραμα του προέδρου Ερντογάν για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό, οι Γκρίζοι Λύκοι ζητούν από τον νέο πολιτικό παρτενέρ τους την τήρηση της «εθνικής γραμμής». Ο πρόεδρος Ερντογάν από τη μεριά του φαίνεται να προσεγγίζει θετικά τις συστάσεις των Γκρίζων Λύκων.

Νο4 : Αναζήτηση νέων αγορών

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει την τελευταία περίοδο η τουρκική οικονομία κυρίως εξαιτίας των διακυμάνσεων στη διεθνή οικονομία, των πρόσφατων τρομοκρατικών χτυπημάτων και της αβεβαιότητας στο εσωτερικό και στα σύνορα της Τουρκίας, υποχρεώνουν την τουρκική διπλωματία να αλλάξει γραμμή και να ξεκινήσει την αναζήτηση νέων στρατηγικών συμμάχων και νέων αγορών όπου θα δραστηριοποιηθεί το αναδυόμενο τουρκικό κεφάλαιο.

Στην νέα περίοδο, η Αγκυρα στρέφει την προσοχή της στις αγορές της Ρωσίας, του Ιράν και της Κίνας, ενώ συνεχίζει να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική συνεργασία των αραβικών μοναρχιών. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν παραλείπει τις προειδοποιητικές βολές προς τη Δύση, ελπίζοντας ότι αυτές θα είναι αρκετές για να αλλάξουν την πολιτική γραμμή τόσο της Ουάσιγκτον όσο και των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στην Τουρκία.

“Καθημερινή”

Οι “Ανιχνεύσεις” σας εύχονται Καλή Χρονιά

8

kalhxronia-%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%b5%cf%8d%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82Καλή Χρονιά με υγεία και ευτυχία.

The New U.S. Sanctions Are Directed at Trump As Much As Russia

0
By Joshua Keating DEC. 30 2016 9:29 AM
146422114-russias-president-vladimir-putin-and-exxonmobil-jpg-crop-promo-xlarge2
Russia’s President Vladimir Putin and Exxon Mobil Chairman Rex Tillerson in the Black Sea port of Tuapse, Russia, on June 15, 2012.

Mikhail Klimentyev/AFP/Getty Images

Russian President Vladimir Putin said on Friday that he will not expel U.S. diplomats as a response to the Obama administration’s retaliatory measures against Putin’s election-related cyberattacks.

Joshua KeatingJOSHUA KEATING

Joshua Keating is a staff writer at Slate focusing on international affairs.

Russia’s foreign minister, Sergei Lavrov, had suggested that Putin meet the U.S. sanctions that were announced on Thursday in kind, but the president declined the suggestion, likely looking to cultivate relations with the incoming Donald Trump administration.

As punishment for Russia’s alleged role in the hacking during the 2016 U.S. presidential campaign, Obama announced that the U.S. is shutting down two Russian government compounds in the United States, expelling 35 Russian diplomats described as intelligence operatives, and issuing sanctions on a number of senior Russian officials and companies.

Putin appears to agree with the widespread assumption that Trump will pursue a much more Russia-friendly foreign policy than Obama, so perhaps he feels it’s hardly worth getting that worked up over measures taken by a president who’s going to be gone in three weeks.

 President-elect Trump has certainly given indications that he’s not too concerned about the hacking, which senior U.S. intelligence officials have said was meant to help his campaign. On Friday, in response to the news of the sanctions, Trump released a statement saying that it’s time for “our country to move on to bigger and better things,” though he finally agreed to meet with intelligence officials to be “updated on the facts” about the issue.

The administration’s moves Thursday may, in fact, be as much about sending a message to the incoming administration and to Capitol Hill as it is about sending one to the Kremlin.

One major indication of just how much Trump’s Russia policy will deviate from the norm—and one area where Obama may be seeking to box in Trump on his way out the door—is Rex Tillerson’s nomination as secretary of state. The pro-Russian oil man is now sure to be asked about sanctions, Russia’s alleged role in the election, its conduct during the war in Syria, the legitimacy of its annexation of Crimea, and a host of other Russia-related issues at his confirmation hearings. A number of Russia hawk Republicans in the Senate have already expressed concern about Tillerson’s business ties to Russia and personal relationship with Putin. After Thursday’s announcement, John McCain and Lindsey Graham called for even stronger sanctions on Russia than those rolled out by Obama. (This was predictable: no anti-Russian sanctions are ever strong enough for McCain and Graham.)

Putin may not be taking those measures all that seriously, but they potentially leave Trump and Tillerson in the position of arguing to a skeptical Congress that the allegations of election hacking are no big deal.

Previous rounds of sanctions on Russia haven’t done much to alter Russian behavior. If the sanctions move Trump at all away from Russia—or increase distance between Republicans in Congress and the Trump administration on a critical nomination, or general policy toward Russia—then they may well end up being more effective.

http://www.slate.com/blogs/the_slatest/2016/12/30/obama_s_new_russia_sanctions_might_make_rex_tillerson_s_confirmation_an.html

Εξουσία, αριστερά, «πόθεν έσχες» και δημόσιος χώρος.

1

imagesΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η καθιέρωση του «πόθεν έσχες» θα ήταν μια θετική απόφαση αν συνοδευόταν και από τους αναγκαίους ελέγχους μετά την υποβολή των οικονομικών στοιχείων των υπόχρεων να τα δηλώσουν.
Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως στην Ελλάδα αυτό γίνεται στο βαθμό που χρειάζεται. Μπορεί να συμβεί μόνο για τους αντιπάλους της κάθε φορά πολιτικής εξουσίας, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής επίθεσης. Καλό θα ήταν να τηρούνταν οι προβλέψεις του νόμου στο μεγαλύτερο βαθμό αλλά, ακόμη και αν δεν τηρούνται, είναι καλύτερο το ότι το «πόθεν έσχες» υπάρχει από το να μην υπήρχε καθόλου.
Η δημοσιοποίηση των σχετικών δηλώσεων έχει και μια άλλη, πολιτική διάσταση, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πρόσωπα που υπηρετούν τις ιδέες της αριστεράς.
Διότι, υποτίθεται, πως η βασικότερη αρχή στην οποία βασίζεται η μαρξιστική, κυρίως, αριστερά, είναι η ανάλυση της εκμετάλλευσης του εργαζομένου και η παραγωγή πλούτου μέσω της υπεραξίας, από την εκμετάλλευση αυτή.
Άραγε, που τα βρίσκουν τα πολλά χρήματα άνθρωποι που επικαλούνται τις αρχές της αριστεράς,, ως νοηματοδότηση της ζωής τους, χωρίς να εκμεταλλεύονται- κατά τον Μάρξ- τον συνάνθρωπό τους;
Αλλά, όταν πρόκειται για πολιτικούς διαχειριστές, και μάλιστα σε μια κοινωνία σε βαθύτατη οικονομική κρίση, όπως σήμερα η ελληνική, προκύπτει και ένα άλλο, πολύ σημαντικό ερώτημα: μπορεί οι άνθρωποι αυτοί, ως διαχειριστές της εξουσίας, κάτω από την ισχυρή πίεση των δανειστών τους να ακολουθήσουν πολιτική υπέρ των ασθενέστερων, οικονομικά, στρωμάτων, όταν δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά και δεν αντιλαμβάνονται τις τραγικές δυσκολίες που τα στρώματα αυτά διέρχονται;
Η καθημερινή πράξη και η συμπεριφορά τους στη βουλή δείχνει πως όχι. Συμφωνούν σε όλα, τα ψηφίζουν όλα και δεν μπαίνουν στον κόπο να διαμορφώσουν μια εναλλακτική πολιτική.
Η περίπτωση του, οικονομικά, ευκατάστατου κυρίου Τσακαλώτου είναι χαρακτηριστική: συμπεριφέρεται υποτακτικά στους διεθνείς συνομιλητές του και, προκειμένου να διατηρήσει το αριστερό, θεωρητικό άρωμά του, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα τόσο αυτός όσο και η υποκριτική κίνηση των «53» της οποίας ηγείται, βγάζουν τη γλώσσα, εκ του ασφαλούς. Το δυστύχημα είναι πως η τακτική τους βρίσκει απήχηση σε έναν αό που επαίρεται για την πολιτική του- και όχι μόνο- οξύνοια.
Ο κ. Τσακαλώτος, και ο Συριζα ως αριστερά, όφειλαν να έχουν μια διαφορετική πολιτική στη διαχείριση της κρίσης. Αν πρόκειται να εφαρμόζουν την ίδια πολιτική με τους νεοφιλελεύθερους, τότε πια η σημασία της εκλογής τους;
Για την κοινωνία καμία. Για τους ίδιους, όμως, υπάρχει. Η ανάδειξη στην κυβέρνηση του Συριζα αποκάλυψε, πρωτίστως, τα χαρακτηριστικά μιας ελληνικής αριστεράς η οποία, μεταπολιτευτικά αντιμετώπισε τον χώρο αυτό ως επάγγελμα. Ήταν επαγγελματίες αριστεροί. Και τα άτομα αυτά δεν βρίσκονται, σήμερα, μόνο στο Συριζα. Αν και βρίσκονται στο πολιτικό περιθώριο, διατέλεσαν πρώην σύντροφοι των σημερινών στελεχών του κυβερνώντος κόμματος. Είναι όλοι αυτοί που προήλθαν από τον πυρήνα της ανανεωτικής αριστεράς στην Ελλάδα και από τις παρυφές του ΚΚΕ και «ριζοσπαστικοποιημένων» ανανεωτικών ομάδων, όπως της παλαιάς, γνωστής, ως Β! Πανελλαδικής, τροτσκιστικών σεκτών κλπ.
Είναι αυτοί που στη λαϊκή διάλεκτο αποκλήθηκαν «αριστεροί στα λόγια και δεξιοί στην τσέπη».
Αριστερά με ιδεολογική συνέπεια δεν υπήρξε στην Ελλάδα.
Όσοι σκέφτονται το ΚΚΕ θα συμφωνήσουν, νομίζω, πως συμπεριφέρεται σήμερα, περισσότερο σαν ένας ιδεολογικός, επιχειρηματικός οργανισμός. Οι δε άλλες, εξωκοινοβουλευτικές αριστερίστικες σέκτες έχουν διαλυθεί και διότι δεν υπάρχει κοινωνικό πεδίο που να τις συντηρεί και διότι οι κρατικές δυνάμεις που τις συντηρούσαν, δεν υφίστανται.
Σε ό,τι αφορά, δε, τον αναρχοαυτόνομο, αντιεξουσιαστικό χώρο, αυτός και αν είδε την ύπαρξη κι παρουσία του ως επαγγελματική διασφάλιση. Παρακολουθείστε τη συμμετοχή του στους «αλληλέγγυους».
Άραγε, όλα αυτά τι σημαίνουν; Πως δεν υπάρχει χώρος για την αριστερά;
Μετά την εμπειρία του Συριζα, η έννοια αυτή θα κάνει χρόνια να αποκτήσει θετική σημασία στην ελληνική κοινωνία. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής πρότασης που θα πιστεύει στο δημόσιο χώρο. Που θα πιστεύει και θα μάχεται για δημόσια αγαθά που απειλούνται. Το δημόσιο σχολείο, το δημόσιο πανεπιστήμιο, το δημόσιο νοσοκομείο, η διατήρηση υπο κρατικό έλεγχο βασικών κοινωνικών αγαθών όπως είναι το νερό, η ασφάλεια, η άμυνα, η κοινωνική πολιτική υπέρ των ασθενέστερων, οικονομικά, στρωμάτων, η ουσιαστική διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η διαμόρφωση από το κράτος των ρυθμιστικών κανόνων της αγοράς, χωρίς υπονόμευση της επιχειρηματικότητας. Διότι αγορά χωρίς κανόνες είναι κοινωνικός φασισμός.
Όσοι πιστεύουν σ αυτήν την πολιτική αντίληψη πρέπει- εκτός των άλλων- να υπερπηδήσουν τις δυσκολίες που δημιούργησε η άσκηση κυβερνητικής εξουσίας από το Συριζα. Και το εγχείρημα αυτό είναι εξίσου δύσκολο με την απουσία συγκροτημένων, πολιτικά, στελεχών, που θα υποστηρίξουν πειστικά τις κοινωνικές αυτές αναγκαιότητες.
Προς το παρόν, το εκκρεμές κινείται από τον «αριστερό» καιροσκοπισμό, στο νεοφιλελευθερισμό. Το σκοτάδι, ακόμη, είναι βαθύ. Αλλά και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.