Αρχική Blog Σελίδα 2841

Η θέση της Τουρκίας μετά την Αφρίν

0

Η υπεροπλία έναντι του YPG σε όλα τα επίπεδα εντέλει θα καθορίσει την εξέλιξη της μάχης, αλλά είναι πολύ νωρίς για να κηρύξει «νίκη». Πώς κινήθηκε στην επιχείρηση. Οι επόμενες κινήσεις της Αγκυρας και ποιους θα βρει απέναντι.

Μετά από πάνω από 50 ημέρες, ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατός του ΝΑΤΟ εντέλει επιβάλλει το υπέρτερο μέγεθός του στην επίθεση κατά της Αφρίν. Παρά το αργό ξεκίνημα της επιχείρησης «Κλάδος Ελαίας», η Τουρκία δείχνει ότι ο στρατός της παραμένει αποτελεσματική και ισχυρή δύναμη, παρά τις πρόσφατες εσωτερικές αναταραχές, καθώς πολεμά για να εκδιώξει το YPG και τους τοπικούς συμμάχους του από την ορεινή περιοχή στα σύνορά της.

Η όποια επιτυχία στις επιχειρήσεις στην Αφρίν πιθανότατα θα ενθαρρύνει την Αγκυρα να αναλάβει περαιτέρω στρατιωτική δράση για να εδραιώσει τη θέση της στην περιοχή και να αποτρέψει το YPG από το να επεκτείνει την επιρροή και τα εδάφη του, ακόμα και αν αυτό βάλει την Τουρκία σε τροχιά σύγκρουσης με άλλες χώρες που έχουν συμφέροντα στην περιοχή.

Η επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες στην αρχική φάση της εισβολής. Κακές καιρικές συνθήκες, ειδικά η βροχή και η λάσπη, καθυστέρησαν την προέλαση του πεζικού και μείωσαν την αποτελεσματικότητα της αεροπορικής υποστήριξης. Επιπλέον οι Τούρκοι και οι αντάρτες σύμμαχοί τους αντιμετώπισαν δύσκολο έδαφος, όπως βουνά και δάση κατά την αρχική επίθεση.

Το YPG επίσης εμπόδισε την τουρκική προέλαση αρχικά υιοθετώντας μια επιθετικά αμυντική στάση, στέλνοντας μεγάλο αριθμό μαχητών του στα σύνορα και διεξάγοντας σθεναρές αντεπιθέσεις που οδήγησαν σε υποχώρηση τους Τούρκους και τους συμμάχους τους. Επίσης το YPG έκανε προετοιμασίες. Γνωρίζοντας από καιρό τα σχέδια της Αγκυρας για την περιοχή, έστησε σειρά αμυντικών οχυρώσεων στα σύνορα με την Τουρκία, περιμένοντας την επίθεση.

Η μεγάλη διαφορά σε δύναμη πυρός, ωστόσο, έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της Τουρκίας και των συμμάχων της. Το YPG έλαβε μεγάλο αριθμό αντιαρματικών πυραύλων από τη συριακή κυβέρνηση, το Ιράν και αλλού στις ελεγχόμενες από τους Κούρδους περιοχές της Βόρειας Συρίας στην αρχή της σύγκρουσης, αλλά αυτά τα όπλα δεν ήταν αρκετά για να αντιμετωπίσουν την υπεροπλία των επιτιθέμενων. Ως αποτέλεσμα, το YPG υπέστη σημαντικές απώλειες κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης. Βοηθούμενη από τις βελτιωμένες καιρικές συνθήκες, οι Τούρκοι και οι σύμμαχοί τους διπλασίασαν τις προσπάθειές τους για να πάρουν τον έλεγχο μεγάλων εκτάσεων στα σύνορα, εξασφαλίζοντας πόλεις-κλειδιά (όπως οι Bulbul, Rajo και Sheikh Hadid) και εντέλει τις Sharran και Jinderes.

Μετά από αυτή τη μεγάλη προέλαση, η Αγκυρα έστρεψε την προσοχή της στην προώθηση στην κοιλάδα της Αφρίν. Χάρη στην ταυτόχρονη κίνηση από βορειοανατολικά και νοτιοδυτικά, οι επιτιθέμενοι είναι σε θέση να περικυκλώσουν το YPG στο κέντρο της πόλης της Αφρίν εντός λίγων ημερών, εξαρτώμενων από την πορεία της μάχης.

Όπως προχωρούσε η επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας», ο στρατός της Τουρκίας επέδειξε τις αξιοσημείωτες δυνάμεις του. Η Αγκυρα κατέβαλε σημαντική προσπάθεια μετά το τέλος της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη», στις αρχές του 2017, να βελτιώσει τη μαχητική ικανότητα των Σύρων αναρτών συμμάχων της.

Αυτοί οι μαχητές εξακολουθούν να έχουν σημαντικές ατέλειες σε ό,τι αφορά τη μαχητική ικανότητα και την πειθαρχία, αλλά εμφανίζονται τώρα καλύτερα εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι, αλλά και καλύτερα καθοδηγούμενοι. Και σε μια προσπάθεια να κερδίσει υποστήριξη για την επιχείρηση κυρίως από τους Κούρδους ντόπιους, η Τουρκία έχει ενσωματώσει σημαντικούς αριθμούς εθνικών Κούρδων μαχητών στις μονάδες των ανταρτών, περιλαμβανομένης της σχετικά ελίτ -με βάση τα στάνταρντ των Σύρων ανταρτών- κουρδικών «Falcons Brigade»της μεραρχίας Hamza.

Η τουρκική αεροπορία έπαιξε επίσης κρίσιμο ρόλο έως τώρα στην επιχείρηση. Παρότι οι αρχές προχώρησαν στην εκκαθάριση αριθμού πιλότων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η αεροπορία της χώρας διατηρεί αρκετούς χειριστές, ώστε να προσφέρει την εναέρια υποστήριξη για την επέμβαση στην Αφρίν. Οι σχεδιαστές της επιχείρησης συνδύασαν τις αεροπορικές επιχειρήσεις με βαρύ πυροβολικό και πυρά ρουκετών από μονάδες πυροβολικού. Το YPG, που αποτελείται κυρίως από ελαφρύ πεζικό με λίγο βαρύ οπλισμό, έχει σοβαρό μειονέκτημα απέναντι σε αυτή τη δύναμη πυρός και υπέφερε ανάλογα.

Η Τουρκία ανέπτυξε επίσης κάποιες από τις πλέον επίλεκτες μονάδες της στις επιχειρήσεις, περιλαμβανομένου μεγάλου αριθμού ειδικών δυνάμεων, που έχουν αποκτήσει εμπειρία μετά το 2015 στις μάχες κατά του PKK στη νοτιοανατολική Ανατολία. Οι ειδικές δυνάμεις εντάχθηκαν στις μονάδες των Σύρων ανταρτών για να διευρύνουν την αποτελεσματικότητά τους και να καλούν αεροπορικές επιδρομές, ενώ οι διοικητές ανέπτυξαν ειδικές μονάδες κομάντο και μονάδες ορεινού πολέμου σε μερικές από τις πιο δύσκολες επιθέσεις στην ορεινή περιοχή της Αφρίν.

Τα πιθανά πισωγυρίσματα

Παρά το πλεονέκτημα της Τουρκίας έναντι των αντιπάλων της, όμως, είναι πολύ νωρίς για να κηρύξει τη νίκη στην επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας». Απομένουν πολύ δύσκολες μάχες, ειδικά εναντίον των υπερασπιστών του YPG στα βουνά, όπως και με μονάδες που ετοιμάζονται για αστικό πόλεμο έναντι των επιτιθέμενων.

Παρά ταύτα η Αγκυρα κοιτά ήδη τις νέες μάχες κατά του YPG και των συμμάχων τους στην περιοχή. Παρά τις φωνές ότι σκοπεύει να απομακρύνει το YPG από τη Μανμπίτζ, είναι εξαιρετικά απίθανο να εξαπολύσει επίθεση στην κατά κύριο λόγο αραβική πόλη, εξαιτίας της παρουσίας αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή. Αντ’ αυτού Αγκυρα και Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό στον οποίο το YPG θα υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει την περιοχή.

Μετά την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας», η Τουρκία είναι πιθανό να ενισχύσει την παρουσία της στην περιοχή της Ιντλίμπ και να ενισχύσει τις εκεί συμμαχικές δυνάμεις Σύρων ανταρτών ενάντια της Hayat Tahrir al-Sham (διάδοχο της Jabhat al-Nusra), όπως και να κινηθεί προς μια ενδεχόμενη επιχείρηση κατά του PKK και των μαχητών Yazidi που υποστηρίζει (αμφότερα έστειλαν ενισχύσεις στην Aφρίν για την αντίσταση κατά των Τούρκων) στην περιοχή Σίνζαρ του Ιράκ.

Όμως είτε στη Συρία είτε στο Ιράκ, μια ενθαρρυμένη Τουρκία πιθανότατα θα δεχτεί ισχυρότερη πίεση από άλλες περιφερειακές δυνάμεις που ανησυχούν με τις φιλοδοξίες της. Καθώς η Τουρκία και οι σύμμαχοί της επιτίθενται στην Αφρίν, ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων μεταξύ Αγκυρας και Τεχεράνης έχει ενταθεί και η σύγκρουση το πιθανότερο είναι ότι θα αυξηθεί σε αγριότητα, όσο περισσότερο η Τουρκία πιέζει σε Συρία και Ιράκ.

Η Σαουδική Αραβία επίσης ανησυχεί για τις στοχεύσεις της Τουρκίας, οδηγώντας την να διερευνήσει την πιθανότητα για μεγαλύτερη συνεργασία με την ομπρέλα του YPG, τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), εξαιτίας της απώλειας ισχύος του πρώην ανταρτικού συμμάχου της της Jaish al-Islam. Ως εκ τούτου, η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε, επίσης, σύντομα να βρεθεί αντιμέτωπη με τις φιλοδοξίες της Τουρκίας στη Συρία.

Το YPG έχει δεσμευτεί να πολεμήσει με νύχια και με δόντια για να υπερασπιστεί την Αφρίν αλλά τα πλεονεκτήματα των Τούρκων και των συμμάχων τους -είτε σε εκπαίδευση, αριθμούς, τεχνολογία ή εμπειρία- υποδηλώνουν ότι εντέλει η εισβολή θα επιτύχει στο να εκτοπίσει τους αμυνόμενους από τη βορειοδυτική συριακή πόλη.

Η Τουρκία ήδη σχεδιάζει τις επόμενες κινήσεις της στη Συρία, αλλά η μελλοντική επιτυχία της επιχείρησης «Κλάδος Ελαίας» ίσως δεν καθαρίσει το μονοπάτι όσο ελπίζουν οι αρχές της Αγκυρας. Αντίθετα, φαίνεται ότι η επιχείρηση ίσως μόνο κινητοποιήσει περιφερειακούς ανταγωνιστές, ώστε να δημιουργήσουν περαιτέρω εμπόδια στη στρατηγική της Τουρκίας στην περιοχή.

http://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1601262/stratfor-h-thesh-ths-toyrkias-meta-thn-afrin.html

Η αμερικανική ανοχή στον Ερντογάν έχει ημερομηνία λήξεως

0

Σταύρος Λυγερός

του Σταύρου Λυγερού  – slpress.gr

Μένει να αποδειχθεί εάν, που και πόσο η αντικατάσταση του Τίλλερσον από τον Πομπέο στην κεφαλή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα επιφέρει αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μπορεί ο προβολέας να πέφτει στο Ιράν και στη Βόρειο Κορέα, αλλά εξίσου κρίσιμο ζήτημα για την Ουάσιγκτον είναι το «πρόβλημα Ερντογάν». Αυτό δεν πολυπροβάλλεται, επειδή ακόμα οι Αμερικανοί προσπαθούν να τον επαναφέρουν στο «μαντρί».

Ο Τούρκος πρόεδρος, όμως, έχει εδώ και καιρό παίζει τα ρέστα του και έχει δημιουργήσει τετελεσμένα. Το άνοιγμά του προς τη Ρωσία έχει μετατραπεί σχεδόν σε γεωπολιτικό εναγκαλισμό. Η Άγκυρα έκλεισε συμφωνία για την αγορά των S-400. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο Ερντογάν απάντησε με την εισβολή στο Αφρίν στην αμερικανική ανακοίνωση ότι θα συγκροτηθεί δύναμη 30.000 κυρίως από μαχητές του κουρδικού YPG με αποστολή τη φύλαξη των συνόρων Συρίας-Τουρκίας. Και απειλεί πως μετά θα πάρει σειρά το Μανμπίτζ και όλη η συνοριακή ζώνη μέχρι το Ιράκ, στην οποία οι Αμερικανοί έχουν βάσεις.

Η ρητορική, με την οποία ο Ερντογάν και οι υπουργοί του απευθύνονται στην Ουάσιγκτον δεν έχει προηγούμενο. Η ανοχή των Αμερικανών πηγάζει από το γεγονός ότι δεν θέλουν να χάσουν την Τουρκία. Στο αμερικανικό κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής (κυρίως στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ) υπάρχει μία τάση που υποστηρίζει ότι πρέπει να γίνουν υποχωρήσεις στο Κουρδικό, προκειμένου ο Ερντογάν να μην πέσει οριστικά στην αγκαλιά του Πούτιν. Για να ενισχύσει τη θέση της επικαλείται το προηγούμενο της απώλειας του Ιράν.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, γίνεται ολοένα και πιο σαφές πως όσο η Ουάσιγκτον ανέχεται τον Ερντογάν τόσο χάνει. Όχι μόνο, επειδή η ανοχή της ερμηνεύεται σαν «πούλημα» των συμμάχων Κούρδων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία της. Κυρίως επειδή εκλαμβάνεται διεθνώς σαν γεωπολιτική αδυναμία.

Το γεγονός ότι ο Ερντογάν δεν διστάζει να γράφει τους Αμερικανούς στα παλαιότερα των υποδημάτων του δημιουργεί πολιτικό προηγούμενο, το οποίο αργά ή γρήγορα θα βρει μιμητές. Ο λόγος των ΗΠΑ δεν θα είναι εφεξής ικανός από μόνος του να υποχρεώνει άλλα κράτη σε άμεση προσαρμογή. Το πλήγμα στο κύρος και στην αξιοπιστία τους είναι σε τελευταία ανάλυση πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας από το πως θα διαμορφωθούν τελικώς οι συσχετισμοί δυνάμεως και οι ισορροπίες στη Συρία.

Το γεγονός ότι ο Ερντογάν τόλμησε και –προς το παρόν τουλάχιστον– του περνάει θα τροφοδοτήσει όχι μόνο τη δική του αξιοπιστία, αλλά και τον τυχοδιωκτισμό του. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι συνεχώς διευρύνει την αυθαιρεσία του. Μετά την επίθεση στο Αφρίν, για την οποία η Δύση τηρεί σχετικά χαμηλούς τόνους, τουρκικά πολεμικά εμπόδισαν την πλατφόρμα της ΕΝΙ να πραγματοποιήσει την προγραμματισμένη γεώτρηση στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών Τίλλερσον με τον Ερντογάν στη Άγκυρα ήταν κατά πάσα πιθανότητα η ύστατη προσπάθεια της Ουάσιγκτον να γεφυρώσει το χάσμα με την Άγκυρα. Οι Αμερικανοί δεν θέλουν να χάσουν τη γεωπολιτικά πολύτιμη Τουρκία. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα περιθώρια να τα βρουν είναι περιορισμένα.

  • Πρώτον, επειδή ο Ερντογάν δεν εμπιστεύεται την Ουάσιγκτον. Είναι πεπεισμένος πως επιδιώκουν να τον ανατρέψουν. Γι’ αυτό και ο εναγκαλισμός του με τον Πούτιν είναι κίνηση αυτοσυντήρησης.
  • Δεύτερον, επειδή τα συμφέροντα ΗΠΑ-Τουρκίας στη Μέση Ανατολή είναι σε μεγάλο βαθμό συγκρουόμενα. Ενώ για την Άγκυρα ο κουρδικός παράγοντας είναι ο απόλυτος εχθρός που πρέπει να εξαλειφθεί, για την Ουάσιγκτον, όπως επίσης και για το Ισραήλ, είναι ο φυσικός σύμμαχος. Έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, χωρίς τους Κούρδους ως τοπικό έρεισμα, οι Αμερικανοί θα βρεθούν ουσιαστικά απομονωμένοι, εάν όχι εκτοπισμένοι γεωπολιτικά από την καρδιά της Μέσης Ανατολής. Θα κυριαρχήσει εκεί το τρίγωνο Ρωσία-Ιράν-Τουρκία.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι η αμερικανική ανοχή στον Ερντογάν έχει εκ των πραγμάτων ημερομηνία λήξεως. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον καλείται να λάβει αποφάσεις. Μένει να αποδειχθεί εάν ο διορισμός του Πομπέο είναι κίνηση και προς αυτή την κατεύθυνση.

https://slpress.gr/sxolio/i-amerikaniko-anochi-ston-erdogan-echei-imerominia-lixeos/

«Νέος αρχηγός του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ο Olivier Faure και οι προκλήσεις που έχει μπροστά του»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

  Σύμπτωση. Την ημέρα που αρχίζουν οι εργασίες του πολύπαθου συνεδρίου του «Κινήματος Αλλαγής», λόγω των αδιόρθωτων ανθρώπων των μηχανισμών του,  προέκυψε σήμερα ο νέος αρχηγός, Olivier Faure, του αδελφού γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Η ανάληψη της αρχηγίας θα γίνει στις αρχές Απριλίου 2018.

Τα αποτελέσματα

Μετά την ανακοίνωση του Stéphane Le Foll (που ήρθε δεύτερος) για την απόσυρσή του σήμερα το πρωί, ο Olivier Faure είναι ο νικητής της εκλογικής διαδικασίας. Ένας δεύτερος γύρος θα διεξαχθεί ούτως ή άλλως στις 29 Μαρτίου. Αλλά με «μόνο ένα υποψήφιο». Στον πρώτο γύρο, ο Olivier Faure κέρδισε το 48,56% των ψήφων (επί 37.014 ψηφισάντων), πολύ μπροστά από τον πρώην υπουργό Stéphane Le Foll (που έλαβε το 26,10% των ψήφων), τον ευρωβουλευτή Emmanuel Maurel (που έλαβε το 18,98%) και τον Luc Carvounas (που έλαβε το 6.36%). Θυμίζω ότι η Φώφη Γεννηματά εκλέχθηκε πρόεδρος από ένα εκλογικό σώμα 212.000 ψηφισάντων της μικρής Ελλάδας, ενώ ο Olivier Faure από μόνο 37.014 ψηφίσαντες Γάλλους σοσιαλιστές !

Ποιος είναι και ποια η διαδρομή του Olivier Faure ;

Εάν μεν τα μέλη του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (Σ.Κ.) δεν επέλεξαν σαφώς μια «μεγάλη πολιτική φιγούρα» ως νέο αρχηγό, πόνταραν στη συνέχεια του κόμματος. Αφού ο 49 ετών Olivier Faure προτίθεται να ενσαρκώσει την «ανανέωση» του Σ.Κ., αν και έχει ήδη πίσω του μια μακρά σταδιοδρομία στους μηχανισμούς του κόμματος του οποίου έγινε μέλος σε ηλικία 16 ετών. Στα 23 του, έγινε γενικός γραμματέας των νεαρών οπαδών του Rocard, διαδεχόμενος τον Manuel Valls. Σε σχεδόν τριάντα χρόνια καριέρας και παρά το γρήγορο πέρασμα του από τον ιδιωτικό τομέα, ο Olivier Faure πέρασε από όλα τα πόστα της κλασικής πολιτικής πορείας : κοινοβουλευτικός συνεργάτης, σύμβουλος της υπουργού Martine Aubry στα τέλη της δεκαετίας του 1990, βοηθός διευθυντή του François Hollande, όταν αυτός ήταν Γενικός Γραμματέας του Σ.Κ., έπειτα αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Σοσιαλιστικής Ομάδας της Εθνοσυνέλευσης υπό τον πρωθυπουργό Jean-Marc Ayrault. Με άλλα λόγια αυτό που άκομψα θα αποκαλούσαμε ένα κανονικό «κομματόσκυλο», άγνωστο όμως ακόμα στη γαλλική κοινωνία.

 Ποιες είναι οι προκλήσεις που έχει μπροστά του ο Olivier Faure ;

Ο νέος ηγέτης Olivier Faure θα πρέπει πρώτα να ανορθώσει το καταχρεωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα που έχει περάσει σε δευτερεύον πολιτικό πλάνο τους τελευταίους μήνες, μετά την Πασοκοποίηση (Pasokisation) που έπαθε στις περσινές προεδρικές και βουλευτικές εκλογές, κατακτώντας το 6,3% των ψήφων. Σύμφωνα με την ανάλυση της Anne-Charlotte Dusseaulx στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche στις 16-3-2018, ο Olivier Faure έχει τις εξής προκλήσεις μπροστά του :

1 – Να επιτύχει την σύνθεση των διαφορετικών απόψεων

Η λέξη σύνθεση δεν είναι απαραίτητα καλά αντιληπτή στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Μας υπενθυμίζει πάρα πολύ την εποχή του François Hollande και την κριτική που του έγινε για μια «πλαδαρή σύνθεση». Παρ ‘όλα αυτά, η πρόκληση είναι εδώ και ο Olivier Faure θα πρέπει να βρει τη σωστή γραμμή πλεύσης για να συσπειρώσει την πολιτική του οικογένεια. Αν δεν μπορέσει ο Olivier Faure να συσπειρώσει τους σοσιαλιστές,  πώς θα μπορέσει να συσπειρώσει αύριο την αριστερά ;

2 – Να βρει τη θέση του στην πολιτική σκηνή

«Να ενσαρκώσει δηλαδή μια αξιόπιστη και υπεύθυνη αριστερή αντιπολίτευση, μια αριστερά τόσο της εξουσίας όσο και του κοινωνικού μετασχηματισμού», γράφει ο Olivier Faure στο κείμενό του προσανατολισμού με τίτλο «Σοσιαλιστές, ο δρόμος της αναγέννησης». Επικρίνει εκεί «μια ριζοσπαστική αριστερά που δεν είναι για κυβέρνηση και μια κυβέρνηση που δεν είναι της αριστεράς». Δύο μέτωπα έχει λοιπόν μπροστά του ο Olivier Faure : από τη μια πλευρά την πλειοψηφία και την πολιτική του Emmanuel Macron, από την άλλη την «Ανυπότακτη Γαλλία» του Jean-Luc Mélenchon, ο οποίος υπερέβη σε μεγάλο βαθμό το Σ.Κ. στις κάλπες κατά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές. «Υπάρχει μια κυβέρνηση για τους πλούσιους, χρειαζόμαστε ένα κόμμα για όλους τους άλλους», δήλωσε πρόσφατα ο Olivier Faure. Για να γίνει αυτή η «εναλλακτική» κίνηση που ζητά, θα πρέπει επίσης να γίνει και πάλι η πρώτη αριστερή δύναμη και να ξεπεράσει την «Ανυπότακτη Γαλλία». «Θέλουμε να επανιδρύσουμε την αριστερά και όχι μόνο το Σοσιαλιστικό Κόμμα», είπε, παραπέμποντας το ζήτημα της συσπείρωσης στον Jean-Luc Mélenchon και στην «εμμονή στην επιθυμία του να εξαφανίσει τα άλλα πολιτικά κόμματα».

3 – Να διαχειριστεί την Σοσιαλιστική ομάδα στη Εθνοσυνέλευση

Ο Olivier Faure θα πρέπει να εγκαταλείψει τη θέση του ως προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας «Νέα Αριστερά» (με 30 βουλευτές, συμπεριλαμβανομένων και 3 συνεργαζομένων) στην Εθνοσυνέλευση. Μια θέση που κατέχει από τον Δεκέμβριο του 2016. Ποιος θα αναλάβει λοιπόν ; Η βουλευτής Valérie Rabault, πρώην γενική εισηγήτρια του προϋπολογισμού και υποστηρίκτρια του Olivier Faure κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, θα μπορούσε να υποβάλει την υποψηφιότητά της.

4 – Να προετοιμάσει τις μελλοντικές εκλογές

Δύο σημαντικές προθεσμίες περιμένουν το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο θα πρέπει να εξυγιανθεί σιγά-σιγά αν θέλει να μετράει στο μέλλον. Οι ευρωεκλογές τον Ιούνιο του 2019, μετά οι δημοτικές του 2020. Δυο σημαντικότατα τεστ. Για τον Olivier Faure, ο οποίος θεωρείται «αναμφισβήτητα ευρωπαϊστής» και προσβλέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια «ασπίδα κατά της παγκοσμιοποίησης», το στοίχημα αυτού του πρώτου ραντεβού είναι «να οικοδομήσουμε μια νίκη της ευρωπαϊκής αριστεράς γύρω από έναν προοδευτικό συνασπισμό». Όσον αφορά τις δημοτικές εκλογές του 2020, θα είναι επίσης ένα σημαντικό ραντεβού κλειδιού για την αποκατάσταση ενός εδαφικού δικτύου: το 2014, η αριστερά είχε χάσει 151 Δήμους με πάνω από 10.000 κατοίκους. Το ίδιο ισχύει και για τις Νομαρχιακές εκλογές του 2021: το 2015, το Σ.Κ. είχε χάσει 28 Νομαρχίες.

5 – Να επιτύχει την επιστροφή μελών

Είναι πολύ μακριά από τα 500.000 μέλη,  στόχο που είχε θέσει το 2017  ο πρώην Γραμματέας του Σ.Κ. Jean-Christophe Cambadélis. «Δεν είπα την τελευταία μου λέξη», δήλωσε το πρώην αφεντικό του Σ.Κ. το 2016. Εκείνη την εποχή, η εφημερίδα Le Parisien ανέφερε ότι 86.171 μέλη ήταν ταμειακά εντάξει. Ένας αριθμός που αυξήθηκε στα 135.833 μέλη με ταμειακή καθυστέρηση μικρότερη των δύο ετών. Η ψηφοφορία της Πέμπτης ήταν να καταστήσει σαφές ότι : 20.000 ψήφισαν τον Ιανουάριο σχετικά με το καταστατικό του κόμματος. 37.014 μέλη ψήφισαν την Πέμπτη για να εκλέξουν τον μελλοντικό σοσιαλιστή γραμματέα.

6 – Να βρει νέες ιδέες

Αυτό θα πρέπει να είναι η προτεραιότητα του Olivier Faure. Επειδή υπάρχουν πολλοί, μέσα στο ίδιο το Σ.Κ. που διεκτραγωδούν την έλλειψη προτάσεων του Σοσιαλιστικού Κόμματος τα τελευταία χρόνια, ειδικά κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια. Αλλά για να μετρήσει και να προχωρήσει μπροστά το Σ.Κ., πρέπει να προτείνει πράγματα και να κάνει τις ιδέες του ζωντανές. Ο Olivier Faure θέλει το Σ.Κ. «να γίνει μια κυψέλη, μια πλατφόρμα, ένα συλλογικό εργαστήριο, ένα εργοστάσιο πειραμάτων» και ανακοίνωσε ότι «αρκετές δεκάδες εργαστηρίων» θα είναι ανοιχτά. Μεταξύ των σημαντικών θεμάτων που εξέθεσε ο νέος προϊστάμενος του Σ.Κ. είναι : Ευρώπη, η οικολογική μετάβαση, η θέση εργασίας στην κοινωνία και ο αγώνας κατά των ανισοτήτων.

Πολύ βαριά η σοσιαλιστική καλογερική για τον Olivier Faure…

Αφρίν, Κύπρος, Ίμια

0

του Σάββα Καλεντερίδη.

Στον πρόλογο του βιβλίου μου Παράδοση Οτζαλάν – Η ώρα της αλήθειας, που κυκλοφόρησε το 2007, κατέληγα με τις εξής φράσεις: «Τέλος, στο τελευταίο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κατάσταση όπως εξελίσσεται στις μέρες μας, που το Κουρδικό αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα το οποίο επηρεάζει τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή και αφορά πλέον άμεσα την Ελλάδα, σε βαθμό που να καθιστά εξαιρετικά επίκαιρη τη φράση που συνήθιζα να λέω, όταν επιχειρηματολογούσα σε υπηρεσιακό επίπεδο για το θέμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990:

»Η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική εξωτερική πολιτική, αν δεν διαμορφώσει πολιτική για το Κουρδικό».

Η άποψη αυτή τη δεκαετία του 1990 φαινόταν ανεδαφική στα κλιμάκια του ελληνικού κράτους, γιατί η γεωπολιτική παιδεία και συνείδηση ήταν –και σε μεγάλο βαθμό παραμένει– κάτι άγνωστο για τους υπηρεσιακούς παράγοντες των αρμόδιων υπουργείων, όπως και για μεγάλο μέρος των αναλυτών και αρθρογράφων, που εκ των πραγμάτων επηρεάζουν με τις απόψεις, τα γραφόμενα και τις αναφορές τους στα ΜΜΕ την ελληνική κοινή γνώμη.

Την επόμενη δεκαετία, όταν μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν οι Κούρδοι του Ιράκ απέκτησαν συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτονομία, και οι πρώτες κυβερνήσεις Ερντογάν ανέπτυξαν ισχυρούς δεσμούς με την Αυτόνομη Διοίκηση του Κουρδιστάν (ΑΔΚ), ανοίγοντας μάλιστα ισχυρούς διαύλους και με το PKK για να βρεθεί πολιτική λύση στο Κουρδικό, η θέση αυτή δεν φαινόταν και τόσο ανεδαφική. Ήδη το Κουρδικό είχε αρχίσει να αναδεικνύεται στο διεθνές σκηνικό, ειδικά μετά τις επίσημες επισκέψεις του προέδρου της ΑΔΚ Μεσούτ Μπαρζανί στην Άγκυρα, την Ουάσινγκτον, τις Βρυξέλλες κ.α.

Τώρα, τρεις δεκαετίες μετά, το Κουρδικό είναι πλέον ένα ζήτημα τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας, σε βαθμό που να απειλεί τη διεθνή ειρήνη, αφού ο ίδιος ο Ερντογάν μόλις προχθές δήλωσε: «Οι ΗΠΑ χτίζουν είκοσι βάσεις στη βόρεια Συρία, που ελέγχουν οι Κούρδοι. Γατί υπάρχουν οι συγκεκριμένες βάσεις εδώ; Είτε κατά της Τουρκίας, είτε κατά του Ιράν. Φαντάζομαι όχι κατά της Ρωσίας. Αυτό θα σήμαινε Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εμείς έχουμε σύνορα εδώ, οι ΗΠΑ έχουν σύνορα; Οι δυνάμεις του συνασπισμού έχουν σύνορα;

»Η Ρωσία κινείται μαζί με το καθεστώς, οι δυνάμεις του συνασπισμού με ποιον κινούνται;».

Όσον αφορά την επιχείρηση με τον σουρεαλιστικό τίτλο «Κλάδος ελαίας», ο Ερντογάν είπε ότι από στιγμή σε στιγμή ολοκληρώνεται ο πλήρης αποκλεισμός της πόλης του Αφρίν, για να ακολουθήσει η άλωσή της και στη συνέχεια η προέλαση προς Ανατολάς, στην Ιεράπολη/Μένπετζ αλλά και στις περιοχές ανατολικά του Ευφράτη, όπου οι ΗΠΑ χτίζουν τις βάσεις, συνεργαζόμενοι με τους Κούρδους.

Ο εκ των ηγετών του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος και σύντροφος-συνιδρυτής με τον Οτζαλάν του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν, Τζεμίλ Μπαγίκ, σε συνέντευξή του δήλωσε ότι η Τουρκία διαπράττει εν ψυχρώ και μπροστά στα μάτια της διεθνούς κοινότητας γενοκτονία στο Καντόνι του Αφρίν, αφού ξεκάθαρα ο στόχος της είναι η εκδίωξή τους και η εγκατάσταση εκεί Τουρκομάνων και άλλων φυλών, πλην Κούρδων. Δήλωσε επίσης ότι η Ρωσία έκανε παζάρια στις πλάτες των Κούρδων για να κερδίσει περισσότερα ανταλλάγματα από την Τουρκία, για να της δώσει την άδεια για εισβολή και να ανοίξει τον εναέριο χώρο της Συρίας, τον έλεγχο του οποίου έχει η Μόσχα.

Από την άλλη πλευρά, ανέφερε ότι και οι ΗΠΑ δεν έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μην πέσει το Αφρίν, για να χαλάσουν οι σχέσεις Κούρδων-Ρωσίας και να πέσουν στην αγκαλιά της Ουάσινγκτον οι Κούρδοι χωρίς άλλους ισχυρούς συμμάχους.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση καλύτερα να μη μιλήσουμε. Η άφρων πολιτική των «ανοικτών συνόρων» του διδύμου Αλέξη Τσίπρα – Τασίας Χριστοδουλοπούλου μετέτρεψε το Προσφυγικό σε ένα στρατηγικό όπλο στα χέρια της Τουρκίας, και αντί να καταγγέλλει την Τουρκία για την εισβολή στο Αφρίν και την εν εξελίξει γενοκτονία των Κούρδων, την… επιβραβεύει με άλλα τρία δισεκατομμύρια ευρώ, με τον Ερντογάν να ξεπερνά σε αναίδεια ακόμα και τον ίδιον τον Χίτλερ και να μιλά για ψίχουλα, βάζοντας στο μάτι τα 400 δισ. που πήρε η Ελλάδα από την ΕΕ.

Με την Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η πολιτική στενάζει στο τερέν των γηπέδων και στο βόθρο της διαπλοκής.

Αντί να είμαστε οι πρώτοι που καταγγέλλουν την Τουρκία για μια ακόμα γενοκτονία μετά τη γενοκτονία Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, για μια ακόμα εισβολή μετά την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο, για μια ακόμα παραβίαση των συνόρων μετά τα αίσχη στα Ίμια, παραμένουμε αιχμάλωτοι, όπως οι δυο στρατιωτικοί μας, του πολιτικού προσωπικού που έχει αναγάγει σε τέχνη το ψέμα και την απάτη.

Με μια εξωτερική πολιτική που μας έκανε περίγελω, εκτός των Τούρκων, και των Σκοπιανών και των Αλβανών!

Ναι, τώρα το ισχυρίζομαι και πάλι, με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση: Η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική εξωτερική πολιτική αν δεν διαμορφώσει πολιτική για το Κουρδικό.

pontos-news.gr

America and Turkey Need to Step Back From the Brink

0
 

SHADOW GOVERNMENT

Washington and Ankara are playing a dangerous game of chicken in Syria.

Donald Trump welcomes President Recep Tayyip Erdogan the West Wing of the White House on May 16, 2017. (Alex Wong/Getty Images)

Donald Trump welcomes President Recep Tayyip Erdogan the West Wing of the White House on May 16, 2017. (Alex Wong/Getty Images)

Syria is today one of the world’s most dangerous places. The United States, Russia, Turkey, Iran, Israel, the Syrian regime, the Free Syrian Army, the Syrian Democratic Forces, Hezbollah, extremist groups of various stripes — these are among the players whose military forces are competing on the battlefield.

As the slaughter of civilians continues, one particular danger looms especially large: The United States and Turkey are on a collision course in northern Syria. American forces are allied with a faction of Syria’s Kurds, the People’s Protection Units (YPG), against which Turkey has recently launched a military offensive. American and Turkish forces could come to blows on Syria’s battlefield, pitting two NATO members against each other and pushing the U.S.-Turkey relationship to the breaking point.

Washington and Ankara need to step back from the brink before it is too late. The United States and Turkey still need each other to help stabilize a Middle East that is in turmoil. And with Turkish democracy already imperiled by President Recep Tayyip Erdogan’s autocratic turn, a breakup with the United States would likely prompt him to further tighten his grip and potentially end Turkey’s geopolitical alignment with the West — dealing both Turkey and the Atlantic community a decisive blow.

The United States and Turkey admittedly face an inescapable clash of interests in Syria. Washington is right to stand by its military partnership with the YPG, the Kurdish militia it relied upon to lead the attack on the Islamic State and drive it from Raqqa. Alternative militias simply did not have the military wherewithal to do the job. At the same time, Ankara is fully justified in being deeply unsettled by U.S. support for the YPG due to its links to the Kurdistan Workers’ Party (PKK), the Kurdish group that has longed waged a separatist terrorist campaign against Turkey.

Now that the Islamic State is on the run, the United States and Turkey should be working hard to mend fences. But they are only making matters worse. The United States is doubling down on its relationship with the YPG, viewing the partnership as a vehicle for preserving U.S. influence in postwar Syria. Feeling betrayed by Washington, Ankara is pressing ahead with its military campaign against the YPG in the Kurdish enclave of Afrin and is threatening to head next to Manbij, a town to Afrin’s east with a sizable presence of both YPG and U.S. troops. The Turkish offensive has already distracted the YPG from the final stages of the fight against the Islamic State.

The United States and Turkey urgently need to reverse course. With the defeat of the Islamic State in sight, Washington can afford to start scaling back its support to the YPG and instead put Turkish priorities front and center. The United States is reluctant to step back from the Kurds, concerned that doing so will undercut its ability to rely on them to counter Iranian and Russian influence in Syria. But Washington is overestimating its ability to look to the Kurds to check the regional sway of Tehran and Moscow. The United States can best fulfill that task by investing in its relationship with Turkey and helping Ankara expand its influence in Syria.

To be sure, the United States cannot now walk away from the Syrian Kurds; they have been loyal allies and endured heavy sacrifices in the fight against the Islamic State. But with the militant group on the run, Washington should be reclaiming the heavy weapons it transferred to the YPG to take Raqqa and pressing the group to withdraw its fighters and return political power to local communities in the non-Kurdish areas it has wrested from Islamic State control. For starters, Washington needs to deliver on its repeated pledge — reiterated just last week — to secure the withdrawal of YPG fighters in Manbij to the eastern side of the Euphrates. The United States should also make clear to Syria’s Kurds that it will help them attain the regional autonomy they seek only if they renounce the PKK and its terrorist campaign against Turkey.

In return, Ankara needs to back away from its military offensive against the YPG — which has already bogged down — and start investing in a pragmatic relationship with Syria’s Kurds that distances them from the PKK and aims to make them responsible stakeholders in postwar Syria. Ideally, Erdogan should leverage his nationalist credentials to pursue rapprochement with the broader Kurdish community, including the PKK. With close to 15 million Kurds inside Turkey and millions more in the north of Iraq and Syria, a strategy of military confrontation is a dead end. But with Erdogan embracing militarized nationalism as he looks to elections scheduled for next year, he lacks the foresight to countenance negotiation with the PKK any time soon.

Opening a dialogue with Syria’s Kurds, however, offers Erdogan both a political and a strategic win. He can demonstrate that he has diplomatic prowess to go along with his bluster and bravado. And he can back out of the strategic mess he has bought in Syria.

By attacking the YPG, Ankara is pushing the group into the arms of the PKK. In contrast, reaching out to Syria’s Kurds would wean them away from the PKK and take advantage of their keen interest in attracting international support and legitimacy as they seek to consolidate their standing in Syria’s postwar political landscape.

Erdogan also needs a stable buffer zone on the Syrian side of Turkey’s border, both to keep at bay the extremism and violence likely to afflict Syria for some time to come and to secure safe areas to which Turkey can return Syrian refugees. With Kurds in control of most of northern Syria, Ankara needs their goodwill, not their animosity.

Turkey needs to come in from the cold. Ankara is beyond isolated. It is estranged from Europe and the United States, and it is at odds with Russia, Iran, and most of its neighbors. At home, Turkish democracy, long a model for the Middle East, is going dark.

The West is losing Turkey. The first step toward averting that outcome is for Washington and Ankara to arrive at a way forward on Syria’s Kurds.

Versions of this article are also due to appear in La Stampa and Le Monde.

Charles A. Kupchan, a professor at Georgetown University and senior fellow at the Council on Foreign Relations, served as special assistant to the president for national security affairs from 2014 to 2017.

America and Turkey Need to Step Back From the Brink

The 2018 Turkey Regress Report

0

Source: Getty

Summary:  A massive deterioration of the rule of law in Turkey is making a political alliance with the EU impossible, but cooperation must continue. Supporting the country’s resilient democrats is a major political task for Brussels.

The European Commission is due to publish its next progress report on Turkey in April 2018. This standard procedure is meant to outline how candidate countries have advanced in aligning with the EU’s political and technical criteria for accession and to chart their paths forward. Yet, in Turkey’s case, a massive deterioration of the rule of law makes it impossible to acknowledge any progress. Instead, the commission’s forthcoming report is bound to illustrate a substantial regression.

Pierini is a visiting scholar at Carnegie Europe, where his research focuses on developments in the Middle East and Turkey from a European perspective.

Marc Pierini

Visiting Scholar
Carnegie Europe

In the past three and a half years, through a string of political decisions, two elections and a referendum, and repressive measures, Turkey has moved from a denial of liberal democracy to autocracy. Ankara has now clearly distanced itself from the EU principles of rule of law that it had subscribed to in 2004 when it won candidate status. In addition, Turkey’s leaders blatantly interfered in European politics in 2017, inducing a defensive attitude in several EU countries while others still hope for improvements.

The European Council is tasked with deciding the next steps in the EU’s relationship with Turkey; whatever its final decision is, Turkey’s future ties with Europe will inevitably face new hurdles. Relations with Turkey will and should develop in several areas to safeguard European interests, but Turkey’s accession to the EU as a structured political alliance is not in the cards anymore.

BRUSSELS’S PERSPECTIVE ON TURKEY’S SHATTERED RULE OF LAW

The degradation of Turkey’s democratic architecture came in installments. The 2014 presidential election and the 2015 legislative election constituted a first critical phase, which can be best described—from an EU standpoint—as a denial of liberal democracy. After Recep Tayyip Erdoğan became the country’s first-ever directly elected president in August 2014 with nearly 52 percent of the vote, the June 2015 legislative election was a rebalancing act typical of liberal democracies. The Justice and Development Party (AKP)—Turkey’s sole ruling party since November 2002—came in first but lost its ability to form a single-party government. The People’s Democratic Party (HDP) came in third, a first ever occurrence for a Turkish political party with Kurdish roots.

In a liberal democratic environment, a coalition government would have followed. Coalition talks among the AKP and other parties were launched reluctantly, then suspended. In a drastic reversal, Ankara interrupted the peace process that Erdoğan himself had launched three years earlier with the Kurdish insurgency known as the Kurdistan Workers’ Party (PKK), and violence flared up. Amid renewed violence, repeat elections were held in November 2015, and the AKP was able to form a single-party government once again. This outcome spared the president from governing with a coalition, but it also ushered in much harsher repression of Turkey’s Kurdish insurgency and increased the suffering of Turkey’s Kurds.

Soon after being direct elected as president in 2014, Erdoğan explained his majoritarian concept of democracy, based on the predominance of the executive branch and the overwhelming importance of the ballot box. He proclaimed, “One thing is now clear beyond any doubt: [the] ballot box is where all problems are resolved.” It soon appeared that the underlying implication was that the Turkish constitution had to be adapted to the country’s new political reality, reflecting the personal mandate the president thought his electoral victory had garnered. Prime Minister Binali Yıldırım formally launched the drive for a new constitution once he took office in May 2016.

After a violent military coup in July 2016 failed, a second critical phase started, marking a shift from majoritarianism to autocracy. A massive purge was launched well beyond any proportional corrective measure; a political alliance was formed between the AKP and the Nationalist Movement Party (MHP); and a referendum was organized in April 2017 to amend the constitution.

The government’s strategy after the coup entailed purging the state of supporters of U.S.-based, self-exiled preacher Fethullah Gülen, whom Turkish leaders designated as the force behind the attempted coup. This effort drastically accelerated the degradation of Turkey’s rule-of-law architecture. According to an opposition website, as of March 4, 2018, approximately 151,967 public-sector employees have been dismissed, including members of the military, police, judiciary, and academia. (By contrast, the Turkish government claims there have been 110,000 dismissals.) Around 64,998 other citizens are in jail, including journalists, intellectuals, human rights activists, and businesspeople. More than 3,000 schools and universities as well as 189 media organizations have been closed. Eight large business groups and 1,060 businesses have been seized, and assets worth some $11 billion have been transferred to the state. The motives invoked to justify these massive arrests were often very weak. And in many cases, they were utterly incompatible with the rule of law. For example, some individuals were arrested for having tweeted so-called subliminal messages that supposedly carried orders from Gülen.

The envisaged constitutional changes represented a momentous transition from a parliamentary system to a presidential system. The European Commission for Democracy Through Law, or the Venice Commission, stated in a report on the draft constitution that “the substance of the proposed constitutional amendments represents a dangerous step backwards in the constitutional democratic tradition of Turkey” and stressed “the dangers of degeneration of the proposed system towards an authoritarian and personal regime.”

With the powers that would be enshrined in these constitutional reforms—described by the Center for American Progress and the Brookings Institution—the president would lead his party (a measure implemented in May 2017) and appoint cabinet members, who would be accountable only to him and not to the parliament. He would have the power to appoint one or more vice presidents, who would not report to lawmakers. Furthermore, the president would appoint all senior civil servants; select directly and indirectly almost all judges serving in the high judicial bodies, including the constitutional court; and have the authority to police civil society through the reformed presidential State Supervisory Council.

The constitutional amendments were approved by referendum on April 16, 2017. The results were contested by those who were against the amendments, but to no avail. The referendum itself was observed by the Organization for Security and Cooperation in Europe (OSCE) and itsOffice for Democratic Institutions and Human Rights, which wrote that

the campaign was characterized by the absence of a level playing field. The significantly more visible ‘Yes’ campaign, led by the governing AKP and to some extent the MHP, was supported by several leading national and many lower-level public officials, including the prime minister and the president.

This OSCE office further criticized the counting of unstamped ballots as “decisions [that] undermined an important safeguard against fraud and contradicted the law that explicitly states that such ballots should be considered invalid.” Subsequently, the Parliamentary Assembly of the Council of Europe put Turkey back on monitoring status, meaning it will review in 2018 what progress Turkey has made toward its recommendations.

CONSERVATIVE UNDERCURRENTS OF ONE-MAN RULE

Behind the Turkish government’s post-coup corrective measures and the envisioned one-man-rule system lies the AKP’s ambition to impose conservative norms on a society that remains equally split between secularists and religious conservatives. The goal of a religiously conservative society had been common to the AKP leadership and the Gülen movement, its ally until December 2013, but this goal was not achieved during the nearly twelve years between when the first AKP government took office (November 2002) and Erdoğan’s direct election as president (August 2014). This goal remains on the leadership’s agenda. It concerns to a large extent the educational system: scrubbing school curricula of matters deemed to be anti-Islamic (for example, teaching about Darwinism), introducing compulsory Sunni religious courses, building mosques in public universities, increasing funding for schools to train imams, and creating bridges between those schools and universities or military academies. The state has also sent highly symbolic signals concerning the dress code for women, the sale and public consumption of alcohol, and the number of children women should have. This pattern amounts to substituting the strictly secular societal codes that Kemal Atatürk introduced in 1923 with those of a religiously conservative society. Generally speaking, Erdoğan has regularly deepened the divide between so-called White Turks (urban liberals) and Black Turks (conservative Anatolians), in particular during the 2014 presidential campaign.

The post-coup purge that the government launched in July 2016 and the constitutional reforms approved by referendum were used to accelerate the imposition of this conservative model. This development is a tectonic shift in Turkey’s modern history, a trend that is in complete contradiction with EU standards for rule of law, which focus on tolerance in a diverse society. Overall, Ankara’s policies have failed to converge with EU positions—a requirement of the EU accession process; meanwhile, the country’s foreign policy has begun to diverge from Western alliance fundamentals, largely for domestic reasons.

FOREIGN POLICY AS A DOMESTIC POLITICAL TOOL

In May 2009, a policy called Zero Problems With Neighbors became the predominant guideline for Turkey’s foreign affairs, illustrating the country’s willingness to assert itself as a regional power. In parallel, Turkey continued to have strong relations with both the EU and the United States for a time. Problems started cropping up when the state and its supporters attempted to blame the spring 2013 Gezi Park protests against Turkish government policies that Erdoğan attributed to “outside forces” and a “systematic project to tarnish Turkey’s image.” The situation became more complex with the proclaimed formation of the so-called caliphate of the Islamic State in June 2014, which prompted large numbers of European jihadists to head to Syria and Iraq via Turkey. This development ushered in a protracted period of counterterrorism cooperation between the EU and Turkey. In the summer of 2015, a humanitarian crisis erupted, as hundreds of thousands of refugees fled the war in Syria and traveled to the EU through Turkey. Beyond Turkey’s truly commendable efforts to support refugees, this disaster quickly turned into a tough negotiation between Turkish and EU leaders, which added a new twist to the relationship. The two forged an agreement on a financial facility for refugee support in Turkey in March 2016.

In parallel, Turkey’s decisions complicated its relationship with its anti–Islamic State coalition partners. Turkey trained and armed Syrian rebel factions outside the coalition framework. It took one year for Turkey to grant the United States permission to use Incirlik Air Base for operations against jihadi groups in Syria. The German Air Force had to leave Incirlik after Turkish objections to its legal requirements. Turkey’s official news agency, Anadolu, revealed the positions of U.S. special forces in northern Syria. The United States and Turkey failed to reach an agreement on the former’s use of the Syrian-Kurdish forces of the People’s Protection Units (YPG) against the Islamic State. In 2018, Turkey has conducted operationsagainst the YPG forces in Afrin and threatened to push its offensive into areas where U.S. forces are present.

In fact, since 2016, Turkey has coordinated with Russian forces supporting the regime of Syrian President Bashar al-Assad.Turkey is still formally a member of the U.S.-led alliance against the Islamic State, but thirty months into Russia’s military intervention in Syria, Ankara acts in far closer coordination with Moscow than with its traditional Western allies. However, this does not mean that Turkey and Russia are on the same page on the Syrian crisis. They differ, for example, in their views about the future of Bashar al-Assad and the Syrian-Kurdish autonomy envisaged by Moscow in a postwar settlement. Simply put, for Turkey’s leaders, a few serious differences with Moscow are manageable, while amplifying fundamental divergences with the United States and the EU brings domestic benefits. As a result, Turkey’s strategic value for the West has been substantially eroded.

RESURGENT HOSTILE NARRATIVES AND POLITICAL INTERFERENCE

In the last two years, anti-Western narratives and conspiracy theories have made a comeback as political instruments in Turkey. These narratives embody the country’s fears of being dismantled by Western powers and are rooted in the country’s Sèvres syndrome—the legacy of the never-ratified Sèvres Treaty of 1920 that would have partitioned Turkey after the end of World War I and the fall of the Ottoman Empire. The Turkish foreign minister and pro-government media often promote conspiracy theories, especially against the United States, with headlines such as “US Is the Enemy for Turkey.” On occasion, such echo chamber discourse produces information about Turkey’s commitments to the EU that contradicts the facts. In one example, it was claimed that Turkey has fulfilled all the conditions for EU accession, that rule-of-law standards are “artificial obstacles,” and that the country has an independent judiciary. This information divide contributes greatly to the current disconnect between Turkey and the EU.

Moreover, Turkey directly interfered in European politics in 2017, severely damaging its relationship with the EU. Ahead of the April 2017 constitutional referendum, Turkish ministers wanted to launch campaigns to convince Turks living in Europe (mostly in Germany and the Netherlands) to vote yes, while political parties campaigning against the referendum in Turkey faced limitations on their public meetings, and public media heavily favored the government. Berlin and The Hague rejected the Turkish government’s requests and, as a result, they faced extremely harsh criticism, such as statements calling them “Nazis” or “Nazi remnants” and claiming that “they would re-ignite the gas chambers.” Similarly, during Germany’s legislative election campaign in the summer of 2017, such statements resurfaced. The Turkish president specifically advised Turks in Germany not to vote for who he deemed to be “the enemies of Turkey”—namely the Christian Democratic Union and Christian Social Union as well as the Social Democratic, Free Democratic, and Green parties.

Whether these conspiracy theories and hostile words are rooted in Ankara’s perennial fear of being dismantled, encirclement syndrome, or rhetoric divorced from facts, these words had devastating effects—especially as they touched on the Holocaust—and illustrated Turkey’s decoupling from Western and EU norms.

TURKEY’S IMAGE IN THE EU HAS PLUMMETED

Turkey’s deteriorating rule of law and interference in domestic EU politics resulted in drastic changes in Europe’s political mood, which led to clear statements against Turkey’s accession from the Netherlands (October 2017); Austria (December 2017); and Belgium, France, and Germany(January 2018). Most recently, the Netherlands downgraded diplomatic relations with Turkey to chargé d’affaires level.

France’s and Germany’s requests that Turkey free prisoners pending trial have led to a few releases, but many requests have been challenged in the Turkish judiciary system. The government refused to implement an order from Turkey’s constitutional court calling for the release of imprisoned journalists, prompting EU criticism at the European Court of Human Rights. Later on, the same defendants were condemned to aggravated life sentences. Moreover, the safety of those freed pending trial could be at risk, given Turkey’s December 2017 immunity decree, which de factogave recently created private militias a blank check to attack opponents of the government with impunity. Taking state hostages seems to have become Turkish state policy. These are examples of the drastically eroded rule of law in Turkey.

The EU-Turkey agreement on refugees is another example of this erosion. On the one hand, a 3-billion-euro (around $3.7 billion) humanitarian scheme agreed to in March 2016 to support Syrian refugees in Turkey and their host communities is working quickly and efficiently to the satisfaction of the Turkish public entities involved. Moreover, talks are set to begin for the implementation of a second 3-billion-euro tranche, a welcome prospect at a time when tensions are rising in Turkey between Syrian refugees and host communities. Yet, on the other hand, at the highest political level, Turkey’s narrative has consistently been critical of EU contributions, mainly for domestic political consumption. EU politicians have difficulty grasping this dual attitude.

Policymakers in some EU capitals have given counterterrorism cooperation mixed reviews. Arrangements with some EU governments work, while others do not. More damaging is the politicization of this cooperation, especially through Turkey’s requests for extraditions from EU countries without the required amount of evidence and assurances of fair trials. In addition, jihadists that are in Turkey after spending time in Syria are seemingly treated as migrants and therefore not appropriately tracked as terrorists, a priority for EU governments.

From a European standpoint, Ankara’s political choices at home and on the international stage amount to a near-total dismantlement of the rule of law and the use of the judiciary as an instrument of political power. Turkey’s foreign policy is more attuned to domestic political necessities than to Western alliance objectives. And the country’s public diplomacy consists of verbal aggression, attempts at electoral interference, and the propagation of doctored news.

For these reasons, EU leaders’ and citizens’ perceptions of Turkey have plummeted. The hardened language from Turkey’s leaders has created serious doubts about their commitment to move closer to EU-style democracy, compared with the period from 2005 to 2012 when hopes were still high about Turkey’s economic and political reforms. In addition, public opinion in the EU about Turkey has turned negative.

Despite so many challenges, mutual economic interests have been a strong reason for several EU governments to continue cooperating with Ankara, at least bilaterally. For example, European manufacturing facilities in Turkey boast a high competitiveness. Moreover, there are prospects for aerospace and arms sales and the development of civilian nuclear energy, while retail trade and services are among the sectors of mutual interest due to the size of the Turkish market.

THE PATH FORWARD

EU leaders will have to make tough decisions this year. As a result of Ankara’s political choices and the subsequent reactions of European governments, EU options for intensifying its relationship with Turkey have shrunk. The prospect of a political alliance with Turkey through accession has entirely vanished under Erdoğan. But that does not mean that the EU should do nothing.

Even in the most cynical version of realpolitik, European politicians no longer have the option of entertaining the (purported) accession ambitions of Turkey. EU publics would not stand for it, nor could Turkey with the rule of law in its present state function inside the EU’s economic and political structures.

Ankara will argue that it never had a chance to negotiate with the EU in earnest. This is partly true, in the sense that in the past decade some EU leaders have not been prepared to seriously entertain the idea of Turkish membership. In parallel, Turkey’s own accession ambitions were tainted by ambiguity, especially after the Turkish leadership—with EU help—managed to strip the armed forces of any political role, which in retrospect several European capitals and Turkish opposition politicians consider the real goal behind the accession request.

But by now, the EU has realized that the political system chosen by Erdoğan, who has been the unchallenged leader of Turkey for fifteen years, is entirely incompatible with EU standards. Turkey has drifted so far apart from EU political and technical standards that preparations for accession negotiations cannot occur. In EU lingo, no chapters will be opened or closed, and no preparation work will be undertaken—meaning that the EU does not even have to declare the accession process suspended or halted. The EU’s requirement of unanimity on accession issues precludes any progress.
For similar reasons, there is a deadlock on visa liberalization negotiations—a process with seventy-two strict benchmarks—for which Turkey’s current antiterrorism law remains an obstacle for the EU. This issue seems unlikely to be resolved soon, despite Turkey’s recent efforts to introduce what it called fresh proposals. In the current security context, it is unlikely that Ankara will amend its antiterrorism law because it believes the policy has yielded good results.

Yet a full-fledged estrangement between Europe and Turkey is not advisable. This situation should not push the EU toward isolating Turkey. An EU attitude of benign neglect of Turkish affairs would deprive Turkey’s liberal-minded citizens of a critical democratic anchor and a reference point for the future, even if one takes the view that this future is a decade away or so. There is a long-term EU interest at stake here.

Instead, the EU should actively pursue a series of actions. These include customs union modernization (involving EU trade policy); counterterrorism cooperation (EU policy dialogue and bilateral actions); dialogues in sectors of mutual interest, such as the economy, energy, transportation, and research (EU actions) and regarding foreign policy (EU and bilateral levels); continued humanitarian assistance to Syrian refugees in Turkey (EU actions, for the most part); and active support to Turkey’s democrats (EU actions).

Customs union modernization is the most economically significant but also the most politically sensitive issue on both sides, albeit for different reasons. There are pros and cons for moving modernization negotiations forward. The arguments in favor are based on the economic and political conditionality associated with a customs union, especially when it comes to guaranteeing a level economic playing field between European and Turkish actors. Proponents of this approach argue that this conditionality could be the only remaining field in which the EU retains real leverage over rule of law in Turkey. Those against moving negotiations forward argue that restraining EU conditionality to the economic field would liberate Ankara from any constraints on the rule of law. In addition, Turkey’s unwillingness to recognize the Republic of Cyprus and recent incidents at sea around Cyprus’s gas drilling operations complicate matters immensely. Since the general political mood in Europe is clearly negative, conditionality on the customs union modernization will be high, both technically and politically.

Counterterrorism cooperation should be actively pursued in the interest of both sides. Such cooperation faces two distinct kinds of hurdles. First, counterterrorism cooperation with Turkey is primarily rooted in bilateral actions by EU governments, with a perennial reticence to coordinate at the EU level. Second, Turkey’s cooperation tends to be conditioned on reciprocity, that is to say asking EU governments to take action according to Ankara’s own definition of terrorism. Yet cooperation continues to be a necessity for EU governments and institutions because jihadists returning from Syria and Iraq represent a threat to both Turkey and a number of European countries.

Similarly, dialogues held in 2017 on transportation, the economy, and foreign policy could be expanded to other fields. This is perhaps the easiest of all areas of cooperation because such sector-based dialogues have general benefits—keeping lines of communication open—without involving hard decisions about policy. These dialogues also avoid the notion that requirements are being imposed from abroad, as is the case in the legislative alignment process inherent to EU accession negotiations. This is indeed Ankara’s preferred path.

An agreement on the second tranche of EU assistance to Syrian refugees in Turkey is technically ready to proceed, provided parties come to a clear understanding about the objectives and modalities. A number of modifications will be needed on the basis of accumulated experience, especially in a number of critical areas: the education of children, including in Arabic; job training and procedures governing the opening of small- and micro-businesses by Syrian refugees; and equity of refugees’ and host communities’ access to social facilities.

Supporting the segments of Turkish society that still look to the EU as an anchor of democracy and rule of law is the major political task for Brussels. The EU should autonomously fund and implement scholarships, residency grants, visits, and exchange programs in favor of academic, research, media, cultural, and civil society circles. In particular, support for the activities of Erasmus+, the European Endowment for Democracy, and other civil society programs should be massively increased as an investment in the future. These programs should be accompanied by a tailor-made visa facilitation scheme.

Amid current conspiracy theories, such an initiative might be treated harshly by Ankara’s leaders. But the EU must remain firm on the principles for which it stands and must keep defending Turkey’s democrats and promoting human rights with a long-term view. This effort should be accompanied by strong public diplomacy aimed at the Turkish public to push back against the doctored information that the Turkish government spreads about EU policies and actions.

The five aforementioned areas of cooperation constitute the best available package of options at this stage. There is no doubt that Ankara will fiercely object to the continued blockage of accession negotiations. However, Turkey’s rule-of-law situation combined with a deteriorated mood in the EU will at best allow only these five options to proceed. The European Parliament has taken a position on post-coup measures, the rule of law, and the liberation of prisoners pending trial in a resolution adopted on February 8, which the Turkish government immediately considered “null and void.” The margin for progress is undoubtedly very narrow.

If substance is a thorny issue, form is no lesser headache. Turkey has a long-standing request that its president should attend the European Council meetings of heads of state and government. Turkish requests for visits and summits have now intensified as part of a diplomatic strategy to limit the damages incurred in 2017. The potential benefits for Ankara are obvious. Since real progress toward EU political or technical standards would be incompatible with Erdoğan’s brand of democracy and politics, photo opportunities are the best substitute. Summits help in that they show (literally, more than substantially) that a top-level dialogue is taking place without any conditionality, thus getting rid of what Ankara now calls“artificial obstacles.” In addition, such meetings have often given Turkey opportunities to lambast the EU and score points on the nationalist front at home.

Summits would not help restore the rule of law in Turkey, but they would inevitably involve condoning massive human rights infringements and bitterly displeasing EU citizens. Bulgarian Prime Minister Boyko Borisov, who is scheduled to host Erdoğan as well as European Council President Donald Tusk and European Commission President Jean-Claude Juncker on March 26, 2018, faces significant political risks and very improbable gains. All will depend on how much tough talk—private as well as public—there will be aside from the televised handshakes.

Between unworkable solutions at both ends of the spectrum—a complete estrangement of Turkey versus a structured political alliance—EU leaders face tough choices this year. Under the appropriate conditions, the policy mix proposed above can help safeguard EU interests by keeping a dialogue open on key subjects, giving hope to Turkey’s resilient democrats, and protecting European democracy by keeping at bay Ankara’s unwanted interference in EU politics.

gress-report-pub-75794?utm_source=ctw&utm_medium=email&utm_campaign=20180315&mkt_tok=eyJpIjoiT1RGbE9HTTBNRFF6TkdZdyIsInQiOiJhQUJTYWtJdnY4OEl1cU9SN2lsWlJlNDd0WFh0eGFCNGdla1FRdWlFaDUycWJuUXlSZjg4YURxVGl2c3U5RXN1STBZNXlJRVNoU2xYK2JkVURiVVwvYjgwVG4yNGZNYjlkY3ZzWktMVWROVXdJTTFIV0dyRUhiRHBjeURRN0JPZE4ifQ%3D%3D

Saudi Crown Prince Likens Iran’s Supreme Leader to Hitler

0

Crown Prince Mohammed bin Salman said that Saudi Arabia would acquire a nuclear bomb “as soon as possible” if Iran developed nuclear weapons. CreditAlastair Grant/Associated Press

BEIRUT, Lebanon — Saudi Arabia’s powerful crown prince has compared the supreme leader of Iran to Adolf Hitler, and said that his country would acquire a nuclear bomb “as soon as possible” if Iran developed nuclear weapons.

The comments by Crown Prince Mohammed bin Salman ratcheted up the rhetoric in the increasingly volatile rivalry between Saudi Arabia and Iran, which has fueled sectarianism and war across the Middle East. His statements were in an excerpt, released on Thursday, of a prerecorded interview with “60 Minutes,” the CBS News program.

Iran’s Foreign Ministry responded by calling the prince a delusional and devious novice who “has no idea of politics.”

Saudi Arabia, a Sunni monarchy, blames Iran for funding militias to undermine Arab states, while Shiite Iran accuses Saudi Arabia of backing Sunni extremist groups. Their struggle for regional dominance has put the two nations on opposite sides of conflicts in Yemen, Syria and Iraq that have killed hundreds of thousands of people and displaced millions.

Prince Mohammed, who jailed hundreds of the kingdom’s most potent figures while swiftly consolidating his own power, is scheduled to arrive in the United States on Monday for an extended trip. His plans include meeting with President Trump in the White House and with business, entertainment and technology leaders in a number of American cities.

One of his primary goals is to persuade Americans to invest in his reform plans, which aim to diversify the Saudi economy away from oil, increase the kingdom’s military self-sufficiency and raise its citizens’ quality of life.

His comments on Iran also suggested that he would seek further cooperation with the United States in combating Iranian influence in the Middle East, a goal he shares with the Trump administration.

In the interview, Prince Mohammed, 32, played down Iran’s power, saying its army was not well ranked in the Muslim world and that Saudi Arabia had a larger economy.

Photo

The Saudi prince said that Ayatollah Ali Khamenei, Iran’s supreme leader, “wants to create his own project in the Middle East very much like Hitler, who wanted to expand at the time.”CreditOffice of the Iranian Supreme Leader, via Associated Press

“Iran is far from being equal to Saudi Arabia,” he said, speaking through a translator.

When asked about his previous comments comparing Ayatollah Ali Khamenei, the supreme leader of Iran, to Hitler, he replied, “Absolutely.”

“He wants to create his own project in the Middle East very much like Hitler, who wanted to expand at the time,” Prince Mohammed said. “Many countries around the world and in Europe did not realize how dangerous Hitler was until what happened, happened. I don’t want to see the same events happening in the Middle East.”

He was then asked whether Saudi Arabia sought nuclear weapons to counter Iran.

“Saudi Arabia does not want to acquire any nuclear bomb, but without a doubt if Iran developed a nuclear bomb, we will follow suit as soon as possible,” he said.

Reacting to the prince’s remarks, the Iran Foreign Ministry spokesman Bahram Qassemi was quoted by state media as saying they “do not deserve a response because he is a delusional naïve person who never talks but with lies and bitterness and has no idea of politics, but to use untimely strong words due to lack of foresight.”

Saudi officials grew furious with the Obama administration for its push with other world powers to reach an agreement placing limits on Iran’s nuclear capabilities.

Like Israeli leaders and many Republicans in the United States, they claimed that the agreement would merely delay Iran’s quest for nuclear weapons, while ignoring Iran’s other activities, like supporting Shiite militias.

Iran has insisted that its nuclear program was peaceful and intended to produce only energy and research, not weapons.

Saudi Arabia has not been known to seek nuclear weapons, but its cabinet this week approved a policy for a new atomic energy program.

The new policy stated that “all nuclear activities will be restricted to peaceful purposes, within the framework defined by international legislations, treaties and conventions,” according to a statement released by the government on Wednesday. It remained unclear when work on the new program would begin.

The “60 Minutes” interview with Prince Mohammed will be broadcast on Sunday.

Ο Ιστορικός Σαράντος Ι. Καργάκος για το Σκοπιανό: «Ἀμυκλαῖοι σιγῆ ἀπώλοντο»

0

26/1/18

Ἐάν τό Σκοπιανό ζήτημα εἶχε ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό τή διεθνῆ κοινωνία μέ τούς κανόνες τῆς ὀρθῆς λογικῆς, ἡ λύση τοῦ ὀνόματος θά εἶχε βρεθεῖ ἀμέσως μετά τήν κατάρρευση τῶν τιτοϊκῶν κατασκευῶν. Στό μάθημα τῆς Λογικῆς, πού διδαχθήκαμε οἱ παλαιότεροι, μάθαμε ὅτι ὑπάρχουν ἔννοιες ΟΛΟΥ καί ΜΕΡΟΥΣ. Ἡ Ἑλλάς, ὡς κράτος, εἶναι ἔννοια ὅλου πού ἐμπεριέχει καί τήν Μακεδονία ἀλλά ὡς ἔννοια μέρους.
Ἐπί Γιουγκοσλαβίας, τό νῦν κράτος τῶν Σκοπίων ἦταν ἔννοια μέρους πού δέν τό νιώθαμε –καί πολύ κακῶς– σάν κάτι ἔντονα ἐνοχλητικό. Μετά τή διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας, ἡ σκοπιανή κατασκευή, ὡς ἀνεξάρτητο κράτος, ἔκανε τό ὄνομα Μακεδονία ἔννοια ὅλου ἀλλά γιά τόν ἑαυτό της.

Ἔτσι, μονοπώλησε τό ὄνομα Μακεδονία, κάτι πού κάνει τή δική μας Μακεδονία στά μάτια τῆς διεθνοῦς γνώμης νά φαίνεται σάν μιά ἑλληνική κατάκτηση καί ὄχι ὡς ἑλληνικό ἔδαφος. Διότι, ἐφόσον τά Σκόπια θά ἔχουν τό μονοπώλιο τοῦ ὀνόματος τῆς Μακεδονίας, ἠθικά θά φαίνονται σάν κληρονόμοι ὅλης τῆς Μακεδονίας, δηλαδή ὅλης σχεδόν τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Τό ὄνομα ἀπό μόνο του ἐγκρύπτει τόν ἀλυτρωτισμό.

Συνεπῶς, ἄς ἀφήσουμε τίς ἀερολογίες, ὅτι θά δεσμευθοῦν πώς δέν θά ἔχουν ἀλυτρωτικές τάσεις. Ἀλλά ἄς ποῦμε ὅτι ἔχουν. Αὐτό μᾶς φοβίζει; Εἶναι ἐντροπή γιά τή χώρα μας νά μᾶς τρομάζει μιά τέτοια ἀπειλή ἀπό ἕνα ἑτοιμόρροπο μόρφωμα 2,5 ἑκατομμυρίων κατοίκων. Ἄν οἱ Σκοπιανοί ἐκδηλώσουν ἀλυτρωτικές τάσεις, τότε μπορεῖ νά ἐκδηλώσουμε κι ἐμεῖς. Τό Μοναστήρι ἦταν μέχρι τό 1912 τό ἑλληνικό Παρίσι τῆς Βαλκανικῆς. Κάποιοι δικοί μας μέ βολική συνείδηση διατυπώνουν τή θεωρία περί «καινούργιου ἔθνους».

Καί ἀπορῶ: γιατί αὐτή ἡ θεωρία δέν προεκτείνεται μέχρι τή δημιουργία ἑνός καινούργιου ὀνόματος; Γιατί αὐτοί οἱ τάχα νεοφανεῖς γείτονες θέλουν νά μονοπωλοῦν τό πανάρχαιο ὄνομα τῆς Μακεδονίας, πού πάντα θά τούς φέρνει σέ ἀντιπαράθεση –πιθανῶς καί σέ σύγκρουση– μέ τούς Ἕλληνες καί αὔριο μέ τούς Βουλγάρους; Μέ τούς Ἀλβανούς βρίσκονται ἤδη σέ ρήξη. Καί μιά ἀκόμη ἀπορία: ἀφοῦ ἡ ἀλβανική γλῶσσα ἀναγνωρίστηκε πρόσφατα σάν ἰσότιμη τῆς σλαβικῆς, πού βαφτίστηκε ἀπό αὐτούς σάν μακεδονική, μήπως καί οἱ Ἀλβανοί τοῦ κρατιδίου θά συγκαταλεχθοῦν στούς Μακεδόνες; Καί μιά ἐπιπρόσθετη ἀπορία: ὅταν οἱ Σκοπιανοί μιλοῦν μέ τούς Σέρβους καί τούς λοιπούς Σλάβους, μιλοῦν μακεδονικά; Ἄν ναί, τότε ὅλοι οἱ Σλάβοι –ἄρα καί ὁ Πούτιν– εἶναι… Μακεδόνες;

Ὅλα αὐτά τά παράλογα, τά παρά τήν ἱστορία, τήν πληθυσμιακή σύνθεση καί τή νεώτερη γεωγραφική δομή, χάρη στήν εὐφυῆ ὄντως σκοπιανή προπαγάνδα καί τήν ὑπναλέα δική μας πολιτική, θεωρήθηκαν ἀπό τή διεθνῆ κοινότητα λογικά. Καί ἔτσι, οἱ Σκοπιανοί ἰδιοποιήθηκαν de facto καί de jure τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας, μέ ἐκείνη τήν ἐνδιάμεση συμφωνία μέ τήν δῆθεν προσωρινή ὀνομασία. Δέν μπορῶ νά εἶμαι ἱκανοποιημένος ἀπό τή δική μας διπλωματία. Θυμᾶμαι τό «κάζο» μιᾶς ἐρίτιμης κυρίας πού ἦταν πρόξενος ἤ πρέσβυς στά Σκόπια, πού, γιά νά γίνει πιό φιλική, ἔγινε σκοπιανικώτερη τῶν Σκοπιανῶν. Δέν λείπουν ἀκόμη κάποιες ἄτσαλες ἐνέργειες. Ἄν ὄντως ὁ κ. ὑπουργός τῶν ἐξωτερικῶν ἐκφράστηκε μέ ἕνα τόσο βαρύ τρόπο κατά τοῦ ἀρχιεπισκόπου, μποροῦμε νά καταλάβουμε τό γιατί τά κάναμε μούσκεμα στόν διπλωματικό μας τομέα. Ἄν ὁ ἐπί κεφαλῆς τῆς ἑλληνικῆς διπλωματίας ἐκφράζεται ὅπως ἐκφράστηκε κατά τοῦ Ἱερωνύμου, τότε «κλαύσατε πικρῶς, διότι ἔρχεται ὁ νεκρός», ὅπως ἔλεγε καί ὁ Μπόστ.

Καί ἔρχομαι στόν εὐφυέστατο κυβερνητικό ἐκπρόσωπο πού, ἔχοντας σπουδάσει τήν τεχνική τῆς ταμπέλλας, ἔσπευσε νά δώσει στό συλλαλητήριο τῆς Θεσσαλονίκης ἀκροδεξιά ἀπόχρωση. Ὥστε, λοιπόν, εἶναι ἀκροδεξιοί οἱ χιλιάδες πολῖτες πού, ὑπό δυσμενεῖς συνθῆκες (κακοκαιρία καί προβοκάτσιες), συμμετεῖχαν στό ἐκπληκτικό σέ ὄγκο συλλαλητήριο; Καί εἶναι δημοκρατικοί οἱ οὐδέποτε συλλαμβανόμενοι λιθοβολιστές, βομβιστές καί σημαιοκάφτες; Ἄν ὑπῆρχε ἐθνικό φιλότιμο, ἔπρεπε ὅλοι σύσσσωμοι νά ἀπαιτήσουμε τήν ἐκδίωξη τοῦ ἀνεκδιήγητου σκοπιανόφρονα Νίμιτς πού, πέρα ἀπό τά τωρινά ἀτοπήματά του, εἶχε πρό ἐτῶν ὀνομάσει τόν Ἀλέξανδρο σφαγέα τῶν λαῶν, λές καί ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν συμπατριώτης του!

Αὐτή ἡ δική μας παθητικότητα φέρνει στή μνήμη μου τό ἐπιφώνημα ἀπογοητεύσεως τοῦ μεγάλου τοῦ Γένους δασκάλου Βενιαμίν τοῦ Λεσβίου: «Ὤ, πόσο νήπιοι καί ψοφοδεεῖς εἴμεθα.» Καί κάτι τελευταῖο γιά τόν κυβερνητικό ἐκπρόσωπο: τόν ἀκροδεξιό δέν τόν γεννᾶ ἡ μάνα του, τόν γεννᾶ ἡ ἀναπηρία ἤ ὁ σαλτιμπαγκισμός τῶν δῆθεν δημοκρατικῶν κυβερνήσεων. Ἄν δέν τοῦ ἀρέσει ὁ λαός, τότε ἄς ἀλλάξει τόν λαό, κατά τήν εἰρωνική σύσταση τοῦ Μπρέχτ.

Ὅσο γιά τόν ἀρχιεπίσκοπο, πού τόσο συχνά χαμηλώνει τά φτερά γιά νά μή δυσαρεστήσει τόν πρωθυπουργό, ἄς θυμηθεῖ πόσες φορές μέ εἶχε καλέσει ὡς μητροπολίτης νά μιλήσω γιά τό Σκοπιανό στή Θήβα καί στή Λειβαδιά ἀλλά καί τίς πιέσεις πού δέχθηκε καί στίς ὁποῖες ὑπέκυψε γιά νά μήν εἶμαι ὁμιλητής σέ μιά ἀνοιχτή συγκέντρωση στή Λειβαδιά. Βέβαια, ὅπως ἔλεγε ὁ στρατηγός Ντέ Γκώλ, τά γηρατειά εἶναι ναυάγιο. Γιά μένα, πάντως, ὄχι. Ταῦτα ἔλεγα καί πρίν, ταῦτα λαλῶ καί νῦν.

Τό ὅτι χρειάζεται προσοχή στίς λαοσυνάξεις, εἶναι ἀναμφισβήτητο. Μπορεῖ ἀπό αὐτές νά προκύψει ἕνας δημεγέρτης πού νά ὁδηγήσει τή χώρα στήν καταστροφή. Ἀλλά ὁ κ. Τσίπρας ἀπό ποῦ βγῆκε; Δέν εἶναι γέννημα λαοσυνάξεων; Καί ἐκεῖνο τό «φωνή λαοῦ» θά πεταχτεῖ στά σκουπίδια;

Πρό ἐτῶν στήν «Ἑστία» εἶχα γράψει τήν ἀρχαία φράση: «Ἀμυκλαῖοι σιγῆ ἀπώλοντο». Εἶχα ὑποσχεθεῖ νά τήν ἐξηγήσω. Κατά μία παράδοση, οἱ κάτοικοι τῶν Ἀμυκλῶν εἶχαν λάβει ὅλα τά ἀναγκαῖα μέτρα γιά τήν προάσπιση τῆς πόλης τους, ὅταν οἱ Δωριεῖς κατέλαβαν τήν Σπάρτη καί τήν Λακωνία. Νύκτα καί ἡμέρα ἦσαν ὑπό τά ὅπλα. Οἱ Δωριεῖς τῆς Σπάρτης τούς ἄφησαν ἐπί πολύ ἀνενόχλητους. Ἔτσι, οἱ Ἀμυκλαῖοι χαλάρωσαν σταδιακά καί, ἀκολούθως, ὁλικά τήν ἀμυντική τους ἐπαγρύπνηση. Καί κάποιο βράδυ, οἱ Δωριεῖς τῆς γειτονικῆς Σπάρτης μπῆκαν στήν πόλη τους ἀμαχητί καί τούς κατέσφαξαν. Τό πάθημα τῶν Ἀμυκλαίων ἔγινε παροιμιακό. Μήπως κάποιοι τέτοιο πάθημα μᾶς ἑτοιμάζουν καί στόν παρόντα καιρό;
(τοῦ Σαράντου Ι. Καργάκου), Ἑστία, 26/1/18

 

Ισλαμιστική δικτατορία θεωρούσε την Τουρκία ο νέος υπουργός Εξωτερικών του Ντ. Τραμπ

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

File Photo: Intelligence leaders appear before the Senate Select Committee on Intelligence hearing on ‘World Wide Threats’, on Capitol Hill in Washington, DC. In this picture (L to R); Acting FBI Director Andrew McCabe, former CIA Director Mike Pompeo, Director of National Intelligence Daniel Coats, National Security Agency Director Admiral Mike Rogers, Defense Intelligence Agency Director Lieutenant General Vincent Stewart and National Geospatial-Intelligence Agency Director Robert Cardillo. EPA, MICHAEL REYNOLDS MARCH 16, 2018

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η αποκάλυψη των αρμενικών οργανώσεων της Αμερικής για τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόταν για την Τουρκία, ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο.

Στις 15 Ιουλίου του 2016, ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε, χωρίς επιτυχία, το πραξικόπημα εναντίον του φανατικού ισλαμιστή, Ταγίπ Ερντογάν, και στις 10.21 το βράδυ, ο κ. Πομπέο εξέφρασε τη θέση του για την επιχείρηση ανατροπής του προέδρου της Τουρκίας.

Έγραψε στο Twitter, ένα δημόσιο φόρουμ, τα εξής: «Η Ιρανική κυβέρνηση περίπου είναι τόσο δημοκρατική όσο η κυβέρνηση Ερντογάν. Και οι δύο είναι ολοκληρωτικές ισλαμιστικές δικτατορίες”.

Βαριές κουβέντες χωρίς την παραμικρή αμφιβολία. Το μήνυμα απευθυνόταν στον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, Ζαρίφ. Και αυτό έχει την ιδιαίτερη σημασία του.

Ο κ. Πομπέο ήταν τότε βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και διακρινόταν για την εναντίωσή του στο καθεστώς της Τεχεράνης. Διαφωνούσε με τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και είχε ταχθεί ανεπιφύλακτα εναντίον του.

Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, είχε από τότε και μία απέχθεια για την Τουρκία και τον κ. Ερντογάν, καθώς αντιλήφθηκε πολύ νωρίς την πορεία του …φιδιού.

Βέβαια, από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν 20 σχεδόν μήνες και κύλισε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Υπό την έννοια ότι οι πολιτικοί στην Αμερική αλλάζουν εύκολα θέσεις και στρατόπεδα. Είναι πολύ νωρίς να γνωρίζουμε εάν «μεταμόρφωσε» τη θέση του για την Τουρκία -για το Ιράν σίγουρα την διατηρεί- και αυτό θα φανεί κατά τις ακροάσεις που θα διεξαχθούν στο Κογκρέσο για να επικυρωθεί ή όχι ο διορισμός του.

Οι φίλοι της Ελλάδας και της Κύπρου, και ιδιαίτερα ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Μενέντεζ, θα έχουν να υποβάλουν πολλές ερωτήσεις. Ο κ. Πομπέο επελέγη από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, επειδή λίγο-πολύ, έχει τις ίδιες απόψεις μαζί του, για πολύ σοβαρά ζητήματα, όπως το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Ρωσία, αλλά και η Μέση Ανατολή, όπου δεσπόζουσα θέση υπέρ της Αμερικής έχουν το Ισραήλ και η Αίγυπτος.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία αποτελεί τον μοναδικό πονοκέφαλο για τον Λευκό Οίκο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε -διότι δεν το ξεχνά ο κ. Τραμπ- ότι ο κ. Ερντογάν είναι αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος πολέμιος της απόφασης του να μετακομίσει την αμερικανική πρεσβεία στα Ιεροσόλυμα. Ήταν αυτή μία από τις μεγαλύτερες αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου και βρήκε απέναντι του, ως βασικό φωνακλά, τον ηγέτη μίας συμμάχου χώρας, η οποία έχει ευεργετηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή τη στιγμή, ουδείς γνωρίζει πως θα πολιτευθεί ο κ. Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους γνώμες μέχρι να αναλάβουν θέσεις σε κυβερνήσεις. Τότε πρέπει να βρίσκονται στην ίδια γραμμή με τον πρόεδρο ή τον πρωθυπουργό της χώρας.

Αρκετές φορές πείθουν τους ηγέτες ότι η δική τους πολιτική είναι πιο σωστή… Ο κ. Ρέξ Τίλερσον που εκδιώχθηκε από τον κ. Τραμπ, δεν συμφωνούσε με τη γραμμή του Αμερικανού προέδρου στην εξωτερική πολιτική και προσπαθούσε να την αλλάξει. Γι’ αυτό και συγκρούστηκε πολλές φορές με τον κ. Τραμπ.

Λένε ότι ο νέος υπουργός έχει τα ίδια χνώτα με το σημερινό ένοικο του Λευκού Οίκου και συμφωνούν σε όλα σχεδόν τα θέματα. Θα φανεί σύντομα στην πράξη.

Την Αθήνα και τη Λευκωσία πρωτίστως ενδιαφέρουν οι θέσεις του νέου υπουργού σε ότι αφορά την Τουρκία. Εάν σκέφτεται όπως το 2016 είναι ένα σοβαρότατο θέμα. Εάν έχει αλλάξει θα έχει σημασία να μάθουμε τους λόγους.

Εγώ θα επιχειρήσω να προβλέψω, όπως τον έχω αναλύσει, ότι δεν είναι από τη ράτσα των πολιτικών που αλλάζουν απόψεις όπως τα …πουκάμισα. Ό,τι σκέφτεται το λέει και το εννοεί, πόσο μάλλον τα όσα γράφει.

Η αλήθεια είναι ότι ο Ταγίπ Ερντογάν προκαλεί έντονη νευρικότητα στους Αμερικανούς. Θεωρώ ότι τον βλέπουν με τρόμο να αλλάζει στρατόπεδο. Είναι προβληματική η απόφασή του να αγοράσει το αντιπυραυλικό σύστημα S-400 από τους Ρώσους, αλλά είναι πέρα για πέρα επικίνδυνη η στενή σχέση του με τη Μόσχα και την Τεχεράνη.

Οι Αμερικανοί εκφράζουν πλέον φόβους ότι μπορεί να μοιράζεται μυστικά της Αμερικής και του ΝΑΤΟ με τους Ρώσους.

Η άφιξη του κ. Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο τέλος του μήνα, είναι σίγουρο ότι θα φέρει εξελίξεις. Δεν γνωρίζω αν το πρόβλημα της Τουρκίας είναι στις πρώτες του προτεραιότητες, αλλά θα ασχοληθεί οπωσδήποτε διότι κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα η νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ με ευθύνη του Ταγίπ Ερντογάν. Ο νέος υπουργός δεν έχει καμία σχέση με τον νηφάλιο Ρέξ Τίλερσον. Ονειρεύεται την επιστροφή στην Αμερική του Ρίγκαν όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες δρούσαν στρατιωτικά σε όλο τον κόσμο… Ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, θα υποστηρίξω ότι ο Ερντογάν βρήκε ένα πολύ υπολογίσιμο αντίπαλο…

Πηγή: Ισλαμιστική δικτατορία θεωρούσε την Τουρκία ο νέος υπουργός Εξωτερικών του Ντ. Τραμπ http://hellasjournal.com/2018/03/ine-islamistiki-diktatoria-ti-skeftete-gia-tin-tourkia-o-ypourgos-exoterikon-ton-ipa/

Χρειάζεται νέος πολιτικός φορέας; Ποιά τα χαρακτηριστικά του.

10
Ο Petalas Savvas έγραψε το ακόλουθο κείμενο το οποίο παραθέτω ολόκληρο.
Απαντά, προφανώς, σε μια σύντομη δική μου πρόταση: οι δυνάμεις της περιφέρειας να αναζητήσουν έναν άλλο τρόπο πολιτικής έκφρασης στη βάση των νέων δεδομένων. Η τεχνολογία και ο ανθρώπινος προβληματισμός έχουν προχωρήσει πολύ και η εμμονή σε παρωχημένες μορφές οργάνωσης της δομής μιας κοινωνίας, δεν την βοηθάει, πλέον. Η πολιτική θεωρία δικτύων θα μπορούσε να είναι κάτι νέο. Περιφερειακοί κόμβοι, οι οποίοι συγκλίνουν απο άποψη θέσεων, να συγκροτήσουν μια πολιτική πρόταση. Κάθε περιφέρεια έχει τις ιδιαιτερότητές της.
Στην πρότασή μου πουθενά δεν υπενόησα να δημιουργήσουμε κάτι σαν τη Λέγκα του Βορρά. Αντιθέτως, πιστεύω πως η εδαφική ακεραιότητα της χώρας είναι πρώτη προτεραιότητα. Διότι η προσπάθεια απαιτεί διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφαλείας και συμπόρευσης ανθρώπων που έχουν κοινά χαρακτηριστικά ως λαός και ως έθνος.
Ούτε και υποστήριξα ότι αυτό που θα γίνει θα έχει ως κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα. Ας το αρχίσουν απο το Βόλο, ή τη Ρόδο, η την Κρήτη.
Παραθέτω, ολόκληρο το σχόλιο του κ. Πεταλά:
 
Κόμμα στη Βόρεια Ελλάδα με γεωγραφικά χαρακτηριστικά λέγκα είναι λάθος αφετηρία….
Όπως έχω επαναδιατυπώσει πρόβλημα εθνικής ισόρροπης ανάπτυξης και εγκατάλειψης υπάρχει και στην υπόλοιπη ακριτική Ελλάδα.
Χρειάζεται ένας φορέας που χωρίς οπαδική η ποδοσφοροποιημένη λογική αντίθεσης με την Αθήνα να εκφράσει την ειλικρινή αγωνία των ακριτών αλλά κυρίως των ΟΜΟΓΕΝΩΝ και Ελληνων που εργάζονται στο εξωτερικό απέναντι σε μία μίζερη, απομυζητική λογική του κέντρου δυνάστη.
Μία εθνοκτόνα λογική που εκφράζει μία πολιτική και οικονομική ελιτ κυρίως εισαγωγικού κεφαλαίου και κρατικοδίαιτων ομίλων που δεν διστάζει να “θυσιάζει” λίγο ΑΟΖ στο Ιόνιο, λίγο Μακεδονία, λίγο Θράκη, λίγο Ίμια και Καστελόριζο, λίγο Κύπρο για να έχει το κεφάλι της ήσυχο να συνεχίσει τον κατήφορο μέχρι την εθνική διάλυση…… Μία πολιτική που κυνηγά το εθνικό παραγωγικό, εξαγωγικό και εξωστρεφές κεφάλαιο και ευνοεί το παρασιτικό ψευδο-εγχωριο κεφάλαιο των μεγαλοεισαγωγέων και το διεθνές κεφάλαιο…
Απαρχη για τη μόχλευση και διάλυση αυτής της Ελίτ που παιζει με σημαδεμενη τράπουλα, λόγω μικρού εκλογικού σωματος κυρίως δημοσιων υπαλληλων, συνταξιουχων και κατοίκων της Αττικής θα είναι η ψήφος σε Έλληνες οικονομικούς μετανάστες και ομογενείς.
Εκεί το τεφτέρι με τα ρουσφέτια και τις εξαρτησεις δεν θα αρκει για να παιχτει το παιχνιδι με σημαδεμενη τράπουλα ανάμεσα σε 3-4 πολιτικές δυναστειες… Δεν μπορείς να διορισεις στον ΟΤΕ, ΔΕΗ, Δημόσιο τους ομογενεις στην Αυστραλία, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Γερμανια, στην Μεγάλη Βρετανία. Θελουμε μεγάλο οικουμενικό εκλογικό σώμα για να επιστρεψουμε στην οικουμενική αποστολή μας, με πολιτιστικά και ιστορικά χαρακτηριστικά. Η κοινή γραμμή που ενωνει τις εθνικες τραγωδίες 1922-1974 με την επικειμενη τραγωδία είναι η λογική της μικρής και τίμιας Ελλάδας όχι όμως για εθνικούς πατριωτικούς λόγους. Καθαρά πολιτικοί λόγοι ήταν και ειδικά ο έλεγχος του εκλογικού σωματος και η μη διαταραχή του…..
Οι Βασιλικοί δεν ήθελαν προσθηκη των μορφωμένων Ελλήνων Μικρασιατων στο εκλογικό σωμα διότι ήταν μπολιασμένοι με τις αρχές των ευρωπαικων αστικων δημοκρατιών και με λατρεία στον Βενιζέλο που τους ενέτασε στον Εθνικό κορμό….. Το παλάτι, οι πολιτικοί μέχρι την δικτατορία και οι Απριλιανοί ήσαν περισσότερο αντικουμμουνιστές και Νατοικοί , μπολιασμένοι με την ιδέα πάλι της μικρής ελεγχόμενης Ελλάδος και τρόμαζαν μπροστά στην ιδέα της ένταξης μίας Κυπρου με πλειοψηφία αριστερόστροφη στους εκλογικούς καταλόγους…. (Τους βοηθούσε και η μεγαλομανία του Μακαρίου και το κυπριακό τραπεζικό κεφάλαιο που για δικούς τους λόγους δεν ήθελαν την ένωση).
Έτσι και τωρα με ίδιο κινητρο….. δηλαδή τον έλεγχο του εκλογικού σωματος θέλουν μικρή Ελλάδα πέριξ των ΑΘηνων διορισμένη….στα Υπουργεία των Αθηνών, ας είναι και ακρωτηριασμένη…. Άρα προέχει η ψήφος στους ομογενείς Έλληνες….Καλό Βράδυ Υ.Γ. Ο Τσίπρας ως νέος Γούναρης που επεδίωκε την μαζική ψηφο των μειονοτήτων κόντρα στα εθνικά συμφέροντα και τον Βενιζέλο , προσπαθεί να κατασκευασει εκ νέου εκλογικές μειονότητες….. με την κατάργηση των συνόρων και τις αθρόες Ελληνοποιήσεις… Σαν να μην πέρασε μία μέρα δηλαδή,,,

Ο Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Θα σκληρύνει η στάση των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας ή όχι;

2

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Η χθεσινή αποπομπή του μέχρι χθές Υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Ρέξ Τίλερσον, από τη θέση του δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία σε όσους διαβάζουν καλά τον Αμερικανό Πρόεδρο. Από τις πρώτες εβδομάδες της Προεδρίας του Ντόναλντ Τράμπ, ήταν σαφές ότι δεν υπήρχε χημεία μεταξύ του Προέδρου και του Υπουργού Εξωτερικών. Επρόκειτο για δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες και για δυο τελείως διαφορετικές κοσμοθεωρίες.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, ήρθε στην Προεδρία των ΗΠΑ, για να τα σπάσει με το υπάρχον σύστημα και σε αυτό περιλαμβάνεται και ο τομέας της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας.

Ο Ρέξ Τίλερσον, αν και μια εξαιρετικά έμπειρη προσωπικότητα και πολύ καλά δικτυωμένος διεθνώς, λόγω της προηγούμενης θέσης του ως αφεντικό της Exxon Mobile, αποτελούσε μέρος του κλασικού κατεστημένου εξωτερικής πολιτικής των Ρεπουμπλικάνων, και σε όλη τη διάρκεια της άοσμης θητείας του, στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, προσπαθούσε να βάλει φρένο στις ριζοσπαστικές ιδέες του Αμερικανού Προέδρου.

Ταυτόχρονα, είχε αποτύχει στο γραφειοκρατικό κομμάτι της αποστολής του, αφού ενώ έχουμε μπει στο δεύτερο χρόνο της Προεδρίας Τράμπ, καίριες θέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν έχουν καλυφθεί.

Πολύ απλά τα χνώτα και οι ιδέες των δυο ανδρών δε ταίριαζαν και αυτό στην παρούσα διεθνή συγκυρία δεν ήταν διόλου θετικό για τις ΗΠΑ, αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτά πολύ σύντομα, για τον βαθιά αξιοπρεπή και εξαιρετικά ικανό, αλλά όχι για τη θέση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρέξ Τίλερσον.

Αυτό που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και χρήζει ανάλυσης είναι η επιλογή του Προέδρου Τράμπ, όσον αφορά τον αντικαταστάτη του κ. Τίλερσον, όπου επέλεξε τον μέχρι σήμερα  Διευθυντή της CIA, Μάϊκ Πομπέο. Καταρχήν αυτό που πρέπει να ειπωθεί από την αρχή είναι ότι, ο Αμερικανός Πρόεδρος τους τελευταίους μήνες, έχει έλθει πάρα πολύ κοντά με τον κ. Πομπέο.

Η χημεία μεταξύ των δυο ανδρών, όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις του Προέδρου, είναι εξαιρετικά καλή, και υπάρχει και συναντίληψη ιδεών για κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.

Μάϊκ Πομπέο…

Εάν κάποιος ήθελε να δημιουργήσει σε εργαστήριο έναν Αμερικανό συντηρητικό πολιτικό, αυτός θα ήταν ο νέος Υπουργός Εξωτερικών, Μάϊκ Πομπέο. Έγινε πλατιά γνωστός όταν σαν βουλευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Αμερικανικής Βουλής, είχε στην κυριολεξία σταυρώσει την Χίλαρι Κλίντον, για την τραγωδία με τον θάνατο του Αμερικανού Πρέσβη, στην Βεγγάζη της Λιβύης.

Κάθε πρωί από την πρώτη ημέρα που τοποθετήθηκε Διευθυντής της CIA, είναι το πρόσωπο που βλέπει ο Αμερικανός Πρόεδρος, για να του κάνει την άκρως απόρρητη ενημέρωση για τις εξελίξεις στον πλανήτη και τα θέματα εθνικής ασφάλειας. Και σπάνια ο κ. Πομπέο έχανε αυτό το ραντεβού.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον χαρακτηρίζουν τον πλέον πολιτικοποιημένο Διευθυντή της CIA, από την εποχή του προκατόχου του στην Προεδρία Ρέηγκαν, του Ουίλιαμ Κάσεϊ.

Με την τοποθέτηση Πομπέο, έχουμε πλέον έναν Υπουργό Εξωτερικών, που θα έχει πραγματικά το αυτί του Αμερικανού Προέδρου.

Ιράν…

Ο κ. Πομπέο, θεωρείται, απόλυτα δικαιολογημένα, ως το υπ’ αριθμόν ένα γεράκι όσο αφορά την πολιτική απέναντι στο Ιράν.

Στο πρόσωπό του ο Ντόναλντ Τράμπ, θα βρει έναν ιδιαίτερα ενεργό και ικανό συμπαραστάτη στην προσπάθεια αναθεώρησης της διεθνούς συμφωνίας για τα πυρηνικά, κάτι που ο Ρέξ Τίλερσον, δεν είχε την καρδιά να κάνει.

Ρωσία και Βόρεια Κορέα…

Και στα θέμα των σχέσεων με τη Ρωσία, ο νέος Υπουργός Εξωτερικών είναι υπέρ της σκληρής στάσης. Το ίδιο συμβαίνει και στο κρίσιμο θέμα της Βόρειας Κορέας, όπου στηρίζει πλήρως την πολιτική και τις επιλογές του Αμερικανού Προέδρου.

Το παιχνίδι στην Ουάσιγκτον…

Γνωρίζοντας αρκετά το πολιτικό παιχνίδι και το κλίμα στην αμερικανική πρωτεύουσα θα κάνω και μια πρόβλεψη, αναφορικά με το γιατί η τοποθέτηση Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μπορεί να βοηθήσει πολιτικά σε μεγάλο βαθμό τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Η μετάβαση του μέχρι σήμερα Διευθυντή της CIA, στο “Φόγγυ Μπότομ”, μπορεί να αφαιρέσει ένα μεγάλο πολιτικό πονοκέφαλο για τον Ντόναλντ Τράμπ, ενώνοντας και προκαλώντας ενθουσιασμό (φαίνεται ήδη από δηλώσεις μελών του Κογκρέσου) στους συντηρητικούς της Βουλής και της Γερουσίας, που στην πλειοψηφία τους είναι γεράκια όσο αφορά το Ιράν.

Επίσης, είναι πολύ πιθανόν στο πρόσωπο του κ. Πομπέο, να βρεθεί κοινός τόπος ανάμεσα σε δυο στρατόπεδα των ρεπουμπλικάνων που βρίσκονται σε διαρκή σκληρό πόλεμο από την αρχή της Προεδρίας Τράμπ. Τους Νεοσυντηρητικούς της εποχής Μπούς και τους οπαδούς του Στήβ Μπάνον.

Η πλευρά Μπάνον αναφέρεται σταθερά στην ανάγκη μιας εξωτερικής πολιτικής στα χνάρια του Προέδρου, Άντριου Τζάκσον, τα οποία έχουν σταθερή αναφορά στα κείμενα του συντηρητικού λόγιου – ακαδημαϊκού, Γουόλτερ Ράσελ Μίντ, τα οποία όπως υποστηρίζει ο Στήβ Μπάνον, πιστεύει και ακολουθεί ο Αμερικανός Πρόεδρος.

Πηγές κοντά στον Μπάνον, χαρακτηρίζουν τον Μάϊκ Πομπέο, “Full Jacksonian”. Την ίδια υψηλή εκτίμηση έχει και ο άλλος σκληρός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, πρώην Σύμβουλος του Προέδρου, Σεμπάστιαν Γκόρκα, ο οποίος αναφερόμενος στο νέο Υπουργό Εξωτερικών, τον χαρακτηρίζει, “συνολικά εξαιρετικό”.

Ακόμα και ο άσπονδος εχθρός του Προέδρου, νεοσυντηρητικός εκδότης του περιοδικού, “Weekly Standard”, είναι μεγάλος υποστηρικτής του Πομπέο, έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να πει ότι το δίδυμο που θα ήθελε να δει ως υποψηφίους των Ρεπουμπλικάνων στις προεδρικές εκλογές του 2020, είναι ο Μάϊκ Πομπέο για Πρόεδρος και η πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νίκι Χάλεϊ, για Αντιπρόεδρος.

Βέβαια υπάρχουν και κάποιοι ένθερμοι υποστηρικτές του Προέδρου Τράμπ, όπως ο Ντάνιελ Μακάρθι Εκδότης του The American Conservative, που δεν είναι φιλικός στο πρόσωπο του Πομπέο. Συγκεκριμένα τον θεωρεί “βήμα προς τα πίσω” και κλασσικό εκπρόσωπο του κατεστημένου εθνικής ασφάλειας των Ρεπουμπλικάνων, εναντίον του οποίου ο Ντόναλντ Τράμπ, πολιτεύθηκε στις προεδρικές εκλογές.

Τουρκία…

Αυτό βέβαια που καίει όλους μας εδώ στην Ελλάδα και στην Κύπρο, είναι το τι σημαίνει η τοποθέτηση του Μάϊκ Πομπέο, για τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Τουρκία. Εδώ το παιχνίδι είναι πολύ πιο περίπλοκο και βλέπω ότι πολλοί βιάζονται να προβλέψουν ακόμα πιο σκληρή στάση προς την Τουρκία και σύγκρουση της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα λόγω της τοποθέτησης του κ. Πομπέο, στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Μακάρι να ήταν έτσι, και τόσο απλό.

Η μετά Ομπάμα Μέση Ανατολή είναι μια πολύ συννεφιασμένη και μπερδεμένη περιοχή. Ο σκληρός εμφύλιος στη Συρία, το αυξανόμενο χάος στο Ιράκ, το μεγάλο χάλι στη Λιβύη, η επιθετική στρατηγική του Ιράν, η άφιξη της Ρωσίας στην περιοχή, η αποτυχία της Αραβικής Άνοιξης, και η μεγάλη κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες συνθέτουν την εικόνα.

Είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση Τράμπ, στη Μέση Ανατολή, παρέλαβε μια ασύνταχτη στρατηγική, μια απαξιωμένη ατζέντα προώθησης δημοκρατίας, αποξενωμένους συμμάχους, και μια κοινή γνώμη, στις ΗΠΑ, κουρασμένη από τις περιπέτειες των παρελθόντων ετών εκεί, με αποτέλεσμα να είναι σκεπτική σε οποιαδήποτε εμπλοκή της Ουάσιγκτον στην περιοχή.

Από την πρώτη στιγμή ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει κάνει σαφές ότι θέλει να αλλάξει πορεία, και οι προσπάθειες του τυγχάνουν σημαντικής υποστήριξης στην περιοχή.

Μπορεί η άνοδος του Ιράν στην περιοχή, να έχει δημιουργήσει κρίση. Την ίδια στιγμή όμως έχει δημιουργήσει και μεγάλη ευκαιρία. Το Ισραήλ και οι περισσότερες Αραβικές χώρες είναι τόσο τρομοκρατημένες από την απειλή του Ιράν, και τόσο απογοητευμένες από την άνευρη πολιτική Ομπάμα, που η κυβέρνηση Τράμπ κατάφερε με τη στάση της να αποκαταστήσει πολύ γρήγορα συμμαχίες με παλιούς συμμάχους, που είχαν πληγεί σοβαρά.

Την ίδια στιγμή που οι σχέσεις με το Ισραήλ και τις Αραβικές χώρες, επουλώθηκαν γρήγορα, οι σχέσεις με την Τουρκία έχουν επιδεινωθεί επικίνδυνα, σε σημείο που, για παράδειγμα, η Ουάσιγκτον να αναζητά εναλλακτικές για την βάση του Ιντσιρλίκ και να ακούγονται φωνές για την μεταφορά των αμερικανικών πυρηνικών όπλων που βρίσκονται στην Τουρκία.

Η συμμαχία με την Τουρκία, αποτελεί για δεκαετίες βασικό πυλώνα της στρατηγικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, από την εποχή του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ.

Όσο και να ακούγεται παράξενο και δυσάρεστο με βάση τα πρόσφατα γεγονότα, με το Ιράν να είναι επιθετικό, και τον Αραβικό κόσμο να είναι σε αναταραχή η Τουρκία, συνεχίζει να είναι απαραίτητη για τις ΗΠΑ.

Παρόλα αυτά, η επιδιόρθωση των σχέσεων με την Τουρκία θα είναι μια διαδικασία πολύ δύσκολη για την Ουάσιγκτον.

Ξεκινώντας από τα εύκολα θα πρέπει να κάνει τα στραβά μάτια, όσο αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον απολυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν, στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Είναι κάτι που δυστυχώς στην εξωτερική πολιτική είναι εύκολο να γίνει.

Το δεύτερο είναι εξαιρετικά πιο δύσκολο και έχει να κάνει με τους  συμμάχους των ΗΠΑ στη Συρία. Οι Κούρδοι στη Συρία, έχουν φανεί εξαιρετικά χρήσιμοι για την Ουάσιγκτον, στον πόλεμο εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Οι επιδιώξεις τους όμως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με αυτές του Ταγίπ Ερντογάν, που τους θεωρεί τρομοκράτες. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο αγκάθι στο δρόμο για την αποκατάσταση των σχέσεων. Χωρίς επίλυση αυτού του θέματος, δεν υπάρχει αποκατάσταση. Είναι πολλοί εκείνοι που πιστεύουν ότι λόγω αυτού του μεγάλου προβλήματος, οι σχέσεις θα καταρρεύσουν πλήρως.

Είναι λάθος να είναι κανείς τόσο κατηγορηματικός. Μπορεί οι σχέσεις να έχουν υποστεί σοβαρό πλήγμα, κυρίως με ευθύνη του Ταγίπ Ερντογάν, αλλά τα βασικά συμφέροντα των δυο χωρών, τα οποία είχαν διαφορές μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, έχουν λόγω των εξελίξεων βρεθεί και πάλι κοντά.

Η συμμαχία της Ρωσίας με το Ιράν στη Συρία, δεν είναι κάτι που ο Ερντογάν βλέπει με καλό μάτι, διότι τείνει να οδηγήσει σε σοβαρή ανακατανομή των ισορροπιών στην περιοχή, γεγονός που αποτελεί εφιάλτη για την Τουρκία. Η Άγκυρα και ο Ερντογάν, γνωρίζουν πολύ καλά, ότι χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτή την επέλαση από το Ιράν και τη Ρωσία.

Είναι επίσης, γεγονός ότι ο συνασπισμός που η κυβέρνηση Τράμπ, χρειάζεται να ανασυστήσει στη Μέση Ανατολή  θα πρέπει αναγκαστικά να περιλαμβάνει χώρες που δεν συμπαθούν και τόσο πολύ η μία την άλλη. Αίγυπτος και Σαουδική Αραβία βλέπουν την υποστήριξη του Ερντογάν προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ως στρατηγική απειλή. Ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου και ο Ερντογάν αντιπαθούν βαθιά ο ένας τον άλλο. Αλλά η πρόσφατη προσέγγιση του Ισραήλ με χώρες του Περσικού Κόλπου, είναι περιστασιακή και εύθραυστη.

Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες, μπορούν να διατηρήσουν την ενότητα ενός τέτοιου συνασπισμού. Και χωρίς την ύπαρξη ενός τέτοιου συνασπισμού είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει αποτροπή της ανόδου του Ιράν.

Η Τουρκία, όσο και να μην μας αρέσει, είναι βασικό συστατικό οποιουδήποτε ρεαλιστικού συνασπισμού για την επαναφορά ισορροπίας στη Μέση Ανατολή. Και αυτό είναι κάτι που κάνει εξαιρετικά πολύπλοκη την αποστολή του νέου Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Το πλαίσιο βάση του οποίου είναι υποχρεωμένος να κινηθεί έναντι της Τουρκίας, είναι αυτό που περιέγραψα, οπότε ο στόχος είναι και παραμένει να βρεθεί τρόπος συνεννόησης με τον Ερντογάν, έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν οι κρίσιμες προκλήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα αυτή του Ιράν, κάτι το οποίο ο Μάϊκ Πομπέο, υποστηρίζει δυναμικά.

Μπορεί να γίνομαι δυσάρεστος, αλλά αυτά είναι τα γεγονότα και δύσκολα αλλάζουν. Οπότε όσοι βιάζονται να προβλέψουν σκλήρυνση έναντι της Τουρκίας καλό θα είναι να περιμένουν. Δεν είναι καθόλου απλό. Είναι εξαιρετικά περίπλοκο.

Για αυτό όπως είχα περιγράψει με λεπτομέρειες στο χθεσινό μου άρθρο σε αυτή εδώ την ιστοσελίδα η Ελλάδα, θα πρέπει να κινηθεί άμεσα για τη σύναψη μιας πλήρους συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας με το Ισραήλ.

Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Μέλος του The International Institute of Strategic Studies Share this:

Πηγή: Ο Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Θα σκληρύνει η στάση των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας ή όχι; http://hellasjournal.com/2018/03/o-pobeo-sto-steit-ntipartment-tha-skliryni-i-stasi-ton-ipa-enanti-tis-tourkias-i-ochi/

Έδειξε ο Ντόναλντ Τράμπ την πόρτα εξόδου από τον Λευκό Οίκο στον Χένρι Κίσινγκερ;

0

Γράφει ο Βασίλης Κοψαχείλης*

File Photo: US President Donald J. Trump delivers remarks to members of the news media while hosting former Secretary of State Henry Kissinger in the Oval Office of the White House, in Washington, DC, USA. EPA, MICHAEL REYNOLDS MARCH 15, 2018

Τον πρώτο άνθρωπο που είδε στο Λευκό Οίκο ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ μόλις ανέλαβε επίσημα καθήκοντα προέδρου των ΗΠΑ ήταν ο γνωστός καθηγητής και αμφιλεγόμενος πολιτικός Χένρι Κίσινγκερ.

Το τι συζήτησαν οι δύο άνδρες έμεινε μεταξύ τους και στα πλαίσια του Οβάλ Γραφείου, το γραφείο του Προέδρου στο Λευκό Οίκο.

Αμέσως μετά, ο Κίσινγκερ πραγματοποίησε ακόμη ένα ταξίδι στη Μόσχα να δει τον φίλο του, Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Κίσινγκερ είναι ο άνθρωπος που συνδέει Λευκό Οίκο και Κρεμλίνο και φροντίζει στο να υπάρχει ισορροπία μεταξύ των δύο παλαιών υπερδυνάμεων.

Από την ώρα που ανέλαβε τα ηνία των ΗΠΑ ο Τράμπ και ενδεχομένως επανεκλεγεί πρόεδρος της Ρωσίας ο Πούτιν, η ισορροπία μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Πνευματικά παιδιά και οι δύο του Χένρυ Κίσινγκερ, απόλυτα Μακιαβελικοί παίκτες, με το δάσκαλο σε ρόλο ρυθμιστή. Φαίνεται πως, ΗΠΑ και Ρωσία, δεν έχουν να χωρίσουν μεταξύ τους πολλά ή καλύτερα, φαίνεται πως και οι δύο επιδιώκουν μία νέα ισορροπία της ισχύος και ένα νέο ψυχρό πόλεμο που θα αναγκάσει τους πραγματικούς αντιπάλους τους να διαλέξουν στρατόπεδο, δηλαδή αμφότεροι να τιθασεύσουν τις φιλοδοξίες Ευρωπαίων και Κινέζων να αποτελέσουν τον τρίτο και τέταρτο πόλο ισχύος στο διαμορφούμενο παγκόσμιο σύστημα.

Ενδεχομένως, Λευκός Οίκος και Κρεμλίνο να βλέπουν ακόμη πιο μακριά, διακρίνοντας υπόγειες διαδρομές συνεννόησης μεταξύ κέντρων εξουσίας στην Ευρώπη και το Πεκίνο.

Κανείς τους δεν θα ήθελε να δει Ευρωπαίους και Κινέζους ενωμένους, εναντίον τους…

Ωστόσο, μετά τη χθεσινή αποπομπή Τίλερσον από το Αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών και την ανάληψη του τιμονιού της διπλωματίας της χώρας από τον σκληροπυρηνικό Πομπέο, φούντωσαν οι φήμες που θέλουν ουσιαστικά τον πρόεδρο Τράμπ να δείχνει έμμεσα την πόρτα της εξόδου από το Λευκό Οίκο στον Κίσινγκερ, αναδιατάσσοντας την γραμμή και την στρατηγική των ΗΠΑ στις διεθνείς τους υποθέσεις σε πιο σκληρές γραμμές.

Ενδεχομένως η τοποθέτηση Πομπέο να σημαίνει απομάκρυνση των ΗΠΑ από τη στρατηγική συνεννόησης με τη Ρωσία και την ανάληψη επιθετικής δράσης ανάσχεσης της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας, σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία.

Μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει ότι η σκέψη Κίσινγκερ δεν χωρά πια στους διαδρόμους και στα γραφεία του Λευκού Οίκου. Μένει να δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα και πια από τις δύο παραδοχές τελικά θα επιβεβαιωθεί…

Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος

Πηγή: Έδειξε ο Ντόναλντ Τράμπ την πόρτα εξόδου από τον Λευκό Οίκο στον Χένρι Κίσινγκερ; http://hellasjournal.com/2018/03/edixe-o-ntonalnt-trab-tin-porta-exodou-apo-ton-lefko-iko-ston-chenri-kisingker/