Rami Hamdallah, who was traveling with Palestinian intelligence chief, was unhurt and vows to continue reconciliation efforts ■ Several suspects arrested
A damaged vehicle of the convoy of Palestinian Prime Minister Rami Hamdallah is removed after an explosion in the northern Gaza Strip March 13, 2018\ MOHAMMED SALEM/ REUTERS
An explosion went off Tuesday morning near a convoy carrying Palestinian Prime Minister Rami Hamdallah, who is visiting the Gaza Strip. The Palestinian Authority initially blamed Hamas for the explosion, which it said targeted Hamdallah’s convoy.
Later Tuesday, however, Hamas leader Ismail Haniyeh spoke with Hamdallah and the two agreed that Israel and its collaborators are responsible. The Palestinian leaders also agreed that General Tawfiq Abu Naim, head of Gaza’s Interior Ministry, will lead the investigation into the incident.
According to reports, several people were lightly wounded in the incident. Gaza’s Interior Ministry said several suspects have been arrested and a manhunt is underway.
Hamdallah entered the Strip at 10 A.M. with Palestinian intelligence chief Majid Faraj for a visit that was planned five months ago. The purpose of the visit was to open a waste treatment plant that the Palestinian Authority helped finance. Hamdallah also met with senior Hamas officials on the subject of the stalled reconciliation talks between Hamas and the PA.
The explosion went off when Hamdallah’s convoy had driven some 200 meters into the Gaza Strip after entering through Erez Crossing on the Israeli side. According to Arab media, Hamdallah and Faraj were not injured. Hamdallah’s convoy left the Strip shortly after incident.
Following the assassination attempt, Hamdallah said he is still committed to Palestinian unity. He added that three cars were damaged as a result of the blast.
“I will return to Gaza despite what happened today and I call on Hamas to allow the government to effectively control the Gaza Strip,” Hamdallah said, adding: “What happened today will not stop us from continuing reconciliation efforts.”
Palestinian Prime Minister Rami Hamdallah escorted by his bodyguards upon his arrival in Gaza City on March 13, 2018. MAHMUD HAMS/AFPPalestinians inspect the site of an explosion that targeted a convoy that was carrying Palestinian Prime Minister Rami Hamdallah, in the northern Gaza Strip March 13, 2018. REUTERS/Mohammed Salem\ MOHAMMED SALEM/ REUTERSA damaged vehicle of the convoy of Palestinian Prime Minister Rami Hamdallah is seen after an explosion in the northern Gaza Strip March 13, 2018. \ MOHAMMED SALEM/ REUTERS
“Despite what happened we will continue to build our institutions and we will press on with the reconciliation efforts with the help of Egypt,” Hamdallah said. “I call on Hamas and all other factions to take part in the national Palestinian council that will convene in April, because this is a critical phase for the Palestinian people.”
According to Hamdallah, “we will allow no one to destroy the national Palestinian project… we will not allow those with a foreign political agenda to dictate to us what happens in Gaza.”
Earlier, Hamas spokesperson Fawzi Barhoum said the Palestinian Authority’s accusations against Hamas and Palestinian President Mahmoud Abba’s office raises questions regarding their conduct. He says the accusations, made within two minutes of the incident and threatening additional sanctions against the Hamas government, makes suspect PA’s motivations.
Immediately after the explosion, senior Palestinian Authority officials contacted Yoav Mordechai, the coordinator of government activities in the territories, asking to coordinate their departure from the Gaza Strip. The Israeli military said medical personnel could wait at the Erez Crossing to treat those wounded in the incident.
Hamas condemned the “criminal act” and said it is aimed at harming stability and the reconciliation efforts. Hamas’ spokesman added: “We are surprised to hear the direct accusations by the office of the Palestinian President which serve… we call on security forces in the Strip to investigate and bring those responsible to justice.”
Al Jazeera quoted Hussein al-Sheikh, a member of the Fatah Central Committee, as saying: “Hamas bears full responsibility for this criminal act. It sets a very dangerous precedent and many decisions and policies will be based on this.”
An aide to Faraj told Haaretz that the vehicle that was hit belonged to the intelligence chief, adding that Faraj was riding in Hamdallah’s vehicle.
Hamdallah was appointed Palestinian prime minister in June 2013. He was a well-known figure within Palestinian intellectual circles before he was appointed to the post. He is considered an independent figure, not a member of the Fatah party.
Hamdallah was born in Tul-Karm, and previously served as the head of An-Najah University. He holds a doctorate in applicable linguistics, and has held various positions within Palestinian academia.
A member of the Palestinian constitutional committee, Hamdallah was made chief secretary of the Palestinian central elections committee in 2002. The committee organized the Palestinian presidential elections in 2004 and 2006.
Palestinian sources said last week that Faraj, head of the PA’s intelligence service, recently underwent a successful heart operation in the United States, only returning to the West Bank last Friday.
Ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν και η σύζυγός του Εμινέ καταχειροκροτούμενοι από τον όχλο. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία MARCH 15, 2018
Οι συνεχείς εμπρηστικές δηλώσεις και απειλές του Ταγίπ Ερντογάν εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου, προβληματίζουν και ανησυχούν. Ιδιαίτερα σε μία εποχή που η Αθήνα και η Λευκωσία προσπαθούν με σύνεση να κατεβάσουν τους τόνους. Δεν προκαλούν σε κανένα μέτωπο, αν εξαιρέσει κανείς τις δηλώσεις του κ. Πάνου Καμμένου, ο οποίος ως υπουργός της Άμυνας εκφράζει τους φόβους του για τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς που κρατούνται στα μπουντρούμια των τουρκικών φυλακών.
Όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι αποτελούν «παιγνίδι» στα χέρια του προέδρου της Τουρκίας, ο οποίος θα τους χρησιμοποιήσει για να κερδίσει την απέλαση Τούρκων πολιτών, που κατέφυγαν κυνηγημένοι στην Ελλάδα από το απολυταρχικό καθεστώς του.
Η περίοδος αυτή είναι και περίεργη. Η Τουρκία βρίσκεται σε πορεία ολοκληρωτικής σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον, η οποία έχει απωλέσει κάθε επιρροή έναντι του προέδρου της Τουρκίας. Ο τελευταίος συμπεριφέρεται εχθρικά και αντισυμμαχικά. Έχει ταυτιστεί απόλυτα με τη Μόσχα και την Τεχεράνη… Δεν περνά μέρα, χωρίς ο κ. Ερντογάν ή κάποιος από τους δουλοπρεπείς συνεργάτες του, να μην επιτεθούν εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου. Σε σημείο, που αν καμιά φορά δεν μιλήσουν για μερικές ώρες να αναρωτηθούμε για τη σιωπή τους η οποία είναι και αυτή μέρος του σχεδίου να εκβιάζουν την Αθήνα και τη Λευκωσία.
Δεν ζητά μόνο τους οκτώ στρατιωτικούς που η Ελλάδα δεν μπορεί να παραδώσει στην Τουρκία, διότι θα παραβιάσει το Διεθνές Δίκαιο. Απαιτεί όλους τους Τούρκους πολίτες που βρίσκονται, όπως λέει, παράνομα στην Ελλάδα. Η τελευταία ιταμή απαίτησή του αφορά πολίτες οι οποίοι διαθέτουν και αμερικανική υπηκοότητα!
Ένα θέμα που δεν το ανέδειξε ακόμα δημόσια, αλλά σίγουρα θα το πράξει σύντομα στο πλαίσιο του «πολέμου» δηλώσεων που έχει εγκαινιάσει εδώ και πολύ καιρό.
Πολλοί ρωτούν πως μπορούν η Αθήνα και η Λευκωσία να αντιμετωπίσουν το «φαινόμενο» και μάλιστα σε περίοδο οξύτατης οικονομικής κρίσης.
Χωρίς αμφιβολία η χρήση όπλων είναι εκτός ατζέντας. Όχι επειδή η Ελλάδα και η Κύπρος δεν μπορούν να αμυνθούν. Αλλά για ένα πολύ σοβαρό λόγο: Ο πόλεμος θα καταστρέψει τις εύθραυστες οικονομίες των δύο χωρών.
Αυτό δεν σημαίνει πως εάν επιτεθεί ο Ερντογάν, πρέπει να καταθέσουμε τα όπλα. Αλλά ένας πόλεμος είναι αχρείαστος, πιστέψτε με. Και θα παίξουμε το παιγνίδι του προέδρου της Τουρκίας.
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή, και δεν πρέπει να το κρύβουμε, αλλά να αποκαλύπτουμε τα τουρκικά σχέδια. Για να μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Και για να γνωρίζουν ο ελληνικός και ο κυπριακός λαός.
Ο πρόεδρος της Ν.Δ., Κυριάκος Μητσοτάκης, δήλωσε πρόσφατα ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Ταγίπ Ερντογάν ή στον πρωθυπουργό Μπιναλί Γιλντιρίμ. Σεβαστή η άποψή του, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι και ορθή. Τι θα συνέβαινε εάν ο κ. Τσίπρας τηλεφωνούσε στην Τουρκία και εισέπραττε μία αρνητική απάντηση; Δεν είναι καλύτερη η άσκηση της «σιωπηλής διπλωματίας» για να απελευθερωθούν οι δύο στρατιώτες; Δεν είναι πιο ορθό να προηγηθούν διαβουλεύσεις φιλικών κυβερνήσεων προς την Τουρκία και τον ισλαμιστή πρόεδρό της. Υπάρχει κανείς σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει το αντίθετο; Ο στόχος είναι να αφεθούν ελεύθεροι οι άνθρωποι μας, όχι να τους καταστήσουμε «εργαλείο» στα χέρια του Ερντογάν. Θα ήταν προτιμότερο εάν ο κ. Μητσοτάκης -σε συνεννόηση με την κυβέρνηση- βολιδοσκοπούσε και ο ίδιος ηγέτες κρατών και κυβερνήσεων με τις οποίες η Νέα Δημοκρατία διατηρεί φιλικές σχέσεις.
Ή δεν γνωρίζει πως η Καγκελάριος Μέρκελ και άλλοι συντηρητικοί ηγέτες κώφευσαν όταν η Αθήνα και η Λευκωσία ζήτησαν διαμεσολάβηση; Το γνωρίζει… Τα θέματα αυτά δεν πρέπει να είναι ποτέ αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης. Πρέπει να μιμηθούμε τις σοβαρές χώρες, που ενώνονται μπροστά στον κίνδυνο. Δέστε τι γίνεται στην Κύπρο. Και εκεί έχουν μύριες κομματικές διαφορές. Αλλά όταν απειλεί η Τουρκία το νησί, βρίσκουν τον τρόπο να κατακτούν τη συναίνεση.
Στην Ελλάδα, οι απειλές μετατρέπονται «μπάλα» στο κομματικό παιγνίδι. Στην Αθήνα δεν αναλύσαμε ποτέ σωστά τον τουρκικό κίνδυνο. Ζούμε σε ένα φανταστικό κόσμο. Άλλωστε έχουμε και στα ψηλά δώματα ανθρώπους που κυριαρχούνται από …«Ερντογολαγνεία». Είναι θαυμαστές του Σουλτάνου.
Και το ερώτημα είναι τι βρίσκουν να θαυμάζουν στον Ερντογάν; Τις δημοκρατικές του περγαμηνές; Ή τις μαζικές φυλακίσεις.
Χιλιάδες αντίπαλοί του είναι στη φυλακή, χιλιάδες είναι οι εξόριστοι. Χιλιάδες, κυρίως Κούρδοι, αλλά και Τούρκοι, έχουν δολοφονηθεί…
Ο κ. Ερντογάν χαρακτήρισε χθες τους λαούς της Ελλάδας και της Κύπρου κακούς γείτονες… Κοιτάξτε ποιος μιλά… Με αυτόν τον ηγέτη μας καλούν να συνθηκολογήσουμε. Να του χαρίσουμε την Κύπρο, και μετά τι; Να του δώσουμε και το Καστελόριζο μήπως; Αισθάνομαι πως ο πρόεδρος της Τουρκίας και ο υπουργός του των Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, προετοιμάζουν τον τουρκικό λαό για την πιθανή κατάρρευση των συνομιλιών με τους Αμερικανούς, οι οποίες έχουν φτάσει σε οριακό σημείο.
Η αποπομπή του Ρεξ Τίλερσον από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν είναι καλό σημάδι. Ήταν ένας ήρεμος άνθρωπος και διπλωμάτης, που έδινε τόπο στην οργή, αλλά υποστήριξε με πάθος τα αμερικανικά συμφέροντα.
Στο τελευταίο του ταξίδι στην Τουρκία προειδοποίησε τον Ταγίπ Ερντογάν και του ζήτησε να τερματίσει την επιθετικότητά του στην Αφρίν, στο Αιγαίο και την Κύπρο. Έθεσε τα θέματα μας. Δεν σημαίνει πως είχε αποτέλεσμα, αλλά έχει σημασία ότι εξέφρασε την αντίθετη γνώμη της Αμερικής. Βέβαια δεν εισακούστηκε.
Και αυτό είναι που με ανησυχεί. Δεν γνωρίζουμε πως θα πολιτευθεί, σε ότι αφορά την Τουρκία, ο αντικαταστάτης του, Μαικ Πομπέο. Είναι ένας σκληρός άνθρωπος και έχει «βίαιη» γλώσσα. Με λίγα λόγια δεν παίζει.
Θεωρώ ότι θα προσπαθήσει να επαναφέρει την Τουρκία στο αμερικανικό και νατοϊκό μαντρί. Εάν δεν τα καταφέρει δεν θα παρακαλέσει άλλο. Αυτή είναι η άποψή μου. Θα αναζητήσει άλλες λύσεις. Και επιλογές έχει πολλές…
Η ελληνική κυβέρνηση, επέλεξε μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, τους Αμερικανούς. Είναι μία απόφαση σεβαστή. Αλλά πρέπει να καταστεί γνωστό στα πιο υψηλά δώματα του Λευκού Οίκου, ότι η Ελλάδα, και η Κύπρος, δύο χώρες που είναι πιστοί σύμμαχοι της Δύσης, ΤΩΡΑ χρειάζονται τη βοήθεια της υπερδύναμης… Όχι αύριο.
Η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στην Συρία αποτελεί μέρος των προσπαθειών της Ρωσίας για την διευθέτηση της σύγκρουσης με τους δικούς της όρους. Επομένως, η Άγκυρα διατηρεί κάποια μόχλευση στη Μόσχα, παρά το γεγονός ότι είναι η λιγότερο ισχυρή από τις δύο.
Ο AARON STEIN είναι εσωτερικός ανώτερος συνεργάτης στο Rafik Hariri Center for the Middle East του Atlantic Council’s.
Μετά από πέντε εβδομάδες μαχών, ο τουρκικός στρατός και οι συμμαχικές του συρο-αραβικές πολιτοφυλακές έχουν πάρει τον έλεγχο των συνόρων της Τουρκίας με την Αφρίν, έναν ελεγχόμενο από τους Κούρδους θύλακα στην βορειοδυτική Συρία. Η δια ξηράς επίθεση της Άγκυρας [1] έχει πραγματοποιήσει αργή αλλά σταθερή πρόοδο και, εκτός εάν μια εξωτερική παρέμβαση ή μια πολιτική απόφαση σταματήσει η επίθεση, θα πετύχει σχεδόν σίγουρα τον στόχο της ανατροπής του ελέγχου των Μονάδων Προστασίας του Κουρδικού Λαού (YPG) στην Αφρίν.
Υποστηριζόμενοι από την Τουρκία μαχητές, κοντά στο όρος Μπαρσάγια στην Συρία, τον Ιανουάριο του 2018. KHALIL ASHAWI / REUTERS
——————————————————————
Ωστόσο, η Επιχείρηση Κλάδος Ελαίας, όπως είναι γνωστή η τουρκική επίθεση, δεν είναι σημαντική μόνο για την Άγκυρα. Έχει επίσης πολιτικές επιπτώσεις στους άλλους εξωτερικούς δρώντες που εμπλέκονται στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας [2]. Στην Ουάσινγκτον, οι συζητήσεις για την αμερικανική πολιτική σχετικά με την Συρία επικεντρώνονται ορθώς σε ερωτήματα σχετικά με την στρατηγική και το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μεταφράσουν τα στρατιωτικά τους κέρδη εναντίον του Ισλαμικού Κράτους (ή ISIS) σε μια διαρκή ειρηνική διευθέτηση υπό όρους ευνοϊκούς για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Οι συζητήσεις αυτές, ωστόσο, τείνουν να αποδίδουν στρατηγική συνοχή στους αντιπάλους της Ουάσιγκτον. Στην πραγματικότητα, η διασυνοριακή παρέμβαση της Τουρκίας καταδεικνύει ότι οι κύριοι εξωτερικοί δρώντες του πολέμου είναι στρατηγικά ανερμάτιστοι [3] και δυνητικά ανίκανοι να υλοποιήσουν τους δικούς τους στόχους χωρίς να κάνουν δύσκολους συμβιβασμούς.
Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για την Συρία [4], την οποία κληρονόμησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, από τον προκάτοχό του, σχεδιάστηκε αρχικά ως μια στενά αντιτρομοκρατική εκστρατεία για την έξωση του ISIS από το έδαφος που ήλεγχε στην ανατολική Συρία. Αυτό απαιτούσε από την Ουάσινγκτον να συμμαχήσει με τις Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (SDF) [5], μια ομπρέλα ομαδοποίησης των πολιτοφυλακών που κυριαρχούνται από τις YPG, τον συριακό κλάδο του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), μια στασιαστική οργάνωση ενεργή στην Τουρκία για περίπου τέσσερις δεκαετίες. (Πράττοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Ουάσινγκτον έχει αποξενώσει την σύμμαχό της στο ΝΑΤΟ, την Τουρκία). Η συμμαχία ΗΠΑ-SDF έχει κάνει τη δουλειά της: Το ISIS έχει ηττηθεί εδαφικά στην Συρία. Και καθώς ο πόλεμος μετατοπίστηκε από τις επιθετικές επιχειρήσεις προς την κατοχή κατακτημένων περιοχών, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμβιβάστηκαν με μια πολιτική χρήσης των εδαφών που ελέγχουν ως μοχλού προκειμένου να αναγκάσουν την συριακή κυβέρνηση να κάνει παραχωρήσεις στις ειρηνευτικές συνομιλίες του ΟΗΕ στην Γενεύη.
Η Ουάσινγκτον προσπάθησε να παντρέψει την στρατιωτική της εκστρατεία με επιτεύξιμους στόχους πολιτικής, αλλά με τον τρόπο αυτό σηματοδότησε ότι σκοπεύει να παραμείνει στην βορειοανατολική Συρία για το ορατό μέλλον. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις θέσεις του Ιράν, της Τουρκίας, της Ρωσίας και του συριακού καθεστώτος, οι οποίοι έχουν εξαναγκαστεί σε αλληλεπικαλυπτόμενες και μερικές φορές αντιφατικές συμμαχίες ευκολίας.
Για την Τουρκία, η αμερικανική παρουσία στην Συρία επιβεβαιώνει ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να εκπαιδεύει και να οπλίζει τις SDF και, κυρίως, ότι οι προσπάθειες υπό την ηγεσία των Κούρδων για την δημιουργία αυτόνομων δομών διοίκησης στην Συρία -τις οποίες θεωρεί η Άγκυρα ως απειλή για την εθνική της ασφάλεια- δεν θα υπόκεινται σε μια ευρύτερη συμφωνία που θα συγκεντρώνει τον πολιτικό έλεγχο στην Δαμασκό. Για να ασκήσει πιέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και να αποδυναμώσει τους Κούρδους, η Άγκυρα ξεκίνησε δύο στρατιωτικές επιθέσεις στην Συρία –την Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη τον Αύγουστο του 2016 και την Επιχείρηση Κλάδος Ελαίας τον Ιανουάριο φέτος.
Και στις δύο περιπτώσεις, η Τουρκία χρειάστηκε ρωσική άδεια για να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη, ώστε να μην διακινδυνεύσει μια ακούσια κλιμάκωση με ανώτερη δύναμη. Μετά από μια περίοδο σύγκρουσης μετά τον Νοέμβριο του 2015, όταν η Τουρκία κατέρριψε ένα ρωσικό βομβαρδιστικό επειδή παραβίασε τον εναέριο χώρο της, η σχέση μεταξύ των προέδρων Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Βλαντιμίρ Πούτιν έχει βαθύνει. Η προσέγγισή τους συνέπεσε με την απόφαση της Τουρκίας να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία στην Συρία, και οι δύο άνδρες μιλούν τώρα τακτικά στο τηλέφωνο για να εξομαλύνουν τις εντάσεις και να συντονίζουν τις προσπάθειές τους για να δοκιμάσουν και να διαχειριστούν τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία.
Η Ρωσία και η Τουρκία επέλεξαν επίσης να συνεργαστούν με το Ιράν, ίσως τον πιο ισχυρό υποστηρικτή του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ, σε δύο αλληλένδετες πρωτοβουλίες. Η πρώτη, γνωστή ως η διαδικασία της Αστάνα, είναι ένας τριμερής διπλωματικός μηχανισμός για την επίβλεψη μιας σειράς καταπαύσεων του πυρός και των αποκαλούμενων ζωνών αποκλιμάκωσης˙ η δεύτερη είναι μια συμπληρωματική ειρηνευτική διαδικασία που συνήλθε πρόσφατα στο Σότσι, με στόχο να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου και την σύνταξη ενός συντάγματος. Η διαδικασία του Σότσι ήταν γεμάτη αντιφάσεις και τελικά υποχρέωσε την Ρωσία να υποχωρήσει έναντι της Τουρκίας σε διάφορα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της υποβάθμισης του πεδίου εφαρμογής της εντολής της διάσκεψης. Το τουρκο-ρωσικό διπλωματικό «πάρε-δώσε» είναι διδακτικό και βοηθά να εξηγηθεί η δυναμική στην Αφρίν.
Υποστηριζόμενοι από την Τουρκία μαχητές στην Αφρίν, τον Μάρτιο του 2018. KHALIL ASHAWI / REUTERS
—————————————————————-
Σε γενικές γραμμές, η ρωσοτουρκική διευθέτηση εξαρτάται από την συνεργασία στην επαρχία Idlib της Συρίας [6], την τελική ζώνη αποκλιμάκωσης που καθιερώθηκε στην Αστάνα. Για να παρακολουθεί την υποτιθέμενη κατάπαυση του πυρός μεταξύ του καθεστώτος Assad και των ομάδων της αντιπολίτευσης που υποστηρίζονται από την Τουρκία, ο τουρκικός στρατός αναμένεται να αναπτυχθεί σε 12 τοποθεσίες στην Idlib. Ως εκ τούτου, η Άγκυρα βρίσκεται όλο και βαθύτερα σε άμεση στρατιωτική εμπλοκή στην Συρία. Και παρόλο που αυτή η ανάμειξη έχει στενούς, βραχυπρόθεσμους στόχους, κινδυνεύει να γίνει ατελείωτη εν τη απουσία μιας ειρήνης μετά από διαπραγμάτευση μεταξύ του καθεστώτος και της αντιπολίτευσης. Η Μόσχα, με την σειρά της, επιδιώκει να συνεργαστεί με την Άγκυρα για την επίτευξη μιας ειρηνευτικής διευθέτησης [7], αλλά με τον τρόπο ήρθε σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των δύο άλλων συμμάχων της, της Τεχεράνης και της Δαμασκού.
Το Ιράν και η κυβέρνηση της Συρίας αμφότερες δείχνουν ότι σκοπεύουν τελικά να αναγκάσουν τις τουρκικές δυνάμεις να αποχωρήσουν από την Συρία, όπου η συνεχιζόμενη παρουσία τους απειλεί να υπονομεύσει τον στόχο του Assad να νικήσει την εξέγερση και να επαναβεβαιώσει πλήρη εδαφικό έλεγχο. Μια παραστρατιωτική δύναμη, συμμαχική με το καθεστώς, έχει στοχεύσει τις τουρκικές δυνάμεις στο al-Eiss, ένα παρατηρητήριο που λειτουργεί από Τούρκους στο νότιο Χαλέπι. Στις παραστρατιωτικές δυνάμεις που είναι συμμαχικές με το καθεστώς στην Afrin (πιθανώς συνδεδεμένες με το Ιράν) έχουν αναπτυχθεί με τις YPG και επιτέθηκαν σε Τούρκους στρατιώτες σε τουλάχιστον δύο διαφορετικές περιστάσεις. Η Ρωσία φαίνεται ότι ήταν αντίθετη με τις κινήσεις του καθεστώτος στην Αφρίν, και σίγουρα σε αντίθεση με τους συμμάχους της σχετικά με την στόχευση των τουρκικών δυνάμεων που αναπτύχθηκαν στην Idlib, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας αποκλιμάκωσης στην οποία μεσολάβησε στην Αστάνα.
Η τουρκική ανάπτυξη [δυνάμεων] στην Συρία αποτελεί μέρος των προσπαθειών της Ρωσίας για την διευθέτηση της σύγκρουσης με τους δικούς της όρους. Επομένως, η Άγκυρα διατηρεί κάποια μόχλευση στη Μόσχα, παρά το γεγονός ότι είναι η λιγότερο ισχυρή από τις δύο. Οι προσπάθειες της Τουρκίας κατά των YPG είναι ενοχλητικές για την Ρωσία, η οποία προσπαθεί να διατηρήσει εγκάρδιες σχέσεις με τους Κούρδους, αλλά ο Πούτιν δεν είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει να χάσει την τουρκική υποστήριξη στις ευρύτερες προσπάθειές του να τερματίσει τον πόλεμο. Ως πρόσθετο όφελος, η εκστρατεία της Τουρκίας κατά των Κούρδων έχει αναστατώσει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, τόσο για την Δαμασκό όσο και για την Τεχεράνη, η διαταραχή των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων είναι λιγότερο σημαντική από την άμεση απειλή που θέτει μια ανοιχτή τουρκική στρατιωτική παρουσία. Η Άγκυρα, εν τω μεταξύ, δεν δείχνει κανένα σημάδι υποχώρησης απέναντι στην εξωτερική πίεση για να αποσύρει τις δυνάμεις της.
ΜΠΕΡΔΕΜΑ
Το Ιράν, η Ρωσία, η Συρία και η Τουρκία βρίσκονται λοιπόν εναλλάξ πότε σε συνεργασία και πότε με αντιθετικούς στόχους. Κάθε μια [από ατές τις χώρες] θα ήταν σοφό να αναγνωρίσει ότι οι στόχοι της μπορεί να είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να επιτευχθούν πλήρως. Η στρατιωτική εκστρατεία της Άγκυρας οδηγείται από φόβους σχετικά με τον κουρδικό σεπαρατσιμό και την προφανή σχέση ανάμεσα στις πολιτικές προσδοκίες των Σύρων και των Τούρκων Κούρδων. Ωστόσο, η ευρύτερη πρόκληση που παρουσίασε το PKK δεν θα επιλυθεί στο πεδίο της μάχης αλλά με πολιτικές παραχωρήσεις. Η στρατιωτική παρέμβαση στην Αφρίν πυροδοτεί το αντι-κυβερνητικό αίσθημα στα κουρδικά νοτιοανατολικά της Τουρκίας, διαιωνίζοντας τον κύκλο της βίας που συντηρεί την εξέγερση του ΡΚΚ. Επιπλέον, η Άγκυρα βρίσκεται τώρα μπλεγμένη με την κατοχή και την διοίκηση της Afrin, πιθανώς μέσω ενός κυβερνητικού συμβουλίου το οποίο περιλαμβάνει υποστηριζόμενες από την Τουρκία αντιπολιτευτικές ομάδες που έχουν εχθρικές σχέσεις με τους τοπικούς Κούρδους (ένα αποτέλεσμα που έρχεται επίσης σε αντίθεση με την επιθυμία της Άγκυρας για ενιαία Συρία). Σε λίγους μήνες, η Τουρκία θα ελέγχει ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της επαρχίας του Χαλεπίου στην Συρία και θα αναλάβει την ευθύνη των διοικητικών υπηρεσιών και της υποστήριξης μιας τοπικής δύναμης ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να υπολογίζει την πιθανότητα μιας διαρκούς εξέγερσης χαμηλού επιπέδου των YPG ενάντια σε οποιαδήποτε δύναμη ενδυναμώνει η Άγκυρα.
Η Ρωσία, με την σειρά της, εξαρτάται πλέον από την Άγκυρα για να εξασφαλίσει ότι το μεγαλύτερο μέρος της εναντίον του Άσαντ αντιπολίτευσης συμφωνεί με μια μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία. Για να επιτευχθεί μια τέτοια ρύθμιση, ωστόσο, η Ρωσία πρέπει επίσης να κερδίσει την υποστήριξη του Ιράν και του καθεστώτος Assad, αμφότερα εχθρικά ως προς την παρουσία της Άγκυρας στην Συρία. Τέλος, η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην βορειοανατολική Συρία, καθώς και η συμμαχία τους με τις SDF, υποδηλώνουν ότι οι τουρκικές προσπάθειες να νικηθούν οι YPG θα παραμείνουν ελλιπείς στην καλύτερη περίπτωση. Ειδικότερα για την Ρωσία, το ευρύτερο ερώτημα είναι πώς να ταιριάξει τους πολιτικούς στόχους της με την συνεχιζόμενη στρατιωτική εκστρατεία. Ο ρωσικός στρατός πολεμά στην Συρία εδώ και σχεδόν τρία χρόνια και η Μόσχα δεν μπορεί να σταματήσει με βίαιο τρόπο τον εμφύλιο πόλεμο. Οι διπλωματικές της προσπάθειες θα απαιτήσουν μια περίπλοκη πράξη εξισορρόπησης μεταξύ εχθρικών συμμάχων και εταίρων.
Ο εσωτερικός διχασμός μεταξύ αυτών των τεσσάρων δρώντων μειώνει την πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον πρέπει να συνεχίσει να εξισορροπεί τους βραχυπρόθεσμους στόχους της για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας με τις μακροπρόθεσμες προσπάθειές της για την επιδιόρθωση των σχέσεων με την Τουρκία, μια σύμμαχο μέσω συνθήκης. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ακόμη συμβιβαστεί με την πιθανότητα ότι το καθεστώς Assad θα ελέγξει μεγάλα τμήματα της χώρας παρά τα κέρδη των ΗΠΑ στα βορειοανατολικά.
Κάθε ένας από τους εξωτερικούς δρώντες στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας τον αντιμετωπίζει ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, αποδίδοντας στρατηγική συνοχή στους αντιπάλους του (που ίσως δεν υπάρχει) και χρησιμοποιώντας Σύρους για να πολεμήσουν και να πεθάνουν για εθνικά συμφέροντα που έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε σοβαρή πίεση για να τελειώσει η σύγκρουση. Η τουρκική παρέμβαση στην Αφρίν έχει αποκαλύψει ρωγμές μέσα στον χαλαρό συνασπισμό κρατών τα οποία είναι εχθρικά έναντι της αμερικανικής παρουσίας στα βορειοανατολικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης, δεν κατάφεραν να εμπλακούν στα σοβαρά με την πραγματικότητα επί του εδάφους και να σκεφτούν τους συμβιβασμούς που θα πρέπει να γίνουν για να βοηθήσουν στον τερματισμό αυτού του πολέμου. Εάν δεν υπάρξουν κάποιες σοβαρές αλλαγές, ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας είναι πιθανό να διαρκέσει κι άλλο -και να σκοτώνει όλο και περισσότερους ανθρώπους.
Αξιότιμε κ. Πρόεδρε
Έτσι πως πηγαίνουν τα πράγματα, σύντομα θα αναγκαστείτε να ζητήσετε καταφύγιο- κατά πάσα πιθανότητα στην Ελλάδα- αν καταφέρετε να ξεφύγετε απο τους διώκτες σας.
Ο ελληνικός λαός και η κυβέρνησή του, ως συναισθηματικές οντότητες, θα σας παράσχουν άσυλο μετά χαράς.
Δείξτε, όμως, ευελιξία στους δύο Έλληνες στρατιωτικούς που κρατάτε στην Αδριανούπολη. Και για να μην έχετε τύψεις, ως πιστός μουσουλμάνος, και γιατί μπορεί να τύχει να συναντηθείτε μαζί τους ή με τους δικούς τους, κατά την παραμονή σας στην Ελλάδα.
Και μην είστε τόσο αλαζών.
Οι “γκιαούρηδες” έπεσαν στη θάλασσα επειδή δεν τους άφησαν οι “σύμμαχοί” τους να κάνουν τις στρατιωτικές κινήσεις που ήθελαν και επειδή διχάστηκαν μεταξύ τους. Δεν τους ρίξατε εσείς, έπεσαν μόνοι τους. Ρωτήστε τους στρατιωτικούς σας που ακόμη νοιώθουν την εμπειρία εκείνη.
Στην Κύπρο αν δεν σας υποστήριζαν οι ΗΠΑ και ο άθλιος Κίσιγκερ, ακόμη θα προσπαθούσατε.
(Μεταξύ μας πρόεδρε, την ώρα που ο τουρκικός στρατός αποβιβαζόταν στην Κυρήνεια, οι γκιαούρηδες σκοτώνονταν μεταξύ τους στα στενά της Λευκωσίας. Αναρωτήθηκες, ποτέ, τι θα συνέβαινε, αν ήσαν ενωμένοι και αν οι αμερικανοί δεν έκαναν το πάν για να σας βοηθήσουν); Γι αυτό, μην κάνετε δηλώσεις που ενώνουν τους γκιαούρηδες. Βρέστε άλλο τρόπο για να απευθυνθείτε στους τυφλωμένους οπαδούς σας ότι δεν τους υπολογίζετε. Σας το λέω φιλικά.
Και, σήμερα, προσέξτε. Αν τολμήσετε το απονενοημένο, θα χάσετε τις ευρωπαϊκές κτήσεις σας (εσείς το λέτε Ευρωπαϊκή Τουρκία). Κάτι λένε, εδώ, οι “γκιαούρηδες” ότι δεν το έχουν δύσκολο να το πετύχουν, αν και δεν τους πολυπιστεύω. Μαθαίνω, όμως, πως εκεί οι Τούρκοι συμπολίτες σας δεν σας πολυσυμπαθούν. Ειδικά εσάς.
Ένας συνομήλικός σας απο την Τρίπολη (Triebolu) Πόντου, που θέλει να σας προφυλάξει λόγω κοινής καταγωγής..
Hawking photographed attending the Hawking screening at the Cambridge Film Festival in 2013.
By Karwai Tang/Getty Images.
Stephen Hawking, who died in his Cambridge, England, home at the age of 76 on Wednesday, never expected to live this long. The world-renowned theoretical physicist, who was known for his work in the fields of cosmology, general relativity, and quantum gravity, had lived with a rare form of motor-neuron disease since he was 21 years old. The scientist and director of research at the Centre for Theoretical Cosmology at the University of Cambridge, has faced the possibility of an early death for more than 50 years, but was not afraid to die, and he made that very clear in interviews throughout his life.
In an interview with The Guardian in 2011, Hawking told writer Ian Sample that the fear of death wasn’t something he considered.
“I have lived with the prospect of an early death for the last 49 years,” he said. “I’m not afraid of death, but I’m in no hurry to die. I have so much I want to do first.”
Hawking spent the majority of his time as a scientist focused on a set of equations known as the “theory of everything,” which he described as “the ultimate triumph of human reason—for then we should know the mind of God.” But for all of his talk of God, Hawking regarded the deity as only a metaphor; he rejected the notion of an afterlife, per the Guardian interview. Instead, he said that people should live for the now and “seek the greatest value of our action.”
When he turned 75 in January of last year, Hawking shared his surprise that he had made it that far in life and left us with a quote about black holes that might as well serve as an encouraging metaphor for life in the political darkness that is 2018.
“I never expected to reach 75, so I feel very fortunate to be able to reflect on my legacy,” he said. “I think my greatest achievement will be my discovery that black holes are not entirely black.”
Η Τουρκία ελπίζει να οικοδομήσει καλές σχέσεις με τον νέο Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, όμως αυτός ο τελευταίος πρέπει να σέβεται τη χώρα, δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, καθώς επικρατούν εντάσεις σχετικά με την πολιτική στο ζήτημα της Συρίας και άλλα ζητήματα.
Τουρκικά μέσα ενημέρωσης αναφέρονται σ’ ένα μήνυμα που φέρεται ότι έστειλε μέσω του Twitter ο Πομπέο μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016 –και πριν γίνει διευθυντής της CIA– στο οποίο χαρακτήριζε την Τουρκία «ολοκληρωτική ισλαμιστική δικτατορία».
Το μήνυμα αργότερα διαγράφηκε. «Θα θέλαμε θα δουλέψουμε με τον νέο υπουργό Εξωτερικών με την ίδια συνεννόηση, με διμερή σεβασμό και συνεννόηση», δήλωσε ο Τσαβούσογλου στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στη Μόσχα, όπου πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη.
«Είναι επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών (το ποιος αναλαμβάνει υπουργός Εξωτερικών). Δεν θέλουμε να τη σχολιάσουμε, όμως όποιος κι αν είναι, πρέπει πρώτα να μάθει πώς να συμπεριφέρεται, να μας πλησιάζει και να μας σέβεται».
Ο Τσαβούσογλου δήλωσε πως οι συνομιλίες ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία που σχεδιαζόταν να πραγματοποιηθούν στις 19 Μαρτίου μπορεί να καθυστερήσουν λόγω της απομάκρυνσης του Τίλερσον.
Ο αρθρογράφος Μουράτ Γετκίν γράφει σήμερα στη Hurriyet Daily News πως ο Πομπέο έχει «προκαταλήψεις» αναφορικά με την Τουρκία, επικαλούμενος το διαγραφέν μήνυμα, και προσθέτει ότι δεν είναι εύκολο να σβήσει η μνήμη των ανθρώπων.
On Thursday, February 22, the BESA Center and B’nai B’rith International convened an international conference on Strategic Challenges in Saudi Arabia, Iran, and the Gulf.
Όλοι μιλάνε για AOZ, αλλά ΑΟΖ δεν βλέπουμε! Έχουν ήδη περάσει 36 χρόνια από το 1982, όταν η παγκόσμια κοινότητα δημιούργησε το Σύνταγμα των Θαλασσών με την υπογραφή της νέας Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Ήδη 138 κράτη έχουν ανακηρύξει ΑΟΖ, αλλά η Ελλάδα, πάσχοντας από φοβικό σύνδρομο, δεν έχει τολμήσει να ανακηρύξει τη δική της.
Δεν το έκανε ούτε όταν η Κύπρος, με πρωτοβουλία του Προέδρου της, Τάσσου Παπαδόπουλου, ανακήρυξε την ΑΟΖ της το 2004.
Σήμερα σε μια τραγική περίοδο που περνά η πατρίδα μας, σε όλα τα μέτωπα, τα έχουμε κυριολεκτικά χαμένα. Οι τηλεοράσεις, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, τα καφενεία κουβεντιάζουν για την ΑΟΖ και κάποιος δημοσιογράφος αναφερόμενος στην ΑΟΖ της Κύπρου την αποκάλεσε Ανεξάρτητη Οικονομική Ζώνη.
Η Εξάρτηση από τις ΗΠΑ Από το Δόγμα Τρούμαν μέχρι σήμερα ανήκουμε στην σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών και δεν ξεφύγαμε από αυτή την επιρροή ούτε επί Ανδρέα Παπανδρέου.
Στις 14 Μαΐου 1948, ο David Ben-Gurion, επικεφαλής της Εβραϊκής Υπηρεσίας, ανακήρυξε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και ο Αμερικανός Πρόεδρος Harry S. Truman αναγνώρισε το νέο έθνος την ίδια ημέρα.
Βασικά, από εκείνη την ημερομηνία η κυβέρνηση των ΗΠΑ γνωρίζοντας την κρισιμότητα της Ανατολικής Μεσογείου έβαλε υπό την προστασία της τα τρία βασικά οικόπεδα της περιοχής που ήταν και είναι το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Τουρκία. Η Ρωσία προσπάθησε να αποσπάσει κάποιο από τα οικόπεδα αυτά από τα χέρια της Αμερικής αλλά, μέχρι στιγμής, δεν τα έχει καταφέρει. Πρόσφατα, έχει επίσης εμφανιστεί στην περιοχή η Κίνα, που φαίνεται να ενδιαφέρεται για το ελληνικό οικόπεδο και τους καλωσορίσαμε στην περιοχή μια και μας συνδέει αμοιβαίος σεβασμός για τους αρχαίους πολιτισμούς μας. Θα είναι βέβαια λίγο δύσκολο να τους έχουμε συμμάχους απέναντι στην Τουρκία στα θέματα Δικαίου της Θάλασσας, μια και αυτοί καταπατούν την UNCLOS στη Σινική Θάλασσα.
Σήμερα η αξία του οικοπέδου της περιοχής έχει αποκτήσει σχεδόν ανυπολόγιστη αξία λόγω των υδρογονανθράκων που φαίνεται ότι υπάρχουν στην περιοχή, αλλά οι Αμερικανοί δεν έχουν αλλάξει στάση για την σημασία των τριών αυτών κρατών στην περιοχή και οι τελευταίες εξελίξεις το επιβεβαιώνουν. Πρώτο έρχεται το Ισραήλ, μετά η Τουρκία και μετά η Ελλάδα.
Το κύριο πρόβλημα της Ελλάδας στην ελληνοτουρκική διένεξη είναι ξεκάθαρα η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, που δεν έχει αλλάξει καθόλου τα τελευταία 30 χρόνια. Οι Αμερικανοί, από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι την πρωθυπουργία του Αλέξη Τσίπρα, παίζουν το ίδιο βιολί προτρέποντας τις ελληνικές κυβερνήσεις να μην προχωρήσουν σε μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Τουρκία, προσποιούμενοι άγνοια ότι η ανακήρυξη ΑΟΖ είναι, πάντα, μια μονομερής πράξη, όπως ακριβώς έπραξαν και οι ίδιοι το 1983.
Μια από τις πιο σημαντικές δηλώσεις, από αμερικανικής πλευράς, έγινε στις 27 Ιουλίου 2011 από τον βοηθό Υπουργό Εξωτερικών Φίλιπ Γκόρντον που έκανε , σε συνάντησή του με δημοσιογράφους στην Αθήνα, ξεκάθαρα την απαράδεκτη αυτή δήλωση:
«Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να αποφεύγονται μονομερή βήματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των χωρών για την ανακήρυξη αποκλειστικών οικονομικών ζωνών, αλλά… δεν νομίζουμε ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδος να το πράξει χωρίς πλήρη συνεργασία με τους γείτονές της, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης».
Πρέπει, πάραυτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποσύρουν αυτή τη δήλωση και να επιτρέψουν στην πατρίδα μας να ανακηρύξει την ΑΟΖ της Ελλάδας όπως ακριβώς και έκανε για την χώρα του ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν, με προεδρικό διάταγμα στις 10 Μαρτίου 1983.
Η Ελλάδα πρέπει, επίσης, με προεδρικό διάταγμα να ανακηρύξει τη δική της ΑΟΖ και όχι μέσω μιας χρονοβόρας κοινοβουλευτικής διαδικασίας, ώστε να μη προετοιμαστεί η Τουρκία να αντιδράσει. Η ανακήρυξη ΑΟΖ είναι, πάνω απ’ όλα μια μονομερής πράξη. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι μέχρι σήμερα έχουν γίνει 138 ανακηρύξεις ΑΟΖ στον πλανήτη Γη και όλες αυτές ήταν μονομερείς, και σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε κάποια κρίση στις διμερείς σχέσεις γειτονικών κρατών λόγω αυτής της μονομερούς ανακήρυξης.
Η Υποκρισία των ΗΠΑ
Η χώρα με τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στο κόσμο, με τις τεράστιες ακτές και την μεγαλύτερη ΑΟΖ του πλανήτη μας έχει να κερδίσει πολλά με το να προσχωρήσει στην UNCLOS. Άρθρα που προσδιορίζουν θέματα ναυσιπλοΐας και υπερπτήσεων, καθώς επίσης θέματα που αφορούν την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τη ρύπανση, την παγκόσμια αλιεία και την εξόρυξη των μεταλλευμάτων των ωκεάνιων βυθών είναι πολύτιμα εργαλεία για τις ΗΠΑ. Η Αμερική δεν πρέπει να ανήκει σε μία μικρή μειοψηφία κρατών που δεν θέλουν να προσχωρήσουν στο νέο Σύνταγμα των Θαλασσών και Ωκεανών, όπως είναι το Ιράν, η Συρία, η Βόρειος Κορέα και η Τουρκία.
Η Αμερική όταν ανακήρυξε και μετά οριοθέτησε την ΑΟΖ της όχι μόνο έδωσε πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ στα νησιά της, αλλά σεβάστηκε και τα νησιωτικά κράτη Μπαχάμες και Κούβα που βρίσκονται απέναντι από τις ανατολικές ακτές της και μοιάζουν τόσο πολύ με τα δικά μας νησιά απέναντι από τις ακτές της Τουρκίας.
ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΟΖ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ
ΠΗΓΗ: Office of the Geographer, Department of State, Washington D.C. 2004
Όπως βλέπουμε από τον χάρτη, η Αμερική δεν υιοθέτησε τα τουρκικά επιχειρήματα ότι νησιά έχουν μειωμένη ΑΟΖ και οριοθέτησε την ΑΟΖ της με αυτή της Κούβας και των νησιών Μπαχάμες βάσει της μέσης γραμμής. Δεν υποστήριξε ότι η ΑΟΖ αυτών των νησιωτικών κρατών διαθέτει περιορισμένη ΑΟΖ ίση με την αιγιαλίτιδα ζώνη τους και επομένως η αμερικανική ΑΟΖ επεκτείνεται και πίσω από τις ανατολικές ακτές αυτών των νησιών.
Οι Αμερικανοί είναι προφανές ότι, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Υποστηρίζουν ότι τα δικά τους νησιά, κατοικήσιμα ή μη, έχουν πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ, αλλά παρόμοια δικά μας νησιά δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα. Αυτή είναι μια απαράδεκτη φιλοτουρκική θέση των Αμερικανών από το 1982 και πρέπει, επιτέλους, να εγκαταληφθεί.
Τέλος, μια ενδιαφέρουσα παράμετρος της ελληνοτουρκικής διένεξης έχει σχέση με τη θέση της CIA για το θέμα των υδρογονανθράκων του Αιγαίου. Σε μια απόρρητη έκθεσή της που συντάχθηκε το 1984 με την ονομασία «Μνημόνιο», που έχει αποχαρακτηριστεί από τον δημοσιογράφο Μιχάλη Ιγνατίου καλύπτονται όλα τα θέματα της ελληνοτουρκικής διαφοράς, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας από τα 6 στο 12 ν.μ., ο εναέριος χώρος, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και η στρατικοποίηση μερικών ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου.
Για το θέμα της υφαλοκρηπίδας η έκθεση υιοθετεί μια ουδέτερη θέση αποφεύγοντας να ασχοληθεί με την έννοια της ΑΟΖ, αλλά κάνοντας μια πολύ σημαντική και κρίσιμη διαπίστωση, ότι δεν υπάρχουν σημαντικές ποσότητες υδρογονανθράκων στο Αιγαίο Πέλαγος. Από ότι είμαι σε θέση να γνωρίζω, αυτή η αμερικανική θέση δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα.
Τέλος, αυτή η έκθεση της CIA στην σύνοψη των θέσεών της αναφέρει:
«Έτσι, ενώ η διένεξη ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία είναι πιθανότερο να απορρέει από μια στρατιωτική σύγκρουση στη Κύπρο, θα μπορούσε να επεκταθεί στο Αιγαίο και πιθανώς στην Θράκη – μόνο και μόνο γιατί οι Έλληνες αναγνωρίζουν το ευκρινές στρατιωτικό πλεονέκτημα της Τουρκίας σε μια σύγκρουση που θα περιορίζεται μόνο στο νησί. Οι Έλληνες θα έχουν μια μικρή υπεροχή σε εναέριες εμπλοκές στο Αιγαίο και θα κρατήσουν τις θέσεις τους στη θάλασσα. Στα σύνορα με την Θράκη, το πολύ δύσκολο έδαφος θα αντισταθμίσει την υπεροχή της Τουρκίας σε στρατό ξηράς και ο πόλεμος εκεί μάλλον θα τελειώσει με στασιμότητα.»
Από ότι είμαι σε θέση να γνωρίζω, σήμερα η θέση των Αμερικανών έχει μόνο οριακά αλλάξει λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία.
Πρόσφατα, πάντως, είδαμε και κάτι, που δεν περιμέναμε να δούμε το έτος 2018. Ο Αμερικανός Πρέσβης στην Αθήνα να θυμίζει την εποχή , που ήταν πρέσβης στην Ελλάδα ο Τζον Πιουριφόι την τριετία 1950-53 στενός φίλος της τότε βασιλικής οικογένειας. Έτσι βλέπουμε τώρα, με δέος, τον Τζέφρι Πάϊατ να έχει απευθείας επαφή με τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ.
Κάτω από τις σημερινές πολύ κρίσιμες συνθήκες χρειαζόμαστε και τον ελληνισμό της διασποράς για να βοηθήσει απέναντι στη μεγάλη στρατηγική απειλή που αντιμετωπίζουμε εξ Ανατολών. Πράγματι η κινητοποίηση της της διασποράς θα ήταν πολύ χρήσιμη, αλλά η παρέμβασή της στην Ουάσιγκτον δεν προβλέπεται, διότι η ελληνοαμερικανική κοινότητα δεν ενδιαφέρθηκε να ασχοληθεί με την ελληνική ΑΟΖ και να απαιτήσει από την αμερικανική κυβέρνηση να μην εναντιωθεί στην ανακήρυξη της ΑΟΖ από την Ελλάδα. Οι Ελληνοαμερικανοί δεν μοιάζουν στην εβραϊκή κοινότητα, για την οποία το Ισραήλ είναι πιο σημαντικό από την χώρα που τους γέννησε.
Η ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας
Το φάντασμα της ΑΟΖ συνεχίζει να καταδιώκει την Τουρκία. Είναι γνωστό σε όλους ότι η Τουρκία θεωρεί την έννοια της ΑΟΖ τον μεγαλύτερο εχθρό της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα θεωρεί πως τώρα παρουσιάζεται μια μεγάλη ευκαιρία για να δημιουργήσει τετελεσμένα στην ΑΟΖ της Κύπρου και είναι διατεθειμένη να χοντρύνει το παιχνίδι. Καθώς περιφρονεί την UNCLOS, υποστηρίζει ότι η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι έχουν δικαιώματα στην νότια πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υποστηρίζει ότι έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο και ο μόνος τρόπος να το ισχυριστεί αυτό είναι να επιμένει ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει θαλάσσια σύνορα με την Κύπρο. Το οικόπεδο 4 της κυπριακής ΑΟΖ, όμως, δείχνει καθαρά ότι η Κύπρος έχει θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα και επομένως η Τουρκία δεν διαθέτει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι μόνο ο Τάσσος Παπαδόπουλος σήκωσε το ανάστημά του δηλώνοντας ουσιαστικά «εμείς ομιλούμε για ΑΟΖ και τίποτε άλλο», χωρίς ο Ερντογάν να αντιληφθεί τη σημασία της ιδιοφυούς κίνησης της Κύπρου το 2004. Εχει επίσης μεγάλη αξία το γεγονός ότι όλα τα κράτη του κόσμου, εκτός της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Κίνας, έχουν αναγνωρίσει την ΑΟΖ της Κύπρου. Μόνο δύο κράτη παραβιάζουν την ΑΟΖ άλλων κρατών: Κίνα και Τουρκία! Οι Αμερικανοί γνωρίζουν ότι οι Τούρκοι παριστάνουν τους Κινέζους στην Κύπρο και στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος.
Η Κύπρος αντιμετωπίζει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, διότι όταν ένα κράτος οριοθετεί την ΑΟΖ του, πρέπει να προβλέπει και τις παρενέργειες, που μπορεί να προκληθούν και να είναι έτοιμο να την υπερασπιστεί με όλα τα νόμιμα μέσα. Έπρεπε από την εποχή του Τάσσου Παπαδόπουλου να μεριμνήσει για να αποκτήσει κάποια μικρή ναυτική δύναμη και να έχει εξασφαλίσει συμμάχους. Ακόμα και το Ισραήλ δεν σκέφτηκε, όταν άρχισε τις οριοθετήσεις της δικής του ΑΟΖ, να εξασφαλίσει τα θαλάσσια σύνορά του και τώρα τρέχει και δεν προλαβαίνει. Επομένως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να βιαστεί συνάπτοντας στρατιωτικές συμμαχίες.
Το Ισραήλ και η Ε.Ε. αποτελούν αυτή τη στιγμή την άλλη εναλλακτική λύση στήριξης της Κύπρου. Από την πλευρά της, η Ε.Ε. όχι μόνο υπέγραψε την UNCLOS του1982, αλλά και την επικύρωσε την 1η Ιανουαρίου 1998, γεγονός που ενίσχυσε την αρμοδιότητά της σε όλους τους τομείς στους οποίους το Μέρος V της Σύμβασης παρέχει δικαιώματα και υποχρεώσεις στα παράκτια κράτη. Έτσι, σήμερα η κυπριακή ΑΟΖ είναι στην ουσία, επίσης, ΑΟΖ της Ε.Ε. Είναι, επομένως, υποχρέωση της Ε.Ε. να υπερασπιστεί σήμερα την ΑΟΖ ενός κράτους- μέλους της. Βέβαια, γνωρίζοντας την κατάσταση που επικρατεί στην ΕΕ, αυτό αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός.
Αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι η ικανότητα της ΕΕ να δρα ως γεωπολιτικός παίκτης, που αντιλαμβάνεται τις προκλήσεις της εποχής , αλλά δυστυχώς η ουσιαστική έλλειψη κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της Ευρώπης.
Παρακολουθήσαμε επιπλέον και το θλιβερό κατάντημα της φίλης Ιταλίας, που αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων, όταν απέφυγε να στείλει πολεμικά της πλοία για να υπερασπιστεί το ανυπεράσπιστο ερευνητικό γεωτρύπανό της και επέτρεψε στην Τουρκία να το εκδιώξει από την κυπριακή ΑΟΖ, που αποτελεί και ΑΟΖ της ΕΕ.
Τέλος, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Γιλντίριμ χαρακτήρισε την άφιξη της ExxonMobil στην Κύπρο ως προκλητική κίνηση και δεσμεύτηκε ότι η Τουρκία θα ανταποκριθεί σε τέτοιες «προκλήσεις».
Η Αμερική απάντησε αστραπιαία στις απειλές Γιλντίριμ με δήλωση της εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
«Η πολιτική των ΗΠΑ στην ΑΟΖ της Κύπρου υφίσταται από μακρού και δεν έχει αλλάξει, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιήσει τους πόρους της στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της».
Στη συνέχεια όμως έκανε μια παράξενη υπόδειξη όταν ανέφερε:
«Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι οι πόροι πετρελαίου και φυσικού αερίου του νησιού, όπως και όλοι οι πόροι του, θα πρέπει να μοιράζονται δίκαια (equitably) μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης. Αποθαρρύνουμε κάθε ενέργεια ή ρητορική που αυξάνει τις εντάσεις στην περιοχή».
Το θέμα του equity (ευθυδικίας/δικαιοσύνης) έχει μια παλιά ιστορία από την περίοδο της Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Αλλά μετά την παραβίαση της Κυπριακής ΑΟΖ το 2014, ο πρέσβης Ανδρέας Ιακωβίδης, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου, έδωσε μια αποστομωτική απάντηση στους Τούρκους ότι:
«O φυσικός πλούτος μια χώρας ανήκει στη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνησή της και αυτό συμβαίνει παντού στον κόσμο. Δεν εγείρεται θέμα να ανήκει σε «κοινότητες» μόνο στην Κύπρο. Η ΑΟΖ ανήκει σε κράτη, με Κυβέρνηση που τυγχάνει διεθνούς αναγνώρισης ως η Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν είμαι ενήμερος για κανένα προηγούμενο άλλου κράτους όπου οι θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας (τα χωρικά ύδατα, ή συνορεύουσα ζώνη, ή ΑΟΖ, ή ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα) ανήκουν σε εθνότητες ή κοινότητες ή μειονότητες. Παράδειγμα οι γειτονικές μας χώρες όπως η Αίγυπτος, ο Λίβανος, το Ισραήλ, ή μακρινές χώρες όπως η Ινδία, όλες έχουν μειονότητες και όμως δεν εγείρεται θέμα να μην ανήκουν οι ζώνες θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο κράτος και την Κυβέρνησή του.»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επανήλθαν σε κάτι που όχι μόνο δεν βοηθά την σημερινή κατάσταση, αλλά την υπονομεύει. Θα πρέπει η διατύπωση «θα πρέπει να μοιράζονται δίκαια (equitably) μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης» να μην επαναληφθεί.
Σήμερα, σε αυτή την δύσκολη περίοδο, η Κύπρος είναι τυχερή που διαθέτει έναν πολύ ικανό Υπουργό Εξωτερικών. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι βαθύς γνώστης των θεμάτων της ΑΟΖ και χειρίζεται με δεξιότητα τις τελευταίες εξελίξεις και εντυπωσίασε με τις θέσεις του τους διπλωμάτες του ΥΠΕΞ της Ελλάδας κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα.
Έρχονται οι Αμερικανοί για να μας προστατέψουν
Είμαστε λαός της υπερβολής. Πιστέψαμε ότι οι Αμερικανοί έστειλαν το πιο μοντέρνο αεροπλανοφόρο τους για να διώξουν τους Τούρκους από την Κυπριακή ΑΟΖ και πανηγυρίζουμε!
Σύντομα αναμένονται στην Κύπρο δύο ερευνητικά πλοία της ExxonMobil για να εξερευνήσουν την περιοχή του οικοπέδου 10. Αργότερα, πολύ αργότερα, κατά τον Οκτώβρη θα στείλουν και γεωτρύπανο σε αυτό το οικόπεδο για να τρυπήσει τον βυθό της περιοχής, με πιθανότητα να βγάλει παρόμοιο χρυσάφι σαν αυτό του κοιτάσματος Zohr των Αιγυπτίων. Η UNCLOS προβλέπει καθαρά τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν, που είναι με τη σειρά prospecting, exploring και exploiting (αναζήτηση, εξερεύνηση και εκμετάλλευση).
Να είστε σίγουροι ότι οι θρασύδειλοι Τούρκοι δεν θα κάνουν τον τσαμπουκά στους Αμερικανούς και απλά θα ανακοινώσουν ότι δεν παρεμβαίνουν, διότι το οικόπεδο 10 δεν τους ανήκει. Μάλιστα αρκετές φορές έχουν αναφέρει ότι αυτό ανήκει στην Αίγυπτο.
Όπως έγραψε ο Πέτρος Μηλιαράκης:
«Μια ψύχραιμη παρατήρηση των τελευταίων γεγονότων δείχνει, ότι όταν ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ερντογάν… «αναπολεί» τα τετραγωνικά χιλιόμετρα εδαφών που είχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν εκδηλώνει τίποτα ολιγότερο παρά τη βουλιμία της Τουρκίας να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη μιας εποχής που παρήλθε, παρήκμασε και ηττήθηκε οριστικώς και αμετακλήτως!».
Η Ελλάδα, ίσως είναι το μόνο κράτος στον κόσμο που δεν χρειάζεται αεροπλανοφόρα, διότι διαθέτει τα καλύτερα αεροπλανοφόρα στον κόσμο τα δεκάδες νησιά της που είναι απλωμένα σε όλο το Αιγαίο Αρχιπέλαγος!
Επίλογος
Δεν χρειάζεται να γίνεται μια υψηλού επιπέδου γεωπολιτική ανάλυση της Ανατολικής Μεσογείου. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Οι θάλασσες της Τουρκίας δεν διαθέτουν υδρογονάνθρακες! Γι’ αυτό για δεκαετίες τώρα προσπαθούν να αρπάξουν θάλασσες από την Κύπρο και την Ελλάδα.
Επτά εκλεγμένοι από τον ελληνικό λαό Πρωθυπουργοί, προηγήθηκαν του Αλέξη Τσίπρα. Ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πάλι ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Σημίτης, ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς και κανείς δεν τόλμησε να ανακηρύξει ΑΟΖ όλα αυτά τα τελευταία 36 χρόνια.
Εάν η πρώτη φορά αριστερά με το ¨ηθικό πλεονέκτημα» αποφασίσει να ανακηρύξει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, θα γράψει ιστορία και, τουλάχιστον, θα αφήσει πίσω της μία κληρονομιά που θα τη θυμούνται αρκετές γενιές αργότερα. Θα είναι μεγάλη τιμή και δόξα για τον Έλληνα πρωθυπουργό να ακολουθήσει τα βήματα του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, που όπως πολλές φορές έχω υπογραμμίσει, διαθέτοντας μόνο τέσσερα τανκς και δύο ελικόπτερα, δεν δίστασε να ανακηρύξει την Κυπριακή ΑΟΖ το 2004! Όπως είπε κάποτε ο Πρόεδρος Ρούσβελτ «we have nothing to fear but fear itself».
Σύντομη αποκλειστική συνέντευξη του Ναυάρχου Ε.Α. Δημητρίου Τσαιλά στο new-economy.gr για τα πρόσφατα τεκταινόμενα μετα τις εξελίξεις στις ΗΠΑ με την αντικατάσταση του ΥΠΕΞ.
Ναύαρχε σας ευχαριστούμε για την συνέντευξη. Πριν πάμε στα τρέχοντα, ποιά εκτιμάτε ότι ειναι η σημαντικότερη εξέλιξη που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη παγκοσμίως και ο νέος Αμερικανός ΥΠΕΞ και η Ελλάς καλείται να αντιμετωπίσει;
Πριν από μια εικοσαετία, η Ευρώπη και η Δύση γενικότερα απολάμβανε αναμφισβήτητα την καλύτερη στιγμή της στην πρόσφατη ιστορία καθώς: Τόσο η ΕΕ όσο και το ΝΑΤΟ ακολουθούσαν μια μάλλον αλαζονική στρατηγική ολοκλήρωσης και διεύρυνσης, ακόμη και σε χώρες που στο παρελθόν ήταν ζωτικός χώρος του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Στην ΕΕ, εγκρίθηκε ένα φιλόδοξο σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης, καθώς και Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Οι ΗΠΑ ήταν στο απόγειο της “παντοδυναμίας” τους, έχοντας ανατρέψει τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και τον Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Η Ευρώπη δεν ήταν ποτέ τόσο ευημερούσα, απολαμβάνοντας ασφάλεια και ελευθερία. Ο σημερινός όμως κόσμος χαρακτηρίζεται από αύξηση της αβεβαιότητας και της αστάθειας, τόσο στο εσωτερικό περιβάλλον των χωρών όσο και σε διεθνές επίπεδο. Είμαστε αντιμέτωποι με μια ριζική αναθεώρηση, διότι όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν ακόμη η μοναδική στρατιωτική υπερδύναμη παγκοσμίως, δεν ακολούθησαν μια συνεκτική και συνετή στρατηγική εξωτερικής πολιτικής, μετά από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, και διαδραμάτισαν ηγεμονικό ρόλο ενεργώντας δαπανηρούς πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αυτή η εμπειρία κάνει την Ουάσινγκτον σήμερα, πιο απρόθυμη να αναλάβει κινδύνους και περισσότερο αντιδραστική από κάθε άλλη φορά από τη δεκαετία του 1930. Προσθέστε μια πιο δυναμική και εξωστρεφή Κίνα, μια ανασφαλή και αγανακτισμένη Ρωσία, μια όλο και πιο ασταθή Μέση Ανατολή, μια διακεκαυμένη Αφρική και την Ευρώπη να εξακολουθεί να αναζητά τη μοίρα της, έχοντας όλο και πιο εριστική σχέση με τις ΗΠΑ, που ήταν από τους παραδοσιακούς συμμάχους, ταράζοντας τα θεμέλια της παγκόσμιας τάξης που γνωρίζαμε, ξεφλουδίζοντας την παγκόσμια ασφάλεια κομμάτι κομμάτι. Σ’ αυτό το “γεωπολιτικό εργόχειρο” αν διαπλέξουμε το άγχος που προκαλείται από τις εθνοτικές και θρησκευτικές διαμάχες, καθιστά πιο δύσκολα τα θέματα για όποια κυβέρνηση, ώστε να αγνοήσει τα προβλήματα των γειτόνων της. Μπορεί οι προκλήσεις να είναι παγκόσμιες, αλλά οι απαντήσεις παραμένουν τοπικές.
Πώς θα περιγράφαμε με μια λέξη τη νέα κατάσταση;
Την τελευταία εικοσαετία ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά, και το γεωπολιτικό πεδίο παρουσιάζει μια καινοφανή μεταβλητότητα, έτσι που η συνολική επανεκτίμηση είναι επιβεβλημένη. Τα πενιχρά αποτελέσματα (αν όχι η προφανής αποτυχία) των υφιστάμενων διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων του σήμερα, δείχνει ότι η τρέχουσα κατάσταση έχει πάρει το δρόμο προς τον γκρεμό. Το τέλος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου εμφάνισε αναπόφευκτα μια μεταβατική περίοδο με τεκτονικές αναταράξεις στις οποίες η Δύση αδιαφόρησε έδειξε ολιγωρία και εφάρμοσε κοντόφθαλμες πολιτικές. Είναι πολύ δύσκολο να προβλεφτεί τι θα επακολουθήσει. O κόσμος μας, έχει εισέλθει σε μια φάση που θα τολμούσα να την ονομάσω, “φάση της γεωπολιτικής δημιουργικής καταστροφής”. Ειναι κατι που μοιάζει με εκείνο που ο Σουμπέτερ ειχε χρησιμοποιησει στα οικονομικα. Δημιουργειται κατι καινουργιο μεσα απο τον μετασχηματισμο του παλιου που ομως θα εχει καποιο βραχυπρόθεσμα αρνητικό αντικτυπο. Για όλους τους παραπάνω λόγους μπορούμε να πούμε ότι παγκόσμια τάξη πραγμάτων βρίσκεται προ μιας διάλυσης βάζοντας τέλος στον πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό ανταγωνισμό της Ανατολής-Δύσης. Η καθοδηγούμενη από τη Δύση, φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη που προέκυψε στην αυγή της δεκαετίας του 1990 βιώνει τώρα πολύπλευρους μετασχηματισμούς, παρά τη φαινομενική σταθερότητα της. Αυτή η παρουσία έχει αποδυναμωθεί, ακόμη και αν εξακολουθεί να εμφανίζεται εδραιωμένη μέσω φαινομενικά καθολικής αποδοχής των πολιτικών και οικονομικών αξιών καθώς και των θεσμών της. Εκτιμάται ότι μια “δημιουργική καταστροφή” θα είναι μια φυσική διαδικασία. Δεν είναι η καταστροφή που πρέπει να μας ανησυχεί. Η ανησυχία είναι ότι αυτό που δημιουργήθηκε παραμένει πολύ αμφίβολο αν θα επιβιώσει.
Tο παλιό όπως το γνωρίζουμε τελείωσε. Το νέο γεννιέται με πολλές οδύνες βέβαια. Πώς θα γίνει η μοιρασιά της επιρροής, είναι αυτη τη στιγμη αβέβαιο, όμως πιστεύω όσο ποτέ άλλοτε απαιτείται να βρισκόμαστε στην ΕΕ και ΝΑΤΟ. Τα πειράματα με Ρωσία δεν μας βγαίνουν σε καλό.
Τι σηματοδοτεί η αλλαγη στις ΗΠΑ του ΥΠΕΞ; Mπορει να αξιοποιηθει απο Ελλαδα και πως;
Οι στρατιωτικοί είναι λιγότερο επιρρεπείς σε πολεμικές επιχειρήσεις. Μάλλον καλό είναι για εμάς.
Διότι ως στρατιωτικός θα μπορεί να συνεννοηθεί απ’ ευθείας μέσω ΝΑΤΟ με τους στρατιωτικούς καθώς η πολιτική της Ελλάδας τους φέρνει αλλεργίες, λόγω των ιδεολογικών ιδιαιτεροτήτων της που είναι ακατανόητη για τα δικά τους δεδομένα. Μάλιστα μπορεί να χειριστεί τα θέματα με στρατηγική κουλτούρα, που πιστεύω μας αναβαθμίζει. Διότι γνωρίζει τα ζητήματα της Τουρκίας.
Τι μπορεί αυτό να σημαίνει αναφορικά με την Λαική Δημοκρατία Κορέας;
Νομίζω ότι το θέμα Κορέας θα λήξει σύντομα. Φαίνεται να πήραν απόφαση οι τρεις, ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα και πλέον οδεύει προς λύση.
(O Ναύαρχος Δ. Τσαιλάς δίδαξε, μεταξύ άλλων, επι σειρά ετων στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως και της Στρατηγικής και Ασφάλειας σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου).
Physicist Stephen Hawking sits on stage during an announcement of the Breakthrough Starshot initiative with investor Yuri Milner in New York April 12, 2016. (Lucas Jackson/Reuters)
Stephen W. Hawking, the British theoretical physicist who overcame a devastating neurological disease to probe the greatest mysteries of the cosmos and become a globally celebrated symbol of the power of the human mind, has died at his home in Cambridge, England. He was 76.His family announced the death but did not provide any further details.
Unable to move a muscle, speechless but for a computer-synthesized voice, Dr. Hawking had suffered since the age of 21 from a degenerative motor neuron disease similar to amyotrophic lateral sclerosis, or Lou Gehrig’s disease.
Initially given two years to live, a diagnosis that threw him into a profound depression, he found the strength to complete his doctorate and rise to the position of Lucasian professor of mathematics at the University of Cambridge, the same post held by Isaac Newton 300 years earlier.
Dr. Hawking eventually became one of the planet’s most renowned science popularizers, and he embraced the attention, traveling the world, meeting with presidents, visiting Antarctica and Easter Island, and flying on special “zero-gravity” jet whose parabolic flight let Dr. Hawking float through the cabin as if he were in outer space.
“My goal is simple,” he once said. “It is complete understanding of the universe, why it is as it is and why it exists at all.” He spent much of his career searching for a way to reconcile Einstein’s theory of relativity with quantum physics and produce a “Theory of Everything.”
He wrote an international best seller, “A Brief History of Time” (1988), which delved into the origin and ultimate fate of the universe. He deliberately set out to write a mass-market primer on an often incomprehensible subject.
Although the book was sometimes derided as being dense, and had a reputation for being owned more than read, it sold millions of copies, was translated into more than 20 languages, and inspired a mini-empire of similar books from Dr. Hawking, including “The Universe in a Nutshell” and “A Briefer History of Time.”
With his daughter, Lucy, he wrote a series of children’s books about a young intergalactic traveler named George. His blunt 2013 memoir, “My Brief History,” explored his development in science as well as his turbulent marriages. In addition, Dr. Hawking was the subject of a 1991 documentary, “A Brief History of Time,” directed by Errol Morris, and countless newspaper and magazine articles.
With the aid of a voice synthesizer, controlled by his fingers on a keyboard, he gave speeches around the world, from Chile to China. He played himself on such TV programs as “Star Trek: The Next Generation” and “The Simpsons,” the latter featuring Dr. Hawking telling the show’s lazy animated patriarch, “Your theory of a doughnut-shaped universe is interesting, Homer. I may have to steal it.”
He insisted that his reputation as the second coming of Albert Einstein had gotten out of control through “media hype.”
“I fit the part of a disabled genius,” he told the Los Angeles Times in 1990. “At least, I’m disabled — even though I’m not a genius like Einstein. … The public wants heroes. They made Einstein a hero, and now they’re making me a hero, though with much less justification.”
Turkey may escalate the tension with its NATO neighbor in a move to display its displeasure over NATO’s — namely Washington’s — stance on Syrian Kurdish groups.
REUTERS/Costas Baltas
Greek Prime Minister Alexis Tsipras meets with Turkish President Recep Tayyip Erdogan at the Maximos Mansion, Athens, Greece, Dec. 7, 2017.
ATHENS, Greece — Arriving in Athens this month, I never thought I would find myself in an atmosphere reminiscent of the troubled 1980s. At that time, I was a frequent visitor to Greece and I followed the country’s elections, when Greek politicians were riding anti-Turkey sentiments among the public for political gain.
The sources of conflict between the two NATO neighbors were numerous: the delineation of the Aegean Sea continental shelf; the delimitation of territorial waters; an airspace dispute; minority rights; and, above all, the Cyprus issue. Turkey and Greece had come to the brink of war in 1996 over several islets off the Aegean coast. Both sides claimed dominion over the islets. The administration of President Bill Clinton averted a possible war with the skillful diplomacy of now-deceased diplomat Richard Holbrooke.
However, since 1999, Turkish-Greek relations have warmed to the extent that, although no single issue was resolved, the prevailing sentiment was that Turkey and Greece could exist amicably in the Eastern Mediterranean, despite all the bilateral conflicts.
This sentiment dramatically changed March 1 when two Greek soldiers strayed across the Turkish border during a patrol and were detained by Turkish authorities. A new page has now opened in bilateral relations, placing us back at square one, just as we were in the ’80s.
From the Greek perspective, the trespassing was accidental and usual; there was no reason to make a big fuss about it. From the Turkish perspective, it was a violation of Turkish borders, an intrusion into a sensitive military zone and possibly an act of espionage that has to be assessed by the “independent Turkish judiciary,” according to Turkey’s state-owned Anadolu news agency.
I arrived in Athens just hours after the incident. The taxi driver who drove me to the city center muttered the most banal and eternal cliche of bilateral relations: “The people of Turkey and Greece are siblings. We have no problems. It is the goddamn politics and politicians,” he said after learning I’m from Turkey.
However, the narrative of the 1980s was seemingly back. Busy with its military operation in Afrin, Syria, and its charged domestic political agenda, Turkey is not aware of the heightened worries in Greece over the future of relations with Turkey. To the Greeks, President Recep Tayyip Erdogan is a reincarnation of an Ottoman sultan who is trying to revive the dream of recovering the lost empire — and that means territorial expansion via military aggression.
The Turkish military operation in Syria, and the parlance adopted vis-a-vis Greece, serve as a self-fulfilling Greek prophecy in this respect. A prominent architect based in Greece told me that she is very much tormented by the feeling that Erdogan’s Turkey may attack Greece in the future because “he feels himself a sultan and thus is obliged to act in the way his forefathers acted,” she said.
This is becoming a commonplace sentiment in Athens. Notis Papadopoulos, a columnist at the prestigious Greek daily Kathimerini, put that sentiment into words in a more sophisticated manner in his March 9 commentary. He wrote, “Greece has suddenly found itself facing a crisis in the Aegean against a Turkish President Recep Tayyip Erdogan who keeps adding fuel to the fire on every front. Turkey has rammed a Greek patrol boat near the Imia islets and prevented drilling in Cyprus’s exclusive economic zone, and now it is sending to trial two Greek soldiers in an unnecessary escalation of a commonplace incident on the Greek-Turkish border.”
Papadopoulos criticized the government of Prime Minister Alexis Tsipras for engaging in harsh polemics against domestic political rivals instead of demonstrating true leadership to “unite the Greek people behind a common cause.”
Tsipras’ main rival, Kyriakos Mitsotakis, the leader of the main opposition party New Democracy, lashed out at the Greek prime minister because of his cautious attitude against Turkey during a March 8 parliamentary speech.
“The threat from the East” was a widely used phrase coined by Andreas Papandreou, a titan of Greek politics in the 1980s who politically benefited from his anti-Turkey rhetoric. Although I have not heard the phrase during my recent visit, the situation could provoke a revival of it.
Greek legislative elections are expected to be held in 2019. It is a foregone conclusion that it will be a very tight race between incumbent Tsipras and Mitsotakis. In such an atmosphere, the issue of Turkey will occupy a central place on Greece’s domestic political agenda.
Columnist Costas Iordanidis voiced the same sentiment in the Kathimerini newspaper. “We are a nation of orators, of bombastic pundits, and occasionally also of heroic outbursts that leave the universe speechless,” he wrote March 9. “Even though Greece was a creation of European diplomacy, nothing would have been achieved without the War of Independence against the Ottoman Empire. We should never forget this.”
Thus, the near future indicates at least an escalation of hostile verbal intercourse. Some also voice concern that Erdogan might escalate the Aegean conflict with Greece to show its displeasure over NATO’s — namely, Washington’s — stance on Syrian Kurdish groups.
Any friction between Turkey and Greece would inevitably become a NATO problem. Moreover, Greece, an EU member, could serve as a transition country for Turkey — not only for the refugees Turkey holds as a trump card in its relations with the EU, but also for Turkey’s misgivings about the West.
For an increasingly nationalist Turkish regime, which needs animosity and even confrontational relations with the West to consolidate its support, a confrontation with Greece, given its deep historical background, is functional.
The detention and arrest of the two Greek soldiers was not an isolated incident. Turkish-Greek relations are more than bilateral; they are a function of Turkish interaction with the Western world. Yet this does not alleviate rising Greek worries about a dangerous escalation between the two sides of the Aegean.
Cengiz Candar is a columnist for Al-Monitor’s Turkey Pulse. A journalist since 1976, he is the author of seven books in the Turkish language, mainly on Middle East issues, including the best-seller Mesopotamia Express: A Journey in History. Currently, he is a Distinguished Visiting Scholar at the Stockholm University Institute of Turkish Studies (SUITS). On Twitter: @cengizcandar
Ο πρόεδρος Τραμπ αντικατέστησε τον υπουργό εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον, έναν ήπιο, μετριοπαθή και σοβαρό υπουργό, με τον μέχρι τώρα αρχηγό της CIA Μάικ Πομπέο. Η αντικατάσταση δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Ο Ρ. Τίλερσον στην κλιμάκωση της αμερικανο-βορειοκορεατικής κρίσης είχε χαρακτηρίσει, σύμφωνα με το NBC, ηλίθιο τον Αμερικανό πρόεδρο και αυτό βεβαίως ο Ν. Τραμπ δεν το ξέχασε.
Αποδείχθηκε πως αναζητούσε το κατάλληλο πρόσωπο και την κατάλληλη ευκαιρία για να αντικαταστήσει τον Ρ. Τίλερσον. Οι αρχικές σχέσεις Τραμπ – Τίλερσον ήταν καλές. Ο Ρ. Τίλερσον διετέλεσε πρόεδρος του αμερικανικού κολοσσού Exxon Mobil. Ποιος άραγε να είναι ο λόγος της αντικατάστασης; Είναι απλώς ο χαρακτηρισμός ως «ηλιθίου» του Αμερικανού προέδρου από τον υπουργό του, ή ο τρόπος που ασκούσε τα καθήκοντά του ο Ρ. Τίλερσον και κυρίως οι θέσεις του;
Κατά μία άποψη ο Ρ. Τίλερσον θα εξυπηρετούσε με την παρουσία του τον Ν. Τραμπ. Ο αμετροεπής, αλαζονικός, χαοτικός χαρακτήρας του Αμερικανού προέδρου θα μπορούσε να εξισορροπηθεί από έναν χαμηλών τόνων και μετριοπαθή υπουργό Εξωτερικών. Γιατί άραγε τον άλλαξε;
Είναι πιθανό ο Ν. Τραμπ να προέβη στην αλλαγή αυτή λόγω της πολιτικής που ακολουθούσε ο Ρ. Τίλερσον. Που σημαίνει ότι απέναντι σε μια μετριοπαθή και χαμηλών τόνων πολιτική ο Ν. Τραμπ επιλέγει μια πιο δυναμική παρουσία των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή. Και αυτό σημαίνει πολλά και στην αμερικανική ανάμειξη στη Μέση Ανατολή αλλά και στον τρόπο αντιμετώπισης του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν. Το στυλ Τραμπ δεν συνάδει με τις συνεχείς προσβολές προς τις ΗΠΑ από τον Τούρκο πρόεδρο. Ο Ν. Τραμπ δεν ελέγχει, ακόμη, κέντρα εξουσίας των οποίων η πολιτική επηρεάζεται από το αμερικανικό κατεστημένο το οποίο διαμορφώθηκε τα τελευταία πολλά χρόνια.
Να περιμένουμε αλλαγές στην αμερικανική πολιτική; Μάλλον, ναι.
Ο Τραμπ είπε στους δημοσιογράφους την Τρίτη ότι αποφάσισε την αντικατάσταση του Τίλερσον εδώ και καιρό διότι διαφωνούσαν για τη στρατηγική των ΗΠΑ σε μια σειρά θεμάτων κλειδιά, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η προσέγγιση με τη Βόρεια Κορέα και ο τόνος της αμερικανικής διπλωματίας. Ο Τίλερσον ανήκε επίσης στην ομάδα των Αμερικανών πολιτικών που υποστήριζαν πως η Ρωσία αναμίχθηκε στις αμερικανικές εκλογές, κάτι που ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρόεδρο Τραμπ. Οι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν πως ο Τραμπ επιδιώκει με την πολιτική του μια προσέγγιση και συνεννόηση με τη Ρωσία για τη διαχείριση των διεθνών προβλημάτων.
Σε μια τέτοια εξέλιξη είναι ευνόητο πως και τα περιθώρια του Ερντογάν να κινείται μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας θα περιοριστούν. Έτσι, δύο γεγονότα θα αναδιαμορφώσουν το παιχνίδι και στη Μέση Ανατολή αν και περιμένουμε να δούμε το πρώτο δείγμα γραφής του νέου Αμερικανού ΥΠΕΞ. Τα δύο αυτά γεγονότα είναι η νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική και η είσοδος του τουρκικού στρατού βαθιά στο Αφρίν. Ακόμη και αν καταληφθεί το Αφρίν από την Τουρκία, το ερώτημα που θα προβάλει την επόμενη ημέρα είναι τι θα έχει πετύχει και, κυρίως, τι θα κάνει στη συνέχεια. Θα υποστεί βεβαίως έναν ανταρτοπόλεμο από έμπειρες σε αυτού του είδους τη μάχη κουρδικές δυνάμεις, αλλά αυτό θα είναι το μικρότερο κακό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να ανέχθηκαν την τουρκική εισβολή στο Αφρίν, δεν θα επιτρέψουν όμως την προώθηση των τουρκικών δυνάμεων προς την Μανπίτζ, πόλη ανατολικότερα που κατέχουν οι Κούρδοι και στην οποία βρίσκονται και αμερικανικές δυνάμεις. Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία διέρρευσε πως η αμερικανοτουρκική επιτροπή που συνεδρίασε για να αναζητήσει τρόπους βελτίωσης των σχέσεων των δύο χωρών αποφάσισε να υπάρξει συντεταγμένη εκκένωση της Μανπίτζ, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε πως οι σχέσεις της χώρας του με τις ΗΠΑ βρίσκονται στο σημείο της κατάρρευσης.
Φαίνεται πως η ανοχή της διεθνούς κοινότητας προς την προκλητική συμπεριφορά του Ερντογάν έχει εξαντληθεί και, σε περίπτωση που υπάρξει αμερικανορωσική προσέγγιση, ο Τούρκος πρόεδρος θα βρεθεί σε πολύ δυσάρεστη θέση.
Το κλίμα, γενικότερα, δεν είναι ευνοϊκό γι αυτόν αφού οι Αμερικανοί δια της εκπροσώπου τους στον ΟΗΕ δήλωσαν πως αν χρειαστεί, θα επέμβουν περισσότερο στη Συρία κατά των δυνάμεων του καθεστώτος. Μια μεγαλύτερη αμερικανική εμπλοκή στη χώρα αυτή δεν είναι καθόλου ευνοϊκή εξέλιξη για την Τουρκία. Δεν αποκλείεται, ο Άσαντ να είναι το πρόσχημα για την αποστολή ενός μηνύματος της Ουάσινγκτον προς την Άγκυρα. Υπενθυμίζεται πως ο Τ. Ενρτογάν σε έναν παροξυσμό της αλαζονείας του είχε αναρωτηθεί, απευθυνόμενος προς τους Αμερικανούς, εάν έχουν αισθανθεί τι σημαίνει οθωμανικό χαστούκι.
Ένα άλλο πεδίο στο οποίο θα δοκιμαστούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι η επικείμενη έλευση του πλοίου της Exxon Mobil στην κυπριακή ΑΟΖ και ο τρόπος που θα το αντιμετωπίσει το ναυτικό της Τουρκίας. Επίσημοι της χώρας που εκφράζουν τον Ερντογάν προκάλεσαν και πάλι τους Αμερικανούς. Θα δούμε τις επόμενες ημέρες τι θα συμβεί, αν και όλα προδικάζουν πως η Τουρκία θα μεταβληθεί στην στρίγγλα που έγινε αρνάκι. Αλλά και στο ΝΑΤΟ το κλίμα δεν είναι καθόλου καλό για την Άγκυρα. Τα δημοσιεύματα σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και δεξαμενές σκέψεις για έξοδο της Τουρκίας από τη Συμμαχία πληθαίνουν, αν και η Δύση επιθυμεί να απαλλαγεί από τον Ερντογάν αλλά να κρατήσει τη χώρα στη Δυτική Συμμαχία.
Μια αντικατάσταση του Τούρκου προέδρου θα οδηγήσει σε κάποια ηρεμία την ένταση στην περιοχή, αλλά τα αμερικανικά σχέδια για τις μεσανατολικές εξελίξεις, στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχει το μέλλον των Κούρδων και της δημιουργίας κρατικής υπόστασής τους, δεν θα εγκαταλειφθούν. Η δημιουργία κουρδικού κράτους είναι νομοτελειακή εξέλιξη για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και η προσπάθεια αυτή θα συνεχιστεί, όσες δυσκολίες και αν συναντήσει. Η αντίστροφη μέτρηση για τον Ερντογάν και την τουρκική αλαζονεία έχει αρχίσει. Και αυτό, θα επηρεάσει θετικά και την Ελλάδα.