Αρχική Blog Σελίδα 2877

Δημιουργεί παρακρατικό μηχανισμό με τρομοκράτες: Ένα πολύ επικίνδυνο ενδεχόμενο με την Τουρκία…

0

Του Βασίλη Κοψαχείλη* Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Οι δυνάμεις του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους και των υπολοίπων Σαλαφιστών, έχασαν στη Συρία και το Ιράκ και πολλοί εξ αυτών προσπαθούν να διαφύγουν μέσω Τουρκίας, προκειμένου, είτε να «χαθούν» στο πλήθος είτε να συνεχίσουν την τρομοκρατική τους δράση σε άλλες περιοχές.

Από το 2014 και έπειτα, μετά τις επιθέσεις που δέχθηκε από ακραίους Ισλαμιστές, επίσημα το Τουρκικό κράτος ισχυρίζεται πως έχει υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντί τους.

Σύμφωνα με στοιχεία των Τουρκικών υπηρεσιών, από τον Ιανουάριο του 2015, η Τουρκία έχει αρνηθεί την είσοδο στο έδαφός της σε περίπου 38.269 άτομα προερχόμενα κυρίως από τη Συρία που δεν είχαν την ιδιότητα του πρόσφυγα, έχει θέσει σε κράτηση πάνω από 5.000 άτομα που υπάρχουν υποψίες για έμμεση ή άμεση συνεργασία τους με το ΙΚ, καθώς επίσης έχει απελάσει πάνω από 3.290 άτομα προερχόμενα από 95 διαφορετικά κράτη για τα οποία υπήρχαν ενδείξεις συμμετοχής τους στον ISIS/ΙΚ και την Al Nusra/Jabhat Fatah al-Sham/Tahrir al-Sham. Αυτά δηλώνονται επίσημα…

Υπάρχουν όμως και ενδείξεις για μια άλλη πολύ επικίνδυνη εξέλιξη στη γειτονική μας χώρα, η οποία θα πρέπει να μας ανησυχεί και εμάς ως προς τις πιθανές προεκτάσεις της.

Το καθεστώς Erdogan αντιλαμβάνεται ότι έχει εκτεθεί διεθνώς σε ότι αφορά την δράση του εναντίον των δύο «εσωτερικών του εχθρών», του Κουρδικού ΡΚΚ και των Γκιουλενιστών. Επίσης, αντιλαμβάνεται πως όσο θα υπάρχουν Ρώσοι και Αμερικανοί στη Συρία και όσο οι ΗΠΑ θα στηρίζουν, έστω διακριτικά, τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, που στη μεγάλη τους πλειονότητα αποτελούνται από Κούρδους του YPG (η Τουρκία τους θεωρεί τρομοκράτες), τόσο η Άγκυρα δεν θα νομιμοποιείται να αναλαμβάνει στρατιωτική δράση εναντίον τους.

Έτσι, ενδεχομένως ο Erdogan να μπει στον πειρασμό μέσα από τη δεξαμενή των κυνηγημένων Σαλαφιστών τρομοκρατών της Συρίας που αναζητούν καταφύγιο και κάλυψη στην Τουρκία, να μπει στον πειρασμό – αν δεν το έχει κάνει ήδη – να οικοδομήσει ένα παράλληλο παρακρατικό μηχανισμό τον οποίο θα στρέψει εναντίον των «εσωτερικών εχθρών» και με καταδρομικές ενέργειες εναντίον του YPG εντός της Συρίας.

Έτσι, θα απαλλάξει από αυτό το έργο τις Τουρκικές ΕΔ και την Στρατοχωροφυλακή που εκθέτουν διεθνώς την Τουρκία με τον πόλεμο εναντίον των Κούρδων της Συρίας και των «εσωτερικών εχθρών» και θα εξασφαλίσει έργο για τα ορφανά των Σαλαφιστών, οι οποίοι λόγω της κάλυψης που θα τους παρασχεθεί, θα γίνουν οι πιστότεροι σύμμαχοι του καχύποπτου Ερντογάν για κάθε χρήση και ενέργεια.

Οι προεκτάσεις ενός τέτοιου σεναρίου θα πρέπει να μας απασχολήσουν, καθώς στα πλάνα του Erdogan (και των όψιμων «φίλων» του…) δεν είναι μόνο ο χώρος της Νοτιοανατολικής Τουρκίας και της Βόρειας Συρίας, αλλά και η Θράκη και τα Βαλκάνια.

*Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής.

liberal.gr

Εκπομπή: η Ορθοδοξία στα Βαλκάνια.

0

Η Ορθοδοξία στα Βαλκάνια είναι το θέμα της σημερινής (Πέμπτη 11 Ιανουαρίου) εκπομπής “Τομές στην Επικαιρότητα” της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης TV-100.

Η εκπομπή μεταδίδεται απο τις 9μμ-10μμ της Πέμπτης και επαναλαμβάνεται το Σάββατο απο τις 5μμ-6μμ.

Την παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Παντελής Σαββίδης.

ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ:

Ηλίας Ευαγγέλου, αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ

Σταύρος Τζίμας, Δημοσιογράφος

ΑΞΟΝΕΣ

-Και η εκκλησία των Σκοπίων στο πακέτο λύσης

-Ποια είναι η Εκκλησία των Σκοπίων

-Η εξέλιξη με την Εκκλησία της Βουλγαρίας

-Η σχέση Ρωσικής Εκκλησίας με το Κρεμλίνο

-Το ρωσικό εκκλησιαστικό «παιχνίδι» στα Βαλκάνια

-Η περίπτωση του Αγίου Όρους.

-Το Οικουμενικό Πατριαρχείο

-Η Αλβανική Εκκλησία

-Ο ρόλος της Ελλάδας.

Το σήμα της TV-100 μεταδίδεται:

Μέσω της Digea στην Κεντρική Μακεδονία

Απο την OTE TV οπουδήποτε

Διαδικτυακά απο τη διεύθυνση:

www.fm100.gr

και

http://www.anixneuseis.gr/?page_id=47224

 

«Η συνωμοσιολογία κυριαρχεί στους Γάλλους»

3

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Το 79% των Γάλλων πιστεύει σε μια τουλάχιστον διαδεδομένη θεωρία συνωμοσίας, σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που διενήργησε ο φορέας Ifop για το Ίδρυμα Jean-Jaurès και για την ιστοσελίδα Conspiracy Watch.

Αυτό γράφει το δημοσίευμα στις 8-01-2018 του δημοσιογράφου Tristan Berteloot στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Libération. Δηλαδή οι Γάλλοι είναι Συνωμοσιολόγοι, διερωτάται ο δημοσιογράφος ; Ναι, σύμφωνα με την έρευνα του Ifop  (Institut français d’opinion publique) που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα. Το 79% αυτών υιοθετούν μια τουλάχιστον από τις συνηθέστερες θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούν στη Γαλλία. Για μερικές μάλιστα από αυτές σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Το φαινόμενο αυτό είναι ακόμη πιο έντονο στους νέους, σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Jean-Baptiste de Montvalon στις 8-1-2018 στον ηλεκτρονικό LE MONDE. Το 30% των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών υιοθετούν τέτοιες θεωρίες, γενικότερα το 27% των ατόμων κάτω των 35 ετών, έναντι 8% για άνω των 65 ετών των Γάλλων. Ο λόγος; Η διαφορά που έχουν οι δεύτεροι σε σχέση με τον πολιτισμό και την πληροφόρηση των πρώτων.

Η έρευνα διεξήχθη στις 19 και 20 Δεκεμβρίου, κάλυψε ένα δείγμα 1.252 ατόμων ηλικίας άνω των 18 ετών, και είναι η μεγαλύτερη έρευνα γνώμης για τη συνωμοσιολογία που πραγματοποιήθηκε ποτέ στη Γαλλία. Μάλιστα οι ερωτηθέντες για  12 κρατούσες θεωρίες ρωτήθηκαν και για το κόμμα που είχαν ψηφίσει στον 1ο Γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, για να εξευρεθεί έτσι σε ποια κόμματα εμφιλοχωρούν  περισσότεροι ή λιγότεροι Συνωμοσιολόγοι ψηφοφόροι. Στο τέλος, όσο πιο νέος είναι ο Γάλλος, τόσο πιο πιθανό είναι να είναι μέρος της συνωμοσιολογίας. Και  όσο περισσότερο ψηφίζει τα άκρα, τόσο περισσότερο είναι επιρρεπής στην συνωμοσιολογία. Τους λιγότερους Συνωμοσιολόγους τους βρήκε η έρευνα σε αυτούς που ψήφισαν τον Emmanuel Macron κατά τον 1ο Γύρο.

Μερικά παραδείγματα συνωμοσιολογίας : ένας στους δύο Γάλλους θεωρεί ότι το γαλλικό Υπουργείο Υγείας συνεργάζεται με τη φαρμακευτική βιομηχανία για να κρύψει τη δημόσια πραγματικότητα της βλαπτικότητας των εμβολίων στον πληθυσμό, ένας στους τρεις πιστεύει ότι το AIDS επινοήθηκε στο εργαστήριο. Σύμφωνα με την έρευνα, σχεδόν ένας στους δέκα ερωτηθέντες (9%) συμφωνεί με τη θεωρία ότι «είναι πιθανό η Γη να είναι επίπεδη και όχι στρογγυλή όπως μας λένε στο σχολείο». Το 18% των Γάλλων – έως και 31% των Γάλλων ηλικίας 18-24 ετών – έχουν την άποψη ότι «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο και τη Γη πριν από 10.000 χρόνια» …! Λίγο πάνω από έναν στους πέντε αμφισβητεί την «επίσημη εκδοχή» της επίθεσης των τζιχαντιστών στην σατιρική εφημερίδα Charlie Hebdo. Ας θυμηθούμε την 7η Ιανουαρίου 2015, λίγο μετά την επίθεση των αδελφών Kouachi ενάντια στη σύνταξη της σατιρικής εβδομαδιαίας εφημερίδας. Το φαινόμενο δεν ήταν κάτι νέο: γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό, ότι όσο οι συνέπειες ενός γεγονότος είναι συγκλονιστικές, τόσο περισσότερο ο πληθυσμός προσπαθεί αυθόρμητα να του αποδώσει εξαιρετικές αιτίες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν να μείνουν έξω από την συνωμοσιολογία. Έχουν  αναπτύξει ένα ισχυρό όπλο ικανό να προκαλέσει κυκλώνες και σεισμούς οπουδήποτε στον κόσμο. Η Al-Qaeda και η Daech στην πραγματικότητα χειραγωγούνται από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες. Υπάρχει ένα κρυφό σχέδιο που ονομάζεται «Νέα Παγκόσμια Τάξη» που συνίσταται στην εφαρμογή μιας παγκόσμιας δικτατορίας. Η NASA κατασκεύασε ψευδείς εικόνες της προσγείωσης της αποστολής Απόλλων στο φεγγάρι. Κάποιοι Αμερικανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι ενημερώθηκαν για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου πριν συμβούν.

«Ψεκασμένους» δεν έχουμε μόνο στην Ελλάδα, χάριν  των Ανεξάρτητων Ελλήνων (ΑΝΕΛ).  Το 20% των ερωτηθέντων Γάλλων της έρευνας υιοθετεί τη «θεωρία chemtrail», σύμφωνα με την οποία οι λευκές ράβδοι καυσαερίων που δημιουργούνται από τη διέλευση των αεροπλάνων στον ουρανό αποτελούνται από χημικά προϊόντα για να ψεκάσουν τα άτομα με στόχο τη  χειραγώγησή τους.

Η μελέτη δείχνει ιδιαίτερα υψηλό βαθμό δυσπιστίας στον Τύπο: μόνο το 25% των Γάλλων πιστεύει ότι «τα μέσα ενημέρωσης αποδίδουν σωστά τις πληροφορίες και είναι σε θέση να αναγνωρίσουν το λάθος τους, όταν το έχουν κάνει». Και ένας στους δέκα θεωρεί ότι «ο ρόλος των δημοσιογράφων είναι ουσιαστικά να αναμεταδίδει την ψεύτικη προπαγάνδα για τη διαιώνιση του «συστήματος». Ότι αποτελούν μια «πολιτικο-μεντιατική κάστα», όπως ακούγεται συχνά από το στόμα ορισμένων πολιτικών. Η μελέτη του Ιδρύματος Jean-Jaurès και της Conspiracy Watch επισημαίνει ότι οι δύο υποψήφιοι για τις τελευταίες προεδρικές εκλογές «που έλαβαν τις  περισσότερες ψήφους «σκληρής συνωμοσιολογίας» (σύμφωνα με τη διατύπωση του Rudy Reichstadt) ήταν ο Jean-Luc Mélenchon και η Marine Le Pen». «Αυτό επιβεβαιώνει ένα εύρημα που έχει ήδη επισημανθεί και σε άλλες έρευνες», λέει. «Οι υποστηρικτές της ακροδεξιάς και της ακροαριστεράς είναι περισσότερο διατεθειμένοι από τους άλλους να υιοθετήσουν τη θεωρία της συνωμοσίας».

Η συνωμοσιολογία λοιπόν καλά κρατεί για να εκτρέφει του Γάλλους Λαοπλάνους.

 Ο Άλκης Καλλιαντζίδης είναι οικονομολόγος.

 

Turkey Attempts to Block Russian-led Push in Western Syria

0

By Jennifer Cafarella and Elizabeth Teoman with Matti Suomenaro

Key Takeaway: Turkey is using a combination of military and diplomatic pressure to compel Russia and Iran to halt further offensive operations against Syria’s al Qaeda-dominated Idlib Province. An Assad-Iranian-Russian conquest of Idlib is not in America’s national security interest. The US should help Turkey block these operations but must do so without accepting Turkey’s willingness to work with al Qaeda and without submitting to Russia’s sham diplomatic track to negotiate an end to the Syrian war. The US must instead retain freedom of action and avoid the temptation to outsource American national security requirements to regional actors already at war in Syria. 
Russia, Iran, and Syrian President Bashar al Assad’s regime launched a joint operation in northwestern Syria against the al Qaeda stronghold in Idlib Province in November 2017. Their operational objective is to seize the Abu ad Duhor airbase southwest of Aleppo City. Russian airstrikes shifted to front lines in Hama and Idlib Provinces in November 2017 to set conditions for a ground operation. Pro-regime forces including Iranian proxy militias have reportedly seized the base as of January 10, 2018, although conflicting reports indicate clashes are ongoing.
The pro-regime offensive violates the “de-escalation” zone in Idlib Province. Russia, Iran, and Turkey agreed to deploy monitoring forces to enforce the de-escalation zone in September 2017. Russian military police deployed to front lines on the southern outskirts of Idlib Province on September 13th. The deployment blocks further al Qaeda-led attacks against the regime’s stronghold in Hama. Turkish troops deployedon the northern outskirts of Idlib Province along the front line between the Syrian Kurdish People’s Protection Units (YPG) and al Qaeda-led opposition groups in mid-October 2017. Turkey’s deployment opens a second front line against a pocket of YPG control northwest of Aleppo City. The pro-regime push to seize the Abu ad Duhor airbase strengthens the pro-regime front line in eastern Idlib by extending it to a more defensible perimeter. It also sets conditions for a possible subsequent offensive deeper into Idlib.
Turkey is using a combination of military and diplomatic pressure to compel Russia and Iran to stop their offensive at the airbase. An unidentified group conducted three attacks against Russia’s Hmeimim airbase on the Syrian coast on December 27th & 31st, 2017 and January 6th, 2018. The first two attacks included rockets and mortars likely fired from al Qaeda-held areas on the outskirts of Latakia Province. The third attack was a complex drone swarm attack. Al Qaeda likely conducted the attacks as retaliation against the pro-regime operation in Idlib, but has not claimed credit. It is possible that Turkey indirectly or covertly supported these attacks. Russia demanded that Turkish intelligence increase its control over anti-Assad groups in northwestern Syria on January 10th, 2018, indicating that Russia intends to hold Turkey accountable for future attacks. The military threat to Hmeimim undermines Russian President Vladimir Putin’s narrative of victory and military strength in Syria. Continued attacks could also increase the cost of Russian operations in Syria. Groups fighting with al Qaeda in Idlib have also used advanced weapons systems including reports of MANPADs and other guided missile systems against advancing pro-regime forces, possibly indicating Turkey is equipping these groups to defend against the offensive.
Turkey’s President Recep Tayyip Erdogan is also applying diplomatic pressure. The Turkish Foreign Ministry told Russian Ambassador Alexei Yerkhov on January 8th to cease “violations” of the de-escalation zone ahead of the upcoming Syrian war diplomatic talks in Sochi, Russia on January 29. Turkish Foreign Minister Mevlut Cavusoglu later called on Russia and Iran to “realize their duties” as guarantors of the de-escalation zone in Idlib on January 10th. Erdogan is leveraging European and American fears over a renewed migrant flow out of Idlib to rally support to pressure Russia and Iran to halt their offensive. The pro-regime operation has reportedly already displaced up to 100,000 Syrians. Cavusoglu stated that Turkey raised this issue with the US, France, Germany, and the UK in addition to Russia and Iran on January 10th.
Turkey is likely conditioning its support to the Russian-backed diplomatic process on a cessation of the Idlib operation. Cavusoglu stated on January 10th that Turkey supports democratic elections in Syria that maintain Syria’s territorial integrity and that “We seek to integrate” the tripartite Russian-Iranian-Turkish Astana negotiations with the Russian effort to broker a deal between Syrian parties in Sochi on January 29th. Cavosoglu’s statement puts Turkish support for Russia’s Sochi talks on the table as part of a negotiation over Idlib Province. Erdogan had previously signaled Turkish opposition to Russia’s diplomatic play on December 27, 2017. Erdogan called Assad a “terrorist” and stated it is “absolutely impossible” to move ahead in the Syrian diplomatic track with Assad in power.
Turkey is applying constraints on the diplomatic track in order to mitigate risks to its own interests in Syria, meanwhile. Turkey retains veto power at the negotiating table through its influence over Syrian opposition groups. Turkey claimed to receive guarantees in December 2017 that US-backed Syrian Kurds would not attend upcoming talks in Sochi, although Russia claims the attendee list is still under negotiation. Turkey also summoned the American chargé d’affaires in Turkey to protest US support for the YPG on January 10th. The meeting likely indicates Turkey seeks to pressure the US to block the YPG’s participation in the political process.
It is unclear whether pro-regime forces will halt at the Abu ad Duhor airbase. The military threat to Russia’s airbase on the Syrian coast could deter further operations in the near term. Putin likely intends to keep his losses in Syria low ahead of Russia’s presidential election in March 2018 in order to avoid undue risk to his domestic support. Erdogan can also spoil Putin’s effort to grandstand as a mediator in Syria by rejecting the upcoming Sochi talks. A halt to Russia’s air support in Idlib would prevent further large scale pro-regime operations in Idlib, which depend on Russia’s air campaign to advance. Pro-regime forces will likely take an operational pause in Idlib, at minimum, after they secure the Abu ad Duhor airbase.
A pro-regime campaign to seize Idlib Province is not in America’s interest. The extension of Assad’s control produces a corollary extension of Iran’s military footprint and leverage in Syria. This outcome directly contradicts the Trump administration’s stated Iran policy. Assad and his external backers remain the primary drivers of radicalization in Syria, moreover. Their operations drive support for al Qaeda and will likely trigger a widening escalation of the war in Western Syria. Al Qaeda retains significant combat power in Idlib and will launch a counter-offensive.
Neither Turkey nor Russia can deliver an outcome in Syria that supports US interests. The US should help Turkey block pro-regime operations that will cause further humanitarian catastrophe. The US must refrain from accepting either Russia’s diplomatic play or Turkey’s relationship with al Qaeda, however. The US must instead retain freedom of action and avoid the temptation to outsource American national security requirements to regional actors already at war in Syria.

“Historic step”: Greece limits power of Sharia law

0

“Greece’s Muslim minority will be able to resolve family disputes before Greek courts rather than under Islamic sharia law after the parliament on Tuesday changed a century-old legacy.”

That is a great step forward for the principle of the equality of rights of all people in Greece.

“‘Historic step’: Greek PM hails change to limit power of sharia law,” Agence France-Presse, January 9, 2018:

Greece’s Muslim minority will be able to resolve family disputes before Greek courts rather than under Islamic sharia law after the parliament on Tuesday changed a century-old legacy.

The prime minister, Alexis Tsipras, immediately called the vote an “historic step” as it “extended equality before the law to all Greeks”.

The legislation will allow Muslim litigants to go before a Greek court for divorce, child custody and inheritance matters, rather than appealing to Islamic jurists known as muftis – a system that rights groups say frequently discriminates against women.

The issue has its origins in the period after the first world war, and treaties between Greece and Turkey that followed the collapse of the Ottoman empire.

The 1920 treaty of Sevres and the 1923 treaty of Lausanne stipulated that Islamic customs and Islamic religious law would apply to thousands of Muslims who suddenly became Greek citizens.

Greece’s roughly 110,000-strong Muslim minority mainly lives in Thrace, a poor, rural region in the north-east bordering Turkey.

The parliament’s move comes as the European Court of Human Rights is expected to rule this year on a complaint brought against Greece by a 67-year-old widow, Hatijah Molla Salli, who is locked in an inheritance dispute with her late husband’s sisters.

When Salli appealed to Greek secular justice, she initially won her case. But the Greek supreme court in 2013 ruled that only a mufti had the power to resolve Muslim inheritance rights….

At the time, Tsipras said: “As a European Union nation, this does not bestow honour upon us.”…

Athens admits that the Islam preached by the Thrace muftis is generally more moderate than the teachings of more hardline imams elsewhere in Europe.

At least Athens hopes that is true.

https://www.jihadwatch.org/2018/01/historic-step-greece-limits-power-of-sharia-law

Τα σημαντικότερα γεγονότα στην 27χρονη πορεία της Βορειοηπειρωτικής οργάνωσης ΟΜΟΝΟΙΑ

0

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018, 10:04

Στις11 Ιανουάριου 1991, στο Κεφαλοχώρι της Δρόπολης την Δερβιτσιάνη, μια ομάδα πρωτοβουλίας με τους: Αναστάση Ντούρο, Βασίλη Ζούλα, Γιάννη Γιάννη, Γιώργο Μπούκα, Δημήτρη Ζούλα, Δημήτρη Κίκη, Θανάση Μάλλιο, Θεόδωρο Βεζιάνη, Μιχάλη Λίτσιο, Παναγιώτη Μπάρκα, Τηλέμαχο Κονίνη και Χριστάκη Τόλη από το Αργυρόκαστρο, τους: Βαγγέλη Ζαφειράτη, Βαγγέλη Παπαχρήστο, Βασίλη Βασιλείου, Βασίλη Ζαφειράτη, Ζήσο Λούτση, Κώστα Νάτσιο, Λάμπη θανάση, Νίκο Μπαλκώνη, Πέτρο Μπερέτη, Νίκο Κατσαλίδα, Δημήτρη Τζιαφέρη, Αχιλλέα Παπουτσή και Ανδρέα Ζαρμπαλά, από τους Αγίους Σαράντα, ίδρυσαν τη δική μας οργάνωση, την ΟΜΟΝΟΙΑ, κάνοντας πραγματικότητα έναν πόθο συγκεντρωμένο μέσα στις καρδιές όλων των Ελλήνων, όλων εκείνων που θυσιάστηκαν, που φυλακίστηκαν κι εξορίστηκαν, που εκτελέστηκαν και χάθηκαν χωρίς ίχνος, χωρίς τάφο, χωρίς όνομα.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1991, κατατέθηκε η αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με 133 υπογραφές οι περισσότερες από πτυχιούχους πανεπιστημίου, ανάμεσά των και 26 φοιτητών.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1991, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Αλβανίας παραδίδει την απόφαση της ίδρυσης, ο αντίλαλος της οποίας ξαπλώθηκε σαν το Πασχαλιάτικο άρωμα στον βορειοηπειρωτικό χώρο, σαν κεραυνός στους εθνικιστικούς κύκλους.

Στην πρώτη έκκληση της Ομόνοιας, 22 Φεβρουαρίου 1991, αναφέρεται:

«Η ΟΜΟΝΟΙΑ ιδρύεται να εκπληρώσει ένα ιερό ιδανικό, να δυναμώσει το εθνικό και δημοκρατικό φρόνημα, να υπερασπίσει με δημοκρατικά μέσα την εθνική ταυτότητα και τα δικαιώματα των Ελλήνων της Μειονότητας, όπου κι αν βρίσκονται, τα οποία προβλέπονται στο νέο αλβανικό Σύνταγμα και στα βασικά διεθνή ντοκουμέντα για τις εθνικές μειονότητες…»

Στις 24 Φεβρουαρίου 1991, με την παρουσία αντιπροσώπων σχεδόν απ’ όλα τα χωριά της Δρόπολης, στη Δερβιτσιάνη έγινε ο μεγαλύτερος πανηγυρισμός. Ο Θοδωρής Βεζιάνης εκλέγεται ο πρώτος πρόεδρος για το Παράρτημα του Αργυροκάστρου.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1991, στο πρώτο επίσημο ανακοινωθέν αναφέρεται:

«Να είμαστε πραγματικά ένα γνήσιο ελληνικό κομμάτι στον τόπο των προγόνων μας, με πλήρη επικοινωνία με το έθνος μας, κρίκος φιλίας μεταξύ του Ελληνικού και Αλβανικού λαού στα πλαίσια της διαβαλκανικής και Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Να είμαστε ελεύθερη στην έκφραση και ανάπτυξη της ταυτότητα μας, της θρησκείας μας, της γλώσσας μας. Ελεύθεροι να χαιρόμαστε τα δικαιώματα μας, να ανεβάσουμε την ευημερία μας, ώστε η λέξη αυτή να πάρει την πραγματική της σημασία και όχι απλά να την προφέρουμε».

Τον Ιούνιο 1991, στους Γεωργουτσάτες πραγματοποιείται το πρώτο ειρηνικό συλλαλητήριο. Τα μεγάφωνα αχούσαν ελληνικά, πράγμα πρωτοφανές και θαρραλέο.

Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές, 1991, η Ε. Ε. Μ. αναδείχνει πέντε βουλευτές, τους: Ανδρέα Ζαρμπαλά, Θωμά Μήτσιο, Παναγιώτη Μπάρκα, Γιάννη Γιάννη και Γιάννη Γκιζέλη όπου θα σηκώσουν τη φωνή τους στο Αλβανικό Κοινοβούλιο άφοβα, με σθένος, με κύρος.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1992 διεξάγεται η Πρώτη τακτική Συνδιάσκεψη της Ομόνοιας η οποία έκλεξε το 45μελές Γενικό Συμβούλιο και Γ. Πρόεδρο τον Σωτήρη Κυριαζάτη.

Τον Ιανουάριο 1992 ψηφίζεται ο εκλογικός νόμος ο οποίος δεν επιτρέπει την Ομόνοια ως εκλογικό υποκείμενο στις δεύτερες πλουραλιστικές εκλογές, αφαιρώντας έτσι το δικαίωμα της ΕΕΜ ν’ αντιπροσωπευτεί στην αλβανική βουλή.

Στις 24 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενέκρινε το κόμμα ΕΑΔ που στήριξαν η Ομόνοια, ο ελληνικός πληθυσμός σε όλη την Αλβανία και οι Βλάχοι και αναδείξαμε 2 βουλευτές. Ενώ στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης της ίδιας χρονιάς 3 νομάρχες, δύο δημάρχους, εννιά επάρχους και πάρα πολλούς νομαρχιακούς, δημοτικούς και επαρχιακούς συμβούλους.

Αποκορύφωμα το Ψήφισμα του 1993, με 12 αιτήματα για το οποίο έγιναν συναντήσεις με όλα τα αλβανικά κόμματα, την αλβανική ηγεσία και στάλθηκε σε όλους τους φορείς.

Η Ομόνοια δεν έπαψε να αγωνίζεται για την εκπλήρωση των στόχων του προγράμματός της. Μπορεί αυτός ο αγώνας να ήταν πότε πιο έντονος, πότε πιο ήπιος, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε, διότι ΟΜΟΝΟΙΑ ίσων αγώνας για τα εθνικά μας δίκαια.

Ας θυμηθούμε:

-Τα τεράστια συλλαλητήρια της 13ης Οκτωβρίου 1991 και της 23ης Φεβρουαρίου 1992 στους Αγίους Σαράντα και της 10ηςΑυγούστου 1992 στο Αργυρόκαστρο, για το άνοιγμα ελληνικών σχολείων στις πόλεις των Αγίων Σαράντα, Δελβίνου και Αργυροκάστρου και στα χωριά με μεικτό πληθυσμό: Εξαμίλια, Μετόχι, Μπίστρισσα και ΜΤΣ. Την αποχή μαθητών και δασκάλων από τα μαθήματα, σε όλα τα σχολεία της Ελληνικής Κοινότητάς μας, τα «άνομα» σχολεία που λειτουργούσαν στα γραφεία της Ομόνοιας των τριών νομών από εθελοντές δασκάλους, την βία των αστυνομικών κατά αυτών και τα προστύμματα στους γονείς, οι οποίοι τ’ αντιμετώπιζαν με το κεφάλι ψηλά.

-Το μέγιστο συλλαλητήριο του 1993 ως διαμαρτυρία για την απέλαση του Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Μαϊδώνη, που ήταν φυσικά κι ένα χτύπημα κατά της Ορθοδοξίας.

Τα υπομνήματα και οι διαμαρτυρίες ανάγκασαν το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον ΟΑΣΕ να επισκεφτεί το χώρο μας. Στις 23 Ιουλίου 1993 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκδωσε το Ψήφισμα για Πολιτιστική και Θρησκευτική Αυτονομία της Ελληνόφωνης Μειονότητας στην Αλβανία.

Στις 27 Αυγούστου 1993 οι Χιμαριώτες στέλνουν στον Ύπατο Αρμοστή του ΟΑΣΕ, κ. Βαν Ντε Στουλ, μια μακρά επιστολή με τα αιτήματά τους, όπου προείχε το αίτημα της εθνικότητας.

Όλα αυτά έφεραν σαν αποτέλεσμα ώστε η ΟΜΟΝΟΙΑ να ’χε τους υποστηριχτές της, να ’χε, όμως, και τους αντίμαχούς της. Με καχυποψία είδαν την ίδρυση και την αναβάθμιση της οι εθνικιστικοί κύκλοι οι οποίοι άρχισαν έναν οργανωμένο και μεθοδευμένο αγώνα εναντίον της μέχρι που να την διαλύσουν. Προετοίμαζαν το έδαφος, διαμόρφωναν το περιβάλλον ώστε την Ομόνοια να την στραγγαλίσουν, να την αποστομώσουν, να την διαλύσουν.

Καταστρέφουν τα γραφεία της Ομόνοιας στους Αγίους Σαράντα και Αργυρόκαστρο, καίνε τα καταστήματα των Ελλήνων εμπόρων, για να δοθεί το μεγάλο χτύπημα, η μεγάλη βολή τον Απρίλιο Ι994. Μια βολή που είχε στο στόχαστρο την ΟΜΟΝΟΙΑ, την Ε. Ε. Μ., την ίδια την Ελλάδα. Μια βολή που σήκωσε μέσα στη νύχτα απ’ το φαγητό και το κρεβάτι δεκάδες Έλληνες της Αλβανίας και τους οδήγησε στα κρατητήρια. Που έβαλε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δίκασε 5 ηγέτες της ΟΜΟΝΟΙΑΣ με την κατηγορία, όπως τόνισε ο αείμνηστος Θοδωρής Βεζιάνης την ημέρα της δίκης: «Σήμερα εμείς βρισκόμαστε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δικαζόμαστε όχι γιατί διαπράξαμε κάποιο έγκλημα, αλλά απλώς επειδή είμαστε Έλληνες».

Το 1997 η ΟΜΟΝΟΙΑ και ο Ελληνισμός ξαναδοκιμάστηκαν πάλι σκληρά, από την έξαλλη εξέγερση του Νότου. Όμως και σ’ αυτή τη στιγμή η ΟΜΟΝΟΙΑ έδειξε πολιτική ωριμότητα παίρνοντας από τις πρώτες ώρες υπεύθυνη και ξεκάθαρη θέση για την αποφυγή της κρίσης. Προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες μιας τέτοιας πρωτοφανούς αναρχίας, ν’ ανοίξει και δρόμο αναβαθμισμένης πολιτικής συμμετοχής.

Χάρη σ’ αυτές και σε κάθε τέτοιες απαντήσεις η ΟΜΟΝΟΙΑ, ο Ελληνισμός βγήκαν ξανά δυνατοί. Και βγήκαν δυνατοί γιατί η Ομόνοια ανέβασε το κύρος και την υπόληψή της διαμέσου της πολιτισμένης εμφάνισης και των δημοκρατικών μορφών απαιτήσεις των δικαιωμάτων και προστασίας των συμφερόντων της όχι μόνον στο αλβανικό αλλά και στα ευρωπαϊκά πλαίσια.

Το Γενικό Συμβούλιο το 1993 ζητά από την ελληνική κυβέρνηση ελεύθερη επικοινωνία, πράγμα που κατορθώθηκε.

Σε υπόμνημα του Γενικού Συμβουλίου στις 27Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς ζητά από την αλβανική κυβέρνηση:

*Την κατάργηση των «μειονοτικών ζωνών» και την ελεύθερη δήλωση της εθνικότητας.

*Την ίδρυση μειονοτικών σχολείων οπουδήποτε διαμένει ικανός αριθμός Ελλήνων και όχι σε αυθαίρετα προσδιορισμένες «μειονοτικές ζώνες».

*Την εκπαίδευση για τη μειονότητα σε όλες τις βαθμίδες και εκσυγχρονισμό της διδακτέας ύλης.

*Την ελεύθερη άσκηση της θρησκευτικής λατρείας και επιστροφή της περιουσίας των εκκλησιών της Ελληνικής Μειονότητας.

*Την αποκατάσταση των απολυθέντων και την πρόσληψη μελών της Ελληνικής Μειονότητας σ’ όλους τους τομείς και σ’ όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης ως και της νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.

*Να δοθεί το δικαίωμα μετάδοσης ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών στη μητρική γλώσσα.

*Την καλλιέργεια κλίματος σεβασμού και ασφάλειας της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία, στα πλαίσια ισονομίας και ισοπολιτείας με τους λοιπούς Αλβανούς πολίτες, ώστε να διαδραματίσει τον εποικοδομητικό ρόλο που επιθυμεί στην αλβανική κοινωνία προς όφελος της ανάπτυξης του συνόλου του πληθυσμού στην Αλβανία.

Το 1998, αντικρίζοντας την νέα τάξη πραγμάτων στα Βαλκάνια, αναβαθμίζει τις απαιτήσεις της τονίζοντας: « Για κάθε αλλαγή του ΣΤΑΤΟΥΣ ΚWΟ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ, να ισχύει και για την δική μας Ε. Ε. Μειονότητα».

Το Μάρτιο του 1999 το Γενικό Συμβούλιο αναφέρει πως η Ε. Ε. Μειονότητα στην Αλβανία μέσω του πολιτικού της φορέα, της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, επιμένει ότι δεν είναι διατεθειμένη, ούτε να λησμονήσει την ιστορία της και τα ιστορικά κεκτημένα από τους διεθνείς οργανισμούς, ούτε να κάνει παραχωρήσεις, αλλά, σεβόμενη τις διεθνείς συμβάσεις και οργανισμούς, όπως και τους θεσμούς του κράτους στο οποίο ανήκει, θα αγωνίζεται για την επικύρωση και έμπρακτη εφαρμογή των δικαιωμάτων, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εθνικών δικαίων. Θεωρούμε, συνεχίζει η δήλωση, ότι η καλύτερη λύση των εθνικών προβλημάτων είναι εκείνη που συνεπάγεται της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών με ειρηνικά και δημοκρατικά μέσα.

Το 2000, βάσει των διαμαρτυριών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, γίνεται θρύψαλα η μάσκα της αλβανικής νοθείας και βίας, τοποθετείται στο τραπέζι των Ευρωβουλευτών ο φάκελος Χιμάρα. Καταπέλτης η Έκθεση των Διεθνών παρατηρητών, για πρώτη φορά το ΣΤΕΙΤ ΝΤΙΠΑΡΤΕΡ αναφέρεται στην έκθεσή του για την καταπάτηση των δικαιωμάτων της Ε Ε Μ. Το Συμβούλιο της Ευρώπης επισημάνει: «Στη Χιμάρα που ζει ελληνόφωνη Μειονότητα, το τέλος της καμπάνιας σημαδεύτηκε από εθνικιστικές ρητορικές, έλαβαν χώρο σοβαρές παρατυπίες».

«Παρότι δεν υπάρχουν πρόσφατες επίσημες στατιστικές σχετικά με το μέγεθος των διαφόρων εθνικών κοινοτήτων η Ελληνική κοινότητα είναι αρτιότερα οργανωμένη και απολαμβάνει τη μεγαλύτερη προσοχή και στήριξη από το εξωτερικό…», τονίζεται στην ετήσια Έκθεση Αμερικανικού ΥΠΕΞ, για τις εθνικές και φυλετικές μειονότητες.

Και οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται μέχρι μία από τις τελευταίες επιστολές διαμαρτυρίας στην αλβανική ηγεσία από τον πρόεδρο Λεωνίδα Παππά τον Ιανουάριο 2014: «Η Εθνική Ελληνική Μειονότητα, αποτελεί πρότυπο νομοταγών πολιτών της χώρας και απαιτεί από το κράτος τον ανάλογο σεβασμό σε θεμελιώδη συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Διαμαρτυρόμαστε για την στοχευόμενη και μεθοδευμένη καταστρατήγηση και παραβίαση των διατάξεων του νόμου – Σύμβασης Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, για την αλλοίωση του μειονοτικού πληθυσμού, που λαμβάνει χώρα το τελευταίο χρονικό διάστημα στο χώρο της ΕΕΜ». Και ο αγώνας συνεχίζεται.

Η Εθνική Ελληνική Μειονότητα, μέσω του πολιτικού της φορέα, την ΟΜΟΝΟΙΑ, θα επιμένει ότι δεν είναι διατεθειμένη, ούτε να λησμονήσει την ιστορία της και τα ιστορικά κεκτημένα από τους Διεθνείς Οργανισμούς, ούτε να κάνει παραχωρήσεις, αλλά σεβόμενη τις διεθνείς συμβάσεις και οργανισμούς, όπως και τους θεσμούς του κράτους στο οποίο ανήκει, θα αγωνίζεται για την επικύρωση και έμπρακτη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εθνικών δικαίων.

Πάγιο αίτημα της Ομόνοιας ήταν και πρέπει να είναι: Ν’ αναβαθμίσουμε αυτόν τον τόπο και να ξαναεπιστρέψουν οι δικοί μας άνθρωποι. Αυτό το απαιτεί ο καιρός, το απαιτεί ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός, το απαιτεί το εθνικό μας χρέος. Κι αυτό θα γίνει με μια νέα, ενιαία, ανατατική Ομόνοια.

Και θα κλείσω με την παρακαταθήκη του Μακαριστού Σεβαστιανού σε μια συνέντευξή του στην «Φωνή της Ομόνοιας»:«Η οργάνωση ΟΜΟΝΟΙΑ, αποτελεί τον μοναδικό φορέα έκφρασης του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Και σύστασή μου είναι να μείνετε ενωμένοι, όλοι σφιχτά με την ΟΜΟΝΟΙΑ. Την ΟΜΟΝΟΙΑ και τα μάτια σας».

του Βαγγέλη Παπαχρήστου
sfeva.gr
Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ’ την Βόρειο Ήπειρο

The World According to H.R. McMaster

0

Why is he so worried about North Korea?

Yuri Gripas / Reuters / The Atlantic
Why is H.R. McMaster so alarmed by North Korea? Why does Donald Trump’s national-security adviser insist—more vigorously than any administration official except the president himself—that Kim Jong Un must be denied the capability to place a nuclear warhead on a missile that can reach the United States, even if this requires initiating a military conflict with the North that could devolve into a cataclysmic war?

While Secretary of State Rex Tillerson and Secretary of Defense James Mattis are focused on diplomatic efforts to curb North Korea’s nuclear program, McMaster “is arguing more vocally, publicly and privately, that military options need to be considered,” The Wall Street Journal noted on Tuesday. The Trump administration, it reported, is debating whether to give Kim a “bloody nose” by conducting limited strikes against North Korean targets in retaliation for further nuclear or missile tests.

A legendary tank commander during the Gulf War and one of the on-the-ground architects of U.S. counterinsurgency strategy in the second Iraq War, McMaster burnished a reputation as one of the Army’s leading thinkers about the future of war. He wrote a dissertation on the mistakes of military and political leaders during the Vietnam War and frequently warns that today’s world resembles the world on the precipice of World War I. And, to one former collaborator, something seems very off about McMaster’s talk of potential war with North Korea. “I find it absolutely inexplicable—not in keeping with the man I know, with his writing, with his thinking, with the sense of responsibility he feels for preserving peace and security and innocent life,” said John Nagl, a retired lieutenant colonel who worked with McMaster on the U.S. Army’s Counterinsurgency Field Manual during the Iraq War.

As McMaster tells it, traditional deterrence (if you strike us, we’ll strike you), which helped dissuade the Soviet Union from firing nuclear weapons at the United States during the Cold War, may not work with a government as brutal as Kim Jong Un’s. If the world’s most despicable regime isn’t prevented from acquiring the world’s most destructive arms, what’s keeping other nations from racing to build their own nuclear arsenals? North Korea, which has exported missiles and nuclear-related materials to countries such as Iran and Syria, could sell nuclear weapons to America’s enemies, he warns. And a nuclear North Korea could blackmail U.S. leaders by, for example, threatening to incinerate Los Angeles unless America withdraws support for its ally South Korea, exposing the South to invasion by the North.

In brief, North Korea’s development of a long-range nuclear capability “would be the most destabilizing development … in the post-World War II period,” McMaster says. (Bill Rapp, a Harvard lecturer and retired major general who studied and worked alongside McMaster for more than three decades at West Point and in Iraq and Afghanistan, told me that McMaster views his role in the administration as overseeing a “disciplined process” for presidential decision-making, not as being an “independent voice for policy.” McMaster’s office did not respond to interview requests for this article.)

According to Nagl and many other international-affairs scholars, however, the principles of deterrence can work just as well against a nuclear-armed North Korea as they have against the far more formidable nuclear powers of Russia and China. “The only thing I can imagine is that somehow [the Trump administration has] a different picture of Kim Jong Un’s regime, of the pressures it’s under, of its desire to go out with a bang,” Nagl told me. “But I can see no evidence to support that. … I see North Korea pursuing a defensive mechanism to preserve [its] regime.”

So why does McMaster seem to feel differently? There are clues in two texts he’s referenced repeatedly—The Unquiet Frontier, a 2016 book by the scholars Jakub Grygiel and Wess Mitchell, and “The Rhyme of History,” a 2013 essay by the historian Margaret MacMillan. Both paint a dire picture of the world—and America’s role in it.

* * *

The Unquiet Frontier, which McMaster reviewed favorably and whose authors now serve in Trump’s State Department, asserts that U.S. rivals are “probing” for weakness at the edges of American power. “The Rhyme of History” argues that today’s technological and geopolitical upheaval resembles that which preceded World War I. What binds them together is a world-historical assessment that the post-World War II international system is in flux, that immutable realities of geography and great-power competition are reasserting themselves after an exceptional era of harmony in the 1990s, and that the United States would be wise to leap into the breach to defend its interests and allies against states bent on challenging the status quo. As McMaster noted in a recent speech in Washington, D.C., “Geopolitics are back … with a vengeance, after this holiday from history we took in the so-called post-Cold War period.”

In this reckoning of what the 21st century has in store, deterrence is less straightforward than it once was, which helps clarify McMaster’s concerns about protecting Americans from a nuclear-armed North Korea. U.S. allies and adversaries around the world are watching to see whether the United States passes or fails the test of wills on the Korean peninsula, which helps account for McMaster’s worries about sparking a nuclear-arms race and losing America’s alliance with South Korea and foothold in East Asia. And the very international system that the United States remade in its image 70 years ago is under severe strain, which helps explain why McMaster has set the stakes for the North Korean nuclear crisis so high.

“It’s almost impossible to overstate the threat from a nuclear-armed North Korea,” McMaster declared at the Virginia Military Institute just days before Trump won the White House, well before he had reason to believe he would be serving as national-security adviser to a president pledging to meet the North Korean threat with “fire and fury” if necessary.

Grygiel and Mitchell describe a world in which rivals are testing U.S. commitments in historical “hingepoints” from Central Europe to East Asia—from Russia’s invasion of Ukraine to China’s island-building in the South China Sea. Grygiel and Mitchell don’t focus on North Korea. But in a 2011 article for The American Interest, as an example of what these often-subtle trials look like, they cited China’s resistance to cracking down on its North Korean ally: “a kind of ‘probing by proxy’ not unlike Russia’s use of its Balkan allies to probe the balance of power in the region in the first decade of the 20th century,” prior to World War I.

The United States doesn’t need to respond aggressively to every probe, Grygiel and Mitchell argue, but it must “drive up the costs of revisionism” where its interests and values are most threatened. They call for reassuring “frontline” allies with U.S. weapons and an enhanced U.S. military presence. Grygiel and Mitchell refer to this as deterrence “by denial” (making it more difficult for the revisionist to achieve its military objectives in the potential conflict zone), which they distinguish from traditional deterrence “by punishment” (threatening to retaliate against the revisionist if it attacks the United States or U.S. allies). The latter approach, according to Grygiel and Mitchell, has been degraded as America’s commitment to its allies has come under question and as revisionist states have come to favor limited, ambiguous acts of aggression that don’t rise to the level of an outright attack and trigger punishment. Today’s revisionist powers are “salami-slicers” when it comes to U.S. deterrence, they write, and the United States must inflict “visible” and “proportionate” pain on the aggressor when the salami gets sliced.

The consequences of failing to sufficiently counter these probes are spelled out in stark terms. “Not since the 1930s has the world witnessed the emergence of multiple large, predatory states determined to revise the global order to their advantage—if necessary by force,” Grygiel and Mitchell write. “At a minimum, the United States in coming years could face the pressure of managing several deteriorating regional security spirals; at a maximum, it could be confronted with a Great Power war against one, and possibly two or even three, nuclear-armed peer competitors.”

MacMillan focuses on a different period, the lead-up to World War I, to illustrate a similar point about the dangers of the present moment. Now, as then, the “guarantor of international stability”—Britain in the early 20th century, the U.S. in the early 21st—seems less willing and able to carry out its duties. Now, as then, hostilities between “lesser powers” threaten to draw their great-power patrons into direct conflict. Now, as then, people have misplaced faith in the notion that “large-scale, all-out war” is a thing of the past. Now, as then, arms buildups are mistaken as developments that will promote peace rather than the reverse. MacMillan wonders whether the deterrence that succeeded when the United States and Soviet Union had a near-monopoly on the world’s nuclear weapons can still function in a world in which nine countries possess nuclear arsenals, including North Korea.

“It’s more complicated perhaps than it was in 1914 because that was pretty much all about rivalry between powers whereas now we do have that, but we also have these very confusing wars with shifting sides,” MacMillan told me, likening modern conflicts in Afghanistan, Iraq, and Syria to the Thirty Years’ War. “We’ve got a combination of pre-1914 and 1618 to 1648.”

McMaster has often echoed these themes. In a speech previewing the Trump administration’s new National Security Strategy, he compared contemporary “threats to liberty and freedom” from terrorist groups, the “revisionist powers” of China and Russia, and the “rogue regimes” of Iran and North Korea to the threats that the United States and its allies previously faced from “fascism, imperialism, and communist totalitarianism.” Britain, he noted, was “the guarantor of European security in a way that is somewhat analogous to the United States’ role today in coping with revisionist powers on the Eurasian mainland who are challenging our influence at the far reaches of our power—along what Jakub Grygiel and Wess Mitchell have called ‘the unquiet frontier.’”

“I do believe, geopolitically, that this period of time is analogous to 1914,” McMaster observed in his 2016 address at the Virginia Military Institute, before urging the audience to read MacMillan and Grygiel and Mitchell. Traditional deterrence doesn’t work as well as it used to since China, Iran, North Korea, and Russia “often act below the threshold that would elicit a concerted response from [the United States] and our allies,” he added. “These hostile actors do not operate in isolation from one another. They watch and assess American actions and responses across the globe. They calibrate their actions.”

McMaster’s spirited defense of the U.S.-led international system seems at odds with Trump’s challenges to that system. A man who has credited the post-World War II order with averting great-power conflict for seven decades works just paces away in the West Wing from a boss who has reportedly concluded that the postwar order is “not working at all.” But each advocates the rugged pursuit of U.S. interests in a rough-and-tumble world—which, judging by their rhetoric on North Korea, apparently means seriously considering the use of force as a last resort.

* * *

What’s most striking about McMaster’s position on North Korea is that he has repeatedly dangled the possibility of preventive military action against the North despite his acute awareness of how unpredictable and potentially all-consuming such a conflict could be. Even if the United States initially carries out a limited “bloody nose” strike—designed not to eliminate the North Korean nuclear program, but to signal that the United States is serious about rolling back the program—the mission might spiral into an all-out war against the Kim regime that experts estimate could involve weapons of mass destruction and leave thousands, even millions, dead.

McMaster has argued in the past that no matter how much precise, high-tech weaponry and remote naval and air power a country has, there are certain conflicts where low-cost, lightning-fast victories are an illusion and where there is no substitute for land forces. “Hard fighting in complex terrain will be needed to prevail” in a conflict on the Korean peninsula, he wrote in a 2005 article for Joint Force Quarterly.

“In the aftermath of Desert Storm, before Iraq really went to hell, H.R. was one of the people … saying that the world cannot be solved with airstrikes,” said Nagl.  “You can achieve short-term temporal effects from a distance,” Rapp added. “But you may not achieve the long-term effects that you were hoping to achieve.”

McMaster has also characterized war as inherently human and uncertain—“interaction between opposing wills that, when combined with violence, chance, and emotion, make the future course of events impossible to predict,” as he put it at the Virginia Military Institute. “War is very contingent, it’s very non-linear, it takes weird turns that you weren’t expecting because you’re up against a thinking adversary,” Rapp explained.

The North Korean nuclear program presents the Trump administration with “a fearful dilemma,” MacMillan observed: “Can [the U.S. government] take the risk that this crazy little power will get the capacity to deliver nuclear weapons to the United States, which it seems to be close to getting? But on the other hand how does it stop it? A land war?”

“The trouble with North Korea is we’re dealing in the dark,” she continued. “At least in 1914 [the countries involved] knew something about each other. All the major belligerents had ambassadors in each other’s capitals before the war broke out.” The hazards lie in “the decisions people make assuming the other side is going to behave in a certain way. The Germans and the Austro-Hungarians kept on saying to themselves, ‘Russia will back down. It’s backed down before. They’re just bluffing.’ And this time the Russians weren’t bluffing.”

Which is why it’s puzzling that McMaster nevertheless appears willing to take that risk when it comes to Kim Jong Un. “A man who understands the dynamics that led to the First World War as well as H.R. does should be even more cautious about the idea of preventive war with the North Korean regime,” Nagl said. “Because you don’t know what’s going to happen when you put that kind of energy into the system. … We give North Korea a ‘bloody nose.’ They respond with a conventional artillery strike on [the South Korean capital of] Seoul. We go nuclear. China mobilizes [to prevent the Kim regime’s fall]. … There is every prospect of a ‘bloody nose’ for North Korea ending in global war between China and the United States.”

McMaster’s position would make more sense if the Trump administration’s bellicose rhetoric is a big bluff—an attempt to pressure China into isolating North Korea and the North into making concessions—which is certainly possible, Nagl noted. But he added that, in his experience, McMaster isn’t a bluffer: “What H.R. says you can take to the bank.”

https://www.theatlantic.com/international/archive/2018/01/hr-mcmaster-trump-north-korea/549341/

Το Μακεδονικό – Μύθος και πραγματικότητα  

5
«Ξαφνικά» μας προέκυψε και το θέμα της Μακεδονίας, επειδή η κυβέρνηση των Σκοπίων κατάλαβε πως δεν την συμφέρει να είναι έξω από το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι η νέα κυβέρνηση, που προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές προσπαθεί κάτι να κάνει. Δηλαδή, η κυβέρνηση του Ζάεφ φαίνεται πιο διαλλακτική και προκειμένου να λύσει κάποια σημαντικά προβλήματα, βάζει νερό στο κρασί της, για να άρει το «βέτο» της Ελλάδας.
Από την άλλη πλευρά στην Ελλάδα παρουσιάσθηκε ένα καινούριο θέμα αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης κι αντιπολίτευσης, καθώς κι οι Έλληνες της Μακεδονίας, ετοιμάζουν μεγάλα συλλαλητήρια, προκειμένου να μην χρησιμοποιηθεί από τους Σκοπιανούς το όνομα «Μακεδονία», καθόσον όσα ονόματα μπήκαν σε χρήση εμπεριέχουν αυτόν τον τίτλο. Τα ονόματα, που ακούγονται είναι «βόρειος Μακεδονία», «Νέα Μακεδονία», «Μακεδονία του Βαρδάρη», καθώς και κάποιες ονομασίες από την αρχαιότητα και την εποχή της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως «Colonia Flavia Aelia Scupi» .Και σε αυτό το σημείο υπάρχει αντιπαράθεση, γιατί οι μεν είναι αντίθετοι με τον γεωγραφικό προσδιορισμό και λένε ότι αυτός εμπεριέχει τον αλυτρωτισμό, ενώ οι δε, πως αυτός ο φόβος υπάρχει κύρια εκεί που αναφέρεται το «Νέα Μακεδονία».

Αλλά είναι παράδοση στους Έλληνες, σε κάθε σημαντικό εθνικό θέμα, να μαλλιοτραβιούνται. Τόχει η φάρα μας. Όμως προσωπικά θεωρώ πως οι δικοί μας πολιτικοί, μάλλον εθελοτυφλούν ακολουθώντας τα γούστα των Σκοπίων.

Ας δούμε λοιπόν όλο το θέμα διαχρονικά:

Η κάθοδος των Σλάβων

Κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ. έχουμε την κάθοδο ενός ρεύματος Σλαβικών φυλών από τα Ουράλια στα Βαλκάνια. Το ισχυρότερο ρεύμα είναι των Βουλγάρων, οι οποίοι εγκαθίστανται στις βόρειες περιοχές της βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου με συνεχείς επιθέσεις προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη και να δημιουργήσουν μεγάλο βασίλειο, το οποίο τελικά πετυχαίνουν. Αυτή η κατάσταση είναι λίαν ενοχλητική για τους Βυζαντινούς, ώστε δημιουργούνται συνεχείς πόλεμοι. Το 1014 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ εκστρατεύει εναντίον του βασιλιά Σαμουήλ και αποδεκατίζει τον στρατό του στην κυριολεξία. Τύφλωσε δε 30 χιλιάδες Βουλγάρους στρατιώτες, ώστε πέρασε στην ιστορία, ως «Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος». Όμως οι Βούλγαροι δεν εξαφανίζονται αλλά τραβιούνται προς βορρά και εγκαθίστανται γύρω από τον Δούναβη. Στο πέρασμα των αιώνων δημιουργούν ξανά με τον Ιβάν Άσσε Β΄ μεγάλο βασίλειο, το οποίο είναι κυρίαρχο της περιοχής.

Όμως γύρω στο 1400 – 450 όλα τα Βαλκάνια περνούν στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διαρκεί 500 περίπου χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα τα Βαλκάνια δεν έχουν εσωτερικά σύνορα, ώστε δημιουργούνται πολλές ελεύθερες μετακινήσεις των κατοίκων τους. Έτσι Έλληνες φτάνουν μέχρι τη σημερινή Ρουμανία (Ιάσιο) και Σλάβοι κατεβαίνουν προς τα νότια και εγκαθίστανται στην ελληνική Μακεδονία.

Η Ελλάδα του Μωρία, που είναι απομακρυσμένη περιοχή από την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατορθώνει να απελευθερωθεί το 1821. Αντίθετα οι Βούλγαροι επιτυγχάνουν αυτήν την απελευθέρωση, μόλις το 1878, με τη βοήθεια της τσαρικής Ρωσίας.

Από τη στιγμή όμως που οι Βούλγαροι απέκτησαν κράτος, αρχίζουν με χίλιους δυο τρόπους να προπαγανδίζουν την προσάρτηση της Μακεδονίας, που μέχρι το 1912 είναι μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά κατοικείται από μεγάλες σλαβικές μάζες, οι οποίες ονομάζουν τη γλώσσα που μιλούν «Μακεδονικά», η οποία είναι μια παραλλαγή της βουλγάρικης. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι διάφορες σλαβικές γλώσσες ελάχιστα διαφέρουν μεταξύ τους, ώστε οι απανταχού Σλάβοι συνεννοούνται θαυμάσια.

Η Βουλγαρία λοιπόν από το 1890 επιδίδεται σε ένα αγώνα σλαβοποίησης όλων των κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας, ώστε με την κατάλληλη προπαγάνδα και τρομοκρατία, προσπαθεί να επηρεάσει, κάτω από τα μάτια των Τούρκων, τους Έλληνες κατοίκους αυτής της περιοχής. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση το ελληνικό κράτος αντιδρά και στέλνει στη Μακεδονία ομάδες εθελοντών να αντισταθούν στους Βουλγάρους (Παύλος Μελάς). Έτσι από το 1904 έως το 1908 έχουμε τον «Μακεδονικό Αγώνα», όπου οι ελληνικές δυνάμεις κατατροπώνουν του Κομιτατζήδες Βουλγάρους.

Μετά από λίγο φτάνουμε στους βαλκανικούς πολέμους, όπου νικήτρια βγαίνει η Ελλάδα, και καταλαμβάνει όλη την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη δυτική Θράκη, ώστε διπλασιάζεται σε έκταση και πληθυσμό.

Όμως κατά τη διάρκεια αυτών των πολέμων λίγο έλλειψε να χάσουμε από τους Βουλγάρους τη Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς ο Έλληνας γιατρός Φίλιππος Νίκογλου, που υπηρετούσε στο βουλγαρικό στρατό ενημερώνει την ελληνική κυβέρνηση για τις προθέσεις των Βουλγάρων, ώστε ο Ελ. Βενιζέλος διατάσσει τον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ηγείται των ελληνικών στρατευμάτων, να κινηθεί προς τη Θεσσαλονίκη και να την καταλάβει έγκαιρα. Έτσι έγινε κι η Θεσσαλονίκη έκτοτε είναι ελληνική. Παράλληλα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους η περιοχή των Σκοπίων κυριεύεται από τους Σέρβους.

Οι Σλάβοι κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 49

Όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος το 1946 οι Σλάβοι της ελληνικής Μακεδονίας κατατάσσονται στις αντάρτικες κομμουνιστικές δυνάμεις, ώστε λέγεται πως αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος τους. Όμως το 1948 δημιουργείται μια διένεξη μεταξύ του Γιουγκοσλάβου Τίτο και του Σοβιετικού Στάλιν, οπότε ο τελευταίος καλεί όλους τους αρχηγούς των κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης να δηλώσουν με ποιου μέρος ήταν. Ο Έλληνας Νίκος Ζαχαριάδης, παλιός σταλινικός, παίρνει αναφανδόν τη θέση του Στάλιν. Αυτό το γεγονός εκνευρίζει αφάνταστα τον Τίτο, ο οποίος κάνει δυο κινήσεις: Η μια είναι ότι κλείνει τα γιουγκοσλάβικα σύνορα και σταματά τον ανεφοδιασμό στους Έλληνες αντάρτες και η άλλη είναι ότι καλεί όσους Σλάβους πολεμούσαν στα ελληνικά βουνά με τις κομμουνιστικές δυνάμεις, να εγκαταλείψουν τις γραμμές και να περάσουν στα Σκοπιά. Αυτό γίνεται άμεσα, ώστε τα ελληνικά αντάρτικα εξασθενούν ισχυρά. Μετά από αυτό το γεγονός το Φεβρουάριο του 1949 συνέρχεται η 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ και βγάζει την ακόλουθη ανακοίνωση: «Στη Βόρειο Ελλάδα ο μακεδονικός (σλαβομακεδονικός) λαός τα έδωσε όλα στον αγώνα και πολεμά με μια ολοκλήρωση ηρωισμού και αυτοθυσίας, που προκαλούν θαυμασμό. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕκαι της λαϊκής επανάστασης ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασήτου, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος, προσφέροντας σήμερα το αίμα του, για να την αποχτήσει», (ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τόμος 6ος, σελ.337/38).

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ενώ οι ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες ελευθερώνονται από τους Γερμανούς με τη βοήθεια των σοβιετικών στρατευμάτων, όπου ο Στάλιν εγκαθιδρύει το κομμουνιστικό καθεστώς, στη Γιουγκοσλαβία νικητής είναι ο αντάρτης Τίτο, που καθιστά την πολυεθνική αυτή χώρα σε κομμουνιστική Ομοσπονδία., που αποτελείτο από εφτά «δημοκρατίες».Μια απ’ αυτές είναι κι η «Μακεδονία» των Σκοπίων. Όταν όμως το 1990/91 κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, που παρέσυρε όλο το ανατολικό μπλοκ, διαλύθηκε κι η Γιουγκοσλαβία σε έξι ανεξάρτητα δημοκρατικά κράτη, που ανακήρυξαν τον κοινοβουλευτισμό. Εκείνη την εποχή Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος των Σκοπίων είναι ο Γκλιγκόρωφ, ο οποίος με την αλλαγή, καταφέρνει να γίνει ο πρώτος πρόεδρος του ανεξάρτητου κράτους των Σκοπίων. Ήδη, από εκείνο τον καιρό οι Σκοπιανοί δηλώνουν ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πως έχουν αλυτρωτικές βλέψεις στην ελληνική Μακεδονία μέχρι τον Όλυμπο. Σ’ αυτήν την εθνικιστική έξαρση ο Γκλιγκόρωφ λέει πως αυτά είναι σαχλαμάρες, αφού εμείς ήρθαμε στα μέρη αυτά χίλια χρόνια μετά τον Μέγα Αλέξανδρο. Όμως αυτήν την άποψη δεν μπορεί να την περάσει στο κοινοβούλιο, γιατί δεν έχει την πλειοψηφία και αργότερα πεθαίνει. Έτσι οι Σκοπιανοί συνεχίζουν απτόητοι το παραμύθι «των απογόνων της Μακεδονικής δυναστείας και του Μ. Αλεξάνδρου».

Ποια είναι τα Σκόπια;

Οι Σκοπιανοί εγείρουν αλυτρωτικές βλέψεις, θέλουν να πάρουν την ελληνική Μακεδονία και κατάφεραν να αναγνωριστούν στην πλειοψηφία των κρατών του ΟΗΕ, ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αλλά ποιοι είναι αυτοί; Έχουν τα «κότσια» για κάτι τέτοιο;

Το κράτος των Σκοπίων έχει έκταση 25.713 τετραγωνικά χιλιόμετρα και, σύμφωνα με την απογραφή του 2013, 2.065.769 κατοίκους. Στην πράξη πρόκειται λοιπόν για ένα κρατίδιο, το οποίο ποτέ δεν θα μπορούσε να τα βάλει με την πέντε φορές μεγαλύτερη Ελλάδα.

Εντούτοις όμως τα Σκόπια το παίζουν ισχυρά και απειλούν τους Έλληνες με τις πλάτες της Τουρκίας, η οποία υποστηρίζει τους Σκοπιανούς εναντίον των «γκιαούριδων» Ελλήνων. Άρα, δεν έχει σημασία, πώς θα ονομαστούν τα Σκόπια, γιατί, αν ξεσπάσει πόλεμος με τους Τούρκους, οι Σκοπιανοί θα εκμεταλλευθούν την περίσταση και θα διεκδικήσουν ελληνικές περιοχές. Ιστορικά ποτέ δεν λύθηκαν συνοριακά και επεκτατικά προβλήματα με την γραμματική και τους τίτλους.

Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι η Τουρκία, που αποτελεί τον κακό δαίμονα των Ελλήνων. Κατά συνέπεια όσο καιρό η Ελλάδα δεν ασκεί ρεαλιστική πολιτική, για να προφυλαχθεί από τις βλέψεις των Τούρκων, όποιες λύσεις κι αν βρει για τα σύνορά της, θα είναι ελλιπείς.

“Το Βήμα”

Πρώτα η Αίγυπτος

0
Υπό τον Sisi, το Κάιρο παίρνει τον δικό του δρόμο
Ο Σίσι μιλά στον Τύπο μετά από μια συνάντηση με τον Πούτιν, τον Δεκέμβριο του 2017. REUTERS.
Περίληψη:

Η προσπάθεια της Αιγύπτου να επιστρέψει σε προεξάρχουσα περιφερειακή θέση θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του Σίσι να συμμαζέψει την ισχύ εγχωρίως. Για να προβάλει επιρροή εκτός των συνόρων της, η Αίγυπτος θα πρέπει να επιτύχει εγχωρίως σταθερότερη και εξασφαλισμένη βάση οικονομική, πολιτική και ασφάλειας.

Ο MICHAEL WAHID HANNA είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ίδρυμα Century και βοηθός ανώτερος συνεργάτης του Κέντρου Δικαίου και Ασφάλειας της Νομικής Σχολής του NYU (New York University).
Ο DANIEL BENAIM είναι ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Αμερικανικής Προόδου και επισκέπτης καθηγητής στο NYU.

Τον Νοέμβριο του 2017, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας-διάδοχος Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν (MbS) ξεκίνησε μια παρορμητική προσπάθεια να απομονώσει το Ιράν, αναγκάζοντας σε παραίτηση τον πρωθυπουργό του Λιβάνου, Σαάντ Χαρίρι [1] κατά την διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου στο Ριάντ. Ο πρίγκιπας-διάδοχος βασιζόταν στην υποστήριξη των Σουνιτών Αράβων συμμάχων του, αλλά μια αξιοσημείωτη αραβική χώρα απείχε. Αντί να υποστηρίξει τον βασικό περιφερειακό ευεργέτη της, η Αίγυπτος ευθυγραμμίστηκε αμέσως με τις γαλλικές προσπάθειες για την διαμεσολάβηση μιας διπλωματικής λύσης, φιλοξενώντας τον Χαρίρι στο Κάιρο και υποστηρίζοντας την επιστροφή του στον Λίβανο ως πρωθυπουργός. Η στάση της Αιγύπτου, εστιασμένη [2] «στην σημασία της διατήρησης της σταθερότητας του Λιβάνου και της ανύψωσης των εθνικών συμφερόντων του Λιβάνου», χτύπησε μια νότα διαφωνίας με την πρόσφατη προσπάθεια τύπου «με εμάς ή εναντίον μας» του Ριάντ για την αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, κατά μήκος μανιχαϊστικών γραμμών μεταξύ του ίδιου και της Τεχεράνης.

10012018-1.jpg

Ο Σίσι μιλά στον Τύπο μετά από μια συνάντηση με τον Πούτιν, τον Δεκέμβριο του 2017. REUTERS
———————————————————————

Ο Χαρίρι δεν ήταν ο μόνος υψηλόβαθμος επισκέπτης στο Κάιρο που ήγειρε ανησυχίες ανάμεσα στους από μακρού χρόνου προστάτες της Αιγύπτου: Στις 11 Δεκεμβρίου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν επισκέφθηκε την χώρα για να επισημάνει την εμβάθυνση των δεσμών μεταξύ της Αιγύπτου και της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής συμφωνίας που θα επιτρέπει στα ρωσικά αεροπλάνα να χρησιμοποιούν αιγυπτιακές στρατιωτικές βάσεις -παρά την τεσσάρων δεκαετιών, ύψους 50 δισ. δολαρίων αμυντική συνεργασία της Αιγύπτου με την Ουάσινγκτον.

Μια τέτοια ανεξαρτησία μπορεί να απογοητεύει [3] τους ξένους ευεργέτες του Καΐρου, αλλά δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Η θέληση της Αιγύπτου να ακολουθήσει την δική της πορεία υπήρξε ένα σταθερό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2013, όταν ένα λαοφιλές στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Υπό τη νέα προεδρία του Abdel Fattah el-Sisi, το Κάιρο έχει διαμορφώσει σταδιακά ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής βασισμένο σε ιδεολογικές δεσμεύσεις στον αντι-ισλαμισμό [4], τον σεβασμό στις παραδοσιακές και συχνά παλαιές έννοιες της κυριαρχίας και της μη παρέμβασης, και μια προκλητικά εθνικιστική επαναβεβαίωση της ελευθερίας ελιγμών της Αιγύπτου στην περιοχή. Από κοινού, οδηγούν την Αίγυπτο μακριά από τους παραδοσιακούς συμμάχους της και προς ένα πιο ανεξάρτητο -και αβέβαιο- μέλλον.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Οι ρίζες της νέας εξωτερικής πολιτικής της Αιγύπτου βρίσκονται στην εξέγερση του 2011 που οδήγησε στην απομάκρυνση του προέδρου Hosni Mubarak [5]. Υπό την ηγεσία του προέδρου Gamel Abdel Nasser, η Αίγυπτος ήταν ο πολιτικός και πολιτιστικός ηγέτης του αραβικού κόσμου και μια εξέχουσα δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Ωστόσο, κατά την διάρκεια των σχεδόν 20 ετών της εξουσίας του, ο Mubarak μετέτρεψε την χώρα σε έναν αξιόπιστο και σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμο πελάτη των ΗΠΑ και στενό σύμμαχο αμερικανικών εταίρων όπως η Σαουδική Αραβία, αν και εμφάνιζε έλλειψη δυναμισμού και περιφερειακής επιρροής.

Ωστόσο, η αναχώρηση του Μουμπάρακ έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτή την στάση. Αν και οι ανησυχίες για την εξωτερική πολιτική ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με τα εγχώρια ζητήματα που προκάλεσαν την εξέγερση, τα αιτήματα των διαδηλωτών περιελάμβαναν μια μη δομημένη ιδέα για αποκατάσταση της εθνικής αξιοπρέπειας που επεκτεινόταν στην σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής και επέζησε σε όλη την ταραχώδη μετάβαση της Αιγύπτου.

Κατά την διάρκεια της πρώιμης περιόδου μετά τον Μουμπάρακ, αιγυπτιακές ελίτ και μέλη του κοινού συζήτησαν πώς να αποκαταστήσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους και να διαφοροποιήσουν τις σχέσεις τους στο εξωτερικό. Η διετής προεδρία του Morsi, για παράδειγμα, περιέλαβε επισκέψεις στο Πεκίνο και τη Μόσχα. Αυτός ο μετα-πραξικοπηματικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής ήταν εν μέρει ένα αποτέλεσμα [6] των επειγόντων εγχώριων οικονομικών και πολιτικών αναγκών και των αναγκών ασφαλείας, κυρίως δε της πάλης της χώρας εναντίον των Ισλαμιστών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της. Όμως, τα τελευταία χρόνια, καθώς η οικονομική και πολιτική ζωή της Αιγύπτου έχει εν μέρει σταθεροποιηθεί υπό τον Sisi, αυτές οι αρχικά διάσπαρτες τάσεις έχουν όλο και περισσότερο εξελιχθεί σε μια συνεκτική κοσμοθεωρία.

Το πρώτο και σημαντικότερο στοιχείο αυτής της κοσμοθεωρίας είναι ο αντι-ισλαμισμός. Η φανατική, άκαμπτη αντίθεση στη Μουσουλμανική Αδελφότητα [7] και στα παρακλάδια της ήταν η εντέλουσα αρχή του καθεστώτος του Σίσι, και είναι πλέον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αιγυπτιακής πολιτικής ζωής. Αν και το καθεστώς Sisi έχει στοχεύσει όλες τις μορφές πολιτικής έκφρασης και διαφωνίας, έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στην Αδελφότητα. Η κυβέρνηση, στις προσπάθειές της για την εξάλειψη της οργάνωσης, κατέφυγε σε ευρεία καταστολή, βγάζοντας εκτός νόμου την Αδελφότητα, φυλακίζοντας δεκάδες χιλιάδες μέλη και συμπαθούντες της, και εμπλεκόμενη σε άμεση βία για να καταστρέψει την δυνατότητα μελλοντικής κινητοποίησης.

Η εκστρατεία της Αιγύπτου κατά της Αδελφότητας δεν σταματά στα σύνορα -το Κάιρο θεωρεί την ομάδα ως διακρατική απειλή και έχει επιδιώξει να πιέσει και να αποδυναμώσει ομάδες που εκλαμβάνει ως θυγατρικές της Αδελφότητας στην Λιβύη και στην Λωρίδα της Γάζας. (Οι πρόσφατες κινήσεις της Αιγύπτου για την βελτίωση των δεσμών με την Χαμάς [8], το παλαιστινιακό παρακλάδι της Αδελφότητας, αποτελούν μια σπάνια ρεαλιστική εξαίρεση από την συνήθως αδιάλειπτη εχθρότητά της απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ). Η Αίγυπτος ήταν επίσης άκαμπτη στην αντίθεσή της προς την χρήση ισλαμιστών παραστρατιωτικών πληρεξουσίων ως εργαλείο σε οποιαδήποτε από τις συγκρούσεις της περιοχής -ένας αξιωματούχος προειδοποίησε έναν από τους συγγραφείς σε μια συνέντευξη για τον επικίνδυνο «βάλτο» που θα έφερνε μια τέτοια προσέγγιση στην Συρία. Αυτός ο αντι-ισλαμισμός οδήγησε την Αίγυπτο να ευθυγραμμιστεί ήσυχα [9] με την κυβέρνηση του προέδρου Bashar al-Assad και τους Ρώσους υποστηρικτές του -οι οποίοι μοιράζονται την σκοτεινή άποψη της Αιγύπτου για τον σουνιτικό ισλαμισμό και την πίστη στην σταθερότητα μέσω της κυριαρχικής καταπίεσης- αντί με τις υπό σαουδική ηγεσία προσπάθειες να καλλιεργηθούν δυνάμεις ανταρτών και να ανατραπεί ο Assad.

Η δεύτερη, σχετική δέσμευση της Αιγύπτου του Σίσι είναι μια προσκόλληση στην προερχόμενη από την κρατική κυριαρχία σταθερότητα. Καθώς οι γείτονές της παρεμβαίνουν για να επαναδιαμορφώσουν την περιοχή κατά μήκος σεχταριστικών ή ισλαμικών γραμμών, η Αίγυπτος έχει αναδειχθεί ως ίσως ο πιο εξέχων παίκτης του status quo στη Μέση Ανατολή. Οι πρώτες ενδείξεις αυτής της προσέγγισης θα μπορούσαν να εντοπιστούν στις συναλλαγές της Αιγύπτου με το Ιράκ κατά την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους, όταν ο Σίσι υποστήριξε δημοσίως [10] τον Σιίτη πρωθυπουργό του Ιράκ, Νούρι αλ Μαλίκι. Η στάση της Αιγύπτου είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη δεδομένης της εμφάνισης της Σαουδικής Αραβίας ως απρόβλεπτης ρεβιζιονιστικής δύναμης, όπως φαίνεται στον Λίβανο, την Συρία και την Υεμένη. Ο ρεβιζιονισμός της εξωτερικής πολιτικής του βασιλείου ήταν ως επί το πλείστον στην υπηρεσία της αντιπαλότητάς του με το Ιράν, όμως η Αίγυπτος αρνήθηκε να ακολουθήσει την σκληρή γραμμή της Σαουδικής Αραβίας, αποφεύγοντας οτιδήποτε περισσότερο από τα τυπικά αντι-ιρανικά αισθήματα και αντιστεκόμενη στην θρησκευτική πόλωση που αποσταθεροποίησε την περιοχή τα τελευταία χρόνια. Η Αίγυπτος ούτε έχει επιλύσει τις μακροχρόνιες εντάσεις της με το Ιράν ούτε έχει αποκαταστήσει πλήρεις διπλωματικές σχέσεις. Απλώς αρνήθηκε να διολισθήσει σε περιφερειακές συγκρούσεις.

10012018-2.jpg

Αιγύπτιοι στρατιώτες στο τζαμί al-Rawdah στην Bir al-Abed, τον Δεκέμβριο του 2017. MOHAMED ABD EL GHANY / REUTERS
——————————————————————–

Πάντως, στην ιεραρχία των συμφερόντων της εξωτερικής πολιτικής της, η προσκόλληση της Αιγύπτου στην κρατική κυριαρχία παραμένει δευτερεύουσα ως προς την αντι-ισλαμική ατζέντα της. Όταν αυτές οι αρχές βρίσκονται σε άμεση σύγκρουση, ο αντι-ισλαμισμός εξακολουθεί να υπερτερεί έναντι όλων των άλλων ζητημάτων. Αυτό είναι εμφανές τόσο στην συνεχιζόμενη κρίση με το Κατάρ (του οποίου οι κυρίαρχοι ηγέτες αντιμετωπίζουν σήμερα ένα υπό σαουδική ηγεσία και αιγυπτιακή υποστήριξη εμπάργκο οφειλόμενο κυρίως στην υποστήριξή του προς τους ισλαμιστές κατά το παρελθόν) και στο χάος της πολύπλευρης σύγκρουσης της Λιβύης (όπου ο επιλεχθείς εταίρος της Αιγύπτου στο να ασφαλίσει την πορώδη δυτική πλευρά της, ο στρατηγός Hafter, διεξάγει τον δικό του υπαρξιακό πόλεμο εναντίον των ισλαμιστών και κάποτε δήλωσε ότι «η Λιβύη χρειάζεται έναν Σίσι»).

Ο ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Η τρίτη και η τελική δέσμευση πίσω από την καινοφανή θεληματικότητα και ανεξαρτησία της Αιγύπτου είναι ένας αναδυόμενος εθνικισμός [11] που επιδιώκει να αποκαταστήσει την χώρα σε ό, τι υποδηλώνει η ιστορία και η ματαιοδοξία της ότι είναι ο δικαιολογημένος ρόλος της στην περιοχή. Παρόλο που αυτό χτύπησε μερικές φορές στον σοβινισμό, όπως φάνηκε με τις αντι-αμερικανικές θεωρίες συνωμοσίας και τις υποψίες περί αλλοδαπών που κυριαρχούν στον αιγυπτιακό Τύπο, έχει υπογραμμίσει την επιθυμία της Αιγύπτου να αποκτήσει σχέση με τις περιφερειακές υποθέσεις. Έχει επίσης προκαλέσει μια τραχιά καχυποψία, ευκαιριακά τροφοδοτημένη από ορισμένους Αιγύπτιους αξιωματούχους, ότι οι ξένες δυνάμεις δεν επιδιώκουν απλώς να επηρεάσουν την Αίγυπτο αλλά να την κυριαρχήσουν ή να την αποσταθεροποιήσουν. Αυτό έχει προσβάλει τους πιο γενναιόδωρους ευεργέτες της Αιγύπτου, οδηγώντας σε σοβαρές διπλωματικές εντάσεις όχι μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και με την Ιταλία, την Ρωσία, την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Κατά τα έτη μετά το 2011, οι ηγέτες της Αιγύπτου, συμπεριλαμβανομένου και του Sisi, μίλησαν ειλικρινά για την ανάγκη να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση των εσωτερικών προκλήσεων, αλλά αυτά τα αισθήματα έχουν συχνά εκτοπιστεί από την διαρκή, διογκωμένη αίσθηση του ρόλου της Αιγύπτου -περιλαμβανομένης της λανθασμένης αλλά διαδεδομένης πεποίθησης ότι καμία σημαντική περιφερειακή σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί χωρίς το Κάιρο. Αυτή η άποψη, που κυριαρχεί μεταξύ του αιγυπτιακού λαού και της κυβερνητικής ελίτ (αν και ο Sisi υπήρξε πιο ρεαλιστής), είναι συνάρτηση του μεγέθους της [χώρας], του κεντρικού χαρακτήρα και της πολιτιστικής κυριαρχίας της στον αραβικό κόσμο. Αυτά τα αισθήματα, ωστόσο, έχουν περιορισμένη μόνο σχέση με την πραγματική ισχύ και επιρροή της Αιγύπτου. Από την ακμή της χώρας πριν από μισό αιώνα, όταν ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του αραβικού κόσμου, η ισχύς και ο πλούτος της Μέσης Ανατολής μετανάστευσαν προς τα ανατολικά σε πιο δυναμικές οικονομίες όπως το Ισραήλ, η Τουρκία, τα πετρο-κράτη της Σαουδικής Αραβίας, οι μοναρχίες του Κόλπου και το Ιράν. Αυτές οι χώρες (αν και σε διαφορετικό βαθμό) είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο τους, την στρατιωτική ισχύ και τα περιφερειακά δίκτυα πληρεξουσίων τους για να προβάλλουν ισχύ με τρόπους που η Αίγυπτος απλά δεν μπορεί. Η γεωγραφία σημαίνει ότι η Αίγυπτος συνέχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Λιβύη και την Γάζα, αλλά αλλού το Κάιρο προσπάθησε να μετατρέψει την σχετική αδυναμία του σε διπλωματικό νόμισμα -για παράδειγμα, προσκολλώμενη σε διπλωματικές πρωτοβουλίες και αναζητώντας θέση μεσίτη μεταξύ ανταγωνιστικών περιφερειακών φατριών, όπως έκανε κατά την κρίση στον Λίβανο.

Η Αίγυπτος είναι απίθανο να πακτώσει ένα τέταρτο σημαντικό περιφερειακό μπλοκ παράλληλα με τους ρεβανσιστές της Σαουδικής Αραβίας, τους Ιρανούς ηγεμονιστές και τους φιλο-ισλαμιστές Τούρκους και Καταρινούς, αλλά ένα περιφερειακό σώμα μπορεί να υπάρχει κατ’ αρχήν. Η φωνή της Αιγύπτου στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχει παραμείνει μέχρι στιγμής σιωπηλή και η χώρα υπήρξε περισσότερο πεδίο μάχης για περιφερειακή υπεροχή παρά ένας παίκτης από μόνη της. Εντούτοις, η εγχώρια πολιτική της Αιγύπτου παραμένει ενδεικτική για άλλους -όπως όταν η άνοδος και η πτώση των ισλαμιστών της Αιγύπτου έθεσε το θεμέλιο για την περιοχή στο σύνολό της- και η άρνηση του Καΐρου να υιοθετήσει τη μαξιμαλιστική γραμμή της Σαουδικής Αραβίας και ωφέλησε τους Αιγυπτίους, και έδειξε τον δρόμο προς μια λιγότερο σεχταριστική περιφερειακή πολιτική.

Ειδικότερα, η Αίγυπτος είναι σήμερα ένα παράδειγμα των ορίων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο MbS αν προσπαθήσει, ως ο προεξάρχων Σονίτης Άραβας ηγέτης, να υπαγορεύσει τις πολιτικές επιλογές των άλλων. Αυτά τα όρια ήταν σε πλήρη θέα την άνοιξη του 2015, όταν η Αίγυπτος αρνήθηκε την ξαφνική έκκληση του MbS για να συμμετάσχει σε έναν συνασπισμό Σουνιτικού Αραβικού στρατού για να πολεμήσει τους Χούτι στην Υεμένη. Όπως παρατήρησε ένας ανώτερος αξιωματούχος της Αιγύπτου σε έναν από τους συγγραφείς [αυτού του άρθρου]: «Είμαστε η Αίγυπτος -δεν μπορείτε να μας τηλεφωνείτε στις τρεις τα ξημερώματα και να περιμένετε από εμάς να πάμε στον πόλεμο το πρωί». Η Αίγυπτος έκανε καθυστερημένα περιορισμένες εισφορές στον Αραβική στρατιωτικό συνασπισμό, αλλά σε μεγάλο βαθμό έμεινε έξω από αυτό που έχει αποδειχθεί ένας καταστροφικός και δαπανηρός πόλεμος.

ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΤΟ ΚΑΪΡΟ ΕΦ’ΕΞΗΣ

Από το 2013, το αυτόνομο πνεύμα της Αιγύπτου μετριάστηκε από την απελπισμένη ανάγκη της για διεθνή νομιμοποίηση, βοήθεια για την ασφάλειά της και, πάνω απ’ όλα, δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από πλούσια έθνη του Κόλπου (τα οποία, κατά τη μνημειώδη ρήση του Σίσι [12] έχουν «χρήματα όπως το ρύζι»). Παρόλα αυτά, ενώ η Αίγυπτος ήταν ευτυχής να εξαργυρώνει τις ξένες επιταγές, συχνά απέρριπτε τις ξένες συμβουλές, είτε από την Ουάσινγκτον είτε από το Άμπου Ντάμπι. Τώρα, όμως, ορισμένες συνθήκες θα μπορούσαν να δώσουν στους ηγέτες της χώρας την αυτοπεποίθηση να ακολουθήσουν μια ακόμη πιο ανεξάρτητη προσέγγιση.

Κατ’ αρχήν, αντί να αντιμετωπίζει συνεχείς πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Sisi έχει λάβει μια άκριτη έγκριση και υιοθέτηση του Οβάλ Γραφείου από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υποστηρίχθηκαν από το ΔΝΤ στην Αίγυπτο έφεραν επίσης ένα μέτρο οικονομικής σταθερότητας, παρά τον πληθωρισμό και την ανεργία. Και τόσο το εμπάργκο στο Κατάρ από την Σαουδική Αραβία όσο και η βίαιη αστάθεια που ακολούθησε τις αραβικές εξεγέρσεις συνέβαλαν σε μια παρακμή των ισλαμικών ομάδων σε ολόκληρη την περιοχή, θέτοντας το έδαφος για την επιδιόρθωση των προηγουμένως πληγωμένων δεσμών Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας. Ίσως το πιο σημαντικό, η Αίγυπτος έχει συμπεράνει ότι είναι απλά πάρα πολύ μεγάλη για να αποτύχει και μέχρι στιγμής οι σύμμαχοί της ενήργησαν ανάλογα. Ίσως επειδή τόσοι πολλοί από τους γείτονές της μαστίζονται από αστάθεια και συγκρούσεις, οι ανορθόδοξες κινήσεις του Καΐρου δεν οδήγησαν σε διπλωματικές ρήξεις. Αντ’ αυτού, οι εταίροι της Αιγύπτου έχουν προσαρμοστεί και παραμένουν αρνητικοί στο να αμφισβητήσουν το Κάιρο σε αυτή την λεπτή συγκυρία.

Τελικά, η προσπάθεια της Αιγύπτου να επιστρέψει σε προεξάρχουσα περιφερειακή θέση θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του Σίσι να συμμαζέψει την ισχύ εγχωρίως. Για να προβάλει επιρροή εκτός των συνόρων της, η Αίγυπτος θα πρέπει να επιτύχει εγχωρίως σταθερότερη και εξασφαλισμένη βάση οικονομική, πολιτική και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών μεταρρυθμίσεων για να ανοίξει ο χώρος για μια ζωηρή δημόσια βάση και έναν ιδιωτικό τομέα, αντί να τοποθετήσει το βάρος της εθνικής ανανέωσης της Αιγύπτου μόνο στην κυβέρνησή της.

Όσο περισσότερη η Αίγυπτος ακολουθεί τον δικό της δρόμο, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να συμβιβαστεί η αντίφαση στην καρδιά της σύγχρονης εξωτερικής πολιτικής της Αιγύπτου: Αφενός, η Αίγυπτος επιδιώκει να διατηρήσει την παραδοσιακή της ευθυγράμμιση με το Ριάντ και την Ουάσινγκτον, λαμβάνοντας χρήματα από το πρώτο και όπλα από την δεύτερη. Από την άλλη πλευρά, το Κάιρο αρνείται όλο και περισσότερο να ακολουθήσει την περιφερειακή γραμμή της Σαουδικής Αραβίας και φλερτάρει με την Ρωσία, ανοίγοντας ενδεχομένως τις βάσεις της στον κύριο γεωστρατηγικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Εάν η Αίγυπτος συνεχίσει να ακολουθεί αυτήν την πολιτική των δύο γραμμών, το Ριάντ ή η Ουάσινγκτον μπορεί να παρουσιάσουν κάποια στιγμή στην Αίγυπτο μια πιο οξεία επιλογή. Μέχρι να το κάνουν, η Αίγυπτος είναι βέβαιο ότι δοκιμάζει τα όριά τους.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2018-01-04/egypt-first

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/lebanon/2017-11-06/what-hariris-…
[2] https://www.independent.co.ug/lebanons-hariri-meets-sisi-egypt-ahead-ret…
[3] https://www.nytimes.com/2017/11/30/world/middleeast/russia-egypt-air-bas…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2016-06-16/egypts-theory-t…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2011-06-01/fall-pharaoh
[6] http://foreignpolicy.com/2014/08/13/the-sisi-doctrine/
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2017-08-21/muslim-brotherh…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2016-06-21/hamas-and-egypt…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-02-12/egypt-picks-sid…
[10] http://english.ahram.org.eg/NewsContent/1/64/105782/Egypt/Politics-/Egyp…
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2016-07-19/where-turkish-…
[12] http://www.bbc.com/news/blogs-trending-31301903

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Greece is in a mess over the issue of eight Turkish soldiers

0

As the coup attempt was crumbling in the early hours of July 16, 2016, it must have come across as unimaginable to Greek officials that soldiers who have been trained to see Greeks as enemies would flee to “hostile territory.”

Yet the eight Turkish soldiers, including three majors, three captains and two sergeant majors, flew to Greece by helicopter, in what has become the start of a process that would give Alexis Tsipras’ government a huge headache.

“First of all, why did we let the helicopter in? Wasn’t there any way to keep it out? We all knew during those days that there was a lot of activity and that there was a possibility of this,” journalist Alexis Papahelas had asked Greek Foreign Minister Nikos Kotzias in an interview last February.

This is what Kotzias had to say: “I think that if the competent authorities in northern Greece over which the helicopter flew had known who was in the helicopter and what would happen, they wouldn’t have let it in. But I imagine they were taken by surprise by the fact that a helicopter landed on Greek territory and carried the eight officers, who consider themselves persecuted by the Turkish state. This was also the ruling of the Greek courts, while the Turkish state says they were involved in the coup.”

I am pretty sure that since that day the Tsipras government has been cursing against “those competent authorities in the north,” as it put them in a messy situation.

Ankara claims Tsipras promised President Recep Tayyip Erdoğan that the soldiers will be extradited. But the Greek judiciary proved Tsipras wrong. It seems that Erdoğan trusts Tsipras and believes in his sincerity on his wish to have the soldiers extradited. How else can you explain his relative silence on Greece while he has been bashing other countries for not extraditing Gülenists? After all, the strongest case Turkey has is with these soldiers, who in the eyes of Turkish authorities have left the crime scene and turned themselves into Greece with a smoking gun in their hands.

Even the decision of the Greek supreme court’s ruling against the extradition in January 2017 did not strain relations as much as one would expect. In fact, this issue did not even overshadow Erdoğan’s visit to Greece in the first week of last December.

Yet the decision to grant asylum to one of the soldiers on the last week of December was not something the Greek or Turkish authorities wanted to hear. His release and departure from Greece for another country, like Germany, would have caused irreparable damage on bilateral ties. That’s why the Tsipras government acted quickly and requested the suspension of the decision, which was upheld by an appeals court.

The Greek government has said the issue is politically too important to be adjudicated by an administrative body.

Greece’s justice minister said Athens was looking into whether the soldiers could be tried in Greece.

Justice Minister Stavros Kontonis said Turkey would first need to make an official request for such a trial.

But the position of the Turkish government is clear; there will never be such request.

So what is going to happen next? “The Greek government bought some time,” a Turkish official familiar with the issue told me. But if trying the soldiers becomes the only way to prevent granting asylum, it will lead to a severe strain in relations. Can you imagine a Greek judge making a convincing case against Turkish soldiers? It will be perceived to be a charade by the Turks.

No doubt the mess has become messier for Athens.

http://www.hurriyetdailynews.com/opinion/barcin-yinanc/greece-is-in-a-mess-over-the-issue-of-eight-turkish-soldiers-125544

Ποια μπορεί να είναι η πραγματική και βιώσιμη λύση.

1

του Ελευθέριου Τζιόλα.

Το εφεύρημα του προσδιορισμού (γεωγραφικού ή άλλου) στην ονομασία της fYROM.

Η σύνθετη γεωγραφική ονομασία (”Βόρεια Μακεδονία”, ”Άνω Μακεδονία”), ή η ιστορική εκδοχή (”Νέα Μακεδονία”), ακόμη και η εθνοτική (”Σλαβο-μακεδονία”), δεν αγγίζουν ούτε λύνουν την ουσία του προβλήματος. Η ουσία είναι η θεωρία περί Μακεδονικού Έθνους, που ξεκινά δήθεν από τον 4ο π.Χ. αιώνα και συνεχίζει την ύπαρξή του μέχρι σήμερα. Και του οποίου την κληρονομιά και τη συνέχεια διεκδικούν οι Σλάβοι των Σκοπίων, σε μία γεωγραφική έκταση που ξεπερνά τα όρια της fYROM, που καταλαμβάνει την ελληνική και βουλγαρική Μακεδονία, των οποίων οι πληθυσμοί θεωρούνται «μακεδονικές» μειονότητες, υποδουλωμένες σε ξένες εθνικές πλειοψηφίες.

Το τεχνητό και επικίνδυνο, μάλιστα, αυτό ιδεολόγημα πήρε έντονη σφετεριστική διάσταση, πλαστογραφώντας την ιστορία . Την τελευταία δεκαπενταετία η fYROM διεκδικεί και την ιστορία της κλασσικής μακεδονικής δυναστείας, ως ρίζα των σημερινών Σλάβων των Σκοπίων! Δηλαδή, στην εθνική νοθεία προστέθηκε και η ιστορική και πολιτισμική νοθεία. Στόχος είναι να καταπολεμηθεί η ένταξη των Μακεδόνων του Φιλίππου Β’, Μεγάλου Αλεξάνδρου, και των ελληνιστικών Βασιλείων στον ευρύτερο Ελληνισμό και στον Ελληνικό πολιτισμό εκείνης της περιόδου.

Με την εμφάνιση της fYROM, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (όπου, για επεκτατικούς σκοπούς, το 1943, ο Τίτο είχε δημιουργήσει στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας αυτή την ”οντότητα”) αναζωπυρώθηκε η ιδεολογία και τα σχέδια του ”μακεδονισμού”. Η fYROM παρότι κυρίαρχη, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, σε μέρος της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, που, μάλιστα έχει έξω την ίδια την πρωτεύουσά της, τη Θεσσαλονίκη, επιχειρεί να διεκδικήσει το Όλον. Δηλαδή, η fYROM επιδιώκει τόσο γεωγραφικά (και για την ελληνική και βουλγαρική περιοχή της Μακεδονίας), όσο και ιστορικο -πολιτιστικά, να αποσυνδέσει την ιστορία της Μακεδονίας και τον πολιτισμό της από την βαθιά ελληνική ρίζα τους.

Οι Σκοπιανοί προσέδωσαν το όνομα της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, στο κράτος τους, παρότι καλύπτει μικρό τμήμα της γεωγραφικής Μακεδονίας, περίπου το ένα τρίτο (πολύ μικρότερο, μάλιστα, και στην έξω ζώνη της κλασσικής Μακεδονίας). Και προσπαθούν με την διεθνή – κρατική υπόσταση τους, και με τις υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις να διεκδικήσουν το σύνολο του μακεδονικού κεκτημένου ιστορικά, εδαφικά, εθνοτικά, δηλαδή πληθυσμιακά και πολιτιστικά.

Αν έλειπε αυτή η θεμελιώδης, όσο και παράλογη διεκδίκηση, θα μπορούσε, ίσως, μία γεωγραφική ή εθνοτική κρατική ονομασία να αποτελέσει λύση. Και τότε, όμως, εφόσον θα έλυνε και δεν θα άφηνε καμία αμφιβολία για την ονομασία και την εθνικο-πολιτική ταυτότητα του λαού της FYROM, αποκλείοντας τη χρήση του κλεμμένου ελληνικού ονόματος κατοχυρωμένου επί 25 αιώνες (”Μακεδονία”, ”Μακεδόνες”).

Αυτό, όμως, ούτε καν συζητείται, ούτε καν επιδιώκεται από την διαπραγμάτευση. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι αν δεν εγκαταλειφθεί συνειδητά αυτή η ψευδοθεωρία του ”μακεδονισμού” από την πολιτική ελίτ των Σκοπίων και τον από χρόνια παραπληροφορημένο και παραπλανημένο λαό των Σκοπίων (Σλάβους στην εθνική τους καταγωγή) το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί, κάτω από οποιαδήποτε συμβιβαστική ονομασία.

Οι Σκοπιανοί θα δεχθούν οποιαδήποτε από τις παραπάνω ονομασίες, εμφανιζόμενοι, μάλιστα, ότι υποχωρούν (!!), γιατί διατηρεί ακμαίο και ζωντανό στα χέρια τους, σαν ιδιοκτησία τους το όνομα ”Μακεδονία”, σε αποκλειστική μάλιστα διεθνή χρήση εκ μέρους τους.

Κρατική οντότητα με τον τίτλο, το ουσιαστικό ”Μακεδονία”, θα υπάρχει μία και θα είναι το κράτος των Σκοπίων, χωρίς πλέον καμία εκκρεμότητα ή ένσταση !

Καμία διαμαρτυρία, καμία ένσταση, κανένα διάβημα δεν θα έχει πλέον θέση, δεν θα νομιμοποιείται, μετά την υπογραφή του Έλληνα πρωθυπουργού και της Ελληνικής κυβέρνησης για την ονομασία.

Καμία Ελληνική συλλογικότητα, κανένας Ελληνικός οργανισμός, καμία Ελληνική αντιπροσωπεία, κανένας Έλληνας δεν θα μπορεί να διαμαρτυρηθεί για την κλοπή της ταυτότητας του, να ισχυρίζεται ότι οι ”Μακεδόνες είναι Έλληνες”, να ακυρώσει τον ασύστολο ”μακεδονισμό” που θα είναι ”Βόρειος” (”Βόρεια Μακεδονία”), ή ”Νέος” (”Νέα Μακεδονία”), ή ό,τι άλλο, αλλά θα είναι πλέον κρατικός, με αναγνωρισμένη – αποδεκτή διεθνώς την επιχειρησιακή του βάση.

Η Σκοπιανή θέση είναι γνωστή : πρέπει μελλοντικά να συμπεριληφθεί, να ενωθεί και η υπόλοιπη Μακεδονία (Δυτική, Κεντρική, Ανατολική της Ελλάδας, και του Πιρίν της Βουλγαρίας). Η δε ελεύθερη ”Βόρεια” ή ”Νέα Μακεδονία” έχει αυτό το ιστορικό καθήκον να δράσει ως ελεύθερο τμήμα, ως όχημα, για να απελευθερώσει τα Νότια τμήματα και το Ανατολικό τμήμα, στο σύνολο τους, ώστε να ενοποιηθούν σε ενιαίο τελικά κρατικό σύνολο.

Ορισμένοι, λένε, ότι όλα τούτα είναι στις σημερινές, σύγχρονες συνθήκες ονειροφαντασίες. Ας μη επεκταθούμε, αλλά ας έχουμε πάντα στο μυαλό μας, την ευρύτερη ανάλυση για τη ρευστότητα της περιοχής, τον υπαρκτό μαχητικό αναθεωρητισμό και την πραγματική τάση επαναχάραξης των συνόρων (παραδείγματα : η ενοποίηση από το 1990 της Γερμανίας, ο κερματισμός της Γιουγκοσλαβίας και το Κοσσυφοπέδιο, η Κριμαία πρόσφατα, η Κύπρος ακόμα, η Τουρκία – το Συριακό- το Κουρδικό, το Αιγαίο κλπ). Αν, όμως, όπως λένε, είναι όλα αυτά μη πραγματικά, μη σχεδιαζόμενα, γιατί δεν τα ανακαλεί η Σκοπιανή πλευρά στην ουσία τους, δηλαδή, γιατί δεν τα ακυρώνει (χωρίς μάλιστα κόστος, αφού δεν έχουν, όπως λένε, σοβαρή υπόσταση). Όχι με δηλώσεις, αλλά στο Σύνταγμα της, στην ιστορία της, στα περί εθνολογικής ταυτότητας της, στα πανεπιστήμια της, στην εκτεταμένη πλαστογραφία και την οργανωμένη προπαγανδιστική παραπληροφόρηση της.

Άραγε, η ιστορία, η ταυτότητα, η ιδεολογία, η κρατική ονομασία είναι μουσιακά είδη, είδη χωρίς υπόσταση ; Όχι, βέβαια ! Έχουν και υπόσταση, και αξία, και σημασία ! Αυτά είναι η πρώτη, ζωογόνα ύλη για κάθε Σχέδιο Πράξης.

Το πρώτο συνθετικό, όποιο κι αν είναι, ακολουθεί ως δευτερεύον, υποτονικό στοιχείο, τον όρο ”Μακεδονία”. Στην πράξη, στις σχέσεις, κυρίως, στους σκοπούς και τους στόχους το ισχυρό, το στρατηγικό, το αλλυτρωτικό στοιχείο θα είναι, όπως και μέχρι τώρα, το όνομα ”Μακεδονία”. Μάλιστα, το όνομα αυτό, όχημα δράσης και διάβρωσης θα τους έχει δοθεί (με την υπό διαμόρφωση συμφωνία), από τους ίδιους τους θιγόμενους, από τους ίδιους τους πραγματικούς πρωταγωνιστές, τους Έλληνες !

Οι Σκοπιανοί δεν ψάχνουν ούτε γεωγραφία, ούτε νεολογισμό, τον ”μακεδονισμό” θέλουν να διασώσουν, το ”Μακεδονία” θέλουν να διατηρήσουν.

Για τους Σκοπιανούς όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί Βόρεια Μακεδονία, ή Νέα Μακεδονία, η Άνω Μακεδονία κρατάνε αλώβητο, χρηστικό, ζωντανό το ουσιώδες : το Μακεδονία. Και μπορούν να γίνουν αποδεκτοί, πλασάροντας μάλιστα και εικόνα ”καλής διάθεσης”, μιλώντας για ”σύγχρονη χώρα μακριά από στείρο σωβινισμό, έτοιμη για την ευρωπαϊκή της διαδρομή”.

Η Ελλάδα, όμως, γιατί το δίνει (το όνομα) ;

Γιατί δίνει το ουσιώδες και για αυτήν (το Μακεδονία) στη fYROM ;

Γιατί αναγνωρίζει ένα άλλο κράτος, ως αυτό που δεν είναι, γνωρίζοντας και το ψέμα, και την κλοπή, και τους κινδύνους ;

Γιατί παραχωρεί τα μέσα, τα ”όπλα” για να την πλαγιοκοπούν, να την ταπεινώνουν, να την διαβρώνουν, κι αργότερα να την αποσταθεροποιούν ;

Υπάρχουν ανταλλάγματα και ποιά, και ποιός εγγυάται ; Και, άραγε, αξίζουν όσο η Μακεδονία ; Αδύνατον !!

Νομίζουν ότι ήταν τόσο ”αφελείς”, ή τόσο ”ρηχοί” ο Α. Παπανδρέου και ο Κ. Καραμανλής στην καθοριστική απόφασή τους, το Δεκέμβριο 1991. Τώρα, γιατί ”τους κόβουν σε φέτες”, οι διάφοροι διάδοχοι, οι γνήσιοι ερμηνευτές τους και οι κληρονόμοι, και παίρνουν απ΄ αυτές ό,τι τους βολεύει ; Γιατί και με ποιά διαδικασία η χώρα μετακινείται από κείνη τη θέση (ούτε όνομα Μακεδονία, ούτε παράγωγό της) και την αλλάζει, σχεδόν στο αντίθετό της ;!

Και, ποιοί, τώρα, και πώς, παραμερίζουν τα αναστήματα εκείνων σ΄ένα καίριο ζήτημα σαν τούτο ;

Κανένας γεωγραφικός προσδιορισμός δεν ακυρώνει τον αλυτρωτισμό που περιλαμβάνει ο όρος ”Μακεδονία” και τη χρήση του από τους Σκοπιανούς. Μόνο η μή χρήση του όρου αυτού, δηλαδή, μόνο η μη ύπαρξη του όρου Μακεδονία στην ονομασία του κράτους αυτού, ακυρώνει τον αλυτρωτισμό, ακυρώνει την ψευδοθεωρία του ”μακεδονισμού” και θέτει σε πραγματικά νέα, θετική και βιώσιμη βάση τις σχέσεις (διακρατικές και άλλες).

 

Ελευθέριος Τζιόλας

Θεσσαλονίκη, 10 Ιανουαρίου 2017

Αυτοί που χειροκροτούν τον Τσίπρα και τον Κοτζιά για το Σκοπιανό, θα τους βρίζουν αύριο: Ο ελέφαντας και το μυρμήγκι…

4

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

File PHOTO: Protestors wave Fyromian and Albanian flags during an anti-government protest in Skopje, FYROM. EPA, GEORGI LICOVSKI JANUARY 10, 2018

Είναι να απορεί κανείς με τη βιασύνη της ελληνικής κυβέρνησης να «κλείσει» όπως-όπως το πρόβλημα της ονομασίας των Σκοπίων. Τρέχουν και δεν …φτάνουν οι αρμόδιοι ως να είναι το τέλος του κόσμου.

Δέχομαι, βέβαια, την ανάγκη της ελληνικής διπλωματίας να αφαιρέσει από το «πιάτο» της θέματα, όπως το Σκοπιανό και τα προβλήματα που δημιουργεί ο εθνικιστής Ράμα της Αλβανίας, και τα οποία δεν έχουν σχέση με την Τουρκία, ώστε απρόσκοπτα να ασχοληθεί με την επιθετικότητα και τις προκλήσεις των ισλαμιστών του Ταγίπ Ερντογάν. Αλλά, αυτό δεν πρέπει να σημαίνει ποτέ, ότι η όποια διαπραγμάτευση πρέπει να γίνει στο «άψε-σβήσε», ή να υποχωρήσουμε για να διευκολύνουμε (δήθεν) τις διαπραγματεύσεις.

Αντιλαμβάνομαι ότι τους τελευταίους δύο μήνες συμβαίνουν πράγματα στην ελληνική εξωτερική σκηνή που έχουν άμεσα σχέση με το ταξίδι του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην Ουάσιγκτον. Αλλά υπάρχουν και θέματα, όπως το Σκοπιανό και το Κυπριακό που δεν ταυτίζονται τα συμφέροντα της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών, με ευθύνη της αμερικανικής γραφειοκρατίας. Άρα, σε αυτά τα θέματα πρέπει να υπάρχει αντίσταση και η προσπάθεια να γίνεται προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης των ελληνικών συμφερόντων και μόνο.

Η κινητικότητα για το θέμα της ονομασίας οφείλεται στο γεγονός ότι γίνεται και πάλι η κουβέντα για να συμπεριληφθούν τα Σκόπια στην Ατλαντική Συμμαχία, ώστε να προλάβουν οι Νατοϊκοί τον Βλαντιμίρ Πούτιν, που εποφθαλμιά τα Βαλκάνια. Η αλήθεια είναι ότι η επιρροή της Ρωσίας αφορά μόνο τη Σερβία και καμία άλλη βαλκανική χώρα, που σημαίνει ότι οι Δυτικοί δεν χρειάζονται τα Σκόπια για να ασκήσουν έλεγχο στην περιοχή.

Επειδή, λοιπόν, οι Νατοϊκοί, άρα και οι Αμερικανοί «καίγονται» για να επιλυθούν οι διαφορές της Ελλάδας με τα Σκόπια, πρέπει να απευθυνθούν σε αυτούς που δημιουργούν το πρόβλημα, όχι στην Ελλάδα. Γνωρίζω ότι μέχρι πριν μερικούς μήνες το έκαναν και με το παραπάνω, αλλά δεν είχαν επιτυχία. (Σ.Σ.: Πως να πιστέψει κανείς ότι ο ελέφαντας (ΗΠΑ) δεν έπεισε το μυρμήγκι (Σκόπια); Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία)…

Όμως, από τη στιγμή που επικράτησε ο Ζόραν Ζάεφ, στην σκοπιανή πολιτική σκηνή, με τη βοήθεια του Τζόρτζ Σόρος, η αμερικανική πλευρά έστρεψε την προσοχή της και ασκεί πιέσεις στην Αθήνα. Και άδικη ενέργεια είναι, και λάθος κίνηση, σε μία στιγμή που η Ελλάδα προσφέρει λύσεις στην Αμερική σε στρατηγικό επίπεδο. Αλλά, οι Αμερικανοί τη δουλειά τους κάνουν. Και το ερώτημα που τίθεται είναι εμείς τι κάνουμε;

Η ελληνική κυβέρνηση βιάζεται -και είναι φανερό από τις δηλώσεις και του πρωθυπουργού, και του υπουργού Εξωτερικών. Ο κ. Κοτζιάς οχυρώθηκε πίσω από τη γνωστή θέση του: στηρίζει και διαπραγματεύεται για μία σύνθετη ονομασία ενιαία σε όλες τις χρήσεις της.

Είναι μία θέση, είπε, που είχε προβάλει η Ελλάδα και στο Βουκουρέστι. Μόνο που εκεί, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής δεν είπε ποτέ ότι δέχεται ονομασία με τη λέξη «Μακεδονία». Ενώ τώρα, η Αθήνα πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις φαίνεται ότι αποφάσισε να δεχθεί το όνομα «Νέα Μακεδονία», και απλά διαπραγματεύεται την …μετάφραση.

Όπως έχουμε καταγράψει πολλές φορές, και έχουμε αποδείξει, μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος -με όλες τις κυβερνήσεις- συζητούν πάντα για να …χάσουν. Εισέρχονται μονίμως στη διαπραγμάτευση με μία «τακτική» υποχώρηση, και δεν γνωρίζω για ποιο λόγο το κάνουν. Μήπως είναι ένα είδος διαπραγμάτευσης «Made in Greece and Cyprus», το οποίο όμως δεν το ακολουθεί καμία άλλη χώρα; Είναι, μήπως, για να πιάνουμε τους αντιπάλους μας στον …ύπνο; Τι να σας πω. Πρόκειται για ένα μυστήριο…

Δεν είναι και καμιά μαγκιά να «διευθετήσεις» το Σκοπιανό, το Κυπριακό και όλα τα εθνικά θέματα. Η μαγκιά είναι άλλη. Να τα λύσεις και να έχεις πραγματικά κέρδη, όχι επικοινωνιακά. Η αλήθεια είναι ότι στο θέμα της Κύπρου, ο κ. Κοτζιάς άσκησε μία πραγματικά λαμπρή πολιτική, που πρέπει να διδάσκεται στα μεγάλα πανεπιστήμια. Μέχρι της στιγμής δεν το κάνει με το Σκοπιανό, αντίθετα δείχνει να βιάζεται να τελειώνει με τον …«πονοκέφαλο».

Έχω νέα πάντως: Όλοι αυτοί που τον χειροκροτούν επειδή αποφάσισε να βγάλει από το «πιάτο των προβλημάτων» το Σκοπιανό, μόλις υπογράψει την ονομασία «Νέα Μακεδονία» ή κάτι παρεμφερές θα τον στήσουν στην Πλατεία Συντάγματος. Είμαστε πολλοί οι άνθρωποι που αρνούμαστε να ομιλούμε «εθνικιστικά». Στο σημείο που έφτασαν τα πράγματα, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν εξυπηρετούνται τα εθνικά στρατηγικά συμφέροντα της χώρας, αποδεχόμενοι τη λύση του Σκοπιανού, με τρόπο που θα πονέσει και το λαό και την Ελλάδα.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Ο Πρωθυπουργός έκανε λάθος δηλώνοντας ότι οι Σκοπιανοί δεν αποτελούν τους μοναδικούς απογόνους των Μακεδόνων και του Μεγάλου Αλέξανδρου. Διότι με τον τρόπο αυτό, αποδέχθηκε ότι είναι και αυτοί απόγονοι των Μακεδόνων και του Μεγάλου Αλέξανδρου, ενώ η ιστορία είναι αμείλικτη στο θέμα αυτό. Πρέπει να βρει τρόπο να διορθώσει αυτό το λάθος. Το πρόβλημα με τα Σκόπια δεν είναι μόνο η κλοπή του ονόματος της «Μακεδονίας». Το μεγαλύτερο είναι ο αλυτρωτισμός που τους κυριαρχεί. Η συμφωνία για την ονομασία δεν θα διαρκέσει εάν δεν τερματίσουν πάραυτα την εθνικιστική πολιτική που ακολουθούν, πιστεύοντας ότι τους ανήκει και η Χαλκιδική -μερικοί κρατούν χάρτες που περιλαμβάνει και τη …Λάρισα.

Πηγή: Αυτοί που χειροκροτούν τον Τσίπρα και τον Κοτζιά για το Σκοπιανό, θα τους βρίζουν αύριο: Ο ελέφαντας και το μυρμήγκι… http://mignatiou.com/2018/01/afti-pou-chirokrotoun-ton-tsipra-ke-ton-kotzia-gia-to-skopiano-tha-tous-vrizoun-avrio-o-elefantas-ke-to-mirmigki/