Αρχική Blog Σελίδα 2878

La luce di Spinoza illumina il futuro

0

Bernardo Valli L’ Espresso.

Il suo pensiero è perfetto per il XXI secolo. Perché riconcilia l’umanità impaurita con la ragione e la natura

Nel 1632 sono nati, a meno di un mese di intervallo, un filosofo e un pittore: Baruch Spinoza e Jan Vermeer. Benché abbiano vissuto a qualche chilometro di distanza, nelle Province Unite, Baruch e Jan non si sono mai incontrati. Da vivi hanno conosciuto entrambi una certa notorietà, non tale comunque da compensare le tante avversità che hanno pesato sulle loro esistenze fino alla morte. E la morte li ha raggiunti quasi alla stessa età, poveri e indebitati: Baruch a quarantaquattro anni, Jan a quarantatre. Due vite brevi ci hanno lasciato inestinguibili eredità.

Le loro opere hanno in comune la luce. La qualità della luce nei quadri di Veermer rivela una meditazione calma e assorta sulla normale vita quotidiana. Le luminose dimostrazioni di Spinoza ci fanno guardare l’uomo e il mondo in modo diverso. Ad accostare le figure del pittore e del filosofo è Frédéric Lenoir in “Le miracle Spinoza” (editore Fayard), che campeggia in questa fine d’anno nelle librerie parigine. Nessun filosofo è stato tanto insultato e odiato come Spinoza, accusato per secoli di “ateismo”, di “materialismo”, di “immoralità”. E poi invece esaltato, come una terra promessa appena scoperta: Goethe si è dichiarato suo discepolo e ammiratore incondizionato; Einstein lo ha definito un prolungamento metafisico della sua rivoluzione fisica; Flaubert si è detto affascinato dall’uomo, dal suo cervello, dal suo spirito, dalla sua scienza; Nietzsche ha scritto: «Ho un precursore e quale precursore!». Sarebbe ingenuo prolungare le citazioni. I saggi, le biografie, le antologie dedicate a Spinoza non si contano. Sono un fiume in piena. Ricordo il volume dei Meridiani, nella collezione Classici dello Spirito (2007), a cura e con un limpido saggio introduttivo di Filippo Mignini. È una preziosa guida: comprende le opere di Spinoza accompagnate da note e analisi che appagano le curiosità sul personaggio e sul filosofo.

Di nuovo c’è che trecentoquarant’anni dopo la morte, Spinoza ci appare come il filosofo del XXI secolo. Come l’armonia rivelata dalla luce nelle tele di Vermeer, il suo pensiero ha un effetto distensivo. L’uomo d’oggi rischia di affogare nel negativo e ha bisogno di un pensiero positivo. Un pensiero capace di riconciliarlo con la Natura. E la Natura per Spinoza è l’insieme di tutto ciò che esiste, e in cui è compreso il Dio immanente. Cosmico. Per questo Frédéric Lenoir e tanti altri pensano di avere trovato un amico nel filosofo del Seicento.

Per Spinoza il reale, dalle remote galassie al cuore umano, è retto da leggi immutabili che spiegano tutti i fenomeni. L’uomo è una parte della natura e ubbidisce a quelle leggi universali. La ragione gli consente però di capire i meccanismi che le determinano: ed è come una liberazione fondata sull’osservazione di noi stessi, delle nostre emozioni, delle nostre passioni, dei nostri desideri, del nostro corpo. Per Spinoza nulla è irrazionale. Se nel nostro comportamento c’è qualcosa che appare tale bisogna scoprirne le cause. La gelosia o la collera possono essere spiegate logicamente come l’eruzione di un vulcano. «Non deridere, non lamentarsi, non detestare, ma capire». Questa è la linea filosofica spinoziana: piuttosto che abbandonarsi alle emozioni, cerchiamo di comprendere gli avvenimenti che le hanno provocate, al fine di evitare i giudizi morali, i sarcasmi, le proteste, l’odio o la collera. Cosi si arriva a rivolgere uno sguardo razionale, giusto e dunque placato, su tutte le situazioni. Pur non essendo favorevole alle religioni, Spinoza non nasconde a più riprese la sua ammirazione per Cristo che ripeteva «non giudicate». Vincere il male identificando e annullando le cause gli sembra più utile che indignarsi, lamentarsi, detestare e condannare. Ha abbastanza fiducia nella forza della vita per denunciare tutti i fantasmi negativi che l’affliggono.

L’autore di “Le miracle Spinoza” si sente amico del flosofo la cui gloria risiede nella razionale innocenza del pensiero, espresso con rigore matematico. Amico non solo del filosofo, ma anche dell’uomo asciutto, fragile, viso ovale e bruno, occhi neri accesi, la cui dignità nella pratica quotidiana rispecchiava la vita disegnata nelle opere.

© L’ Espresso 

«Πάγο στην αλαζονεία του Ερντογάν έβαλε με ευγένεια αλλά και αποφασιστικότητα ο Μακρόν στο Παρίσι»

3

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Η ρεαλιστική εξωτερική πολιτική του Μακρόν σχηματικά λέει περίπου : συζητώ και με τους πιο αμφιλεγόμενους ηγέτες του κόσμου, δίχως όμως να προσπερνάω τα υφιστάμενα προβλήματα που αφορούν τις χώρες τους. Π.χ. συναντήσεις του με τους Τραμπ, Πούτιν, Σίσυ, Ερντογάν. Με τη λογική αυτή ο Γάλλος πρόεδρος διαμήνυσε στις 5 Ιανουαρίου 2018 στο Παρίσι στον Τούρκο σουλτάνο τις διαφορετικές απόψεις που έχουν σχετικά με τον σεβασμό των ατομικών ελευθεριών και κάλεσε την Τουρκία να «σεβαστεί το κράτος δικαίου». Εξ ου και ο εύλογος τίτλος του ηλεκτρονικού Le Monde.fr με το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) και το Reuters : «Macron : η κατάσταση στην Τουρκία δεν επιτρέπει καμία πρόοδο με την Ευρωπαϊκή Ένωση». Και αυτό σε απάντηση του παραπόνου του Ερντογάν ότι η Τουρκία κουράστηκε να αναμένει επί 54 χρόνια στον προθάλαμο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε επίσης τη σημασία της «εδραίωσης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα». Και αφού δεν μπορεί να γίνει ένταξη της Τουρκίας στην ενωμένη Ευρώπη,  ο πρόεδρος της Γαλλίας πρότεινε στην Τουρκία μια «ειδική εταιρική σχέση», χρυσώνοντας το χάπι στον νταή Ερντογάν μια συνεργασία που να αγκιστρώνει τη χώρα του και τον τουρκικό λαό στην Ευρώπη, όταν ο Σαρκοζύ και άλλοι έχουν πει : «η Τουρκία είναι χώρα της Ασίας κι όχι της Ευρώπης».

Ο Macron εκθείασε τη «δυνατή οικονομική σχέση» (11 δις ευρώ ήταν το 2016 οι εμπορικές συναλλαγές) που διατηρούν η Γαλλία και η Τουρκία, χαιρέτησε την «υποδειγματική συνεργασία» των δυο χωρών για τη μάχη ενάντια στην τρομοκρατία. Και κάλεσε τον ομόλογό του σε μια συνεργασία για την οικοδόμηση της ειρήνης στη Συρία. Ο Μακρόν δήλωσε ότι συζήτησε με τον Τούρκο Πρόεδρο τις περιπτώσεις διαφόρων ακαδημαϊκών ή δημοσιογράφων που διώκονται  στην Τουρκία και κάλεσε τον Ερντογάν να «σεβαστεί πλήρως το κράτος δικαίου» και την ελευθερία του Τύπου. Μάλιστα του ενεχυρίασε και συγκεκριμένο κατάλογο διωκομένων ατόμων και οργανώσεων, όπως δήλωσε κατά τη διάρκεια της κοινής τους συνέντευξης τύπου.

Λίγο αργότερα, ο Πρόεδρος Ερντογάν επιτέθηκε σε μια δημοσιογράφο της εκπομπής  «Ειδικός Απεσταλμένος» του καναλιού France2 η οποία τον ρώτησε σχετικά με την αποκάλυψη, τον Ιανουάριο του 2014, ότι φορτηγά που ανήκαν στην Τουρκική Μυστική Υπηρεσία (MIT) και  μετέφεραν όπλα προοριζόμενα για τζιχαντιστικές ομάδες. «Μιλάτε με τα λόγια της Γκιουλενιστικής οργάνωσης, όχι ως δημοσιογράφος», την κατηγόρησε ο Ερντογάν και συμπλήρωσε πως δεν έχει απέναντί της «κάποιον που θα το καταπιεί αυτό εύκολα»! «Αν ήσασταν πραγματική δημοσιογράφος, θα έπρεπε να βρείτε στην έρευνά σας τις 4.000 νταλίκες όπλα που έστειλαν οι Αμερικάνοι στους εχθρούς μας», εννοώντας τους Κούρδους.

Αυτή η διπλωματική επίσκεψη για τον Ερντογάν είχε ως σκοπό να τον βγάλει από τη διεθνή απομόνωση και  να «αυξήσει τους φίλους του, μειώνοντας τους εχθρούς του», όπως δήλωσε.

Όμως οδήγησε επίσης στην υπογραφή μιας σύμβασης μελέτης στον τομέα της αεροπορίας και της πυραυλικής άμυνας. Η σύμβαση, το ύψος της οποίας δεν ανακοινώθηκε, αφορά τη μελέτη του ορισμού του συστήματος μαχητικής άμυνας και πυραυλικής άμυνας μεγάλης απόστασης (Loramids-Long-Range Air and Missile Defense System) μεταξύ των τουρκικών εταιρειών Aselsan και Roketsan και της γαλλο-ιταλικής Eurosam και της τουρκικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την παραπάνω ειδησεογραφική πηγή. Αυτά τα αντιαεροπορικά αμυντικά συστήματα χρησιμοποιούνται ήδη από τους γαλλικό και ιταλικό στρατούς. Η Ιταλία ανέπτυξε κάποια τέτοια συστήματα στην Τουρκία για κάποιο διάστημα, για να την βοηθήσει να εντοπίζει πιθανούς πυραύλους προερχόμενους από τη γειτονική Συρία, στη μέση του πολέμου. Με την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης ο Ερντογάν δείχνει ότι δεν είναι και τόσο παλικάρι, όσο το παίζει. Μάλλον θέλει να απαλύνει τον θυμό που προκάλεσε σε αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όταν ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο του 2017 ότι είχε συνάψει σύμβαση με τη Ρωσία για την αγορά συστημάτων αεράμυνας S-400. Η ανακοίνωση αυτή θεωρήθηκε ως ένδειξη κακής διάθεσης εκ μέρους του Τούρκου Προέδρου προς τους δυτικούς Νατοϊκούς συμμάχους του.

Τα «κορόιδα» οι Τούρκοι φορολογούμενοι ας είναι καλά. Και να δούμε έως πότε θα αντέξει η τουρκική οικονομία την μεγαλομανία του Σουλτάνου.

Τώρα δεν ξέρω αν αύξησε τους φίλους του και μείωσε τους εχθρούς του στο Παρίσι ο Ερντογάν. Σίγουρα όμως δεν βρήκε απέναντί του έναν φοβισμένο πρόεδρο, να κάθεται στη γωνίτσα ενός καναπέ του μεγάρου των Ηλυσίων. Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

 Ο Άλκης Καλλιαντζίδης είναι οικονομολόγος.

Macron ferme la porte à une adhésion de la Turquie dans l’UE

0

Lors d’une conférence de presse commune avec Erdogan à Paris, Macron a proposé à la Turquie un « partenariat » avec l’UE afin de préserver l’ancrage de la Turquie dans l’Europe.

La visite en France du président turc Recep Tayyip Erdogan est la plus importante dans un pays de l’Union européenne depuis le coup d’État manqué de juillet 2016, qui lui a permis d’accentuer sa dérive dictatoriale.
© AP/SIPA

Τι λέει η ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ για το “σκοπιανό”

1

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Εξωτερική Πολιτική-  Ειδικά Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής

Το Ζήτημα του Ονόματος της ΠΓΔΜ

Το ζήτημα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν είναι απλώς μια διαφορά περί ιστορικών γεγονότων ή συμβόλων. Πρόκειται για τη συμπεριφορά ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών, της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία αντιστρατεύεται τις θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς έννομης τάξης, και πιο συγκεκριμένα τον σεβασμό της καλής γειτονίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.

Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του ονόματος είναι ένα πρόβλημα με περιφερειακή και διεθνή διάσταση, το οποίο συνίσταται στην προώθηση αλυτρωτικών και εδαφικών βλέψεων εκ μέρους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με κύριο όχημα την πλαστογράφηση της ιστορίας και την οικειοποίηση της εθνικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας.

Το ζήτημα του ονόματος προέκυψε το 1991, όταν η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποσχίστηκε από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία και ανακήρυξε την ανεξαρτησία της υπό το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Ιστορικά, ο όρος «Μακεδονία», ο οποίος, σημειωτέον, είναι ελληνική λέξη, αναφέρεται στο Βασίλειο και τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων, που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αδιαμφισβήτητο κομμάτι της ελληνικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Γεωγραφικά, ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια ευρύτερη περιοχή που εκτείνεται στο σημερινό έδαφος διάφόρων βαλκανικών χωρών, με το μεγαλύτερο τμήμα της να βρίσκεται στην Ελλάδα και άλλα μικρότερα τμήματά της στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Ο κύριος κορμός της ιστορικής Μακεδονίας κείται εντός των σημερινών ελληνικών συνόρων και καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της ελληνικής επικράτειας που διαχρονικά ονομάζεται Μακεδονία, με σημερινό πληθυσμό περίπου 2,5 εκατομμύρια Έλληνες υπηκόους.

Οι ρίζες του ζητήματος του ονόματος ανάγονται στην επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Στρατάρχης Τίτο διαχώρισε από τη Σερβία την περιοχή που καλείτο μέχρι τότε Vardar Banovina (δηλαδή τη σημερινή Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), χορηγώντας της καθεστώς ομόσπονδης συνιστώσας της τότε νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και μετονομάζοντάς την αρχικά σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και, στη συνέχεια, σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Παράλληλα, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα ενός χωριστού και διακριτού «μακεδονικού έθνους».

Ο Στρατάρχης Τίτο είχε βεβαίως πολλούς λόγους να προβεί σε αυτές τις ενέργειες, με κυριότερο την πρόθεσή του να θεμελιώσει μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και να εξασφαλίσει διέξοδο στο Αιγαίο. Οι βλέψεις του Στρατάρχη Τίτο στην ευρύτερη Μακεδονία είχαν επιβεβαιωθεί ήδη από το 1944, όταν ανήγγειλε δημόσια ότι στόχος του ήταν να επανενώσει «όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους βαλκάνιους ιμπεριαλιστές».

Τον Δεκέμβριο του 1944 τηλεγράφημα του State Department προς αμερικανικές Αρχές, με υπογραφή του τότε αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Stettinius, έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι: « Η (αμερικανική) Κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου μακεδονικό «έθνος», μακεδονική «Μητέρα Πατρίδα» ή μακεδονική «εθνική συνείδηση» αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας».

Σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, βασίζοντας την ύπαρξη της ως ανεξάρτητο κράτος στην τεχνητή και ψευδεπίγραφη έννοια του «μακεδονικού έθνους», η οποία καλλιεργήθηκε συστηματικά μέσω της πλαστογράφησης της ιστορίας και της καπηλείας της αρχαίας Μακεδονίας, για λόγους καθαρής πολιτικής σκοπιμότητας.

Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα στην υποκλοπή της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς και στις υφέρπουσες εδαφικές και αλυτρωτικές βλέψεις της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και το θέμα ήλθε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο με δύο αποφάσεις του [817(1993) και 845(1993)] συνιστά την εξεύρεση ταχείας διευθέτησης για το καλό των ειρηνικών σχέσεων και της καλής γειτονίας στην περιοχή.

Το 1993, κατόπιν της σύστασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε δεκτή, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, στα Ηνωμένα Έθνη με αυτήν την προσωρινή ονομασία έως ότου εξευρεθεί μια συμφωνημένη λύση.

Το 1995, η Ελλάδα και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας συνομολόγησαν μια Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία επέβαλε έναν δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς».  Επί τη βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας τα δύο μέρη άρχισαν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Κατά το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας παραβιάζει συστηματικά το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας και, βεβαίως, τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από αυτήν:

  • προβάλλοντας μεγαλοϊδεατικές εδαφικές βλέψεις κατά της Ελλάδας, μέσω της απεικόνισης σε χάρτες, σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας κλπ. ελληνικών εδαφών στην εδαφική επικράτεια μιας «μεγάλης» Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 7.1,
  • ενισχύοντας αλυτρωτικές διεκδικήσεις και υποδαυλίζοντας εθνικιστικά αισθήματα εντός της ελληνικής επικράτειας, κατά παράβαση του άρθρου 6.2,
  • χρησιμοποιώντας την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των Ηνωμένων Εθνών, στους οποίους έχει προσχωρήσει υπό την προϋπόθεση να χρησιμοποιεί την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, κατά παράβαση της σχετικής δεσμεύσεως που προβλέπει το άρθρο 11.1 (ακόμα και από το βήμα της 62ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο τότε Πρόεδρος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Branko Crvenkovski, είχε δηλώσει ότι «το όνομα της χώρας μου είναι και θα είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας»),
  • χρησιμοποιώντας σύμβολα, όπως ο Ήλιος της Βεργίνας, η χρήση των οποίων απαγορεύεται από την Ενδιάμεση Συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 7.2, καθώς και άλλα σύμβολα που ανήκουν στην ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά (μετονομασία αεροδρομίου Σκοπίων σε «Αλέξανδρος Μακεδών», έγερση αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου, ονομασία οδικού άξονα Χ, στο τμήμα που διέρχεται από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ως «Αλέξανδρος ο Μακεδών», έγερση στα Σκόπια αψίδας «Πόρτα Μακεδονία» με αποτυπωμένες μορφές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, του Ήλιου της Βεργίνας και επί της οποίας υπάρχει ρητή αναφορά σε «Μακεδονία του Αιγαίου», ανέγερση μνημείων στο Κατλάνοβο και στο Τέτοβο διακοσμημένων με τον Ήλιο της Βεργίνας, ανέγερση μνημείων στη Γευγελή, στον δήμο Γκαζί Μπαμπά των Σκοπίων με απεικονίσεις του Ήλιου της Βεργίνας και χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας», κ.λπ.),
  • προβαίνοντας ή ανεχόμενη προκλητικές ενέργειες, οι οποίες υποδαυλίζουν εχθρότητα και φανατισμό, όπως η παραποίηση της ελληνικής σημαίας και η αντικατάσταση του χριστιανικού σταυρού με τη ναζιστική σβάστικα, οι προπηλακισμοί κατά ελληνικών επιχειρήσεων, επιχειρηματιών και τουριστών, αλυτρωτικά συνθήματα από σκοπιανούς οπαδούς σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, προκλητικές και προσβλητικές σε βάρος της Ελλάδας ενέργειες στο καρναβάλι της πόλης Βέβτσανι, το οποίο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κ.ά.

Βασική αρχή κάθε διαπραγμάτευσης μεταξύ κρατών είναι ότι τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να διαπραγματεύονται με καλή πίστη και εποικοδομητικό πνεύμα και να εξαντλούν κάθε δυνατότητα προκειμένου να καταλήξουν σε συμβιβαστική λύση.

Η Ελλάδα είναι σταθερή στην ειλικρινή επιθυμία της για την επίτευξη μιας βιώσιμης συμφωνίας στο ζήτημα του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.  Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προτείνει ένα ρεαλιστικό και βιώσιμο πλαίσιο διευθέτησης, το οποίο στοχεύει στην εξεύρεση οριστικής λύσης στο θέμα του ονόματος. Η θέση μας είναι σαφής: σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή,

Η ελληνική Κυβέρνηση πήρε τον Οκτώβριο 2012 μία σημαντική πρωτοβουλία προκειμένου να δώσει ώθηση στη διαπραγματευτική διαδικασία για την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος. Ο Ελληνας Υπουργός Εξωτερικών απέστειλε επιστολή προς τον ομόλογό του της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με την οποία πρότεινε την υπογραφή μεταξύ των δύο χωρών Μνημονίου Κατανόησης, που θα θέσει το πλαίσιο και τις βασικές παραμέτρους για την οριστική επίλυση του ζητήματος της ονομασίας.  Συγκεκριμένα, η επιστολή αυτή πρότεινε ότι, προκειμένου να παρασχεθεί νέα ώθηση στην ουσία των διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, είναι απαραίτητο οι δύο πλευρές να προχωρήσουν επί τη βάσει ενός συμφωνημένου πλαισίου  για τις βασικές παραμέτρους μιας λύσης. Η λύση πρέπει να περιλαμβάνει συμφωνία επί του γεγονότος ότι οποιαδήποτε πρόταση οφείλει να εμπεριέχει σαφή και οριστικό προσδιορισμό του ονόματος που δεν θα αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τη διάκριση μεταξύ του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και περιοχών σε γειτονικές χώρες, ειδικότερα, της περιοχής της Μακεδονίας στη βόρεια Ελλάδα και ότι το συμφωνημένο όνομα θα χρησιμοποιείται έναντι όλων  (erga omnes) και για όλους τους σκοπούς. Η ανταπόκριση διεθνώς υπήρξε θετική.

Στην απάντησή της, η πλευρά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αν και ευχαριστεί για την ελληνική πρωτοβουλία, επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις της και επί της ουσίας αντιπαρέρχεται πλήρως την ελληνική πρόταση.

Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει, μέχρι στιγμής, ανταποκριθεί στις κινήσεις της Ελλάδας και εμμένει κατά τρόπο αδιάλλακτο στην αρχική θέση της, την οποία προσπαθεί να επιβάλει de facto διεθνώς, με αποτέλεσμα να μην έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται επί 19 χρόνια υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Είναι προφανές ότι, με  τη στάση της, η πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν σέβεται την αρχή της καλής γειτονίας.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008 τα μέλη της Συμμαχίας αποφάσισαν με συλλογική και ομόφωνη απόφαση ότι θα απευθυνθεί πρόσκληση στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ένταξή της εφόσον λυθεί το ζήτημα του ονόματος, κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε και επαναλήφθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες Συνόδους Κορυφής της Συμμαχίας στο Στρασβούργο (2009), στη Λισσαβώνα  (2010) και στο Σικάγο (2012). Η Σύνοδος Κορυφής της Ουαλίας (2014) δεν είχε διευρυνσιακή χροιά.

Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά της Ελλάδας την 17η Νοεμβρίου 2008, ισχυριζόμενη ότι η χώρα μας πρόβαλε αντίρρηση στην ένταξη της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008.

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση αυτή δεν υπεισήλθε στην ουσία της ονοματολογικής διαφοράς, σημειώνοντας ότι δεν έχει τη σχετική δικαιοδοσία και ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο που ορίζουν οι Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, μέσω διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Κάλεσε, επίσης, τα δύο μέρη να εμπλακούν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των ΗΕ.

Η Απόφαση δεν αφορά και δεν θα μπορούσε να αφορά τη διαδικασία λήψης απόφασης στο ΝΑΤΟ, ούτε τα ουσιαστικά κριτήρια και τις απαιτήσεις που θέτει η Συμμαχία για την εισδοχή νέων μελών σε αυτή.

Από πλευράς ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου 2008, με συλλογική και ομόφωνη απόφασή του, αποφάσισε ότι η λύση του ζητήματος του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό αποτελεί θεμελιώδη αναγκαιότητα προκειμένου να γίνουν περαιτέρω βήματα στην ενταξιακή πορεία της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας προς την ΕΕ.

Τον Δεκέμβριο 2012, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με συλλογική και ομόφωνη απόφασή του αποφάσισε ότι η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΕΕ με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας εξαρτάται από την εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, την προώθηση και τον σεβασμό των σχέσεων καλής γειτονίας και την επίλυση του ονοματολογικού, στο πλαίσιο των υπό τον ΟΗΕ διαπραγματεύσεων. Με τον τρόπο αυτό, η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας τίθεται ως προϋπόθεση για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ της ΕΕ και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και κριτήριο για τη διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο 2013 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με συλλογική και ομόφωνη απόφασή του, δεν αποδέχθηκε την εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για απόδοση ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα επανεξετάσει την προοπτική αυτή εντός του 2014, στη βάση νέας ενημέρωσης από την Επιτροπή για την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων και την πραγματοποίηση απτών βημάτων, από τα Σκόπια, για την προώθηση των σχέσεων καλής γειτονίας και την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο θέμα του ονόματος στο πλαίσιο των, υπό τον ΟΗΕ, διαπραγματεύσεων.

Η Ελλάδα όχι μόνον δεν αντιτίθεται στην ευρωπαϊκή και ευρω-ατλαντική προοπτική της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αλλά αντιθέτως την υποστηρίζει. Με ελληνική συναίνεση η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας απέκτησε καθεστώς υποψήφιας χώρας στην ΕΕ και έφθασε στα πρόθυρα της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Επίσης με ελληνική συναίνεση καταργήθηκε το καθεστώς των θεωρήσεων για τους πολίτες της γειτονικής χώρας. Βασική αντικειμενική προϋπόθεση, όμως, για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής και ευρω-ατλαντικής πορείας κάθε υποψήφιου κράτους είναι να ασπάζεται και να σέβεται στην πράξη τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο οργανισμός στον οποίο επιδιώκει την ένταξή του, και ιδίως την αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας που αποτελεί τη βάση μιας εταιρικής ή συμμαχικής σχέσης μεταξύ κρατών.

Αντί η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει την ελληνική υποστήριξη στην ευρωπαϊκή και ευρω-ατλαντική πορεία της, συνήθως απαντά στις ελληνικές υποστηρικτικές χειρονομίες με νέες προκλήσεις και σκλήρυνση της στάσης της.

Η Ελλάδα επιθυμεί και επιδιώκει την ταχύτερη δυνατή επίλυση του ζητήματος του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό, σαφή και οριστικό, ο οποίος δεν θα δημιουργεί εστίες μελλοντικών τριβών.

Η ελληνική Κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. H Ελλάδα παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη διαπραγματευτική διαδικασία υπό τον Ειδικό Μεσολαβητή του ΟΗΕ, κ. Nimetz.

Παρά την ύπαρξη του σοβαρού αυτού ζητήματος που επηρεάζει τις σχέσεις των δύο χωρών, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει εξέχουσα οικονομική παρουσία στη γειτονική χώρα, η οποία συμβάλλει ουσιαστικά και σημαντικά στην ανάπτυξή της, με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την κατασκευή υποδομών κ.λπ.

Η επίλυση του ζητήματος του ονόματος θα άρει ένα σημαντικό σημείο τριβής στις σχέσεις των δύο χωρών και θα επιτρέψει την πλήρη αξιοποίηση του μεγάλου δυναμικού που ενέχει η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.

 

Copyright © 2018 Ελληνική Δημοκρατία – Υπουργείο Εξωτερικών

Αναγκαστική συμβίωση, αλλά πώς;

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Η ανακίνηση του θέματος των Σκοπίων έχει να κάνει με τις αμερικανικές προτεραιότητες στην περιοχή. Τα Σκόπια, σύμφωνα με τις προτεραιότητες αυτές, πρέπει να γίνουν μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Υπάρχει όμως η εκκρεμότητα της ονομασίας, η οποία πρέπει να αρθεί. Οπότε, οι πιέσεις μπήκαν στην ημερήσια διάταξη.

Το πιθανότερο είναι ότι και το Σκοπιανό, όπως μια σειρά άλλων ζητημάτων στην περιοχή, συζητήθηκαν κατά τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Το «παιχνίδι» στην περιοχή, από αμερικανικής πλευράς, φαίνεται να το διαμορφώνει ο βοηθός αναπληρωτής υφυπουργός Εξωτερικών Χόιτ Μπράιαν Γι, ο οποίος διατέλεσε γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη και γνωρίζει τα Βαλκάνια καλά.

Η εικοσιπεντάχρονη εκκρεμότητα γύρω από την ονομασία των Σκοπίων έχει διαμορφώσει ένα υπόβαθρο γνώσεων και στην ελληνική κοινωνία και στην πολιτική τάξη της χώρας. Οι ιστορικές αναφορές και οι εξελίξεις της εικοσιπενταετίας είναι γνωστές. Δεν υπάρχει θέμα αμφισβήτησης του τι ήσαν οι Μακεδόνες, ούτε και του ότι οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας είναι Σλάβοι στην καταγωγή και η σχέση τους με το λαό στον οποίο αναζητούν την ταυτότητά τους είναι κατασκευασμένη.

Το ζήτημα είναι πως το πρόβλημα, όπως αναδύθηκε μετά την κατάρρευση των Ανατολικών καθεστώτων, είναι πολιτικό. Και ως πολιτικού προβλήματος αναζητείται η λύση του.

Επιγραμματικά, το 1992 η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών διαμόρφωσε τη γραμμή «καμιά ονομασία με τον όρο Μακεδονία». Οι εξελίξεις που ακολούθησαν δεν τελεσφόρησαν, και το 2007 η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή αποδέχθηκε στις συνομιλίες τη σύνθετη ονομασία για τη γειτονική χώρα. Φυσικά, με τη συμπερίληψη του επίμαχου όρου.

Εκεί που δεν στάθηκε δυνατή η εξεύρεση λύσης δεν ήταν η σύνθετη ονομασία, αλλά το εύρος της χρήσης της. Αν δηλαδή η ονομασία θα ισχύει για όλες τις χρήσεις, όπως επιδίωκε και επιδιώκει η Ελλάδα, ή μόνο για τις σχέσεις της Ελλάδας με τη γειτονική χώρα, όπως επιδιώκουν τα Σκόπια.

Οι σημερινές συνομιλίες ξεκινούν από του σημείου αυτού, το οποίο φάνηκε και τότε και στο μεσοδιάστημα μέχρι σήμερα ότι δεν το απέρριπταν τα πολιτικά κόμματα της χώρας.

Αντίθεση εξέφρασε το τελευταίο διάστημα ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ και κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καμμένος, αλλά πολλοί εκτιμούν πως οι αντιρρήσεις του θα αρθούν.

Ο Καμμένος είναι καλός χειριστής της δημόσιας εικόνας του και της ευλυγισίας που επιδεικνύει κατά καιρούς για να παραμείνει η κυβέρνηση στην εξουσία. Οπότε, οι αναλυτές θεωρούν σίγουρο πως την ικανότητά του αυτήν θα την επιδείξει και τώρα, πολύ περισσότερο διότι οι αμερικανικές πιέσεις, όπως λέγεται, είναι αφόρητες.

Αφού ο Καμμένος ορθοτομήσει τον νέο λόγο της αληθείας, το ίδιο θα κάνει και η αξιωματική αντιπολίτευση, ιδέα και πολιτική της οποίας ήταν η σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις. Η Νέα Δημοκρατία δεν θέλει, απλώς, να ευθυγραμμιστεί με την κυβέρνηση όσο διαφοροποιείται ο Π. Καμμένος, για να στερήσει από τους ΑΝΕΛ το πολιτικό όφελος από ένα θέμα το οποίο, ως κυβερνητικός εταίρος, θα πρέπει να χρεωθεί.

Παρόλο που το πολιτικό παιχνίδι σε ένα θέμα μείζονος εθνικής σημασίας θυμίζει παιδική χαρά, τείνουν να διαμορφωθούν δύο πόλοι, η σύγκρουση των οποίων –παρά τις αρχικές περί του αντιθέτου προβλέψεις– μοιάζει αναπόφευκτη. Ο ένας πόλος υποστηρίζει πως δεν έχει σημασία η σύνθετη ονομασία, την οποία η Ελλάδα ούτως ή άλλως αποδέχτηκε, αλλά οι διευθετήσεις, κατά τις συνομιλίες, όλων των άλλων στοιχείων που συγκροτούν το οικοδόμημα του «μακεδονισμού» της γειτονικής χώρας. Ο άλλος υποστηρίζει ότι το «μακεδονικό» οικοδόμημα διευκολύνεται τα μέγιστα από την παραχώρηση ονόματος σύνθετης ονομασίας που θα περιέχει τον όρο «Μακεδονία».

Η σύγκρουση των δύο αυτών τάσεων φαίνεται να γίνεται αναπόφευκτη, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στη γειτονική χώρα, η πρωτεύουσα της οποίας γέμισε με αφίσες εθνικιστικής οργάνωσης του εξωτερικού.

Το πλαίσιο σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις με τη διευθέτηση –κατά το δυνατόν– ζητημάτων που συγκροτούν το «μακεδονικό» ιδεολόγημα της γειτονικής χώρας φαίνεται πως είναι η επιδιωκόμενη λύση, η οποία θα τύχει και της υποστήριξης του διεθνούς παράγοντα.

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα το οποίο θα διατηρήσει την αβεβαιότητα ως προς τις προθέσεις και την εξέλιξη του ζητήματος, ακόμη και μετά την εξεύρεση λύσης, όπως περιγράφηκε. Η άρση του «μακεδονισμού», όπως διαμορφώθηκε με την αναφορά στο σύνταγμα, την παιδεία, τα σχολικά βιβλία και όλους τους σχετικούς ιδεολογικούς και αναπαραγωγικούς της ιδέας μηχανισμούς της γειτονικής χώρας, δεν διασφαλίζεται με τίποτε.

Τίποτε δεν μπορεί να τα διασφαλίσει με μια διεθνή συνθήκη, ή με την αλλαγή του συντάγματος.

Οπότε, εκείνο που επιδιώκεται πλέον είναι μια αναγκαστική συμβίωση, η οποία θα εξαρτηθεί από την καλή θέληση των δύο λαών και των δύο κρατών αν θα είναι ειρηνική και παραγωγική.

Οπότε εδώ πρέπει να τρέξει πολύ νερό στις όχθες του Αξιού. Ίσως και όχι. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τις σχέσεις δύο λαών σε ένα χαοτικό περιβάλλον.

Η παγκόσμια αταξία και η διάσπαση της Δύσης

0

Του Martin Wolf   4 Ιανουαρίου 2018  Financial Times/ Euro2day

Η αποδόμηση της φιλελεύθερης τάξης και οι ήττες των οπαδών της παγκόσμιας συνεργασίας. Πώς ο Ντ. Τραμπ προωθεί τη «δημοκρατική ύφεση». Η διεύρυνση των ανισοτήτων και ο λαϊκισμός.

Έχουμε φτάσει στο τέλος μιας οικονομικής περιόδου, εκείνης της παγκοσμιοποίησης που καθοδηγείται από τη Δύση, και μιας γεωπολιτικής -της μεταπολεμικής εποχής «μονοπολικής στιγμής». Αυτό υποστήριξα πριν από σχεδόν ένα χρόνο.

Το ερώτημα ήταν, αν ο κόσμος θα βίωνε την αποδόμηση της φιλελεύθερης τάξης που δημιουργήθηκε από τις ΗΠΑ μετά τον παγκόσμιο πόλεμο με αποπαγκοσμιοποίηση και συγκρούσεις ή με αναζωπύρωση της συνεργασίας. Μετά από ένα χρόνο προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, θα πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτό το σημείο. Εν συντομία, η αποδόμηση είναι ακόμα πιο πιθανή.

Η εμπειρία έχει αναδείξει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της προεδρίας του κ. Τραμπ. Σε καθημερινή βάση, «παραβιάζει» τη συμπεριφορά και τις στάσεις που ο κόσμος αναμένει από έναν πρόεδρο των ΗΠΑ. Αλλά η εκμετάλλευση της θέσης του για προσωπικό όφελος, η αδιαφορία για την αλήθεια και η επίθεση στα θεσμικά όργανα μιας δημοκρατίας που διέπεται από τους νόμους είναι όλα όπως θα περίμενε κανείς.

Μια φιλελεύθερη δημοκρατία επιβιώνει μόνο αν οι συμμετέχοντες αναγνωρίσουν τη νομιμότητα των άλλων συμμετεχόντων. Ένας ηγέτης που καλεί τους αξιωματούχους του να κινηθούν εναντίον πρώην αντιπάλων του είναι ένας εν δυνάμει δικτάτορας, όχι δημοκράτης.

Ο χαρακτήρας είναι ένα θέμα. Οι πράξεις κάτι άλλο. Μέχρι στιγμής, ο κ. Τραμπ κυβέρνησε κυρίως ως παραδοσιακός Ρεπουμπλικανός «πλουτο-λαϊκιστής»,παρέχοντας πολιτικές για την πλουτοκρατία και ρητορική στην ανόητη βάση του. Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά του εξακολουθούν να είναι ορατά, στη σταθερά μισθοφορική στάση του απέναντι στους Αμερικανούς συμμάχους και τις στενά μερκαντιλιστικές απόψεις του για το εμπόριο.

Η προεδρία του Τραμπ έχει αποδυναμώσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία (αυτή που στηρίζεται σε ουδέτερο κανόνα δικαίου). Στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, το στιλ της δημοψηφικής δικτατορίας (ευφημιστικά αποκαλούμενης «ανελεύθερη δημοκρατία»), χαρακτηριστικό της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν, αποπλανεί τους θαυμαστές και ενθαρρύνει τους μιμητές. Η οριακή νίκη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο δημοψήφισμα για τις προεδρικές εξουσίες, οδήγησε την Τουρκία ακόμα περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο, το δημοψήφισμα το 2016 για το Brexit του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έχει μέχρι στιγμής προσελκύσει μιμητές εντός της ΕΕ. Στη Γαλλία, ο Εμανουέλ Μακρόν ανέκοψε τη λαϊκιστική και ξενοφοβική παλίρροια. Οι εκλογές στη Γερμανία αποδυνάμωσαν την ικανότητα της χώρας να ανταποκριθεί στον κ. Μακρόν, ενώ οι επερχόμενες ιταλικές εκλογές θα μπορούσαν να αποδιοργανώσουν όχι μόνο την Ιταλία αλλά ολόκληρη την ευρωζώνη.

Αναμφίβολα, η σημαντικότερη από όλες τις πολιτικές εξελίξεις του 2017 ήταν στην Κίνα. Εδώ, ο Ξι Ζίνπινγκ έχει προφανώς καθιερώσει την υπεροχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα και ενίσχυσε την κυριαρχία του κόμματος πάνω από το κράτος, και του κράτους πάνω στον κινεζικό λαό. Από τους ισχυρούς του κόσμου, έχει αναδειχθεί ο ισχυρότερος -ο ηγέτης μιας ανερχόμενης υπερδύναμης.

Το 2017, λοιπόν, η απολυταρχία ήταν σε άνοδο. Η «δημοκρατική ύφεση»συνεχίζεται.

Τι, εν τω μεταξύ, συνέβη με την παγκόσμια συνεργασία; Και εδώ διαπιστώσαμε σημαντικές εξελίξεις.
Μία ήταν η απόφαση του κ. Τραμπ να αποχωρήσει από τη συμφωνία του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership), στην οποία οι Αμερικανοί σύμμαχοι, ιδίως η Ιαπωνία, επένδυσαν τόσο πολύ και να επαναδιαπραγματευθεί τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής. Μια άλλη ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να αποσυρθεί από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα.

Στην αντίθετη κατεύθυνση ήταν η ρητορική προσπάθεια του κ. Ξι να σηκώσει τον μανδύα της παγκοσμιοποίησης. Στο ισοζύγιο, οι δυνάμεις κατά της συνεργασίας σημείωσαν πρόοδο πέρυσι, όπως και εκείνες κατά της δημοκρατίας. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, όταν η κυρίαρχη χώρα στον κόσμο έχει έναν πρόεδρο που θεωρεί τη σύγκρουση ως τον κανόνα.

Οι εξελίξεις αυτές πρέπει να τεθούν σε σχέση με πιο μακροπρόθεσμες τάσεις. Το πιο σημαντικό είναι ότι η θέση των σημερινών χωρών υψηλού εισοδήματος, αν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά ισχυρή, βρίσκεται σε σχετική πτώση. Οι στρατιωτικές δαπάνες της Κίνας αυξάνονται απότομα σε σχέση με τις ΗΠΑ, αν και παραμένουν μόλις στο 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.

Το μερίδιο των χωρών υψηλού εισοδήματος στην παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις αρχές του αιώνα σε τιμές αγοράς και το μερίδιό τους στο παγκόσμιο εμπόριο εμπορευμάτων περιορίστηκε κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες.

Ακολουθούν ορισμένες συνέπειες.

Πρώτον, αυτές οι πολιτικές εξελίξεις έχουν διασπάσει τη Δύση ως μια ιδεολογικά συνεκτική οντότητα. Η στενή συνεργασία μεταξύ των χωρών υψηλού εισοδήματος ήταν σε μεγάλο βαθμό δημιουργία της αμερικανικής βούλησης και εξουσίας. Το κέντρο αυτής της δύναμης αποκηρύσσει σήμερα τις αξίες και την αντίληψη των συμφερόντων που υποστήριξαν αυτή την ιδέα. Αυτό αλλάζει σχεδόν τα πάντα.

Δεύτερον, τα σύγχρονα δυτικά ιδεώδη της δημοκρατίας και οι φιλελεύθερες παγκόσμιες αγορές έχουν χάσει το κύρος και την ελκυστικότητα όχι μόνο στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και στις ίδιες τις χώρες υψηλού εισοδήματος. Την ώρα που δεν έχει κερδίσει ακόμα ένα εναλλακτικό οικονομικό σύστημα, έχει αυξηθεί η ελκυστικότητα των ξενοφοβικών λαϊκιστών και των αυταρχικών (συχνά είναι οι ίδιοι).

Τρίτον, η διαχείριση της παγκόσμιας οικονομίας, των παγκόσμιων κοινών (κυρίως κλιματικών) ζητημάτων και θεμάτων ασφαλείας, απαιτεί συνεργασία μεταξύ των χωρών υψηλού εισοδήματος και των αναδυόμενων χωρών, κυρίως της Κίνας. Οι παλιές ημέρες κυριαρχίας από τις κορυφαίες χώρες υψηλού εισοδήματος έχουν τελειώσει. Η διασφάλιση της συνεργασίας μεταξύ των διαφορετικών χωρών είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Τέλος, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, όπως υποστηρίζει ο Graham Allison από το Χάρβαρντ στο βιβλίο του, Destined for War. Οι αισιόδοξοι θα υποστηρίξουν (σωστά) ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση και τα πυρηνικά όπλα κάνουν τον πόλεμο τρελό. Οι απαισιόδοξοι θα απαντήσουν ότι η ανθρωπότητα έχει τεράστια ικανότητα να κάνει το αδέξιο λάθος προς την καταστροφή. Ίσως οι στρατηγοί που περιβάλλουν τον κ. Τραμπ θα αποτύχουν στο να τον κρατήσουν υπό έλεγχο. Ίσως ακόμα και να προμοτάρουν έναν καταστροφικό πόλεμο στη Βόρεια Κορέα.

Αν το 2017 υπογράμμισε τις γεωπολιτικές πιέσεις, είδε επίσης μια υγιή παγκόσμια οικονομική άνοδο. Πώς σχετίζονται αυτά τα πράγματα; Αυτό θα είναι το θέμα μου, την επόμενη εβδομάδα.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Ο Ενβέρ Χότζα στο υπουργείο Παιδείας

1
 ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ  

Η κυρία Θεανώ ερμηνεύει για το κοινό της την άρια «Addio, del passato…». Φυσικά από την «Τραβιάτα» του Τζουζέπε Βέρντι.

Τι σύμπτωση! Μόλις το προηγούμενο βράδυ μού έλεγε ένας φίλος, που η γυναίκα του είναι από την Ολλανδία, πως πριν από 25 χρόνια, στο πρώτο καλοκαίρι τους, επισκέφθηκαν το μοναστήρι της Αμοργού. Ο μοναχός που τους υποδέχθηκε εκεί –φιλόξενα, κατά τα λοιπά– σούφρωσε το πρόσωπο μόλις κατάλαβε ότι η κοπέλα ήταν ξένη και του είπε: «Μα δεν μπορούσες να βρεις Ελληνίδα;». Γελούσαμε στην παρέα – καγχάζαμε, για να είμαι ειλικρινής. Πού να φανταζόμουν ότι, την επομένη κιόλας, θα κυκλοφορούσε η είδηση ότι ο υπουργός Κώστας Γαβρόγλου (που νομίζω ότι είναι και Θρησκευμάτων, εκτός από Παιδείας) θα απαγόρευε τις εκπαιδευτικές εκδρομές των σχολείων στο εξωτερικό, εφόσον μάλιστα έχουν σκοπούς πολιτιστικούς και περιβαλλοντικούς.

Απολύτως αναμενόμενο από άνθρωπο των αντιλήψεών του. (Αυτός δεν ήταν που καλούσε τον πρύτανη του Μακεδονίας να αναλογισθεί σε τι έσφαλλε ώστε το πανεπιστήμιο του να έχει γίνει στόχος των αναρχικών;) Φαντάσου τι επίδραση μπορεί να έχει σε ένα παιδί να δει πώς είναι τα σχολεία στις πολιτισμένες χώρες της Δύσης, πώς η ελευθερία της προσωπικότητας συμβαδίζει με τον σεβασμό στους κανόνες, πώς δεν γίνονται εκεί καταλήψεις! Ποιος ξέρει πού μπορεί να καταλήξει ένα παιδί που θα υποστεί παρόμοιο τραύμα; Μπορεί σαν τον φίλο μου, αυτόν που παντρεύτηκε την ξένη!

Εξόχως αποκαλυπτική και η αιτιολόγηση της απόφασης: Επειδή δεν μπορούσαν μερικά παιδιά να μετάσχουν, απαγορεύεται σε όλα. Ο κομμουνισμός στην πράξη – ευτυχώς βέβαια, σε καρτουνίστικη εκδοχή, λόγω υπουργού. Εχω στον νου μια εξήγηση και θα τη θέσω με τον δέοντα σεβασμό. Υποθέτω ότι, έπειτα από τόσα χρόνια ευδόκιμης και καλοπληρωμένης υπηρεσίας στο Ιδρυμα Λάτση, ο Κ. Γαβρόγλου έχει κάποια θέματα –δικά του, εσωτερικά– και προσπαθεί να τα τακτοποιήσει με παρόμοιες γελοιότητες στο υπουργείο Παιδείας. Το δυστύχημα είναι ότι έχουν κόστος εθνικό: Κρατάνε τη χώρα πίσω. Ως προς το προσωπικό του, βεβαίως, συμπονώ… Είναι καημός, δε λέω…

“Καθημερινή”

Turkey: Learning From the Ottomans’ Mistakes

0

January 4, 2018 Geopolitical Future

Turkey’s president is determined to break the disconnect between perceived and real military capabilities.

By Xander Snyder

President Recep Tayyip Erdogan’s decision to move Turkey’s military procurement process under his direct authority – mandated in an emergency decree passed on Dec. 24 – indicates two things. First, that he knows that for Turkey to rise, it needs a stronger military. Second, that he’s mindful of past mistakes made by the Ottoman Empire. For Turkey to project power, it needs the ability to intervene unilaterally, independent of foreign military purchases. It also needs its strategic planners to be on the same page with those who procure the weapons that support its military strategy. In other words, Erdogan is aware of the risk of the disconnect between perception and reality.

Geopolitical Futures has written extensively on the rise of Turkey as a major regional power. To buffer its core from the chaos in the Middle East, Turkey needs to expand its territory. To expand its territory, it needs a powerful, independent military. Turkey’s Emergency Decree No. 696 is a step toward constructing this military.

The decree grants Erdogan a number of new powers. The agency responsible for executing military procurement decisions – the Undersecretariat for Defense Industries, or SSM – now reports directly to the president rather than to the Defense Ministry. The decree also gives the president the authority to convene and chair meetings of the Defense Industry Executive Committee, which makes the policy decisions that are carried out by the SSM. It also places the Turkish Armed Forces Foundation – a government agency that retains majority ownership in several of Turkey’s largest defense companies – under the president’s direct control. Finally, the decree permits Erdogan to appoint personnel to the SSM at his discretion.

In effect, Erdogan will now have direct access to information further down the command chain – information that previously would have passed through an additional layer of gatekeepers to reach him – all without dismantling any existing organizations. This was important to Erdogan because of his experience in the failed coup against him in July 2016. Since then, he has been hesitant to let military matters escape his grasp. He has pushed to increase his own powers via emergency decrees and a referendum last April that strengthened the executive power of the president. (Previously, the presidency was more of a ceremonial role.)

Turkish soldiers march during the 94th Republic Day parade on Oct. 29, 2017, in Ankara, Turkey. ADEM ALTAN/AFP/Getty Images

Erdogan was also motivated by foreign considerations. Turkey’s rise will compel it to seek greater strategic depth and expand its territory into the Middle East – or, at the very least, control more territory via proxies. Expansion entails conflict, and all wars ultimately hinge on the ability of a state to supply its military. Failure to establish controlled supply routes is tantamount to walking into a losing fight.

But Erdogan’s recent emergency decree is not simply about informational awareness; it is also a matter of decreasing dependency on foreign military purchases and cementing Turkey’s unilateral ability to act militarily.

The organizations Erdogan has placed under his control have, since their inception in the 1980s, been tasked primarily with developing an independent domestic arms industry. Events in Turkey’s relatively recent history spurred their creation. In the Cyprus crisis of 1964, when Greece and Turkey nearly went to war over control of the island of Cyprus, the U.S. and NATO intervened. They mediated an agreement to prevent the two NATO allies from going to war, an event that would have weakened the alliance in the midst of the Cold War and only two years after the Cuban missile crisis. At the time, Turkey was a weaker power than it is today and was far more dependent on foreign military aid.

But there is more than recent history behind Erdogan’s desire for greater direct access to military information. Indeed, it could be argued that the onset of the Ottoman Empire’s decline was the direct result of its leaders’ disconnect between perceived and real military capabilities.

Historical Memory of a Declining Empire

Turkey’s historical memory is informed by the failure to fully understand the extent of its own capabilities. After the rise of the Ottoman Empire in the 15th and 16th centuries, a series of wars with the Persian Safavid Empire lasting more than 100 years largely took the Ottomans’ focus off of Europe. While the Ottomans traded borders continually with the Safavids and employed largely the same military tactics and operational supply lines that had served them well up to that point, a catastrophic event in Europe changed the nature of warfare: the Thirty Years’ War.

From 1618-1648, European militaries revolutionized their training, tactics and weapons technology. This largely escaped the notice of the Ottomans, who at that point considered the Safavids the more immediate threat. In 1683, when Kara Mustafa Pasha broke the armistice of 1664 with the Habsburg monarchy and marched on Vienna, he was woefully unprepared to face the European militaries. A small Viennese garrison was able to hold out for several days until reinforcements arrived – culminating in the largest cavalry charge in history – and even though the European army was about two-thirds the size of the Ottoman forces, the Ottomans were routed. The Great Turkish War that followed saw the near-complete annihilation of three Ottoman field armies, marking the beginning of the decline of the Ottoman Empire.

As the empire waned, the Ottomans made several unsuccessful attempts to implement rapid reform to meet the unrealized threat from European armies. In the 18th century, the Ottoman Empire suffered one defeat after another at the hands of the Russians. In the 19th century, the Ottomans implemented their most sweeping set of reforms after another crushing loss, this time to Napoleon. This reform effort also proved unsuccessful. The Russians defeated the Ottoman Empire yet again in 1878, and then the Ottomans watched their empire crumble as the Balkan revolutions unfolded in the lead-up to World War I, which was the empire’s death knell.

Ottoman leaders overestimated the might of their military relative to those of European powers. Erdogan is determined not to repeat the mistakes of the past. The key will be to ensure that his perception – and the perception of subsequent presidents – of Turkish military strength closely parallels reality. An emergency decree may not be a long-term answer, but it is an important step toward greater centralized control of the military.

https://geopoliticalfutures.com/turkey-learning-ottomans-mistakes/

A Rival Steps Up to Challenge Turkey’s President Erdogan

0
Photo

Meral Aksener, center, at a referendum campaign rally in Istanbul in March. She hopes to build on support from that campaign to run for president. CreditBulent Kilic/Agence France-Presse — Getty Images

ANKARA, Turkey — Out of the repressive climate of the last 18 months since a bloody coup attempt in Turkey, the most fearless challenger to President Recep Tayyip Erdogan — and potentially his most serious rival in future elections — has been a petite but determined woman, Meral Aksener.

A former interior minister and seasoned right-wing politician, Ms. Aksener, 61, is credited with gathering much of the national support for the “No” campaign in an April referendum that nearly defeated Mr. Erdogan’s attempt to vastly expand his powers.

Now she plans to build on that support to challenge him for the presidency. She predicts that Mr. Erdogan will call early presidential elections for July 15.

Expelled from the Nationalist Movement Party in September 2016 after challenging its leader over a growing alliance with Mr. Erdogan, she founded the Iyi Party, or Good Party, a year later in October. She is already campaigning around the country.

“I call it the movement of the brave,” she said in an interview in November in new party offices in Ankara, the capital.

Under the state of emergency imposed by Mr. Erdogan since the attempted coup, public gatherings are prohibited and freedom of expression and the media are tightly constrained. Most of those joining Ms. Aksener’s movement are young people chafing under the restrictions, she said.

Ms. Aksener and Mr. Erdogan both represent the center right of the political spectrum, but she opposes him on almost every aspect of his politics, from his increasingly autocratic form of government to his anti-Western diatribes that have damaged relations and scared off foreign investment.

Mr. Erdogan remains Turkey’s most popular politician by far, but last year’s referendum showed that the country is deeply divided. Ms. Aksener says she is uniquely placed to draw support from right-wing nationalists and more liberal centrists who are disenchanted with Mr. Erdogan.

“We saw in the referendum the country is split in half,” she said. “The Good Party is the only party that can get votes from both camps.”

Still, her path ahead will be anything but easy. Although Mr. Erdogan’s Justice and Development Party has slipped slightly in the polls, there is little sign that Ms. Aksener is the cause, said Kemal Can, a prominent political writer.

“Most of the polls show that she cannot draw the vote away from A.K.P.,” he said, using the party’s Turkish initials. “She may sway 1 or 2 percent from A.K.P., but these are already estranged voters who most probably already voted No in the referendum.”

Since she occupies some of the same political space as the president, Ms. Aksener is in many ways campaigning as the anti-Erdogan.

She says she wants to re-establish freedom of expression, reverse draconian measures that have imprisoned journalists and closed down newspapers and media outlets, and restore a nonpartisan justice system and constitutional court.

She also says she wants to reverse Mr. Erdogan’s April referendum, which will introduce an executive-style presidency after the next elections, regardless of who wins.

“We are going to return to a parliamentary system,” she said. “The second thing is to restore trust in the economy.”

The daughter of a civil servant, Ms. Aksener grew up in a small rural village in western Turkey. Her family was among the hundreds of thousands resettled from Greece in the population exchanges between Greece and Turkey in 1923.

Photo

Supporters of Ms. Aksener during the “No” campaign before Turkey’s April referendum.CreditBulent Kilic/Agence France-Presse — Getty Images

“Despite limited education, I managed to go to university and became a lecturer,” she said. She gained her doctorate in history in Istanbul and taught at several universities.

Yet Ms. Aksener said the possibility of moving up a class through education had become elusive in Turkey, where employment has become partisan, depending on whether a person is connected to the governing party. “The opportunity I got 45 years ago, you cannot receive today,” she said.

Education and the economy are the two things people are most concerned about on the campaign trail, she said.

Thousands of families were affected when Mr. Erdogan scrapped the national high-school entrance exam in September, ordering students instead to attend their closest neighborhood school, many of which have been transformed into religious academies.

“Pupils were preparing for the exam for four years,” Ms. Aksener said, “and you change it overnight?”

“Mobility between the social classes will be diminished,” she added. “Children will not be able to dream about their future, and this is the saddest thing.”

Although Mr. Erdogan has overseen a period of impressive economic growth, allowing many in Turkey to climb out of poverty and join the middle classes, Ms. Aksener noted that the growth has been built on a construction boom rather than industrialization.

Pointing to high youth unemployment, she said research conducted by her party had found that 18- to 25-year-olds from middle-income families felt trapped in a triangle of unhappiness, despair and fatalism. “The Good Party will give hope to these people,” she said.

She entered politics in 1994, joining the True Path Party of Suleyman Demirel and serving as interior minister for nine months until a military coup replaced the government in 1997. She joined the Nationalist Movement Party in 2007 and became deputy speaker of Parliament for eight years.

Although the Nationalist Movement Party has a history of extreme right-wing elements, Ms. Aksener has avoided nationalist rhetoric and describes herself as center-right. Her party manifesto is carefully worded, supporting a strong defense against terrorism, immigration and outside cultural influences.

Senior members of her new party have been more outspoken, though. Umit Ozdag, the vice chairman of the Good Party, caused an outcry with derogatory comments about Syrian refugees in November.

Ms. Aksener remains focused on attacking Mr. Erdogan’s policies.

She broke with the Nationalist Movement Party leader, Devlet Bahceli, over his support for Mr. Erdogan’s new presidential system, which she criticizes for lacking checks and balances.

She is also campaigning for women’s rights, hoping to win over female voters. “In the cities, women are harassed based on their gender,” she said. “In the villages they are beaten up or even killed.”

She describes her 24 years in politics as a “very rough political life.” During the 2015 parliamentary election campaign, supporters of Mr. Erdogan alleged on television that a video showed her cheating on her husband, a mechanical engineer.

In the furor that followed, both Mr. Erdogan and his wife called her in sympathy, as did Prime Minister Ahmet Davutoglu and his wife — although Ms. Aksener said that amid that sympathy they also encouraged her to drop out.

“I noticed there was an expectation that I should end this fight,” she said. “I went in the opposite direction. I continued the fight and I sued those people.”

Her accusers backed off somewhat, but were later acquitted.

The battle taught her a lesson, she says. “I saw them up close,” she said. “I am not afraid of Erdogan, not as much as a grain of dust.”

https://www.nytimes.com/2018/01/05/world/europe/turkey-aksener-erdogan.html

ITALIAN OFFICIAL MAPS OF GREEK ISLANDS. Κατατοπιστικό άρθρο αναφορικά με την Συνθήκη της Λωζάννης και την διένεξη με την Τουρκία.

1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ


Τα Δωδεκάνησα είχαν περάσει στην στυγνή Ιταλική Κατοχή το 1912 ως το 1947, που αποδόθηκαν από τους Συμμάχους πανηγυρικά στην αγκαλιά της μητέρας Ελλάδα,

νικήτριας της Ιταλίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων στις 10-2-1947!

Συγκεκριμένα στο άρθρο 14, παράγραφος 1, αναφέρεται ρητά:

«Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τας κατωτέρω απαριθμουμένας, ήτοι: 

Αστυπάλαιαν, Ρόδον, Χάλκην, Κάρπαθον, Κάσον,Τήλον, Νίσυρον, Κάλυμνον, Λέρον, Πάτμον, Λιψόν, Σύμην, Κω και Καστελλόριζον, ως και τας παρακειμένας νησίδας»!


ΟΙ ΙΤΑΛΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ – 1929

 

 

 

 

 

 

 

Οι παρόντες χάρτες είχαν σχεδιαστεί επισήμως από τους Ιταλούς κατά την διάρκεια της Ιταλικής Κατοχής της Δωδεκανήσου

 και δείχνουν ποια νησιά του ΝΑ Αιγαίου ΔΕΝ ανήκαν τότε στην Τουρκία και άρα δεν μπορούν να ανήκουν και σήμερα,

επειδή εκχωρήθηκαν επ΄ ακριβώς από την Ιταλία στην Ελλάδα!

Α. Ο πρώτος ιταλικός χάρτης μάλιστα φέρει την πλέον έγκυρη υπογραφή του “Ιταλικού Υπουργείου Αποικιών” και κυκλοφόρησε το 1929 σε ιταλική κάρτ – ποστάλ στα Δωδεκάνησα, στα πλαίσια της ιταλικής κατοχικής πολιτικής και δείχνει με μαύρη διακεκομμένη γραμμή την θαλάσσια μεθόριο με την Τουρκία,

που κόβει τα πόδια στην Άγκυρα!

Β. Ο δεύτερος ιταλικός χάρτης, εκτυπωμένος στο Μιλάνο, επίσης το 1929, είναι απόλυτα βασισμένος στον πρώτο και περιέχει περισσότερες και ευκρινέστερες λεπτομέρειες, που μπορούμε να δούμε σε δύο τμήματα.

Στο επάνω τμήμα του Β Ιταλικού Χάρτη του 1929, φαίνεται αναγράφεται ολοκάθαρα ότι το Αγαθονήσι, το Φαρμακονήσι και οι Βραχοσίδες Ίμια (Λιμνιά)

 είναι εκτός Τουρκίας, εντός τότε Ιταλικής Κατοχής και εντός πια της Ελλάδος στην οποία εκχωρήθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη και υπογραφή της Ιταλίας και των Συμμάχων!
Όμως εδώ βλέπουμε καθαρά και την πρώτη μεγάλη έκπληξη, καθώς η νήσος Αρκός (τ. Καρά Αντά) που βρίσκεται μπροστά από την Αλικαρνασσό (τ. Μποντρούμ)

ΔΕΝ είναι τουρκική, αλλά υπό Ιταλική Κατοχή και άρα ελληνική!

Στο κάτω τμήμα του Β Ιταλικού Χάρτη του 1929, φαίνεται επίσης ολοκάθαρα ότι τα νησιά Ρω (Άγιος Γεώργιος), Μεγίστη (Καστελόριζο), Υψηλή (Στρογγύλη)

είναι εκτός Τουρκίας.

είναι εκτός Τουρκίας, εντός τότε Ιταλικής Κατοχής και εντός πια της Ελλάς στην οποία και εκχωρήθηκαν!

Αλλά εδώ βλέπουμε και τις υπόλοιπες εκπλήξεις, καθώς τα νησιά Βόλος (Κάτω Βόλος), η Αλιμεντάρια και η Καράβολα (τ. Κέκοβα, πλάϊ στα υποθαλάσσια ερείπια

της αρχαίας μας Δολίχης ή Δολιχίστη) ΔΕΝ είναι τουρκικά, αλλά υπό Ιταλική Κατοχή και άρα ελληνικά!

 

 ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΗΣ 1923

 

 Μετά ττις Γενοκτονίες Ελλήνων και Αρμενίων και την Μικρασιατική μας Καταστροφή, νιώθοντας ενισχυμένη η Τουρκία, άρχισε να διαμαρτύρεται για την ιταλική κατοχή

των παραπάνω (με κόκκινο) πλαϊνών στην Μικρασία νησιών, προβάλλοντας παράνομα την Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, που θεωρεί τουρκικό νησί όποιο βρίσκεται

σε απόσταση 3 μιλίων από τις ακτές της, με εξαίρεση όμως άλλης “αντιθέτου διατάξεως” της ίδιας Συνθήκης.

 

Άρθρο 12 Συνθήκης της Λωζάνης;

«Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι, αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν».

 

   Η “αντίθετη διάταξη” όμως είναι στο άρθρο 15 και περιέχει τη συγκλονιστική παραίτηση της Τουρκίας από όλα τα Δωδεκάνησα:

Άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάνης:

«Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου,

Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό την Ιταλίαν και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων,

ως και της νήσου Καστελλορίζου»! (Η Τουρκία επειδή δεν αναφέρονται ρητά τα Αγαθονήσι και Φαρμακονήσι επικεντρώνει σε αυτά την αιχμή των διεκδικήσεών της,

αφού “γκριζάρισε” πρώτα  τα Ίμια)

Τι σημαίνει αυτό; Ότι το 1923 που υπογράφεται η Λωζάνη, η Ιταλία κατέχει ήδη τα Δωδεκάνησα, νησιά, νησίδες, βραχονησίδες, όπως φαίνονται στους παραπάνω χάρτες

και άρα η Τουρκία αποδέχεται με την υπογραφή της την παραπάνω τότε κυριαρχία.

Αργότερα μετανιώνει και αρχίζει να προβάλει το άρθρο 12 (τα εντός 3 μιλίων νησιά), αποσιωπώντας το άρθρο 15 με το οποίο παραιτείται κάθε διεκδικήσεως επί των Δωδεκανήσων.

 

  ΙΤΑΛΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ 1932

 

Έτσι πιέζοντας, καταφέρνει να πείσει την Ιταλία να της παραχωρήσει μια σειρά νησιών (με κόκκινο στους χάρτες), τα οποία δεν της ανήκαν και τα οποία παραχωρήθηκαν

τελικά κατά παράβασης της Λωζάνης. Τα νησιά αυτά είναι τα παρακάτω 20, όπως αναφέρονται στην επισήμως υπογεγραμμένη  Ιταλο-Τουρκική Συμφωνία

της 4ης Ιανουαρίου 1932:

“Volo (Gatal-Ada), Ochendra (Uvendire), Fournachia (Furnakya), Kato Volo (Katovolo), Prassoudi (Prasudi) (soyth-east of Catovolo). The islets of Tchatallota, Pighi,

Nissi-Tis-Pighi, Agricelia reef, Proussecliss (rock), Pano Makri, Kato Makri (including the rocks), Marathi, Roccie Voutzaky (Rocci Vutchaki), Dacia (Dasya),

Nissi-Tis Dacia, Prassoudi (north of Dacia), Alimentarya (Alimentaria), Caravola (Karavola)”. Και το “Kara-Ada” (σ.σ. Αρκός) στον κόλπο της Αλικαρνασού!

Όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, όλα σχεδόν τα παραπάνω ονόματα είναι ελληνικά, κάτι που δείχνει την αδιάκοπη ελληνικότητα των νησιών αυτών, τα οποία παραχωρήθηκαν από την Ιταλία προς την Τουρκία παρανόμως, αφού η Τουρκία με το άρθρο 15 της Λωζάνης είχε παραιτηθεί κάθε δικαιώματος προς αυτά και τα Δωδεκάνησα γενικά!

 

20 ΝΗΣΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

 

Η Τουρκία συνυπέγραψε τότε με την Ιταλία το συμπληρωματικό Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου 1932, με το οποίο καθοριζόταν επ΄ ακριβώς από κοινή επιτροπή

και δια 37 σημείων, τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων και Τουρκίας, με ρητή αναφορά και στα Ίμια (τ. Καρντάκ) να ανήκουν στη Δωδεκάνησο!

 

Η Τουρκία όμως και πάλι τώρα – ισχυρότερερη παρά ποτέ – έχει μετανιώσει για εκείνες τις Συμφωνίες και τα Πρωτόκολλα και ζητά να μας πάρει τα μη ρητώς αναφερόμενα

στο άρθρο 12 της Λωζάνης Δωδεκάνησα, ήτοι Αγαθονήσι, Φαρμακονήσι, Ίμια και άλλα, διαμελίζοντας την Ελλάδα στο Αιγαίο!

Έτσι η Άγκυρα, έχει παραχώσει τις παραπάνω Ιταλο-Τουρκικές Συμφωνίες, τις οποίες θεωρεί διμερείς και όχι επισήμως διεθνείς, υποσκάπτοντας εσκεμμένα

την αδιαμφισβήτητη ισχύ και το κύρος τους!

 

Όμως η Ελλάδα, έχει το μεγάλο όπλο να απαντήσει πλέον στην κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα στα Δωδεκάνησα! Πώς;

Προσφεύγοντας στα Διεθνή Δικαστήρια και ζητώντας την απόδοση των 20 αυτών νησίδων, ως παρανόμως εκχωρηθέντων – κατά παράβαση του άρθρου 15 της Λωζάνης

– από την Ιταλία στην Τουρκία!

 

  ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

Το δε Διεθνές Δικαστήριο τότε δύο αποφάσεις μπορεί να βγάλει:

1. Ή θα δικαιώσει την Ελλάδα, προτάσσοντας την ισχύ της Λωζάνης και ακυρώνοντας την Ιταλο-Τουρκική Συμφωνία

2. Ή θα διατηρήσει μεν την ισχύ της Λωζάνης, αλλά θα αναγνωρίσει και την Ιταλο-Τουρκική Συμφωνία του 1932 και το συμπληρωματικό Πρωτόκολλό της,

σαν οικοιοθελή παραχώρηση της Ιταλίας προς την Τουρκία..

 

  Στην μεν πρώτη περίπτωση η Τουρκία ηττάται συντριπτικά και επιβεβαιώνεται Διεθνώς και Νομικώς ότι ουδένα δικαίωμα έχει επί των Δωδεκανήσων,

τα οποία εκχωρήθηκαν τελικά από την Ιταλία στην Ελλάδα! Η Ελλάδα θα κερδίσει τότε 20 ακόμη νησιά, τα οποία θα έχει κάθε άνεση να διαπραγματευτεί με μεγαλοκαρδία,

προκειμένου να εξασφαλίσει την άρση των τουρκικών προκλήσεων και την αναγνώριση εθνικού μας χώρου, FIR και συνόρων….

 

Στην δε δεύτερη περίπτωση, θα αναγνωριστεί Διεθνώς και δεσμευτικώς η ισχύς της Ιταλο-Τουρκικής Συμφωνίας και του συμπληρωματικού της Πρωτοκόλλου του 1932,

όπου ορίζονται ρητώς και επ΄ ακριβώς τα θαλάσσια σύνορα και η κυριαρχία επί νήσων, νησίδων, βραχονησίδων, μετατρέποντας την διμερή Συμφωνία σε Διεθνώς

κατοχυρωμένη, επίσημη και ενεργή! Οπότε θα πρόκειται για επίσης μεγάλο νομικό και διπλωματικό θρίαμβο της Ελλάδας, στερώντας κάθε δικαιώματος την Τουρκία

επί των Δωδεκανήσων!

 

Χρειάζεται λοιπόν μόνο τρόπος και όχι κόπος… Και φυσικά διαρκής ετοιμότητα, επαγρύπνηση, ισχυρή εθνική παιδεία και Άμυνα, με αγορές νέων εξελιγμένων οπλικών

συστημάτων που προσδίδουν σαφή και διαρκή ποιοτική υπεροχή στην χώρα μας, η οποία μπορεί να επικαλεστεί ανά πάσα στιγμή τον τουρκικό κίνδυνο – απειλή,

για να αναστείλει το Μνημόνιο και να στραφεί σε εξοπλισμούς με εγχώρια συμπαραγωγή και συναρμολόγηση, εγχώρια ανάπτυξη και εθνική ταυτότητα και ενότητα.

 

 

 

 

Όποιος παραδώσει το όνομα της Μακεδονίας θα είναι εφιάλτης.

1

του Παναγιώτη Μπαλακτάρη, Δικηγόρου Αθηνών.

Το 1992 ήταν κρίσιμο για την ευρύτερη βαλκανική περιοχή, αλλά και όλον τον κόσμο. Η πρόσφατη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ο κατακρημνισμός των υποστηριζόμενων από εκείνην ολοκληρωτικών καθεστώτων διαμόρφωναν νέα δεδομένα στη γεωγραφία, την πολιτική και την οικονομία. Χώρες που επί χρόνια βρίσκονταν κάτω από τον απεχθή κομμουνιστικό ζυγό απελευθερώνονταν.

Στην άλλη άκρη της υδρογείου οι, επικεφαλής του «Ελεύθερου Κόσμου», Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αναδύονταν νικήτριες του Ψυχρού Πολέμου, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για την ενδεχόμενη αλαζονεία με την οποία θα αντιμετώπιζαν πλέον τις παγκόσμιες προκλήσεις.

Ο κόσμος έπαιρνε νέα μορφή και κάθε κράτος προσπαθούσε να βρει τη θέση του στο νέο παγκόσμιο σύστημα.

Η προσοχή της μοναδικής πια υπερδύναμης στράφηκε, εξ ανάγκης, στις όμορες με τη Ρωσία χώρες, όσες υπέστησαν τα δεινά του κομμουνισμού και σε εκείνες που γεωγραφικά θα έπρεπε να αποτελέσουν ανάχωμα στη «δεύτερη ημέρα» της Ρωσίας. Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Λευκορωσία, Μολδαβία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, παρά τις διαβεβαιώσεις της μη επέκτασης του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά. Άλλωστε, υπάρχει κάποιος που να πιστεύει ότι σε περίπτωση που το αποτέλεσμα του Ψυχρού Πολέμου ήταν διαφορετικό δεν θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο διαφύλαξης των συμφερόντων της η Σοβιετική Ένωση;

Το 1991 με «βελούδινο» τρόπο αποσχίσθηκε από την Γιουγκοσλαβία κερδίζοντας την ανεξαρτησία της η Σλοβενία. Ήταν η αρχή του τέλους για το ανομοιογενές κράτος που συντηρούσε η αντιπαλότητα Δύσης-Ρωσίας. Αυτό διαλύθηκε σε περισσότερα κομμάτια από όσα είχε συντεθεί. Και καθένα εξ αυτών διεκδικούσε αξία και ρόλο στο λυκόφως του 20ου αιώνα, ακόμη κι αν αυτό θα γινόταν με την επανύψωση παρωχημένων λαβάρων εθνικισμού.

Κάπως έτσι έγινε εμφανίσθηκε το πρόβλημα που απέκτησε η Ελλάδα με το νεοσύστατο (1991) κράτος των Σκοπίων, το οποίο για να έχει λόγο ύπαρξης μετά από δεκαετίες ανυπαρξίας και καταπίεσης καπηλεύθηκε ανυπόστατους ισχυρισμούς περί «μακεδονικότητας» και επικαλέσθηκε διάφορες άλλες ιστορικές ανακρίβειες περί «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικού έθνους». Εδώ να σημειωθεί, ότι τα νέα κράτη που σχηματίσθηκαν μετά την βήμα-βήμα διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ενδύθηκαν τον μανδύα του άκρατου και βίαιου εθνικισμού.

Στην Ελλάδα οι πιέσεις από τις άγνωστες εν πολλοίς συνέπειες των κοσμοϊστορικών γεγονότων στην γειτονιά ήταν το τελευταίο που χρειαζόταν μια εξ αντικειμένου ασταθής κυβέρνηση όπως αυτή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Οι κοινωνικές αντιδράσεις στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής ήταν πάρα πολλές από έναν μπετοναρισμένο πράσινο κομματικό μηχανισμό, ο οποίος έλεγχε ασφυκτικά τα πάντα∙ από συνδικαλιστικά σωματεία μέχρι και ΜΜΕ. Η αδυναμία ουσιαστικής διακυβέρνησης έφερνε εσωκομματική γκρίνια και διχόνοια και όλα έδειχναν ότι μια διακρατική κρίση από το πουθενά θα επιτάχυνε τις εξελίξεις.

Η κρίση αυτή ήρθε και αφορούσε την ονομασία του κράτους των Σκοπίων, το οποίο, άμα τη ανεξαρτησία, του θέσπισε στο Σύνταγμά του την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η Ελληνική Δημοκρατία, όπως αναμενόταν, αντέδρασε και η διεθνής κοινότητα επενέβη για να διαχειριστεί το ζήτημα.

Δυστυχώς, οι χειρισμοί μας ήταν κακοί και το εθνικό μας δίκαιο βρέθηκε συμπιεσμένο μεταξύ αφενός της αμερικανικής βούλησης για ταχύτατη ενσωμάτωση των Σκοπίων στον άξονα των δυτικών δυνάμεων και αφετέρου της εφεκτικής ελληνικής στάσης.

Η θέση της ελληνικής πλευράς ξεκαθάρισε το 2008, όταν με αφορμή την επικείμενη σύνοδο του ΝΑΤΟ για διεύρυνση συμπεριλαμβανομένου και του κράτους των Σκοπίων η κυβέρνηση Καραμανλή διατύπωσε την ανάγκη για «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό με ισχύ έναντι όλων». Παρακάμφθηκε με τον τρόπο αυτόν η πραγματική βούληση των Ελλήνων πολιτών, όπως είχε εκφραστεί σε μεγαλειώδη συλλαλητήρια, η οποία ήταν αντίθετη με τη χρήση του όρου «Μακεδονία» είτε ως πρώτου είτε ως δεύτερου συνθετικού. Η ελληνική κοινωνία πανηγύρισε το μεγαλοπρεπές «ΟΧΙ» του Κώστα Καραμανλή στο Βουκουρέστι, αλλά ουδείς παρατήρησε τότε πως οι πολιτικοί είχαν αψηφήσει την πραγματική της βούληση και είχαν υποχωρήσει στο θέμα της ονομασίας, παραχωρώντας τη λέξη «Μακεδονία» στα Σκόπια.

Εδώ και λίγους μήνες, η κυβέρνηση Τσίπρα σίγουρη για την υποστήριξη του διεθνούς παράγοντα έχει βαλθεί, εκτός από το Κυπριακό, να…λύσει και το Σκοπιανό. Άνοιξε, λοιπόν, το ζήτημα αιφνιδιάζοντας μια ανέτοιμη και σκόρπια αξιωματική αντιπολίτευση, καθώς και τα λοιπά κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Η Νέα Δημοκρατία δεσμευμένη από τη θέση της κυβέρνησης Καραμανλή το 2008, αλλά και από τη στάση του πατέρα του αρχηγού της στις αρχές του ’90, με φοβικά σύνδρομα να την ταλαιπωρούν, κατηγόρησε την κυβέρνηση για την απόκρυψη μιας – υπαρκτής – ενδοκυβερνητικής διαφωνίας, όμως για την ουσία μόλις προχθές επαναδιατύπωσε τη θέση Καραμανλή. Θέση που έχει και η κυβέρνηση. Μάλιστα, στην επίσημη ιστοσελίδα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών πληροφορούμαστε τα εξής: «Η Ελλάδα είναι σταθερή στην ειλικρινή επιθυμία της για την επίτευξη μιας βιώσιμης συμφωνίας στο ζήτημα του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προτείνει ένα ρεαλιστικό και βιώσιμο πλαίσιο διευθέτησης, το οποίο στοχεύει στην εξεύρεση οριστικής λύσης στο θέμα του ονόματος. Η θέση μας είναι σαφής: σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή.».

Συνεπώς, είναι σαφές ότι η λύση που επωάζεται θα περιέχει τη λέξη «Μακεδονία», η οποία περιγράφει γεωγραφικά την κοιτίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που μιλούσε ελληνικά και φοίτησε δίπλα στον Αριστοτέλη που συνέγραψε μια σειρά από βιβλία στην ελληνική γλώσσα και όχι σε κάποια δήθεν «μακεδονική». Η ελληνική κυβέρνηση διεξάγει διαπραγματεύσεις, με τις επιδοκιμασίες της αντιπολίτευσης, για να παραδώσει τον όρο «Μακεδονία» στο κράτος των Σκοπίων, με αντάλλαγμα δήθεν να κατασιγάσει τις λοιπές αλυτρωτικές του φιλοδοξίες…

Δηλαδή, αυτοκτονία αλλά με προοπτική!

Ας υποθέσουμε, ότι κατ’ ευφημισμόν επιτυγχάνεται μια «λύση» στο Σκοπιανό και το όμορο κράτος ονομάζεται «Άνω Μακεδονία» ή «Βόρεια Μακεδονία» ή «Υπερμακεδονία» ή «Σλαβική Μακεδονία» ή οτιδήποτε άλλο σε «-Μακεδονία». Ας υποθέσουμε, επίσης, χάριν του σεναρίου που εξετάζουμε, ότι τα Σκόπια θα κατορθώσουν να εξαφανίσουν από το Σύνταγμά τους τις όποιες αλυτρωτικές βλέψεις στη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη και την έξοδο στο Αιγαίο. Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι έτσι θα συνυπάρξουμε για λίγο διάστημα ειρηνικά και υποτίθεται ανέφελα.

-Ποίος μας διαβεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξει στο μέλλον απόπειρα – και μάλιστα θα είναι και δικαιολογημένη – του νεοβάπτιστου κράτους να διεκδικήσει μερίδιο από την πολιτιστική κληρονομιά των Μακεδόνων βασιλέων;

-Ποίος μας εγγυάται ότι δεν θα προωθούν και ως δική τους κληρονομιά την Βεργίνα (αρχαίες Αιγές), την Αμφίπολη, τον χώρο της Πέλλας και τη Μίεζα, όπου μαθήτευσε ο νεαρός Αλέξανδρος;

-Ποίος μας εξασφαλίζει ότι σε βάθος μίας-δύο δεκαετιών από σήμερα δεν θα βρεθεί ένας πολιτικός στα Σκόπια που θα θελήσει να αναθεωρήσει τη συμφωνία που θα έχει υπογραφεί, βασιζόμενος στην αποδεκτή από όλους, ήτοι και από την Ελλάδα, χρήση του όρου «Μακεδονία» και την αυτονόητη στον πολιτισμένο κόσμο συμμετοχή στα πολιτιστικά μνημεία της Μακεδονίας;

Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα έχουμε υπογράψει την θανατική καταδίκη της Ελλάδας και όχι μόνο της Μακεδονίας; Δεν θα έχουμε ανοίξει την πόρτα διάπλατα στις ορέξεις των Σκοπιανών, οι οποίοι και με την ελληνική βούλα θα κάνουν παιχνίδι ανενόχλητοι και ως μέλος της συμμαχίας του ΝΑΤΟ; Εξάλλου, τί θα φαντάζει σημαντικότερο στα μάτια της διεθνούς κοινότητας άπαξ και παραδοθούμε εμείς; Μια χώρα που ονομάζει μια περιφέρειά της Μακεδονία όπως η Ελλάδα ή ένα κράτος που ονομάζεται το ίδιο «Μακεδονία»; Προφανώς, το δεύτερο.

Τέλος για την ώρα, το γεγονός ότι η κυβέρνηση διαπραγματεύεται ερήμην των Ελλήνων πολιτών καθιστά τη διαδικασία από μόνη της νόθα.

Όμως, ας προσέξουν καλά οι πολιτικοί που διαχειρίζονται αυτό το ζήτημα. Πλην της ετυμηγορίας των πολιτών υπάρχει και η Ιστορία. Και αυτή δεν κάνει χάρες ούτε σκόντο. Τους Εφιάλτες τούς ονομάζει Εφιάλτες.

 

 

Πού οδηγείται η Μέση Ανατολή

0

Στρατιώτες του συριακού στρατού πανηγυρίζουν για τη νίκη τους στην πόλη αλ Μπουκαμάλ της Συρίας (φωτ.: EPA / SANA / HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES)

Η Μέση Ανατολή έχει καταστραφεί κατά μεγάλο μέρος ενώ όσα κράτη έχουν αποφύγει τον πόλεμο βρίσκονται σε μια εσωτερική αμφισβήτηση και κάνουν προσπάθειες να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική τους. Τέσσερα από τα μεσανατολικά κράτη, η Συρία, το Ιράκ, η Υεμένη και η Λιβύη, έχουν ουσιαστικά καταστραφεί και θα χρειαστούν συντονισμένες προσπάθειες πολλών χρόνων για να επανέλθουν σε κανονικούς ρυθμούς ζωής.

Προϋπόθεση, που δεν φαίνεται να ικανοποιείται προσώρας, είναι ότι οι μάχες θα τελειώσουν και θα γίνει αποδεκτή μια μορφή πολιτειακής οργάνωσης.

Ο ηγέτης της λιβανέζικης Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλα δήλωσε πως θα χρειαστούν ένα με δύο έτη για να τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία, ενώ άλλες πληροφορίες υποστηρίζουν πως οι αντιμαχόμενες δυνάμεις ανασυγκροτούνται για να συνεχίσουν τη μάχη για τη διεκδίκηση εδάφους και εξουσίας. Το σύνολο, σχεδόν, των ισχυρών δυνάμεων του πλανήτη είναι παρούσες με τον έναν ή άλλο τρόπο στη Μέση Ανατολή όπου το παιχνίδι περιπλέκεται αντί να ξεκαθαρίζει.

Στο κείμενο που ακολουθεί το αξιόλογο γαλλικό ιστολόγιο Alternatives Economiques αναλύει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα τέσσερα διαλυμένα, ουσιαστικά, κράτη την προοπτική τους, τις ειρηνευτικές συνομιλίες και τις νέες εθνότητες που αναδύονται.

«Η Μέση Ανατολή και τα αποτυχημένα κράτη της»
Το Ιράκ, η Συρία, η Υεμένη και η Λιβύη βρίσκονται σήμερα σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης. Είναι πλέον καιρός να βοηθηθούν ώστε να σκεφτούν την αναγέννησή τους. Περισσότερο από ποτέ, η Μέση Ανατολή αναδύεται ως προβληματική ζώνη, με κλιμακούμενες εντάσεις και ένοπλες συγκρούσεις. Απέχουμε πολύ από το σημείο όπου ήταν, τελικά, εύκολο να κατανοηθεί η περιοχή, που διαρθρώθηκε από μια κεντρική αντιπαράθεση: την αντίθεση του Ισραήλ προς τα αραβικά κράτη, με τα τελευταία διαιρεμένα, αφενός, σε εκσυγχρονιστικά και «προοδευτικά» καθεστώτα, αφετέρου σε συντηρητικές μοναρχίες του Κόλπου (στις οποίες πρέπει να προστεθεί η Ιορδανία).


Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλα μιλάει μέσω γιγαντοοθόνης σε διαδήλωση κατά του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ (φωτ.: EPA / Wael Hamzeh)

Τέσσερα κράτη σε αποσύνθεση
Σήμερα, η κατάσταση είναι εντελώς εκρηκτική. Η πιο ανησυχητική εξέλιξη είναι αυτή που οδήγησε στην εμφάνιση κρατών που έχουν πτωχεύσει, ρημαγμένων από τον πόλεμο, όπου η κεντρική εξουσία, αμφισβητείται βίαια από άλλες ομάδες και δεν ελέγχει παρά ένα μέρος της εθνικής επικράτειας. Αυτά τα αραβικά κράτη είναι τέσσερα: Ιράκ, Συρία, Υεμένη, Λιβύη. Και όλα πλήττονται από τα ίδια δεινά.

Καταρχάς, η αποσύνθεσή τους επέτρεψε την δυναμική αντιπαράθεση θρησκευτικών ομάδων, ειδικά μεταξύ των σουνιτών και των σιιτών, ανοίγοντας τη χρόνια διαφωνία τους, ακόμη πιο πρόθυμων να συγκρουστούν μεταξύ τους ενθαρρυμένων από τον παρεμβατισμό της Σαουδικής Αραβίας, αφενός, και του Ιράν, αφετέρου. Οι συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ αυτών των τελευταίων δύο κρατών οδήγησαν σε μια σταδιακή διαδικασία «σιιτικοποίησης»: πολιτικά, το σιιτικό νεφέλωμα περιλαμβάνει σήμερα όχι μόνο τους δωδεκατιστές (στο Ιράκ), αλλά, επίσης, και τους «ετεροδόξους σιίτες» (ζαϋντίτες της Υεμένης, αλαουίτες στη Συρία, κτλ.).

Μόνο η Λιβύη διαφεύγει από αυτή τη διαίρεση, αλλά, στα δυτικά της χώρας, η μειοψηφία αματζίγ (Βέρβεροι) ‒Η ακτή της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική ονομάστηκε έτσι από τους Βέρβερους, νομαδικό λαό που κατοικούσε στην περιοχή δυτικά της κοιλάδας του Νείλου στη Βόρεια Αφρική. Ονομάζονται αματζίγ ή imazighen στην αρχαιότητα, που σημαίνει “ελεύθεροι άνθρωποι”‒ ξεχωρίζει πιστεύοντας στον ιμπαντισμό, ένα ρεύμα που ανήκει στο χαριζισμό (ένταξη σε μια ισλαμική σέκτα που αποβάλλει από την κοινότητα κάθε αμαρτωλό. Ο χαριζισμός πίστευε στη μαχητικότητα και το τζιχάντ και στην υπεράσπιση της αλήθειας και της επιβολής του καλού με τη βία. Οι χαριζίτες ήταν φανατικοί ζηλωτές, αγωνιστές ιδεαλιστές, αδιάλλακτοι προς κάθε εξουσία. Στους δύο πρώτους αιώνες του Ισλάμ οι χαριζίτες εξολοθρεύτηκαν), τρίτο κλάδο, εξαιρετικά μειονοτικό του Ισλάμ.

Δεύτερον, αυτή η αποσύνθεση ευνόησε την αναβίωση των «περιφερειακών εθνικισμών», που προσπαθούν να οικοδομήσουν έναν αυτόνομο ή και ανεξάρτητο πολιτικό χώρο.

Στη Συρία και το Ιράκ, οι Κούρδοι, των οποίων οι εθνικές φιλοδοξίες δεν ελήφθησαν υπόψη κατά την επανακατανομή του κράτους στο τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, προσπάθησαν να εδραιώσουν μεθοδικά την εδαφική τους βάση. Τον Σεπτέμβριο του 2017, υπό την ηγεσία του Προέδρου της Αυτόνομης Περιφέρειας του Κουρδιστάν του Ιράκ, Μασούντ Μπαρζάνι, έφθασαν μέχρι του σημείου να οργανώσουν ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας, το οποίο κατήγγειλε η Βαγδάτη: το «ναι» κέρδισε σχεδόν 93% των ψήφων.


Μαθητές στη Σαναά της Υεμένης παρατηρούν το σημείο όπου έπεσαν βόμβες σαουδαραβικών μαχητικών (φωτ.: EPA / Yahya Arhab)

Στην Υεμένη, η ενοποίηση του 1990, που είναι ακόμα εύθραυστη, αμφισβητείται ανοιχτά από το νότιο κίνημα, το οποίο έχει ανακτήσει την ισχύ του. Στη Λιβύη, η πρόκληση είναι πιο περιορισμένη, ακόμη και αν υπάρχουν αυτονομιστές στην Κυρηναϊκή (ανατολικά), και εάν οι αματζίγ και οι τουαρέγκ εκφράζουν ισχυρές απαιτήσεις για πολιτιστική αναγνώριση. Τέλος, η αποσύνθεση των τεσσάρων κρατών του Ιράκ, της Συρίας, της Υεμένης και της Λιβύης δημιούργησε «ελεύθερες ζώνες» στις οποίες εισέβαλαν τζιχαντιστικές ομάδες που ισχυρίζονται, ως επί το πλείστον, ότι είναι είτε η αλ Κάιντα είτε το Ισλαμικό Κράτος.

Ανταρτικές εξωτερικές παρεμβάσεις
Αυτή η κατάσταση μεγάλης σύγχυσης έχει επιταχύνει, σε ποικίλους βαθμούς, τις παρεμβάσεις εξωτερικών χωρών. Έχει δημιουργηθεί ένας μεγάλος διεθνής συνασπισμός για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και το Ιράκ, στρατιωτικά και οικονομικά, καθώς και για την καταπολέμηση της ισλαμικής προπαγάνδας. Με επιτυχία στο έδαφος, όπως αποδεικνύεται από την ανακατάληψη της Ράκας και της Μοσούλης. Αυτή η συναινετική προσπάθεια είναι, ωστόσο, περισσότερο εξαίρεση παρά κανόνας.

Πράγματι, οι παρεμβάσεις τρίτων χωρών είναι πολυάριθμες, αλλά συχνά αποσκοπούν να στηρίξουν, εντός των αποτυχημένων κρατών, ένα μέρος εναντίον του άλλου. Έτσι, το Ιράν παρεμβαίνει είτε απευθείας μέσω της μεραρχίας αλ-Κουντς (al-Quds) των Επαναστατικών Φρουρών, είτε μέσω της λιβανικής Χεζμπολάχ για να υποστηρίξει, το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ. Η Ρωσία, με τους εκπαιδευτές και τις αεροπορικές επιδρομές της, βοήθησε επίσης να σωθεί το συριακό καθεστώς.

Απέναντι, οι αντίπαλοι του Άσαντ υποστηρίζονται από ένα μάλλον ευρύ σουνιτικό μέτωπο, το οποίο στηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικές χώρες. Στο στρατόπεδο «Σουνίτες», ωστόσο, υπάρχουν διχόνοιες, όπως αποδεικνύεται από την αντιπαλότητα του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, των Εμιράτων και των περιφερειακών συμμάχων τους. Ομοίως, στην Υεμένη, οι Ιρανοί υποστηρίζουν στρατιωτικά και οικονομικά τους αντάρτες Χούτι (ζαϊντίτες) που κατέχουν την πρωτεύουσα Σανάα από το Σεπτέμβριο του 2014. Απέναντί τους, η νόμιμη κυβέρνηση υποστηρίζεται άμεσα από έναν περιφερειακό συνασπισμό υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, η οποία, παρά την ολοένα και μεγαλύτερη προσφυγή σε σκληρή ισχύ, δεν είναι σε θέση να υπερισχύσει.

Ωστόσο, οι εξωτερικές παρεμβάσεις δεν έχουν μόνο στρατιωτική διάσταση, είναι επίσης διπλωματικές, έστω και αν, προς το παρόν, δεν έχουν οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα.

Τρεις ειδικοί απεσταλμένοι του ΟΗΕ είναι υπεύθυνοι να θέσουν σε τροχιά τη διαδικασία εξόδου από την κρίση: ο Ισμαήλ Ουλντ Σέιχ Άχμεντ στην Υεμένη, ο Σταφάν ντε Μιστούρα στη Συρία και ο Γκασάν Σαλαμέ στη Λιβύη. Ωστόσο, δεν μπορούν να κάνουν θαύματα: η ικανότητά τους για διαμεσολάβηση εξαρτάται αναγκαστικά από την καλή θέληση των μερών και των αντίστοιχων υποστηρικτών τους. Στην περίπτωση της Υεμένης, βρισκόμαστε ακόμη σε σύγχυση, πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες το 2015 και το 2016 (στην Ελβετία και το Κουβέιτ).


Στιγμιότυπο από τις συνομιλίες του αντιπροσώπου του ΟΗΕ Σταφάν ντε Μιστούρα με εκπροσώπους της συριακής κυβέρνησης στην ευρωπαϊκή έδρα του ΟΗΕ στη Γενεύη (φωτ.: EPA / Xu Jinquan / POOL)

Στη Συρία, το επίσημο πλαίσιο καθορίστηκε με το ψήφισμα 2254 του Δεκεμβρίου 2015 του ΟΗΕ, το οποίο προβλέπει πολιτική μετάβαση μέσω της σύνταξης ενός νέου συντάγματος και της διεξαγωγής ελεύθερων και δίκαιων εκλογών. Οκτώ γύροι διαπραγματεύσεων στη Γενεύη δεν απέδωσαν έως τώρα συγκεκριμένα αποτελέσματα, το ζήτημα της αποχώρησης του Μπασάρ αλ Άσαντ είναι σημαντικό εμπόδιο. Αυτός ο γύρος διαπραγματεύσεων επλήγη επίσης από την έναρξή τους, με πρωτοβουλία της Ρωσίας, τον Ιανουάριο του 2017, με τις συνομιλίες στην Αστάνα (Καζακστάν), μεταξύ του Ιράν, που υποστηρίζει το συριακό καθεστώς,  και της Τουρκίας, που υποστηρίζει τις ομάδες κατά του Άσαντ. Ακόμη κι αν αυτές οι συνομιλίες, οι οποίες αποσκοπούν στη σταθεροποίηση των «ζωνών αποκλιμάκωσης» στη Συρία και οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γενικευμένη κατάπαυση του πυρός, είναι, κατά μία έννοια, συμπληρωματικές εκείνων που διεξάγονται στη Γενεύη, θολώνουν την έξοδο από την κρίση.

Τέλος, στη Λιβύη μια ενδολιβυκή συμφωνία τέθηκε υπό διαπραγμάτευση, τον Δεκέμβριο του 2015, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών στο Σχιράτ (Μαρόκο). Η εφαρμογή της, ωστόσο, παραμένει αδύνατη λόγω της αντιπαράθεσης μεταξύ της «Κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας» που εδρεύει στην Τρίπολη και του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ, ισχυρού άνδρα των ανατολικών περιοχών της χώρας.

Προβλέψεις ανασυγκρότησης
Σε αυτή τη δίνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ δείχνουν μια έντονη έλλειψη δέσμευσης. Η Ουάσινγκτον είναι ασφαλώς μέρος της μάχης εναντίον των τζιχαντιστικών ομάδων, αλλά ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου έχει προτείνει μέχρι στιγμής μόνο επιστροφή σε ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία: επιβεβαίωση της αμερικανικής συμμαχίας με τη Σαουδική Αραβία και στρατηγική σύνδεση με το Ισραήλ, καταγγέλλοντας τον αποδιοργανωτικό ρόλο του Ιράν.

Από την άλλη πλευρά, είναι δύσκολο να δούμε τις Ηνωμένες Πολιτείες (όπως και την Ευρώπη για το θέμα αυτό) να προτείνουν έναν αξιόπιστο τρόπο να βγει η Μέση Ανατολή από τη διαρθρωτική κρίση στην οποία βρίσκεται.

Ωστόσο, για να μειωθεί η βία πρέπει να ανασυγκροτηθούν τα κράτη που βρίσκονται σήμερα σε παρακμή. Αν δεν είναι νωρίς να ξεκινήσουμε, αν όχι να δράσουμε, τουλάχιστον να σκεφτούμε τρόπους που θα μπορούσαν να προωθήσουν την αναγέννησή τους.

pontos-news. Επιμέλεια: Παντελής Σαββίδης