Thousands of Turkish Cypriots chanting “we want our country back” have taken to the streets of Nicosia despite heavy rain, after calls for a mass demonstration against Ankara’s heavy-handed policies towards the breakaway republic.
Tensions with the Turkish government mounted this week after a mob of hardliners attacked the office of the Turkish Cypriot newspaper Afrika for running a front-page article critical of the country’s military offensive against Kurdish militants in Syria.
Led by the nationalist Grey Wolves, they went on the rampage after the Turkish president, Recep Tayyip Erdoğan, criticised the newspaper’s stance as “immoral” and “shameless”.
Beneath the headline “one more occupation from Turkey”, Afrika drew parallels with Ankara’s 1974 military operation in Cyprus when Turkey seized the island’s northern third.
The Organisation for Security and Co-operation in Europe condemned the attack as an assault on free press and freedom of speech.
Ahead of the protest on Friday, Sener Elcil, a trade unionist, told the Guardian: “The attack was very violent and very humiliating for Turkish Cypriots, who no longer feel secure in their own country.” At least 5,000 people were believed to have taken part.
“In Turkey, all the intellectuals, journalists and writers have been imprisoned. There is no opposition, but in Cyprus there are people who believe in democracy and peace,” he said.
Elcil, who heads the leftwing and secular Turkish Cypriot teachers’ union, echoed other protest organisers in blaming Ankara for the violence on Monday.
At a rally in Bursa at the weekend, Erdoğan incited his “brothers in north Cyprus” to respond to the “vulgar” newspaper’s criticism.
About 500 protesters, many shouting Allahu Akbar, converged on the building, smashing windows and pelting it with eggs, water bottles and stones. Sener Levent, the newspaper’s editor, narrowly escaped being lynched, witnesses claimed.
Elcil, speaking from Nicosia, said: “Groups, paramilitary organisations, acting on the orders of the Turkish embassy, were behind it.
“For a very long time, Erdoğan has been trying to extend his power to the Turkish Republic of Northern Cyprus. Turkish Cypriots do not feel protected.”
The demonstration, on the eve of presidential elections in the island’s Greek-run south, comes at a time of mounting tensions between Turkey and the minority, in whose name it invaded almost 45 years ago.
The 120,000-strong Turkish Cypriot community has increasingly complained of being overrun by devout mainland settlers. Grievances have grown since the collapse of UN-mediated reunification talks last year.
Although Ankara bankrolls the republic and is the only country to acknowledge it internationally, the appearance of religious schools and a mosque-building scheme, backed by the Turkish government, have antagonised a community that fears its traditionally secular Cypriot identity is being erased.
Afrika has been a leading critic of policies it has denounced as imperialist and neo-Ottoman. Levent told the Associated Press: “Erdoğan sent the demonstrators. It was a threat made against us. We will continue telling the truth.”
Rising tensions have not gone unnoticed in the south. The foreign ministry issued a blistering statement deploring Erdoğan’s increasing authoritarianism.
“The incitement to violence on the part of the Turkish president is yet more proof of Mr Erdoğan’s policy to consolidate Turkey’s authoritarian policies in the Turkish-occupied part of Cyprus, including restrictions on freedom of expression and freedom of the press,” it said.
The election on Sunday, which follows parliamentary polls in the north earlier this month, will play a decisive role in re-energising the peace process, with the prospect of reunification dependent – as never before – on the outcome of what is likely to be a two-round race.
Είναι να λυπάται κανείς για την κατάντια της πάλαι ποτέ υπερδύναμης που έγινε αρνάκι. Ο Ταγίπ Ερντογάν απείλησε τις Ηνωμένες Πολιτείες πως αν δεν σταματήσουν να υποστηρίζουν τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, τις οποίες χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές», οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ μπορεί να έρθουν σε αντιπαράθεση με τις τουρκικές. Δυστυχώς, η αμερικανική απάντηση ήταν μια απολογία ότι το Πεντάγωνο παρακολουθεί τη διαδρομή των όπλων που έδωσε στους Κούρδους για να αντιμετωπίσουν το Ισλαμικό Κράτος και μια σύσταση προς τους Κούρδους να μην τα χρησιμοποιήσουν στο Αφρίν κατά των Τούρκων.
Αμερικανικές δυνάμεις δεν υπάρχουν στο Αφρίν αλλά 100 χιλιόμετρα ανατολικά, στην πόλη Μένπετζ, την οποία κατέχουν οι Κούρδοι και στην οποία βρίσκονται και 2.000 Αμερικανοί στρατιώτες οι οποίοι παρενεβλήθησαν μεταξύ των τουρκικών και κουρδικών δυνάμεων, καλύτερα μεταξύ των τουρκικών και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων στις οποίες κυριαρχούν οι Κούρδοι αλλά δεν απαρτίζονται μόνο από Κούρδους.
Που βασίζεται ο Ερντογάν και είναι τόσο επιθετικός και τόσο απειλητικός προς τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Πρωτίστως, στον αμερικανικό φόβο πως εδώ που έφθασαν τα πράγματα, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η Τουρκία να διολισθήσει προς την επιρροή της Ρωσίας.
Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς, οι Ρώσοι κινήθηκαν έξυπνα στη συριακή σκακιέρα και έχουν οδηγήσει τις εξελίξεις στο σημείο ή να έρθουν οι ΗΠΑ σε ακραία αντιπαράθεση με τη σύμμαχό τους στο ΝΑΤΟ Τουρκία, ή να εκδηλώσουν μια τεράστια αδυναμία ελέγχου των εξελίξεων στην περιοχή, που τους οδηγεί σε απώλεια κύρους και, ενδεχομένως, και συμμαχιών. Η εικόνα που δίνει η Ουάσινγκτον είναι εγκατάλειψη των συμμάχων της στους οποίους βασίστηκε για την εξάλειψη του κινδύνου από το Ισλαμικό Κράτος ή αδυναμία υποστήριξής τους. Και τα δύο είναι αρνητικά για το κύρος της υπερδύναμης.
Το Αφρίν είναι το δυτικότερο τμήμα στη Βόρεια Συρία το οποίο βρίσκεται υπό κουρδική διοίκηση. Είναι απομονωμένο από τις άλλες κουρδικές περιοχές και ο Ερντογάν επέλεξε να επιτεθεί πρώτα σ’ αυτό για να το ελέγξει και στη συνέχεια στην πόλη Μένπετζ, ανατολικότερα.
Στόχος του Ερντογάν είναι να σπρώξει τους Κούρδους ανατολικά του Ευφράτη διότι θεωρεί επικίνδυνη την παρουσία τους και τον έλεγχο της περιοχής που σήμερα κατέχουν.
Ο Ερντογάν κατηγορεί επίσης τους Κούρδους της Συρίας ότι συνεργάζονται με τους ομοεθνείς τους του PKK (τους Κούρδους της Τουρκίας που από το 1985 διεξάγουν ένοπλο αγώνα στο εσωτερικό της Τουρκίας) και έχουν στόχο τη δημιουργία κουρδικής οντότητας με την απόσχιση κουρδικών εδαφών (από την Τουρκία, τη Συρία, το Ιράν και το Ιράκ).
Οι Κούρδοι της Συρίας αρνούνται ότι επιδιώκουν την απόσχιση από τη Συρία και υποστηρίζουν πως η θέση τους είναι η δημιουργία μιας ενιαίας ομοσπονδιακής Συρίας. Ο Άσαντ δεν το θέλει αυτό αλλά δεν το αποκλείουν οι Ρώσοι, οι οποίοι σε ένα από τα σχέδια που παρουσίασαν στο παρελθόν, περιέλαβαν ανάλογη πρόβλεψη.
Στο Αφρίν υπήρχε –μέχρι πριν αρχίσει η τουρκική επιχείρηση την οποία ονόμασαν «Κλάδο Ελαίας»– ρωσική παρουσία η οποία αποσύρθηκε για να διευκολυνθεί η Άγκυρα. Γι’ αυτό οι Κούρδοι και άλλοι διεθνείς αναλυτές κατηγορούν τη Ρωσία για προδοσία.
Ουσιαστικά, η Μόσχα έθεσε τους Κούρδους στο δίλημμα ή να δεχθούν την είσοδο στο Αφρίν των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων ή να αντιμετωπίσουν την τουρκική επίθεση. Οι Κούρδοι αρνήθηκαν να παραδώσουν στον Άσαντ την περιοχή την οποία ελέγχουν διοικητικά, οι Ρώσοι αποσύρθηκαν, και από τις 20 Ιανουαρίου άρχισαν οι Τούρκοι να βομβαρδίζουν αεροπορικώς και με πυροβολικό το Αφρίν.
Παρά τη δήλωση Ερντογάν ότι σε τρεις ημέρες θα πολιορκούσε και θα καταλάμβανε την πόλη του Αφρίν, οι τουρκικές δυνάμεις φαίνεται πως στο επιχειρησιακό επίπεδο συναντούν δυσκολίες, διότι οι μέρες περνούν και αποτελέσματα δεν υπάρχουν. Οι Τούρκοι συνεργάζονται με δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης τις οποίες βάζουν στην πρώτη γραμμή της εισβολής και ακολουθεί ο τουρκικός στρατός, αλλά όπως αναφέρθηκε τα πράγματα δεν εξελίσσονται καλά για τους Τούρκους. Ο Ερντογάν αναζητά νέους μισθοφόρους στις δυνάμεις της Αλ Κάιντα για να μπορέσουν να προχωρήσουν προς την πρωτεύουσα του Αφρίν. Η περιοχή στην οποία θέλει να εισβάλει η Τουρκία είναι ορεινή και κανείς εισβολέας δεν μπόρεσε να την κατακτήσει. Ακόμη και οι Γάλλοι όταν κατέλαβαν με τις αποικιοκρατικές τους δυνάμεις τη Συρία δεν μπήκαν στο Αφρίν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν μια παράξενη αδυναμία στην περιοχή. Από την εποχή του Ομπάμα που υποβάθμισε την παρουσία των ΗΠΑ μέχρι και σήμερα που μάλλον δεν έχουν πολιτική, εμφανίζονται χωρίς σθένος και χωρίς στόχους. Δεν ξέρουν τι θέλουν, ή και όπου ξέρουν δεν μπορούν να διαμορφώσουν πολιτική και να την προωθήσουν. Έχουν γίνει υποχείριο της Τουρκίας με διάφορους εκβιασμούς και δεν παρουσιάζουν εναλλακτική πολιτική στην προσέγγιση της Άγκυρας προς τη Ρωσία. Δεν ξέρουν τι να κάνουν σε περίπτωση που η Τουρκία απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Εκεί που οι αμερικανικές εφημερίδες και τα αμερικανικά think tanks μιλούσαν για εξώθηση της Άγκυρας εκτός ΝΑΤΟ αν δεν συμμορφωνόταν με τις επιλογές της Συμμαχίας, φθάσαμε να φοβάται η Ουάσινγκτον μήπως απομακρυνθεί η Τουρκία.
Το συριακό πεδίο έδειξε πως οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν είναι η μόνη υπερδύναμη, ίσως δεν είναι καν η prima ante pares – η πρώτη μεταξύ ίσων.
Η Αμερική βάσιζε την ηγεμονία της στην τεχνολογική υπεροχή που της προσέδιδε το πλεονέκτημα στους εξοπλισμούς, την παιδεία της, την οικονομία της και τις δημοκρατικές της αξίες. Σχεδόν σε όλα έχει πλέον ανταγωνιστές, ή έχει υποχωρήσει.
Ορισμένους τους χαροποιεί η αμερικανική αυτή υποχώρηση. Αλλά δεν έχουν σκεφτεί τι θα σημαίνει να αναλάβει την παγκόσμια ηγεμονία μια ασιατική δύναμη της οποίας τα πολιτισμικά πρότυπα είναι διαφορετικά.
Στις αρχές του ’90 κυκλοφόρησε ένα δίτομο έργο με συγγραφέα τον Πολ Κένεντι. Τίτλος του ήταν Η άνοδος και η πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο συγγραφέας του εντόπιζε ως αιτία της παρακμής την υπερεπέκταση στην οποία οδηγούνται αναγκαστικά οι μεγάλες δυνάμεις. Η Αμερική υπερεπεκτάθηκε, και σήμερα, στη χειρότερη εσωτερική της συγκυρία, αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό και έκδηλη αδυναμία τις παγκόσμιες αλλαγές.
Την ίδια μοίρα θα έχει και η απερίσκεπτη Τουρκία του Ερντογάν, αλλά θα πάρει λίγο καιρό.
Η Αθήνα δεν έχει περιθώρια να μην αναλύσει αυτές τις εξελίξεις και να μην διαμορφώσει πολιτικές αντιμετώπισής τους. Γι’ αυτό χρειάζεται να ικανοποιηθούν δύο παράμετροι: πρώτον όσο το δυνατόν πιο γρήγορη έξοδος από την κρίση και δεύτερον ενότητα. Διαφορετικά θα βγούμε χαμένοι.
Πανεπιστημίου Πειραιώς και Πανεπιστημίου Μάλτας
Έδρα Jean Monnet στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Σύγκλιση [email protected] “Καθημερινή”
Πλησιάζοντας στη λήξη των μνημονίων στις 20 Αυγούστου 2018 η προσοχή όλων στρέφεται στην επόμενη ημέρα. Κατά πόσο δηλαδή θα συνεχίσουμε μόνοι μας (καθαρή έξοδος, πανηγυρισμοί και γλέντια*) με οικονομική βοήθεια (πιστωτική γραμμή, μόνο γλέντια) ή με κάποιου είδους επιτήρηση (δημοσιονομικός έλεγχος, μόνο πανηγυρισμοί). Μέχρι τότε θα μεσολαβήσουν δύο ακόμα αξιολογήσεις. Η τέταρτη τον ερχόμενο Ιούνιο που θα σαρώσει τα υπόλοιπα προαπαιτούμενα που δεν θα έχουν ρυθμιστεί στην παρούσα αξιολόγηση, και την ανακεφαλαιωτική αξιολόγηση πριν από τις 20 Αυγούστου που θα δει το σύνολο της εικόνας μέχρι τότε. Έτσι θα αποφασιστεί η επόμενη ημέρα, ενδεχομένως, και με βαρύγδουπες αμφισβητήσεις εκατέρωθεν.
Όποια και αν είναι η απόφαση που θα επιλεγεί, ανάλογα με τη συμμόρφωση στις συμβατικές μας υποχρεώσεις και το αποτέλεσμα που θα παρουσιάσουμε μέχρι τότε, ένα είναι σίγουρο. Η χώρα θα παραμείνει σε επιτήρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μέχρι την εξόφληση του 75% του χρέους που προσδιορίζεται στο 2060. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει, είναι οι απαράβατοι όροι στη διαδικασία της πτώχευσης των χωρών που αναζητούν βοήθεια από το ΔΝΤ. Το γνωρίζουν όλοι πλην όμως το αποσιωπούν.
Προς τι τα γλέντια και οι πανηγυρισμοί λοιπόν; Θεωρούν ότι η επιτήρηση είναι λιγότερη επώδυνη από τα μνημόνια;
Η επόμενη φάση της μνημονιακής εποχής με ανοιχτά ακόμα θέματα που, αν εφαρμοστούν, θα επιφέρουν περαιτέρω συρρίκνωση στο εισόδημα των πολιτών, αυξημένη απογοήτευση,αγανάκτηση και μίσος, εξαέρωση του ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών (τους έχουμε ανάγκη) και κυρίως απρόσμενες εξελίξεις στο εκλογικό αποτέλεσμα. Η εμπειρία, σε ανάλογες περιπτώσεις, είναι απόλυτα αρνητική για το κόμμα που χρεώνεται τα οικονομικά αποτελέσματα της πολιτικής που εφαρμόστηκε. Μέχρι σήμερα τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι υπέρ του κυβερνώντος κόμματος ακόμα και αν πανηγυρίζει που το ένα τρίτο των πολιτών έχει τις προϋποθέσεις να πάρει το οικονομικό βοήθημα αντί να κλαίει για την κατάντια της κοινωνίας. Αντίθετα τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να αποτελέσουν την αρχή για την αποσύνθεση και την απώλεια της ταυτότητάς του ως κόμμα αριστερής ιδεολογίας.
Η αξιωματική αντιπολίτευση περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί ατυχείς δηλώσεις της κυβέρνησης, αστοχίες και λάθη αντί να προλαμβάνει τις εξελίξεις ως κόμμα που θα αναλάβει την εξουσία στις επόμενες εκλογές, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις.
Αντί να σχεδιάζει πρωτοβουλίες σε επίπεδο κοινωνίας, όχι σε επίπεδο κυβέρνησης, αποδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο την κλονισμένη αξιοπιστία του κυβερνώντος συνασπισμού αρέσκεται και αυτή με αόριστες δηλώσεις αποκρύπτοντας την ωμή πραγματικότητα. Όταν ο υπεύθυνος τομεάρχης αντί να αναφερθεί στο πραγματικό γεγονός της υποχρεωτικής επιτήρησης μέχρι το 2060 αναλίσκεται στην αμφισβήτηση των οικονομικών στοιχείων που παρουσιάζει η κυβέρνηση μάλλον έχει χάσει το επίκεντρο της των προσδοκιών της κοινωνίας. Όταν ο αρχηγός βιάζεται να δηλώσει τον αποκλεισμό των συγγενικών του προσώπων από την μελλοντική του κυβέρνηση μάλλον προσπαθεί να προλάβει τις αντιδράσεις των ανταγωνιστών του στο κόμμα κάτι που αποδυναμώνει το ρόλο του ηγέτη.
Μέσα σε αυτά μας προέκυψε και το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Παγωμένο για μεγάλο διάστημα άνοιξε την κατάλληλη, για την άλλη πλευρά στιγμή, με στόχο να περάσει και αυτό μέσα από τον ορυμαγδό των μέτρων που κατέστρεψαν την οικονομία, αναχαίτισαν και πάλι την ανάπτυξη και δημιούργησαν συνθήκες Βαλκανίων και στη χώρα μας. Το Ελλάς-Γαλλία συμμαχία αντικαταστάθηκε από το Ελλάς-Σκόπια συμμαχία. Και ενώ όλοι μιλάνε με παροιμίες και μισόλογα ήλθε ο Πρωθυπουργός της μικρής αυτής χώρας να εκφραστεί με απλά, σταράτα, καθαρά λόγια βάζοντας ουσιαστικά το πλαίσιο της συζήτησης που θα ακολουθήσει θυμίζοντάς μας τι σημαίνει να είσαι ηγέτης. Γιατί από την δική μας πλευρά δεν τον έχουμε δει ακόμα.
Θα συρθούμε υποχρεωτικά στο τραπέζι των συζητήσεων χωρίς κανένα πλεονέκτημα αυτή τη φορά. Το αντίδωρο θα παιχθεί στις διευκολύνσεις που θα μας υποσχεθούν για την μετα-μνημονιακή εποχή. Ανταλλάσσουμε την επιθυμητή λύση έναντι μερικών δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ μείωση του ελλείμματος; Ή έναντι μερικών χιλιάδων νέων οπαδών; Σε κάθε περίπτωση θα υποχρεωθούμε να αποδεχθούμε το αποτέλεσμα, που έχει ήδη αποφασιστεί, σε βάρος της εθνικής μας αξιοπρέπειας. Το αν πανηγυρίσουμε ή όχι με το αποτέλεσμα είναι κάτι που αναζητείται.
Η λύση θα είναι δύσκολη τόσο στη φάση της διαπραγμάτευσης όσο και στη φάση της εφαρμογής της και στις δύο πλευρές. Ο αλυτρωτισμός από την πλευρά των Σκοπίων, η αναγνώριση της χώρας από τα δύο τρίτα και πλέον των χωρών του ΟΗΕ, η ψυχολογία των κατοίκων της που από την δημιουργία του κράτους (1991) μέχρι σήμερα θεωρεί τον εαυτό τους ‘’Μακεδόνα’’ και η σημερινή συγκυρία με την αστάθεια και τις διενέξεις στην περιοχή δεν δημιουργούν ευνοϊκό κλίμα για μια βελούδινη διαπραγμάτευση. Ο επί 25 χρόνια αποτυχημένος διαπραγματευτής δεν εξασφαλίζει την αποδοχή που απαιτείται για ένα τέτοιο μεγάλο ρόλο. Είναι σίγουρο ότι θα ζητηθεί αλλαγή ονομάτων και στην πλευρά μας. Η περιφέρεια, το αεροδρόμιο, το πανεπιστήμιο θα μπουν στην ατζέντα για την μετονομασία τους αναλόγως. Πόσο βαρύ είναι το αντίτιμο αυτό το γνωρίζουν καλύτερα από όλους οι βορειοελλαδίτες συμπατριώτες μας.
Το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης και αυτά που θα ακολουθήσουν καταλύουν με βροντερό τρόπο τη θετική διάθεση που υπέθεσαν ότι υπήρχε στην ελληνική κοινωνία οι κυβερνόντες για άμεση λύση. Με ιδιαίτερο τρόπο αυτοϊκανοποιούνται συγκρίνοντας τα προηγούμενα συλλαλητήρια με το σημερινό. Η αξιωματική αντιπολίτευση χωρίς ξεκάθαρη άποψη ανασκευάζει τη θέση της και λογαριάζει τα συν και τα πλην έχοντας ως στρατηγικό ζητούμενο τη ζημιά στην κυβέρνηση. Παντελής έλλειψη στρατηγικής και ηγετικής συμπεριφοράς.
Η εξέλιξη στο θέμα είναι τώρα χωρίς επιστροφή. Είναι καιρός να αδράξουν την ευκαιρία όλοι όσοι, ευαρεστούμενοι δηλώνουν ηγέτες, και να μην σπαταλούν τον χρόνο τους σε ανούσιες παραστάσεις, δηλώσεις και διερευνητικές επαφές για να εξασφαλίσουν το αυτονόητο ζητούμενο. Την αποφυγή της ευθύνης. Το εθνικό θέμα είναι πάνω και πέρα από κάθε άλλη προτεραιότητα κάτι που οι ηγέτες οφείλουν να γνωρίζουν. Δεν μπορούν να αποφεύγουν να πάρουν θέση, να λειτουργούν με την τακτική των ‘’λαγών’’, να ακροβατούν μεταξύ του απόλυτα εθνικού, όχι στον όρο ‘’Μακεδονία’’, και του συναινετικού αλλά απόλυτα αποδεκτού από την άλλη πλευρά προσδιοριστικού με βάση το χρόνο (νέα) ή την τοποθεσία (βόρεια) ‘’Μακεδονία’’, προσπαθώντας να αφουγκραστούν την κοινή γνώμη για να κρατήσουν ψηφοφόρους αντί να οδηγήσουν την συζήτηση εκεί που το εθνικό συμφέρον επιβάλλει βάζοντας τους απαράβατους, σε εθνικό επίπεδο, ελάχιστα αποδεκτούς όρους.
Η πλευρά της κυβέρνησης ανησυχεί αν θα κρατήσει την ομοψυχία της στο θέμα έχοντας την αριθμητική υπεροχή που την κρατά ζωντανή μέχρι σήμερα, αφήσει περιθώρια προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις ενώ η πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης θεωρεί ότι ήλθε η κατάλληλα ώρα να αναρριχηθεί στην εξουσία ακόμα και μέσα από μια εθνική αποτυχία. Και στις δύο περιπτώσεις δεν αναδεικνύεται ο ηγέτης. Ο καθένας επιλέγει την στρατηγική που του εξασφαλίζει τις λιγότερες προσωπικές απώλειες. Είναι όμως το πεδίο αυτό κατάλληλο για τέτοιου είδους προσωπικές-κομματικές επιλογές; Μήπως οι ηγέτες σκέπτονται και πράττουν εντελώς διαφορετικά;
Τα υπόλοιπα κόμματα της Βουλής ψάχνουν ακόμα την ταυτότητα που έχασαν χωρίς να είναι σε θέση να συμβάλλουν θετικά στο θέμα που εξελίσσεται μπροστά τους. Οι συγκυρίες δεν τα ευνοούν, οι πανηγυρισμοί για τη συγκρότηση του νέου φορέα της κεντροαριστεράς, στην πράξη νέο όνομα με τα ίδια πεπαλαιωμένα υλικά, είναι χωρίς σημασία. Η φθορά και η αμφισβήτηση θα παραμείνουν, το αθροιστικό αποτέλεσμα στην περίπτωση του νέου φορέα δεν θα επιβεβαιώσει την αριθμητική. Οι υπόλοιποι μικροί ακολουθούν χωρίς τίποτε το ουσιαστικό.
Η μακροχρόνια διαπραγμάτευση, αν η κυβέρνηση την επιλέξει τελικώς, θα δηλητηριάσει τις όποιες καλές προθέσεις υπάρχουν από τους υπεύθυνους διαπραγματευτές και θα μας φέρει σε αδιέξοδα. Αν κάτι πρέπει να γίνει ας γίνει άμεσα. Γιατί ας μην γελιόμαστε. Το ζήτημα θα λυθεί για εμάς χωρίς εμάς.
Αναζητείται λοιπόν ο ηγέτης που θα ξεπεράσει την μικροπολιτική, τον πολιτικό αμοραλισμό, την ιδιοτέλεια και το κομματικό συμφέρον και θα πάρει τα ηνία για να λύσει το πρόβλημα. Δεν είναι απαραίτητο να είναι ο Πρωθυπουργός. Η πρόταση για τη δημιουργία μιας υψηλού επιπέδου ομάδας διαπραγμάτευσης, με την σύμφωνη γνώμη όλων των πολιτικών κομμάτων που θα αναλάβει να φέρει σε πέρας το δύσκολο αυτό έργο φαίνεται να είναι η πλέον πρόσφορη λύση. Τουλάχιστον εξασφαλίζει συναίνεση. Ας την επιχειρήσουν. Η μυστική διπλωματία σταματάει εκεί που η κοινωνία ξεσπά. Οι ηγέτες επιζητούν συγκλίσεις και συναινέσεις.
*Οι πανηγυρισμοί συνοδεύονται από δηλώσεις, συνεντεύξεις, συγκρίσεις με το παρελθόν, τα γλέντια με αλόγιστες δαπάνες.
Υπό την ιδιότητα του έγκριτου συνταγματολόγου, ο Ευ. Βενιζέλος παρενέβη στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων και της αναθεώρησης του Συντάγματος της ΠΓΔΜ.
Οπως τονίζει σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ «το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ συνδέεται- και ορθά- με την ανάγκη να εξαλειφθούν οι κάθε είδους αλυτρωτικές εξαγγελίες και συμπεριφορές προκειμένου να διασφαλισθεί, σε μόνιμη και διαρκή βάση, ο σεβασμός των υφιστάμενων συνόρων, η περιφερειακή σταθερότητα και η σχέση καλής γειτονίας».
Ο Ευ. Βενιζέλος διευκρινίζει πως η άποψη ότι το εθνικό Σύνταγμα υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου και εν προκειμένω τηςΕνδιάμεσης Συμφωνίας, δεν γίνεται δεκτή διεθνώς και αντιβαίνει ευθέως στο άρθρο 27 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών που απαγορεύει σε ένα συμβαλλόμενο σε συνθήκη κράτος να επικαλεσθεί το εσωτερικό του δίκαιο ως δικαιολογία για την εκ μέρους του μη τήρηση της συνθήκης.
Σημειώνει μάλιστα ότι «άλλωστε η ΠΓΔΜ όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αντιθέτως επικαλέσθηκε ενώπιον του ΔΔΧ την Ενδιάμεση Συμφωνία και δεν τέθηκε ούτε μπορεί να τεθεί ζήτημα αμφισβήτησης της αρμοδιότητας της τότε κυβέρνησης της ΠΓΔΜ και του τότε υπουργού της των εξωτερικών για τη συνομολόγηση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 46 της Σύμβασης της Βιέννης».
Τέλος, ξεκαθαρίζει ότι «αν επιτευχθεί στο μέλλον οριστική συμφωνία που αναφέρεται και σε αλλά ζητήματα που ρυθμίζονται από το εθνικό σύνταγμα της ΠΓΔΜ ( πχ αναφορές στη γλώσσα ή την ιθαγένεια), οι προβλέψεις αυτής της διεθνούς συμφωνίας θα κατισχύουν, κατά την ίδια λογική, των σχετικών διατάξεων του συντάγματος».
Δείτε την ανάρτηση του Ευ. Βενιζέλου:
«Το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ συνδέεται- και ορθά- με την ανάγκη να εξαλειφθούν οι κάθε είδους αλυτρωτικές εξαγγελίες και συμπεριφορές προκειμένου να διασφαλισθεί, σε μόνιμη και διαρκή βάση, ο σεβασμός των υφιστάμενων συνόρων, η περιφερειακή σταθερότητα και η σχέση καλής γειτονίας.
Παρατηρώ ότι στο πλαίσιο αυτό έχει ανοίξει και πάλι η συζήτηση σχετικά με το σύνταγμα της ΠΓΔΜ και την ανάγκη αναθεώρησης προβληματικών αναφορών στο προοίμιό του και διατάξεών του που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ή μπορούν να προσλάβουν αλυτρωτικό περιεχόμενο.
Είναι χρήσιμο συνεπώς να θυμηθούμε τις σχετικές ρυθμίσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 η οποία στο άρθρο 6 προβλέπει επί λέξει τα εξής στην ελληνική μετάφραση που κατατέθηκε στον ΟΗΕ (όπου δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος είναι η ΠΓΔΜ και πρώτο συμβαλλόμενο μέρος η Ελλάδα):
«ΆΡΘΡΟ 6
1. Το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος δια της παρούσης δηλώνει επίσημα ότι τίποτα στο Σύνταγμά του, και ιδιαίτερα στο προοίμιό του, ή στο άρθρο 3 του Συντάγματος, δεν μπορεί ή δεν θα έπρεπε να ερμηνευθεί ότι αποτελεί ή θα αποτελέσει ποτέ τη βάση οποιασδήποτε διεκδικήσεως από το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος οποιασδήποτε περιοχής που δεν συμπεριλαμβάνεται στα σημερινά του σύνορα.
2. Το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος δια της παρούσης δηλώνει επίσημα ότι τίποτα στο Σύνταγμά του, και ιδιαίτερα στο άρθρο 49, όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορεί ή δεν θα έπρεπε να ερμηνευθεί ότι αποτελεί ή θα αποτελέσει ποτέ τη βάση για επέμβαση του Δευτέρου Συμβαλλομένου Μέρους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου Κράτους προκειμένου να προστατεύσει το καθεστώς και τα δικαιώματα οποιωνδήποτε προσώπων σε άλλα Κράτη που δεν είναι πολίτες του Δευτέρου Συμβαλλομένου Μέρους.
3. Το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος επιπλέον δηλώνει επίσημα ότι οι ερμηνείες που δίνονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος Άρθρου δεν θα υποκατασταθούν από οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του Συντάγματός του.»
Στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου που διέπει τις διμερείς μας σχέσεις αλλά και τη στάση όλων των κρατών μελών της διεθνούς κοινότητας και των διεθνών οργανισμών, οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί από την ΠΓΔΜ με το άρθρο 6 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υπερισχύουν των διατάξεων του εθνικού της συντάγματος, των μελλοντικών του αναθεωρήσεων και των πιθανών του ερμηνειών. Η δε τυχόν παραβίαση των προβλέψεων του άρθρου 6 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας συνιστά, κατά το άρθρο 21 της ίδιας Συμφωνίας, λόγο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο οποίο προσέφυγε το 2008 η ΠΓΔΜ επικαλούμενη παραβίαση από την Ελλάδα του άρθρου 11 που ρυθμίζει τα σχετικά με την ένταξη της ΠΓΔΜ σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς στους οποίους είναι μέλος η Ελλάδα, εφόσον θέλει να ενταχθεί με το προσωρινό όνομα με το οποίο εντάχθηκε τον Απρίλιο του 1993 στον ΟΗΕ.
Η άποψη ότι το εθνικό Σύνταγμα υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου και εν προκειμένω της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, δεν γίνεται δεκτή διεθνώς και αντιβαίνει ευθέως στο άρθρο 27 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών που απαγορεύει σε ένα συμβαλλόμενο σε συνθήκη κράτος να επικαλεσθεί το εσωτερικό του δίκαιο ως δικαιολογία για την εκ μέρους του μη τήρηση της συνθήκης. Άλλωστε η ΠΓΔΜ όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αντιθέτως επικαλέσθηκε ενώπιον του ΔΔΧ την Ενδιάμεση Συμφωνία και δεν τέθηκε ούτε μπορεί να τεθεί ζήτημα αμφισβήτησης της αρμοδιότητας της τότε κυβέρνησης της ΠΓΔΜ και του τότε υπουργού της των εξωτερικών για τη συνομολόγηση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 46 της Σύμβασης της Βιέννης.
Αν επιτευχθεί στο μέλλον οριστική συμφωνία που αναφέρεται και σε αλλά ζητήματα που ρυθμίζονται από το εθνικό σύνταγμα της ΠΓΔΜ ( πχ αναφορές στη γλώσσα ή την ιθαγένεια), οι προβλέψεις αυτής της διεθνούς συμφωνίας θα κατισχύουν, κατά την ίδια λογική, των σχετικών διατάξεων του συντάγματος.
Τα σημειώνω αυτά για να γνωρίζουμε τι έχει επιτευχθεί το 1995 και ποιες διεθνείς υποχρεώσεις βαραίνουν την ΠΓΔΜ, αλλά και για να μη κρούονται εκκωφαντικά ανοιγμένες θύρες».
Αντί να βγούν δημοσίως και να απολογηθούν γα το τραγικό λάθος τους να μην καλύψουν την μεγαλειώδη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης, στην ΕΡΤ3 ετοιμάζουν επίθεση κατά της κοινωνίας.
Στις σχετικές προετοιμασίες πρωταγωνιστεί η Πρόεδρος της Διοικούσας, (πολιτική θέση, άρα κυβερνητική κάλυψη) η οποία επισκέπτεται τα διάφορα τμήματα και ζητά απο τους εργαζόμενους να της στείλουν εγγράφως τις “απειλές” που δέχθηκαν με διάφορα μηνύματα. Ο στόχος της είναι προφανής. Ελπίζω οι πεπειραμένοι εργαζόμενοι να μην πέσουν στην παγίδα.
Η απόφαση της ΕΡΤ3 να μην καλύψει την διαδήλωση ήταν πολιτική. Πολιτική έπρεπε να είναι και η αντίδραση των πολιτών, αν και θα μπορούσε να γίνει και προσφυγή, μεμονωμένων ατόμων, στη δικαιοσύνη με το σκεπτικό ότι ενώ καταβάλλουν το τίμημα που τους αναλογεί δεν έχουν την πληροφόρηση που επιβάλλει ο νόμος και η δημοσιογραφική δεοντολογία.
Ζήτησα και εγώ την παραίτηση της Διοίκησης για στοιχειώδεις λόγους ευθιξίας αλλά καταδίκασα και καταδικάζω την προσωπική επίθεση κατά του Γενικού Διευθυντή που έχει σχέση με την καταγωγή του. Το μυαλό του και οι δεσμεύσεις που ανέλαβε φταίνε και όχι η καταγωγή του.
Επι του θέματος, είναι τραγικό αυτό που πάει να γίνει. Για λόγους στενά κομματικούς ο Συριζα επιχειρεί να φέρει τους εργαζόμενους σε αντίθεση με την κοινωνία. Πολλοί, μάλιστα, απο όσους δημοσίως εκφράστηκαν κατά της παράλειψης της ΕΡΤ- ΕΡΤ3 επισήμαιναν ότι συμπαραστάθηκαν στον αγώνα τους όταν ζητούσαν την επαναπρόσληψή τους.
Πολύ γρήγορα ξέχασαν οι εργαζόμενοι την κοινωνική συμπαράσταση που έτυχαν όταν την είχαν ανάγκη.
Ας έχουν υπόψη τους πως τα πράγματα αλλάζουν και πως
με την κοινωνία απέναντι ένα μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν νομιμοποιείται να υπάρξει. Ας μην ενδώσουν στο στενά κομματικό συμφέρον του Συριζα. Αρκετά τους χρησιμοποίησε, αρκετά τους έφθειρε, αρκετά ξευτέλισε τη δημοσιογραφία. Ιδιαιτέρως στη Θεσσαλονίκη.
Θα είναι τραγικό λάθος να συναινέσουν στις σκοπιμότητες της κ. προέδρου.
Ποτέ κανένας δημοσιογράφος και κανένα μέσο δεν ευδοκίμησε με την κομματική προσήλωση. Όλοι ξεχάστηκαν και πέρασαν στην απαξία.
Ξέχασαν φαίνεται στο Συριζα, τι έλεγαν και πως αντιμετώπιζαν τους δημοσιογράφους και τα Μέσα Ενημέρωσης και τι λένε, ακόμη και τώρα, στα ΜΜΕ που τους ασκούν κριτική.
Προσοχή, λοιπόν. Πέρα απο τις φτηνές εκτιμήσεις, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαμόρφωση ενός κοινωνικού ρεύματος με απορριπτικές τάσεις. Δεν μπορεί ένα κρατικό μέσο ενημέρωσης να βρίσκεται σε αντίθεση με αυτήν την κοινωνική δυναμική. Αν το κάνει θα γίνει ένα καθεστωτικό όργανο. Αν αυτό είναι που θέλουν ας προχωρήσουν. Αν όχι, ας συσκεφθούν και ας σκεφτούν. υπάρχει, ακόμη, καιρός.
Turkish PM Recep Tayyip Erdogan via Presidential Press and Information Office of the Russian Federation www.kremlin.ru
BESA Center Perspectives Paper No. 724, January 25, 2018
EXECUTIVE SUMMARY: Turkish President Recep Tayyip Erdoğan’s recent strategy of allying with the far right and his turn to nationalism are limited by the Sunni sectarian nature of his politics. A closer examination of the failure of his Alevi reform initiative of 2009-2010 reveals the structural obstacles Turkish Islamists encounter in their attempts to reach beyond the Sunni community to coopt Turkey’s Alevi electorate. In a similar manner, Erdoğan’s nationalist policies will continue to exclude Alevis, entrench sectarianism further, and expose the limits of belonging to his Sunni “nation.”
Since Turkey’s abortive coup of July 2016, Turkish President Recep Tayyip Erdoğan has attempted to consolidate power and attain legitimacy by embracing nationalism not only in his rhetoric, but also by deepening his tactical alliance with the far-right Nationalist Action Party (MHP). Erdoğan’s brand of nationalism is versatile, and can even accommodate Turkey’s Kurdish citizens to the extent that they distance themselves from the pro-Kurdish Peoples’ Democratic Party (HDP) and join ranks with their Sunni Muslim brethren within Erdoğan’s Justice and Development Party (AKP).
One constituency that continues to be excluded from Erdoğan’s purported national consensus is the Alevis, Turkey’s second-largest faith community. A closer look at the AKP’s “Alevi Opening” initiative of 2009-2010 and its failure to coopt the Alevi community provides clues to the sectarian limits of Erdoğan’s current “nationalist” project.
Turkey is nominally a secular republic. The principle of secularism (laiklik) is enshrined in the Turkish Constitution’s preamble as well as its articles 2, 13, 14, 68, 81, 103, 136, and 174. However, most Turkish politicians and voters across the political spectrum fail to perceive secularism as “separation of mosque and state” and freedom both “for and from” religion. Hence the term continues to be perceived and implemented as “state control over religion.” In practice, this peculiar understanding leads to a sectarian regime. Sunni Islam of the Hanafi rite, the government’s preferred and privileged form of faith, dominates all other faiths and confessions.
One of the clearest signs of Turkey’s institutionalized sectarianism is the systematic exclusion of and discrimination against Alevi citizens. Turkey’s Alevi religious community continues to lack a legal persona, and Alevi places of worship (cemevi) still have no legal status. The country’s state-funded Directorate of Religious Affairs (Diyanet İşleri Başkanlığı) only employs and serves Sunni Muslims. Alevi grievances include compulsory religious education in all public and private schools between grades four and twelve, which indoctrinates Alevi children with Sunni theology. Alevi citizens face systematic discrimination in everyday life from employment to military service.
Although there have been various attempts to reform Turkey’s exclusionary and discriminatory system over the course of the republic, none were successful in institutionalizing equality and pluralism, and, thereby, in remedying Alevi grievances. The history of successive failed attempts is not well known, however, and often conveniently forgotten.
In 2010, then Prime Minister Erdoğan claimed in his foreword to the final report of the Alevi Workshops that “for the first time in our history, our Alevi citizens have been received as interlocutors at this level and with this degree of sincerity.” Erdoğan also drew attention to the landmark nature of the initiative by referring to it as “milat,” or “year zero.” This odd framing, a deliberate attempt to erase earlier attempts to tackle the Alevi question, was a telling symptom of the shortcomings of the Islamist-rooted AKP government’s overall grasp of and approach to the issue.
Almost fifty years before Erdoğan’s initiative, in 1963, Prime Minister İsmet İnönü, of a CHP-led coalition government, encouraged by President Cemal Gürsel, proposed establishing a Directorate of Sects (Mezhepler Dairesi) under the Presidency of Religious Affairs (Diyanet İşleri Başkanlığı). The Directorate of Sects was to have included an Alevi Desk (Alevi Masası). This initiative was stifled following a vitriolic sectarian campaign in the Islamist media defaming the Alevi faith and community.
The attempt was repeated in 1975, when Senator Bahriye Üçok, during Turkey’s short-lived bicameral experience, drafted an amendment to institutionalize once again a Directorate of Sects. This effort, too, was blocked in the Senate.
In 1998, President Süleyman Demirel, speaking at the annual festival of the Alevi saint Hacı Bektaş Veli, called on the Alevis to consider themselves “first-class citizens,” a sign of the Turkish government’s rekindled efforts to engage them. The same year, for the first time in Turkish history, a sum of 425 billion liras was allocated from the state budget to 19 Alevi organizations in what was perceived as an incomplete but nevertheless de facto recognition of the Alevi faith and community.
These efforts were furthered during Prime Minister Bülent Ecevit’s term (1999-2002, culminating in the public funding of On the Trail of Saints(Erenlerin İzinden), a 13-episode documentary on Alevi faith, culture, and history broadcast on the state-run TRT2 channel. This was an unprecedented allocation of national airtime to the Alevis.
The AKP’s Alevi Opening, the last major reform initiative targeting Alevi citizens, came after almost 50 years of palliative initiatives that fell short of moving the country from sectarian discrimination to inclusion and equality. Ironically, the Islamist-rooted AKP rose to power in 2002, in part owing to its promise to overhaul Turkey’s exclusionary regime and discriminatory policies. However, the AKP’s outreach to the Alevis, an ill-designed initiative insensitive to basic Alevi sensibilities, was welcomed neither by the Alevis nor by the AKP’s Sunni conservative base. The Alevi Opening, despite raising expectations at the outset, failed completely, and ended up marginalizing Alevis to an even greater extent.
The key shortcomings of the Alevi Opening stemmed from a failure to grasp the need for transparency, participation, and trust-building, as well as an unwillingness to acknowledge the inter-communal; i.e., Alevi-Sunni, nature of the conflict by reducing it solely to relations between the Alevis and the state.
The first workshop of the Alevi Opening that involved Alevi faith and community leaders received criticism from Alevis for its opaque and discriminatory selection criteria for participants. This tension was particularly evident in the second; i.e., the academic, workshop. The workshop coordinator kicked off the meeting by laying out the selection criteria: “Our guests who attend this session are not invited as Alevis or Sunnis, believers or unbelievers, seculars or anti-seculars. Each participant who is here joins us because of their academic merits.” The first participant to take the floor following the coordinator proceeded to state that he had never carried out any studies on Alevis. Another participant, known for his pro-government views, called Alevis “putschists” (darbeci) as part of his blunt and unscholarly comments, igniting a heated verbal duel that almost brought the workshop to an end right there.
The selection of participants continued to haunt the Alevi Opening in subsequent workshops. The invitation of Ökkeş Şendiller, a leading culprit of the 1978 massacre of Alevis in the province of Maraş, was the straw that broke the camel’s back. A journalist warned the government that the invitation extended to Şendiller would lead to the “absurdity of an Alevi workshop without Alevis” since Alevis could not be expected to deliberate their grievances with one of the most notorious figures in recent history.
It was clear right from the start that the AKP had devoted little time and energy to building trust with the Alevi stakeholders. Furthermore, there was little or no reflection on the part of the ruling Islamist party into their electoral base’s role in the victimization of Alevis. Rather than recognizing the central role of the intercommunal dynamics of sectarianism, Alevi grievances were simply reduced to a problem between the state and its Alevi subjects.
These shortcomings were not at all surprising to scholars studying Alevi politics. Six months before the first Alevi workshop, for example, I penned an op-ed in the pro-government daily Star (which the editors have since removed from the daily’s website) warning of the pitfalls that could derail a prospective reform initiative, including the need to design a transparent, participatory, and trusting process, and emphasizing the importance of inter-communal dynamics. Sadly, these turned out to be key deficiencies of the Alevi Opening.
Ultimately, the AKP’s failure to make any progress with the Alevi Opening had as much to do with the government’s lack of competence in conflict resolution and reconciliation as with its sectarian limits and chronic democratic governance deficit.
It is important to grasp that Turkey’s Alevis are not mere passive victims. Beginning in the 1960s, benefitting from the new political rights and social opportunities provided by the 1961 Constitution, Alevis explored a range of strategies to ameliorate their situation. Especially since the 1990s, a key Alevi strategy has been to establish nongovernmental and nonprofit organizations to attain quasi-legal persona, provide faith services, and resist Sunni discrimination and assimilation. Through these faith-based organizations, Alevis have established formal and informal negotiation channels with government officials and civil servants to wrestle rights and freedoms from Turkey’s exclusionary establishment. In a political context, where Alevis failed to achieve de jure granting of equal citizenship rights, they turned to securing de facto concessions for their faith and community. These makeshift tactics, born out of a learned skepticism towards Turkey’s Sunni-dominated regime, have ensured day-to-day survival for Alevis.
The AKP’s Alevi Opening had major shortcomings in framing, design, and implementation. It is difficult to ascertain whether Erdoğan had any genuine intention of addressing the grievances of the Alevi community at any point during the initiative. What is certain is that the AKP’s purported reconciliation process was doomed to fail owing to its structural shortcomings. It not only wasted another Alevi generation’s hopes for equality, rights, and freedoms in Turkey, but also continued to impede the prospects of future reconciliation attempts. For Turkey’s Alevi citizens, the recurrent failures of reform initiatives over the decades not only repeatedly exposed the sectarian limits of Turkey’s incorporative capacity but also undermined the trust and will required for future initiatives.
President Erdoğan’s attempt to fortify Islamism with nationalism in the aftermath of the 2016 abortive coup, limited by Turkey’s entrenched sectarianism, which he helped to reinforce over the past decade, has no pretensions to reach across Turkey’s sectarian divide. On the contrary: portraying the main opposition CHP as Alevi and the HDP as Kurdish-separatist bogeymen serves to solidify the ranks of Erdoğan’s “Sunni nation.” Mobilizing a Sunni majority through an exclusivist and sectarian nationalism continues to be essential for the Turkish president’s reelection prospects in the November 2019 elections.
Following the fiasco of the 2009-2010 Alevi Opening, neither Erdoğan nor Turkey’s beleaguered Alevis have either the interest or the will for another attempt at reform. The Turkish president knows full well by now that the country’s Alevi electorate is not interested in any Faustian bargains with the AKP. In the absence of any opportunity to coopt Alevi voters, Erdoğan will be committed to what is true to his heart and what he does best – entrenching sectarianism and delineating the limits of his Sunni “nation.”
Dr. Aykan Erdemir is a former member of the Turkish parliament and a senior fellow at the Foundation for Defense of Democracies at Washington, DC. He is the coauthor of Antagonistic Tolerance: Competitive Sharing of Religious Sites and Spaces (Routledge, 2016).
BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family
ANKARA/BEIRUT (Reuters) – Turkey urged the United States on Thursday to halt its support for Kurdish YPG fighters or risk confronting Turkish forces on the ground in Syria, some of Ankara’s strongest comments yet about a potential clash with its NATO ally.
Turkish President Tayyip Erdogan is welcomed by Chief of the General Staff Hulusi Akar, Deputy Prime Minister Bekir Bozdag and Defence Minister Nurettin Canikli upon his arrival at the border city of Hatay, Turkey January 25, 2018. Murat Cetinmuhurdar/Presidential Palace/Handout via REUTERS ATTENTION EDITORS – THIS PICTURE WAS PROVIDED BY A THIRD PARTY. NO RESALES. NO ARCHIVE.
The remarks, from the spokesman for President Tayyip Erdogan’s government, underscored the growing bilateral tensions, six days after Turkey launched its air and ground operation, “Olive Branch”, in Syria’s northwestern Afrin region.
In Washington, the Pentagon said that it carefully tracked weapons provided to the YPG and would continue discussions with Turkey.
“We carefully track those weapons that are provided to them, we ensure that they, to the maximum extent possible, don’t fall into the wrong hands and we’re continuing discussions with the Turks on this issue,” Lieutenant General Kenneth McKenzie, joint staff director, told reporters.
McKenzie said Turkey’s operation into Afrin was not helpful and was taking focus away from fighting Islamic State.
Turkey’s targeting of the YPG, which it views as a security threat, has opened a new front in Syria’s multi-sided civil war. The Syrian Kurdish group is a main part of a U.S.-backed rebel alliance that has inflicted recent defeats on Islamic State militants.
Any push by Turkish forces towards Manbij, part of a Kurdish-held territory some 100 km (60 miles) east of Afrin, could threaten U.S. efforts in northeast Syria and bring them into direct confrontation with U.S. troops deployed there.
“Those who support the terrorist organization will become a target in this battle,” Deputy Prime Minister Bekir Bozdag said.
“The United States needs to review its solders and elements giving support to terrorists on the ground in such a way as to avoid a confrontation with Turkey,” Bozdag, who also acts as the government’s spokesman, told broadcaster A Haber.
The United States has around 2,000 troops in Syria, officially as part of an international, U.S.-led coalition against Islamic State. Washington has angered Ankara by providing arms, training and air support to Syrian Kurdish forces that Turkey views as terrorists.
The Kurdish-led autonomous administration that runs Afrin on Thursday called on the Syrian government to defend its border with Turkey in Afrin despite Damascus’ stance against Kurdish autonomy.
“We call on the Syrian state to carry out its sovereign obligations towards Afrin and protect its borders with Turkey from attacks of the Turkish occupier,” it said in a statement on its website.
The Syrian government has said it is ready to target Turkish jets in its airspace, but has not intervened so far. It suspects the Kurds of wanting independence in the long-run and does not recognize the autonomous cantons they have set up in northern Syria.
U.S. forces were deployed in and around Manbij to deter Turkish and U.S.-backed rebels from attacking each other and have also carried out training missions in the area.
U.S. President Donald Trump urged Erdogan on Wednesday to curtail the military operation in Syria, the White House said.
However Turkey has disputed that characterization of the conversation.
Turkey’s foreign minister said Erdogan told Trump that U.S. troops should withdraw from Manbij.
Turkish President Tayyip Erdogan is accompanied by Chief of the General Staff Hulusi Akar as he visits a military command center in the border city of Hatay, Turkey January 25, 2018. Murat Cetinmuhurdar/Presidential Palace/Handout via REUTERS ATTENTION EDITORS – THIS PICTURE WAS PROVIDED BY A THIRD PARTY. NO RESALES. NO ARCHIVE.
Pentagon spokeswoman Dana White said she had seen media reports about the comments, but was not aware of any change in U.S. posture.
McKenzie added the United States and Turkey closely coordinated in the region but the United States would also ensure the safety of its troops.
Six days into the campaign, Turkish soldiers and their Free Syrian Army rebel fighter allies have been battling to gain footholds on the western, northern and eastern flanks of Afrin.
Turkish soldiers are pictured in a village near the Turkish-Syrian border in Hatay province, Turkey January 24, 2018. REUTERS/Umit Bektas
They appear to have made only limited gains, hampered by rain and clouds, which have limited the air support.
Turkish warplanes struck the northern borders of Afrin, in tandem with heavy artillery shelling, and one civilian was killed, according to the Syrian Observatory for Human Rights, a Britain-based monitoring group.
Dozens of combatants and more than two dozen civilians have been killed so far in the offensive, the Observatory has said.
The Turkish military said in a statement it had killed 303 militants in northern Syria since the operation started.
The Syrian Democratic Forces (SDF), a YPG-dominated umbrella group backed by the United States in the fight against Islamic State, has previously said that Turkey was exaggerating the number of the dead.
Relations between Ankara and Washington have neared breaking point recently over U.S. support for the YPG and other issues.
Ankara considers the YPG to be an extension of the outlawed Kurdistan Workers Party (PKK), which has waged a three-decade-long insurgency in Turkey’s largely Kurdish southeast. Washington sees the YPG as an effective partner in the fight against Islamic State in Syria.
Turkey said the United States had proposed a 30 km (19 mile) “safe zone” along the border.
“(But) in order for us to discuss the security zone or any other issue with the U.S., we have to reestablish trust,” Foreign Minister Mevlut Cavusoglu told reporters.
In Washington, McKenzie said the U.S. and Turkey were continuing talks about a “secure zone” but there had been no final decision.
McKenzie said that he had not yet seen a movement of SDF fighters moving from the Euphrates River Valley to reinforce Afrin or Manbij, but was watching closely.
The Afrin operation has also triggered concern in Germany, another NATO ally, where the caretaker government said it would put on hold any decision on upgrading Turkey’s German-made tanks.
Additional reporting by Ece Toksabay in Ankara; Ezgi Erkoyun in Istanbul; Tom Perry in Beirut; Michael Nienaber Andreas Rinke in Berlin and Idrees Ali in Washington; Writing by David Dolan; Editing by Richard Balmforth and Alistair Bell
Ο γράφων δεν είναι ιστορικός και μάλιστα εξειδικευμένος στην ιστορία των Κούρδων που είναι διασκορπισμένοι στην Τουρκία, το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία, πέραν της διασποράς τους στον υπόλοιπο κόσμο. Για αυτό ζητάει προκαταβολικά την επιείκεια των αναγνωστών του, και ειδικότερα των ιστορικών των Κούρδων, σε περίπτωση κάποιας αθέλητης ιστορικής ανακρίβειας από μέρους του.
Διάβασα λοιπόν σε ανύποπτο χρόνο κάπου ότι μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι χάραξαν τα τότε σύνορα της Μέσης Ανατολής, μη παρέχοντας έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο για τους Κούρδους. Κι όταν οι τελευταίοι ευλόγως εξέφρασαν το παράπονό τους, τους είπαν «μην ανησυχείτε αυτό θα γίνει αργότερα». Κάτι που δεν έγινε ποτέ έκτοτε, παρόλο ότι και οι Κούρδοι συνέβαλαν στην πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας! Αν λοιπόν αυτό που γράφω είναι σε γενικές γραμμές ιστορικά ακριβές, οι Κούρδοι χρησιμοποιήθηκαν πριν ένα αιώνα ως «στυμμένες λεμονόκουπες» από τις τότε μεγάλες δυνάμεις και μετά αφέθηκαν έρμαια στην καταπίεση των παραπάνω 4 χωρών όπου είναι διασκορπισμένοι.
Η εισβολή της Τουρκίας στην βορειοδυτική Συρία για να εκδιώξει την κουρδική πολιτοφυλακή από το καντόνι της Afrin, με όλες τις μεγάλες δυνάμεις σχεδόν να σφυρίζουν αδιάφορα, δείχνει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι Κούρδοι της Συρίας και πάλι «στυμμένες λεμονόκουπες». Πολέμησαν σκληρά και νίκησαν τους τζιχαντιστές (τον Daech), τους οποίους είχε υποστηρίξει η Τουρκία, και τώρα που δικαιούνται μια επινίκια απολαβή για τις θυσίες τους, για τα θύματά τους αλλά και την πολεμική τους αρετή, εισπράττουν ήδη εδώ και 6 μέρες τον τουρκικό ιμπεριαλισμό, αφού Ηνωμένες Πολιτείες, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και ΝΑΤΟαναγνωρίζουν το «δικαίωμα ασφάλειας των τουρκικών συνόρων»! Τι κάνει η Ρωσία ; Το παίζει Παρατηρητής. Ενώ ελέγχει τον εναέριο χώρο της Συρίας, επιτρέπει τους τουρκικούς βομβαρδισμούς μέσα στη Συρία! Κι ας έχει υποστεί από την Τουρκία την κατάρριψη ενός πολεμικού της αεροπλάνου με τουφεκισμό του πιλότου του. Απέσυρε δε τα στρατεύματά της από την Αφρίν για λόγους ασφαλείας τους. Οπότε ; Ο δικτάτορας Ερντογάν συνεχίζει το νταηλίκι του, έστω κι αν παρέλαβε ήδη το 1ο φέρετρο τούρκου φονευθέντος στρατιώτη, έναντι 90 Κούρδων θυμάτων, σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όπως έγραψε η δημοσιογράφος Liane Courté στις 24-1-2018 στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche.
Τι δήλωσαν οι μεγάλοι για την τουρκική εισβολή ;
«Είναι σαφές ότι η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής πήρε πολύ χρόνο, και ακόμη και τώρα η αντίδρασή τους δεν είναι πολύ ξεκάθαρη. Δεν είναι πραγματικά επιθετική», λέει ο Jean Marcou, καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών της Γκρενόμπλ. «Είτε δεν αντιτέθηκαν στην εισβολή, είτε την επέτρεψαν να συμβεί, όπως οι Ρώσοι», λέει ο Jean Marcou. Σε δήλωσή της την Τρίτη το βράδυ, η Ουάσινγκτον κάλεσε σε «αυτοσυγκράτηση», αναγνωρίζοντας παράλληλα το «νόμιμο δικαίωμα» της Τουρκίας να «προστατεύσει τον εαυτό της». Ο Ντόναλντ Τράμπ, μετά την επικοινωνία της Τετάρτης το βράδυ με τον Ερντογάν, «παρότρυνε την Τουρκία να μειώσει και να περιορίσει τις στρατιωτικές της ενέργειες». Δηλαδή να κάνει μια εισβολή «με ολίγη», που λέγανε σε παλιά ελληνική ταινία οι ηθοποιοί.
Σε βάρος των Αμερικανών, οι Ρώσοι οδηγούν το παιχνίδι τους από το 2017 με τους περιφερειακούς συμμάχους τους, την Τουρκία και το Ιράν. Ακριβώς όπως το ΝΑΤΟ αντέδρασε διφορούμενα σε αυτή την εισβολή. Έλαβε υπόψη του τους φόβους της Τουρκίας για τα σύνορά της.
Το Ηνωμένο Βασίλειο είπε σχετικά τα ίδια με το ΝΑΤΟ. Δηλαδή ότι οι Τούρκοι ανησυχούν για την ασφάλειά τους στα σύνορά τους.
Και η θέση της Γαλλίας ; Ως μέλος του ΝΑΤΟ, δεν συμμετέχει πλέον στη συριακή σύγκρουση, όπως κατά την περίοδο του François Hollande. Ο Μακρόν τηλεφώνησε στον Ερντογάν την Τρίτη το βράδυ, αλλά μόνο για να του εκφράσει την «ανησυχία» του για την «επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης». Ο γάλλος πρόεδρος δήλωσε επίσης σε ένα ανακοινωθέν του «να λάβουμε υπόψη μας τις επιτακτικές ανάγκες ασφαλείας» της Τουρκίας, δίχως να πει ούτε μια λέξη υποστήριξης για τις κουρδικές δυνάμεις, κι ας έχουν συλλάβει γάλλους τζιχαντιστές που φυσικά ενδιαφέρουν τη Γαλλία.
Κι έτσι λοιπόν νομιμοποιημένη η Τουρκία από όλους τους παραπάνω, όχι μόνο θα επιχειρήσει να τσακίσει τους σύριους Κούρδους, θα το ρίξει στο πλιάτσικο συριακών εδαφών, όπως έκανε και στην Κύπρο το 1974.
Ο γράφων παρακολούθησε πρόσφατα τηλεοπτικό ρεπορτάζ στο ειδησεογραφικό κανάλι France24 το οποίο έδειξε πώς οι Τούρκοι ανοικοδομούν γκρεμισμένα από τον συριακό εμφύλιο σπίτια σύριων φιλότουρκων. Πώς τους ενισχύει οικονομικά και πώς διδάσκει τα τουρκικά στα σχολεία τους, ως ξένη γλώσσα, εκτοπίζοντας τη γαλλική γλώσσα.
Να ευχόμαστε να πέσει έξω η τουρκική οικονομία που προβαίνει σε συνεχή ριψοκίνδυνα οικονομικά ανοίγματα τα οποία λογικά θα έχουν τις αρνητικές επιπτώσεις τους…
Το Μακεδονικό Ζήτημα, το οποίο υφίσταται από τα τέλη του 19ου αιώνα αποτέλεσε ένα διαχρονικό πρόβλημα που ενέπλεξε τους λαούς των Βαλκανίων σε πολέμους, διεκδικήσεις εδαφών και αμφισβήτηση των εθνικών ταυτοτήτων. Μια ιδιαίτερη πτυχή του Μακεδονικού Ζητήματος ήταν η βουλγαρογιουγκοσλαβική διένεξη η οποία σοβούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και παρουσίαζε μεγάλες διακυμάνσεις ,ενώ κλιμακώνονταν ανάλογα με το βαθμό προσέγγισης ή όξυνσης των διμερών σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας με την ΕΣΣΔ. Η ρήξη Τίτο-Στάλιν το 1948 ήταν κομβικής σημασίας γεγονός, καθώς ανέτρεψε την ηγεμονική πολιτική που επιδίωκε να ασκήσει ο στρατάρχης Τίτο στα Βαλκάνια και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις(1).
Επακόλουθο της ρήξης ήταν να ακυρωθεί η συμφωνία του Μπλέντ που είχαν συναποφασίσει ο Τίτο και ο Δημητρώφ το 1947,σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ύπαρξη ΄΄μακεδονικού’’ έθνους ,αλλά και να αναγνώρισει την ύπαρξη ΄΄μακεδονικής’’ μειονότητας στο Πιρίν. Επιπροσθέτως η Βουλγαρία υποχρεώνονταν να παραχωρήσει πολιτιστική αυτονομία στους ‘΄Μακεδόνες’’ του Πιρίν και να ανεχτεί την ύπαρξη σχολείων και εφημερίδων που προωθούσαν τη νεοπαγή ‘’μακεδονική’’ γλώσσα. Το 1948 η βουλγαρική κυβέρνηση αρνήθηκε να εφαρμόσει τα πρωτόκολλα, έκλεισε τα μειονοτικά σχολεία, απέλασε τους γιουγκοσλάβους που ασκούσαν προπαγάνδα και αρνήθηκε την ύπαρξη ‘’Μακεδόνων’’ στη Βουλγαρική Μακεδονία(2). Η Γιουγκοσλαβία έπειτα από τη ψύχρανση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και τη Βουλγαρία αναζήτησε τον δικό της δρόμο προς το σοσιαλισμό, στηριζόμενη στην τήρηση ίσων αποστάσεων ανάμεσα στους δύο πόλους του Διεθνούς συστήματος, ενώ εντάχθηκε στο κίνημα των Αδεσμεύτων και προώθησε το αυτοδιαχειριστικό σύστημα στο εσωτερικό της Ομοσπονδίας. Η Βουλγαρία του Δημητρώφ και έπειτα του Ζίφκωφ προσδέθηκε εναργώς στο άρμα της Σοβιετικής Ένωσης και κατέστη η στενότερη σύμμαχος της στα Βαλκάνια, πολιτική την οποία ακολούθησε μέχρι τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.
Η απόφαση της 9ης Ολομέλειας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας το 1963 να διακηρύξει ότι δεν υπάρχει ‘’μακεδονικό’’ έθνος ως αυθύπαρκτη εθνοκρατική οντότητα, ότι δεν υφίσταται ‘’μακεδονική’’ μειονότητα στη Βουλγαρία και ότι η διαμόρφωση ‘’μακεδονικής’’ συνείδησης στους κατοίκους της Λ.Δ. Μακεδονίας ήταν αποτέλεσμα πολιτικών διεργασιών είχε σαν συνέπεια να καθορίσει την μετέπειτα στάση της Βουλγαρίας ως προς το Μακεδονικό ζήτημα (3).
Η εισβολή των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία το 1968 και η ανατροπή του Ντούμπτσεκ ,ο οποίος ευαγγελίζονταν έναν ‘’σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο’’ προκάλεσε φόβο στη Γιουγκοσλαβία, ότι ενδεχομένως θα ακολουθούσε η σειρά της λόγω της αδέσμευτης πολιτικής που ασκούσε ο Τίτο στην εξωτερική πολιτική. Η συμμετοχή βουλγαρικών στρατευμάτων στην εισβολή, αλλά και οι συνεχείς αναφορές του βουλγαρικού Τύπου για τον ρόλο που διαδραμάτισε ο βουλγαρικός στρατός στην απελευθέρωση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επέφεραν μια όξυνση στις σχέσεις Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας.
Η απάντηση του Τίτο στη βουλγαρική επιθετική πολιτική ήρθε λίγους μήνες μετά, στις 2 Αυγούστου 1969, από το βήμα της Βουλής(4).«Δυστυχώς ,γνωστοί κύκλοι στο εξωτερικό προσπαθούν ακόμα να αρνηθούν την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους ,της κουλτούρας και της γλώσσας .Η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας είναι ακόμα αντικείμενο διαφόρων επιθέσεων .Τι κρύβεται πίσω από την άρνηση του μακεδονικού έθνους, της μακεδονικής εθνικής ταυτότητας ,του μακεδονικού κράτους και της παραχάραξης των ιστορικών γεγονότων ; Όχι μόνο οι Μακεδόνες, αλλά και όλοι οι πολίτες της Γιουγκοσλαβίας δεν μπορούν να δώσουν άλλη ερμηνεία ,παρά μονάχα ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται η πολιτική του παρελθόντος .Στο μεταξύ ,θα έπρεπε να είναι στον καθένα σαφές ότι κάθε επίθεση εναντίον του μακεδονικού λαού σημαίνει και επίθεση εναντίον όλων των γιουγκοσλαβικών λαών! Κάθε επίθεση εναντίον της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας αποτελεί άμεσα και επίθεση εναντίον της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας ως συνόλου!».(5)
Ο Βούλγαρος ηγέτης Ζίφκωφ επιχείρησε να προβεί σε έναν συμβιβασμό με τους Γιουγκοσλάβους, ώστε να βελτιωθούν οι διμερείς σχέσεις. Απαντώντας σε επιστολή του Τίτο στις 15 Δεκεμβρίου 1970,ο Ζίφκωφ αποδέχονταν την Σλαβομακεδονική διαδικασία εθνογένεσης στα Σκόπια, ζήτημα το οποίο κατά την άποψή του θα το έκριναν οι ιστορικοί και οι επιστήμονες. Συγχρόνως ζήτησε οι Γιουγκοσλάβοι να σταματήσουν να ανακινούν την αναγνώριση ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία. Η Γιουγκοσλαβική πολιτική στο θέμα παρέμενε αταλάντευτη και σε κάθε ευκαιρία ανακινούσε το θέμα της ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία ,ιδιαιτέρως έπειτα από τη ψήφιση του συντάγματος του 1974 στη Γιουγκοσλαβία. Το αποκεντρωτικό σύνταγμα του 1974 έδωσε την ευκαιρία στην ηγεσία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας να προβάλλει τις απόψεις της περί Μακεδονικού με μεγαλύτερη ευχέρεια και άνεση ,καθώς οι αρμοδιότητες των δημοκρατιών-συνιστωσών στην Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία διευρύνθηκαν(6).
Η υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι τον Αύγουστο του 1975 για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη κατοχύρωνε μεν το απαραβίαστο των συνόρων και το σεβασμό του status quo στην Ευρώπη, εν τούτοις η αναφορά της συνδιάσκεψης στην προστασία των μειονοτήτων και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπήρξε απαρχή νέων προστριβών στα Βαλκάνια(7).Η πρωτοβουλία της Βουλγαρίας που είχε σαν στόχο να αμβλυνθεί η διμερής ένταση, μέσω μιας κοινής πανηγυρικής δήλωσης των ηγετών της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας,η οποία θα αφορούσε το απαραβίαστο των συνόρων και την μη προβολή αμοιβαίων εδαφικών διεκδικήσεων, δεν τελεσφόρησε διότι η γιουγκοσλαβική πλευρά απάντησε ότι η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μπορεί να προκύψει μόνο αν γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των μειονοτήτων(8).Η Γιουγκοσλαβία εκμεταλλευόμενη το κλίμα στις διεθνείς σχέσεις με την προώθηση μέτρων υπεράσπισης των μειονοτήτων επιδίωξε να διεθνοποιήσει το ζήτημα και να καταστήσει τη Βουλγαρία υπόλογη στη διεθνή κοινότητα, ότι με τη συμπεριφορά της δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Σόφια προσπάθησε να μην ανακινηθεί το ζήτημα στους διεθνείς οργανισμούς, αρχής γενομένης από τη σύνοδο στο Βελιγράδι της ΔΑΣΕ(Οκτώβριος 1977-Φεβρουάριος 1978).
Το 1978 ήταν η χρονιά κορύφωσης της διένεξης των δύο χωρών για το Μακεδονικό. Αφορμή στάθηκε ο περίλαμπρος εορτασμός της επετείου των 100 χρόνων από τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία είχε δημιουργηθεί η Μεγάλη Βουλγαρία το 1878 και έδωσε την ευκαιρία στη βουλγαρική κυβέρνηση να προβάλλει με επίσημο τρόπο τις θέσεις της επί του θέματος.
Η απάντηση της Γιουγκοσλαβίας στους εορτασμούς των Βουλγάρων για τα 100 χρόνια από τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου προήλθε αρχικά μέσα από τις προσυνεδριακές συζητήσεις του 11ου Συνεδρίου της Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών τον Ιούνιο του 1978(9).Τα σημαίνοντα στελέχη της Ένωσης Κομμουνιστών Μακεδονίας όπως ο Τσεμέρσκυ τόνιζαν μετά επιτάσεως την ανάγκη ενίσχυσης των Σλαβομακεδόνων, την αναγνώριση της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους και κυρίως την ανάγκη αναγνώρισης και σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων των πληθυσμών που διαβιούσαν στις γειτονικές χώρες, συγκεκριμένα στην Αλβανία ,την Ελλάδα και τη Βουλγαρία(10).
Το Βελιγράδι, θεωρούσε ότι η σθεναρή άρνηση των Βουλγάρων να αναγνωρίσουν το ‘’μακεδονικό’’ έθνος και την ύπαρξη ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία υπέκρυπτε εδαφικές διεκδικήσεις της Βουλγαρίας στα εδάφη της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας Ζίφκωφ, αναφέρθηκε στο θέμα από το Μπλαγκόεφγκραντ και αντέκρουσε τα επιχειρήματα των Γιουγκοσλάβων περί καταπίεσης της ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας ή ότι η Βουλγαρία εγείρει εδαφικές διεκδικήσεις σε εδάφη της Γιουγκοσλαβίας. Η διένεξη συνεχίζονταν με αμείωτο ρυθμό, με την έντονη εμπλοκή ιστορικών παραμέτρων, καθώς οι Βούλγαροι αρνούνταν την ιστορική ύπαρξη ‘’μακεδονικού’’ έθνους, το οποίο η Βουλγαρία θεωρούσε οτι ήταν δημιούργημα πολιτικών διεργασιών και σκοπιμοτήτων, ενώ και η ‘’μακεδονική’’ γλώσσα χαρακτηρίζονταν από την Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών ως δυτικο-βουλγαρικό ιδίωμα. Το Μακεδονικό Ζήτημα παρουσιάζονταν πλέον ως θέμα διεκδίκησης ταυτοτήτων, κατοχύρωσης της ιστορικής κληρονομιάς και σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων, εναρμονιζόμενο πλήρως με το κλίμα της εποχής, όπου λόγω της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, οι συζητήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις μειονότητες βρίσκονταν στο επίκεντρο των συζητήσεων στις διακρατικές υποθέσεις.
Το καλοκαίρι του 1978 η διένεξη Γιουγκοσλαβίας-Βουλγαρίας οξύνθηκε ακόμα περισσότερο εξαιτίας της άμεσης εμπλοκής των εξωγενών δρώντων στη Βαλκανική Χερσόνησο, κυρίως λόγω του ανταγωνισμού Κίνας-Σοβιετικής Ένωσης. Στις 24 Ιουλίου, το υπουργείο εξωτερικών της Βουλγαρίας εξέδωσε μια επίσημη ανακοίνωση(11), μόλις μια μέρα πριν αρχίσει η σύνοδος των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι, στην οποία παρουσίαζε τις επίσημες βουλγαρικές θέσεις για το Μακεδονικό και συγχρόνως κατηγορούσε τη γιουγκοσλαβική πλευρά για τη άρνησή της να υπογραφεί ανάμεσα στις δύο χώρες κοινή διακήρυξη, σχετικά με το απαραβίαστο των συνόρων και την αποκήρυξη εδαφικών διεκδικήσεων, θέση που είχε διατυπώσει ο Ζίφκωφ. Απώτερος στόχος της βουλγαρικής κίνησης ήταν να καταστήσει τη Γιουγκοσλαβία ανακόλουθη ενώπιον των μελών του Αδέσμευτου μπλοκ ,σχετικά με τις διακηρύξεις που είχε εξαγγείλει περί σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και τη μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις ξένων κρατών.
Η απάντηση των Γιουγκοσλάβων υπήρξε άμεση και μέσα από αναφορές των εφημερίδων τέθηκε το θέμα της εξάλειψης της ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία, η οποία δεν αναφέρονταν στις επίσημες απογραφές ως διακριτή εθνική μειονότητα. Είναι γεγονός ότι η μεταστροφή της Βουλγαρίας στο Μακεδονικό περιέπλεξε και τα στατιστικά στοιχεία, διότι ενώ το 1956 είχαν απογραφεί 180.000 ‘’ Μακεδόνες’’ στο Μπλαγκόεφγκραντ δέκα μόλις χρόνια αργότερα ,το 1965 υπήρχαν 1.812 καταγεγραμμένοι. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας δήλωνε εμφατικά, ότι δεν υπάρχουν πλέον στη Βουλγαρία ‘’Μακεδόνες’’ και οι κάτοικοι της Μακεδονίας του Πιρίν αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του ενιαίου σοσιαλιστικού βουλγαρικού έθνους.
Η επίσκεψη του Κινέζου πρωθυπουργού Χούα Κούο Φενγκ στη Γιουγκοσλαβία τον Αύγουστο του 1978 και ο πύρινος λόγος του στα Σκόπια, ο οποίος περιείχε σαφείς επιθετικές τάσεις κατά της Βουλγαρίας κλιμάκωσε περαιτέρω τη διένεξη γύρω από το Μακεδονικό. Η εμπλοκή της Κίνας στα Βαλκάνια αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ισχυρού άξονα Γιουγκοσλαβίας-Ρουμανίας με αντισοβιετική αιχμή. Η περιοχή των Βαλκανίων προσφέρονταν να αποτελέσει το πεδίο διεύρυνσης της κινέζικης πολιτικής ,η οποία είχε σαν άμεσο στόχο να απομονώσει και να απομακρύνει τη σοβιετική επιρροή από αυτή τη στρατηγική γωνιά της Ευρώπης, όσο το δυνατόν σε μεγαλύτερο βαθμό. Συγχρόνως η προσέγγιση του Πεκίνου με το Βελιγράδι θα έδινε τη δυνατότητα στην Κίνα να αποκτήσει επιρροή στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, στους Αδέσμευτους, λόγω του κύρους που είχε η Γιουγκοσλαβία και ο Πρόεδρος Τίτο προσωπικά(12). Τον Σεπτέμβριο του 1978 η Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών της Βουλγαρίας εξέδωσε στα αγγλικά μια συλλογή εγγράφων και πηγών, με την οποία απεδείκνυε τη βουλγαρική ιστορική παρουσία στην περιοχή της Μακεδονίας από τον Μεσαίωνα μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η απάντηση της Γιουγκοσλαβίας υπήρξε άμεση, με τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας Γιόζιπ Μπρόζ Τίτο να μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στα Σκόπια, όπου στις 6 Οκτωβρίου 1978 εκφώνησε βαρυσήμαντο λόγο εμπλέκοντας στη διένεξη και την Ελλάδα: «Η αναγνώριση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι ένα θέμα αρχής .Εμείς το λύσαμε ,σεβόμαστε όλες τις μειονότητες στη χώρα μας, έχουν ίσα δικαιώματα. Έτσι και εμείς έχουμε ένα όχι μονάχα ηθικό ,αλλά και κάθε δικαίωμα να ενδιαφερόμαστε για την κατάσταση των δικών μας μειονοτήτων σε άλλες χώρες…. Εγώ ,όπως γνωρίζετε, συζήτησα με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Καραμανλή. Του είπα ότι τις σχέσεις μας πρέπει να τις θέτουμε σε ευρύτερη βάση και να μην τις εξετάζουμε μέσω του κατά τα άλλα σημαντικού ζητήματος της Μακεδονικής μειονότητας ….Με τη Βουλγαρία το ζήτημα αυτό προσέλαβε σοβαρότερες διαστάσεις ,αλλά και εδώ πρέπει-με αμοιβαίες προσπάθειες-να επιμείνουμε σταδιακά να βελτιώσουμε τις σχέσεις».(13)
Η διένεξη συνέχισε να διατηρείται στη δημόσια σφαίρα συζητήσεων και τους επόμενους μήνες, ενώ τα γεγονότα στην Ινδοκίνα δημιουργούσαν επιπλέον πεδία έντασης. Η εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη τον Δεκέμβριο του 1978, με σκοπό την εκδίωξη του καθεστώτος των ερυθρών Χμέρ, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη της Κίνας επέφερε τη δυναμική απάντηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας τον Φεβρουάριο του 1979 με το να πραγματοποιήσει μικρής κλίμακας εισβολή στο Βιετνάμ. Η εισβολή προκάλεσε την αντίδραση των Σοβιετικών. Η εμπλοκή των βαλκανικών κρατών στα γεγονότα της Νοτιανατολικής Ασίας συνίσταται στην υποστήριξη που παρείχε η Βουλγαρία στην εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη και την αντίστοιχη καταδίκη των γεγονότων από τη Γιουγκοσλαβία.
Ο Μπρέζνιεφ επισκέφτηκε τον Ιανουάριο του 1979 τη Σόφια για να εκφράσει την υποστήριξή του στη Βουλγαρία, αν και επισήμως η σοβιετική πλευρά δεν επιθυμούσε να ανακινείται δημόσια το Μακεδονικό. Η προσπάθεια της Κίνας να διευρύνει την επιρροή της στα Βαλκάνια συζητήθηκε εκτενώς κατά τη συνάντηση του Μπρέζνιεφ με τον Ζίφκωφ. Το γεγονός όμως που έδωσε νέα τροπή στη Βουλγαρογιουγκοσλαβική διένεξη ήταν η έκδοση των Απομνημονευμάτων της Τσόλα Ντραγκοϊτσέβα μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Βουλγαρίας.Το βιβλίο αφορούσε την πορεία διακύμανσης του Μακεδονικού την περίοδο 1941-1948 και πως αντιμετωπίστηκε το ζήτημα από το Γιουγκοσλαβικό Κομμουνιστικό Κόμμα και το αντίστοιχο Βουλγαρικό. Η Ντραγκοϊτσέβα κατηγόρησε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας για την ηγεμονική πολιτική που ασκούσε στην περιοχή τη δεκαετία του 1940. Συγχρόνως η συγγραφέας αρνήθηκε την ύπαρξη ‘’μακεδονικού’’ έθνους πριν το 1944 τονίζοντας τη βουλγαρική καταγωγή των κατοίκων της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.(14)
Σταδιακά η ένταση στις σχέσεις Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας υποχώρησε μετά το 1979, λόγω της αναζωπύρωσης του Ψυχρού Πολέμου. Οι εξελίξεις στο Ιράν με την ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί και την εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν είχε σαν συνέπεια να αποφορτιστεί το κλίμα στα Βαλκάνια. Απότοκος αυτών των εξελίξεων ήταν οι διαδοχικές συναντήσεις του Γιουγκοσλάβου υπουργού εξωτερικών Μίνιτς με τον Σοβιετικό ομόλογο του Γκρομύκο στις 23 και 24 Απριλίου 1979,αλλά και η τελευταία επίσκεψη του Προέδρου Τίτο στην Μόσχα στις 17 και 18 Μαΐου 1979. Οι Σοβιετικοί ζήτησαν να πέσουν οι τόνοι ώστε οι δύο πλευρές να προσπαθήσουν να λύσουν το ζήτημα μέσω διαπραγματεύσεων, χωρίς να προβαίνουν σε φορτισμένες εκατέρωθεν δηλώσεις .Το ζήτημα συνέχισε να υφίσταται κυρίως με ιστορικές δημοσιεύσεις των δύο πλευρών σχετικά με την ιστορική εξέλιξη του ‘’μακεδονικού’’ έθνους, όμως οι διεθνείς εξελίξεις αλλά και η κατάσταση που επικρατούσε στην Γιουγκοσλαβία σχετικά με το ζήτημα διαδοχής του άρρωστου Προέδρου Τίτο είχε σαν συνέπεια να πέσουν οι τόνοι της αντιπαράθεσης.
Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια απείλησαν να εκτροχιάσουν την πορεία ύφεσης και το κλίμα ασφάλειας και συνεργασίας που προσδοκούσε η ελληνική κυβέρνηση να παγιωθεί στην περιοχή .Η Ελλάδα στήριξε τη βαλκανική πολιτική της στην ανάπτυξη πολυμερών δεσμών και την καθιέρωση της Διαβαλκανικής συνεργασίας ως κοινό τόπο για τις Βαλκανικές χώρες ,ως μέσο καλλιέργειας ομαλών διμερών σχέσεων και κυρίως ως προσπάθεια αποφυγής διενέξεων που θα απειλούσαν να διαταράξουν το status quo στην περιοχή. Η προσπάθεια της Γιουγκοσλαβίας να εμπλέξει και την Ελλάδα στο Μακεδονικό ζήτημα ήταν μέρος την πολιτικής που εφάρμοζε το Βελιγράδι για ανακίνηση μειονοτικών θεμάτων στις όμορες χώρες. Επίσης ήταν εμφανές, ότι το αποκεντρωτικό Σύνταγμα του 1974 στη Γιουγκοσλαβία είχε μετατρέψει τη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία σε μια υβριδικού τύπου Συνομοσπονδία ,όπου οι συνιστώσες-δημοκρατίες αποκτούσαν διευρυμένα δικαιώματα στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής και την οικονομική διαχείριση. Το γεγονός αυτό παρουσιάστηκε ως ευκαιρία στην Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας να προβάλλει τις διεκδικήσεις και τις θέσεις της ως προς το Μακεδονικό.Συγχρόνως, η εξαγωγή της Σλαβομακεδονικής εθνογένεσης στους Σλαβομακεδονές της διασποράς προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα στην ελληνική πλευρά. Οι χώρες της Δύσης κατά την εξέλιξη διεθνοποίησης του Μακεδονικού στήριξαν τις απόψεις των Σλαβομακεδόνων διότι θεώρησαν ότι το θέμα αφορούσε την βουλγαρο-γιουγκοσλαβική διένεξη οπότε ταυτίστηκαν με την αδέσμευτη Γιουγκοσλαβία και όχι με τη δορυφόρο της ΕΣΣΔ στα Βαλκάνια, δηλαδή τη Βουλγαρία.
Η διένεξη της Γιουγκοσλαβίας με τη Βουλγαρία για το Μακεδονικό επέφερε αντανακλαστικά και την εμπλοκή της Ελλάδας στο θέμα. Ήταν δύσκολο η Ελλάδα να μην εμπλακεί σε ένα θέμα το οποίο είχε μεταλλαχθεί σε ζήτημα ταυτοτήτων. Η μονοπώληση του γεωγραφικού όρου της Μακεδονίας από τους κατοίκους της Σ.Δ. Μακεδονίας προκαλούσε αλλεπάλληλους κλυδωνισμούς στο εύθραυστο υποσύστημα των Βαλκανίων και κυρίως απειλούσε να εκτρέψει τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης για να καταστούν τα Βαλκάνια τόπος ειρήνης και ασφάλειας.
[1] Στις 29 Νοεμβρίου του 1943 στο Γιάϊτσε της Βοσνίας καθορίστηκε από το Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας(AVNOJ) η διάρθρωση της Γιουγκοσλαβίας σε ομοσπονδιακή βάση ,η οποία απαρτίζονταν από 6 δημοκρατίες, μεταξύ των οποίων και η Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας ,ενώ αναγνωρίζονταν το ‘’μακεδονικό’’ έθνος ως ισότιμος λαός της ομοσπονδίας. Απώτερος στόχος του Τίτο, με τη δημιουργία ‘’Μακεδονικού’’ κράτους ήταν να απαλείψει τις βουλγαρικές διεκδικήσεις στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, να σφυρηλατήσει μια ισχυρή σλαβομακεδονική ταυτότητα και να προβάλλει διεκδικήσεις ως προς τη βουλγαρική Μακεδονία ,αλλά και την ελληνική Μακεδονία, εκμεταλλευόμενος και το κλίμα που επικρατούσε στην περιοχή. Η υποστήριξη των ηγεμονικών σχεδίων του Τίτο από τον Στάλιν, μέχρι την ρήξη των δεσμών το 1948 κατέστησε στην ουσία τη Βουλγαρία αδύναμη να αντιδράσει στον Τίτο.
2 Βλ .Σ .Σφέτας, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας .Μια επώδυνη διαδικασία, Εκδόσεις Βάνιας ,Θεσσαλονίκη 2003,σσ.232-233.
3Το Μακεδονικό και η Βουλγαρία. Πλήρη τα απόρρητα βουλγαρικά έγγραφα 1950-1967(Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Σπυρίδων Σφέτας) ,Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών-Βουλγαρικά Κρατικά Αρχεία ,Εκδόσεις Αδερφών Κυριακίδη ,Θεσσαλονίκη 2009,σσ. 102-128.
4 Επέτειος της εξέγερσης στο Ίλιντεν, εξέγερση η οποία είχε εκλάβει τη μορφή εθνικής Παλιγγενεσίας για το κρατίδιο των Σκοπίων. Την εξέγερση του 1903 διεκδικούσαν οι Βούλγαροι, όσοι και οι Σλαβομακεδόνες ,ενώ την ίδια ημερομηνία το 1944 η Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε μέρος της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.
5 Σ. Σφέτας ,Ο ακήρυχτος πόλεμος για το Μακεδονικό .Βουλγαρία-Γιουγκοσλαβία 1968-1989.ΕΜΣ-Βουλγαρικά Κρατικά Αρχεία ,Εκδόσεις Κυριακίδη ,Θεσσαλονίκη 2010 ,σ.26.
6 Γ. Καλπαδάκης, Το Μακεδονικό Ζήτημα 1962-1995.Απο τη σιωπή στη λαϊκή διπλωματία.Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2012,ό.π.,σ.108.
7 Μ. Πλουμίδη, «Μειονοτικά προβλήματα στα Βαλκάνια», ’’Βήμα’’,2-4-1978.
8 Σ. Σφέτας ,Ο ακήρυχτος πόλεμος για το Μακεδονικό ,ό.π,σσ.42-43.
9Γ. Κ. Μαντζουράνη, Βαλκανική ενότητα και συνεργασία,ό.π.,σ.78.
10 M..Πλουμίδη, Το τελευταίο συνέδριο με τον Ιωσήφ-Μπρόζ Τίτο του Κ.Κ.Γιουγκοσλαβίας,«Βήμα»,21-6-1978.
[1]1‘’Βήμα’’ & ‘’Καθημερινή’’,27-7-1978.
[1]2 D.A .Andelman, ‘’China’s Balkan strategy’’,International Security Vol 4 No3,1979-1980,σ.60-79.
13 Καραμανλής Κωνσταντίνος .Αρχείο-Γεγονότα και κείμενα. Τόμος 10ος (σύνταξη κειμένων, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Εκδοτική Αθηνών-Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αθήνα 1995.Τόμος 10,σσ.350-351.
14 Σ. Σφέτας ,Ο ακήρυχτος πόλεμος για το Μακεδονικό ,ό.π, ,σσ.60-61.
Πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη το μεγάλο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, το οποίο κατά γενική ομολογία ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένο, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για το αντίθετο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον αυθόρμητο χαρακτήρα του, καθιστά το συλλαλητήριο ένα πολιτικό γεγονός πρώτου μεγέθους, με πολλαπλές αναγνώσεις, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στην υπόθεση του ονόματος των Σκοπίων, αλλά εκτείνονται και αρκετά πέρα από αυτή. Ας δούμε ποιά είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν:
25 χρόνια μετά το πρώτο συλλαλητήριο για το ζήτημα των Σκοπίων, ο ελληνικός λαός έδειξε σε πείσμα πολλών ότι δεν ξέχασε τη Μακεδονία και ότι δεν παραχωρεί το όνομά της. Αυτό το κατάφερε με μια αυθόρμητη συγκέντρωση, παρόμοια της οποίας κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί σήμερα να κάνει. Έδειξε λοιπόν ο ελληνικός λαός ότι ακόμη διατηρεί ισχυρά εθνικά αντανακλαστικά – γεγονός εν μέρει οφειλόμενο στις πολλαπλές ταπεινώσεις που έχει δεχτεί τα τελευταία χρόνια – και ότι εν απουσία ηγεσίας δηλώνει την πρόθεση να αναλάβει αυτός τον ρόλο του ύστατου θεματοφύλακα. Όπως και να το χαρακτηρίσει κανείς αυτό, σωστό ή λάθος, ένα είναι βέβαιο: ότι αποτελεί σαφή διατύπωση δυσπιστίας προς το πολιτικό σύστημα και διάθεση υπέρβασής του.
Με το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο λαός δήλωσε προς πάσα κατεύθυνση ότι παρά το οικονομικό και ιδεολογικό σφυροκόπημα το οποίο έχει δεχτεί, δεν έχει παροπλιστεί. Αντιθέτως διατηρεί ακόμη τη δυνατότητα να κινητοποιείται και να βγαίνει μαζικά στους δρόμους όταν βρίσκει έναν αληθινό σκοπό που τον ενώνει και τον συγκινεί. Ας μην υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι ο λαός δεν βγήκε μόνο για τη Μακεδονία στους δρόμους, βγήκε και για όλα όσα υφίσταται, δηλώνοντας με τον τρόπο του «Έως εδώ! Φτάνει με τις υποχωρήσεις και τις συνθηκολογήσεις πάσης φύσεως. Απαιτείται αλλαγή πορείας!»…
Τα τηλεοπτικά κανάλια στο σύνολό τους υπέπεσαν στο σοβαρό ατόπημα να αποσιωπήσουν ένα ζωντανό γεγονός του μεγέθους και της σημασίας του συλλαλητηρίου, καθώς την ώρα της διεξαγωγής του συνέχισαν να προβάλλουν το τηλεοπτικό τους πρόγραμμα… Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό δεν το έκανε μόνο η κρατική ΕΡΤ, αλλά και τα ιδιωτικά κανάλια, πολλά από τα οποία δεν έχουν δείξει ανάλογη εγκράτεια στην προβολή τουρκικών σήριαλ, τηλεπαιγνιδιών τύπου survivor και διάφορων talent shows αμφίβολης αισθητικής… Όλα αυτά εγείρουν εύλογα ερωτήματα όχι μόνο για την εγκυρότητα της τηλεοπτικής ενημέρωσης, αλλά και για το τί είδους τηλεόραση έχουμε, τί ακριβώς αυτή εξυπηρετεί και ποιές προτεραιότητες έχει… Δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι αυτή η αυθαιρεσία – η οποία χάρη στο ίντερνετ έγινε αμέσως αντιληπτή – θα έχει τις συνέπειες της, αφού αναπόφευκτα απαξιώνει περαιτέρω τα τηλεοπτικά κανάλια ως πηγές πληροφόρησης, στρέφοντας το κοινό όλο και πιο πολύ σε εναλλακτικούς τρόπους ενημέρωσης, όπως είναι οι ελεύθεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί, το ίντερνετ και τα Social Media…
Με το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης (και πιθανώς με αυτά που θα ακολουθήσουν), τα περιθώρια της κυβέρνησης για την αποδοχή ενός δυσμενούς συμβιβασμού στο όνομα των Σκοπίων στένεψαν σημαντικά ή και εκμηδενίστηκαν. Η εξέλιξη αυτή αφορά την κυβέρνηση στο σύνολό της, αλλά αφορά και ειδικώς τον κ. Καμμένο, ο οποίος γνωρίζει ότι δεν έχει ούτε τα ελάχιστα πολιτικά περιθώρια για να συναινέσει σε μια τέτοια εξέλιξη. Αυτή τη φορά μάλιστα είναι πολύ δύσκολο για τον κ. Καμμένο ακόμη και να αναζητήσει μια φόρμουλα «διαφωνίας», κατά την οποία θα διαφωνήσει, αλλά για πολλοστή φορά θα παραμείνει στην κυβέρνηση, με το έργο της κοινοβουλευτικής στήριξης να το αναλαμβάνουν άλλοι νεόκοποι και πιθανότατα αναλώσιμοι πολιτικοί σχηματισμοί (όπως π.χ. το «Ποτάμι» του κ. Θεοδωράκη).
Στο συλλαλητήριο συμμετείχε και η ΝΔ, αν και πολλά στελέχη της θα προτιμούσαν να υποβαθμίσουν το όλο ζήτημα. Αρκετά άλλα στελέχη της – κυρίως τοπικοί πολιτευτές της, συμμετείχαν για λόγους πολιτικής ορθότητας. Η εικόνα που δίνουν όλα αυτά είναι ότι η μείζων αντιπολίτευση στοιχίζεται με το λαϊκό ρεύμα, το οποίο όμως αδυνατεί να το εκφράσει και να το καθοδηγήσει. Κυρίως όμως κάνει ότι δεν ακούει «αυτά τα άλλα» που της λέει ο λαός ευκαιρίας δοθείσης… Και αυτή τη στιγμή ο ελληνικός λαός ή τουλάχιστον ένα τμήμα του έχοντας υπερβεί τις ηγεσίες του, ζητά μια δυναμική στροφή. Η αδυναμία της μείζονος αντιπολίτευσης να συλλάβει αυτό το μήνυμα και κυρίως να το διαχειριστεί αυθεντικά και δυναμικά, είναι βέβαιο ότι της κοστίζει πολιτικά. Διότι όσο κι αν η παρούσα κυβέρνηση έχει απογοητεύσει το εκλογικό σώμα, η αποτυχία της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει τη ΝΔ σε θρίαμβο στις επόμενες εκλογές…
Το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε κατά πολλούς την πρώτη εμφάνιση ενός οιωνεί κόμματος, το οποίο μάλλον βρίσκεται δεξιά της ΝΔ. Κατά μια άλλη οπτική ανέδειξε ένα σοβαρό ρήγμα το οποίο έχει στα δεξιά της η ΝΔ, η οποία για την ώρα κάνει πως δεν το βλέπει ή ότι δεν την ανησυχεί, επειδή γνωρίζει ότι είναι πολύ δύσκολο να μορφοποιηθεί σε έναν νέο πολιτικό φορέα. Η φύση όμως απεχθάνεται τα κενά και θα βρει τρόπο να τα καλύψει. Και σε αυτό είναι πιθανό να βοηθήσει και το λεγόμενο «σύστημα», το οποίο όπως έχει δείξει πλειστάκις μπορεί να εκτονώνει τη λαϊκή αντίδραση φαλκιδεύοντάς την. Ο κίνδυνος λοιπόν εδώ είναι κάποιοι να καπηλευτούν αυτό το αυθόρμητο λαϊκό ρεύμα ή και να τοποθετηθούν ως εγκάθετοι από το σύστημα σε έναν νέο πολιτικό φορέα, ο οποίος θα έχει τελικά ως σκοπό να εκτονώσει τη λαϊκή αντίδραση, απογοητεύοντάς την. Για αυτό και τούτη τη φορά ο λαός πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην επιλογή αυτών που θα τον εκπροσωπήσουν. Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες επιπολαιότητες ούτε για νέες μετριότητες που θα εκμεταλλευτούν τις πολιτικές εξελίξεις για να ανελιχθούν προσωπικά. Η εποχή απαιτεί ανθρώπους ικανούς, με γνώση, συγκρότηση, ήθος και όραμα και όχι ευκαιριακούς δηλωσίες, λαθρεπιβάτες του λαϊκού αισθήματος ή καίσαρες «υπερπατριωτισμού» που απλώς παράγουν θόρυβο, χωρίς να έχουν καμία ουσία…
*Ο Αναστάσιος Λαυρέντζος είναι συγγραφέας των βιβλίων “Η Θράκη στο μεταίχμιο” “Σιωπηρή Άλωση”.
του Άγγελου Συρίγου – 25 Ιανουαρίου 2018 slpress.gr
Η διαπραγμάτευση μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων ξεκίνησε σε θετικό κλίμα, με την έννοια ότι και οι δύο πλευρές εξ αρχής προσήλθαν με δεδηλωμένη βούληση να καταλήξουν σε συμφωνία και κατά αυτόν τον τρόπο να επιλύσουν τη χρόνια εκκρεμότητα σχετικώς με το όνομα. Το ενδιαφέρον της Δύσεως για την επίτευξη μίας λύσεως δεν αφορά αυτή καθ’ αυτή τη διαφορά.
Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε οι ευρωπαϊκές χώρες ενδιαφέρονται για το ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο. Ενδιαφέρονται να προκύψει συμφωνία και κατά αυτό τον τρόπο να ενταχθεί η FYROM στο ΝΑΤΟ και να εισέλθει σε πορεία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας αφορά δύο πτυχές: Η πρώτη αφορά την οριστική ακύρωση της προσπάθειας των Σκοπίων να σφετεριστούν την αρχαία μακεδονική κληρονομιά. Η δεύτερη αφορά το σήμερα, τη γεωπολιτική διάσταση. Είναι γνωστό ότι ιδρυτικός μύθος του γειτονικού κράτους είναι τα περί «διαμελισμένου μακεδονικού έθνους». Αυτός ο μύθος είναι το υπόβαθρο του φαντασιακού αλυτρωτισμού.
Είναι προφανές πως μία συμφωνία πρέπει να ακυρώνει με τρόπο κατηγορηματικό αυτή την επιχείρηση σφετερισμού της ιστορικής κληρονομιάς των αρχαίων Μακεδόνων από Σλάβους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή 1000 χρόνια αργότερα. Ταυτοχρόνως, πρέπει να ακυρώνει την προσπάθεια μονοπώλησης και φόρτισης του όρου Μακεδονία με εθνικό περιεχόμενο. Η ελληνική διπλωματία καλείται να καταδείξει διεθνώς ότι ορισμένες ονομασίες, τις οποίες χρησιμοποιούν τα Σκόπια ή προτείνονται σαν συμβιβασμός, προκαλούν προβλήματα αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή.
Υπενθυμίζουμε ότι το 1995, με την Ενδιάμεση Συμφωνία, οι ρητές αλυτρωτικές αναφορές στο Σύνταγμα της FYROM είχαν απαλειφθεί. Παρέμειναν, βεβαίως, αναφορές περί “Μακεδονίας” και “Μακεδόνων”, όπως επίσης και η αναφορά ότι η “Δημοκρατία της Μακεδονίας” έχει υποχρέωση να ενδιαφέρεται και να προασπίζει τους απανταχού “Μακεδόνες”. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμισθεί ότι ακόμα και εάν απαλειφθεί η τελευταία αυτή αναφορά το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί. Η πηγή και το όχημα του φαντασιακού αλυτρωτισμού των γειτόνων είναι το όνομα του κράτους, το όνομα της εθνότητας και της γλώσσας.
O παράγοντας κοινή γνώμη
Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα και στην Ελλάδα και στη FYROM οι πιθανότητες να προκύψει συμφωνία συρρικνώνονται. Όπως και ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε, ελληνικός όρος είναι η αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας. Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτείται προηγουμένως να έχει επιτευχθεί συμφωνία σε επίπεδο κυβερνήσεων.
Βεβαίως, στη συνέχεια η συμφωνία αυτή να εγκριθεί ή μέσω δημοψηφίσματος ή μέσω υπερψήφισης από ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Σύμφωνα με τις θέσεις των κομμάτων της FYROM τέτοια κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν υφίσταται. Επίσης, με το κλίμα που επικρατεί στο σλαβικό στοιχείο είναι εξαιρετικά αμφίβολο μία έγκριση μέσω δημοψηφίσματος.
Πιθανότατα, λοιπόν, η προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος να καταλήξει σε blame game, δηλαδή στο ποια πλευρά θα φορτωθεί την ευθύνη του ναυαγίου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να κινηθεί κατά τρόπο που θα δείξει στη διεθνή κοινότητα πως ήταν εποικοδομητική και έχει ως γνώμονα την εδραίωση της σταθερότητας στην περιοχή.
Αναμφιβόλως, το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης επικαθορίζει το κλίμα στην Ελλάδα. Ήδη σημειώνεται μία μετατόπιση της στάση των πολιτικών δυνάμεων. Η ευαισθησία των πολιτών γι’ αυτό το ζήτημα έχει αποδειχθεί επανειλημμένως και γι’ αυτό ήταν αναμενόμενη η μεγάλη συμμετοχή, παρά την αποτρεπτική στάση της Εκκλησίας. Η λαϊκή συμμετοχή είναι ένα μήνυμα και διεθνώς ότι όσοι πιέζουν για κλείσιμο-εξπρές οφείλουν να κατανοήσουν ότι λύση δεν μπορεί να προκύψει, εάν δεν ανταποκρίνεται στις θεμιτές ανησυχίες της ελληνικής κοινής γνώμης.
The nation’s security forces tried for decades to kill the P.L.O. leader. Now, former officials tell the story of how they failed — and how far they almost went to succeed.
The lead pilot keyed his radio. “Do we have permission to engage?”
It was the afternoon of Oct. 23, 1982. Deep beneath the ground of central Tel Aviv, inside the Israeli Air Force’s main command-and-control bunker, code-named Canary, the pilot’s question played over a loudspeaker. All eyes were on the commanding officer. Everyone expected an order to open fire, but the air-force commander in chief, Maj. Gen. David Ivry, usually a decisive man, was hesitating.
He knew that his fighters had everything they were supposed to have: a positive visual identification, a clear shot in open skies over empty ocean. The go-ahead to shoot down the plane and the passenger it was carrying had come from the minister of defense, Ariel Sharon. Their job — Ivry’s job — was to eliminate targets, not select them.
But Ivry’s doubts overcame him. “Negative,” he told the pilot. “I repeat: Negative on opening fire.”
The military operation — the targeted assassination of Yasir Arafat, chairman of the Palestine Liberation Organization and enemy of the state of Israel — had been set in motion the previous day by Mossad, Israel’s civilian intelligence agency. Tsomet, the Mossad unit responsible for recruiting and running assets abroad, received reports from two informants inside the P.L.O. that Arafat would take off from Athens the next day in a private plane heading to Cairo. Caesarea, the Mossad unit that handled targeted killings, immediately dispatched two operatives to gather more information. Taking advantage of lax security at the Athens airport, they waited for Arafat in the area where private planes were parked.
Sharon, meanwhile, had been maintaining constant pressure on Lt. Gen. Rafael Eitan, chief of staff of the Israeli Defense Forces, for the operation to move forward. The air force put two F-15 fighters on alert for immediate takeoff from the Tel Nof air force base. Ivry, ever cautious, briefed the lead pilot himself. He understood the stakes. It was clear to him how disastrous it would be if Israel shot down the wrong aircraft. “You don’t fire without my O.K.,” he told the pilot. “Clear? Even if there’s a communications problem, if you don’t hear my order” — he emphasized that part: hear my order — “you don’t open fire.”
At 2:05 p.m. on Oct. 23, one of the Caesarea operatives in Athens called Mossad headquarters. “He’s here,” he said. “Positive ID.” His excitement was audible. He reported that he had watched the P.L.O. leader and his men making final preparations to board a DHC-5 Buffalo with a tail painted blue with brown marks and the registration number 1169.
Photo
Detail from above. The photograph was one of several taken by a team of Israeli snipers in position in Beirut as Arafat prepared to evacuate the city. The snipers were ordered to stand down by the Israeli prime minister, Menachem Begin, who had promised the U.S. that no harm would be inflicted on Arafat or his retreating forces. A day later, Begin gave American mediators one of the pictures to prove he had kept his promise.CreditPhotograph from Oded Shamir
Mossad passed the confirmation to Canary. To Ivry, though, something seemed off. “I didn’t get this whole story,” he told me years later, sitting in his executive suite overlooking Tel Aviv, where he works now as the president of Boeing Israel. “It wasn’t clear to me why Arafat would be flying to Cairo. According to intelligence, he had nothing to look for there at the time. And if he was going there, why in that kind of transport plane? Not at all dignified enough for a man of his status. I asked the Mossad to verify that he was the man.”
The two Caesarea operatives once again insisted that it was Arafat. “The objective has grown a longer beard to mislead,” they reported. Mossad reconfirmed the positive identification.
At 4:30 p.m., the operatives reported that the plane had taken off. Ivry got the formal order, by telephone, from Eitan: Shoot it down. Ivry told his F-15 pilots to take off. It wouldn’t take long to intercept the sluggish transport plane.
As the jets closed in, Ivry still harbored doubts. He told his aide to contact Mossad again and demand that it provide secondary confirmation that it was Arafat on the plane and not just someone who looked like him. Ivry seldom displayed any emotion. “But we could see he was very worried,” said one of his subordinates who was present at the time.
Ivry needed to buy time. He also knew that pilots can be overeager, that sometimes they’ll look for a reason to fire on a target, interpreting a burst of radio static as an order to shoot, for instance. “Hold your fire,” he reminded his pilots. “If there’s no radio contact, do not open fire.”
Eitan kept calling to find out what was happening and to see whether his order to shoot down the plane had been carried out. Even though the Caesarea operatives had confirmed and then reconfirmed that it was Arafat, Ivry gave the same reply each time: “Raful,” Ivry said, using Eitan’s nickname, “we do not yet have final positive confirmation that it is him.”
Separately, Ivry told the Military Intelligence directorate (known by its acronym AMAN) and Mossad that the visual identification was insufficient and he demanded yet another crosschecked confirmation that Arafat was on the plane. That’s when the pilots picked up the radar blip and sought permission to engage.
Ivry couldn’t stall much longer. He had been given a direct order. If he didn’t take down the aircraft soon, he would have to explain why to Eitan and Sharon.
Tension was heightening. The minutes dragged on.
And then, five minutes before 5 o’clock, 25 minutes after the fighters took off, a phone jangled in Canary. It was the secure line that connected directly to Mossad headquarters. “Doubts have arisen,” said the voice on the line, with embarrassment. Mossad had other sources who insisted that Arafat had been nowhere near Greece, and that the man on the plane couldn’t possibly be Arafat.
In the absence of another order, the pair of F-15s continued to track the Buffalo. Ivry repeated his orders. “We’re waiting for more information. Keep eyes on the target and wait.”
At 5:23 p.m., another report came in to Canary. Sources from Mossad and AMAN said the man on the plane was Fathi Arafat, Yasir’s look-alike younger brother, a pediatrician and the founder of the Palestinian Red Crescent Society. With him were 30 wounded Palestinian children, survivors of the massacre that the Lebanese Maronite Christian Phalange militia had perpetrated in the Sabra and Shatila refugee camps in Beirut a month before. Fathi Arafat was escorting them to Cairo for medical treatment.
Ivry breathed a sigh of relief. “Turn around,” he ordered the pilot. “You’re coming home.”
Photo
Above: David Ivry, left, with Ariel Sharon at the opening of Ramon air base in 1982.CreditPhotograph from David Ivry
The choice facing Ivry on that day in October 1982 was only one example of a dilemma that has confronted many Israeli authorities over the course of the nation’s brief history — the violent and sometimes irreconcilable clash between the fundamental principles of democracy and a nation’s instinct to defend itself.
As a reporter in Israel, I have interviewed hundreds of people in its intelligence and defense establishments and studied thousands of classified documents that revealed a hidden history, surprising even in the context of Israel’s already fierce reputation. Many of the people I spoke to, in explaining why they did what they did, would simply cite the Babylonian Talmud: “If someone comes to kill you, rise up and kill him first.” In my reporting, I found that since World War II, Israel has used assassination and targeted-killing more than any other country in the West, in many cases endangering the lives of civilians. But I also discovered a long history of profound — and often rancorous — internal debates over how the state should be preserved. Can a nation use the methods of terrorism? Can it harm innocent civilians in the process? What are the costs? Where is the line?
Increasingly, people want to talk. It was during a conversation in 2011 with a senior officer in a North Tel Aviv cafe that I heard for the first time about how Sharon had ordered that transport plane carrying Arafat to be shot down in 1982. He described everything in detail but set a stiff condition for publication of the story — another person had to describe the event on the record as well. Only by doing that could I publish the story. I went to see that person, knowing how difficult it would be to get him to speak about the episode. I approached in a roundabout manner before I touched on the relevant point. The man looked at me with his steely gaze, but then a softer and slightly sad expression came over his face. “For more than 30 years,” he said, “I have been waiting for someone to come and ask me about this story.”
No target thwarted, vexed and bedeviled the Israeli assassination apparatus more than Yasir Arafat, the charismatic P.L.O. leader who died in 2004. Sometimes he would simply escape, and sometimes the officials overseeing an effort would call it off because the target could not be confirmed or because the price in civilian lives was deemed too high. Time and again, the desire to kill Arafat placed Israel at the center of the ongoing debate about what a nation can and cannot do to survive.
In the years after Arafat founded Fatah, a forerunner of the P.L.O., in 1959, Mossad dismissed him and his friends as students and intellectuals. By 1965, when Fatah was carrying out its first guerrilla and terror operations against Israel, Rafi Eitan, the chief of Mossad operations in Europe (no relation to Raful Eitan, the I.D.F. general), asked the Mossad director, Meir Amit, to order Caesarea to break into an apartment that Arafat was using as an operational base in Frankfurt and kill him. “We can do it easily,” he wrote to Amit. “We have access to the target, and this is an opportunity that we may not get again.” According to Eitan, Amit refused to sign off. He didn’t see the group as much more than a gang of young thugs. “Too bad they didn’t listen to me,” Eitan told me decades later. “We could have saved ourselves a lot of effort, heartache and sorrow.”
Ultimately, though, it was Eitan’s attitude that prevailed. The belief that assassinating the P.L.O. leader would solve the entire Palestinian problem would be the predominant opinion in Israeli intelligence for many years to come. “Israel must strike at the heart of the terror organizations,” Yehuda Arbel, the Shin Bet commander in Jerusalem and the West Bank in the late 1960s, wrote in his diary. “The elimination of Abu Ammar” — Arafat — “is a precondition to finding a solution to the Palestinian problem.”
Photo
Top: Meir Dagan, I.D.F. special ops; David Ivry, Air Force commander in chief. Bottom: Aviem Sella, Air Force operations chief; Ariel Sharon, minister of defense.CreditTop: Yaakov Saar/GPO/Getty Images; from David Ivry. Bottom: David Rubinger/Yedioth Ahronoth; Micha Bar-Am/Magnum Photos.
And this is exactly what Israel would try to do, numerous times. Sometimes the efforts involved direct military action. Right after the Six Day War, Arafat launched a series of guerrilla operations from East Jerusalem and the West Bank. Acting on a tip, Israeli soldiers stormed the house where he was based, minutes too late. They found his food still warm on the table.
Some plans were more elaborate. Inspired by the movie “The Manchurian Candidate,” the Israelis spent three months in 1968 trying to transform a Palestinian prisoner into a programmed killer. Within five hours of being released to carry out his mission, he had turned himself in to the local police, handed over his pistol and explained that Israeli intelligence had tried to brainwash him into killing Arafat.
These and many other attempts not only failed and not only caused Israel much embarrassment; they also increased Arafat’s popularity, as he told the tales of his miraculous escapes.
Beyond securing the adoration of his own people, Arafat also began to make many powerful friends abroad. The East German leader Erich Honecker regarded him as a true revolutionary, like Fidel Castro, and his spies provided Palestinians with intelligence and weapons. At the same time, the C.I.A. had cultivated Arafat through a back channel, an effort with support at the highest levels. As the 1970s drew to a close, Arafat seemed untouchable. He was a de facto head of state with broad support. Openly assassinating such a man would break all of the norms of international relations. The Israelis looked on and ground their teeth.
By 1979, Israel and the P.L.O. had settled into a rote and seemingly endless pattern of strikes and counterstrikes. And then a horrifying murder raised the tension even higher. On April 22, 1979, a terror squad from the Palestine Liberation Front, a P.L.O.-affiliated group, landed in a rubber dinghy on the beach at Nahariya, an Israeli city six miles south of the Lebanese border. One of its four members was Samir Kuntar, then 16 years old. After trying to break into a house and being frightened away by gunfire, and after killing a policeman who tried to arrest them, the men broke into a family’s apartment and took Danny Haran, and his daughter Einat, 4, as hostages. They dragged them to the beach, where soldiers and police had already deployed, and a firefight ensued. Kuntar shot Danny, killing him, and then smashed Einat’s head with the butt of his rifle until she was dead. Danny’s wife, Smadar, hid in a crawl space in their apartment with their 2-year-old daughter, Yael. Smadar covered the toddler’s mouth with her hand, to keep her from crying out and allowing the attackers to find them. In her panic, she smothered her child.
In the wake of the Nahariya atrocity, Raful Eitan, the I.D.F. general, gave the regional commander Avigdor Ben-Gal a simple order: “Kill them all,” meaning all members of the P.L.O. and anyone connected to the organization in Lebanon. With Eitan’s blessing, Ben-Gal appointed the man he considered the I.D.F.’s top expert in special ops, Meir Dagan, to lead the efforts in south Lebanon. The three of them set up the Front for the Liberation of Lebanon From Foreigners. The operation ran almost entirely without the authorization or knowledge of the rest of the military, the defense ministry, the intelligence agencies or the government. (I did not speak with Eitan, who died in 2004, about any of these events.)
Between 1979 and early 1983, when it disbanded, the Front killed hundreds of people. David Agmon was head of the I.D.F.’s Northern Command staff, one of the few who knew of Dagan’s secret ops. “The aim,” he said, “was to cause chaos among the Palestinians and Syrians in Lebanon, without leaving an Israeli fingerprint, to give them the feeling that they were constantly under attack and to instill them with a sense of insecurity.” In order to do that, Dagan and his crew recruited Lebanese locals: Druze, Christians and Shiite Muslims who resented the Palestinians and wanted them out of Lebanon.
On Aug. 5, 1981, Prime Minister Menachem Begin appointed Ariel Sharon as defense minister of Israel. Begin, a hero of the underground movement in Israel’s prestate era, had a deep admiration for the former general — “a glorious commander of armies,” he called him — but he was somewhat apprehensive about Sharon’s unwillingness to accept the authority of his superiors. “Sharon is liable to attack the Knesset with tanks,” one of Begin’s deputies half-joked two years earlier.
Sharon quickly raised the stakes. He put a renewed focus on Arafat and gave the greenlight for Ben-Gal and Dagan to carry out an operation that, if it succeeded, would change the course of Middle East history. Operation Olympia called for Israeli agents to plant a massive set of bombs under a V.I.P. dais under construction in a Beirut stadium where, on Jan. 1, 1982, the P.L.O. was going to celebrate the anniversary of its first operation against Israel. With the push of one button, they would achieve the destruction of the entire Palestinian leadership.
Everything was ready, including powerful explosive charges already secreted beneath the dais, as well as three vehicles loaded with explosives that were supposed to be parked on the streets around the stadium; these were to detonate about a minute after the dais exploded, when the panic was at its height and the survivors of the initial blast were trying to flee the scene. The resulting death and destruction were expected to be “of unprecedented proportions, even in terms of Lebanon,” in the words of a very senior officer of the Northern Command. But a group of worried AMAN officers, as well as the deputy defense minister, went to Begin and demanded that he order Dagan to call it off. “You can’t just kill a whole stadium,” one officer recalled telling Begin. “The whole world will be after us.” Begin shut down the operation.
The New York Times Magazine
The best of The New York Times Magazine delivered to your inbox every week, including exclusive feature stories, photography, columns and more.
By then, Sharon was at work on a far grander scheme. On June 6, the I.D.F. stormed across the border into Lebanon. An army of 76,000 troops, 800 tanks and 1,500 armored personnel carriers advanced northward and within two weeks had commenced a harrowing siege and bombardment of Beirut’s western neighborhoods. Sharon presented the war as a limited incursion, aimed only at removing P.L.O. artillery that threatened Israelis, but he in fact had a far more radical vision: Israeli forces would conquer Lebanon and expel the Palestinians to Jordan, where they would be a majority able to establish a Palestinian state in place of the Hashemite Kingdom. This, Sharon reckoned, would eliminate the Palestinian demand for a state in the West Bank, which thus would become part of Israel. In that fantastical plan, there was one more critical element: killing Yasir Arafat. Sharon believed that in a war against a terrorist organization, symbols were as important as body counts.
To this end, a special task force was set up, code-named Salt Fish. Sharon appointed his two experts on special ops, Dagan and Rafi Eitan, who was then adviser to the defense minister on counterterror, to oversee it. “I thought that hitting him would have changed the course of history,” Dagan told me. “Arafat was not only a Palestinian leader, but a kind of founding father of the Palestinian nation. Killing him would unleash a large part of the internal conflicts inside the P.L.O. and significantly hinder its capability to make any strategic decisions from then on.”
Lt. Col. Uzi Dayan, the outgoing chief of the Sayeret Matkal, the Israeli army’s elite commando unit, took command of Salt Fish. AMAN hooked up to the telephone exchanges in Beirut and tried to trace Arafat’s movements. The preferred method of attack would be an airstrike. “It was a very complicated mission,” Dayan said. “We had to collate the information from the various sources, to understand which building or cave was the right one, to pinpoint it on the map, to narrow it down to the precise coordinates, to transmit them to the air force, giving them enough time to put a plane in the air and bomb it.”
Arafat understood that it was not a coincidence that bombs were repeatedly falling on places he was about to enter or had just left, and he kept breaking his routine. The team, growing desperate, came up with increasingly provocative schemes.
On July 3, 1982, Uri Avnery, a left-wing Israeli magazine editor, along with a reporter and photographer, crossed the front line in Beirut to interview Arafat in the heart of the city. The meeting was highly controversial in Israel. Arafat was seen as the country’s worst enemy, and this was his first formal meeting with Israelis. The Salt Fish team decided to take advantage of the opportunity to let the three journalists unknowingly lead a group of assassins straight to Arafat. An argument broke out among the Salt Fish team members: Was it right to endanger, and probably kill, the Israeli citizens? The answer, they decided, was that it was. But Arafat suspected that Mossad might be keeping tabs on Avnery. His security guards took strict deceptive countermeasures, and the Salt Fish team lost their trail in the alleys of south Beirut.
Photo
Uri Avnery, an Israeli journalist, and Yasir Arafat in Beirut in 1982.CreditAnat Saragusti.
As the days went by, Sharon and Raful Eitan (the I.D.F. general) put increasing pressure on the air force and the Salt Fish teams to get Arafat. “The feeling was that it was something personal for Sharon,” Ivry said. “I thought that it was messy, with the danger of harming civilians.” Uzi Dayan had the same misgivings. “Arafat was saved by two things,” he said. “His interminable good luck and me.”
Dayan thought Arafat was a legitimate target but not if it meant killing many civilians. “Raful used to blow up with anger,” Dayan continued. “He’d call me up and say: ‘I understand you have information on such and such a place. Why aren’t the planes in the air?’ I replied that it was impossible because there were a lot of people around. Raful said: ‘Forget about it. I’ll take responsibility for it.’ I wasn’t prepared to allow it. Raful would not teach me the ethics of war.”
Eitan would remind Dayan that he did not have the authority to decide whether or not to drop a bomb. But Dayan nonetheless found a way to take a hand in the decision-making. “All I had to do was to report when the target was ripe from the intelligence point of view,” he said. “So from that point on, each time we knew that bombing would lead to massive civilian casualties, we reported that the target wasn’t ripe from the intelligence angle.”
Perhaps sensing this resistance, Eitan at one point decided to take more direct action. On the evening of Aug. 4, he asked the head of the air-force operations department, Aviem Sella, to come and see him. The two men had a close relationship, and Eitan had a soft spot for Sella, a promising officer considered a potential commander of the air force.
Eitan greeted Sella and told him that the next day he wouldn’t be working in Canary as usual but would be “going on a trip.”
“Anything like our last trip together?” asked Sella, alluding to a visit to Beirut in May, in preparation for the invasion and the operation to assassinate Arafat.
“Something like it,” Eitan replied. “But from above. Meet me tomorrow morning at Hatzor” — an air force base to the south. “You’ll fly the plane, and I’ll navigate and operate the combat systems. We’re going to bomb Beirut.”
Sella was convinced he wasn’t hearing right. “It was totally insane,” he told me. “I was in shock. If someone had told me that the chief of staff, who isn’t really an airman, was taking the head of the air-force operations department for a break in the running of the war while they bombed Beirut, I would never have believed it.”
The next day, the two met at Hatzor, climbed into an F-4 fighter jet and set out with three other planes on an expedition to bomb an office block in west Beirut, where, according to Salt Fish operatives, Arafat was supposed to be attending a meeting. “Raful’s functioning was so-so; I think he was feeling a little bit sick,” Sella said. “I did my own navigation. He operated the munitions systems, which by today’s terms were rather primitive. We made two bombing runs over the target, and then another one to see if we’d hit it. Raful was happy, and we flew home to Israel.” Arafat was once again saved by timing: The bombs had fallen just before he arrived.
Sharon’s intention to kill Arafat, however, never wavered. After the battles in Beirut were over and the P.L.O. leaders and their forces had been evacuated, Sharon and Eitan “were dying, simply dying, to kill him,” said Amos Gilboa, who was then a brigadier general and the head of AMAN’s Research Division. Sharon’s team now realized, though, that an open assassination would only make Arafat a martyr. Undaunted, Sharon instructed the intelligence organizations to find a more subtle way to dispose of the P.L.O. leader. Operation Salt Fish morphed into Operation Goldfish. But the mission remained the same, and Sharon ordered that it be given top priority. Every day, the Goldfish team gathered in Gilboa’s office. “We had a thousand matters that were a hundred times more important,” Gilboa recalled. But Sharon insisted.
Even the near disaster of October 1982 — coming within one jittery pilot’s finger of murdering a flight crew, a doctor and 30 wounded children — did not weaken Sharon’s hand or dissuade him from the idea of targeting Arafat in the air. In fact, he became even more reckless. When Mossad reported that Arafat was flying more commercial flights, with the P.L.O. often buying the entire first-class or business-class cabin for him and his aides, Sharon decided that such flights would be legitimate targets. The plane would have to be shot down over the open sea, far from the coast, so that it would take investigators a long time to find the wreckage and establish whether it had been hit by a missile or had crashed because of engine failure. Deep water would be preferable, to make recovery even more difficult. (Oded Shamir, Sharon’s adjutant at the time, says that all the targeted planes were private aircraft. However, at least three officers present at these incidents have told me that some of the targets were commercial airliners.)
Photo
Yasir Arafat in Damascus, Syria, in 1970.CreditAFP/Getty Images
The air force drew up a detailed plan. They found a spot over the Mediterranean where there was commercial air traffic but no continuous radar coverage by any nation and where the sea below was three miles deep, making a salvage operation extremely difficult, perhaps impossible. Executing the attack in this ideal spot, however, meant there would be a narrow window of opportunity.
Because the operation would take place far from Israeli airspace, beyond Israel’s radar and radio range, the air force had to set up an airborne command post, in the form of a Boeing 707 fitted with radar and communications equipment. Sella would command the operation from this aircraft.
Under Sharon’s direct orders, then, surveillance of Arafat was maintained continuously, and four F-16 and F-15 fighters were placed on interception alert. Over the course of nine weeks, from November 1982 to early January 1983, these planes scrambled at least five times to intercept and destroy airliners believed to be carrying Arafat, only to be called back soon after takeoff.
Gilboa expressed his sharp opposition to these operations time and again. “It was clear to me that the air force would execute it as well as could be,” he said, “but I had additional responsibility.” It was Gilboa’s job to evaluate the political, military and economic implications of each operation. “I told chief of staff Eitan that it could ruin the state internationally if it were known that we downed a civilian airliner.”
In each instance, air-force commanders intentionally obstructed the operation, refusing to obey orders that they believed to be manifestly illegal. “When we received the order,” Sella said, “I went to see Eitan. I told him: ‘Chief of staff, we do not intend to carry this out. It simply will not happen. I understand that the minister of defense is dominant here. No one dares to stand up to him, and therefore we will make it technically impossible.’ Raful looked at me and never said anything. I took his silence as consent.”
In one instance, with a commercial plane believed to be carrying Arafat from Amman to Tunisia over the Mediterranean, and the Israeli jets closing in, Eitan asked Gilboa if he thought their target was definitely on the plane. The two were standing in the central space inside Canary.
“Chief of staff, do you really want to hear what I think?” Gilboa asked. Eitan nodded.
Gilboa could feel his heart thumping in his chest. He stalled, elaborating all the many reasons for believing Arafat might be on the plane, then enumerating all the many reasons to doubt he was on the plane.
Eitan grew impatient. “Gilboa,” he barked. “Yes or no?”
“My gut feeling,” Gilboa said, “is that he isn’t on the plane.”
Eitan turned around and went to the red secure phone at the side of the room. He told Sharon the operation would have to wait for another day.
In another instance, the radios on the flying command post, the air-force Boeing 707, were intentionally set to the wrong frequencies, blacking out communications long enough to make the whole operation impossible. In yet another, Sella simply misled Eitan, informing him that the target plane had been identified too late and there was a danger that the interception would be detected. On the remaining occasions, “we simply drew the time out until the plane had left the zones in which it would have been possible to hit them without discerning what had happened.”
In the end, though, Sharon’s plans for an intentional war crime were finally derailed by his own past unscrupulousness. Under intense pressure from the Israeli public and after heavy international criticism, Begin was compelled to establish a judicial inquiry into the massacre at the Beirut refugee camps. The commission determined that the Phalange militia was directly responsible for the massacre, but ruled that some Israelis, among them Sharon, had to be held accountable as well for permitting the Phalange to enter the camps when it was clear the organization would take the opportunity to commit atrocities. Sharon was forced to resign as defense minister. “Gradually,” Gilboa said, “the awareness grew that Arafat was a political matter, and he must not be seen as a target for assassination.”
Sharon, of course, recovered from the blow, and in 2001 became Israel’s prime minister. He came to a gradual understanding with the administration of George W. Bush under which the United States would support Israel even as it waged a massive campaign of targeted killings, the biggest in the country’s history. In exchange, Sharon would cease settlement in the occupied Palestinian territories. And Arafat would be off limits.
The campaign seemed to work. Hamas sought a cease-fire and stopped dispatching suicide bombers. But Sharon, too, underwent a change, beginning for the first time to consider a political solution to the problem of the Palestinians. “The moment Sharon understood that the settlements are a burden and not an advantage,” said Dov Weissglas, Sharon’s chief of staff and close adviser, “he had no problem evacuating them and turning his back on the settlers.” Sharon, the sworn hawk, “wanted to exit the stage as a battle-worn general who became a great peacemaker.”
Sharon had come to accept that there was no way to preclude the creation of an independent Palestinian state, but this didn’t decrease his loathing for its leader. In Israel, a new round of discussions were held over how to deal with Arafat, and many suggestions were put forward: exile him to a desert island, put embarrassing videos of him on the internet, release the many documents seized from his office ordering the transfer of funds to terrorists. Some heads of the intelligence community and the army, as well as cabinet ministers, still thought that he should be killed.
On March 22, 2004, an Israeli helicopter gunship struck down Sheikh Ahmed Yassin on the streets of Gaza City. Yassin was a founder of the Hamas movement and, like Arafat, a political leader of world renown. On April 23, Sharon told an Israeli reporter that he was no longer bound by his 2001 agreement with Bush, saying “this commitment of mine no longer exists.” Asked to clarify if he meant harming Arafat, he answered, “I do not think this matter can be made any clearer.”
And then, suddenly, Arafat, the man who had managed to elude death so many times, succumbed to a mysterious infection that led to a stroke. He died on Nov. 11, 2004, at 75. To this day, an argument rages among forensic medicine experts and laboratory chiefs over the cause of death and whether traces of polonium, a radioactive material that has been used in assassinations, were or were not found on Arafat’s clothes and remains. Israeli spokespersons categorically denied that Israel was in any way involved in Arafat’s death.
In one of our last conversations before he succumbed to cancer in early 2016, Meir Dagan tried to explain why Sharon had spent so much of his life trying to kill Arafat, even as it became clear that killing him would do little to solve the larger problems that confronted his nation. “Sharon saw Arafat as a murderer, a Jew murderer,” he said. “Sharon himself was quite a tough man, quite callous, and sometimes also quite a bastard. But he took to heart every casualty of every terror attack. There were some things that he simply could not let pass.”