Αρχική Blog Σελίδα 2879

Συρίγος, o Ροζάκης και η oριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών: Ένας χρήσιμος διάλογος…

1

Γράφει ο Γιώργος Χατζηθεοφάνους

Πλοία του Ελληνικού Ναυτικού στο Αιγαίο. Φωτογραφία hellenicnavy.gr JANUARY 4, 2018

Παρακολουθούμε έναν εξαιρετικό και ιδιαίτερα χρήσιμο δημόσιο διάλογο μεταξύ του ομότιμου καθηγητή διεθνούς δικαίου στο ΕΚΠΑ και πρώην υφυπουργού εξωτερικών (25/09/1996 έως 03/01/1997) κ. Χρήστου Ροζάκη και του αναπληρωτή καθηγητή  διεθνούς δικαίου και εξωτερικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Άγγελου Συρίγου,  γύρω από το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών από την Ελλάδα, στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η θέση του κ. Συρίγου, την οποία εκφράζει με άρθρο του στην «Καθημερινή» στις 26.11.2017 είναι πως η Ελλάδα πρέπει να καταθέσει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, συντεταγμένες θαλασσίων ζωνών (Υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) που σε συνδυασμό με αντίστοιχες ενέργειες της Κύπρου θα προσέφεραν, επιτέλους, στην Ελλάδα την πολυπόθητη οριοθέτηση των ζωνών αυτών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πρέπει να επισημανθεί πως δεν προτείνει την επίσημη οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Κύπρο, που συνιστά μια ενέργεια εντυπώσεων και μόνο, όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει, αλλά την  κατάθεση συντεταγμένων στον ΟΗΕ που αν συνοδευτεί με αντίστοιχη ενέργεια από την Κύπρο, θα προκύψει μια έμμεση πλην σαφέστατη οριοθέτηση μεταξύ των δύο κρατών.

Η θέση αυτή προκάλεσε τη δημόσια διαφωνία του κ. Ροζάκη με ένα άρθρο του στην ίδια εφημερίδα την 03.12.2017. Ο κ. Ροζάκης επικαλούμενος τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας του 1982 (Σύμβαση Montego Bay), η οποία, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος λέει, απεχθάνεται μονομερείς ενέργειες σε περιπτώσεις θαλάσσιας στενότητας ήτοι περιπτώσεις που το πλάτος των θαλασσίων περιοχών είναι μικρότερο των 400 ν. μιλίων (το διπλάσιο από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο της υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ, που κάθε παράκτιο κράτος δικαιούται να διεκδικεί).

Στις περιπτώσεις αυτές, πάντα σύμφωνα με τον κ. Ροζάκη, η οριοθέτηση, έμμεση ή άμεση, πρέπει να γίνεται με συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών καθόσον δεν ισχύει πλέον, μετά τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982), η αρχή της μέσης γραμμής της Σύμβασης της Γενεύης (1958) για την υφαλοκρηπίδα. Και βέβαια αρμόδιο να επιλύσει τις όποιες διαφορές είναι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έχει ήδη αποφανθεί πως η κάθε περίπτωση είναι μοναδική και δεν ισχύουν κανόνες γενικοί που την προκαθορίζουν.

Στη βάση αυτής της προσέγγισης θεωρεί πως η μονομερής ενέργεια προσδιορισμού έστω εμμέσως των θαλασσίων ζωνών θα βάλει τη Χώρα σε περιπέτειες εξαιτίας της βέβαιης αντίδρασης της Τουρκίας με το ενδεχόμενο ακόμη και μιας ένοπλης ρήξης που κανένας δεν επιθυμεί και προτείνει τη συνέχιση των διερευνητικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών για την εξεύρεση μιας λύσης.

Η θέση του κ. Ροζάκη, πίσω από την οποία βρίσκεται ο φόβος της στρατιωτικής αντίδρασης της Τουρκίας, εμπεριέχει τη φιλοσοφία αντιμετώπισης των Τουρκικών προκλήσεων στα χρόνια της μεταπολίτευσης από όλες σχεδόν τις ελληνικές Κυβερνήσεις.

Η επιλογή του κατευνασμού – τον οποίο απέρριψε ο Θουκυδίδης, πατέρας του πολιτικού ρεαλισμού, πριν από είκοσι τέσσερις περίπου αιώνες απευθυνόμενος προς τους Αθηναίους με την επιχειρηματολογία πως αν υποχωρήσουν, οι Σπαρτιάτες θα προβάλουν αμέσως άλλη, μεγαλύτερη απαίτηση, γιατί θα νομίσουν ότι ενέδωσαν από φόβο- για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας, όχι μόνο δεν απέδωσε, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αλλά αντίθετα οδήγησε την Τουρκία στη σταδιακή αναβάθμιση  των προκλήσεών της στο πλαίσιο επίτευξης των στόχων της σε βάρος των κυριαρχικών  μας δικαιωμάτων όπως αυτά απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες.

Μου είναι αδύνατον να πιστέψω πως η συνέχιση των διερευνητικών επαφών, την οποία προτείνει ο κ. Ροζάκης, με μια αναθεωρητική Τουρκία που δεν έχει ίχνος μοραλισμού στην εξωτερική της πολιτική, που αναβαθμίζει συνεχώς τις διεκδικήσεις της, που προβάλλει μονίμως τη στρατιωτική της ισχύ στο πλαίσιο επίτευξης των στόχων της, που δεν διστάζει παρά τα όποια προβλήματά της να εισέλθει στον πόλεμο της Συρίας στο πλαίσιο υποστήριξης των εθνικών της συμφερόντων, θα οδηγήσει σε ένα δίκαιο, κοινά αποδεκτό, αποτέλεσμα.

Από την άλλη κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η πρόταση του κ. Συρίγου, μέσω της οποίας επιδιώκεται η έμμεση οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, δεν εμπεριέχει τον κίνδυνο της στρατιωτικής αντίδρασης της Τουρκίας με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται, σε μια περίοδο, που πέρα των όσων λέγονται και γράφονται, η Χώρα μας βρίσκεται με λαβωμένη την εθνική της ισχύ λόγω της μοναδικής οικονομικής κρίσης που βιώνει. Είναι πέρα από βέβαιο πως η σημερινή αναθεωρητική Τουρκία, με σημαντικές-αναβαθμισμένες διεκδικήσεις στο Αιγαίο, στη βάση των οποίων παρακολουθήσαμε πρόσφατα μια σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στην Τουρκική Βουλή, δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια μονομερή ενέργεια, έστω έμμεσης, οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, στην περιοχή απέναντι από τα δικά της παράλια.

Αντίθετα είναι πέρα από βέβαιο πως θα αντιδράσει ακόμη και με χρήση στρατιωτικής ισχύος, έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει εξωτερική και εσωτερική νομιμοποίηση από τη δική μας μονομερή ενέργεια, η οποία μπορεί να καταλήξει σε σύγκρουση εάν τελικά η Χώρα μας δεν υποχωρήσει για άλλη μια φορά στο πλαίσιο του προσφιλούς της κατευνασμού.

Θεωρώ λοιπόν πως το αποτέλεσμα του risk management της πρότασης του κ. Συρίγου με τα σημερινά δεδομένα θα μας απομάκρυνε από τη σκέψη για μια τέτοια ενέργεια κι αυτό διότι πρωτίστως όπως τα γεγονότα μαρτυρούν ένα σημαντικό μέρος της αποτροπής έχει χαθεί.

Η πρόταση του κ. Συρίγου αφορά σε μια Ελλάδα, η οποία θα έχει φροντίσει να προσδιορίσει τα εθνικά της συμφέροντα και να εκπονήσει, μέσα από ένα μακροχρόνιο σχεδιασμό και συνέχεια, μια εθνική στρατηγική για την υποστήριξή τους, έχοντας εξασφαλίσει την απαραίτητη εθνική ισχύ.

Για άλλη μια φορά το συμπέρασμα είναι πως η Χώρα χρειάζεται ένα νέο θεσμικό πλαίσιο διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής μέσα από συγκεκριμένες, σαφώς καθορισμένες, διεργασίες-διαδικασίες και όργανα. Χρειάζεται αναβάθμιση της εθνικής ισχύος και της αποτροπής, με αλλαγή στρατηγικού σχεδιασμού, η υποστήριξη του οποίου απαιτεί μια μεγάλη δομική μεταρρύθμιση των ενόπλων δυνάμεων με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις όπως προέκυψαν μέσα στην κρίση.

Αναγκαία προϋπόθεση η σχετική πολιτική βούληση, που μαζί με το στρατηγικό σχεδιασμό αποτελούν τους βασικούς πολλαπλασιαστές ισχύος ενός έθνους-κράτους.

Μια Χώρα χωρίς εθνική στρατηγική δεν μπορεί να εφαρμόσει επιθετική εξωτερική πολιτική και να διαμορφώνει τις εξελίξεις. Αντίθετα, είναι υποχρεωμένη να τρέχει μονίμως ασθμαίνοντας πίσω από αυτές και να αντιμετωπίζει κρίσεις, τις οποίες δρομολογεί ο «αντίπαλος» στη βάση μιας δικής του επιθετικής εξωτερικής πολιτικής για την επίτευξη των στόχων του, οι οποίοι προκύπτουν από την εθνική του στρατηγική που φρόντισε να διαμορφώσει, όπως επισημαίνω στο βιβλίο μου «Εθνική Στρατηγική-Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Ι.ΣΙΔΕΡΗ», στο οποίο αναλύω όλες τις παραπάνω σκέψεις μου μέσα από μια ολοκληρωμένη, εφικτή και αποτελεσματική σχετική πολιτική πρόταση.

Γιώργος Χατζηθεοφάνους ΣΣΕ, ΣΕΘΑ, ΝΟΕ/ΑΠΘ, PMP/PMI Αντιπρόεδρος Συλλόγου Αποφοίτων ΑΠΘ

Πηγή: O Συρίγος, o Ροζάκης και η oριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών: Ένας χρήσιμος διάλογος… http://mignatiou.com/2018/01/o-sirigos-o-rozakis-ke-i-oriothetisi-ton-thalassion-zonon-enas-chrisimos-dialogos/

Eurasia Group: Οι 10 γεωπολιτικοί κίνδυνοι το 2018- Μπορεί να πυροδοτήσουν παγκόσμια κρίση αντίστοιχη του 2008

0
ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΛΥΤΕΣ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ
Φωτογραφία: Pixabay

Η χρονιά με τoν  μεγαλύτερο κίνδυνο να ξεσπάσει παγκόσμια κρίση εφάμιλλη  της οικονομικής κρίσης του 2008, είναι το 2018,  σύμφωνα με το Eurasia Group.

Οι επικεφαλής του  ινστιτούτου γεωπολιτικών μελετών, Cliff Kupchan, πρόεδρος και ο  Ian Bremmer διευθυντής στο εισαγωγικό τους σημειώμα τις ετήσιες προβλέψεις του Eurasia Group αναφέρουν ότι  ο κόσμος βρίσκεται πιο κοντά «σε μια κατάσταση γεωπολιτικής κατάθλιψης» παρά στην πολυπόθητη σταθερότητα του παρελθόντος.

Για αρχή, σημειώνουν, ο Donald Trump θα γενικεύσει τις διακρίσεις εναντίον των πολιτών, ενώ οι δυτικές δημοκρατίες θα «υποφέρουν» από ένα έλλειμμα νομιμοποίησης που έχουν να συναντήσουν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η διακοπή  στις κανονικότητες που μετρούν δεκαετίες μπορεί να οδηγήσει σε συγκλονιστικά γεγονότα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κλυδωνισμούς στην παγκόσμια οικονομία και στις αγορές.

«Στα 20 χρόνια από την ίδρυση του Eurasia Group, το παγκόσμιο περιβάλλον είχε σκαμπανεβάσματα. Αλλά αν έπρεπε να επιλέξουμε ένα έτος στο οποίο θα μπορούσε να υπάρξει μια μεγάλη απροσδόκητη κρίση – δηλαδή το γεωπολιτικό ισοδύναμο της οικονομικής κατάρρευσης του 2008 – μοιάζει να είναι το 2018», δήλωσε ο πρόεδρος του Eurasia Group Ian Bremmer.

1. Η Κίνα θα καλύψει το κενό που αφήνουν οι ΗΠΑ

O Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping, ο πιο ισχυρός ηγέτης από την εποχή του Μάο Τσε Τουνγκ/ Φωτογραφία: AP

Στην κορυφή της λίστας του Eurasia Group είναι ο κίνδυνος, η πανίσχυρη και εκσυγχρονισμένη Κίνα να γεμίσει το κενό που αφήνουν οι ΗΠΑ για τη θέση του παγκόσμιου ηγέτη.

Το 19ο συνέδριο του ΚΚΚ, τον περασμένο Οκτώβριο, επιβεβαίωσε τη δύναμη του κινέζου προέδρου Σι Τζίνπινγκ που είναι πια και επίσημα ο πιο ισχυρός ηγέτης της Κίνας από την εποχή του Μάο Τσε Τουνγκ. Μέχρι πρόπερσι, η Κίνα απέρριπτε κάθε νύξη περί παγκόσμιας ηγεμονίας, αλλά μέσα στο 2017 το Πεκίνο άλλαξε το τροπάριο του:

Με τον Σι να έχει πλέον αρκετή δύναμη στο εσωτερικό της χώρας και την Ουάσινγκτον να αποσύρεται από τον παραδοσιακά ηγετικό της ρόλο στην ΝΑ Ασία, η Κίνα δείχνει διατεθειμένη να γεμίσει το κενό εξουσίας που δημιουργεί η απουσία των ΗΠΑ.

2. Τα «ατυχήματα» που θα μπορούσαν να προκαλέσουν διεθνείς συγκρούσεις

Στο «κόκκινο» για συγκρούσεις λόγω κακής εκτίμησης είναι η Κορεατική χερσόνησος, η Αν. Ευρώπη και το Ιράκ/ Φωτογραφία: AP

Οι αναλυτές του ομίλου Eurasia ανησυχούν για ένα πιθανό ατύχημα που θα μπορούσε να προκαλέσει μια μεγαλύτερη σύγκρουση. «Δεν έχει υπάρξει σημαντική γεωπολιτική κρίση από τις 9/11 και καμία δεν δημιουργήθηκε από τις κυβερνήσεις μετά  την κρίση των πυραύλων στην Κούβα» , δήλωσαν ο Bremmer και ο Kupchan.

«Υπάρχουν όμως πολλά μέρη όπου ένα λάθος ή κακή εκτίμηση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διεθνείς συγκρούσεις». Οι μεγαλύτερες περιοχές κινδύνου είναι η Κορεατική Χερσόνησος, η Συρία, η Ανατολική Ευρώπη και το Ιράκ.

3.Ψηφιακός Ψυχρός Πόλεμος

Aγώνας δρόμου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για την κυριαρχία στην ψηφιακή οικονομία/ Φωτογραφία: Pixabay

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα αγωνίζονται να κυριαρχούν σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και το supercomputing, στήνοντας έναν αγώνα δρόμου ως προς την παροχή υποδομών, καταναλωτικών αγαθών και εξοπλισμού ασφαλείας σε άλλες χώρες. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό του χώρου της τεχνολογίας.

4.Δύσκολη χρονιά για το Μεξικό

Κρίσιμο μέγεθος για το Μεξικό η ολοκλήρωση με επιτυχία των διαπραγματεύσεων για τη NAFTA/ Φωτογραφία: AP

To 2018 θα είναι δύσκολο για το Μεξικό επισημαίνουν οι αναλυτές του Eurasia Group. Το Μεξικό και όσοι επενδύουν στην οικονομία του θα δυσκολευτούν ακόμα περισσότερο από ό,τι οι ΗΠΑ, εάν οι διαπραγματεύσεις της NAFTA δεν στεφθούν φέτος με επιτυχία, τονίζουν.

Οι διαπραγματεύσεις χαρακτηρίζονται από τις μεγάλες απαιτήσεις που έχουν οι ΗΠΑ, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την αναφερόμενη συμφωνία έπειτα από 23 χρόνια εφαρμογής. Οι αμερικανικές προτάσεις για τη δραστική αλλαγή του πλαισίου εφαρμογής της συμφωνίας προκειμένου να μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έχουν προκαλέσει κλίμα απαισιοδοξίας.

5.Επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ – Ιράν

Κλιμακώνεται η διεθνής ανησυχία, καθώς επιδεινώνονται οι σχέσεις των δύο χωρών/ Φωτογραφία: Pixabay

O Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ,  θεωρεί το Ιράν ως τη ρίζα όλων των δεινών στον κόσμο σήμερα. Ετσι, είναι φυσκό να κλιμακώνεται η διεθνής ανησυχία μετά τη πρόσφατη δήλωση-«βόμβα» του Ντόναλντ Τραμπ ότι δεν επικυρώνει τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, γνωστή κι ως Joint Comprehensive Plan of Action (JCPOA).

Η συμφωνία είναι πιθανό να επιβιώσει καθ’ όλη την διάρκεια του έτους, αλλιώς όλη η περιοχή θα βυθιστεί στο χάος. Στα σχέδια των ΗΠΑ είναι μια ολιστική προσέγγιση του ζητήματος, όπερ και σημαίνει ισχυρότερη υποστήριξη στη Σαουδική Αραβία, ενώ φυσικά και θα επιβληθούν κυρώσεις από την Ουάσινγκτον σε περίπτωση που η Τεχεράνη πραγματοποιήσει πυραυλικές δοκιμές. Λάδι στη φωτιά αναμένεται να ρίξει και η δημόσια στήριξη του Τραμπ στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα στο Ιράν.

6. H έλλειψη εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς

Αυξάνεται το έλλειμμα εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς/ Φωτογραφία: AP

Το Eurasia Group σημειώνει ότι με την εκλογή Τραμπ και την απόφαση για το Brexit υπάρχει μια τάση  εναντίον των θεσμικών οργάνων. Η άνοδος του «αυξανόμενου αντικαθεστωτικού αισθήματος» μειώνει την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς στις δημοκρατικές χώρες, καθώς και απέναντι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η απουσία «πίστης» σ’ αυτούς τους θεσμούς μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια, αυταρχισμό και συγκρούσεις.

7. Η άνοδος του προστατευτισμού

Ο προστατευτισμός στο εμπόριο επιστρέφει/ Φωτογραφία: Eurokinissi

Εξαιτίας της πολιτικής πίεσης από τα πάσης φύσεως λαϊκιστικά κόμματα αλλά και της γενιότερης γεωπολιτικής ύφεσης, ο προστατευτισμός επιστρέφει. Η άνοδος των αντισυστημικών κι αντικαθεστωτικών κινημάτων σε ανεπτυγμένες αγορές έχει αναγκάσει πολλούς νομοθέτες να υιοθετήσουν μια πιο μερκαντιλιστική προσέγγιση στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό.

Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του προστατευτισμού, σε ένα πιο περίπλοκο και αντιφατικό ρυθμιστικό περιβάλλον αλλά και σε ένα κλίμα δυσαρέσκειας μεταξύ των χωρών των οποίων οι πολιτικές φαίνεται να είναι αντιπαραθετικές.

8. Ηνωμένο Βασίλειο και η διαχείριση του Βrexit

To 2018 ενδέχεται να είναι ακόμη χειρότερο για τη χώρα καθώς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (άρθρο 50) της 15ης Δεκεμβρίου 2017 ενέκρινε κατευθυντήριες γραμμές για τη δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων για το Brexit και όπως φαίνεται τα θέματα που είναι τώρα προς συζήτηση ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι περισσότερο περίπλοκα και διχαστικά απ’ ότι φαινόταν αρχικά.

Εναν ακόμη “πονοκέφαλο” για την Τερέζα Μέι αποτελεί και το θεμα με τα σύνορα στη Βόρειο Ιρλανδία.

9. Θέματα ταυτότητας στη νότια Ασία

Ενα από τα ζητήματα που απειλεί το 2018 είναι η αναζήτηση πολιτικής ταυτότητας για δεκάδες εθνικότητες, όπως οι Ροχίνγκια, που συνωστίζονται στην ΝΑ Ασία. Η τάση αυτή δημιουργεί προκλήσεις και προβλήματα και έρχεται με την μορφή του Ισλαμισμού, την αποστροφή απέναντι σε κινεζικές ή άλλες μειονότητες αλλά κι έναν ολοένα αυξανόμενο ινδικό εθνικισμό.

10. Η Αφρική σε αστάθεια

Σταθερές χώρες όπως η Κένυα αποκτούν «ευπάθεια» λόγω ευάλωτων γειτονικών χωρών/ Φωτογραφία: ΑΡ

Οι σχετικά σταθερές χώρες της Αφρικής, όπως η Ακτή του Ελεφαντοστού, η Νιγηρία, η Κένυα και η Αιθιοπία, είναι ευάλωτες στη διαρροή από λιγότερο ασφαλή έθνη, σε αυξημένες απειλές τρομοκρατίας και στη δική τους αδυναμία υποστήριξης των πιο αδύναμων γειτόνων τους. Ορισμένες από αυτές τις χώρες θα πρέπει να διαθέσουν περισσότερα χρήματα για το κόστος ασφάλειας και θα μπορούσαν να μειώσουν τις άμεσες ξένες επενδύσεις, εάν αυξανόταν η βία με το ήδη τρελό επενδυτικό κλίμα.

Πηγή: Eurasia Group: Οι 10 γεωπολιτικοί κίνδυνοι το 2018- Μπορεί να πυροδοτήσουν παγκόσμια κρίση αντίστοιχη του 2008 | iefimerida.gr

ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ

1

“Το Σκοπιανό και τα σενάρια δημιουργίας ελληνικής… Λέγκας του Βορρά”. Με αυτόν τον τίτλο δημοσιεύεται σχόλιο στο ιστολόγιο Υστερόγραφα. Το “σκοπιανό” είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί και να βοηθήσουμε όλοι να λυθεί. Αλλά απο του σημείου αυτού μέχρι τον εκβιασμό του παραπάνω είδους (“αν δεν είσαι υπέρ μιας λύσης που προωθείται, θέλεις να δημιουργήσεις Λέγκα του Βορρά”) η απόσταση είναι τεράστια. Μην το πολυμελετάται γιατί θα προκύψει. Όχι λόγω σκοπιανού αλλά εγκατάλειψης της Ελλάδας, πλην λεκανοπεδίου. Αλλάξτε μυαλά όσο είναι καιρός.

Τι συμβαίνει στο Ιράν;

0
 
  • (Φωτ.: EPA / Ali Marizad)

Από τις 28 Δεκεμβρίου βρίσκονται σε εξέλιξη διαδηλώσεις στο Ιράν που ξεκίνησαν από τη σιιτική πόλη Μασχάντ και επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα. Ακούγονται διάφορα για τους αρχικούς υποκινητές των διαδηλώσεων (σκληροπυρηνικά στοιχεία που ήθελαν αντιδράσεις κατά του προέδρου Ροχανί), αλλά φαίνεται πως η δυναμική τους ξεπέρασε τους αρχικούς στόχους των υποκινητών τους.

Η εξέλιξη των διαδηλώσεων δεν φαίνεται αισιόδοξη, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την κοινωνική δυναμική.

Το ισλαμικό καθεστώς διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς, όπως τους «Φρουρούς της Επανάστασης» που είναι και πολυάριθμοι και καλά οργανωμένοι και εκπαιδευμένοι, και εμποτισμένοι με τον κατάλληλο φανατισμό για να καταστείλουν τέτοιου είδους εξεγέρσεις.

Οι διαδηλώσεις που παρακολουθούμε τις ημέρες αυτές είναι μικρότερες από τις ανάλογες του 2009, αλλά έχουν ένα χαρακτηριστικό που δεν είχαν εκείνες. Τη μαζική χρήση του smartphone και των κοινωνικών δικτύων. Βεβαίως, οι Αρχές του καθεστώτος έχουν τη δυνατότητα να διακόψουν τις επικοινωνίες μέσω ίντερνετ, αλλά υπάρχουν και τρόποι αντίδρασης.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Karim Sadjadpour από το theatlantic.com και δίνει μια πολύ καλή εικόνα του τι συμβαίνει στο Ιράν, την προοπτική της εξέγερσης αλλά και πώς θα πρέπει να κινηθεί η πολιτική των ΗΠΑ και άλλων Δυτικών χωρών.

«Η μάχη για το Ιράν»
Τα κινήματα διαμαρτυρίας στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουν τεράστια κατασταλτικά εμπόδια και σπάνια έχουν ευτυχή κατάληξη. Ακόμη και όταν οι διαδηλωτές «επέτυχαν» την ανατροπή ενός αυταρχικού ηγεμόνα, σπάνια κατάφεραν να τερματίσουν τον αυταρχισμό.

Στο Ιράν, τα εμπόδια για την επιτυχία είναι αποθαρρυντικά. Ενώ οι περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής κυβερνώνται από κοσμικούς μονάρχες που επικεντρώνονται στην καταστολή κυρίως της ισλαμικής αντιπολίτευσης, το Ιράν είναι μια ισλαμική αυτοκρατορία επικεντρωμένη στην καταστολή της κοσμικής αντιπολίτευσης. Αυτοί οι δυναμικοί άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς ηγέτες πολίτες που επιδιώκουν την οικονομική αξιοπρέπεια και τον πλουραλισμό, σε αντίθεση με μια έντονα οπλισμένη, οργανωμένη, εύπορη κυβερνητική θεοκρατία που ασπάζεται το μαρτύριο του θανάτου, δεν αποτελεί συνταγή επιτυχίας.

Εντούτοις, ενάντια σε αυτό το δυσάρεστο σκηνικό, οι ολοένα και αυξανόμενες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Ιράν –αν και μέχρι στιγμής πολύ μικρότερες από την εξέγερση του 2009– έχουν απροσδόκητη γεωγραφική επέκταση και ένταση.

Ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου στο Μασχάντ, μια σιιτική πόλη προσκυνήματος που συχνά θεωρούνταν ισχυρό φρούριο του καθεστώτος, με τους διαδηλωτές να φωνάζουν συνθήματα όπως «αφήστε τη Συρία μόνη, σκεφτείτε για εμάς». Σύντομα εξαπλώθηκαν στην Κομ, την πιο ιερή πόλη του Ιράν, όπου διαδηλωτές εκδήλωσαν νοσταλγία για τον Ρεζά, τον εκσυγχρονιστή σάχη του 20ού αιώνα που απείλησε ανελέητα τον κλήρο. Συνεχίστηκαν σε επαρχιακές πόλεις, με χιλιάδες να διαδηλώνουν με συνθήματα όπως «δεν θέλουμε Ισλαμική Δημοκρατία» στο Νατζαπαμπάντ, «θάνατο στους Φρουρούς της Επανάστασης» στο Ραστ και «θάνατο στον δικτάτορα» στο Κοραμαμπάντ. Από τότε έχουν εξαπλωθεί στην Τεχεράνη και εκατοντάδες διαδηλωτές έχουν συλληφθεί, ανέφερε το BBC επικαλούμενο Ιρανούς αξιωματούχους.

Αυτό που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες είναι θέμα συζήτησης –ορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν ότι αρχικά είχαν ενθαρρυνθεί από σκληροπυρηνικές δυνάμεις για να εμποδίσουν τον πρόεδρο Χασάν Ρουχανί–, αλλά αυτό που τις τροφοδότησε ήταν τα ίδια τα αιτήματα των αντιπολιτευτικών διαμαρτυριών παντού: η αύξηση του κόστους διαβίωσης, η ενδημική διαφθορά, απάτη, κακοδιαχείριση. Προσθέστε σε αυτό το πικρό κοκτέιλ τόσο την πολιτική όσο και την κοινωνική καταπίεση, οι οποίες ασκούνται από το ηθικό βάθρο της ισλαμικής θεοκρατίας.

Ενώ αυτά τα αιτήματα έχουν κακοφορμίσει εδώ και χρόνια, ή μάλλον δεκαετίες, μεταξύ των πολλών παραμέτρων που χαρακτηρίζουν τις σημερινές διαδηλώσεις από εκείνες του 2009 είναι τα smartphone. Το 2009 εκτιμάται ότι 2 έως 3 εκατομμύρια Ιρανοί διαμαρτυρήθηκαν σιωπηλά στην Τεχεράνη, με λιγότερους από 1 εκατομμύριο να διαθέτουν μια τέτοια συσκευή και λίγοι εκτός της Τεχεράνης. Σήμερα 48 εκατομμύρια Ιρανοί πιστεύεται ότι έχουν smartphone, όλα εξοπλισμένα με κοινωνικά μέσα και εφαρμογές επικοινωνίας.

Η εφαρμογή Telegram, μόνο, θεωρείται ότι έχει 40 εκατομμύρια χρήστες, ανεξέλεγκτους από τον κυβερνητικό έλεγχο, αλλά δεν είναι απρόσβλητοι σε μια διακοπή επικοινωνίας εάν η Τεχεράνη προσπαθήσει να διακόψει το διαδίκτυο.

Όμως ενώ οι Ιρανοί έχουν μια πολύ καλή κατανόηση του πώς ζουν αλλού, ο υπόλοιπος κόσμος έχει λιγότερο σαφή ιδέα για το πώς ζουν οι Ιρανοί δεδομένης της αποτελεσματικής παραμόρφωσης, από την Τεχεράνη, της κάλυψης που παρέχουν τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης. Από το 2009 και ακόμη πιο πριν, οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι που κάλυπταν το Ιράν –συμπεριλαμβανομένων της Farnaz Fassihi της The Wall Street Journal, της Nazila Fathi της New York Times, του Maziar Bahari του Newsweek, της Parisa Hafezi και του Babak Dehghanpisheh του Reuters και δεκάδων άλλων– εκφοβίζονται και σε ορισμένες περιπτώσεις φυλακίζονται. Οι λίγοι δημοσιογράφοι που παραμένουν στο Ιράν ανησυχούν δικαιολογημένα για την προσωπική τους ασφάλεια. Πολλοί από τους καλύτερους Ιρανούς συγγραφείς, μελετητές και καλλιτέχνες της γενιάς τους έχουν εξοριστεί επίσης από το Ιράν.

Ταυτόχρονα, το καθεστώς έχει χορηγήσει θεωρήσεις και πρόσβαση σε όσους γνωρίζει ότι θα προσφέρουν φιλικότερη κάλυψη. Ο υπουργός Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικός στο χειρισμό Δυτικών δημοσιογράφων, αναλυτών και αξιωματούχων. Αυτό δημιούργησε ένα άνοιγμα για ένα νέο είδος δημοσιογράφων και αναλυτών της κοινής γνώμης –μερικοί από τους οποίους αναζητούν και προωθούν ταυτόχρονα επιχειρηματικές ευκαιρίες στο Ιράν– παίζοντας γροθιές για να διατηρήσουν την πρόσβασή τους.

Τι γίνεται τώρα;
Η ιρανική κυβέρνηση έχει το υψηλότερο κατά κεφαλήν ποσοστό εκτελέσεων στον κόσμο, αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, διώκει ομοφυλόφιλους και θρησκευτικές μειονότητες και καταπνίγει την ελευθερία του λόγου. Ενώ υπάρχει φυσική κλίση μεταξύ των αξιοπρεπών ανθρώπων παντού στο Ιράν για να επιδιώξουν ένα ειρηνικό κίνημα για τα δικαιώματα των πολιτών, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να πιστέψουμε ότι δεν θα το πετύχουν.

Το καταπιεστικό απαράτ του καθεστώτος –το Ισλαμικό Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) και το Bassij milita– είναι δυνάμεις οργανωμένες, ένοπλες, υπεράριθμες και καλά ασκημένες στην άγρια καταστολή. Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης, αντίθετα, είναι άοπλοι, χωρίς ηγέτες και χωρίς κατεύθυνση. Επιπλέον, το Ιράν έχει στη διάθεσή του δεκάδες χιλιάδες σιίτες στρατιώτες –συμπεριλαμβανομένης της λιβανικής Χεζμπολάχ– με τους οποίους έχει καλλιεργήσει τις σχέσεις του εδώ και χρόνια και σε μερικές περιπτώσεις δεκαετίες.

Γι’ αυτές τις στρατιωτικές δυνάμεις, η συντριβή των άοπλων Ιρανών διαδηλωτών είναι πολύ πιο εύκολη υπόθεση από την καταπολέμηση των Σύριων ανταρτών ή των σουνιτών τζιχαντιστών.

Ενώ μερικοί έχουν εκφράσει την ελπίδα ότι αυτές οι διαμαρτυρίες θα μπορούσαν να αναγκάσουν την ιρανική κυβέρνηση να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τα λαϊκά αιτήματα, η ιστορία μάς δείχνει ότι το αντίθετο είναι πιο πιθανό. Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες αναμένουμε ότι το καθεστώς θα γίνει όλο και πιο κατασταλτικό. Οι δυνάμεις ασφαλείας του Ιράν αναπτύσσονται όταν υπάρχει ανασφάλεια. Ορισμένοι Ιρανοί φοβούνται ακόμη ότι η IRGC επέτρεψε στους διαδηλωτές να εκφραστούν, ως πρόσχημα για την επέκταση της εξουσίας τους στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.

Τι μπορούν να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Είναι φυσικό ότι οι αναταραχές εναντίον ενός καθεστώτος του οποίου το επίσημο σύνθημα είναι «Θάνατος στην Αμερική» θα προκαλέσουν ισχυρή υποστήριξη από πολιτικούς των ΗΠΑ. Το ερώτημα, όπως πάντα, είναι ποιος είναι ο πιο εποικοδομητικός τρόπος για την Ουάσινγκτον να «στηρίξει» τέτοιες διαμαρτυρίες;

Μετά τον πόλεμο του Κόλπου, το 1991, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ενθάρρυνε απεγνωσμένα τους Ιρακινούς σιίτες να ξεσηκωθούν εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν. Όταν το έπραξαν και σφαγιάστηκαν, η διεθνής οργή απευθυνόταν στον Μπους περισσότερο από τον Σαντάμ. Το 2009 η κυβέρνηση Ομπάμα πρόσφερε μόνο χλιαρή υποστήριξη στις εξεγέρσεις του Πράσινου Κινήματος στο Ιράν, κάτι για το οποίο η Χίλαρι Κλίντον αργότερα, ως υπουργός, εξέφρασε τη βαθιά λύπη της.

Τι πρέπει να κάνουν οι Αμερικανοί ηγέτες; Ενώ οι προσεκτικές εκφράσεις αλληλεγγύης προς το λαό, αλλά όχι και η υποκίνηση, είναι καλές για την προοπτική, δεδομένης της πενιχρής επιρροής της Ουάσινγκτον στην Τεχεράνη, τέτοιες δηλώσεις πιθανότατα έχουν περιορισμένο αντίκτυπο (σε αντίθεση με τις επίσημες δηλώσεις για τα αυταρχικά καθεστώτα έναντι των οποίων οι ΗΠΑ είχαν πραγματική επιρροή, όπως η Αίγυπτος του Μουμπάρακ).

Σημαντικότερες από τις δημόσιες δηλώσεις, ωστόσο, είναι οι πολιτικές των ΗΠΑ που μπορούν να εμποδίσουν την κατασταλτική ικανότητα του καθεστώτος και την ικανότητά του να διακόπτει τις επικοινωνίες.

Μια συγκεκριμένη πρόταση είναι να καταστεί σαφές ότι οι εταιρείες και οι χώρες σε όλο τον κόσμο που συνεργάζονται με το κατασταλτικό απαράτ του Ιράν –συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν τεχνολογία λογοκρισίας– θα αντιμετωπίσουν μομφή από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει επίσης να κινητοποιήσουν παγκόσμιους εταίρους που έχουν σχέσεις με το Ιράν –συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Ινδίας– να προσθέσουν τις ανησυχίες τους και την καταδίκη τους στην καταστολή από την Τεχεράνη. Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι, είναι αισθητά σιωπηλή.

Δεδομένης της αδιαφάνειας του ιρανικού συστήματος και του απρόσιτου σε ανεξάρτητες έρευνες, οι επόμενες ημέρες και εβδομάδες είναι εξαιρετικά απρόβλεπτες. Ο Χαμενεΐ και οι υποστηρικτές του IRGC εμφανίζονται σταθερά εδραιωμένοι σε χιλιάδες μίλια μακριά, αλλά γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία ότι η αυταρχική σταθερότητα μπορεί να είναι χίμαιρα.

Τον Αύγουστο του 1978 η CIA αξιολόγησε με βεβαιότητα ότι η μοναρχία του Παχλαβί στο Ιράν «δεν πιέζεται από μια επανάσταση ή από μια προεπαναστατική κατάσταση». Πέντε μήνες αργότερα ο σάχης, με προχωρημένο καρκίνο που αγνοούσε ακόμη και η οικογένειά του, εγκαταλείπει την εξουσία για να μη γυρίσει ποτέ πίσω.

Η υγεία του Χαμενεΐ υπήρξε θέμα φημών για χρόνια, αλλά κρατιέται σφιχτά ως μυστικό εθνικής ασφάλειας.

«Είμαι απαισιόδοξος λόγω ευφυΐας», έλεγε ο Ιταλός φιλόσοφος Αντόνιο Γκράμσι, «αλλά αισιόδοξος λόγω θέλησης». 2.500 χρόνια περσικού πολιτισμού και αναζήτησης της δημοκρατίας εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, προσφέρουν την ελπίδα γύρω από την ανεξάντλητη ιρανική βούληση για αλλαγή. Αλλά η ιστορία της βίαιης συμπεριφοράς τεσσάρων δεκαετιών της Ισλαμικής Δημοκρατίας δείχνει ότι η αλλαγή δεν θα έρθει εύκολα ή ειρηνικά ή σύντομα.

Σχόλιο-μετάφραση: Παντελής Σαββίδης.

Οι παλιές συνήθειες απειλούν την Ιταλία

0

LISA LUCCA/ REUTERS BREAKINGVIEWS

Είναι μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα και οι Ιταλοί ξυπνούν με μια νέα Βουλή. Κανένα από τα ιταλικά πολιτικά κόμματα δεν συγκεντρώνει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ωστόσο όλα διεκδικούν τη νίκη στις εκλογές. Το αντισυστημικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων έχει λάβει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, το Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και η Λέγκα του Βορρά αποτελούν τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα, ενώ το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα έχει εξασφαλίσει τις περισσότερες έδρες, ως μεμονωμένο κόμμα. Εξαιτίας του εκλογικού νόμου η σύσταση κυβερνητικού συνασπισμού –κάτι συνηθισμένο στην ιταλική πολιτική– φαντάζει απίθανη. Αυτό είναι το υποθετικό σενάριο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης στις αρχές του 2018.

Μέχρι τα τέλη του 2017 οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πως οι τρεις βασικοί πολιτικοί σχηματισμοί θα προσελκύσουν μεταξύ του 24% και του 35% των ψήφων. Υπάρχει ο κίνδυνος το πολιτικό αδιέξοδο να ωθήσει την Ιταλία να εφαρμόσει τις παλιές της συνήθειες. Η νέα κυβέρνηση θα έχει κληρονομήσει ανάπτυξη στο υψηλότερο επίπεδο από το 2010, με τις εξαγωγές και τη μεταποίηση να ενισχύονται και το ποσοστό της απασχόλησης να έχει επιστρέψει στο προ κρίσης επίπεδο. Οι ιταλικές τράπεζες φαίνεται πως απέφυγαν την κατάρρευση, παρά το γεγονός πως βαρύνονται από μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 175 δισ. ευρώ.

Οι προηγούμενοι Ιταλοί πρωθυπουργοί είχαν εφαρμόσει ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Ο Μάριο Μόντι είχε μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό σύστημα το 2011, ενώ ο Ματέο Ρέντσι είχε καταφέρει να υπερσκελίσει ένα παλιό ταμπού απορρυθμίζοντας την εργασιακή νομοθεσία. Απλουστεύτηκε επίσης και το ιταλικό πτωχευτικό δίκαιο. Παρ’ όλ’ αυτά, η Ιταλία εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με πολύ υψηλό δημόσιο χρέος και με δαιδαλώδη δημόσια διοίκηση.

Κανένα από τα βασικά πολιτικά κόμματα της Ιταλίας δεν προσφέρει λύση στο πρόβλημα δημοσίου χρέους της χώρας, το οποίο βρίσκεται στο132% του ΑΕΠ και είναι το δεύτερο υψηλότερο της Ευρωζώνης μετά της Ελλάδας. Οι προεκλογικές υποσχέσεις που είχαν δώσει τα βασικά πολιτικά κόμματα θα μπορούσαν να επιδεινώσουν το πρόβλημα: Ο Λουίτζι ντι Μάιο, ηγέτης του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, θέλει την εισαγωγή καθολικού βασικού εισοδήματος. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έχει υποσχεθεί την αύξηση του κατώτατου μισθού στα χίλια ευρώ τον μήνα. Το Δημοκρατικό Κόμμα, του Ματέο Ρέντσι, και η Λέγκα του Βορρά έχουν υποσχεθεί μείωση της φορολογίας. Τα πολιτικά κόμματα αποφεύγουν επίσης να καταπιαστούν με τη δυσλειτουργική γραφειοκρατία και το περίπλοκο νομικό πλαίσιο της χώρας, τα μεγαλύτερα εμπόδια για την προσέλκυση επενδύσεων. Ενώ πόλεις που έχουν καλή διοίκηση, όπως το Μιλάνο, κατορθώνουν να προσελκύουν επενδύσεις και εργαζομένους με υψηλές αμοιβές, οι πόλεις του ιταλικού Νότου στενάζουν υπό το βάρος πολύ υψηλής ανεργίας, φτώχειας και εγκληματικότητας. Υπάρχει η ανησυχία πως οι Ιταλοί, απογοητευμένοι από τα σημερινά πολιτικά τους κόμματα, δεν θα προσέλθουν στις κάλπες. Το ποσοστό συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές υποχωρεί προς το επίπεδο του 70%, από το σχεδόν 90% πριν από 25 έτη. Στις πρόσφατες τοπικές εκλογές στην Σικελία ψήφισαν λιγότεροι από το 50% του εκλογικού σώματος. Αν επαναληφθεί αυτή η τάση και στις βουλευτικές εκλογές, τότε ανεπιθύμητος νικητής θα αναδειχτεί η απάθεια.

“Καθημερινή”

Το Σκοπιανό

1
 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ  

Τ​​ο ζήτημα των Σκοπίων αποτελεί μια εκκρεμότητα που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Το σχέδιο Κοτζιά προβλέπει την επίλυση των διαφορών με την ΠΓΔΜ και την Αλβανία έτσι ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει η χώρα το κύριο μέτωπο, που είναι η Τουρκία. Η υπόθεση της ονομασίας αποτελεί άλλωστε ένα μάθημα για το πώς να μη χειρίζεται κανείς ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Η ηγεσία της χώρας εγκλωβίσθηκε στη ρητορική της και στη φρενίτιδα που η ίδια καλλιέργησε. Χάθηκαν πολύτιμο στρατηγικό κεφάλαιο και σημαντικές ευκαιρίες για λύσεις που θα μας επέτρεπαν να έχουμε τον μικρό βόρειο γείτονα ως «δορυφόρο». Αυτά όμως ανήκουν στην Ιστορία.

Το γεγονός ότι για πρώτη φορά υπάρχει μια φιλοευρωπαϊκή, μετριοπαθής κυβέρνηση στα Σκόπια δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια έντιμη λύση. Το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θέλουν οπωσδήποτε λύση του θέματος γιατί επιδιώκουν μια ευρωπαϊκή επιτυχία. Η καγκελάριος Μέρκελ αναφερόταν πάντοτε στο ζήτημα αυτό στο τέλος των συναντήσεων με Ελληνες πρωθυπουργούς.

Το περίγραμμα της λύσης δεν μπορεί ασφαλώς παρά να συνάδει με την εθνική γραμμή Καραμανλή-Μπακογιάννη, όπως εκφράσθηκε στο Βουκουρέστι. Και η λύση μοιάζει να είναι εφικτή.

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ο πρωθυπουργός θέλει μια τέτοια συμβιβαστική λύση και την έχει υποσχεθεί στους Ευρωπαίους συνομιλητές του. Ο υπουργός Αμυνας διαφωνεί όμως, θεωρώντας ότι ένας συμβιβασμός θα τον τελειώσει πολιτικά.

Η Ν.Δ. βρίσκεται σε δύσκολη θέση και είναι σαφές πως η κυβέρνηση θα ήθελε πολύ να χρησιμοποιήσει το Σκοπιανό για να τη διασπάσει. Ο αρχηγός της Ν.Δ. προφανώς συμφωνεί με μια έντιμη, ρεαλιστική λύση. Δεν μπορεί όμως να αφήσει να επαναληφθεί η εμπειρία του πατέρα του, ο οποίος είδε το κόμμα του να διασπάται λόγω αυτού του ζητήματος. Είναι βέβαιο ότι μια ομάδα βουλευτών της Ν.Δ. δεν θα ψηφίσει οιαδήποτε συμβιβαστική λύση. Ηδη εντείνονται οι φήμες ότι στη Βόρεια Ελλάδα σχεδιάζεται κόμμα στα δεξιά της Ν.Δ. και το Σκοπιανό θα μπορούσε να αποτελέσει την ιδεατή πλατφόρμα γι’ αυτό.

Εχουμε ακόμη πολύ δρόμο για να φτάσουμε στη συμφωνία. Οι ειδήμονες θεωρούν ότι υποτιμάμε το πόσο δύσκολος είναι ο συμβιβασμός για την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ.

Τα εθνικά θέματα συνιστούν μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Οποτε έμπλεξαν με την εσωτερική πολιτική σκηνή, κατέληξαν σε τραγωδίες ή χαμένες ευκαιρίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς αν η κυβέρνηση θέλει ειλικρινώς την επίλυση του προβλήματος ή τη διάσπαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης· και την πολυδιάσπαση του πολιτικού μας συστήματος, που θα δώσει την ευκαιρία σε μικρά ακραία κόμματα να έχουν ρυθμιστικό ρόλο σε συνθήκες απλής αναλογικής.

“Καθημερινή”

Kάπως έτσι ξεκίνησε το 1968, η σύντομη Άνοιξη της Πράγας…

1

Συγγραφείς όπως ο Μίλαν Κούντερα και ένα παράξενο σκάνδαλο συνέβαλαν στην έκρηξη μιας σύντομης περιόδου ελευθερίας το 1968 στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία, πριν από την εισβολή των τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας και τη συντριβή αυτής της σύντομης ανάπαυλας.

Άνθρωποι που συμμετείχαν τότε στα γεγονότα διηγούνται στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Αργότερα ονομάστηκε Άνοιξη της Πράγας και ήταν η περίοδος του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Ξεκίνησε, σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Ζιρίνα Σίκλοβα, από το 4ο Συνέδριο των Τσεχοσλοβάκων Συγγραφέων, το 1967. Οι άνθρωποι των γραμμάτων, ανάμεσά τους ο Μίλαν Κούντερα και ο μελλοντικός πρόεδρος Βάτσλαβ Χάβελ, κάλεσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα να εγγυηθεί την ελευθερία της έκφρασης, ανοίγοντας ένα μικρό ρήγμα προς την ελευθερία. «Το Κομμουνιστικό Κόμμα άρχισε να διαιρείται και ήταν ξεκάθαρο ότι κάτι θα άρχιζε να κινείται», λέει η Σίκλοβα, τότε μέλος του κόμματος. «Η ελπίδα ήταν τεράστια».


Μίλαν Κούντερα (φωτ.: radio.cz / Elisa Cabot)

Ο Πετρ Πίτχαρτ, επίσης κομμουνιστής τότε και στη συνέχεια πρόεδρος της τσεχικής Γερουσίας (1996-1998 και 2000-2004) θυμάται την ένταση ανάμεσα σε Τσέχους και Σλοβάκους – ένας άλλος παράγοντας αποδυνάμωσης του συστήματος. «Οι Σλοβάκοι ήθελαν ίση μεταχείριση από τους Τσέχους και κατανόησαν ότι μια μετωπική επίθεση ήταν η μόνη τους ελπίδα».

Στις 5 Ιανουαρίου 1968 ο Σλοβάκος Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας ως πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αντιμέτωπος με έντονες επικρίσεις για την πολιτική του, ο πρόεδρος Αντονίν Νοβότνι, αρχηγός του κράτους από το 1957 και του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1953, αναγκάζεται να αφήσει τη θέση του στον Ντούμπτσεκ όταν η Κεντρική Επιτροπή αποφασίζει ότι ένα και μοναδικό πρόσωπο δεν μπορεί να κατέχει και τα δύο πόστα.

Η αλληλουχία αυτή των γεγονότων δημιούργησε μία δυναμική που επιτάχυνε τις εξελίξεις, λέει ο Πετρ Πίτχαρτ.

Η πτώση του Νοβότνι
Ο Νοβότνι παραιτείται από τη θέση-κλειδί του επικεφαλής του ΚΚ, η αστυνομία αρχίζει να ερευνά μια υπόθεση διακίνησης σπόρων τριφυλλιού από τα αποθέματα του στρατού. Ένας από τους κύριους υπόπτους είναι ένας προστατευόμενος του προέδρου, ο στρατηγός Γιαν Σέζνα, ο οποίος είχε οργανώσει το παράνομο εμπόριο για να χρηματοδοτήσει τον πολυτελή του βίο. Για να αποφύγει τη φυλακή, ο Σέζνα φεύγει για την Ιταλία και στη συνέχεια για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ζητεί και λαμβάνει πολιτικό άσυλο (προσφέροντας παράλληλα πολύτιμες στρατιωτικές πληροφορίες).

«Ήταν ένα ηχηρό σκάνδαλο και μέσα σε δύο ή τρεις μέρες όλοι οι φραγμοί είχαν καταρρεύσει, τα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να μιλούν για όλα», θυμάται ο Πίτχαρτ.

Ο Σέζνα κατηγορήθηκε επίσης ότι επεδίωξε, μαζί με άλλους συντηρητικούς στρατιωτικούς –ανάμεσά τους και ο υποστράτηγος Βλαντίμιρ Γιάνκο, που αυτοκτόνησε στις 14 Μαρτίου 1968– την οργάνωση στρατιωτικού πραξικοπήματος για τη διατήρηση του Νοβότνι στην εξουσία. Η φυγή του επιτάχυνε την πτώση του προέδρου, ο οποίος παραιτήθηκε στις 22 Μαρτίου 1968.

«Οι άνθρωποι ανακάλυψαν ξαφνικά την αλληλεγγύη», διηγείται ο Πίτχαρτ. «Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν κάτι. Μια υπέροχη ευφορία κυριάρχησε»,.

Απαγορευμένα βιβλία εκδίδονται, όπως το Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς του Σολζενίτσιν, θεατρικά έργα του Χάβελ και του Ιονέσκο παρουσιάζονται, τα σύνορα μισανοίγουν. Βλέπουμε ταινίες απαγορευμένες μέχρι τότε, ακούγεται σύγχρονη μουσική, οργανώνονται δημόσιες συζητήσεις σε ατμόσφαιρα ελευθερίας.


(Φωτ.: EPA / CTK / fls)

«Η ομορφιά χωρίς πέπλο»
Ακόμη και φωτογραφίες γυμνών γυναικών εμφανίζονται στα περιοδικά, οργανώνονται σόου στριπτίζ που βαφτίζονται «Η ομορφιά χωρίς πέπλο».

Η εισβολή των τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας θα βάλει σύντομα τέλος σε όλα αυτά.

Στις 21 Αυγούστου οι σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις, συνεπικουρούμενες από βουλγαρικές, πολωνικές, ανατολικογερμανικές και ουγγρικές, εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία για να αποκαταστήσουν την κομμουνιστική ορθοδοξία και να αναγκάσουν τη νέα πολιτική ηγεσία να οπισθοχωρήσει.

Η Σίκλοβα εγκαταλείπει το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1969 και στη συνέχεια το Πανεπιστήμιο για να γίνει καθαρίστρια. Περνά έναν χρόνο στη φυλακή το 1981 μετά τη δημοσίευση από την αντιπολίτευση της Χάρτας 77, του ιστορικού αντικομμουνιστικού μανιφέστου. Η Σίκλοβα και ο Πίτχαρτ είναι ανάμεσα σε αυτούς που το έχουν υπογράψει.

Ο Πίτχαρτ επιστρέφει την κομματική του ταυτότητα το 1969, «για να διαμαρτυρηθεί κατά του Ντούμπτσεκ, για τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύθηκε μετά τη κατοχή». Ο φοιτητής της Νομικής, έπειτα και από ένα σύντομο πέρασμά του από την Οξφόρδη, βρέθηκε υπάλληλος μέτρησης υπόγειων υδάτων και για σπίτι του είχε ένα τροχόσπιτο.

Όμως σήμερα, όταν θυμούνται το 1968, και οι δύο λένε ότι η Άνοιξη  της Πράγας ήταν μεγάλη επιτυχία, διότι κατάφερε ένα σοβαρό πλήγμα στην ΕΣΣΔ και στο κύρος της στον κόσμο.

«Ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο παρέμεινε στις συνειδήσεις ως εναλλακτική λύση, ως δυνατότητα. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε έναν σοσιαλισμό σοβιετικού τύπου, με τα βαρίδιά του», λέει σήμερα η Σίκλοβα. Όμως για τον Πίτχαρτ ο κομμουνισμός δεν ήταν παρά μια μεταμφίεση της «ρωσικής αυτοκρατορικής ιδέας», που πήρε διαφορετική μορφή. «Ο κομμουνισμός είναι παρελθόν. Αλλά οφείλουμε να φοβόμαστε και πάλι τη Ρωσία, όχι διότι είναι κομμουνιστική, αλλά διότι εκατομμύρια Ρώσοι είναι έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους γι’ αυτήν την αυτοκρατορική ιδέα και δεν υπάρχει άλλο έθνος στον κόσμο που να μπορεί να το κάνει αυτό».

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΕΚ./pontos-news.gr

Ο Ανδρέας, ο Καραμανλής Β’ και τα μνημόνια

0

Τσώλης Ζώης  “Το Βήμα” 

 Η επόμενη μέρα θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις και ευρύτερες συναινέσεις ώστε κάποια στιγμή στη χώρα μας να εδραιωθεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία
Οι ευχές όλων για Καλή Χρονιά θα συνοδεύσουν και την οικονομία, που εισέρχεται στην τελική ευθεία για την έξοδο από τον δεκαετή κύκλο της κρίσης και των μνημονίων. Αυτόν που οδήγησε στη μεγάλη ύφεση και μπορεί να συγκριθεί μόνο με την καταστροφή του Πολέμου.
Η διαδρομή αυτή όμως δεν θα είναι εύκολη, καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις κουβαλούν ακόμη στους ώμους τους τα βάρη και τον πόνο της περιπέτειας που ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ με την κατάρρευση της Lehman Brothers, μεταδόθηκε σαν αστραπή στην Ευρώπη και όταν στα τέλη του 2009 έφτασε το κύμα στην Ελλάδα κυριολεκτικά μας έπνιξε.
Στη γλώσσα των οικονομολόγων οι αιτίες που εν τέλει μας οδήγησαν στη χρεοκοπία ήταν εγκαίρως προσδιορισμένες, τα δίδυμα ελλείμματα, το τεράστιο χρέος του Δημοσίου, οι τράπεζες με τα «πήλινα πόδια».
Ολα αυτά που κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε συμπυκνώσει σε δύο φράσεις που έμειναν στην Ιστορία: «Καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε» (Οκτώβριος 1985) και «Είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος» (Δεκέμβριος 1993).
Τι κι αν πρώτος ο Ανδρέας έκανε ακριβώς τα αντίθετα, όπως και οι περισσότερες κυβερνήσεις που ακολούθησαν…
Το 2009 η «βόμβα» έσκασε. Μετά την πενταετή διακυβέρνηση της χώρας από την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή τα ελλείμματα (δημοσιονομικό και ισοζυγίου πληρωμών) εκτροχιάστηκαν και η οικονομία βρέθηκε εκτός ελέγχου. Ο Καραμανλής Β’ παρέδωσε με «συνοπτικές» εκλογές τη διακυβέρνηση στον Γιώργο Παπανδρέου.
Το 2010, όταν ακούσαμε για τον «Τιτανικό», η χώρα είχε ήδη μπει στην εποχή των μνημονίων.
Με το νέο έτος για πρώτη φορά φαίνεται φως στο τούνελ. Το καλοκαίρι του 2018 όλοι θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα βγούμε από το τρίτο μνημόνιο. Το κλειδί όμως βρίσκεται αλλού. Στην ανάπτυξη της οικονομίας, στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο στοίχημα για όλους.
Ολα τα στοιχεία και οι αριθμοί δείχνουν ότι η οικονομία δεν έχει γυρίσει ακόμη σελίδα. Βρισκόμαστε σε στασιμότητα, η ανάπτυξη είναι ασθενική και χρειαζόμαστε επειγόντως νέα κεφάλαια. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθούν το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και το επενδυτικό κενό, το οποίο μπορεί να είναι χρόνιο πρόβλημα, αλλά μετά τη χρεοκοπία της χώρας μεγεθύνθηκε.
Ασφαλώς το νήμα των ευθυνών βρίσκεται στους πολιτικούς. Δυστυχώς αυτό που έχει ανάγκη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η χώρα είναι η συναίνεση για να μπουν τα θεμέλια μιας αλλαγής και εφαρμογής του νέου αναπτυξιακού μοντέλου με το οποίο θα παράγουμε και θα πουλάμε περισσότερα απ’ όσα καταναλώνουμε.
Το βασικό ερώτημα για την επόμενη μέρα, όπως το διατυπώνει ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, είναι «ποια μέρα θέλουμε να ξημερώσει» και ασφαλώς η απάντηση δεν βρίσκεται «σε ποια στιγμή του παρελθόντος θέλουμε να γυρίσουμε», δηλαδή δεν βρίσκεται στο παιχνίδι που παίζει το πολιτικό σύστημα.
Βέβαια ύστερα από τρία μνημόνια τα δίδυμα ελλείμματα εξαλείφθηκαν και η Ελλάδα έχει ουσιαστικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, αλλά τα μεγάλα προβλήματα είναι εδώ.
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο έκλεισε όχι γιατί ανέβηκαν τόσο οι εξαγωγές, αλλά γιατί συρρικνώθηκαν η οικονομία και οι εισαγωγές και το έλλειμμα στον προϋπολογισμό έκλεισε ύστερα από αιματηρές περικοπές μισθών και συντάξεων, αλλά κυρίως λόγω της υπερφορολόγησης της οικονομίας.
Η φορολογική κλίμακα και η μη ανταποδοτικότητα των εισφορών στο νέο ασφαλιστικό σύστημα προκαλούν τεράστιες στρεβλώσεις που αν δεν αντιμετωπιστούν «χειρουργικά» με μικρά προσεκτικά και σταδιακά βήματα μπορεί να τινάξουν στον αέρα και πάλι το δημοσιονομικό οικοδόμημα.
 Το χρονικό
Τέτοιες ημέρες ας μην είμαστε όμως απαισιόδοξοι. Πέρυσι, πολύ περισσότερο πριν από δύο χρόνια, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση.
Τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα (των μνημονίων), καθώς τότε δεν φαινόταν φως στον ορίζοντα.
Σήμερα έχουμε μια διαφορετική εικόνα… Ικανοποιημένος για την έγκαιρη επίτευξη συμφωνίας με την Ελλάδα για την τρίτη αξιολόγηση εμφανίστηκε ακόμη και ο Γερούν Ντάισελμπλουμ του οποίου η θητεία έληξε όχι μόνο στην ολλανδική Βουλή αλλά και στο Eurogroup.
Πάντοτε όμως θα είναι κοντά μας, αφού η νέα του θέση είναι σύμβουλος στον ESM.
Κακά τα ψέματα, μπαίνουμε στην τελική ευθεία (ομολογουμένως με μεγάλη καθυστέρηση) για το τέλος του τρίτου μνημονίου.
Οπως ομολογεί ο απερχόμενος πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας, η οικονομία μας σταθεροποιείται και βελτιώνεται. Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες έχουν συρρικνωθεί. Οι αγορές λειτουργούν, αν και πλημμελώς, λόγω των capital controls.
Η ανάκαμψη όμως στηρίζεται περισσότερο σε εξωγενείς παράγοντες – όπως ο τουρισμός και η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας. Η εσωτερική ζήτηση παραμένει υποτονική. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών κινείται ακόμη σε αρνητικό επίπεδο.
Η αποταμίευση παραμένει αρνητική και, βέβαια, οι δημόσιες επενδύσεις συνεχώς περικόπτονται.
Ο ρυθμός ανάκαμψης βρίσκεται, έτσι, σε αναντιστοιχία με όσα έχει ανάγκη η χώρα. Αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι το καλοκαίρι ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 1,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Το πρόσημο μπορεί να είναι θετικό για ένα ακόμα τρίμηνο, ωστόσο το ποσοστό είναι χαμηλότερο από αυτό που προσδοκούσε η ελληνική κυβέρνηση για να επιτύχει τον εφετινό στόχο 1,6%.
Η εδραίωση της εμπιστοσύνης είναι ο κρίσιμος παράγοντας για την επιστροφή καταθέσεων και την αξιοποίηση των ρευστών διαθεσίμων των επιχειρήσεων σε νέες επενδύσεις που είναι το ζητούμενο.
Η επόμενη μέρα των μνημονίων θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις και ευρύτερες συναινέσεις για όσα πρέπει ακόμη να γίνουν, ώστε κάποια στιγμή στη χώρα μας να εδραιωθεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία.
Και όπως υπογραμμίζει ο κ. Φέσσας, σε αυτές τις συνθήκες το πολιτικό μας σύστημα οφείλει να αφήσει στην άκρη «τοξικές αντιπαραθέσεις» που οδηγούν σε ακραία πόλωση και αποσταθεροποιούν την κλονισμένη οικονομία.

Τα ανοιχτά μέτωπα

Για να φτάσουμε σε αίσιο τέλος αυτού του τρίτου μνημονίου, το οποίο σύμφωνα με τον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη και την αντιπολίτευση θα ήταν αχρείαστο αν δεν είχαμε την πολιτική αλλαγή του 2015, σε διάστημα έξι μηνών (ως το τέλος Ιουνίου) πρέπει να έχουν επιλυθεί σειρά δύσκολων ζητημάτων.
Πρώτο στην ατζέντα κυβέρνησης, Ευρωπαίων και ΔΝΤ είναι το θέμα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και τα μέτρα που θα ενεργοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση αφού εκπνεύσει το τρίτο μνημόνιο στις 18 Αυγούστου του νέου έτους.
Αυτή θα είναι η πιο δύσκολη και συνάμα κρίσιμη διαπραγμάτευση, καθώς οι τρεις πλευρές που εμπλέκονται θα καθίσουν στο τραπέζι με διαφορετικές θέσεις.
 
Δεύτερο ζήτημα είναι να ξεκαθαρίσει τι θα γίνει με τα αδιάθετα κονδύλια του τρίτου μνημονίου, τα οποία εκτιμάται ότι τότε θα ξεπερνούν τα 27 δισ. ευρώ.
 
Τρίτο ζήτημα είναι να ολοκληρωθούν και τα τελευταία προαπαιτούμενα κατά την τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση που θα γίνει τον Μάιο.
Αυτά ουσιαστικά είναι η ολοκλήρωση των πολιτικών που αν και θα έχουν νομοθετηθεί δεν θα έχουν υλοποιηθεί, όπως:
— Το πρόγραμμα διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων με στόχο τη μείωσή του στον μέσο όρο της ευρωζώνης.
— Η προώθηση των μεγάλων επενδύσεων και η ολοκλήρωση των αποκρατικοποιήσεων και της αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.
— Η ολοκλήρωση του κτηματολογίου, το οποίο μέχρι στιγμής καλύπτει μόλις το 27% της χώρας ενώ ο στόχος είναι να ολοκληρωθεί ως το τέλος του 2020.
— Η ολοκλήρωση της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου στο νέο Υπερταμείο. Οπως λένε μάλιστα οι Ευρωπαίοι, η ένταξη επιχειρήσεων του Δημοσίου στο Υπερταμείο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση και υποχρέωση πώλησής τους. Ωστόσο, θα δημιουργηθεί ένα «τείχος» ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και στις δημόσιες επιχειρήσεις.
—
Ο εκσυγχρονισμός του δημόσιου τομέα και η τήρηση του κανόνα μιας πρόσληψης για κάθε πέντε  αποχωρήσεις και στο μέλλον. Ολοι βέβαια αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων κατά 25% στα χρόνια των μνημονίων, κάτι που δεν έχει καταγραφεί σε καμία χώρα.

«Clean Exit»

Σε αυτή τη διαδρομή η κυβέρνηση αναζητεί μια «καθαρή έξοδο» κυρίως για πολιτικούς λόγους. Η κυβέρνηση θέλει να ξεχαστούν λέξεις όπως «μνημόνιο», «επιτροπεία» και «προαπαιτούμενα».
Οι Ευρωπαίοι όμως θέλουν να βεβαιωθούν ότι δεν θα υπάρξει «πισωγύρισμα», καθώς η χώρα θα έχει δανειστεί περίπου 265 δισ. από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Ετσι θέλουν να διασφαλίσουν ότι η Ελλάδα θα μπορεί να δανείζεται από τις αγορές με εύλογο επιτόκιο ώστε να μπορεί να επιστρέφει τα δανεικά.
Το θετικό στοιχείο για την Ελλάδα είναι ότι οι ανάγκες για τα επόμενα χρόνια  – τουλάχιστον ως το 2030, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κομισιόν, αλλά και του ΟΔΔΗΧ – είναι περιορισμένες. Με 10 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση εκτιμάται ότι το χρέος θα εξυπηρετείται κανονικά για την περίοδο ως και το 2030.
Η κύρια δέσμευση παραμένει η πιστή εκτέλεση των προϋπολογισμών. Η Ελλάδα θα πρέπει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο ως και το 2022, ενώ μετά ο πήχης του πρωτογενούς πλεονάσματος θα κατέβει στο 2%  του ΑΕΠ, αυτό που η ΝΔ ζητεί να επαναδιαπραγματευθεί για να έρθει νωρίτερα. Για όλα όμως θα αποφασίσουν οι δανειστές μας, και αυτοί είναι οι ευρωπαίοι εταίροι.

«Ο εύκολος δρόμος δεν υπάρχει, τελείωσε»

Το συμπέρασμα όλων όσοι παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις είναι ότι «ο εύκολος δρόμος δεν υπάρχει, τελείωσε».

Ακόμη και η Κύπρος, που μπήκε τελευταία και βγήκε πρώτη από το Μνημόνιο, δεν μπορεί να χαλαρώσει τη δημοσιονομική πολιτική της όσο το δημόσιο χρέος της υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ και τα «κόκκινα» δάνεια εξακολουθούν να απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η Κύπρος παραμένει υπό την ευρωπαϊκή εποπτεία και είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί την πολιτική τού «δεν» έως και το 2021. Αυτή συμπυκνώνεται στη φράση «δεν θα υπάρξουν πρόσθετα μέτρα, δεν θα υπάρξει χαλάρωση», γραμμή που οι δανειστές έχουν επιβάλει και στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει ήδη ψηφίσει και τα μέτρα της προσεχούς, του 2019 και του 2020. Παράλληλα με την Κύπρο φανταστείτε, λοιπόν, ότι εμείς βγαίνουμε από το Μνημόνιο το ερχόμενο καλοκαίρι και αν δεν αποφασιστεί η τρίτη δέσμη ελάφρυνσης του δημοσίου χρέους από τους Ευρωπαίους, το χρέος θα είναι 180% του ΑΕΠ και θα πρέπει να καλύπτουμε τις ανάγκες μας από τις αγορές.Σε αυτή την περίπτωση, εκτός από την τεράστια προσπάθεια που έχει γίνει από τον Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ESM, και τον Στέλιο Παπαδόπουλο, επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, για να σταθεροποιηθεί το κόστος δανεισμού (τα επιτόκια) της Ελλάδας και να πάνε πίσω οι λήξεις των δανείων, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Βγαίνοντας στις αγορές με τι επιτόκια μπορούμε να δανειζόμαστε;

Η εκτίμηση είναι ότι αν δανειζόμαστε κάτω από 4% θα είναι θαύμα, αν δανειζόμαστε γύρω στο 4,5% δεν θα είναι έκπληξη, αλλά αν δανειζόμαστε με 5% θα είναι καταστροφή.

 “Το Βήμα”

«Η αφοσιωμένη νέα φρουρά του Macron προετοιμάζει τη συνέχεια της θητείας του»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected] www.kalkis.eu

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η κάθε πολιτική εξουσία διαχρονικά, άρα και του Emmanuel Macron, έχει μια στενή ομάδα ανθρώπων οι οποίοι, πέραν των δεξιοτήτων που υποτίθεται ότι έχουν, είναι και τα άτομα εμπιστοσύνης που την περιβάλουν ως αφοσιωμένη φρουρά, ανά πάσα στιγμή ενεργοποιήσιμοι. Είναι αυτοί που κακεντρεχώς αποκαλούμε «αυλικούς» και βάλουμε συνήθως εναντίον τους από ζήλια και φθόνο γιατί αυτοί συναγελάζονται με την εξουσία, κι όχι εμείς.

Ποιοι είναι αυτοί, ποια τα χαρακτηριστικά τους και ποιο το έργο τους ;

Σύμφωνα με δημοσίευμα της 25ης Δεκεμβρίου 2017 των δημοσιογράφων Arthur Nazaret  και David Revault d’Allonnes στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche, η φρουρά του Macron συγκροτείται : από άγνωστα στο ευρύ κοινό άτομα μικρής ηλικίας, υπερ-προσοντούχα, διψασμένα για εξουσία, εκλεγμένοι βουλευτές που επιβάλλονται σταδιακά στο κόμμα του η «Δημοκρατία Εμπρός», αλλά και έτοιμα να προετοιμάσουν ενεργά μέσα σε 18 μήνες από τώρα το κεφάλαιο 2 του τρέχοντος κυβερνητικού προγράμματος της δεύτερης περιόδου του. Και φυσικά την επανεκλογή του. «Δεν πρόκειται για το γράψιμο του μικρού κόκκινου βιβλίου της Mακρονίας», λέει χαριεντιζόμενο ένα από αυτά τα άτομα, ο Aurélien Taché, 33 ετών βουλευτής. «Ελλοχεύει ο κίνδυνος  να αφεθούμε στη χαλάρωση της νομής της εξουσίας. Το δεύτερο μισό της πενταετίας θα πρέπει να είναι λίγο πιο πολιτικό και, πρώτα απ όλα, να κερδίσουμε τις ευρωεκλογές».

Πρόκειται για τους προσκόπους της Μακρονίας. Πάντα στην πρώτη γραμμή. Ανάμεσα στις τάξεις αυτών των νέων βουλευτών, οι οποίοι, ως επί το πλείστον, ήταν παλιόφιλοι και με μαχητικό παρελθόν στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και κάποιοι ήταν πολιτικά παιδιά του Ντομινίκ Στροσκάν ή του κεντροδεξιού Alain Juppé, όπως η Aurore Bergé (η εξ αριστερών στη φώτο), εκπροσώπου της ομάδας στην Εθνοσυνέλευση. Είναι ο Sacha­Houlié, αντιπρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, ο Gabriel Attal, νέος εκπρόσωπος τύπου του κόμματος της «Δημοκρατίας Εμπρός», ο Pierre Person, ο Guillaume Chiche, ο Mickael Nogal και μερικοί άλλοι άγνωστοι που έχουν όμως καθιερωθεί μέσα σε 8 μήνες ως οι καλύτεροι φύλακες ή ελεύθεροι σκοπευτές του ναού του Macron στην Εθνοσυνέλευση. Και από κοινού προετοιμάζουν ήδη την προγραμματική συνέχεια, ώστε η κυβέρνηση να έχει εγκαίρως συγκεκριμένα μέτρα να προωθήσει μετά το πέρας των πρώτων 30 μηνών στην εξουσία, την ώρα που η αντιπολίτευση είναι σχεδόν διαλυμένη.

Ο σκληρός πυρήνας της εν λόγω φρουράς, δηλαδή  ο Sacha­Houlié, ο Pierre Person, ο Guillaume Chiche και ο Stéphane Séjourné – στο εξής πολιτικός σύμβουλος στο Elysée – συγκροτήθηκε στην πόλη Poitiers κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών τους σπουδών, μεταξύ των φοιτητικών οργανώσεων Unef και MJS. Ο Dominique Strauss-Kahn ήταν ο μεγάλος Μέντοράς τους με αφορμή τον αγώνα τους τότε ενάντια στην «πρώτη σύμβαση εργασίας» (CPE), που αποτέλεσε το βάπτισμα του πυρός για αυτούς.

Ο καθένας ανέλαβε το κοινωνικό του θέμα

Η νέα φρουρά άρχισε πρόσφατα να ανοίγεται σε νεοεισερχόμενους, όπως η Anne-Laurence Petel, ο Fabien Matras, ο Pieyre-Alexandre Anglade ή ο Jean-Charles Colas-Roy. Γιατί ; «Δεν θέλαμε να μείνουμε μεταξύ μας», αναφέρει ο Pierre Person, 28 ετών. Ξεκινώντας με μια δωδεκάδα, έφτασαν τώρα στους είκοσι και  συναντώνται κάθε Τρίτη στις 8:30, δύο έως τέσσερις φορές το μήνα. Ο στόχος ; Θέλουν να πολλαπλασιαστούν, αλλά και να προσέξουν την ποιότητα της δουλειάς τους. Να δυναμώσουν την αρχική ομάδα βουλευτών, να την κάνουν πιο πολιτική ώστε να αποκρούσουν τη ρετσινιά της αντιπολίτευσης ότι «δεν έχουν ιδεολογία» αλλά και να οικοδομήσουν γέφυρες με την κοινωνία των πολιτών.

Μεθοδολογικά, οι κομιστές της γραμμής του Προέδρου Macron οργανώθηκαν ανά θεματολογική ενότητα. Ο κάθε ένας χρεώθηκε και το θέμα του: ο Gabriel Attal π.χ. ήταν εισηγητής του νόμου για την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο. Ο Pierre Person θα ασχοληθεί με τη μεταρρύθμιση του Συντάγματος. Ο Aurélien Taché γράφει μια έκθεση για την κοινωνική ένταξη. Ο Guillaume Chiche ασχολείται με την οικογενειακή πολιτική. Η Aurore Bergé ειδικεύεται σε θέματα εκπαίδευσης και πολιτισμού και ο Sacha Houlié θα ασχοληθεί με τις εναλλακτικές λύσεις της φυλάκισης των καταδικαζομένων. Ποιο είναι το στοίχημα; Να δουλέψουν πάνω στην ουσία αυτών των θεματολογικών ενοτήτων και να ταυτιστούν με αυτές, ως οι καλύτερα γνωρίζοντες τα θέματά τους. Η εν λόγω ομάδα καλεί επίσης τακτικά «ειδικούς» επί των θεμάτων της για να εμβαθύνουν σε αυτά και να εκπονούν συνακόλουθα τις αρτιότερες προτάσεις. Π.χ. τον Ιανουάριο έχουν καλέσει τον κοινωνιολόγο Michel Lallement για να συζητήσουν για τους νέους τρόπους εργασίας και τη συνεργατική οικονομία. Κατά τον υφυπουργό εδαφικής συνοχής Julien Denormandie, και πολύ κοντά στον Macron, «κάνουν μια καταπληκτική δουλειά και ιδρώνουν το πουκάμισό τους». Οι σχέσεις τους δε με τους υπουργούς είναι πάρα πολύ καλές, σε βαθμό που ένας από αυτούς λέει «μιλάμε σήμερα λιγότερο με τον Ιησού (εννοώντας τον Πρόεδρο) αλλά περισσότερο  με τους αγίους (εννοώντας τους υπουργούς) του».

Οι ευρωπαϊκές εκλογές στο προσκήνιο

Ο Christophe Castaner, ο νεοεκλεγείς Γενικός Εκπρόσωπος της «Δημοκρατίας Εμπρός» (LREM), ανέθεσε στον βουλευτή Pieyre-Alexandre Anglade τον συντονισμό μιας ευρωπαϊκής ομάδας εργασίας από τον Ιανουάριο. Ο τελευταίος θα διασχίσει την ευρωπαϊκή ήπειρο για να συναντήσει άλλα ευρωπαϊκά κόμματα για να καταλήξει στη συναίνεση για «ένα κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο». Να οικοδομήσουν ένα  ιδεολογικό σώμα αλλά και ταυτόχρονα να προετοιμάσουν τις ευρωεκλογές. Στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του ο Μακρόν, μεταξύ άλλων, απευθύνθηκε απευθείας στους Ευρωπαίους πολίτες για να τους εμφυσήσει την  «ευρωπαϊκή φιλοδοξία» και να οικοδομήσουν από κοινού το εν λόγω Σχέδιο για την Ευρώπη. «Θα σας χρειαστώ», είπε, ζητώντας τους να μην ενδώσουν «ούτε στους εθνικιστές ούτε στους ευρωσκεπτικιστές», καλώντας τους να συμμετάσχουν στις προβλεπόμενες διαβουλεύσεις των πολιτών που σκοπεύει να εφαρμόσει το 2018, για να «εκφράσουν και να πουν ποια Ευρώπη θέλουν», σύμφωνα με το κανάλι France 2.

Θα επιτύχει ή όχι στο έργο της η αφοσιωμένη πολιτική φρουρά του Μακρόν ; Το άμεσο μέλλον θα το δείξει. Πάντως φαίνονται να έχουν μεθοδικότητα σε αυτό που κάνουν.

 

Can Iran Become a World Power?

0

Ο Ανδρέας, ο Καραμανλής Β’ και τα μνημόνια

0
Τσώλης Ζώης  “Το Βήμα” 
 Η επόμενη μέρα θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις και ευρύτερες συναινέσεις ώστε κάποια στιγμή στη χώρα μας να εδραιωθεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία
Οι ευχές όλων για Καλή Χρονιά θα συνοδεύσουν και την οικονομία, που εισέρχεται στην τελική ευθεία για την έξοδο από τον δεκαετή κύκλο της κρίσης και των μνημονίων. Αυτόν που οδήγησε στη μεγάλη ύφεση και μπορεί να συγκριθεί μόνο με την καταστροφή του Πολέμου.
Η διαδρομή αυτή όμως δεν θα είναι εύκολη, καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις κουβαλούν ακόμη στους ώμους τους τα βάρη και τον πόνο της περιπέτειας που ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ με την κατάρρευση της Lehman Brothers, μεταδόθηκε σαν αστραπή στην Ευρώπη και όταν στα τέλη του 2009 έφτασε το κύμα στην Ελλάδα κυριολεκτικά μας έπνιξε.
Στη γλώσσα των οικονομολόγων οι αιτίες που εν τέλει μας οδήγησαν στη χρεοκοπία ήταν εγκαίρως προσδιορισμένες, τα δίδυμα ελλείμματα, το τεράστιο χρέος του Δημοσίου, οι τράπεζες με τα «πήλινα πόδια».
Ολα αυτά που κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε συμπυκνώσει σε δύο φράσεις που έμειναν στην Ιστορία: «Καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε» (Οκτώβριος 1985) και «Είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος» (Δεκέμβριος 1993).
Τι κι αν πρώτος ο Ανδρέας έκανε ακριβώς τα αντίθετα, όπως και οι περισσότερες κυβερνήσεις που ακολούθησαν…
Το 2009 η «βόμβα» έσκασε. Μετά την πενταετή διακυβέρνηση της χώρας από την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή τα ελλείμματα (δημοσιονομικό και ισοζυγίου πληρωμών) εκτροχιάστηκαν και η οικονομία βρέθηκε εκτός ελέγχου. Ο Καραμανλής Β’ παρέδωσε με «συνοπτικές» εκλογές τη διακυβέρνηση στον Γιώργο Παπανδρέου.
Το 2010, όταν ακούσαμε για τον «Τιτανικό», η χώρα είχε ήδη μπει στην εποχή των μνημονίων.
Με το νέο έτος για πρώτη φορά φαίνεται φως στο τούνελ. Το καλοκαίρι του 2018 όλοι θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα βγούμε από το τρίτο μνημόνιο. Το κλειδί όμως βρίσκεται αλλού. Στην ανάπτυξη της οικονομίας, στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο στοίχημα για όλους.
Ολα τα στοιχεία και οι αριθμοί δείχνουν ότι η οικονομία δεν έχει γυρίσει ακόμη σελίδα. Βρισκόμαστε σε στασιμότητα, η ανάπτυξη είναι ασθενική και χρειαζόμαστε επειγόντως νέα κεφάλαια. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθούν το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και το επενδυτικό κενό, το οποίο μπορεί να είναι χρόνιο πρόβλημα, αλλά μετά τη χρεοκοπία της χώρας μεγεθύνθηκε.
Ασφαλώς το νήμα των ευθυνών βρίσκεται στους πολιτικούς. Δυστυχώς αυτό που έχει ανάγκη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η χώρα είναι η συναίνεση για να μπουν τα θεμέλια μιας αλλαγής και εφαρμογής του νέου αναπτυξιακού μοντέλου με το οποίο θα παράγουμε και θα πουλάμε περισσότερα απ’ όσα καταναλώνουμε.
Το βασικό ερώτημα για την επόμενη μέρα, όπως το διατυπώνει ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, είναι «ποια μέρα θέλουμε να ξημερώσει» και ασφαλώς η απάντηση δεν βρίσκεται «σε ποια στιγμή του παρελθόντος θέλουμε να γυρίσουμε», δηλαδή δεν βρίσκεται στο παιχνίδι που παίζει το πολιτικό σύστημα.
Βέβαια ύστερα από τρία μνημόνια τα δίδυμα ελλείμματα εξαλείφθηκαν και η Ελλάδα έχει ουσιαστικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, αλλά τα μεγάλα προβλήματα είναι εδώ.
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο έκλεισε όχι γιατί ανέβηκαν τόσο οι εξαγωγές, αλλά γιατί συρρικνώθηκαν η οικονομία και οι εισαγωγές και το έλλειμμα στον προϋπολογισμό έκλεισε ύστερα από αιματηρές περικοπές μισθών και συντάξεων, αλλά κυρίως λόγω της υπερφορολόγησης της οικονομίας.
Η φορολογική κλίμακα και η μη ανταποδοτικότητα των εισφορών στο νέο ασφαλιστικό σύστημα προκαλούν τεράστιες στρεβλώσεις που αν δεν αντιμετωπιστούν «χειρουργικά» με μικρά προσεκτικά και σταδιακά βήματα μπορεί να τινάξουν στον αέρα και πάλι το δημοσιονομικό οικοδόμημα.
 Το χρονικό
Τέτοιες ημέρες ας μην είμαστε όμως απαισιόδοξοι. Πέρυσι, πολύ περισσότερο πριν από δύο χρόνια, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση.
Τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα (των μνημονίων), καθώς τότε δεν φαινόταν φως στον ορίζοντα.
Σήμερα έχουμε μια διαφορετική εικόνα… Ικανοποιημένος για την έγκαιρη επίτευξη συμφωνίας με την Ελλάδα για την τρίτη αξιολόγηση εμφανίστηκε ακόμη και ο Γερούν Ντάισελμπλουμ του οποίου η θητεία έληξε όχι μόνο στην ολλανδική Βουλή αλλά και στο Eurogroup.
Πάντοτε όμως θα είναι κοντά μας, αφού η νέα του θέση είναι σύμβουλος στον ESM.
Κακά τα ψέματα, μπαίνουμε στην τελική ευθεία (ομολογουμένως με μεγάλη καθυστέρηση) για το τέλος του τρίτου μνημονίου.
Οπως ομολογεί ο απερχόμενος πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας, η οικονομία μας σταθεροποιείται και βελτιώνεται. Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες έχουν συρρικνωθεί. Οι αγορές λειτουργούν, αν και πλημμελώς, λόγω των capital controls.
Η ανάκαμψη όμως στηρίζεται περισσότερο σε εξωγενείς παράγοντες – όπως ο τουρισμός και η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας. Η εσωτερική ζήτηση παραμένει υποτονική. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών κινείται ακόμη σε αρνητικό επίπεδο.
Η αποταμίευση παραμένει αρνητική και, βέβαια, οι δημόσιες επενδύσεις συνεχώς περικόπτονται.
Ο ρυθμός ανάκαμψης βρίσκεται, έτσι, σε αναντιστοιχία με όσα έχει ανάγκη η χώρα. Αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι το καλοκαίρι ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 1,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Το πρόσημο μπορεί να είναι θετικό για ένα ακόμα τρίμηνο, ωστόσο το ποσοστό είναι χαμηλότερο από αυτό που προσδοκούσε η ελληνική κυβέρνηση για να επιτύχει τον εφετινό στόχο 1,6%.
Η εδραίωση της εμπιστοσύνης είναι ο κρίσιμος παράγοντας για την επιστροφή καταθέσεων και την αξιοποίηση των ρευστών διαθεσίμων των επιχειρήσεων σε νέες επενδύσεις που είναι το ζητούμενο.
Η επόμενη μέρα των μνημονίων θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις και ευρύτερες συναινέσεις για όσα πρέπει ακόμη να γίνουν, ώστε κάποια στιγμή στη χώρα μας να εδραιωθεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία.
Και όπως υπογραμμίζει ο κ. Φέσσας, σε αυτές τις συνθήκες το πολιτικό μας σύστημα οφείλει να αφήσει στην άκρη «τοξικές αντιπαραθέσεις» που οδηγούν σε ακραία πόλωση και αποσταθεροποιούν την κλονισμένη οικονομία.

Τα ανοιχτά μέτωπα

Για να φτάσουμε σε αίσιο τέλος αυτού του τρίτου μνημονίου, το οποίο σύμφωνα με τον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη και την αντιπολίτευση θα ήταν αχρείαστο αν δεν είχαμε την πολιτική αλλαγή του 2015, σε διάστημα έξι μηνών (ως το τέλος Ιουνίου) πρέπει να έχουν επιλυθεί σειρά δύσκολων ζητημάτων.
Πρώτο στην ατζέντα κυβέρνησης, Ευρωπαίων και ΔΝΤ είναι το θέμα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και τα μέτρα που θα ενεργοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση αφού εκπνεύσει το τρίτο μνημόνιο στις 18 Αυγούστου του νέου έτους.
Αυτή θα είναι η πιο δύσκολη και συνάμα κρίσιμη διαπραγμάτευση, καθώς οι τρεις πλευρές που εμπλέκονται θα καθίσουν στο τραπέζι με διαφορετικές θέσεις.
 
Δεύτερο ζήτημα είναι να ξεκαθαρίσει τι θα γίνει με τα αδιάθετα κονδύλια του τρίτου μνημονίου, τα οποία εκτιμάται ότι τότε θα ξεπερνούν τα 27 δισ. ευρώ.
 
Τρίτο ζήτημα είναι να ολοκληρωθούν και τα τελευταία προαπαιτούμενα κατά την τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση που θα γίνει τον Μάιο.
Αυτά ουσιαστικά είναι η ολοκλήρωση των πολιτικών που αν και θα έχουν νομοθετηθεί δεν θα έχουν υλοποιηθεί, όπως:
— Το πρόγραμμα διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων με στόχο τη μείωσή του στον μέσο όρο της ευρωζώνης.
— Η προώθηση των μεγάλων επενδύσεων και η ολοκλήρωση των αποκρατικοποιήσεων και της αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.
— Η ολοκλήρωση του κτηματολογίου, το οποίο μέχρι στιγμής καλύπτει μόλις το 27% της χώρας ενώ ο στόχος είναι να ολοκληρωθεί ως το τέλος του 2020.
— Η ολοκλήρωση της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου στο νέο Υπερταμείο. Οπως λένε μάλιστα οι Ευρωπαίοι, η ένταξη επιχειρήσεων του Δημοσίου στο Υπερταμείο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση και υποχρέωση πώλησής τους. Ωστόσο, θα δημιουργηθεί ένα «τείχος» ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και στις δημόσιες επιχειρήσεις.
—
Ο εκσυγχρονισμός του δημόσιου τομέα και η τήρηση του κανόνα μιας πρόσληψης για κάθε πέντε  αποχωρήσεις και στο μέλλον. Ολοι βέβαια αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων κατά 25% στα χρόνια των μνημονίων, κάτι που δεν έχει καταγραφεί σε καμία χώρα.

«Clean Exit»

Σε αυτή τη διαδρομή η κυβέρνηση αναζητεί μια «καθαρή έξοδο» κυρίως για πολιτικούς λόγους. Η κυβέρνηση θέλει να ξεχαστούν λέξεις όπως «μνημόνιο», «επιτροπεία» και «προαπαιτούμενα».
Οι Ευρωπαίοι όμως θέλουν να βεβαιωθούν ότι δεν θα υπάρξει «πισωγύρισμα», καθώς η χώρα θα έχει δανειστεί περίπου 265 δισ. από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Ετσι θέλουν να διασφαλίσουν ότι η Ελλάδα θα μπορεί να δανείζεται από τις αγορές με εύλογο επιτόκιο ώστε να μπορεί να επιστρέφει τα δανεικά.
Το θετικό στοιχείο για την Ελλάδα είναι ότι οι ανάγκες για τα επόμενα χρόνια  – τουλάχιστον ως το 2030, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κομισιόν, αλλά και του ΟΔΔΗΧ – είναι περιορισμένες. Με 10 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση εκτιμάται ότι το χρέος θα εξυπηρετείται κανονικά για την περίοδο ως και το 2030.
Η κύρια δέσμευση παραμένει η πιστή εκτέλεση των προϋπολογισμών. Η Ελλάδα θα πρέπει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο ως και το 2022, ενώ μετά ο πήχης του πρωτογενούς πλεονάσματος θα κατέβει στο 2%  του ΑΕΠ, αυτό που η ΝΔ ζητεί να επαναδιαπραγματευθεί για να έρθει νωρίτερα. Για όλα όμως θα αποφασίσουν οι δανειστές μας, και αυτοί είναι οι ευρωπαίοι εταίροι.

«Ο εύκολος δρόμος δεν υπάρχει, τελείωσε»

Το συμπέρασμα όλων όσοι παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις είναι ότι «ο εύκολος δρόμος δεν υπάρχει, τελείωσε».

Ακόμη και η Κύπρος, που μπήκε τελευταία και βγήκε πρώτη από το Μνημόνιο, δεν μπορεί να χαλαρώσει τη δημοσιονομική πολιτική της όσο το δημόσιο χρέος της υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ και τα «κόκκινα» δάνεια εξακολουθούν να απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η Κύπρος παραμένει υπό την ευρωπαϊκή εποπτεία και είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί την πολιτική τού «δεν» έως και το 2021. Αυτή συμπυκνώνεται στη φράση «δεν θα υπάρξουν πρόσθετα μέτρα, δεν θα υπάρξει χαλάρωση», γραμμή που οι δανειστές έχουν επιβάλει και στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει ήδη ψηφίσει και τα μέτρα της προσεχούς, του 2019 και του 2020. Παράλληλα με την Κύπρο φανταστείτε, λοιπόν, ότι εμείς βγαίνουμε από το Μνημόνιο το ερχόμενο καλοκαίρι και αν δεν αποφασιστεί η τρίτη δέσμη ελάφρυνσης του δημοσίου χρέους από τους Ευρωπαίους, το χρέος θα είναι 180% του ΑΕΠ και θα πρέπει να καλύπτουμε τις ανάγκες μας από τις αγορές.Σε αυτή την περίπτωση, εκτός από την τεράστια προσπάθεια που έχει γίνει από τον Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ESM, και τον Στέλιο Παπαδόπουλο, επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, για να σταθεροποιηθεί το κόστος δανεισμού (τα επιτόκια) της Ελλάδας και να πάνε πίσω οι λήξεις των δανείων, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Βγαίνοντας στις αγορές με τι επιτόκια μπορούμε να δανειζόμαστε;

Η εκτίμηση είναι ότι αν δανειζόμαστε κάτω από 4% θα είναι θαύμα, αν δανειζόμαστε γύρω στο 4,5% δεν θα είναι έκπληξη, αλλά αν δανειζόμαστε με 5% θα είναι καταστροφή.

 “Το Βήμα”

The Battle for Iran

0

Change will not come easily, peacefully, or soon.

Students attend a protest at Tehran University, where a smoke grenade was thrown by anti-riot Iranian police on December 30, 2017.AP

Protest movements in the Middle East face enormous repressive hurdles and rarely have happy endings. Even when protesters “succeed” in toppling an autocrat, they’ve rarely succeeded in ending autocracy.

In Iran, the obstacles to success are daunting. Whereas most Middle Eastern countries are ruled by secular autocrats focused on repressing primarily Islamist opposition, Iran is an Islamist autocracy focused on repressing secular opposition. This dynamic—unarmed, unorganized, leaderless citizens seeking economic dignity and pluralism, versus a heavily armed, organized, rapacious ruling theocracy that espouses martyrdom—is not a recipe for success.

And yet, against this inauspicious backdrop, Iran’s mushrooming anti-government protests—although so far much smaller in scale than the country’s 2009 uprising—have been unprecedented in their geographic scope and intensity. They began December 28 in Mashhad, a Shiite pilgrimage city often considered a regime stronghold, with protesters chanting slogans like “leave Syria alone, think about us.” They soon spread to Qom, Iran’s holiest city, where protesters expressed nostalgia for Reza Shah, the 20th-century modernizing autocrat who ruthlessly repressed the clergy. They continued in provincial towns, with thousands chanting, “we don’t want an Islamic Republic” in Najafabad, “death to the revolutionary guards” in Rasht, and “death to the dictator” in Khoramabad. They’ve since spread to Tehran, and hundreds have been arrested, the BBC reported, citing Iranian officials.

What triggered these protests is a subject of debate—some evidence suggests they were initially encouraged by hardline forces to embarrass President Hassan Rouhani—but what has fueled them have been the same grievances that power anti-government protests everywhere: rising living costs, endemic corruption, fraud, mismanagement. In Iran, add to that bitter cocktail both political and social repression, all conducted from the moral pedestal of Islamist theocracy.

While these grievances have been festering for years and indeed decades, among the dozens of factors that distinguish today’s protests from 2009 is the smartphone. In 2009—when an estimated 2 million to 3 million Iranians protested silently in Tehran—fewer than 1 million Iranians owned such a device, and few outside Tehran. Today, an astonishing 48 million Iranians are thought to have smartphones, all of them equipped with social media and communication apps. The app Telegram alone is thought to have 40 million users, elusive from government control, but not immune to a communications shutdown if Tehran tries to throttle the internet.

But while Iranians have a much better understanding how elsewhere is living, the rest of the world has had a less clear idea of how Iranians are living given Tehran’s effective distortion of Western media coverage. Since 2009 and even before, the dogged professional journalists covering Iran—including The Wall Street Journal’s Farnaz Fassihi, The New York Times’s Nazila Fathi, Newsweek’s Maziar Bahari, Reuters’s Parisa Hafezi and Babak Dehghanpisheh, and dozens more—have been intimidated, expelled, and in some cases imprisoned. The few journalists remaining in Iran rightfully worry about their personal safety. Many of the best Iranian writers, scholars, and artists of their generation have been similarly banished from Iran.

At the same time, the regime has provided visas and access to those whom they know will provide friendlier coverage. Foreign Minister Javad Zarif has been especially effective at manipulating Western journalists, analysts, and officials. This has created an opening for a new breed of opinion journalists and analysts—some of whom are simultaneously seeking and promoting business opportunities in Iran—pulling punches in order to preserve their access.

What happens now?

The Iranian government has the highest per capita execution rate in the world, treats women as second class citizens, persecutes gays and religious minorities, and stifles free speech. While there is a natural inclination among decent people everywhere to want a peaceful civil rights movement to succeed in Iran, there are ample reasons to believe it will not. The regime’s coercive apparatus—the Islamic Revolutionary Guard Corps (IRGC) and the Bassij milita—are organized, armed, and abundant, and well-practiced in the brutal science of repression. Opponents of the government, in contrast, are unarmed, leaderless, and rudderless. In addition, Iran has at its disposal tens of thousands of Shia militiamen—including Lebanese Hezbollah—it has been cultivating for years and in some cases decades. For these battle-hardened forces, crushing unarmed Iranian protesters is a much easier task than fighting Syrian rebels or Sunni jihadists.

While some have expressed hope these protests might compel the Iranian government to try and address popular grievances, history shows us the opposite is more likely true. In the weeks and months to come, expect the regime to grow ever more repressive. Iran’s security forces thrive when there is insecurity. Some Iranians even fear the IRGC has allowed the protests to fester as a pretext for expanding their authority in the name of national security.

What can the United States do?

It is only natural that popular agitations against a regime whose official slogan is “Death to America” will elicit strong support from U.S. politicians. The question, as always, is what is the most constructive way for Washington to “support” such protests? In the aftermath of the 1991 Gulf war, President George H.W. Bush infamously encouraged Iraqi Shiites to rise up against Saddam Hussein. When they did so and were slaughtered, international outrage was directed at Bush more than Saddam. In 2009 the Obama administration offered only tepid support to the Green Movement uprisings in Iran, something Hillary Clinton later described as her biggest regret as Secretary of State.

What should American leaders do, then? While carefully crafted expressions of solidarity with the people, but not incitement, are good for posterity, given Washington’s meager leverage over Tehran such statements likely have only limited impact (In contrast to official statements about authoritarian regimes over whom the U.S. has had actual leverage, like Mubarak’s Egypt). What’s more important than public statements are U.S. policies that can inhibit the regime’s coercive capacity and their ability to black out communications.

One concrete suggestion is to make it clear that companies and countries around the world complicit in Iran’s repressive apparatus—including those providing censorship technology—will face censure from the United States. The United States should also mobilize global partners that do have working relations with Iran—including Europe, Japan, South Korea, and India—to add their voices of concern and condemnation to Tehran’s repression. EU foreign policy chief Federica Mogherini has been noticeably silent.

Given the opacity of the Iranian system and its inaccessibility to independent investigation, the days and weeks ahead are eminently unpredictable. Khamenei and his IRGC backers appear firmly entrenched from thousands of miles away, but we also know from history that authoritarian stability can be a chimera. In August 1978, the CIA confidently assessed that the Pahlavi monarchy in Iran “is not in a revolutionary or even a pre-revolutionary situation.” Five months later the Shah—stricken with advanced cancer unbeknownst even to his family—left never to come back. Khamenei’s health has been the source of wide speculation for years, but tightly held as a national security secret.

“I’m a pessimist because of intelligence,” the Italian philosopher Antonio Gramsci apparently liked to say, “but an optimist because of will.” Two-thousand-five-hundred years of Persian civilization and a century-long quest for democracy offer hope about the irrepressible Iranian will for change. But the Islamic Republic’s four-decade history of brutality suggests that change will not come easily, or peacefully, or soon.

https://www.theatlantic.com/international/archive/2017/12/the-battle-for-iran/549446/?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=atlantic-daily-newsletter&utm_content=20180102&silverid=NDIxODcyMzAwNjkwS0