Αρχική Blog Σελίδα 2883

Τι είπε, πράγματι, ο Τραμπ για την Ιερουσαλήμ.

0
Και τι προοιωνίζεται για το Παλαιστινιακό ζήτημα
Παλαιστίνιοι στη Ράφα, καίνε αφίσα που απεικονίζει τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πραγματοποιεί έκτακτη ειδική σύνοδο για να εγκρίνει ψήφισμα που καλεί τις ΗΠΑ να αποσύρουν την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ.
Περίληψη:

Η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τις ΗΠΑ και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν, ανέδειξαν τις προθέσεις και τις προτεραιότητες των υπόλοιπων παικτών, διεθνών και περιφερειακών, που έχουν τον δικό τους ρόλο στην αραβοϊσραηλινή διένεξη. Το παρόν δοκίμιο εξετάζει το ιστορικό υπόβαθρο του καθεστώτος της διαφιλονικούμενης πόλης, αποτιμά το περιεχόμενο του διαγγέλματος Τραμπ της 6ης Δεκεμβρίου 2017 και επιχειρεί να εκθέσει τους νέους συσχετισμούς που τώρα αρχίζουν να διαμορφώνονται.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και διδάσκων του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Έχοντας συμπληρώσει δεκατρείς μήνες στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ κατόρθωσε να εισπράξει τόσες επικρίσεις, όσες δεν συγκέντρωσαν όλοι οι προκάτοχοί του καθ’ όλη της διάρκεια της θητείας τους. Ευθύνεται και ο ίδιος για αυτό. Οι άκομψες δηλώσεις του, η στάση του έναντι των ΜΜΕ που του ασκούν κριτική, ακόμα και η γλώσσα του σώματός του, δίνουν πλείστες αφορμές. Πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσαν οι μαζικές αντιδράσεις στην απόφασή του να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ, ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Έτσι, για ακόμα μία φορά, δόθηκε η εντύπωση, ότι η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών άγεται και φέρεται από τον παρορμητικό χαρακτήρα του προέδρου τους, σαν να επιθυμεί διακαώς την επίσπευση των Ημερών της Κρίσης.

Εάν η εξήγηση είναι τόσο απλή, τότε η παρούσα ανάλυση θα πρέπει να τελειώσει εδώ.

27122017-4.jpg

Παλαιστίνιοι στη Ράφα, στη νότια Λωρίδα της Γάζας, καίνε αφίσα που απεικονίζει τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πραγματοποιεί έκτακτη ειδική σύνοδο για να εγκρίνει ψήφισμα που καλεί τις ΗΠΑ να αποσύρουν την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, στις 21 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Ibraheem Abu Mustafa
————————————————————

Εάν, όμως, δεχθούμε ότι το διάγγελμα του Αμερικανού προέδρου είναι μια κίνηση μελετημένη και προσεκτικά σχεδιασμένη από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τότε, για να γίνει κατανοητή και στην συνέχεια να αξιολογηθεί, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν και στον τρόπο με τον οποίον οι ΗΠΑ διαχειρίστηκαν το ανοικτό ζήτημα του καθεστώτος της Ιερουσαλήμ, στο πλαίσιο επίλυσης της αραβοϊσραηλινής διένεξης.

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Στις 24 Νοεμβρίου 1947, μια ακριβώς εβδομάδα πριν την ψήφιση του Σχεδίου Διαχωρισμού στον ΟΗΕ, το Αμερικανικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας πρότεινε τις κατευθυντήριες γραμμές, που θα έπρεπε να ακολουθήσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην διαχείριση του Παλαιστινιακού, καταλήγοντας στα εξής :

«Η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Αποτελεί εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ να αποκτήσει την καλή θέληση όλων των λαών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, των Εβραίων και των Αράβων, προκειμένου να προσανατολισθούν προς την Δύση και όχι προς την Σοβιετική Ένωση. Οι διαφορές μεταξύ του νέου εβραϊκού κράτους και των αραβικών χωρών θα πρέπει να λειανθούν, έως του σημείου ώστε όλες οι κρατικές οντότητες της περιοχής να ενεργούν συντονισμένα και ενάντια στην σοβιετική επεκτατικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να παράσχουν την κατάλληλη καθοδήγηση, με σκοπό την επίλυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων της περιοχής επί αντικειμενικής βάσεως, τόσο ως προς το εβραϊκό κράτος, όσο και προς τις αραβικές χώρες –πάντοτε όμως, ανάλογα με τον βαθμό που επιθυμούν οι δύο αυτοί λαοί να βοηθήσουν τους εαυτούς τους» [1].

Με αυτές τις φράσεις συνοψίζεται η πεμπτουσία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως προς την αραβοϊσραηλινή διένεξη, από το 1947 έως και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Αρκεί να θυμηθούμε την απαίτηση των ΗΠΑ να αποσυρθούν τα βρετανικά, γαλλικά και ισραηλινά στρατεύματα από την Αίγυπτο κατά την Κρίση του Σουέζ το 1956. Ή την επιμονή της Ουάσινγκτον να τηρήσει το εμπάργκο όπλων κατά του Ισραήλ έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Αρκεί, επίσης, να θυμηθούμε τον ρόλο των ΗΠΑ προκειμένου να συναφθεί η συνθήκη ειρήνης στο Καμπ Ντέιβιντ μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου.

Όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και προτού προλάβει ο πάλαι ποτέ Ψυχρός Πόλεμος να μεταλλαχθεί και να λάβει την σημερινή του μορφή, οι διεθνείς παίκτες αποφάσισαν να υιοθετήσουν κοινή στρατηγική για να επιλυθεί η αραβοϊσραηλινή διαφορά επί τη βάσει της αρχής «Δύο Έθνη – Δύο Κράτη». Η στρατηγική αυτή αποτυπώθηκε το 1993 στις συμφωνίες του Όσλο. Θεσπίσθηκε ο Οδικός Χάρτης για την Ειρήνη, που προέβλεπε μια μακρά διαδικασία απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ισραήλ και της νεοσύστατης Παλαιστινιακής Αρχής, με τελικό σκοπό την ειρηνική γειτνίαση. Την ειρηνευτική διαδικασία καλούνταν να συντονίσουν από κοινού οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η ΕΕ και ο ΟΗΕ –συναποτελώντας το λεγόμενο «Κουαρτέτο για την Ειρήνη».

Ουσιαστικά, το Κουαρτέτο κλήθηκε να κινηθεί στο πλαίσιο των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών που είχε διατυπώσει το Αμερικανικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας ήδη από το 1947. Υπήρχε, όμως, μια σημαντική διαφορά. Ενώ τότε ο κίνδυνος για την Μέση Ανατολή ήταν ο σοβιετικός επεκτατισμός, στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο αναδεικνυόταν ένας νέος κίνδυνος: Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Αυτός ο νέος κίνδυνος δεν απειλούσε μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανησυχητικά σημάδια παρατηρούνταν στην Ρωσία, στην Κίνα, στην Ευρώπη, αλλά πρωτίστως, στον αραβικό κόσμο –και ειδικότερα στην παλαιστινιακή κοινωνία. Το κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Aκολούθησαν οι επιπτώσεις της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης, η εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους και ο συριακός εμφύλιος. Εν μέσω αυτού του κυκεώνα αλλαγών, η διένεξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων χρωματιζόταν ολοένα και περισσότερο από την θρησκευτική της πτυχή. Η διένεξη έπρεπε επιτέλους να επιλυθεί οριστικά, επειδή πυροδοτούσε απρόβλεπτες εξελίξεις, όχι μόνο στο Ισραήλ, στην Δυτική Όχθη, στην Γάζα και στην Μέση Ανατολή, αλλά και παγκοσμίως. Συγχρόνως, διαπιστωνόταν ότι ο απόλυτος ορθολογισμός του Οδικού Χάρτη δεν ήταν σε θέση να επιλύσει το ζήτημα. Χρόνια τώρα οι διαπραγματεύσεις δεν σημειώνουν καμία απολύτως πρόοδο, και γι’ αυτό ευθύνονται ανεξαιρέτως όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Με το πάγωμα των διαπραγματεύσεων η ατέρμονη διένεξη οξύνεται και το κυριότερο ζήτημα προς επίλυση αφήνεται κυριολεκτικά στην τύχη του: Το τελικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ.

Η ΔΥΤΙΚΗ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Το Σχέδιο Διαχωρισμού του 1947 προέβλεπε, ότι όλη η πόλη της Ιερουσαλήμ -εντός και εκτός των τειχών- θα έπρεπε να αποτελέσει μια διακριτή διοικητική οντότητα υπό την διοίκηση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, η έκβαση του Α’ Αραβοϊσραηλινού Πολέμου (1948-1949) διαμόρφωσε νέα δεδομένα, καθιστώντας ανεφάρμοστο το Σχέδιο Διαχωρισμού, όχι μόνο στην πόλη της Ιερουσαλήμ αλλά και σε όλη την πάλαι ποτέ ενιαία Παλαιστίνη της Βρετανικής Εντολής.

Τον Φεβρουάριο του 1949 πραγματοποιήθηκαν διμερείς συνομιλίες στην Ρόδο ανάμεσα στο Ισραήλ και την Ιορδανία. Οι συνομιλίες εκείνες κατέληξαν στην υπογραφή συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός. Η «πράσινη γραμμή» διαχώριζε την Ιερουσαλήμ σε δύο τομείς: Στον δυτικό και τον ανατολικό, που περιήλθαν υπό ισραηλινή και ιορδανική κυριαρχία, αντίστοιχα. Αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε την ταφόπλακα του διεθνούς καθεστώτος της Ιερουσαλήμ, όπως αυτό καθοριζόταν από το Σχέδιο Διαχωρισμού του 1947.

Το θέμα, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Με την ενθάρρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών, συνεστήθη από τον ΟΗΕ η Palestine Conciliation Committee (PCC) στην οποία μετείχαν οι ΗΠΑ, η Τουρκία και η Γαλλία. Αντικείμενο της PCC ήταν να διερευνηθεί, μεταξύ άλλων, όχι μόνο εάν είναι δυνατόν να επιλυθούν ζητήματα που κληροδότησε ο Πόλεμος του 1948 (προσφυγικό, εδαφικό και ιδιοκτησιακό) αλλά και εάν υπήρχε η δυνατότητα να εφαρμοσθούν, έστω και εκ των υστέρων, κάποια από τα ειδικότερα σημεία του αρχικού Σχεδίου Διαχωρισμού του 1947. Εκπεφρασμένη βούληση της PCC ήταν να υπαχθεί η Ιερουσαλήμ υπό διεθνές καθεστώς.

27122017-5.jpg

Μια γενική άποψη δείχνει τον Θόλο του Βράχου (αριστερά) και το Δυτικό Τείχος (κέντρο) στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ, στις 6 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Ammar Awad
————————————————————————————

Η περίοδος των διερευνητικών επαφών της PCC συνέπιπτε με την σύντομη, αλλά πολύ σημαντική, περίοδο της διπλωματικής προσέγγισης του νεαρού εβραϊκού κράτους με την Σοβιετική Ένωση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η PCC να χρωματισθεί άδικα ως «φιλοδυτική». Απόδειξη γι’ αυτό ήταν, ότι η φιλοδυτική και φιλοβρετανική Ιορδανία δεν ήταν πρόθυμη να παραδώσει τον ανατολικό τομέα της Ιερουσαλήμ στον ΟΗΕ. Ο έλεγχος των Ιερών Προσκυνημάτων της Παλαιάς Πόλης προσέδιδε στην νεοσύσταση Ιορδανία διεθνές κύρος, καθιστώντας τον μονάρχη της θεματοφύλακα των Αγίων Τόπων. Μπορεί το ιορδανικό κράτος να στερείτο σημαντικών πλουτοπαραγωγικών πηγών, αλλά αυτή η εξέλιξη του προσέδιδε ποικίλα οφέλη σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο. Αντίστοιχα, ούτε οι Ισραηλινοί δεν δέχονταν να παραδώσουν στον ΟΗΕ την Δυτική Ιερουσαλήμ, την οποίαν εν τω μεταξύ είχαν ανακηρύξει πρωτεύουσά τους και το όνομά της περιλαμβανόταν στους στίχους του εθνικού τους ύμνου. Ο πρωθυπουργός Μπεν-Γκουριόν δεν παρέλειπε να τονίζει στον ΟΗΕ, στην PCC και στο κοινοβούλιο της χώρας του ότι «η Ιερουσαλήμ είναι για το Ισραήλ ό,τι ακριβώς είναι το Παρίσι για τους Γάλλους και η Ρώμη για τους Ιταλούς» -και εξέφραζε την δική του «εθνική αλήθεια».

Έτσι, κατόπιν της άρνησης τόσο του Ισραήλ, όσο και της Ιορδανίας, το διεθνές καθεστώς της Ιερουσαλήμ παρέμεινε ένας από τους πάμπολλους ανεφάρμοστους όρους του Σχεδίου Διαχωρισμού του 1947, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, δεν πρόλαβε ποτέ να εφαρμοσθεί. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, την στιγμή που κύριοι υπέρμαχοι της διεθνοποίησης της Ιερουσαλήμ ήταν οι ΗΠΑ, τελικά αυτή που έριξε την χαριστική βολή σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν η Σοβιετική Ένωση. Στις 19 Απριλίου 1950 ο επικεφαλής της μόνιμης αντιπροσωπείας της ΕΣΣΔ στον ΟΗΕ, Γιάκομπ Μάλικ, τάχθηκε ανοικτά κατά της υπαγωγής της Ιερουσαλήμ υπό διεθνή έλεγχο «επειδή αυτήν την λύση δεν την θέλουν ούτε οι Εβραίοι, ούτε οι Άραβες» [2]. Kαι αυτή η παραδοχή ήταν αληθινή, ως επίσης και οι εξής παρεπόμενες: Ορθώς οι αραβικές χώρες δεν ήθελαν να δεσμευθούν με τελικές συμφωνίες επίλυσης του ζητήματος, επειδή ήταν σίγουρες ότι σε έναν μελλοντικό πόλεμο θα ανακτούσαν τα εδάφη που έχασαν το 1948. Άλλωστε, οι συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός της Ρόδου δεν αποτελούσαν «συνθήκες ειρήνης». Απλώς καθόριζαν τις γραμμές διακοπής των εχθροπραξιών, οι οποίες εν ευθέτω χρόνω θα συνεχίζονταν. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ορθώς το Ισραήλ δεν ήθελε να υποχρεωθεί σε εδαφικές παραχωρήσεις, επειδή στόχος του ήταν να διασφαλίσει τα κεκτημένα -και εν προκειμένω την πρωτεύουσα του, μια πόλη-σύμβολο για την εβραϊκή Ιστορία.

Το Ισραήλ ανακήρυξε πρωτεύουσά του τον δυτικό τομέα της Ιερουσαλήμ στις 13 Δεκεμβρίου 1949. Έκτοτε, το Προεδρικό και το Πρωθυπουργικό Μέγαρο, η Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο εδρεύουν εκεί. Παρ’ όλα αυτά, οι ξένες κυβερνήσεις, επικαλούμενες το Σχέδιο Διαχωρισμού που όριζε ότι η Ιερουσαλήμ θα έπρεπε να τεθεί υπό διεθνές καθεστώς, δήλωναν εμπράκτως ότι δεν την αναγνώριζαν ως πρωτεύουσα του νέου κράτους και άνοιγαν τις πρεσβείες τους στο Τελ Αβίβ.

Η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε να αντιμετωπίσει το δυσάρεστο γι’ αυτήν φαινόμενο ως εξής: Στις 4 Μαΐου 1952 αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα του Υπουργείου Εξωτερικών από το Τελ Αβίβ στην Δυτική Ιερουσαλήμ. Η απόφαση υλοποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 1953 και έκτοτε, όλοι οι ξένοι διπλωμάτες ήταν υποχρεωμένοι να μεταβαίνουν καθημερινά στην διαφιλονικούμενη πόλη στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, οι Ισραηλινοί κατέστησαν την «πραγματική τους πρωτεύουσα» επίκεντρο της διπλωματικής ζωής –με απώτερο σκοπό, κάποια στιγμή η διεθνής κοινότητα να αποδεχθεί, και τυπικά, τα τετελεσμένα του πολέμου του 1948.

Η μεταφορά του Υπουργείου Εξωτερικών από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ καταδικάσθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, χαρακτηρίζοντάς την «μια πράξη αυθαιρεσίας, που θίγει το διεθνές καθεστώς της πόλης» [3]. Πέραν αυτών όμως, η συνεχιζόμενη διαφωνία ως προς το ποια εν τέλει θα έπρεπε να είναι η «νόμιμη» ισραηλινή πρωτεύουσα δημιούργησε πλείστες παραδοξότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η περίπτωση της Ελλάδας, η οποία αφ’ ενός είχε καταψηφίσει το Σχέδιο Διαχωρισμού αφ’ ετέρου, παρότι οι διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός πραγματοποιήθηκαν στο έδαφός της, δεν αναγνώρισε το Ισραήλ ούτε εξ αρχής αλλά ούτε και αργότερα, όταν πλέον οι ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ και όλες οι χώρες της Δυτικής και της Ανατολικής Ευρώπης το είχαν πράξει. Ήδη από το 1862, η Ελλάδα λειτουργούσε το Προξενείο της στην Ιερουσαλήμ, το οποίο διατήρησε και επί Βρετανικής Εντολής. Μετά την λήξη του πολέμου του 1948, ο Έλληνας πρόξενος στα Ιεροσόλυμα συνέχιζε να ασκεί τα καθήκοντά του στον δυτικό τομέα της πόλης που τελούσε υπό ισραηλινή κυριαρχία. Ωστόσο, δεν ήταν διαπιστευμένος σε καμία κυβέρνηση. Ύστερα από αμερικανικές πιέσεις, η Ελλάδα προέβη στην de facto αναγνώριση του Ισραήλ το 1952. Έτσι, ο Έλληνας πρόξενος της Ιερουσαλήμ ανέλαβε και χρέη «Διπλωματικού Αντιπροσώπου της Ελλάδος παρά τη Ισραηλινή Κυβερνήσει» [4]. Το παράδοξο ήταν ότι η Ελλάδα –αν και δεν αναγνώριζε de jure το Ισραήλ- αναγνώριζε de facto την κυβέρνησή του, η οποία, μάλιστα, έδρευε σε μια πόλη που τελούσε υπό την κυριαρχία ενός κράτους υπαρκτού μεν, πλην όμως, μη αναγνωρισμένου…

Από τα μέσα Ιουνίου του 1956 και έως το 1967, με υπουργό Εξωτερικών την Γκόλντα Μέιρ, το Ισραήλ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις του με αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Στις χώρες αυτές το Ισραήλ παρείχε αναπτυξιακή βοήθεια σε ποικίλους τομείς (γεωργία, κτηνοτροφία, παιδεία, δημόσια έργα, ιατρική περίθαλψη, στρατιωτική εκπαίδευση κ.ά.) αποστέλλοντας ειδικούς συμβούλους και επιστημονικό προσωπικό. Οι διακρατικές σχέσεις που καλλιεργήθηκαν είχαν ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να στηρίζουν το Ισραήλ στα διεθνή fora. Μάλιστα, μερικές από αυτές –όπως η Ακτή Ελεφαντοστού, το Ζαΐρ (μετέπειτα Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό), η Κένυα, η Βολιβία, η Χιλή, η Κολομβία, η Κόστα Ρίκα, η Δομινικανή Δημοκρατία, η Αϊτή, ο Ισημερινός, το Ελ Σαλβαδόρ, η Γουατεμάλα, ο Παναμάς, η Ουρουγουάη και η Βενεζουέλα– είχαν εγκαταστήσει τις πρεσβείες τους στην Δυτική Ιερουσαλήμ. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η πρώτη και μοναδική χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ που άνοιξε πρεσβεία στην Δυτική Ιερουσαλήμ, ήταν η Ολλανδία. Αυτές οι εξελίξεις ενίσχυαν την επιχειρηματολογία της ισραηλινής κυβέρνησης, ότι το διεθνές corpus separatum της Ιερουσαλήμ, που όριζε το πάλαι ποτέ Σχέδιο Διαχωρισμού, ανήκε οριστικά στο παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέφευγαν να καθορίσουν την στάση τους ως προς το συγκεκριμένο θέμα, προτιμώντας να μην μπουν στην διαδικασία να αναγνωρίσουν ποια πόλη είναι –ή θα έπρεπε να είναι- η πρωτεύουσα του Ισραήλ. Το παράδειγμα της Ουάσινγκτον ακολούθησε η συντριπτική πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας.

Δύο ήταν τα γεγονότα που απομάκρυναν τις ξένες πρεσβείες από την Δυτική Ιερουσαλήμ. Αφ’ ενός ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ και η καταδίκη του Ισραήλ εκ μέρους του Κινήματος των Αδεσμεύτων το 1973, ώθησαν την Ακτή Ελεφαντοστού, την Κένυα και το Ζαΐρ να διακόψουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το εβραϊκό κράτος και να κλείσουν τις πρεσβείες τους που λειτουργούσαν στον δυτικό τομέα της πόλης. Στην συνέχεια, όταν το 1980 η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε να προσαρτήσει και τον ανατολικό τομέα της Ιερουσαλήμ, όλες οι υπόλοιπες χώρες -συμπεριλαμβανομένης και της Ολλανδίας- συμμορφώθηκαν με σχετική απόφαση του ΟΗΕ και μετέφεραν τις πρεσβείες τους στο Τελ Αβίβ. Εξαίρεση αποτέλεσαν η Κόστα Ρίκα και το Ελ Σαλβαδόρ που απέσυραν τις πρεσβείες τους από την Ιερουσαλήμ το 1980, αλλά τις επανέφεραν στην πόλη το 1984. Δώδεκα χρόνια αργότερα, μη αντέχοντας περισσότερο το διπλωματικό κόστος, επανέφεραν τις πρεσβείες τους στο Τελ Αβίβ το 2006, μεσούσης της δεύτερης ιντιφάντα.

27122017-6.jpg

Στιγμιότυπο από διαδήλωση που διοργανώθηκε από το κράτος Jamiat-E-Ulama της Δυτικής Βεγγάλης κατά της απόφασης του Αμερικανού προέδρου Donald Trump να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, στην Κολκάτα της Ινδίας, στις 21 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Rupak De Chowdhuri
——————————————————————————

Παραμονές της ειρηνευτικής διάσκεψης της Μαδρίτης το 1991, πολλές χώρες που είχαν διακόψει ή δεν διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το εβραϊκό κράτος, αποφάσισαν να μεταβάλουν την στάση τους, εγκαθιδρύοντας, αποκαθιστώντας ή αναβαθμίζοντας τις σχέσεις τους μαζί του. Το 1993, με τις συμφωνίες του Όσλο να δίνουν νέα δυναμική στην ειρηνευτική διαδικασία, νέες πρεσβείες έκαναν την εμφάνισή τους στην χώρα. Ωστόσο, όλες τους άνοιγαν στο Τελ Αβίβ και όχι στην Ιερουσαλήμ. Εκτός από το γεγονός ότι δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την προσάρτηση της ανατολικής πλευράς της πόλης που είχε αποφασισθεί το 1980, υπήρχε και ένας νέος, πρόσθετος λόγος: Οι συμφωνίες του Όσλο όριζαν, ότι το τελικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ θα επιλυόταν στο τελευταίο στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής, «όταν πια θα έχουν επιλυθεί άλλα, ευκολότερα ζητήματα». Έτσι, καμία ξένη χώρα δεν ήθελε να υπεισέλθει στο θέμα της κυριαρχίας επί της Ιερουσαλήμ, για να μην δημιουργηθούν επιπλοκές στην ομαλή πορεία του Οδικού Χάρτη.

Την περίοδο εκείνη, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, φιλοϊσραηλινές ομάδες πίεσης στις οποίες περιλαμβάνονταν το ισχυρό εβραϊκό λόμπυ, επιχειρηματικοί παράγοντες και κύκλοι που διέπονται από νεοχριστιανικές ιδεολογικές τάσεις, κινήθηκαν συντονισμένα, με αποτέλεσμα το 1995 το αμερικανικό Κογκρέσο να υιοθετήσει ψήφισμα που καλούσε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, το αργότερο έως την 31η Μαΐου 1999. Σε περίπτωση μάλιστα, που η μεταφορά δεν θα πραγματοποιείτο, ορίζονταν ρήτρες που θα βάρυναν οικονομικά τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Ύστερα από πιέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του προέδρου Κλίντον, το Κογκρέσο αναθεώρησε το ψήφισμά του, δίνοντας την δυνατότητα μετάθεσης της εκτελεστικής του ισχύος ανά εξάμηνο, αρχής γενομένης από την 1η Οκτωβρίου 1998. Από τότε έως και σήμερα, κάθε Αμερικανός πρόεδρος υπέγραφε διάταγμα που μετέθετε ανά έξι μήνες την μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Με την πάροδο των ετών, η ανά εξάμηνο υπογραφή του διατάγματος κατέληξε να είναι μια τυπική διαδικασία που δεν επηρέαζε σε τίποτα την πρόοδο των συνομιλιών ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους. Άλλωστε, ούτως ή άλλως, οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις είχαν διακοπεί προ πολλού.

ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΡΑΜΠ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Το τέλος της θητείας του Μπαράκ Ομπάμα έβρισκε την αραβοϊσραηλινή ειρηνευτική διαδικασία αποτελματωμένη. Το διεθνές ενδιαφέρον είχε μετατεθεί στον συριακό εμφύλιο και στην παγίωση της ρωσικής παρουσίας στην Μέση Ανατολή, στην διπλωματική αναβάθμιση του Ιράν, στην αναθεωρητική στάση της Τουρκίας σε συνδυασμό με τις προσπάθειες των Κούρδων για ανεξαρτησία και στην από κοινού καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους. Το Παλαιστινιακό έτεινε να ξεχαστεί. Ο διχασμός Φατάχ – Χαμάς είχε παγιωθεί. Η αμετακίνητη στάση της κυβέρνησης Νετανιάχου δεν έδινε περιθώρια επανέναρξης των συνομιλιών, προκαλώντας τον εκνευρισμό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του ιδίου του Μπαράκ Ομπάμα. Ο Οδικός Χάρτης για την Ειρήνη αποτελούσε συνώνυμο των φρούδων ελπίδων της ρομαντικής δεκαετίας του ’90.

Η εκλογή Ντόναλντ Τραμπ εισήγαγε ένα νέο ύφος πολιτικού λόγου, προκαλώντας αντιδράσεις εντός και εκτός Αμερικής. Πολλά και ποικίλα ήταν τα αρνητικά σχόλια για την δημόσια εικόνα του νέου προέδρου. Όσον αφορά την αραβοϊσραηλινή διένεξη, ήδη από τις προεκλογικές του δηλώσεις ο Τραμπ εκδήλωνε ξεκάθαρα την φιλοεβραϊκή του οπτική. Παραδόξως, το αμερικανοεβραϊκό στοιχείο -που παραδοσιακά πρόσκειται στους Δημοκρατικούς και όχι στους Ρεπουμπλικανούς- επέκρινε τη νέα εικόνα του Λευκού Οίκου. Αντιθέτως, οι μεσσιανικού τύπου δηλώσεις του Τραμπ, ενθουσίαζαν τις νεοχριστιανικές τάσεις της αμερικανικής κοινωνίας και αύξαιναν την δημοτικότητά του. Όσο περνούσαν οι μήνες, αναμενόταν με ενδιαφέρον –αλλά και με ανησυχία- με ποιόν ακριβώς τρόπο ο νέος πρόεδρος επρόκειτο να διαχειρισθεί την αραβοϊσραηλινή διένεξη.

Στην ουσία, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δύο επιλογές: Η μια θα ήταν να αναστήσει τις διαδικασίες του Όσλο και τον ξεχασμένο Οδικό Χάρτη. Όμως, η τωρινή πραγματικότητα δεν είναι ίδια με εκείνην του 1993. Από ισραηλινής πλευράς, οι εβραϊκοί οικισμοί στην Δυτική Όχθη είχαν επεκταθεί ανεξέλεγκτα και νέα τετελεσμένα διαμορφώθηκαν. Υπουργοί της κυβέρνησης Νετανιάχου αμφισβητούσαν ανοικτά την αρχή «Δύο Έθνη – Δύο Κράτη». Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, η δημοτικότητα των ισραηλινών προσωπικοτήτων, που στήριζαν τη διαδικασία του Όσλο έχει καταβαραθρωθεί. Παράλληλα, η παλαιστινιακή κοινωνία παραμένει διχασμένη, οικονομικά και πολιτικά. Η Δυτική Όχθη και η Λωρίδα της Γάζας αποτελούν δύο οντότητες παντελώς ξένες μεταξύ τους και οι κατά καιρούς κινήσεις επαναπροσέγγισης της Χαμάς και της Φατάχ αποδείχθηκαν ανειλικρινείς. Στις πόλεις που ελέγχει η Παλαιστινιακή Αρχή, μια νέα μεσαία τάξη ευνοουμένων δίνει την εντύπωση ότι όχι μόνο δεν ενοχλείται από την στασιμότητα των διαπραγματεύσεων αλλά ότι επωφελείται από την υφιστάμενη κατάσταση και τα κονδύλια που ρέουν από την Ευρώπη. Οι μη προνομιούχοι απλοί πολίτες καταφεύγουν στον θρησκευτικό φανατισμό και θυσιάζουν τον εαυτό τους μεταφορικά και κυριολεκτικά. Το τοπικό πολιτικό σκηνικό βρίσκεται και αυτό σε τέλμα: Η βεβαρημένη υγεία του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς προοιωνίζει το τέλος της καριέρας του, χωρίς όμως να διαφαίνεται ποιος θα τον διαδεχθεί. Συγχρόνως, στην Γάζα, ο κόσμος για πρώτη φορά από την επικράτηση της Χαμάς, βγήκε στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί εναντίον της, εξ αιτίας της τραγικής κατάστασης που επικρατεί καθ’ όλη την διάρκεια του τελευταίου εξαμήνου, με τις καθημερινές 20ωρες διακοπές ρεύματος, που έχουν παραλύσει τα πάντα.

Η δεύτερη επιλογή ήταν να μην ακολουθηθεί η ανεπιτυχής πεπατημένη. Ποια όμως θα είναι αυτή η νέα στρατηγική; Ένα πρώτο δείγμα της, φάνηκε στο διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ, στις 6 Δεκεμβρίου 2017, το περιεχόμενο του οποίου συνοψίζεται ως εξής:

-Η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ έχει διαπιστωτικό και δηλωτικό χαρακτήρα. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την υφιστάμενη κατάσταση, που ισχύει αδιάλειπτα τα τελευταία 68 χρόνια -από τις 13 Δεκεμβρίου 1949 μέχρι σήμερα.

-Για να αιτιολογήσει αυτήν την κίνηση, ο αμερικανός πρόεδρος ανέφερε συγκεκριμένους πολιτειακούς θεσμούς του Ισραήλ που εδρεύουν στην πόλη. Επικαλέσθηκε το επιχείρημα ότι στην Ιερουσαλήμ έχουν την έδρα τους ο Πρόεδρος του Κράτους, η Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο και το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Η επιλογή των ως άνω θεσμών δεν ήταν τυχαία: Όλοι εδρεύουν στον δυτικό τομέα της πόλης. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός, ότι στην απαρίθμηση των ισραηλινών φορέων που εδρεύουν στην πόλη δεν περιέλαβε και υπηρεσίες του κράτους που βρίσκονται στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Εάν, για παράδειγμα, ο αμερικανός πρόεδρος θα έκανε λόγο για την έδρα του (σημαντικότατου) ισραηλινού Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο εδρεύει στην οδό Σαλάχ Αλ-Ντιν, στην καρδιά της εμπορικής ζωής του ανατολικού τομέα της πόλης, αυτό θα σήμαινε ότι οι ΗΠΑ θα αναγνώριζαν την ισραηλινή προσάρτηση της Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Κάτι τέτοιο ούτε ειπώθηκε ούτε υπονοήθηκε. Αντιθέτως, και όπως αναλύεται κατωτέρω, αυτό το ενδεχόμενο αποκλείσθηκε ρητώς.

-Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ρητά ότι οι ΗΠΑ είναι σταθερά προσηλωμένες στην εξεύρεση ειρηνικής λύσης επί τη βάσει της αρχής «Δύο Έθνη – Δύο Κράτη»

-Δήλωσε επίσης ρητά το ότι οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζεται και η υφιστάμενη ισραηλινή κυριαρχία εφ’ όλης της πόλης. Ο πρόεδρος Τραμπ κατέστησε σαφές ότι τα ακριβή όρια της ισραηλινής κυριαρχίας θα καθορισθούν μόνο μέσω των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων για το τελικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την νέα προσέγγιση των ΗΠΑ, τα σαφή όρια της Ιερουσαλήμ ως «πρωτεύουσας του Ισραήλ» δεν συμπίπτουν με τα διευρυμένα όρια που διαμορφώθηκαν με την προσάρτηση της Ανατολικής Ιερουσαλήμ το 1980. Επίσης, δεν συμπίπτουν ούτε με τα εκτεταμένα όρια του σημερινού Δήμου της Ιερουσαλήμ όπως ισχύουν από το φθινόπωρο του 2017, με τον αποκλεισμό αραβικών αστικών κέντρων πέραν του λεγόμενου «Τείχους Ασφαλείας».

-Σε ό,τι αφορά το status quo των Ιερών Προσκυνημάτων στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, ο Αμερικανός πρόεδρος τάχθηκε και πάλι ρητά υπέρ της διατήρησής του. Όσα ακούσθηκαν στο διάγγελμα περί ελευθερίας πρόσβασης σε όλους τους πιστούς του ενός και μοναδικού Θεού, δεν ήταν απλά σχήματα λόγου. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει το ενδεχόμενο, η αμερικανική ειρηνευτική πρόταση να προωθήσει ένα σύστημα ad hoc συγκυριαρχίας (sui generis condominium) με φορείς εξουσίας τόσο το Ισραήλ όσο και τους Παλαιστινίους σε συγκεκριμένα σημεία εντός της Παλιάς Πόλης και στα πέριξ των Τειχών –περιοχές, που έχουν θρησκευτική σημασία όχι μόνο για τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους, αλλά και για τους Χριστιανούς.

-Τέλος, ο πρόεδρος Τραμπ μετέθεσε χρονικά την μεταφορά της πρεσβείας από το Τελ Αβίβ «για τα επόμενα χρόνια, έως ότου ανευρεθεί, σχεδιασθεί και ανεγερθεί κατάλληλο κτήριο, που θα στεγάσει την νέα πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ». Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν πράγματι να μεταφέρουν άμεσα την πρεσβεία στην διαφιλονικούμενη πόλη, θα μπορούσαν να το πράξουν αμέσως –ακόμα και την επόμενη μέρα. Οι ΗΠΑ λειτουργούν εδώ και δεκαετίες το προξενείο τους σε ένα εντυπωσιακά μεγάλο κτηριακό συγκρότημα στο κέντρο της Δυτικής Ιερουσαλήμ. Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις του αμερικανικού προξενείου της Ιερουσαλήμ δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από το εξίσου μεγάλο κτήριο της πρεσβείας στο Τελ Αβίβ. Η επίκληση της ανάγκης να ανευρεθεί, να σχεδιασθεί και εκ του μηδενός να ανοικοδομηθεί νέο κτήριο είναι τουλάχιστον προσχηματική –με μοναδικό σκοπό να κερδηθεί χρήσιμος διπλωματικός χρόνος. Αυτή η τεχνητή και ηθελημένη καθυστέρηση της μεταφοράς της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ αποτελεί μια πολύ σημαντική ένδειξη ότι σκοπός του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων –αλλά όχι με βάση τις συμφωνίες του Όσλο του 1993 και του Οδικού Χάρτη που, κατά κοινή ομολογία, δεν είναι σε θέση πια να οδηγήσει πουθενά.

Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΣΕ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΥΣ

Στο Ισραήλ, όπως ήταν αναμενόμενο, η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους δημιούργησε ενθουσιασμό. Ο Τραμπ φάνηκε συνεπής ως προς τις προεκλογικές του υποσχέσεις και ικανοποίησε το θυμικό της ισραηλινής κοινής γνώμης. Η αμερικανική αναγνώριση ενίσχυσε την δημοτικότητα του πρωθυπουργού Νετανιάχου, σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη για την δημόσια εικόνα του ιδίου, της οικογένειάς του και των στενών του συνεργατών. Παρ’ όλα αυτά, στα ΜΜΕ της χώρας δεν τονίσθηκε μια σημαντική λεπτομέρεια: Ανεξάρτητα από την έντονη φιλο-εβραϊκή χροιά του διαγγέλματος, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι η ισραηλινή πρωτεύουσα που αναγνώρισε δεν συμπίπτει με τα εδαφικά όρια της πόλης όπως αυτά καθορίζονται από την ισραηλινή νομοθεσία. Δεν αναγνωρίσθηκε «ολόκληρη η Ιερουσαλήμ» ως πρωτεύουσα του εβραϊκού κράτους. Οι ΗΠΑ αναγνώρισαν την ισραηλινή πρωτεύουσα επί του τμήματος της Ιερουσαλήμ που θα καθορίσουν οι συνομιλίες με τους Παλαιστινίους. Κατέστη επίσης σαφές ότι η αρχή «Δύο Έθνη – Δύο Κράτη» συνεχίζει να είναι η βάση της τελικής λύσης. Παρ’ όλα αυτά, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η 6η Δεκεμβρίου 2017 είναι μια ημερομηνία-ορόσημο για την ισραηλινή Ιστορία –εφάμιλλη ίσως με την de jure αναγνώριση του Ισραήλ από τις ΗΠΑ επί προεδρίας Τρούμαν.

Αντιθέτως, προτού γίνει γνωστό το ακριβές περιεχόμενο του διαγγέλματος, το κλίμα στην Παλαιστινιακή Αρχή προμηνυόταν δυσάρεστο. Οι δηλώσεις που ακούγονταν από την Ραμάλα και την Γάζα συμφωνούσαν ότι, εάν οι ΗΠΑ αναγνωρίσουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, τότε αυτομάτως οι Αμερικανοί καθίστανται μέρος του προβλήματος και δεν θα νομιμοποιούνται στο εξής να μεσολαβήσουν για την επίλυσή του. Λιγοστοί Παλαιστίνιοι αξιωματούχοι άφηναν περιθώρια διαλλακτικότητας. Σύμφωνα με την δική τους άποψη, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Παλαιστινίους θα έπρεπε να διακοπούν μόνο εάν ο Τραμπ αναγνώριζε «ολόκληρη της Ιερουσαλήμ» ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Αν και ο Αμερικανός πρόεδρος δεν παρέβη αυτήν την κόκκινη γραμμή, ο πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς συντάχθηκε με την οργισμένη πλειοψηφία των συμπατριωτών του.

Όπως ακριβώς οι Ισραηλινοί έδειχναν να μην θέλουν να σταθούν στις πραγματιστικές νύξεις του Τραμπ, αντίστοιχα, οι Παλαιστίνιοι προτίμησαν να «προσπεράσουν» τα σημεία του διαγγέλματος που ήταν θετικά για τις επιδιώξεις τους. Εν τέλει, το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου 2017 ούτε η πρεσβεία των ΗΠΑ μεταφέρθηκε από το Τελ Αβίβ ούτε αναγνωρίσθηκε «ολόκληρη» η Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ ούτε αναιρέθηκε η λύση των δύο κρατών. Από την άλλη πλευρά, είναι κατανοητή η αντίδραση του Αμπάς, μιας και θα ήταν πολύ περίεργο ένας Παλαιστίνιος πρόεδρος να μην αντιδράσει οργισμένα σε ένα διάγγελμα που ήταν διατυπωμένο κατά τέτοιον τρόπο που θα προκαλούσε πανηγυρισμούς στον εβραϊκό τομέα της πόλης. Έτσι, οι δηλώσεις του Παλαιστινίου προέδρου ικανοποίησαν το θυμικό των πολιτών του και με αυτόν τον τρόπο περιέσωσε την υστεροφημία του, χωρίς να δίνει περιθώρια στην Χαμάς να φανεί πιο πατριωτική. Τέλος, κινητοποίησε τους υπόλοιπους διεθνείς μεσολαβητές -Ρωσία, ΕΕ και ΟΗΕ ως επίσης και την Τουρκία- να λάβουν θέση υπέρ των παλαιστινιακών επιδιώξεων, με την ελπίδα ότι η διεθνής κοινότητα θα αποτελέσει ικανό αντίβαρο στο φιλοϊσραηλινό προφίλ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Ο Οδικός Χάρτης και η ειρηνευτική διαδικασία των συμφωνιών του Όσλο απέτυχε. Πρόκειται για μια αλήθεια αδιαμφισβήτητη και ισχύει εδώ και χρόνια. Κάποτε θα ερχόταν η στιγμή να ειπωθεί και ανοιχτά. Και ο κλήρος έπεσε στον Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος δείχνει ότι θέλει να θέσει τις βάσεις μιας νέας στρατηγικής επίλυσης του Παλαιστινιακού.

Αν και ήταν σε όλους φανερό το παρατεταμένο αδιέξοδο, η πρώτη παραδοχή ήρθε από τις ΗΠΑ. Αυτό δεν είναι τυχαίο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι οι πρώτες που ενδιαφέρονται ώστε το Ισραήλ –που είναι ο ισχυρότερος θεματοφύλακας των συμφερόντων τους στην Μέση Ανατολή- να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός «κανονικού κράτους», κι ας έχουν περάσει 70 χρόνια από την ίδρυσή του. Κάθε «κανονικό κράτος» έχει καθορισμένα σύνορα, καθορισμένη εδαφική κυριαρχία, και οπωσδήποτε μια πρωτεύουσα. Έτι περαιτέρω, ένα κράτος που δηλώνει ότι υιοθετεί ταυτόσημο πολιτειακό σύστημα με κάθε άλλη ευνομούμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία της Δύσης, πρέπει κάποτε να αποβάλει από πάνω του κάθε αμφιβολία για το κατά πόσον σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα –ανεξάρτητα από το εάν τα ίδια δικαιώματα καταπατώνται συγχρόνως και από τους επικριτές του.

Κατά συνέπεια, η λύση που θα βασίζεται στην αρχή «Δύο Έθνη-Δύο Κράτη» δεν διασφαλίζει μόνο την δίκαιη επιδίωξη των Παλαιστινίων να αποκτήσουν το δικό τους κράτος˙ η λύση θα ανοίξει το δρόμο και για το Ισραήλ να ενταχθεί ομαλά στο άμεσο περιβάλλον του. Για παράδειγμα, το 2017 ανέδειξε πόσο σημαντική θα ήταν για την περιοχή η προσέγγιση ανάμεσα στο Ισραήλ και την Σαουδική Αραβία, εάν θα μπορούσε να συμβεί σε ένα πλαίσιο υγιές και όχι πίσω από κλειστές πόρτες. Ενόσω, όμως, το Παλαιστινιακό παραμένει άλυτο, το Ισραήλ δεν μπορεί να υπηρετήσει αποτελεσματικά τον στρατηγικό του ρόλο -δηλαδή, την προάσπιση των Δυτικών συμφερόντων στην περιοχή.

Εάν αυτή η συλλογιστική δεν γίνει κατανοητή, δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά η επιμονή των ΗΠΑ να θέλουν να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στην ειρηνευτική διαδικασία του Παλαιστινιακού. Η καθ’ όλα φιλοεβραϊκή διακυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε κάλλιστα να επαναπαυθεί στην στρατιωτική υπεροπλία του Ισραήλ, στην τεχνολογική του υπεροχή και στις εξαιρετικές οικονομικές του επιδόσεις, και δη σε δύσκολους καιρούς για την παγκόσμια οικονομία. Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ δεν επαναπαύονται: Ο σημαντικότερος σύμμαχός τους στην περιοχή οφείλει να επιλύσει τις εγγενείς του αδυναμίες. Διαφορετικά, κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία του, την στιγμή που η Μέση Ανατολή διανύει περίοδο μοιραίων ανακατατάξεων.

27122017-7.jpg

Η Αμερικανίδα πρέσβειρα στα Ηνωμένα Έθνη, Nikki Haley, αναγγέλλει το βέτο των ΗΠΑ στο αιγυπτιακού σχεδιασμού ψήφισμα σχετικά με τις πρόσφατες αποφάσεις για το καθεστώς της Ιερουσαλήμ, κατά την διάρκεια της συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την κατάσταση στην Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Παλαιστίνης, στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, στις 18 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Brendan McDermid
—————————————————————————–

Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, γιατί ο πρόεδρος Τραμπ δεν επέλεξε την πεπατημένη και δεν αποφάσισε να αναβιώσει την διαδικασία του Όσλο. Και σε αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι απλή: Στην πραγματικότητα, οι συμφωνίες του Όσλο επισφράγιζαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90,για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλοι οι σημαντικοί διεθνείς παίκτες -οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ΟΗΕ– συμφώνησαν να εφαρμόσουν από κοινού ταυτόσημη πολιτική, για να επιλύσουν το πιο ακανθώδες διεθνές πρόβλημα, το Παλαιστινιακό. Τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για αυτό, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να είναι ο κυρίαρχος της διεθνούς διπλωματικής σκακιέρας.

Τώρα όμως, οι συνθήκες άλλαξαν: Η Ρωσία του Πούτιν έχει αποβάλλει οριστικά την μετασοβιετική της παρακμή και διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στα μεσανατολικά δρώμενα. Η Τουρκία του Ερντογάν -καλώς ή κακώς- αφέθηκε να δρα αναθεωρητικά σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις εγγενείς της δυσκολίες, εκφράζει αυτόνομο λόγο στο Παλαιστινιακό ζήτημα έχοντας αναλάβει δυσβάσταχτες οικονομικές δεσμεύσεις. Το Ιράν έπαψε να βρίσκεται σε απομόνωση και απέδειξε ότι, όταν το επιθυμεί, είναι πρόθυμο να εξυπηρετήσει συμφέροντα αλλότρια -ακόμα και αυτά της Δύσης-, εντάσσοντάς τα, όμως, στην δική του αναθεωρητική ατζέντα. Τέλος, η Σαουδική Αραβία, υπό την νέα της ηγεσία, ξεδιπλώνει σιγά-σιγά τις δικές της προτεραιότητες, που θα της επιτρέψουν να διατηρήσει τα κεκτημένα της.

Δεδομένων των ανωτέρω, η πάλαι ποτέ «μονοπολική» ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο, σήμερα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί. Το διάγγελμα Τραμπ δεν αποτέλεσε την αιτία, αλλά την αφορμή, που έφερε στην επιφάνεια την ήδη υφιστάμενη πολυ-πολικότητα που θα καθορίσει στο εξής την έκβαση του Παλαιστινιακού. Απόδειξη της ορθότητας αυτού του συμπεράσματος είναι οι ποικίλες αντιδράσεις που ακολούθησαν μετά το τέλος του διαγγέλματος του αμερικανού προέδρου. Κάθε παίκτης που θέλει να έχει λόγο στις επικείμενες εξελίξεις, καθόρισε την μετέπειτα στάση του.

Συγκεκριμένα :

-Ο πρόεδρος Πούτιν αφ’ ενός ξεκαθάρισε ότι η Ανατολική Ιερουσαλήμ θα αποτελέσει την πρωτεύουσα της ανεξάρτητης Παλαιστίνης˙ αφ’ ετέρου, απέφυγε να ταυτίσει τα γεωγραφικά όρια του ανατολικού τομέα της πόλης με εκείνα που ίσχυαν πριν τον πόλεμο του 1967. Όπως η εβραϊκή Ιερουσαλήμ δεν είναι ίδια με εκείνην της «πράσινης γραμμής» του 1949, το ίδιο συμβαίνει και με τον αντίστοιχο αραβικό τομέα της πόλης.

-Η Ευρωπαϊκή Ένωση, δια της Φεντερίκα Μογκερίνι, επανέλαβε την προσήλωσή της στα σύνορα του 1967 – στηρίζοντας τις παλαιστινιακές θέσεις. Συγχρόνως, έχει την επίγνωση, ότι η πολύ-πολικότητα θα είναι αυτή που θα έχει τον πρώτο ρόλο στις επερχόμενες εξελίξεις. Έτσι, θα επιδιώξει να προσδώσει πιο ενεργό ρόλο στην Αίγυπτο και την Ιορδανία, ως επίσης και στην Νορβηγία – στο ‘μακρύ χέρι’ των Βρυξελλών στην Δυτική Όχθη και στην Γάζα. [5]
-Η Τουρκία για ακόμα μια φορά αξιοποιεί την αραβοϊσραηλινή διένεξη για να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην περιοχή. Ο πρόεδρος Ερντογάν, σαν ένας νέος Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, αυτόκλητα αναλαμβάνει να προστατεύσει την «χαμένη αραβική τιμή». Ωστόσο, παρά την έξυπνη επικοινωνιακή της τακτική, η Τουρκία ποτέ δεν ξεχνά ότι συνεχίζει να ανήκει στην Δύση. Όπως εξυπηρέτησε τα Δυτικά συμφέροντα προσεταιριζόμενη επικοινωνιακά τον αραβικό κόσμο κατά την εποχή του Συμφώνου της Βαγδάτης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κινείται και σήμερα. Όσο για τις συνήθεις δραματικές δηλώσεις Ερντογάν, καλό θα είναι να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι οι πόλεμοι δεν διεξάγονται με δηλώσεις.
-Η Σαουδική Αραβία παρατηρεί μέχρι ποίου σημείου θα φτάσει η μουσουλμανοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Εάν ο νέος της ηγέτης, Μωχάμαντ Μπιν Σαλμάν, καταφέρει να διατηρήσει τον πολιτικό έλεγχο της χώρας του, είναι ζήτημα χρόνου να αναδιατυπώσει το σαουδαραβικό σχέδιο ειρήνευσης του Παλαιστινιακού της δεκαετίας του ’80. Θα έχει ενδιαφέρον ποια στάση θα υιοθετήσει η Ουάσινγκτον σε μια τέτοια σαουδαραβική πρωτοβουλία, που θα είναι ικανή να εξουδετερώσει όχι μόνο τις επικοινωνιακές επιδιώξεις της Άγκυρας, αλλά και έναν ακόμα αυτόκλητο βοηθό του παλαιστινιακού λαού: Το σιιτικό Ιράν.

Έτσι, το διάγγελμα Τραμπ έγινε αφορμή να διατυπωθούν δημόσια οι ποικίλες δυναμικές. Με αυτόν τον τρόπο ξεδιπλώνεται μπροστά μας χρήσιμος διπλωματικός χρόνος, έως ότου οι ΗΠΑ ανακοινώσουν την δική τους νέα πρόταση για την επίλυση του Παλαιστινιακού –κάτι που φημολογείται ότι θα συμβεί τον ερχόμενο Μάρτιο.

Εάν υπάρχει κάτι θετικό σε όλα αυτά τα γεγονότα που σφραγίζουν το 2017, είναι ότι το Παλαιστινιακό έπαψε να αποτελεί ένα πρόβλημα ξεχασμένο. Μάλιστα, όλα δείχνουν ότι αυτή την φορά, το δύσκολο ζήτημα της Ιερουσαλήμ δεν θα αφεθεί στην τύχη του. Και αυτή η εξέλιξη δεν είναι απαραίτητα κακή.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Isaac Alteras, Eisenhower and Israel. US-Israeli Relations, 1953-1960 (Gainesville: University Press of Florida, 1993), 11.
[2] Yosef Govrin “Yakhasei Israel-Brit ha’Moatzot. Mi-kinun Israel (1948) ad peruk Brit ha’Moatzot (1990)” στο Moshe Yeger, Yosef Govrin, Arieh Oded eds. Misrad ha’Khutz-50 ha’Shanim ha’Rishonot (Jerusalem: Keter, 2002), 445-458.
[3] Israel State Archives/RG93/MFA/8692/5 Τμήμα Ερευνών (518/11.7.1952) Αντιδράσεις των ξένων κυβερνήσεων στην απόφαση μεταφοράς του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών στην Ιερουσαλήμ. Πρβλ. Άγγελος Βλάχος, Μια Φορά κι Έναν Καιρό Ένας Διπλωμάτης (Αθήνα: Εστία, 1999 – Τόμος Δ’), 60-63.
[4] State of Israel – Government Yearbook 5714 [1953-1954] (Jerusalem: Government Printer, 1953), 162. Πρβλ. Αμίκαμ Ναχμάνι, Ισραήλ, Τουρκία και Ελλάδα: Ταραγμένες Σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο (Αθήνα: Παπαζήσης, 2003), 292-306.
[5] Τοποθέτηση της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ για θέμα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, Federica Mogherini ενώπιον της Ολομελείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 12.12.2017, όσον αφορά το διάγγελμα της 6.12.2017 του Αμερικανού προέδρου: http://bit.ly/2BWx1sQ

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

«Ο Ερντογάν παρέχει ασυλία στους υποστηρικτές του και καταδιώκει την ναυαρχίδα του κεμαλισμού Cumhuriyet»

3

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου  [email protected]  www.kalkis.eu

«Από τότε που έγινε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, η καταστολή υπό την ηγεσία του Ερντογάν δεν χαρίζεται σε κανέναν. Αδυνατεί εντούτοις να κρύψει την πραγματική αδυναμία της εξουσίας του». Aυτή είναι η εκτίμηση του κύριου άρθρου (Editorial) του ηλεκτρονικού LE MONDE στις 26-12-2017. Πρόκειται για μια ατελείωτη εκκαθάριση αντιφρονούντων στον Τούρκο πρόεδρο ο οποίος χαρακτήρισε «δώρο Θεού» το εν λόγω πραξικόπημα οπερέτα που έγινε από 1.000 άτομα, περίπου 50 τεθωρακισμένα οχήματα και άλλα τόσα αεροπλάνα, κατά την γαλλική εφημερίδα. Του έδωσε την ευκαιρία να θωρακιστεί  ακόμα πιο αμείλικτα έναντι του Κράτους και να συντρίψει έτσι οποιαδήποτε αντιπολίτευση στο όνομα της «πάλης ενάντια στην τρομοκρατία».

Σε προηγούμενο άρθρο μου στις Ανιχνεύσεις στις 25-12-2017 αναφέρθηκα στις συνεχιζόμενες μαζικές απολύσεις του προσωπικού της τουρκικής δημόσιας διοίκησης και στις φυλακίσεις δημοσιογράφων : http://www.anixneuseis.gr/?p=181327. Όμως αυτές δεν ήταν αρκετές. Η κυβέρνηση του Ερντογάν προετοιμάζεται να περάσει ένα νομοσχέδιο που θα παρέχει ασυλία στους πολίτες οπαδούς του που πήραν τον νόμο στα χέρια τους ενάντια στους  πραξικοπηματίες, σύμφωνα με την ίδια δημοσιογραφική πηγή.  Χωρίς να φοβάται μήπως αυτό προωθήσει το αίσθημα της ατιμωρησίας των υποστηρικτών του αρχηγού του τουρκικού κράτους ή να επιδεινώσει το κλίμα φόβου που βασιλεύει στην Τουρκία. Ακόμα και ο πρώην πρόεδρος Abdullah Gül, συνιδρυτής με τον Ερντογάν του κυβερνώντος ισλαμικού κινήματος AKP, δήλωσε δημόσια τη δυσαρέσκειά του σχετικά παρά τη συνήθη μετριοπάθειά του. Η καταπίεση υπό την ηγεσία του Ερντογάν δεν απάλλαξε κανέναν. Πρώτα, στόχευσε τους πρώην συμμάχους της ισχυρής ισλαμιστικής αδελφότητας που ίδρυσε ο Fethullah Gülen, πρόσφυγας ιμάμης στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ. Στη συνέχεια, οι κούρδοι μαχητές και το κόμμα τους μπήκαν συστηματικά στο στόχαστρο, με τους 2 συμπροέδρους και καμιά δεκαριά βουλευτές να φυλακίζονται. Τέλος, η αριστερή αντιπολίτευση και οι «κεμαλιστές» δεν απαλλάχθηκαν, όπως αποδεικνύεται από την οργή της εξουσίας κατά της καθημερινής εφημερίδας Cumhuriyet (που ίδρυσε ο Κεμάλ το 1924), αλλά και κατά των φιλελεύθερων διανοουμένων, των ΜΚΟ ή των προσωπικοτήτων της κοινωνίας των πολιτών, όπως ο ακτιβιστής επιχειρηματίας Osman Kavala. Ο τελευταίος οδηγήθηκε στην φυλακή, ενώ θα δικαστεί με τις κατηγορίες παραβίασης του συντάγματος, αλλά και της προσπάθειας ανατροπής της κυβέρνησης, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Ανατολή. Η δίκη παρωδία της  εφημερίδας «Cumhuriyet» διεξήχθη στις 25-12-2017 και δείχνει τη φίμωση της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία. Κατά τη δίκη υπήρξε μια έντονη ανταλλαγή διαξιφισμών μεταξύ του κατηγορούμενου Ahmet Sik και του δικαστή της Κωνσταντινούπολης ο οποίος τον απέβαλε από την δικαστική αίθουσα. Μιλώντας στο δικαστήριο, ο εν λόγω δημοσιογράφος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «αντιμετωπίζει ως τρομοκράτες τους μη ομοϊδεάτες της» και τη «δικαιοσύνη ότι είναι ελεγχόμενη από την εξουσία» για να απαγγέλλει «παράλογες κατηγορίες». «Αρκεί- Αρκεί! Αν θέλετε να κάνετε πολιτική, να γίνετε βουλευτής! (…) Δεν μπορώ να αφήσω τον κατηγορούμενο να συνεχίσει έτσι. Βγάλτε τον έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου», δήλωσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου Abdurrahman Orkun Dag. Το δικαστήριο αποφάσισε την προσωρινή κράτηση του προϊσταμένου της εφημερίδας Akin Atalay, του αρχισυντάκτη της Murat Sabuncu, του δημοσιογράφου έρευνας Ahmet Sik, ο οποίος είναι φυλακισμένος επί 360 ημέρες και τον λογιστή της Emre Iper, σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του ηλεκτρονικού Le Monde.fr και του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP) στις 25-12-2017. Η δίκη έχει αναβληθεί για τις 9 Μαρτίου 2018 και θα διεξαχθεί στη φυλακή Silivri (παλαιά Σηλυβρία) στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. «Αυτή η δίκη είναι σύμβολο των προσπαθειών για την κατάπνιξη της ελευθερίας της έκφρασης στην Τουρκία σήμερα. Είναι το σύμβολο των πιέσεων που ασκούνται στους δημοσιογράφους», δήλωσε η συνήγορος των κατηγορουμένων Gülendam San Karabulutlar στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (Agence France-Presse).

Η παράνομη κράτηση δημοσιογράφων με αβάσιμες κατηγορίες τους στερεί την ελευθερία τους, αλλά και την ίδια την τουρκική κοινωνία από έναν ισχυρό δημόσιο διάλογο. Ο τύπος που είναι αντάξιος του ονόματός του αποτελεί μια αναγκαιότητα όσο υπάρχει δημοκρατία ή μια κυβέρνηση βασισμένη σε ένα ελάχιστο επίπεδο συγκατάβασης. Οι πολίτες δεν μπορούν να κάνουν ορθές επιλογές και να συμμετέχουν πλήρως στην πολιτική, αν δεν έχουν πρόσβαση σε ολοκληρωμένες πληροφορίες και διαφορετικές απόψεις που παρέχονται από ελεύθερα, αξιόπιστα και πλουραλιστικά μέσα ενημέρωσης.

Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για τη «Δημοκρατία» του Ερντογάν.

Ο Άλκης Καλλιαντζίδης είναι Οικονομολόγος.

 

 

 

 

Dieu est-il mort ou ressuscité ?

0

par Michel Cool   Le Monde Diplomatique

En 2000, Dieu figure dans la rubrique nécrologique du magazine libéral anglo-saxon « The Economist ». En 2009, deux journalistes de cet hebdomadaire relèvent au contraire, dans un best-seller outre-Atlantique, un regain de la foi religieuse dans le monde. Les religions sont-elles en train de mourir ou de renaître ?

↑ 

PNG - 181.6 ko
Religions majoritaires à la fin du XXe siècle

La thèse de la sécularisation ou du déclin des religions procède d’une vision européenne. Elle s’est développée au XIXe siècle, avec le fondateur de la sociologie moderne, Max Weber, pour théoricien, et les fameux « maîtres du soupçon », Karl Marx, Friedrich Nietzsche et Sigmund Freud.

Ce phénomène qu’ils interprétaient comme une avancée de la modernité a pourtant commencé bien avant le siècle des Lumières et la révolution industrielle. Il s’est poursuivi au XXe siècle et s’est même accéléré dans des pays de tradition chrétienne.

En Espagne et en Italie, les crucifix dans les écoles font débat. En Pologne, le magistère moral de l’Eglise catholique peine à contenir la libéralisation des moeurs. En France, le catholicisme jouit encore d’un grand poids dans la première partie du XXe siècle, mais sa perte d’audience s’accentue à partir des années 1970. De 87 % de la population française se déclarant catholique en 1972, on passe en une vingtaine d’années à 65 %, et le nombre des pratiquants tombe de 20 % à 4,5 %.

La séparation entre les pouvoirs civil et religieux a tendu à se renforcer durant tout le XXe siècle. Malgré la « nouvelle évangélisation » lancée par Jean-Paul II en 1978, la chute du nombre des fidèles et des séminaristes n’a pu être enrayée.

Enfin, la déconnexion entre religieux et culture s’est accrue. Ainsi, de plus en plus de parents prénomment leurs enfants sans se référer aux saints du calendrier.

PNG - 158.6 ko
Rôle politique de la religion

La sécularisation gagne toutes les régions urbanisées de la planète. Mais, en dehors de l’Europe, la modernisation ne réduit pas la religion. Bien au contraire, elle favorise sa croissance. Cette thèse, développée dans les pays anglo-saxons, s’appuie sur un constat historique : les sociétés américaines, asiatiques, africaines sont plus religieuses que les sociétés européennes.

Aux Etats-Unis, mais aussi au Brésil et en Corée, les constructions de « mégatemples » connaissent un essor spectaculaire. Dans tous les pays émergents, de Sao Paulo à Shanghaï, les Eglises évangéliques et les sectes prolifèrent.

Autre explication de ce foisonnement religieux, l’individualisation de l’acte de croire, qui caractérise le pluralisme contemporain, tire bénéfice de la révolution technologique. La mise en réseau des religions sur Internet aide celles-ci à développer leur « marché ». Par exemple, des juifs de la diaspora peuvent envoyer leurs prières par fax au Mur des lamentations, à Jérusalem. Les religions offrent des repères stables dans un contexte de mondialisation qui a fait éclater les notions de temps et d’espace.

PNG - 155.7 ko
Liberté de croyance, selon les Etats-Unis

Il faut, néanmoins, nuancer. La vision « européenne » du déclin des religions s’appuie sur l’affaiblissement numérique des pratiquants et sur la perte d’influence des institutions religieuses. Elle explique la montée des fondamentalismes par un refus de la marginalisation. Ses partisans se crispent sur le comportement identitaire d’une minorité de musulmans, alors que leur majorité est sécularisée comme les autres croyants.

Pour contrer ce « retour du religieux » sont préconisées, en France notamment, une réhabilitation des valeurs républicaines et une réaction salutaire de l’Etat laïque. Mais, particulièrement en ce qui concerne la société française, la croyance en l’idée de nation, de république, semble également s’être estompée dans les esprits dans le dernier quart du XXe siècle.

Regain de foi

L’autre thèse, plutôt anglo-saxonne, concernant ce regain de la foi l’attribue aux besoins de sens et de relations sociales qu’éprouve l’individu moderne. En Occident, les tentatives pour promouvoir le dialogue entre les religions sont nombreuses, et le Royaume-Uni se situe au premier rang. Cependant, à l’aube du XXIe siècle, les formes de religion les plus prospères sont aussi, quelles que soient les confessions, les plus irrationnelles et les moins tolérantes. En découlent une multitude de tensions et de conflits ethno-religieux menaçant la paix dans plusieurs régions du monde.

Cette politisation de la foi indique combien sont fragiles à notre époque les instances civiles et religieuses, traditionnellement pourvoyeuses de sens et de régulation. C’est le versant le plus inquiétant de la nouvelle visibilité acquise par les religions dans l’espace public.

Michel Cool

Journaliste, ancien directeur de l’hebdomadaire Témoignage chrétien, Paris.

Les cartes et figures ont été réalisées par Philippe Rekacewicz et Cécile Marin avec le concours de Dario Ingiusto et d’Agnès Stienne.

https://www.monde-diplomatique.fr/publications/l_atlas_histoire/a54053

PENSER LA TRANSITION

0

Le nouveau-magazine-litteraire.

Le revenu universel doit passer du statut d’utopie à celui de banalité, explique Julien Bayou au Nouveau Magazine Littéraire.

Notre protection sociale a été pensée et financée sur le mythe du plein emploi, ce qui à l’époque était une exception. Des personnes faisaient quarante ans dans la même boîte, tant mieux pour elles. Mais c’étaient les Trente Glorieuses, et ce n’est pas la norme, c’est l’exception. Car ces Trente Glorieuses se sont construites sur la croissance due à la destruction de la planète ou à l’exploitation de peuples colonisés (on parlerait aujourd’hui d’esclaves modernes). Il faut penser la transition. C’est pour cela que le revenu universel, nous pouvons le financer et il faut le faire graduellement.

 

C’est peut-être une utopie, mais ce qui m’a séduit c’est de la rapprocher avec la lutte très immédiate contre la pauvreté : commencer par le RSA automatique, que les personnes qui doivent le toucher le touchent, l’étendre aux 18-25 ans puis, peut-être, demain, aux agriculteurs, aux mères célibataires…

J’ai vécu en squat et je sais à quel point donner six mois de répit, même précaire, à une mère célibataire, c’est essentiel pour les enfants, leur scolarité, leur santé. C’est pour cela qu’on doit s’organiser. Le revenu universel permet aussi de travailler moins, de choisir son travail. C’est l’avenir, c’est le projet de civilisation, et chacun doit faire sa part. Il faut juste se dire qu’aujourd’hui notre système ne fonctionne pas et ne pas avoir de complexe. Il y a du chômage, du mal-être au travail, de la dette (on détruit la planète), donc on doit envisager autre chose. Les personnes qui ont proposé notre protection sociale il y a cent cinquante ans sont passées pour des tarées lorsqu’elles ont dit aux ouvriers qu’ils se tuaient au travail, qu’ils allaient s’arrêter au bout d’un moment, que les employeurs allaient cotiser pour la couverture “accident du travail”. Et puis, petit à petit, ce système s’est imposé et il est devenu banal. C’est ce que nous devons faire : rendre le revenu universel banal pour nos petits-enfants.

Julien Bayou

15/12/2017

Militant associatif, conseiller régional d’Île-de-France et porte-parole du parti Europe Écologie Les Verts.

Photographie. Shames fait entrer les Black Panthers dans l’Histoire

0

MAGALI JAUFFRET

MARDI, 21 NOVEMBRE, 2017
L’HUMANITÉ

Panthers on Parade, Oakland (Californie), le 28 juillet 1968. Stephen Shames/Courtesy Stephen Kasher Gallery

À la Maison de la photographie Robert-Doisneau, à Gentilly, la rétrospective Stephen Shames montre, depuis les années 1960, les fractures de l’Amérique.

C’était du temps où le mouvement révolutionnaire des Blacks Panthers, créé en 1966 à Oakland, au cœur du ghetto noir de San Francisco, inquiétait les États-Unis, avec son programme réclamant la fin des discriminations, des crimes racistes, avec ses meetings pleins à craquer, ses distributions de nourriture dans les écoles, ses cliniques médicales gratuites, ses patrouilles de contrôle de la police, le charisme de ses chefs.

Un photographe blanc, Stephen Shames, alors étudiant sur le campus de Berkeley, fut le seul à bénéficier de sa confiance au point de pouvoir, de l’intérieur, le photographier. Première image en immersion le 15 avril 1967. Comme le dit aujourd’hui son auteur, « ils aimaient mes photos car les Panthers avaient compris que l’Amérique est un monde où le média est roi. Ils avaient compris que les images sont importantes et surtout l’image qu’ils voulaient promouvoir d’eux-mêmes ».

Un sujet qui reste d’actualité

Sur les cimaises de la Maison de la photographie Robert-Doisneau, ce qui saute aux yeux, c’est la forte actualité politique de cette enquête sur la question raciale, toujours pas réglée aujourd’hui. Ce photographe, dont les archives sont déposées à l’université d’Austin, aux États-Unis, était là à chacun des événements marquants, parfois tragiques, de l’épopée des Panthers pour conquérir leurs droits : les manifestations, nombreuses, dans les années 1970, contre l’incarcération de Huey Percy Newton, écrivain afro-américain cofondateur du mouvement, jeté en prison après avoir été accusé de l’homicide d’un policier, avant d’être acquitté pour légitime défense ; le portrait de Bobby Seale, incarcéré à San Francisco dans le cadre de l’affaire des Chicago Eight ; les funérailles de George Jackson, abattu en détention.

La force de Stephen Shames vient aussi de ce qu’il documente le contexte : la barricade au siège des Panthers pendant le procès de Bobby Seale, la candidature d’Eldridge Cleaver à la présidentielle pour le Peace and Freedom Party, qui lutte contre la guerre au Vietnam, au cours de laquelle quelque 50 000 marines noirs perdront la vie, le quotidien de la communauté venue chercher à manger lors des collectes alimentaires ou diffusant le journal dans la rue.

Des images qui entrent dans l’histoire

« C’est moi qui ai fait la plupart des photos qui existent aujourd’hui des Panthers, dit Stephen Shames. C’est un témoignage humain. Mais, à l’époque, je ne m’en rendais pas compte. Je faisais juste des photos. Si vous vivez assez longtemps, vos photos entrent dans l’histoire. »

L’exposition, sous le commissariat de François Cheval et Audrey Hoareau, vaut aussi par le fait qu’elle est rétrospective. Et peut-être s’intéresse-t-on plus à l’écriture de Stephen Shames dans cette autre partie où, s’inscrivant dans la lignée de Jacob Riss, qui se servait du médium pour dénoncer et changer le monde, il suit la jeunesse du Bronx jusque dans ses jeux les plus dangereux, les adolescents jusqu’en prison et les enfants victimes de la pauvreté. « S’en dégage, écrit François Cheval dans le catalogue, une vie ardente, parfois embrasée, qui est celle de l’Amérique contemporaine. Grâce au généreux entêtement de certains photographes, dont Stephen Shames, il est encore loisible de penser que la photographie peut nous faire accéder à ce sentiment rare : l’attentive gravité. »

« Stephen Shames. Une rétrospective ». Jusqu’au 14 janvier 2018, Maison de la photographie Robert-Doisneau, 1, rue de la Division-du-Général-Leclerc, 94250 Gentilly. www.maisondoisneau.agglo-valdebievre.fr
Rubrique culture, photographie
https://humanite.fr/photographie-shames-fait-entrer-les-black-panthers-dans-lhistoire-645833

Pablo Servigne : « La loi du plus fort est un mythe »

0
ENTRETIEN  26/12/2017   Alternatives-Economiques
Pablo ServigneChercheur indépendant, ingénieur agronome et docteur en biologie.

Les biologistes Pablo Servigne et Gauthier Chapelle viennent de publier « L’entraide, l’autre Loi de la Jungle » (Ed. Les Liens qui Libèrent) et démontrent, nombre d’études scientifiques sur le monde vivant à l’appui, que l’entraide, la coopération, la solidarité jouent un rôle déterminant dans l’évolution et qu’il en est de même chez les humains. Démonstration.

Dans votre dernier livre « L’Entraide, l’autre loi de la jungle », vous montrez que la mythologie de « la loi du plus fort », qui a fait émerger une société devenue toxique, n’a finalement pas de fondements solides dans le monde du vivant…

On nous a fait croire pendant des siècles que la compétition était naturelle, et que c’était la seule loi du monde vivant. On nous a aussi fait croire qu’il était bon que notre société se soumette à cette « loi ». Or, non seulement la compétition poussée à l’extrême est invivable pour les individus et dangereuse pour la survie d’une société, mais nous nous sommes rendu compte que l’entraide jouait un rôle majeur dans l’évolution biologique et dans les interactions entre les êtres vivants.

« Nous nous sommes rendu compte que l’entraide jouait un rôle majeur dans l’évolution biologique et dans les interactions entre êtres vivants »

Gauthier Chapelle et moi, qui sommes naturalistes et biologistes de formation, et qui avons cette sensibilité à l’égard du vivant depuis tout petit, avions cette intuition que cela ne se passait pas comme ça dans la nature. Nous avons réuni de nombreux travaux scientifiques pour montrer l’importance de l’entraide, pour arriver à avoir une vision globale de cette « autre loi de la jungle ».

La tâche est ardue car l’idéologie de la compétition généralisée est très puissante. Disons que nous nous attaquons là à un mythe, à une croyance inconsciente. Faites l’expérience : demandez autour de vous si l’être humain est naturellement égoïste ou altruiste… Les gens répondent en général, par réalisme, « égoïste ». Le contraire serait vu comme naïf. C’est une croyance profondément ancrée en nous.

« La tâche est ardue car l’idéologie de la compétition généralisée est très puissante »

En travaillant sur les fourmis pendant mes années de recherche, j’ai découvert la socialité chez les animaux, je me suis ensuite intéressé aux plantes, aux arbres, aux bactéries, aux champignons, etc. Puis, je me suis permis en tant que biologiste d’empiéter sur les sciences humaines, ce qui était au début assez délicat car elles n’aiment pas que les biologistes viennent fourrer leur nez dans leurs affaires, et surtout car la bibliographie est immense ! Nous avons réuni sur ce sujet environ 300 livres et plus de 4 000 articles scientifiques, toutes disciplines confondues. Ce qui nous intéressait était l’approche transdisciplinaire. C’était d’aller comprendre le principe de toutes ces forces qui associent les êtres vivants – par opposition à toutes celles qui les séparent (compétition, égoïsme, agression, etc.). Ce qui rassemble, c’est l’entraide, la solidarité, les mutualismes, la coopération, l’altruisme, l’empathie…

Quelle est la portée de ces forces ?

Nous avons trouvé tellement d’exemples. Des manchots qui se regroupent pour résister au froid, aux lionnes qui chassent ensemble, en passant par les arbres qui redistribuent des nutriments aux plus faibles via un champignon racinaire, ou encore les millions d’associations entre espèces comme la pollinisation ou les fourmis qui défendent un arbre dans lequel elles logent et qui produit de la nourriture pour ses gardiennes. Les exemples sont infinis car tous les êtres vivants, je dis bien tous, sont impliqués dans plusieurs relations mutualistes. La coopération et l’entraide n’ont absolument rien d’anecdotiques, elles sont partout et depuis la nuit des temps. C’est même un moteur de l’évolution. Plus qu’une « loi de la jungle » – mais je n’aime pas trop cette expression qui suggère que nous devrions nous y soumettre –, l’entraide est réellement un grand principe du vivant.

« Le grand public n’a pas accès à ces études, et même dans les universités, il est rare d’en entendre parler, surtout dans les facs d’économie qui sont tournées vers la compétition »

Cela fait du bien de savoir cela. Mais le problème est que le grand public n’a pas accès à ces études, et même dans les universités, il est rare d’en entendre parler, surtout dans les facs d’économie qui sont tournées vers la compétition. Notre société est donc devenue extrêmement compétente en compétition.

Le sujet de notre livre était d’apporter une pierre à l’édifice d’une culture de la coopération, pour que notre société redevienne aussi compétente en coopération et en altruisme. Il ne suffit plus de compter sur le bon sens et l’intuition pour faire société. Nous devons réellement devenir compétents dans ce domaine. Lorsqu’il y aura des business schools entièrement dédiées à la coopération, avec des prix Nobel récompensant des recherches sur l’altruisme, alors là, on pourra parler sérieusement d’un projet de société.

Comment créer de la coopération dans un groupe ?

Nous parlons ici des humains. Il y a trois ingrédients majeurs à réunir pour faire en sorte que la coopération émerge au sein d’un groupe. Trois sentiments que les individus doivent ressentir : 1) Le sentiment de sécurité – notamment par rapport à qui appartient au groupe et qui est à l’extérieur (les règles que le groupe se donne doivent absolument être respectées) ; 2) Le sentiment d’égalité et d’équité, car un sentiment d’inégalité ou d’injustice est extrêmement toxique pour la cohésion d’un groupe, il provoque des comportements antisociaux et le retrait des gens. Quand la membrane de sécurité disparaît et que le sentiment d’injustice apparaît, tout le monde se recroqueville dans sa petite coquille et on retombe dans la compétition entre individus, la peur et la méfiance. 3) Le sentiment de confiance. Quand on arrive à créer de la confiance, quand les individus n’ont plus peur d’être moqués ou rejetés, le stress diminue, et l’énergie consacrée à la méfiance peut être dirigée pour le bien du groupe, et cela génère plus d’authenticité. Cela fait des groupes plus puissants.

Mais il y a un risque à tout cela : plus on pousse la cohésion du groupe, plus on peut aller vers des phénomènes d’exclusion de ce qui n’appartient pas au groupe, une fermeture du groupe. Une ultra-coopération intra-groupe peut générer une ultra-compétition inter-groupes. Voilà l’un des écueils de l’entraide. Ce n’est pas un monde tout rose, ni une panacée ! On peut très bien s’entraider pour massacrer son voisin. Ce que nous décrivons là sont quelques mécanismes de l’entraide humaine.

Dans votre précédent livre « Comment tout peut s’effondrer », vous abordiez le délicat sujet d’un possible effondrement de notre société. Comment en êtes-vous arrivés à cette idée ?

J’ai quitté le monde académique en 2008, j’y étudiais le comportement des fourmis, mais je sentais bien que cela n’allait pas résoudre les problèmes de la planète… J’ai donc continué à compiler les travaux scientifiques mais dans un but d’éducation populaire. J’ai notamment travaillé, suite à un rapport pour le Parlement européen en 2013 sur la question de l’avenir des systèmes alimentaires en Europe, et j’ai conclu qu’ils pouvaient s’effondrer dans la décennie à venir, ce qui a donné un livre « Nourrir l’Europe en temps de crise. Vers des systèmes alimentaires résilients », (Ed. Babel, Actes Sud, 2017). Puis, avec un ami Raphaël Stevens, nous avons tiré le fil et nous nous sommes passionnés pour cette question de l’effondrement de notre civilisation. Nous avons réuni un important faisceau d’indices et de nombreuses études sérieuses, que nous avons compilés dans « Comment tout peut s’effondrer » (Ed. du Seuil, 2015).

« Notre intuition est que cet effondrement a déjà commencé et que c’est difficile de l’arrêter. Il ne s’agit plus maintenant d’essayer de l’éviter »

Notre intuition est que cet effondrement a déjà commencé, et que c’est difficile de l’arrêter. Je pense qu’on va le vivre, et qu’il ne s’agit plus maintenant d’essayer de l’éviter, mais de le vivre le mieux possible. Pour prendre une métaphore : un grand arbre est en train de tomber, on peut passer son énergie à essayer de le retenir, mais pour moi, c’est vain, c’est du gaspillage. Il vaut mieux essayer de mettre son énergie dans les jeunes pousses. Cette métaphore un peu gentille cache en fait des réalités plus sombres, il est fort possible que les années à venir soient très dures.

Mais attention, accepter l’idée d’un effondrement ne veut pas dire ne rien faire. Au contraire, c’est redevenir réaliste, c’est se donner enfin le pouvoir faire des choses concrètes, pour préparer le monde d’après. Pour moi, l’utopie, c’est aujourd’hui de penser que tout va continuer comme avant. Nous sommes vraiment en train de changer de monde.

Est-on déjà presque dans le mur ?

Il n’y a pas vraiment de mur. On est dans une voiture qui non seulement accélère (c’est l’anthropocène), mais elle n’a plus d’essence (la fin prochaine des énergies fossiles), elle est sortie de la route (perturbation des systèmes climatiques et des écosystèmes) et elle dévale la pente dans le brouillard avec plein d’obstacles. On continue à appuyer sur l’accélérateur, avec la jauge de l’essence qui indique que l’on est sur la réserve. Et pour couronner le tout, le volant est bloqué par une gigantesque inertie sociétale. Nous sommes coincés sur cette trajectoire. C’est terrible ! Tout cela ne peut que mal finir.

Le livre sur l’entraide était-il une réponse à cet effondrement à venir ?

En quelque sorte, oui, même si nous le préparions depuis bien avant toute cette histoire d’effondrement. Mais il est vrai que depuis quatre ou cinq ans, depuis que nous donnons des conférences sur les catastrophes globales, nous avons remarqué que tous les milieux se posent la question du chaos social : ne risque-t-on pas de tous s’entre-tuer ? Ce n’est pas seulement d’une lubie de cercles d’écologistes restreints, il s’agit vraiment d’une idée qui est dans l’air. Nous avons été invités par des partis politiques, des grandes administrations, nous sommes contactés par des artistes, des militaires, des professeurs d’université, des syndicats, des chefs d’entreprise… Je peux vous assurer que certaines personnes dans les sphères haut placées y croient réellement.

« Depuis que nous donnons des conférences sur les catastrophes globales, nous avons remarqué que tous les milieux se posent la question du chaos social »

Le problème est que les gens sont persuadés que la nature – et par extension la nature humaine – est compétitive, égoïste et violente. Ils pensent que si les gouvernements disparaissent, on va retrouver un état soi-disant « sauvage », c’est-à-dire selon le mythe, une lutte de tous contre tous, violente et brutale. Mais c’est une croyance !

Pourquoi cette croyance s’est-elle déployée ?

Il y a eu bien sûr l’institutionnalisation de la compétition, avec la montée en puissance du néolibéralisme depuis un demi-siècle, mais on peut remonter au début du capitalisme, en pleine Angleterre victorienne où les théories de Darwin ont été interprétées dans le sens de la « loi du plus fort » en particulier par Herbert Spencer, et ce que Darwin n’a jamais dit.

« La naissance du libéralisme était basée sur la croyance que le monde sauvage était forcément égoïste et sanglant »

Mais avant cela, le philosophe Jean-Claude Michéa propose l’hypothèse que ce sont les décennies de guerres de religion du Moyen-Age qui ont traumatisé les Européens et que les philosophes de l’époque ont alors créé un système politique à l’éthique minimale, qui devait juste cadrer nos pulsions égoïstes et agressives par le marché et par un Etat fort. C’était la naissance du libéralisme, basé sur la croyance que le monde sauvage était forcément égoïste et sanglant.

Et dans la nature ?

C’est tout bonnement incroyable. Nous nous sommes rendu compte avec Gauthier Chapelle, que partout dans l’éventail du vivant, des humains aux champignons, du phytoplancton aux arbres, en passant par les animaux et les bactéries, plus le milieu était hostile et difficile, plus l’entraide émergeait. Inversement, plus le milieu était abondant et riche, plus la compétition se déployait. C’est totalement contre-intuitif.

Par exemple à la montagne, en fond de vallée, là où il fait bon vivre, les pins et les sapins sont en compétition, mais en altitude, là où il fait froid et où les nutriments sont plus rares, ils s’entraident. Pareil pour deux souches de levures qui se font la guerre lorsqu’elles vivent dans un milieu d’abondance, et s’entraident, voire forment une symbiose lorsqu’on appauvrit expérimentalement le milieu.

« En fond de vallée, là où il fait bon vivre, les pins et les sapins sont en compétition, mais en altitude, là où il fait froid et où les nutriments sont plus rares, ils s’entraident »

A la réflexion, tout cela est logique. Le fait de vivre dans l’abondance permet le luxe de pouvoir dire à son voisin : « Je n’ai pas besoin de toi, je peux vivre seul. » L’individualisme est vraiment un luxe. Seule notre époque démesurément riche grâce aux énergies fossiles a pu développer de tels niveaux d’individualisme. La richesse crée le sentiment d’indépendance, ce qui est très toxique à long terme pour la vie sociale, et pour la vie en général. Il est bien plus sain et résilient de cultiver un sentiment d’interdépendance, avec les autres humains, et aussi avec les non-humains.

Le problème n’est donc pas la pénurie qui arrive, car les humains savent gérer cela depuis des centaines de milliers d’années. Le problème, c’est d’arriver dans les pénuries avec une culture de la compétition et de l’égoïsme.

« Le problème, c’est d’arriver dans les temps de pénuries avec une culture de la compétition et de l’égoïsme »

En fait, dans la nature, ceux qui ne s’entraident pas meurent les premiers, tout simplement. Ceux qui survivent ne sont pas forcément les plus forts, ce sont ceux qui s’entraident. Nous redécouvrons un grand principe de l’évolution du vivant. Ce principe nous fait dire avec Gauthier Chapelle que nous arrivons dans l’âge de l’entraide. Non pas que tout le monde va s’entraider, mais il est certain que les groupes les plus coopératifs survivront aux tempêtes, comme cela a été le cas pendant des millions d’années. Les tempêtes qui arrivent annoncent tout simplement la fin de l’individualisme.

Dans votre livre, vous parlez de « nouvelle sociobiologie », en quoi est-elle différente de celle des années 1970 ?

L’ancienne sociobiologie des années 1970 a effectivement déclenché une importante polémique en justifiant une idéologie inégalitaire et raciste – reprise en France par la Nouvelle droite. L’hypothèse scientifique était que l’altruisme naissait de la proximité génétique entre individus. On aidait ceux qui nous ressemblaient génétiquement. Imaginez cela appliqué aux humains ! Mais en 40 ans, l’hypothèse n’a pas vraiment été confirmée.

Aujourd’hui, la « nouvelle sociobiologie » prend l’exact contre-pied théorique. Certains biologistes, dont le célèbre Edward O. Wilson lui-même [le fondateur de la sociobiologie dans les années 1970], ont redécouvert l’idée que ce ne sont pas les gènes qui sont à l’origine de l’altruisme et l’entraide, mais plutôt l’influence du milieu hostile. Ils ont aussi redécouvert une intuition qu’avait déjà eu Darwin, le fait que ce sont les groupes les plus coopératifs qui survivent mieux. C’est un principe qu’avaient déjà énoncé Darwin et aussi le grand géographe et anarchiste russe Pierre Kropotkine vers la fin du XIXe siècle. Mais la science du XXe siècle a oublié cela en se concentrant uniquement sur la génétique et la sélection individuelle.

« Ce ne sont pas les gènes qui sont à l’origine de l’altruisme et l’entraide, mais plutôt l’influence du milieu hostile »

Plus précisément, la nouvelle sociobiologie énonce que l’évolution est un équilibre entre deux forces : au sein des groupes, ce sont les égoïstes qui s’en sortent le mieux, ils se répandent mais finissent par détruire la cohésion des groupes. En même temps, ce sont les groupes les plus coopératifs qui survivent le mieux. Un équilibre s’opère entre ces deux forces opposées, c’est très beau. Cela explique que dans la nature, on retrouve tout un continuum, entre l’égoïsme et l’altruisme, avec un curseur qui se déplace en fonction des milieux.

Il ne faut donc pas rejeter la compétition ?

Non, pas du tout, c’est aussi un grand principe du vivant. Il ne s’agit pas de nier que la compétition existe dans la nature. C’est un fait. Le problème est de l’institutionnaliser et de ne baser les rapports sociaux que sur ça. Aujourd’hui, beaucoup de gens en ont marre de ce stress permanent. La compétition, on la supporte pendant un laps de temps très court, ça fait progresser uniquement les individus qui sont préparés. Mais à long terme et pour les personnes pas préparées, c’est très stressant et même toxique. Cela provoque des maladies, des burn-out…

Nous essayons d’apporter une contribution à l’élaboration d’une culture de la coopération, qui est d’ailleurs en train d’émerger. Nous ne sommes pas les seuls ni les premiers à le faire. Il y a eu avant nous Mathieu Ricard, Jacques Lecomte, Patrick Viveret, Jean-Marie Pelt, Albert Jacquard ou le mouvement des Convivialistes…

« Il est vraiment urgent et nécessaire de s’y prendre dès maintenant, pour éviter un chaos social »

Il est vraiment urgent et nécessaire de s’y prendre dès maintenant, pour éviter un chaos social. C’est un réel défi, car nous le faisons dans un bain idéologique totalement contraire, pendant que les puissants maintiennent une mythologie compétitive qui sépare les gens. D’ailleurs, c’est là que ça devient intéressant, car les élites s’entraident aussi, pour garder leurs privilèges. Il faut donc fournir à l’ensemble de la population une trousse à outils conceptuelle pour que tout le monde arrive à coopérer.

On constate effectivement aujourd’hui l’émergence d’une culture de la coopération…

C’est vrai, il y a émergence de modes d’organisation plus horizontaux, plus coopératifs, un « pouvoir latéralisé » comme dit Jeremy Rifkin, comme le peer to peer, l’économie collaborative, etc. Je suis persuadé que cela émerge car c’est beaucoup plus puissant que la vieille économie compétitive, hiérarchique, pyramidale qui est d’ailleurs en train de s’effondrer. Avec un petit bémol toutefois : une économie horizontale et collaborative n’est pas forcément bonne en soi, il faut aller questionner la raison d’être de ces entreprises. Si le but est toujours de rémunérer quelques actionnaires, ce n’est pas intéressant. Au contraire, c’est même dangereux car ces sociétés sont plus puissantes.

Comment les économistes se positionnent-ils par rapport à ces défis ?

La mythologie de l’homo oeconomicus, rationnel et égoïste est complètement ringarde, elle ne tient plus debout. De grands chercheurs, dont plusieurs prix Nobel l’ont déjà montré. Mais ce qui est perturbant, c’est qu’on continue à y croire…

« Les économistes sont dans leur bac à sable, entre eux »

Si on regarde des graphiques qui montrent les interconnexions entre les disciplines scientifiques, quasiment toutes s’interconnectent, se fertilisent, travaillent ensemble aujourd’hui – biologie, physique, écologie, sociologie, génétique, informatique etc. – Toutes sauf l’économie, qui reste isolée de tout le reste… Les économistes restent dans leur bac à sable, entre eux. Quand René Passet a écrit l’ouvrage majeur « L’économique et le vivant » (Economica, 1996), il est passé sous le radar, les économistes ne l’ont pas compris. L’économie est non seulement une discipline qui travaille en milieu clos, mais elle est aussi fortement influencée par les milieux du pouvoir et de l’argent. Evidemment, certains économistes établissent des liens avec d’autres disciplines, mais ils sont malheureusement peu nombreux et moins écoutés.

Pourquoi est-il si difficile de croire à la coopération, l’entraide, l’altruisme ?

Ce qui est fou, c’est que l’entraide est là depuis la nuit des temps, sous nos yeux. Mais elle est devenue invisible. L’école, la sécurité sociale, les coopératives, les syndicats, l’Etat, les entreprises, sont des institutions extrêmement puissantes d’entraide. On ne les voit plus car on a chaussé les lunettes de la compétition ! Notre imaginaire est terriblement appauvri.

« Si une forêt est résiliente, c’est parce que les vieux arbres solides et vigoureux transmettent des nutriments par les racines aux jeunes arbres, aux plus faibles »

Cette question du récit et de l’imaginaire est pour moi la clef. C’est pour cela que notre livre est à la fois une synthèse scientifique pour mettre à jour l’état des connaissances et un livre politique car il peut créer des « déclics », des ruptures dans l’imaginaire.

Si une forêt est résiliente, c’est parce que les vieux arbres, solides, forts et vigoureux s’occupent et transmettent des nutriments par les racines aux jeunes arbres, aux plus faibles, et même entre espèces différentes. Comprendre cela change notre vision du monde.

Autre exemple, chaque être humain est une association de plusieurs niveaux d’entraide, d’abord entre bactéries pour former des cellules, puis entre cellules pour former un corps, puis avec d’autres espèces vivantes pour se nourrir, et avec d’autres humains, pour grandir et pour transmettre la culture. Nous sommes l’entraide incarnée.

« C’est paradoxalement cette puissance qui nous rend aujourd’hui si vulnérables, car nous avons tout détruit »

Mais nous sommes une espèce ultra-sociale. C’est parce que nous sommes un petit singe très vulnérable à la naissance, incapable de s’en sortir seul, que nous avons dû développer une socialité extrême… C’est donc notre vulnérabilité qui nous a rendus si puissants. Et c’est paradoxalement cette puissance qui nous rend aujourd’hui si vulnérables, car nous avons tout détruit.

Contrairement à ce qu’on croit, l’entraide est donc spontanée chez l’être humain…

Oui, c’est encore un fameux déclic. Prenez les expériences incroyables en psychologie et en économie, qui montrent que lorsque l’on stresse les gens en laboratoire, quand on les force à répondre vite, ils coopèrent plus, ils sont davantage pro-sociaux et ils participent plus au bien commun. Et quand on leur demande de réfléchir, de prendre leur temps pour répondre, d’être dans la raison, ils font preuve de plus d’égoïsme et ils participent moins au bien commun.

« Les chercheurs montrent qu’à l’épicentre des catastrophes, il y a beaucoup d’entraide, d’altruisme extrême, de l’auto-organisation et du calme »

Ce qui corrobore les travaux des sociologues et des psychologues qui ont récolté et étudié les témoignages des rescapés des catastrophes (tsunami, attaques terroristes, ouragans, tremblements de terre, etc.). Les chercheurs montrent qu’à l’épicentre du phénomène, on trouve beaucoup d’entraide et d’altruisme extrême, ainsi que de l’auto-organisation et du calme. Mais jamais de panique. Cela va à l’encontre de nos croyances et des films hollywoodiens.

Bon mais alors ? Serions-nous spontanément altruistes ? Cette interrogation produit aussi une fissure dans notre imaginaire. Comme notre société croit en la science, ces résultats peuvent créer de telles fissures. Ensuite, chacun les vivra à sa manière, et s’engagera pour changer le monde. En fait, l’entraide est en bonne partie déjà là, dans la nature, mais aussi en nous. Il suffit d’y croire, puis de s’y intéresser. C’est passionnant, et cela nous ouvre des perspectives insoupçonnées pour arriver à vivre pleinement les tempêtes à venir.

Pablo Servigne est chercheur indépendant, ingénieur agronome et docteur en biologie. Il a publié avec Raphaël Stevens Comment tout peut s’effondrer. Petit manuel de collapsologie à l’usage des générations présentes, Ed. du Seuil, 2015 ; et avec Gauthier Chapelle L’Entraide, l’autre loi de la jungle, Ed. Les Liens qui Libèrent, 2017

PROPOS RECUEILLIS PAR CATHERINE ANDRÉ
https://www.alternatives-economiques.fr/pablo-servigne-loi-plus-fort-un-mythe/00082271

Ο κίνδυνος των ακραίων στοιχείων

0

ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Η κεμαλική αποστροφή προς οτιδήποτε θρησκευτικό είχε διατηρήσει επί δεκαετίες τον θεσμό του μουφτή στη Θράκη εκτός του ραντάρ της Αγκυρας. Τα πράγματα άλλαξαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Το τουρκικό προξενείο Κομοτηνής ανακάλυψε τον επηρεασμό της μειονότητας διά των μουφτήδων. Οι τελευταίοι μπορούσαν να ελέγξουν τους ιμάμηδες (που προΐστανται της προσευχής, κάτι αντίστοιχο των χριστιανών ιερέων). Πρόκειται για ένα δίκτυο που φτάνει παντού σε κάθε τζαμί, σε κάθε μειονοτικό χωριουδάκι της Θράκης.

Από τότε η Τουρκία προσπαθεί να ελέγξει τον θεσμό διεκδικώντας μετ’ επιτάσεως τη λαϊκή εκλογή των μουφτήδων. Στο ελληνικό επιχείρημα ότι ούτε στην Τουρκία ούτε σε άλλες ισλαμικές χώρες εκλέγονται οι μουφτήδες, η απάντηση της Αγκυρας είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι μουσουλμανικό κράτος. Επομένως δεν δικαιούται να ορίζει τον μουφτή.

Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι εάν γίνει αποδεκτό το τουρκικό αίτημα, θα παραδοθεί ένας κρίσιμος θεσμός της μειονότητας στην Τουρκία. Κατ’ αρχάς, είναι αμφίβολο εάν θα τολμήσουν να εμφανισθούν υποψήφιοι που δεν συμπλέουν με τις αντιλήψεις της Τουρκίας. Το 1985 ανατέθηκαν καθήκοντα τοποτηρητή της μουφτείας Κομοτηνής σε έναν επιφανή μουσουλμάνο θεολόγο. Παραιτήθηκε εντός έξι μηνών λόγω των ισχυρότατων πιέσεων που δέχθηκε. Είναι βέβαιον ότι το ίδιο θα συμβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία «εκλογής».

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Βουλγαρίας. Στη χώρα υπάρχει αρχιμουφτής που εκλέγεται από ένα σώμα στο οποίο υποτίθεται ότι συμμετέχουν θρησκευτικοί λειτουργοί. Επειδή, όμως, το Ισλάμ δεν έχει ιερατείο με την τυπική έννοια της χριστιανικής εκκλησίας, στις εκλογικές διαδικασίες συμμετέχουν διάφορα άτομα που ισχυρίζονται ότι είναι θρησκευτικοί λειτουργοί σε τεμένη. Το αποτέλεσμα είναι ότι η χώρα έχει δύο αρχιμουφτήδες (ο ένας φυσικά ελέγχεται από την Τουρκία), που σέρνονται επί χρόνια στα βουλγαρικά αλλά και ευρωπαϊκά δικαστήρια.

Επιπλέον στην Ελλάδα ο μουφτής ασκεί δικαστικά καθήκοντα. Ομως δεν νοείται εκλογή δικαστή μέσα από λαϊκή ψήφο. Θα μπορούσε να συζητηθεί η υπόδειξη κάποιων υποψηφίων που δύνανται να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του μουφτή από πλευράς θεολογικής καταρτίσεως. Αυτό θα ήταν όμως αντικείμενο μιας επιστημονικής επιτροπής από καθηγητές ισλαμικών πανεπιστημίων, που θα εξέταζαν τις επιστημονικές γνώσεις. Τέλος, υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Ουδείς από τους γηγενείς μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης έχει εντοπισθεί να πολεμά με ακραίες οργανώσεις στη Μέση Ανατολή. Μόνον η Ελλάδα από τα ευρωπαϊκά κράτη έχει αυτό το τιμητικό προνόμιο. Η απουσία θρησκευτικού φανατισμού μεταξύ των Ελλήνων μουσουλμάνων είναι σημαντική κατάκτηση. Οφείλεται στο ότι θρησκευτικοί λειτουργοί με ήπιες απόψεις συνεργάζονται με το ελληνικό κράτος στις μουφτείες, στα ιεροδιδασκαλεία και σε τεμένη.

Αντιθέτως, οι δύο ψευδομουφτήδες που ελέγχονται από την Τουρκία έχουν άλλες προτεραιότητες: Τον Ιούλιο του 2014 ο Ερντογάν κάλεσε τους μουσουλμάνους όλης της Ευρώπης σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας κατά της ισραηλινής εισβολής στη Γάζα. Στη συγκέντρωση της Ξάνθης που διοργάνωσαν οι δύο ψευδομουφτήδες, εθεάθησαν για πρώτη φορά στη Θράκη να κυκλοφορούν άτομα τυλιγμένα με τις σημαίες του ιερού ισλαμικού πολέμου, Τζιχάντ. Δήθεν «δημοκρατικές» σκέψεις περί εκλογής των μουφτήδων κινδυνεύουν να φέρουν ακραία στοιχεία στην πνευματική καθοδήγηση της μειονότητας.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

¨Καθημερινή”

Υπάρχει κίνδυνος πυρηνικού πολέμου με τη Βόρεια Κορέα;

0
 
(Φωτ.: EPA / KCNA / Justin Lane)

Ένα από τα μεγάλα ζητήματα που απασχόλησαν την παγκόσμια κοινότητα το χρόνο που πέρασε ήταν ο κίνδυνος πυρηνικής απειλής εκ μέρους του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας. Ο ηγέτης της χώρας Κιμ Γιονγκ Ουν είναι εγγονός του κομμουνιστή ιδρυτή της, του Κιμ Ιλ Σουνγκ, το καθεστώς του οποίου υποστήριξαν με φανατισμό και ορισμένες τάσεις της αριστεράς στην Ελλάδα. Παρόλο που επιχειρείται να δοθεί η εικόνα ενός διαταραγμένου ψυχικά δικτάτορα για τον Κιμ Γιονγκ Ουν, η ερμηνεία των κινήσεών του δεν παραπέμπει σε κάτι τέτοιο.

Οι κινήσεις του είναι μελετημένες και αποβλέπουν στην ενίσχυση του καθεστώτος του και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Η ισχύς, ο κορεατικός εθνικισμός, η δυνατότητά του να υπερισχύει της Νότιας Κορέας αλλά και να αντιπαρατίθεται προς την ιμπεριαλιστική υπερδύναμη είναι βασικές αρχές που αναπαράγουν την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του καθεστώτος. Έτσι, μετά από μια σειρά πυρηνικών δοκιμών, το βορειοκορεατικό καθεστώς εκτόξευσε προσφάτως τον βαλλιστικό πύραυλο Hwasong-15, σε υψόμετρο 2.750 μιλίων (4.475 χλμ) κατά τη διάρκεια των 53 λεπτών πτήσης.

Χρησιμοποιώντας μια πιο επίπεδη τροχιά θα μπορούσε να προσδώσει στο καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν την ικανότητα να χτυπήσει την ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρόλο που εκκρεμούν ακόμη ζητήματα τεχνικής φύσης για την ικανότητα της Βόρειας Κορέας να πετύχει τους στόχους της (αντοχή στην ατμοσφαιρική τριβή), το καθεστώς ανακοίνωσε ότι διαθέτει την ικανότητα πυρηνικού χτυπήματος και ότι γίνεται ένα πλήρες πυρηνικό κράτος.

Το ερώτημα, τώρα, είναι αν ο κόσμος κινδυνεύει από μια πυρηνική αντιπαράθεση.

Όπως και οι προηγούμενοι Αμερικανοί πρόεδροι, έτσι και ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η κατάσταση είναι απαράδεκτη.

Αλλά το ερώτημα παραμένει: Και τώρα τι γίνεται;

Ευτυχώς, φαίνεται δύσκολο η ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει μια πυρηνική καταστροφή.

Καταρχάς, ο Κιμ μπορεί να είναι ένας φαύλος δικτάτορας, αλλά δεν είναι τρελός ή δεν έχει αυτοκτονικές διαθέσεις. Αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι μια πυρηνική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ θα σημάνει το τέλος του καθεστώτος που προσπαθεί να διατηρήσει. Δεύτερον, οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί στην παγίδα του Κιμ υπερβάλλοντας στην εκτίμηση της ισχύος που του προσδίδουν οι πύραυλοί του. Η Βόρεια Κορέα έχει πυρηνικά όπλα εδώ και πάνω από μια δεκαετία, και αν θελήσει να χτυπήσει τις ΗΠΑ υπήρχαν και υπάρχουν αρκετοί τρόποι γι’ αυτό. Τρίτον, η γεωγραφία ευνοεί την κυριαρχία της Βόρειας Κορέας σε τοπική κλίμακα.

Όπως επισημαίνει σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στο Project Syndicate ο Αμερικανός πρώην αναπληρωτής υπουργός άμυνας Τζόζεφ Νάι, από τους διακεκριμένους εν ζωή Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες (εισήγαγε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 τις έννοιες της ήπιας και σκληρής ισχύος), «με χιλιάδες σωλήνες πυροβολικού κρυμμένους σε σήραγγες κοντά στα σύνορα, η Βόρεια Κορέα μπορεί να απειλήσει με καταστροφή τη Σεούλ, την κοντινή πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας, με συμβατικά μέσα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες το ανακάλυψαν το 1994 –πολύ πριν η Βόρεια Κορέα αποκτήσει πυρηνικά όπλα– όταν σχεδίαζαν ένα προληπτικό κτύπημα για να καταστρέψουν το εργοστάσιο επανεπεξεργασίας του πλουτωνίου στη Γιονγκμπιόν του Βορρά, και να διαπιστώσουν ότι οι σύμμαχοί τους στη Νότια Κορέα (και την Ιαπωνία) διέτρεχαν τον κίνδυνο συμβατικών αντιποίνων».

Η προσφυγή λοιπόν σε πυρηνική αναμέτρηση είναι σχεδόν αδύνατη, για λόγους ύπαρξης του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας.

Το πρόβλημα όμως με τις απειλές παραμένει και πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Μια τέτοια πολιτική πρόταση υπέβαλε η Κίνα, η οποία βοηθά μεν με τρόφιμα και καύσιμα τη Βόρεια Κορέα, δεν θέλει όμως το χάος και την αναταραχή στα σύνορά της. Εν ολίγοις, η Κίνα θέλει να ηρεμήσουν τα πράγματα στην Κορεατική Χερσόνησο αλλά δεν θέλει και τους Αμερικανούς στα σύνορά της. Δεν θέλει, δηλαδή, την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος που θα οδηγούσε σε κυριαρχία της Νότιας Κορέας.

Ο Τζόζεφ Νάι, στο άρθρο που προαναφέραμε, αναλύει την κινεζική πρόταση για «πάγωμα εκατέρωθεν (“freeze-freeze”) και με το κύρος του έμπειρου ακαδημαϊκού και πρώην αναπληρωτή υπουργού άμυνας κάνει τις δικές του προτάσεις.

Η Κίνα, λοιπόν, «πρότεινε “πάγωμα με πάγωμα” ως μέσο για τον έλεγχο των πυρηνικών φιλοδοξιών του Βορρά. Η Βόρεια Κορέα θα σταματήσει όλες τις πυρηνικές δοκιμές και τις δοκιμές πυραύλων (εύκολα επαληθεύσιμο). Ενώ αυτό δεν θα αναιρέσει το πυρηνικό καθεστώς του Βορρά, θα επιβραδύνει την ανάπτυξη του οπλοστασίου του. Με τη σειρά τους, οι ΗΠΑ θα σταματήσουν τις ετήσιες στρατιωτικές ασκήσεις που διεξάγουν με τη Νότια Κορέα. Οι ΗΠΑ θα επιφυλαχθούν του δικαιώματος να συνεχίσουν τις ασκήσεις εάν η Βόρεια Κορέα παραβίαζε την απαγόρευση των δοκιμών ή αγόραζε πυρηνικά υλικά.

Κάποιοι, λέει ο Νάι, θεωρούν ότι αυτό είναι καλό, αλλά εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι στόχοι του Κιμ.

«Αν το μόνο που θέλει είναι η ασφάλεια, θα μπορούσαμε να τον αφήσουμε μόνο του, ίσως να υπογράψουμε μια συνθήκη ειρήνης, να χαλαρώσουμε τις κυρώσεις και να αφήσουμε την οικονομική ανάπτυξη να αλλάξει το καθεστώς με την πάροδο του χρόνου, όπως στην Κίνα. Αλλά η Βόρεια Κορέα κάτω από τη δυναστεία των Κιμ δεν επιδιώκει τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης στο διεθνές πεδίο. Από το 1945 έχει μια παραδοξότητα: είναι μια κληρονομική κομμουνιστική δικτατορία της οποίας η νομιμότητα στηρίζεται στην αξίωσή της να αποτελέσει την πρωτοπορία του κορεατικού εθνικισμού. Μέχρι στιγμής βρίσκεται πίσω στον οικονομικό ανταγωνισμό με τον Νότο, αλλά ελπίζει ότι η πυρηνική της δύναμη θα αλλάξει την ισορροπία.

»Εάν η αποδυνάμωση των δεσμών μεταξύ των ΗΠΑ και της Νότιας Κορέας είναι κεντρικής σημασίας για τη στρατηγική του Κιμ, η πρόταση της Κίνας για “πάγωμα προς πάγωμα” αντί να μειώσει τους κινδύνους, μπορεί να ενθαρρύνει τον Βορρά να επιστρέψει σε επικίνδυνη συμβατική πίεση στη Νότια Κορέα, όπως το 2010, όταν βύθισε μια νοτιοκορεατική κορβέτα, σκοτώνοντας 46 ναυτικούς.

»Οι επιλογές πολιτικής των ΗΠΑ είναι περιορισμένες. Η μία είναι η περιορισμένη χρήση βίας. Ο στρατηγός ΜακΜάστερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ, έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο θέμα λέγοντας ότι ένας προληπτικός πόλεμος μπορεί να είναι απαραίτητος εάν αποτύχει η διπλωματία. Αλλά ακόμα κι αν έχει σχεδιαστεί ένα περιορισμένο κτύπημα, θα ήταν περιορισμένη η προσπάθεια, ή θα ήταν δυνατή η περιορισμένη εκτόξευση πυραύλων;

»Αν όχι, οι απώλειες θα μπορούσαν να κυμανθούν από δεκάδες χιλιάδες έως πολύ μεγαλύτερες.

»Οι κυρώσεις εξακολουθούν να αποτελούν επιλογή, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν επιφέρει αρκετή πίεση ώστε το καθεστώς του Κιμ να εγκαταλείψει αυτό που θεωρεί το βασικό στρατηγικό του πλεονέκτημα. Η κινεζική διπλωματία και οι κυρώσεις είναι επίσης ζωτικής σημασίας, αλλά μέχρι στιγμής η Κίνα έχει αποσύρει την πίεσή της. Δεν έχει διακόψει την προμήθεια τροφίμων και καυσίμων. Στην Κίνα δεν αρέσει ο Κιμ, αλλά δεν θέλει και το χάος ή τους Αμερικανούς στα σύνορά της.

»Ένα πιθανό σενάριο θα μπορούσε να είναι κάτι σαν τον Ψυχρό Πόλεμο “GRIT” η βαθμιαία μείωση της διεθνούς έντασης: Οι ΗΠΑ διαβεβαιώνουν την Κίνα για τους περιορισμένους στόχους τους και συμφωνούν να συντονίσουν τις ενέργειές τους με τους Κινέζους. Δεν θα υπάρξουν άλλες πορείες στον ποταμό Γιαλού, οι οποίες προκάλεσαν την παρέμβαση της Κίνας στον πόλεμο της Κορέας. Σε αντάλλαγμα, η Κίνα θα χρησιμοποιήσει την οικονομική της πίεση και τη διπλωματία της για να παγώσει την άμεση απειλή που θέτουν οι βορειοκορεατικές ασκήσεις αλλά δεν θα επιμένει στο πάγωμα των αμερικανικών δυνάμεων.

»Η πιθανή κλιμάκωση των ασκήσεων των ΗΠΑ στο μέλλον θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά της Βόρειας Κορέας προς τη Νότια Κορέα. Οι ΗΠΑ θα προσφέρουν τη διαπραγμάτευση μιας συνθήκης ειρήνης αφού η Βόρεια Κορέα χαλαρώσει την ένταση με τη Νότια Κορέα. Οι ΗΠΑ και η Κίνα θα δέχονταν de facto το πυρηνικό καθεστώς της Βόρειας Κορέας, αλλά θα επιβεβαιώνουν από κοινού τον μακροπρόθεσμο στόχο τους για μια χερσόνησο χωρίς πυρηνικά όπλα. Η Βόρεια Κορέα θα συμφωνήσει να σταματήσει τις δοκιμές και όλες τις περαιτέρω εξαγωγές πυρηνικών υλικών. Η Κίνα θα απειλήσει να επιβάλει κυρώσεις σε τρόφιμα και καύσιμα εάν η Βόρεια Κορέα σπάσει τη συμφωνία.

»Οι προοπτικές για ένα τέτοιο πακέτο που επικεντρώνεται στην Κίνα δεν είναι μεγάλες, αλλά αν αποτύχουν, οι ΗΠΑ δεν πρέπει να πανικοβληθούν.

»Αφού μπόρεσαν να αποτρέψουν μια πολύ ισχυρότερη Σοβιετική Ένωση από την κατάληψη του απομονωμένου Δυτικού Βερολίνου για τρεις δεκαετίες, μπορούν να αποτρέψουν και τη Βόρεια Κορέα. Οι ΗΠΑ πρέπει να ενισχύσουν την αποτρεπτική και αμυντική τους ικανότητα μέσω των συμμαχιών τους με τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία. Η παρουσία σχεδόν 50.000 αμερικανικών στρατευμάτων στην Ιαπωνία και περίπου 28.000 στην Κορέα, καθιστά αξιόπιστη την εκτεταμένη αποτροπή. Ο Κιμ δεν μπορεί να σκοτώσει Νοτιοκορεάτες ή Ιάπωνες χωρίς να σκοτώσει Αμερικανούς, και αυτό, όπως σίγουρα γνωρίζει, θα σήμαινε το τέλος του καθεστώτος του».

pontos-news.gr

Γιατί οι στρατιώτες δεν εμπιστεύονται τα drones

0

Το πρόβλημα με την «Θερμή Ασάφεια»

Περίληψη:

Υπάρχουν σημαντικά και ανεπίλυτα ζητήματα εμπιστοσύνης μεταξύ ανθρώπων και μηχανών που κάνουν το προσωπικό της μάχης επιφυλακτικό στο να χρησιμοποιεί μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε καταστάσεις στις οποίες η ζωή τους κινδυνεύει.

Η JACQUELYN SCHNEIDER είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Στρατηγικής και Επιχειρησιακής Έρευνας του Κολλεγίου Ναυτικού Πολέμου των ΗΠΑ. Οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι δικές της και δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες του Κολλεγίου Ναυτικού Πολέμου ή του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ.
Η JULIA MACDONALD είναι επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στην Σχολή Διεθνών Σπουδών Josef Korbel στο Πανεπιστήμιο του Denver.

Η κίνηση προς τα μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα φαίνεται αναπόφευκτη [1]. Σε μια πρόσφατη συζήτηση με το Defense News, ο διευθυντής του Γραφείου Τακτικής Τεχνολογίας στην Υπηρεσία Προηγμένων Ερευνητικών Αμυντικών Προγραμμάτων (Defense Advanced Research Projects Agency, DARPA) Bradford Tousley, εξήγησε [2] ότι η μη επανδρωμένη τεχνολογία είναι το «φυσικό εξελικτικό μονοπάτι» στο μέλλον του πολέμου. Η άποψη αυτή διαδίδεται ευρέως μεταξύ των ειδικών της πολιτικής άμυνας. Τα μη επανδρωμένα και αυτόνομα οπλικά συστήματα κατέχουν κεντρική θέση στην Τρίτη Αντισταθμιστική Στρατηγική (Third Offset Strategy) του Υπουργείου Άμυνας [3], η οποία κάνει έκκληση για μεγαλύτερες επενδύσεις σε αυτές τις τεχνολογίες ώστε να ανταγωνίζονται αντιπάλους όπως η Κίνα. Σήμερα, κάθε κλάδος του αμερικανικού στρατού επενδύει πολύ στην έρευνα, την ανάπτυξη και την χρήση αυτόνομων και μη επανδρωμένων συστημάτων.

27122017-1.jpg

Ένα drone «Predator» πετά πάνω από την Καλιφόρνια, τον Φεβρουάριο του 2013. REUTERS
———————————————————————–

Ίσως τα πιο γνωστά από αυτά τα νέα οπλικά συστήματα είναι τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα -γνωστά ως UAV στον στρατό αλλά αναφέρονται συνήθως ως drone. Από το 2002 [4], οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν σχεδόν 800 χτυπήματα στο Πακιστάν, την Σομαλία και την Υεμένη˙ από το 2015, έχουν πραγματοποιήσει 3.911 χτυπήματα μόνο στο Αφγανιστάν [5]. Και η εμπιστοσύνη των Ηνωμένων Πολιτειών στα μη επανδρωμένα όπλα αυξάνεται: Από τότε που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, ανέλαβε καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2017, το ποσοστό των μη επανδρωμένων χτυπημάτων έχει αυξηθεί σημαντικά.

Τα drone φαίνεται να παρέχουν ένα χρήσιμο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι στρατοί μπορούν να φέρουν μη επανδρωμένα συστήματα στο πεδίο της μάχης [6]. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές τους, τα μη επανδρωμένα συστήματα του μέλλοντος όχι μόνο θα αυξήσουν την αποτελεσματικότητα της μάχης βελτιώνοντας την λήψη αποφάσεων και την ακρίβεια στόχευσης, αλλά και θα δώσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες την ικανότητα να επιδιώκουν στόχους εθνικής ασφάλειας χωρίς να διακινδυνεύουν την ζωή των στρατιωτικών τους. Ωστόσο, παρά την ισχυρή ώθηση προς τα μη επανδρωμένα συστήματα από τους τεχνοκράτες στο Πεντάγωνο, δόθηκε ελάχιστη προσοχή στο πώς φαίνονται από το πεδίο της μάχης. Δηλαδή, τι σκέφτονται εκείνοι που βρίσκονται επιτόπου για την χρησιμότητα των drone σε σχέση με τα επανδρωμένα αεροσκάφη;

Η έρευνά μας δείχνει ότι οι επιτόπιοι δρώντες βλέπουν τα drone ως πιο ριψοκίνδυνα και λιγότερο αξιόπιστα από τα επανδρωμένα αεροσκάφη. Πρόκειται για το προσωπικό που ενσωματώνει τις νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση, αναπτύσσει τακτικές για την χρήση τους και τελικά εφαρμόζει αυτές τις πρακτικές. Η οπτική τους προς τις τεχνολογίες -και η αποσύνδεση των απόψεών τους από τις απόψεις των ειδικών- είναι επομένως καίριας σημασίας για την κατανόηση του μέλλοντος των αυτόνομων όπλων [7] στο πεδίο της μάχης.

27122017-2.jpg

Άνδρες στέκονται κοντά στα χαλάσματα ενός κτιρίου μετά από χτύπημα των ΗΠΑ με drone στην Υεμένη, τον Φεβρουάριο του 2013. KHALED ABDULLAH ALI AL MAHDI / REUTERS
——————————————————————————

ΤΟ ΡΙΣΚΟ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Προκειμένου να κατανοήσουμε την άποψη των δυνάμεων ξηράς για τα drone, πραγματοποιήσαμε πάνω από 450 έρευνες και 150 συνεντεύξεις με δύο τύπους στρατιωτικού προσωπικού: Ελεγκτές Κοινής Τερματικής Επίθεσης (Joint Terminal Attack Controllers) και Παρατηρητές Κοινού Πυρός (Joint Fires Observers). Οι JTAC και οι JFO είναι ενσωματωμένοι στην πρώτη γραμμή, όπου παραγγέλλουν αεροπορικές επιδρομές και συντονίζουν την αεροπορική υποστήριξη από επανδρωμένα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αυτό σημαίνει ότι είναι ενημερωμένοι για τις δυνατότητες και των δύο τύπων αεροσκαφών και έχουν επενδύσει πολύ στην ικανότητά τους να ρίχνουν με ακρίβεια και απόκριση όπλα στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον, δεν έχουν τις δυνητικές προκαταλήψεις που ίσως θα βλέπαμε από πιλότους επανδρωμένων ή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, δεδομένου ότι το μέλλον της δουλειάς τους δεν συνδέεται με τις επενδύσεις ούτε στα μεν ούτε στα δε.

Για να διεξαγάγουμε τη μελέτη μας, επισκεφθήκαμε εγκαταστάσεις της αεροπορίας, του ναυτικού και του στρατού ξηράς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μιλήσαμε με τους ηγέτες των JTAC και των JFO στο Πεντάγωνο και σε «δεξαμενές σκέψης» (think tanks) και διασπείραμε τον [διαδικτυακό] σύνδεσμο της έρευνάς μας μέσω κλειστών ομάδων στο Facebook και κοινοτήτων των JTAC που έχουν ενδιαφέρουν. Η έρευνα παρουσίασε στους ανθρώπους μια σειρά από υποθετικά σενάρια και στην συνέχεια τους ρώτησε αν προτιμούσαν να πραγματοποιήσουν αεροπορικό χτύπημα με επανδρωμένο αεροσκάφος ή μη επανδρωμένο αεροσκάφος ή αν δεν είχαν καμία προτίμηση.

Οι έρευνες έδειξαν ότι οι JTAC και οι JFO προτιμούσαν έντονα τα επανδρωμένα αεροσκάφη έναντι των μη επανδρωμένων σε όλες τις δημογραφικές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας, του κλάδου, της εκπαίδευσης, της εμπειρίας και του [στρατιωτικού] βαθμού. Αυτή η προτίμηση ήταν ισχυρότερη στα υποθετικά σενάρια όπου ο εχθρός ήταν κοντά και υπήρχε υψηλός κίνδυνος φίλιων πυρών: Σχεδόν το 90% των ερωτηθέντων προτιμούσε τα επανδρωμένα αεροσκάφη υπό τέτοιες συνθήκες. Η κύρια ανησυχία τους ήταν ότι τα drone, που ελέγχονταν από πιλότους εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο της μάχης, δεν ήταν σε θέση να διατηρήσουν την επίγνωση της κατάστασης σε περιβάλλοντα μάχης και επομένως ήταν πιο πιθανό να κάνουν λάθη που θα μπορούσαν να οδηγήσουν φίλιες ζωές σε κίνδυνο. Για παράδειγμα, ένας JTAC έγραψε ότι «ένα επανδρωμένο αεροσκάφος είναι λιγότερο πιθανό να χάσει την ματιά του από την θέση μου και να κάνει λάθη που μπορεί να οδηγήσουν σε αδελφοκτονία».

Αυτή η προτίμηση για επανδρωμένα αεροσκάφη επέμεινε ακόμη και σε σενάρια στα οποία στους ελεγκτές ελέγετο ότι ο εχθρός είχε συστήματα αεράμυνας που θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για τους πιλότους και το πλήρωμα. Συνολικά, το 63% των ερωτηθέντων που συμμετείχαν στην έρευνα προτιμούσαν ένα επανδρωμένο αεροσκάφος σε σενάρια που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο τόσο για τα αεροσκάφη όσο και για τους στρατιώτες στο έδαφος. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή τα περισσότερα drones δεν μπορούν να επιβιώσουν εναντίον σύγχρονων συστημάτων αεράμυνας. Δεν μπορούν να αποφύγουν τα ραντάρ˙ δεν διαθέτουν τα πιο εξελιγμένα συστήματα αντιμέτρων (chaff), φωτοβολίδων ή παρεμβολών˙ και δεν είναι αρκετά ευέλικτα για να νικήσουν έναν πύραυλο. Όπως το έθεσε ένας από τους ερωτηθέντες, «ενώ η απειλή είναι κατανοητή από τον πιλότο, είναι είτε ένας πιλότος που επιχειρεί σε μια επικίνδυνη κατάσταση επιπλέον των φίλων στο έδαφος, είτε ένα μη επανδρωμένο στοιχείο που θα εκραγεί στον ουρανό λόγω έλλειψης ικανότητας, αφήνοντας τους στρατιώτες στο έδαφος σε μια χειρότερη κατάσταση».

Ωστόσο, εκτός από την απειλή της απώλειας αεροπορικής υποστήριξης, οι ερωτηθέντες πίστευαν ότι οι πιλότοι που κινδυνεύουν και οι ίδιοι θα λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις από εκείνους που ελέγχουν τα drone από την ασφάλεια των μετόπισθεν. Όπως εξήγησε ένας ερωτώμενος: «Έχω και παλαιότερα καλέσει αεροπορική υποστήριξη από το έδαφος. Εάν [στο αεροσκάφος] φοβούνται, δεν θα έρθουν. Εάν πιστεύουν ότι μπορούν να το κάνουν, θα κάνουν ό, τι μπορούν για να βοηθήσουν». Οι στρατιώτες προτιμούν τα επανδρωμένα αεροσκάφη επειδή οι πιλότοι τους «αισθάνονται την έννοια του επείγοντος». «Η επιτόπια κρίση των πιλότων», όπως εξήγησε ένας ερωτώμενος, «με κάνει να αισθάνομαι πιο ασφαλής από όσο κάποιος που ελέγχει μια οθόνη υπολογιστή».

ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Η έντονη προτίμηση των ερωτηθέντων για επανδρωμένα αεροσκάφη προέρχεται, εν μέρει, από ένα μηχανολογικό πρόβλημα [8] με τα UAV. Τα σημερινά drone δεν είναι τόσο καλά όσο τα επανδρωμένα αεροσκάφη στο να παρέχουν τα περισσότερα είδη αεροπορικής υποστήριξης. Τα drone φέρουν μικρότερο ωφέλιμο φορτίο από τα επανδρωμένα αεροσκάφη. Υποφέρουν από καθυστερήσεις στις επικοινωνίες και από ζητήματα αξιοπιστίας. Είναι αργά και δυσκίνητα, και δεν έχουν επίγνωση της κατάστασης σε εύρος 360 μοιρών. Όπως είπε ένας από τους ερωτηθέντες, «τα επανδρωμένα αεροσκάφη είναι συνολικά καλύτερης απόδοσης αεροσκάφη. Είναι πιο γρήγορα, πιο ευκίνητα και μπορούν να χρησιμοποιήσουν πυρά σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον».

Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας αντανακλούν αυτούς τους περιορισμούς της μηχανικής. Παρουσιάσαμε στους ερωτηθέντες μια δεύτερη δέσμη σεναρίων που δεν συμπεριέλαβαν ξεκάθαρα εχθρούς που πυροβολούσαν κατά στρατιωτών στο έδαφος ή αεροσκάφη, και αντ’ αυτού εστιάζονταν αποκλειστικά σε χαρακτηριστικά αποστολής όπως η χρονική ευαισθησία και η συνολική πιθανότητα επιτυχίας. Σε αυτά τα σενάρια, μεταξύ 70% και 80% των ερωτηθέντων εξακολουθούσαν να προτιμούν τα επανδρωμένα αεροσκάφη -μια ελαφρά αλλά σημαντική μείωση από το ποσοστό που προτιμούσε επανδρωμένα αεροσκάφη σε σενάρια όπου οι ζωές διέτρεχαν σοβαρό κίνδυνο. Σε αυτά τα πλαίσια, οι ερωτηθέντες ήταν πιο πιθανό να δώσουν τεχνικές παρά συμπεριφορικές εξηγήσεις για τις απαντήσεις τους. Όταν διακυβεύονταν ζωές, οι ερωτηθέντες ανησυχούσαν για «ανθρώπινα» στοιχεία όπως η[ορθή] κρίση. Αλλά όταν απουσίαζε αυτή η απειλή, ενδιαφέρονταν περισσότερο για τεχνικές προδιαγραφές, όπως η ταχύτητα και η ικανότητα ελιγμών του αεροσκάφους ή ο αριθμός των όπλων που μπορούσε να μεταφέρει.

Σαφώς, οι τεχνικές ανησυχίες διαμόρφωσαν αυτές τις προτιμήσεις σε κάποιο βαθμό, αλλά η μεγαλύτερη προτίμηση των ερωτηθέντων για επανδρωμένα αεροσκάφη σε σενάρια που απειλούν την ζωή υποδηλώνει ότι το ανθρώπινο στοιχείο κυριαρχούσε στις ανησυχίες τους. Ίσως αυτό που λέει περισσότερα είναι ότι, όταν ρωτήσαμε τους JTAC σε συνεντεύξεις αν προτιμούν την υποστήριξη από δέκα καθοδηγούμενα από μακριά A-10 ή ένα επανδρωμένο A-10, επέλεξαν το τελευταίο. Αυτό δείχνει ότι ανησυχούσαν όχι για τις δυνατότητες του ίδιου του αεροσκάφους, αλλά για κάτι πιο θεμελιώδες όσον αφορά την σχέση ανθρώπου-μηχανής. Η κατασκευή καλύτερων drone [9] δεν θα λύσει αυτό το πρόβλημα.

27122017-3.jpg

Ένα drone «Reaper» στη ναυτική βάση Ventura στην Καλιφόρνια, τον Αύγουστο του 2015. PATRICK FALLON / REUTERS
—————————————————-

Η «ΘΕΡΜΗ ΑΣΑΦΕΙΑ»

Η προτίμηση των ερωτηθέντων για τα επανδρωμένα αεροσκάφη σε πιο επικίνδυνες καταστάσεις εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα σχετικά με την ώθηση του στρατού προς την μη επανδρωμένη τεχνολογία. Στην ίδια συζήτηση της DARPA που αναφέρθηκε παραπάνω, ο Tousley ανέφερε [10] ότι ένας από τους υψηλότερους φραγμούς στην εξέλιξη των μη επανδρωμένων οπλικών συστημάτων ήταν η εμπιστοσύνη: Οι χειριστές, εξήγησε, πρέπει να καταλάβουν καλύτερα εάν μια μηχανή θα είναι ικανή να εκτελέσει την αποστολή της. Το συμπέρασμα είναι ότι με καλύτερη μηχανική και περισσότερες γνώσεις, οι χειριστές θα είναι πιο πιθανό να εμπιστεύονται την τεχνολογία και να χρησιμοποιούν μη επανδρωμένα συστήματα. Ακούσαμε ένα παρόμοιο θέμα κατά την διεξαγωγή συναντήσεων στο Πεντάγωνο. Οι επιτελικοί αξιωματικοί στην Ουάσινγκτον πρότειναν ότι αν οι ελεγκτές ήταν καλύτερα εκπαιδευμένοι και είχαν μεγαλύτερη εμπειρία με τα μη επανδρωμένα συστήματα, θα ήταν πιο πιθανό να τα υποστηρίξουν.

Ωστόσο, τα συμπεράσματά μας δείχνουν ότι δεν συμβαίνει αυτό. Στην πραγματικότητα, οι πιο έμπειροι JTAC και JFO ήταν ελαφρώς λιγότερο πιθανό να υποστηρίξουν τα μη επανδρωμένα συστήματα. Επίσης, δεν διαπιστώσαμε καμιά συσχέτιση μεταξύ της υποστήριξης για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και της εμπειρίας μάχης στα τελευταία χρόνια των αμερικανικών πολέμων στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, όταν η χρήση των αεροσκαφών έγινε πιο συνηθισμένη. Οι συνεντεύξεις μας με τους JTAC, εξάλλου, κατέστησαν σαφές ότι γνώριζαν πολλά για τις δυνατότητες των UAV. Η έλλειψη εμπιστοσύνης τους δεν οφείλεται σε έλλειψη γνώσης.

Αντ’ αυτού, το θέμα της εμπιστοσύνης ήταν ένα ανθρώπινο ζήτημα. Ούτε μια φορά οποιοσδήποτε από τους ερωτηθέντες δεν αναφέρθηκε σε έναν πιλότο drone ως σαν σε άνθρωπο. Αντ’ αυτού, τα drone συζητήθηκαν με αφηρημένους όρους που απέφευγαν ξεκάθαρα οποιαδήποτε αναφορά σε έναν άνθρωπο που ελέγχει τη μηχανή. Τα UAV ήταν «ρομπότ» ή «μηχανές» των οποίων οι «χειριστές», όπως το έγραψε ο ένας ερωτώμενος, έπαιζαν ένα βιντεοπαιχνίδι «στην άλλη μεριά του κόσμου». Και τούτο παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι γνώριζαν ότι υπήρχε ένας άνθρωπος που έλεγχε το drone και κάποιοι μέχρι που ήξεραν αυτούς τους πιλότους προσωπικά. Ωστόσο, σε ολόκληρη την κοινότητα των JTAC, ακούσαμε μια συνήθη αφήγηση: Οι πιλότοι των drone ήταν παίκτες που έπιναν καφέ, η απόσταση των οποίων από το πεδίο της μάχης διέκοπτε την συναισθηματική σύνδεσή τους με τα φίλια στρατεύματα στο έδαφος. Για παράδειγμα, ένας από τους JTAC εξήγησε ότι προτιμούσε τα επανδρωμένα αεροσκάφη επειδή οι πιλότοι τους «βρίσκονται στην μάχη, όχι απλώς πίνοντας ένα καφέ με γάλα παίζοντας ένα βιντεοπαιχνίδι».

Αυτό που έλλειπε από τους ελεγκτές [στην κατάσταση] με τα μη επανδρωμένα συστήματα ήταν μια «θερμή ασάφεια» (warm fuzzy) -ένας όρος που εμφανίστηκε ξανά και ξανά στις συνεντεύξεις μας και αναφέρεται στην πεποίθηση ότι μια τηλεχειριζόμενη μηχανή μπορεί να πάρει τις ίδιες ενστικτώδεις αποφάσεις όπως θα έκανε ένας άνθρωπος. Όπως εξήγησε ένας από τους ερωτηθέντες: «Η ύπαρξη ανθρώπινων ματιών σε πραγματικό χρόνο στον ουρανό από πάνω όταν ρίχνονται βλήματα ή κατά την διάρκεια ενός TIC [troops in contact, στρατευμάτων σε επαφή] είναι ζωτικής σημασίας. Είναι το ίδιο πραγματικό για τον πιλότο όσο και για τον άνθρωπο που βρίσκεται στο έδαφος, και αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί για το άτομο που πετάει ένα UAV από ένα ασφαλές κτίριο στις Ηνωμένες Πολιτείες». Συνοπτικά, αναζητούσαν πιλότους που ρίσκαραν στο παιχνίδι. Χωρίς αυτό, πώς θα μπορούσαν να εμπιστεύονται την μηχανή ή τον χειριστή της μηχανής;

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ ΣΟΚ;

Παρά την τεράστια προτίμηση υπέρ των επανδρωμένων αεροσκαφών που είδαμε μεταξύ των JTAC, ακόμη και τα στρατεύματα της πρώτης γραμμής μοιράστηκαν την αίσθηση ότι η άνοδος των μη επανδρωμένων συστημάτων είναι αναπόφευκτη. Όπως σημείωσε ένας ναυτικός με απογοήτευση σε μια αίθουσα ελεγκτών συζητώντας τη μελλοντική ενσωμάτωση των UAV στην αεροπορική υποστήριξη μάχης: «Δεν έχει σημασία αν νομίζουμε ότι είναι καλύτερο το επανδρωμένο ή το μη επανδρωμένο, το μη επανδρωμένο είναι το μέλλον και καλύτερα να προχωρήσουμε με αυτό».

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να επανεξετάσουν την προφανή δέσμευσή τους στο μη επανδρωμένο μέλλον. Η πεποίθηση ότι τα μη επανδρωμένα συστήματα είναι αναπόφευκτα -και ότι μπορούν να επιτύχουν τους στόχους εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ φθηνότερα και εύκολα- ρισκάρουν να τυφλώσουν τους ηγέτες σχετικά με τους περιορισμούς ορισμένων από αυτά τα συστήματα. Συγκεκριμένα, οι συνεντεύξεις μας υποδεικνύουν ότι υπάρχουν σημαντικά και ανεπίλυτα ζητήματα εμπιστοσύνης μεταξύ ανθρώπων και μηχανών που κάνουν το προσωπικό της μάχης επιφυλακτικό στο να χρησιμοποιεί μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε καταστάσεις στις οποίες η ζωή τους κινδυνεύει. Οι συνέπειες αυτού του ευρήματος ξεπερνούν τα UAV και έχουν κάτι να πουν για τη μελλοντική ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων σε άλλους τομείς. Σε τομείς όπου υπάρχει μικρός άμεσος κίνδυνος για την ζωή -όπως κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στο διάστημα και τον κυβερνοχώρο- περιμένουμε να δούμε πιο γρήγορη απόκτηση μη επανδρωμένων τεχνολογιών. Σε τομείς όπου οι άνθρωποι βρίσκονται σε άμεση φυσική επαφή με τον εχθρό, ωστόσο, τα στρατεύματα θα είναι απρόθυμα να μεταβιβάζουν αποφάσεις στις μηχανές. Αντ’ αυτού, θα θέλουν να συνεργάζονται με ανθρώπους που μπορούν να εμπιστευτούν.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-12-20/why-tro…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/somalia/2013-06-11/why-drones-work
[2] https://www.defensenews.com/video/2017/04/16/a-look-at-darpas-unmanned-t…
[3] https://www.defense.gov/News/Article/Article/991434/deputy-secretary-thi…
[4] https://www.thebureauinvestigates.com/projects/drone-war
[5] https://www.thebureauinvestigates.com/projects/drone-war/charts?show_cas…
[6] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/drone-revolution
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/somalia/2013-06-11/why-drones-fail
[8] http://ciceromagazine.com/features/the-ground-truth-about-drones-manned-…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/americas/2016-07-22/america-s-aw…
[10] https://twitter.com/DARPA/status/849235168535732224

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες έχουν πάντα ένα βίαιο τέλος: Τι θα πράξουν ΗΠΑ και Ισραήλ;

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν. Φωτογραφία τουρκική προεδρία. DECEMBER 27, 2017

Στην Ουάσιγκτον προσπαθούν να αναλύσουν τον Ταγίπ Ερντογάν. Γενικά και ειδικά.

Ένα σοβαρό ζήτημα για τους αναλυτές, εντός και εκτός της αμερικανικής κυβέρνησης, είναι η όψιμη εχθρότητά που επιδεικνύει εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα δεύτερο εξίσου σημαντικό ζήτημα που εξετάζουν είναι το πρωτόγνωρο μίσος του για το Ισραήλ. Και τα δύο θέματα είναι τόσο σημαντικά που απασχολούν καθημερινά όσους εκπονούν την εξωτερική και αμυντική πολιτική της υπερδύναμης. Από τη μία είναι οι γραφειοκράτες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, οι οποίοι τρέχουν μόνοι και τερματίζουν …τελευταίοι, και οι οποίοι -για την ώρα- προσπαθούν να καταλάβουν που έκαναν το μοιραίο λάθος.

Από το 2002 μέχρι σήμερα, όταν …παρέλαβαν ένα ήρεμο Ταγίπ Ερντογάν, έφτασαν να εξετάζουν με τρόμο το επόμενό του βήμα. Αυτοί οι γραφειοκράτες είναι εντελώς αποτυχημένοι σε βαθμό που -υπό άλλες συνθήκες- θα έπρεπε να περάσουν από δικαστήριο επειδή έθεσαν σε κίνδυνο τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα.

Από την άλλη είναι οι λεγόμενοι «πραγματιστές», οι οποίοι ταυτόχρονα είναι και ακραίοι όταν το θέμα αφορά τα συμφέροντα της υπερδύναμης. Είναι αυτοί που συμμετείχαν στον σχεδιασμό της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, την οποία δημοσιοποίησε πρόσφατα, με πανηγυρικό τρόπο, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Ουσιαστικά, χωρίς να το φωνάζουν, λένε ότι όσοι δεν είναι με την Αμερική, βρίσκονται απέναντί της. Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο πρόεδρος της Τουρκίας δεν είναι πια φίλος της υπερδύναμης. Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που οι αξιότιμοι φίλοι του είναι ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν και οι θρησκευτικοί ηγέτες του Ιράν, η Αμερική τον έχει ξεγράψει. Και αυτό δεν είναι απλά η έκφραση του «επιθυμητού» για εμάς τους Έλληνες.

Οι Αμερικανοί δεν μπορούν να εμπιστευθούν πια τον πρόεδρο της Τουρκίας, ακόμα και αν συνεχίσουν τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης, απλά και μόνο για να προστατεύσουν το διπλωματικό και στρατιωτικό προσωπικό τους, που αντιμετωπίζει πραγματικούς κινδύνους.

Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το Ισραήλ και τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό που επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία ο Ερντογάν, ακόμα και όταν δεν συντρέχει κανένας λόγος, ποικίλουν οι εκδοχές.

Όμως, οι αναλυτές εντός και εκτός κυβέρνησης θα μπορούσαν να λύσουν τον γρίφο με την απλή λογική. Το Εβραϊκό Κράτος είναι ο κατάλληλος στόχος για όλους όσους ονειρεύονται να ηγηθούν του μουσουλμανικού κόσμου σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι με λίγα λόγια ο «σάκος του μποξ»… Παρ’ όλα αυτά, οι αξιότιμοι προεδρικοί φίλοι του προέδρου της Τουρκίας συνεχίζουν το εμπόριο με το Ισραήλ και ο ίδιος ο Ερντογάν και η οικογένειά του έχουν οικονομικά οφέλη. Ας μην αμφιβάλλει κανείς.

Επί διακυβέρνησης του σημερινού προέδρου, άνθισε το εμπόριο μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ και ακόμα και σήμερα, οι Τουρκικές Αερογραμμές εκτελούν έως και 10 πτήσεις την ημέρα, ακόμα και τον χειμώνα, που σημαίνει ότι οι επιχειρηματίες και οι τουρίστες πάνε και έρχονται!

Ο Ερντογάν υπήρξε φίλος του Ισραήλ και μάλιστα μεσολάβησε για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις με τους Παλαιστίνιους, με τη Συρία και γενικά με τον αραβικό κόσμο. Απέτυχε και τότε ειπώθηκε πως οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Άραβες τον θεωρούσαν περισσότερο φίλο του Εβραϊκού Κράτους παρά δικό τους. Από τότε μέχρι σήμερα γίναμε μάρτυρες ενός μεταλλαγμένου Ερντογάν.

Πλέον αυτοπαρουσιάζεται ως ο μεγαλύτερος εχθρός του Ισραήλ και έχει κάνει περισσότερες εμπρηστικές δηλώσεις εναντίον των Εβραίων απ’ ότι όλοι οι Άραβες μαζί…

Ο βασικός λόγος της μετάλλαξης του είναι εμφανής: Θεωρεί πλέον ότι η εχθρότητά του εναντίον του Ισραήλ του προσθέτει πόντους στον αγώνα του για να αναδειχθεί σε πανισλαμικό ηγέτη. Το Ισραήλ είναι το όχημα στα σχέδιά του. Απ’ εκεί και πέρα οι άλλοι λόγοι θα μπορούσαν να αναζητηθούν στην ψυχοπαθητική προσωπικότητά του. Αλλάζει τόσο εύκολα και γρήγορα θέσεις και απόψεις, που προκαλεί τρόμο. Όσοι τον παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς και αναλύουν αυτή τη ψυχοπαθητική προσωπικότητά του, δίνουν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευσή του, η οποία κυριαρχήθηκε από το φανατικό Ισλάμ και από ένα άρρωστο αντισημιτισμό.

Λένε πως ο άνθρωπος που τον «κατασκεύασε» και ήταν ο πνευματικός του, ο Ιμάμης Γκιουλέν, πιστεύει και σήμερα πως οι Εβραίοι έχουν πάντα σχέδιο καταστροφής της Τουρκίας. Συνεπώς το ίδιο πιστεύει και ο Ταγίπ Ερντογάν.

Ένα θέμα που δεν δημοσιοποιήθηκε ευρύτερα στο εξωτερικό, είναι ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας χρησιμοποίησε υπογείως στην αρχή και δημόσια στη συνέχεια τον ισχυρισμό ότι οι Εβραίοι σχεδιάζουν το τέλος της Τουρκίας.

Το χειρότερο -και αυτό αφορά το Ισραήλ- είναι ότι οι ηγέτες του γνώριζαν πως η συμμαχία με την Τουρκία ήταν «ευκαιρίας». Παρ’ όλα αυτά τη συντήρησαν και μάλιστα εξυπηρέτησαν την Άγκυρα σε διεθνές επίπεδο, και στα θέματα που αφορούσαν την Κύπρο και την Ελλάδα. Και αυτή την τεράστια ζημία που προκάλεσαν στα εθνικά μας συμφέροντα δεν την έχουν διορθώσει ακόμη.

Βέβαια, εδώ και καιρό το Ισραήλ σχεδιάζει το μέλλον έχοντας έξω από το ραντάρ του την Τουρκία, αν και -όπως ανέφερα παραπάνω- οι εμπορικές και γενικά οι οικονομικές σχέσεις δεν έχουν επηρεαστεί. Το Εβραϊκό Κράτος παίζει το δικό του παιγνίδι, έχει υπομονή -όπως μας έχει συνηθίσει- και θα κτυπήσει την κατάλληλη στιγμή.

Έχει επιλέξει τους συμμάχους με πιο βασικό τους Κούρδους, με τους οποίους διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις. Η νέα θεωρία που αναπτύχθηκε, ότι το κουρδικό κράτος θα είναι το δεύτερο Ισραήλ σε μία ταραγμένη και απρόβλεπτη περιοχή, εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της Κύπρου και της Ελλάδας.

Το ερώτημα είναι τι θα πράξει η Αμερική του Τραμπ και εάν -από κοινού με το Ισραήλ- θα επιδιώξουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την επιστροφή των Κεμαλιστών, που υπήρξαν πάντα σύμμαχοί τους.

Είναι ένας δύσκολος στόχος διότι ο Ταγίπ Ερντογάν ελέγχει τον στρατό και τις αρχές ασφαλείας, ενώ έχει ακόμα μαζί του τον μισό πληθυσμό, που τον υποστηρίζει φανατικά. Πάντως, και με βάση τα ανωτέρω, ο σημερινός πρόεδρος της Τουρκίας, σίγουρα δεν κοιμάται ήσυχα τα βράδια… Γνωρίζει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες έχουν πάντα ένα βίαιο τέλος…

Πηγή: Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες έχουν πάντα ένα βίαιο τέλος: Τι θα πράξουν ΗΠΑ και Ισραήλ; http://mignatiou.com/2017/12/o-erntogan-gnorizi-oti-i-aftarchiki-igetes-echoun-panta-ena-vieo-telos-ti-tha-praxoun-ipa-ke-israil/

Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες έχουν πάντα ένα βίαιο τέλος: Τι θα πράξουν ΗΠΑ και Ισραήλ;

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Στην Ουάσιγκτον προσπαθούν να αναλύσουν τον Ταγίπ Ερντογάν. Γενικά και ειδικά. Ένα σοβαρό ζήτημα για τους αναλυτές, εντός και εκτός της αμερικανικής κυβέρνησης, είναι η όψιμη εχθρότητά που επιδεικνύει εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ένα δεύτερο εξίσου σημαντικό ζήτημα που εξετάζουν είναι το πρωτόγνωρο μίσος του για το Ισραήλ. Και τα δύο θέματα είναι τόσο σημαντικά που απασχολούν καθημερινά όσους εκπονούν την εξωτερική και αμυντική πολιτική της υπερδύναμης.

Από τη μία είναι οι γραφειοκράτες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, οι οποίοι τρέχουν μόνοι και τερματίζουν …τελευταίοι, και οι οποίοι -για την ώρα- προσπαθούν να καταλάβουν που έκαναν το μοιραίο λάθος. Από το 2002 μέχρι σήμερα, όταν …παρέλαβαν ένα ήρεμο Ταγίπ Ερντογάν, έφτασαν να εξετάζουν με τρόμο το επόμενό του βήμα.

Αυτοί οι γραφειοκράτες είναι εντελώς αποτυχημένοι σε βαθμό που -υπό άλλες συνθήκες- θα έπρεπε να περάσουν από δικαστήριο επειδή έθεσαν σε κίνδυνο τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα. Από την άλλη είναι οι λεγόμενοι «πραγματιστές», οι οποίοι ταυτόχρονα είναι και ακραίοι όταν το θέμα αφορά τα συμφέροντα της υπερδύναμης.

Είναι αυτοί που συμμετείχαν στον σχεδιασμό της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, την οποία δημοσιοποίησε πρόσφατα, με πανηγυρικό τρόπο, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Ουσιαστικά, χωρίς να το φωνάζουν, λένε ότι όσοι δεν είναι με την Αμερική, βρίσκονται απέναντί της. Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο πρόεδρος της Τουρκίας δεν είναι πιά φίλος της υπερδύναμης.

Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που οι αξιότιμοί φίλοι του είναι ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν και οι θρησκευτικοί ηγέτες του Ιράν, η Αμερική τον έχει ξεγράψει. Και αυτό δεν είναι απλά η έκφραση του «επιθυμητού» για εμάς τους Έλληνες. Οι Αμερικανοί δεν μπορούν να εμπιστευθούν πια τον πρόεδρο της Τουρκίας, ακόμα και αν συνεχίσουν τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης, απλά και μόνο για να προστατεύσουν το διπλωματικό και στρατιωτικό προσωπικό τους, που αντιμετωπίζει πραγματικούς κινδύνους.

Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το Ισραήλ και τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό που επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία ο Ερντογάν, ακόμα και όταν δεν συντρέχει κανένας λόγος, ποικίλουν οι εκδοχές. Όμως, οι αναλυτές εντός και εκτός κυβέρνησης θα μπορούσαν να λύσουν τον γρίφο με την απλή λογική. Το Εβραϊκό Κράτος είναι ο κατάλληλος στόχος για όλους όσους ονειρεύονται να ηγηθούν του μουσουλμανικού κόσμου σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι με λίγα λόγια ο «σάκος του μποξ»…

Παρ’ όλα αυτά, οι αξιότιμοι προεδρικοί φίλοι του προέδρου της Τουρκίας συνεχίζουν το εμπόριο με το Ισραήλ και ο ίδιος ο Ερντογάν και η οικογένειά του έχουν οικονομικά οφέλη. Ας μην αμφιβάλλει κανείς. Επί διακυβέρνησης του σημερινού προέδρου, άνθισε το εμπόριο μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ και ακόμα και σήμερα, οι Τουρκικές Αερογραμμές εκτελούν έως και 10 πτήσεις την ημέρα, ακόμα και τον χειμώνα, που σημαίνει ότι οι επιχειρηματίες και οι τουρίστες πάνε και έρχονται! Ο Ερντογάν υπήρξε φίλος του Ισραήλ και μάλιστα μεσολάβησε για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις με τους Παλαιστίνιους, με τη Συρία και γενικά με τον αραβικό κόσμο. Απέτυχε και τότε ειπώθηκε πως οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Άραβες τον θεωρούσαν περισσότερο φίλο του Εβραϊκού Κράτους παρά δικό τους.

Από τότε μέχρι σήμερα γίναμε μάρτυρες ενός μεταλλαγμένου Ερντογάν. Πλέον αυτοπαρουσιάζεται ως ο μεγαλύτερος εχθρός του Ισραήλ και έχει κάνει περισσότερες εμπρηστικές δηλώσεις εναντίον των Εβραίων απ’ ότι όλοι οι Άραβες μαζί… Βασικά ο βασικός λόγος της μετάλλαξης του είναι εμφανής:

Θεωρεί πλέον ότι η εχθρότητά του εναντίον του Ισραήλ του προσθέτει πόντους στον αγώνα του για να αναδειχθεί σε πανισλαμικό ηγέτη. Το Ισραήλ είναι το όχημα στα σχέδιά του. Απ’ εκεί και πέρα οι άλλοι λόγοι θα μπορούσαν να αναζητηθούν στην ψυχοπαθητική προσωπικότητά του. Αλλάζει τόσο εύκολα και γρήγορα θέσεις και απόψεις, που προκαλεί τρόμο.

Όσοι τον παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς και αναλύουν αυτή τη ψυχοπαθητική προσωπικότητά του, δίνουν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευσή του, η οποία κυριαρχήθηκε από το φανατικό Ισλάμ και από ένα άρρωστο αντισημιτισμό. Λένε πως ο άνθρωπος που τον «κατασκεύασε» και ήταν ο πνευματικός του, ο Ιμάμης Γκιουλέν, πιστεύει και σήμερα πως οι Εβραίοι έχουν πάντα σχέδιο καταστροφής της Τουρκίας.

Συνεπώς το ίδιο πιστεύει και ο Ταγίπ Ερντογάν. Ένα θέμα που δεν δημοσιοποιήθηκε ευρύτερα στο εξωτερικό, είναι ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας χρησιμοποίησε υπογείως στην αρχή και δημόσια στη συνέχεια τον ισχυρισμό ότι οι Εβραίοι σχεδιάζουν το τέλος της Τουρκίας. Το χειρότερο -και αυτό αφορά το Ισραήλ- είναι ότι οι ηγέτες του γνώριζαν πως η συμμαχία με την Τουρκία ήταν «ευκαιρίας».

Παρ’ όλα αυτά τη συντήρησαν και μάλιστα εξυπηρέτησαν την Άγκυρα σε διεθνές επίπεδο, και στα θέματα που αφορούσαν την Κύπρο και την Ελλάδα. Και αυτή την τεράστια ζημία που προκάλεσαν στα εθνικά μας συμφέροντα δεν την έχουν διορθώσει ακόμη. Βέβαια, εδώ και καιρό το Ισραήλ σχεδιάζει το μέλλον έχοντας έξω από το ραντάρ του την Τουρκία, αν και -όπως ανέφερα παραπάνω- οι εμπορικές και γενικά οι οικονομικές σχέσεις δεν έχουν επηρεαστεί.

Το Εβραϊκό Κράτος παίζει το δικό του παιγνίδι, έχει υπομονή -όπως μας έχει συνηθίσει- και θα κτυπήσει την κατάλληλη στιγμή. Έχει επιλέξει τους συμμάχους με πιο βασικό τους Κούρδους, με τους οποίους διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις.

Η νέα θεωρία που αναπτύχθηκε, ότι το κουρδικό κράτος θα είναι το δεύτερο Ισραήλ σε μία ταραγμένη και απρόβλεπτη περιοχή, εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της Κύπρου και της Ελλάδας. Το ερώτημα είναι τι θα πράξει η Αμερική του Τραμπ και εάν -από κοινού με το Ισραήλ- θα επιδιώξουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την επιστροφή των Κεμαλιστών, που υπήρξαν πάντα σύμμαχοί τους.

Είναι ένας δύσκολος στόχος διότι ο Ταγίπ Ερντογάν ελέγχει τον στρατό και τις αρχές ασφαλείας, ενώ έχει ακόμα μαζί του τον μισό πληθυσμό, που τον υποστηρίζει φανατικά. Πάντως, και με βάση τα ανωτέρω, ο σημερινός πρόεδρος της Τουρκίας, σίγουρα δεν κοιμάται ήσυχα τα βράδια…

Γνωρίζει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες έχουν πάντα ένα βίαιο τέλος… Share this:

http://mignatiou.com

 

Η “Επανάσταση” του Τράμπ στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ: Αλλάζει τα θεμέλια!

0

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Το Νομοσχέδιο της Φορολογικής Μεταρρύθμισης που πέρασε στο αμερικανικό Κογκρέσο ήταν μια βαρύνουσας σημασίας και ουσίας νίκη για τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τράμπ, με δεδομένο ότι βάζει σε εντελώς νέα βάση και προοπτική την εθνική οικονομική στρατηγική της Αμερικής. Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωτική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος από την εποχή της προεδρίας του αείμνηστου Ρόναλντ Ρέηγκαν. Το γεγονός αυτό κυριάρχησε στο κλείσιμο της πρώτης χρονιάς του Προέδρου Τράμπ, σκεπάζοντας τη δημοσιοποίηση της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας που ο Πρόεδρος είχε δώσει στη δημοσιότητα λίγα εικοσιτετράωρα πριν. Πρόκειται για ένα κείμενο ορόσημο που στην κυριολεξία ξεκαρφώνει τα θεμέλια της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Τα μυαλά πίσω από αυτή τη ριζοσπαστική για τα δεδομένα στρατηγική είναι ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Στρατηγός ΜακΜάστερ, η Αναπληρωτής Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Ντίνα Πάουελ, και η Βοηθός του Προέδρου, Νάντια Σάιντλοου. Το κείμενο αποτελεί μια ακόμη υλοποίηση της δέσμευσης του Προέδρου Τράμπ πριν από τις εκλογές, βάση της οποίας θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ σχετίζονται με τον υπόλοιπο κόσμο. Από την αρχή της δεκαετίας του 1990, οι ελίτ εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσιγκτον, είχαν καταλήξει σε μια συναίνεση που την έζησα τόσο στους κυβερνητικούς διαδρόμους του Λευκού Οίκου, του Στέητ Ντιπάρτμεντ, και του Κογκρέσου, αλλά και ως φοιτητής Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο. Αυτή η συναίνεση είχε να κάνει με τη δημιουργία μιας Νέας Τάξης Πραγμάτων. Αυτή η Νέα Τάξη Πραγμάτων επρόκειτο να προκύψει από διπλωμάτες, δικηγόρους, που συμμετείχαν συνεχώς σε πολυμερή συνέδρια, διαμορφώνοντας συμφωνίες που στην κατάληξή τους περιόριζαν την εθνική κυριαρχία των ΗΠΑ και των άλλων κρατών, προς όφελος πολυεθνικών οργανισμών που κινούνταν από διεθνείς γραφειοκρατίες. Ο κόσμος αυτός για χρόνια ολόκληρα αποτέλεσε και συνεχίζει ακόμη να αποτελεί το ιδανικό όνειρο για τις ακαδημαϊκές ελίτ, και τους γνωρίζοντες, κατά την άποψή τους, τα πάντα διεθνείς γραφειοκράτες, που έχουν αφιερώσει την καριέρα τους, στον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας στην ηθική διάταξη της παγκοσμιοποίησης. Ο Ντόναλντ Τράμπ κέρδισε το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και στη συνέχεια τις εκλογές απέναντι στη Χίλαρι Κλίντον, έχοντας ως βασικά επιχειρήματα ότι η παγκοσμιοποίηση παραχωρεί την κυριαρχία των ΗΠΑ σε διεθνείς γραφειοκρατίες, ότι οι πολυεθνικές εμπορικές συμφωνίες πλήττουν τις ΗΠΑ, και ότι άλλες χώρες χρησιμοποιούν αμερικανικά κεφάλαια και αμερικανικές ζωές για να επιτύχουν τους δικούς τους στόχους. Οι εγχώριες, Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών, ελίτ στο χώρο της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας, έντρομοι και έχοντας βγει από τα ρούχα τους, επαναστάτησαν με το γεγονός ότι ένας δισεκατομμυριούχος εκκεντρικός επιχειρηματίας, είχε το θράσος να αμφισβητήσει τη συναίνεση δεκαετιών. Ο τρόμος τους μεγάλωσε και εξελίχθηκε σε μίσος όταν είδαν να υλοποιεί τις εξαγγελίες του αυτές όντας στον Οβάλ Γραφείο, επαναπροσδιορίζοντας την εξωτερική πολιτική και εθνική ασφάλεια γύρω από τα αμερικανικά συμφέροντα. Ποιος πίστευε ότι ένα χρόνο μετά την Προεδρία του πεφωτισμένου της Παγκοσμιοποίησης, Μπαράκ Ομπάμα, θα βρισκόμασταν στα πρώτα ουσιαστικά βήματα μιας επανάστασης στο χώρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, που κάποιοι, κυρίως οι ελίτ, πίστευαν ότι δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα. Και όμως αποτελεί την πραγματικότητα. Ας δούμε τον πρώτο χρόνο του Προέδρου Τράμπ. Με το καλημέρα στο Λευκό Οίκο, απέσυρε τις ΗΠΑ από την Trans-Pacific Partnership (TPP). Την ώρα που παραχωρούσε δείπνο στον Πρόεδρο της Κίνας, Σί, ζήτησε συγγνώμη και βγήκε να ανακοινώσει την αεροπορική επιδρομή εναντίον βάσης στη Συρία, σε απάντηση της χρήσης χημικών όπλων από το καθεστώς Άσαντ, εφαρμόζοντας την κόκκινη γραμμή που ο άνευρος Ομπάμα είχε θέσει και είχε ξεφτιλιστεί διεθνώς μη υπερασπιζόμενος τη δική του εξαγγελία. Απέσυρε τις ΗΠΑ από την ανούσια και οικονομικά επιζήμια, αφού αυτή πλήρωνε και δεσμεύονταν και άλλες χώρες κέρδιζαν και εξαιρούνταν, Συμφωνία για την Κλιματική Αλλαγή των Παρισίων. Αρνήθηκε να επικυρώσει τη Συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα του Ιράν, υποστηρίζοντας, σωστά, ότι η Τεχεράνη την παραβιάζει. Σε αντίθεση με τους δυο προκατόχους του που είχαν ταχθεί υπέρ της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ προεκλογικά και αθέτησαν την υπόσχεσή τους αυτός το έκανε, ανακοινώνοντας και την έναρξη της διαδικασίας μεταφοράς της πρεσβείας από το Τελ Αβίβ. Έχει ανεβάσει δραματικά την πίεση προς το καθεστώς της Βόρειας Κορέας και προετοιμάζει ουσιαστική στρατιωτική αντίδραση εάν χρειαστεί. Έδωσε εντολή στον Υπουργό Άμυνας, Στρατηγό Μάτις, και τον Υπουργό Εσωτερικών, να διαμορφώσουν μια στρατηγική για να αποτρέψουν τις προσπάθειες της Κίνας και της Ρωσίας, να θέσουν υπό τον έλεγχό τους σπάνια ορυκτά που απαιτούνται για τις μοντέρνες τεχνολογίες. Και κάτι που δεν θα ακούσει κανείς από τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης διεθνώς και τις αναλύσεις των διεθνών ελίτ είναι ότι, οι αποφάσεις αυτές έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς. Το Πεκίνο έχει αυξήσει δραματικά την πίεση προς τη Βόρεια Κορέα. Ηγέτες 50 Αραβικών Κρατών πήγαν στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας, όταν βρίσκονταν εκεί ο Πρόεδρος Τράμπ, για συνάντηση κορυφής όπου δημιούργησαν Κέντρο Αντιμετώπισης της Τρομοκρατίας. Ο Διάδοχός του Θρόνου στη Σαουδική Αραβία, λόγω της αναθέρμανσης των σχέσεων εμπιστοσύνης με την Ουάσιγκτον λόγω του Προέδρου Τράμπ, έχει προχωρήσει σε εντυπωσιακά για τα δεδομένα μέτρα εκμοντερνισμού στο Βασίλειο. Η εμπιστοσύνη που δείχνει ο Πρόεδρος στις ένοπλες Δυνάμεις και τον Υπουργό Άμυνας, Στρατηγό Μάτις, έχουν οδηγήσει στην καταστροφή του Ισλαμικού Κράτους, και μάλιστα με χαμηλό κόστος για τις ΗΠΑ. Παρά τη γκρίνια και την φασαρία γύρω από την έντονη κριτική που άσκησε έναντι των συμμάχων στο ΝΑΤΟ, ήδη άρχισαν να συνεισφέρουν οικονομικά πολύ περισσότερο στη συμμαχία, κάτι που οι προκάτοχοί του δεν είχαν επιτύχει. Ακόμη και με την έντονη φασαρία με την απόφαση για την Ιερουσαλήμ και τους λεονταρισμούς του ΟΗΕ, με πρωτοστάτη τον δικτάτορα Ερντογάν, δεν γύρισε και ο κόσμος ανάποδα στη Μέση Ανατολή και δειλά, δειλά κάποιες χώρες ακολουθούν την Ουάσιγκτον. Και όσο αφορά τον ΟΗΕ, πήρε το πρώτο μήνυμα με τη μείωση κατά 285 εκ. δολάρια της συνεισφοράς των ΗΠΑ στον προϋπολογισμό του. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Προέδρου Τράμπ, καθιστά την οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη βασικό πυλώνα της εθνικής ασφάλειας. Βασικός πυλώνας είναι και η ανάπτυξη στο μέγιστο δυνατό των ενεργειακών πόρων των ΗΠΑ. Το άνοιγμα των πηγών πετρελαίου της Αλάσκα, μέσα από το φορολογικό νομοσχέδιο, που μπλοκάριζε ο Ομπάμα, και είχαν αποτύχει όλοι οι πρώην Ρεπουμπλικάνοι Πρόεδροι να πετύχουν αποτελεί κομβικό γεγονός σε αυτή την προσπάθεια. Ο Πρόεδρος Τράμπ, έδωσε νέα ώθηση στην ηγετική πορεία των ΗΠΑ στο χώρο του διαστήματος. Κλείνοντας το πρώτο χρόνο της Προεδρίας του, ο Ντόναλντ Τράμπ, έχει κάνει ουσιαστικά βήματα στο χώρο της εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, για να στρέψει τις ΗΠΑ, μακριά από το άρμα της στρεβλής παγκοσμιοποίησης, επανασυνδέοντας την εθνική στρατηγική της Ουάσιγκτον, στο αμερικανικό συμφέρον. Αν διαβάσει κανείς με προσοχή τις ομιλίες του στη Βαρσοβία και την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών θα το διαπιστώσει, όπως θα διαπιστώσει επίσης, ότι καλεί όλα τα έθνη κράτη του κόσμου να κάνουν το ίδιο και να συνεργαστούν για ένα νέο διεθνές σύστημα όπου το συμφέρον των εθνών κρατών και των λαών τους θα έχουν τον πρώτο ρόλο, κόντρα στις διεφθαρμένες γραφειοκρατίες της στρεβλής παγκοσμιοποίησης. Και όλα τα παραπάνω έχοντας απέναντι του τη συντριπτική πλειοψηφία των διεθνών ελίτ, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των ελίτ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων στην Ουάσιγκτον, και την έρευνα για το δήθεν σκάνδαλο της συνεργασίας του επιτελείου του με τη Ρωσία πριν τις εκλογές. Όχι και άσχημα για τον πρώτο χρόνο μιας ριζοσπαστικής επανάστασης για την δημιουργία ενός εντελώς νέου διεθνούς συστήματος. Μόλις άρχισε… Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος – Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, και μέλος τουThe International Institute of Strategic Studies.

http://mignatiou.com