Αρχική Blog Σελίδα 2836

Ρωσία, Κούρδοι και Αμερικανοί.

7

Ο συνομιλητής μας είναι ένας από τους κορυφαίους τουρκολόγους στο φημισμένο ΙμΓκεΜο, το περίφημο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας. Προσπαθώ να τον αιφνιδιάσω κάπως με την ευθύτητα της ερώτησής μου: “Γιατί δώσατε στην Τουρκία το πράσινο φως να καταλάβει το Αφρίν;”

Αλλά δεν αιφνιδιάζεται καθόλου και μου απαντά με μια ερώτηση κι αυτός: “Γιατί υπάρχουν είκοσι αμερικανικές βάσεις στις περιοχές που ελέγχουν οι Κούρδοι;”

“Η κουρδική ηγεσία έκανε τις επιλογές της. Δεν γίνεται να τόχεις δίπορτο. Και με τους μεν και με τους δε”, μου λέει, αφού προηγουμένως με αφήσει ευγενικά να διατυπώσω της επιφυλάξεις και τα ερωτηματικά μου, υψώνοντας τους ώμους του σε κάτι που φαίνεται να σημαίνει “τι να σου κάνω εγώ;”, ο φιλόσοφος Αλεξάντρ Ντούγκιν, ιδρυτής μιας από τις σχολές γεωπολιτικής που επηρέασαν τη μετασοβιετική και μεταγελτσινική Ρωσία.

Αλλά δεν πρόκειται για μεμονωμένες φωνές. Είναι η γενική ομοφωνία που επικρατεί τώρα στον κρατικό μηχανισμό και στο πολιτικό προσωπικό της Ρωσίας αναφορικά με τη Συρία, την Τουρκία και τους Κούρδους και οποιεσδήποτε αναφορές γενικότερης ή μακροχρόνιας σημασίας, δεν πιάνουν πολύ τόπο απέναντι σε αυτό που η Μόσχα εκτιμά ως κύρια προτεραιότητά της. Και που δεν είναι άλλη από το να αντιμετωπίσει αυτό που η ίδια αντιλαμβάνεται ως γενική προετοιμασία μιας μείζονος επέμβασης των ΗΠΑ στη Συρία, που εγκυμονεί ακόμα και τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης Αμερικανών και Ρώσων.

“Προτείναμε στους Κούρδους να πάνε συριακά και μαζί και ρωσικά στρατεύματα στις περιοχές τους, αλλά δεν το δέχθηκαν. Για ποιό λόγο να υποστηρίξουμε ένα ψευτο-ανεξάρτητο κουρδικό προτεκτοράτο των ΗΠΑ και του Ισραήλ”, μας λέει υψηλά ιστάμενος Ρώσος παρατηρητής, που δεν κρύβει την ευαρέσκεια της Μόσχας για το επίπεδο συνεργασίας και συντονισμού ακόμα που έχει σήμερα τόσο με την ‘Αγκυρα, όσο και με την Τεχεράνη.

Ακριβώς επειδή το Κρεμλίνο φοβάται ότι οι Αμερικανοί ετοιμάζουν μείζονα επέμβαση στη Συρία το ρωσικό Γενικό Επιτελείο προέβη σε εξαιρετικά ασυνήθιστη για τα ρωσικά δεδομένα ενέργεια, μέσα σε λίγες ημέρες, παρεμβαίνοντας δημόσια δύο φορές, τη μία δια στόματος του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, που είπε ότι θα πληγούν από τις δυνάμεις του αμερικανικές δυνάμεις που τυχόν θα πλήξουν σημεία όπου βρίσκεται ρωσικό προσωπικό και τη δεύτερη όταν υπογράμμισε ότι έχουν εντοπιστεί κινήσεις προετοιμασίας αμερικανικού στρατιωτικού πλήγματος.

Αυτός είναι και ο λόγος, υποστηρίζουν άριστα πληροφορημένοι διπλωματικοί παρατηρητές στη Μόσχα, που ο Πρόεδρος Πούτιν αναφέρθηκε στα νέα πυρηνικά όπλα της Ρωσίας, αλλά και εξήγησε αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους θα αναγκαστεί να τα χρησιμοποιήσει αν η χώρα του ή οι “σύμμαχοί” της δεχθούν επίθεση.

“O Πούτιν δεν πιστεύει ότι μπορεί να κερδηθεί πυρηνικός πόλεμος. Αλλά δεν σκοπεύει να μείνει στην ιστορία ως ο Πρόεδρος που δίστασε να υπερασπιστεί τη χώρα του”, λέει παρατηρητής στη Μόσχα.

Απομένει βέβαια να δούμε πως “διαβάζει” η Ουάσιγκτων και οι στρατηγοί, γύρω από τον Τραμπ, αυτά τα “σήματα” που εκπέμπονται τώρα από τη Μόσχα.

Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος,
Μόσχα, 21.3.2018

Για πόσο καιρό θα ανέχονται οι Αμερικανοί τον Ερντογάν: Κοντά η ώρα της μεγάλης κρίσης

2

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

File Photo: US President Donald J. Trump (C), alongside Vice President Mike Pence (L) and Secretary of Commerce Wilbur Ross (R) in the Diplomatic Room of the White House in Washington, DC, USA. EPA, JIM LO SCALZO MARCH 26, 2018

Η υπόθεση της ομηρίας των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, μπορεί να αποδειχθεί ο καταλύτης για να επικρατήσει η ενότητα στα εθνικά θέματα, τα οποία έχουν τεθεί σε κίνδυνο λόγω της επιθετικότητας του προέδρου της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν.

Για πρώτη φορά χθες, ίσως λόγω και της εθνικής επετείου, τα πράγματα ηρέμησαν στο πολιτικό σκηνικό, και όλοι οι παράγοντες του τόπου έδειξαν ενωμένοι αναφορικά με την Τουρκία και τις απειλές της εναντίον νησιών του Αιγαίου και της κυπριακής ΑΟΖ.

Φαίνεται ότι το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τη σύλληψη των στρατιωτικών, και ενώ στην αρχή «γέννησε» περαιτέρω προβλήματα, είναι η αιτία για να επιχειρηθεί να εξευρεθεί μία κοινή γραμμή αντιμετώπισης της Τουρκίας και του ακραία επιθετικού Ταγίπ Ερντογάν.

Ο τελευταίος ξύνεται στη βέργα του βοσκού, όπως λένε στην Κύπρο και την Κρήτη, αλλά έχει σχέδια και στόχους εναντίον της Ελλάδας στο Αιγαίο και της Κύπρου στην κυπριακής ΑΟΖ.

Το προηγούμενο διάστημα ασχολούμασταν με αυτές τις απειλές, με τον γνωστό τρόπο: Τσακωνόμαστε μεταξύ μας για το ποιος μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα την Τουρκία, αντί να καθίσουμε σε ένα τραπέζι, όλοι μαζί και όσοι πιστεύουμε στη δύναμη του Ελληνισμού, για να εκπονήσουμε σχέδια αποτροπής τετελεσμένων, που επιδιώκει η ισλαμική κυβέρνηση του κ. Ερντογάν.

Το τελευταίο διάστημα όλο και περισσότεροι στην Ελλάδα και την Κύπρο νοιώθουν την ανάσα της τουρκικής επιθετικότητας. Άλλωστε, ο Ταγίπ Ερντογάν, γνωρίζει να αντιπαρατίθεται σε όλα τα μέτωπα. Με ποιον δεν τα έχει βάλει; Από την Αμερική και την Ευρώπη, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, μέχρι και τη μικρή Κύπρο.

Αναφορικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τα έχει βάλει με όλους και με όλα. Ένα μέτωπο κλείνουν οι συνεργάτες του και άλλο ανοίγει ο πλανητάρχης. Είναι ασυγκράτητος με όσους πιστεύει ότι αντιστρατεύονται τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα. Δεν υποχωρεί εάν δεν κερδίσει είναι το σύνθημα του.

Μέχρι τους Βρετανούς κατηγόρησε στο παρελθόν, οι οποίοι είναι πιο πιστοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών. Με βάση τα ανωτέρω, πολλοί αναλυτές στην Αμερική αναζητούν τους λόγους για τους οποίους, ειδικά ο κ. Τραμπ, δείχνει τόση υπομονή με τον ισλαμιστή ηγέτη της Τουρκίας.

Υπάρχει περίπτωση, μία άλλη σύμμαχος χώρα, να επέλεγε μία «μαλακή» κριτική των Ην. Πολιτειών και να μην άκουγε τα εξ’ αμάξης; Ούτε μία στο εκατομμύριο. Ενώ με την Τουρκία οι Αμερικανοί αναζητούν κάποιο τρόπο για να κρατήσουν ενεργή τη διμερή σχέση και να μην σπάσουν τη στρατηγική.

Ακόμα και αν οι Τούρκοι φαίνεται ότι δίνουν μυστικά του ΝΑΤΟ στους Ρώσους. Αναλυτές και δημοσιογράφοι στις ΗΠΑ, δείχνουν να έχουν ξεγράψει τον Ταγίπ Ερντογάν ως σύμμαχο της Αμερικής. Απομένουν οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής να καταλάβουν ότι είναι καλύτερος ένας πιστός σύμμαχος, έστω και αδύνατος, παρά ένας ισχυρός που δημιουργεί μύρια προβλήματα. Και η Τουρκία είναι έντονα και επιδεικτικά προκλητική για τις ΗΠΑ.

Οπωσδήποτε δίνω σημασία σε όσους υποστηρίζουν πως η Αμερική θα παραμείνει πάση θυσία σε αυτή την ερμαφρόδιτη σχέση με την Τουρκία. Αυτό που δεν μας εξηγούν είναι γιατί οι Αμερικανοί, και ειδικά ο σημερινός πρόεδρος τους, θα συνεχίσουν να ανέχονται μία ακραία αντιαμερικανική συμπεριφορά από τον Ταγίπ Ερντογάν, που θέτει σε κίνδυνο αμερικανικές ζωές.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Το θέμα της Τουρκίας αναλαμβάνουν εκ μέρους του προέδρου Τραμπ, ο νέος σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον και ο νέος υπουργός Εξωτερικών -εάν εγκριθεί από την Γερουσία- Μαικ Πομπέο. Έχουν και οι δύο εκφράσει τις απόψεις τους για το θέμα. Είναι έντονα επικριτικοί για τον Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο στόλισαν με πολλά …κοσμητικά επίθετα. Θα συνεχίσουν αυτή τη σκληρή γραμμή ή θα αποδεχθούν τη θέση των γραφειοκρατών ότι η Τουρκία παραμένει και σήμερα «πολύτιμος σύμμαχος» αν και περισσότερο εξυπηρετεί τη Μόσχα και την Τεχεράνη, παρά την Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ… Η ώρα της μεγάλης κρίσης είναι κοντά.

Πηγή: Για πόσο καιρό θα ανέχονται οι Αμερικανοί τον Ερντογάν: Κοντά η ώρα της μεγάλης κρίσης http://hellasjournal.com/2018/03/gia-poso-kero-tha-anechonte-i-amerikani-ton-erntogan-konta-i-ora-tis-megalis-krisis/

Navy Warship Sails Again Near Islands Claimed by China

0

The destroyer USS Mustin fires its 5-inch gun during a live fire exercise in waters off Japan in January 2015. Last week, the warship sailed near disputed territory claimed by China. (US Navy photo/Christian Senyk)
The destroyer USS Mustin fires its 5-inch gun during a live fire exercise in waters off Japan in January 2015. Last week, the warship sailed near disputed territory claimed by China. (US Navy photo/Christian Senyk)

The U.S. Navy conducted a “freedom of navigation” (FONOP) operation last Thursday, its second one this year, near disputed islands in the South China Sea as the rising Asian nation continues its military buildup in the region.

The Japan-based guided missile destroyer USS Mustin conducted maneuvers within 12 nautical miles (nearly 14 statute miles) of Mischief Reef, 150 miles west of Palawan in the Philippines — drawing another rebuke from China.

The Philippines, China, Vietnam and Taiwan all claim Mischief Reef in the Spratly Islands. China has built a runway and hangars that can be used by military aircraft, and other facilities on the man-made island.

On Jan. 17, the Pearl Harbor-based destroyer USS Hopper sailed near Scarborough Shoal in the South China Sea. Like Mischief Reef, China claims Scarborough Shoal, about 120 miles west of Luzon in the Philippines, as its territory.

In both instances, China warned the United States not to conduct what it considers to be provocations. The United States does not recognize reclaimed features as Chinese territory.

“U.S. forces operate in the Indo-Pacific region on a daily basis, including the South China Sea. All operations are designed in accordance with international law and demonstrate that the United States will fly, sail and operate wherever international law allows,” Lt. Cmdr. Nicole Schwegman, a spokeswoman for U.S. Pacific Fleet at Pearl Harbor, said in an email.

“We conduct routine and regular freedom of navigation operations, as we have done in the past and will continue to do in the future,” Schwegman said. “FONOPs are not about any one country, nor are they about making political statements. The United States takes a strong position on protecting the rights, freedoms and lawful uses of the sea and airspace guaranteed to all countries and that all maritime claims must comply with international law as reflected in the Law of the Sea Convention.”

Adm. Harry Harris, commander of U.S. Pacific Command on Oahu, told a congressional committee last month that he was concerned about China’s “aggression” in the South China Sea. He said that China will try to undermine status quo free passage and trade — referred to as the “rules-based international order” — not just in the Asia-Pacific but on a global scale.

Harris said China’s island-building on “reclaimed features” has led to the creation of seven new bases with aircraft hangars, barracks, radars, weapons emplacements and three 10,000-foot runways.

The “increasingly competitive” environment with China necessitates continued dialogue, “but I’ve also been loud and clear that we won’t allow the shared domains to be closed down unilaterally, so we’ll cooperate where we can, but remain ready to confront where we must,” Harris said.

Chinese Navy Drills in South China Sea
Aug 30, 2014 – A submarine formation of the Chinese navy has conducted a combat confrontation training exercise in the South China Sea recently. A source said the drill tested tactics and commanders’ competence._

This article is written by William Cole from The Honolulu Star-Advertiser and was legally licensed via the Tribune Content Agency through the NewsCredpublisher network. Please direct all licensing questions to[email protected].

https://www.military.com/daily-news/2018/03/25/navy-warship-sails-again-near-islands-claimed-china.html

Ahead of an EU-Turkey summit, don’t expect big breakthroughs

0

ORDER FROM CHAOS Brooking

Kemal Kirişci 

In an effort to “normalize” relations, Turkish president Recep Tayyip Erdoğan (along with members of his cabinet) will meet European Council President Donald Tusk and European Commission President Jean-Claude Juncker in the Black Sea resort town of Varna on March 26. The EU summit, hosted by Bulgaria, comes nearly two decades after Turkey first became a candidate for EU membership in December 1999. Turkey’s snail-pace accession process has been on pause since Turkey introduced emergency rule following the July 2016 coup attempt, but the Turkey-EU strain goes back further: Creeping authoritarianism in Ankara, the rollback of democratic gains that Turkey achieved as part of EU-required reforms, and growing European public opposition to Turkish membership have all helped stall the process.

Nevertheless, both in the EU and Turkey, there is a recognition of mutual dependence and the need for cooperation to manage a range of challenges, ranging from fighting terrorism to managing migration, upgrading of economic partnerships, confronting rising security threats from Russia, and dealing with the situation in Syria. Revitalizing Turkey’s stalled EU accession process would significantly help address these challenges. However, it would be unrealistic to expect a major breakthrough at the approaching Varna summit, for a number of reasons.

MUTUAL RESENTMENT

Turkish democracy is in an appalling state. It is no surprise to see Turkey listed as “not free” in Freedom House’s 2017 report assessing the state of democracy around the world. Policies adopted since the introduction of emergency rule have led to wide spread detentions; large-scale dismissals from the military, police, and bureaucracy; property confiscation with little regard to due process of law; and the imprisonment of elected officials, mainly from predominantly Kurdish regions in southeastern Turkey. Needless to say, it is no longer possible to talk about freedom of expression in Turkey.

Related Books

Following a contentious referendum in April 2017, Ankara adopted constitutional amendments that led the way to the centralization of power in Erdoğan’s hands, which is already weakening traditional checks and balances associated with parliamentary systems. In the run-up to the referendum, Erdoğan’s accused the Netherlands and Germany of “Nazism” after they rejected Turkish requests to hold pro-government rallies in those countries. This was central to a growing public resentment in Europe towards him and opposition to Turkey’s EU membership aspirations. It is not surprising that all this culminated in the European Parliament’s decision recommending the end of accession negotiations with Turkey. However, the EU Council, the body representing member states, remained cautious. It stopped short of calling for ending talks, and instead froze the opening of new chapters until the emergency rule in Turkey would be lifted.

Many in Turkey were deeply disappointment with European leaders’ failure to express prompt condemnation of the coup attempt perpetrators. Europe’s reluctance to recognize how large segments of Turkish society stood up in defense of their elected government caused much bitterness, a sense that was aggravated when European governments did not respond favorably to the extradition requests of the alleged perpetrators who fled to Europe. This spiraled into a bigger crisis as the Turkish government resorted to the radical practice of arresting European—especially German—citizens on frivolous charges as a way to compel the extraditions. Many in Europe called this “hostage diplomacy.” EU-Turkish relations have since hit rock-bottom, giving the Turkish government a good opportunity to whip up anti-Western rhetoric (including a narrative that the EU and United States were implicated in the coup attempt). When accompanied with a multitude of other grievances against the EU, this contributed to calls by Erdoğan and pro-government media to abandon Turkey’s EU membership aspirations in favor of closer relations with Russia, China, and Iran.

CAN’T GO IT ALONE

But the truth is that both sides need each other.

Economically, Turkey is very dependent on the EU: Half of Turkish exportsgo to EU countries. In contrast, China, Iran, and Russia absorbed less than 6 percent of Turkey’s overall exports. Close to two-thirds of foreign direct investment in Turkey also originates from EU member countries, and brings direly needed industrial technology. With regard to Syrian refugees, the deal with the EU is the only agreement that provides Turkey with substantive financial support, despite Erdoğan’s frequent outbursts claiming otherwise. The deal also includes a resettlement program—however modest it may be—for the Syrian refugees from Turkey.

Conversely, the EU is also dependent on Turkey, which is an important market for EU exports (it absorbed close to 4.5 percent of the EU’s massive suite of exports in 2016). Turkey is also the EU’s 5th-largest trading partner after the United States, China, Switzerland, and Russia, and ahead of Norway, Japan, and South Korea. Turkey is an important link in the production chains of many European manufacturing companies, as well as a base for such companies to launch and run their operations in Turkey’s neighborhood. The migration deal helped significantly diminish the flow of migration into Europe through Turkey, and the deal—in spite of criticisms about its transactional nature—is considered to be working. Turkey’s cooperation is also critical in the area of counterterrorism, and European officials recognize the strategic importance of having Turkey on the EU’s side at a time of such geopolitical volatility in Europe and beyond.

https://www.brookings.edu/blog/order-from-chaos/2018/03/25/ahead-of-an-eu-turkey-summit-dont-expect-big-breakthroughs/

Russia Is in the Middle East to Stay

0

Here is what the United States should do about it.

 
Vladimir Putin in front of a map of Arab countries on April 27, 2005 in Cairo. 27 April 2005 in Cairo. (YURI KADOBNOV/AFP/Getty Images)

When Russia intervened in Syria in September 2015, it came as a surprise to almost everyone. Moscow had been down and out for so long that the idea that it could project power beyond its own “near abroad” had not occurred to anyone almost 25 years. Russia President Vladimir Putin’s decision to save Syrian President Bashar al-Assad from himself changed all that.

Since then, two radically different conceptions of Russian power have emerged. Within the Beltway, many analysts have come to understand the Russian demonstration of power and influence in the Middle East as an indicator that the global rivalry between Washington and Moscow of the past is also the present and future. Yet there also remains a small group of dissenters — Russia specialists, former U.S. officials, and journalists — to this view. They believe the Russians are actually quite weak, financially strapped, and caught in Syria. The best they can say is that Putin is playing a bad hand well.

Appealing as this counterintuitive claim may be, it is inaccurate. The Russians have a strategy and staying power. The question is: What does the United States do about it?

On Dec. 26, 1991, the hammer and sickle of the Soviet Union was lowered from the flagpole atop the Kremlin for the last time. This was a terrible day for Putin — not because he is an unreconstructed communist, but rather because he is a proud nationalist. Now it’s payback time for almost three decades of Moscow’s humiliation. And what better place to start than the Middle East, where the United States is already widely resented even among its allies.

Since Moscow’s demonstration of strength (with Iran’s help) in Syria, the Russians have asserted themselves as a credible alternative to the Americans with traditional U.S. allies. With arms sales, economic deals, and diplomatic maneuvering, Russia has been effective in pulling Turkey and Egypt away from the United States, though not completely, and closer to Russia’s orbit. Saudi Arabia’s King Salman traveled to Moscow last October — the first ever visit by a Saudi king — to talk oil prices and hedge against American retrenchment. And now that the United States is the world’s leading producer of petroleum, there is likely to be more cooperation between the Russians and the Arab Gulf states in an effort to ensure that global oil prices are favorable to their interests. Even the Israelis have repeatedly beaten a path to Moscow over the last few years in hopes of persuading Putin to look after their interests in Syria.

This is a solid record of achievement. In the span of less than a decade, the Middle East has gone from a region in which the United States was overwhelmingly predominant to one that Washington and Moscow contest. In Syria, the Russians have demonstrated political will and staying power. This is more important than, for example, the size of Russia’s economy, which has been used as an indicator of Moscow’s weakness. To believe that Russian power is ephemeral risks instilling ideas and assumptions about the world that breed complacency. Washington needs the exact opposite.

ABOUT THE AUTHOR

Steven A. Cook is the Eni Enrico Mattei senior fellow for Middle East and Africa studies at the Council on Foreign Relations. His new book, False Dawn: Protest, Democracy, and Violence in the New Middle East, was published in June.

So, what should the United States do about Russia in the Middle East? Before doing anything, policymakers must recognize reality: The Russians are not going away, they have a strategy to weaken the West, and it starts in the Middle East. Moreover, Moscow no longer has the ideological baggage of communism, making it easier for it to make inroads in the region.

The next step is for the same officials to ask themselves two questions: First, what is important to the United States in the Middle East? The answer is fairly straightforward — containing Iran, countering terrorists, helping to ensure Israel’s security, and making sure no country dominates the region. Second, what is it that makes leaders in the region seek closer ties with Moscow? The answer here is less tangible and somewhat controversial, but it boils down to leadership and commitment.

The Turks, Egyptians, Israelis, Saudis, and Emiratis are sophisticated observers of American politics. They recognize that the political dysfunction of Washington can affect bilateral relations. Over the last decade, Egypt, Saudi Arabia, and Israel have become divisive topics in the United States. There is also the spectacle of the American legislative and executive branches being unable to manage the most routine tasks of governance without getting bogged down in ideological warfare. This makes leaders in the Middle East who have long relied on American security nervous that the United States is in decline, and they have thus begun to pursue, however tentatively, another option — Russia. Consequently, one of the best things Americans can do to counter the Russians in the Middle East is to set aside the partisan warfare that is weakening and destabilizing the United States. Given the current circumstances, this is a difficult task, but unless Congress and the White House get serious about the Russian threat, they will hand parts of the Middle East over to Moscow in what would surely be one of the greatest unforced errors in American foreign policy.

At the same time, Washington needs to make a commitment to the security of its friends and allies, even if that requires a certain amount of stomach-churning moral compromise. If these countries share the broad interests of the United States, then it is important for Washington to support them in word and deed. And that does not just mean selling them “beautiful weapons” as U.S. President Donald Trump famously remarked during his visit to Saudi Arabia in the spring of 2017. It means making hard decisions like accepting and supporting the Turkish position not just on the Kurdistan Workers’ Party (PKK), but also their affiliate, the People’s Protection Units (YPG), which has served as Washington’s principal ally in the fight against the Islamic State in Syria. This would, in turn, require the deployment of more American troops to Syria to hold the line against the Islamic State and to deter Iran.

It also means restoring military assistance to Egypt despite the brutality of Abdel Fattah al-Sisi’s rule, and giving the Israelis a green light to do what they believe is necessary to protect themselves from Iran and Hezbollah in Syria and Lebanon, obviating the need for Israeli leaders to constantly seek Moscow’s assistance and reassurances. And finally, it means using American military force to destroy the capacity of the Iranians and the Houthis in Yemen to threaten the security of Saudi Arabia, thereby allowing the Saudis to extract themselves from a debilitating conflict. Leaving the Saudis to bleed in Yemen is not just a strategic gain for Tehran, but also for Moscow, which would be only too happy to see Washington’s primary Arab ally stuck there and in need of a lifeline that U.S. policymakers are too ambivalent to provide.

The Russians are stronger than they have been in recent decades, but that does not mean they are strong. Moscow’s demonstration of military force in Syria is primarily against poorly trained militias, bands of extremists, and innocent children. The gunfight between Russian “mercenaries” and American soldiers in February that reportedly killed most of the Russian forces and no Americans indicates that whatever brute force Russia can bring to bear, they are simply no match for the United States. This is a fact that the U.S. ambassadors, envoys, and sons-in-law need to convey to decision-makers in Cairo, Ankara, and other capitals where Moscow is selling its military hardware.

To emphasize the point, the United States must call Russia’s bluff. There have been a few too many times when Washington has lamely protested the Russian military’s “unsafe maneuvers” in the air or on the high seas. Like the shootout in the Syrian desert, the United States has to make it clear that there are consequences for this military trolling. There are, of course, risks of escalation in this approach, but there are also significant disadvantages to demonstrating weakness in the face of Russian provocations. Finally, the United States would do itself some good if it engaged in its own information warfare campaign, emphasizing how many Syrians the Russians have killed, how many Muslims Vladimir Putin has slain in Chechnya, and how many extremists Moscow has created in the process.

If the United States is, as Secretary of Defense James Mattis averred in January, in a new era of great power competition, it is time the United States treated the situation as seriously as it is. Putin must be disabused of the notion that the Middle East is the most propitious place to begin weakening the West and the United States. Americans https://foreignpolicy.com/2018/03/16/the-middle-east-needs-a-steady-boyfriend/once before contained and rolled back Moscow’s influence in the region; there is no reason to believe that they cannot do it again — but only if they have the wisdom to recognize what is important in the world right now and the collective stomach to meet the challenge. It is no longer clear to those in the Middle East that they do.

Steven A. Cook is the Eni Enrico Mattei senior fellow for Middle East and Africa studies at the Council on Foreign Relations. His new book, False Dawn: Protest, Democracy, and Violence in the New Middle East, was published in June.

Russia Is in the Middle East to Stay

Improving Israeli Military Strategy Through Avant Garde Analysis

0

By March 25, 2018

BESA Center Perspectives Paper No. 779, March 25, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: In strategic studies, just as in art, music, or literature, avant garde means an imaginative willingness to take conceptual leaps. There are several ways in which Israeli strategic studies could benefit from the creativity of an explicitly avant garde orientation.

One normally thinks of the avant garde with reference to artistic exploration, but it can also be applied to other fields of human learning, including military strategy. A French expression, it is by its very nature activist, and suggests in any context the energizing idea of “marching forward.” This idea represents a continuously dynamic and creative process. Avant garde, therefore, is never merely a static endpoint of accumulated facts nor the fully fashioned product of some already concluded inquiry.

In both art and literature, the avant garde’s raison d’être has always been a disruption of the status quo, a challenging prod intended to uncover hidden truths. These creative sorts of rebellion have generally tended to leave orthodox political activism to others, and to “change the world” instead by fashioning innovative fusions of intellect and imagination. It is just this cutting-edge form of rebellion that could significantly enrich Israeli strategic studies.

But what does all this “rebellion” truly signify? What sort of creative impulse or leitmotif should we seek among strategists who are plainly more comfortable with intricacies of weapons hardware and cyber-technology than with any alleged utilities of Surrealism or Dada? Poets and artists have traditionally focused their efforts on alterations of “high culture.” What, exactly, are we asking Israeli strategists to confront and change in their own lines of work?

There is a ready answer. We require an infusion of avant garde thinking into Israeli strategic studies in order to broaden our essential understanding of strategic possibilities of both enemy-generated misfortune (e.g., war, terror, genocide), and of corollary possibilities concerning Israeli response (e.g., improved national policy orientations to nuclear deterrence, intelligence/counterintelligence, ballistic missile defense, diplomacy).

When informed by avant garde thinking, strategic theories, like abstract theories of art, can become an efficient “net.” Those who “cast” imaginatively will likely enjoy a better “catch.” This fragile net must then be intricately rewoven and then delicately recast.

Without a markedly more innovative system of strategic theory, the IDF could become unable to conform its critical order of battle to the constantly changing and increasingly lethal correlation of forces now mustering on both the physical and cyber battlefields.

To be sure, not all IDF strategic planning problems are purely theoretical or conceptual. Even where strategic studies do proceed on a sound intellectual foundation – i.e., one that involves dialectical reasoning rather than sterile accumulations of collected data – they still need to be sheltered from the distorting effects of unsound political judgments.

So what needs to be done? Here are some answers:

  • Israeli strategists must look at their country’s manifestly existential threats and then identify them as the central object and rationale of all their related inquiries. They must, therefore: (a) prepare an unambiguous hierarchy of what is most important to safeguard; and (b) subsequently adhere to these rankings. This is not to suggest any lack of policy flexibility in shifting from one threat problem or region to another, but rather a clear obligation to offer a conceptual determination of applicable risk.
  • Israeli strategists must understand that (a) Israel is a system; (b) existential threats confronting Israel are themselves interrelated; and (c) the complex effects of these interrelated threats upon Israel must always be examined together. A good example of what such an understanding must actually entail is the importance of certain prospective “synergies,” such as determining the cumulative consequences of Palestinian statehood and Iranian nuclear capacity appearing at more or less the same time.
  • Israeli strategists must understand that the entire world arena is best understood as a system, and that any disintegration of power and authority structures within this wider macro-system will affect the Israeli micro-system. Since the seventeenth century and the Peace of Westphalia (1648), all world politics have been anarchic. Still, anarchy is not the same as chaos, and questions will need to be answered in Tel Aviv about pertinent differences. Although counterintuitive, there are elements of chaos that might be positive for Israel.
  • Israeli strategists must begin to acknowledge the diminishing utility of “victory” and “defeat” as meaningful criteria of operational success. In the first place, it will become increasingly difficult or perhaps even impossible to determine in any tangible fashion whether a particular war has been won or lost. In the second place, it will be important to understand the growing discontinuity between alleged victory and genuinely enhanced national security. This is because a national, sub-state, or hybrid adversary may be able to inflict extraordinary harm upon Israel without first defeating the armies of the Jewish State. It is also plausible that Israel will be able to inflict consequential harm upon certain adversaries without first having to defeat their armed forces.
  • Israeli strategists must turn away from predictable or mainstream strategic analysis. Such assessments might please their military and political “consumers,” but they might be valueless or even counter-productive for vital Israeli policy formulations.
  • A principal assumption of current Israeli strategic studies (and of all strategic studies, for that matter) is the core assumption of rationality in enemy calculations. Because the functioning of nuclear deterrence depends upon this assumption, Israeli strategists could turn away from circumstances in which rationality is not expected to operate. The dangerous result could be that those strategists accomplish too little to prepare the political leadership in Jerusalem for increasingly plausible confrontations with irrational enemy states, sub-states, or hybrid proxies. How might “cutting edge” strategic thinking apply here? One example concerns the need to answer more precisely how to deter non-rational adversaries, including states, sub-state terror organizations, and hybrid adversaries. It will also need to be asked what might be done if certain enemies go from rational to irrational in the midst of a crisis, or from irrationality to madness.
  • Israeli strategists must learn to consider actual literature – not just the narrowly technical materials normally generated by professional (academic and military) strategists, but the authentically creative and artistic product of writers, poets, and playwrights. The broadly intellectual insights that can be gleaned from real literature can provide a fundamentally better source of strategic understanding than the visually impressive, but often misleading, matrixes, mathematics, metaphors, and “hard” scenarios of military experts. This observation extends, of course, not only to Israel, but to all major national military forces.
  • True erudition must finally be given pride of place in strategic studies. Perhaps the most obvious example of an academic discipline enriched by serious literature is psychology. Goethe, Dostoyevsky, Shakespeare, Sophocles, Nietzsche, Heine, and E.T.A. Hoffman are just a few of the prominent writers and thinkers who figured importantly in the creation of Sigmund Freud’s still unparalleled intellectual opus.
  • Israeli strategists need to better understand the occasional advantages of private as opposed to collective thought. They should recall Aristotle’s early view: “Deception occurs to a greater extent when we are investigating with others than by ourselves, for an investigation with someone else is carried on quite as much by means of the thing itself.” There is a suitable time for collaborative or “team” investigation, but in matters concerning Israeli security, we can find great conceptual value in the private musings of talented individuals.
  • Israeli strategists need to reopen, and with greater diligence and insight, the question of nuclear ambiguity. It must be understood that examining the “bomb in the basement” is not merely a matter of belaboring the obvious, but rather of optimally exploiting appropriate levels of nuclear disclosure for purposes of enhanced nuclear deterrence and, quite possibly, non-nuclear preemptions. How can this be accomplished from an avant gardepoint of view?
  • Israeli strategists must widen their consideration of broader national questions of nuclear weapons and national strategy. This should be done in concert with all the above-listed strategic studies requirements. Key issues will be nuclear targeting doctrine and ballistic missile defense. Corollary concerns should center on investigations of a refined “Samson” doctrine.
  • Israeli strategists must stop contemplating a genuine end to national existence in a purely dispassionate or “objective” manner. Right now, it appears that these strategists can contemplate the literal end of Israel in their formal studies and yet still persevere calmly in their routine day-to-day affairs. This ironic and potentially counterproductive juxtaposition would no longer obtain if these scholars began to contemplate the actual moment of Israel’s disappearance. Sometimes, even science needs a personal conceptual “push.
  • Israeli strategists should pay special attention to the requirements of scholarly audacity – that is, of seeking, self-consciously, to avoid the comfortable intellectual middle ground. Individual strategists will need to take risks, both personal and professional, if they are to find serious policy answers to vital strategic questions. This will require courage. From the beginning, Israelis have exhibited remarkable and even unique levels of personal bravery in war. As yet, however, there have been fewer examples of bravery in Israeli strategic scholarship. For the most part, this scholarship has been narrowly technical, and too often imitative of its American antecedents.

To best implement the expected utilities of an avant garde orientation, Israeli strategists are urged to heed these suggestions. In each, there is considerable room for creative personal interpretation and application. By definition, the avant garde not only tolerates imaginative thinking – it demands it.

View PDF

Louis René Beres is Emeritus Professor of International Law at Purdue and the author of twelve books and several hundred articles on nuclear strategy and nuclear war. His newest book is Surviving Amid Chaos: Israel’s Nuclear Strategy (Rowman & Littlefield, 2016).

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Η Επανάσταση ήταν εθνικοαπελευθερωτική.

0
Επέτειος της Επανάστασης της Ανεξαρτησίας σήμερα. Γιατί και πως έγινε η Επανάσταση;  
-Οι Έλληνες καταπιέζονταν με ακραίο τρόπο και σε όλους τους τομείς απο τους Τούρκους. Τα περί ανεκτικότητας των Οθωμανών είναι παραμύθια. Μια, “εκλεπτυσμένη” απο το χρόνο συμπεριφοράς τους μπορεί να δει κανείς και σήμερα.
-Η καταπίεση δημιούργησε μια συνείδηση αντίδρασης. Δεν έγινε, ακόμη, επαναστατική, διότι έλειπαν και άλλες προϋποθέσεις. Κατά τόπους, όμως, εξεγέρσεις, που πνίγηκαν στο αίμα, υπήρξαν.
-Προϊόντος του χρόνου, άρχισαν να διαμορφώνονται αυτές οι συνθήκες. Ο νεοελληνικός διαφωτισμός, οι αναφορές του στις αρχαίες ρίζες και η επίδραση που είχαν επάνω του ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση διαμορφώνουν μια προχωρημένη εξεγερτική συνείδηση.
-Μπαίνουμε στην εποχή των εθνικισμών και των εθνικών επαναστάσεων. Σε επίπεδο συνείδησης τα πράγματα είναι, σχεδόν, έτοιμα.
-Τι λείπει για μια επανάσταση; Δύο πράγματα. Πρώτον ηγεσία και δεύτερον τα μέσα.
-Την ηγεσία τη διαμόρφωσε η Φιλική Εταιρία, κυρίως, αλλά και άλλες εταιρίες της εποχής.
-Τα μέσα τα διέθεσαν οι πλούσιοι Έλληνες. Μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καιναρτζή βοηθούντων και των Ναπολεόντειων Πολέμων, διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για να αποκτήσουν πλούτο οι Έλληνες. Κυρίως, μέσω του εμπορίου και των μεταφορών με τα πλοία. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, η δυνατότητα αυτή εξέλιπε ή περιορίστηκε. Τα χρήματα, όμως, υπήρχαν και η αναζήτηση μιας κρατικής στέγης απο την αστική τάξη που διαμορφώθηκε (αστική με τους όρους της εποχής), τους οδήγησε, μαζί με τα πατριωτικά τους αισθήματα να βοηθήσουν υλικά την επανάσταση.
-Το κράτος θα ικανοποιούσε τα πατριωτικά τους αισθήματα αλλά θα ήταν και μια ασπίδα για τις οικονομικές δραστηριότητές τους.
-Οι επαναστατικοί όροι εκπληρώθηκαν. Η εξέγερση δεν άργησε να έρθει.
-Η Επανάσταση ήταν εθνικοαπελευθερωτική. Ούτε θρησκευτική ήταν΄ούτε ταξική.

Ο κίνδυνος νέας γενοκτονίας του ελληνισμού

0

του Σάββα Καλεντερίδη.

Έχουμε γράψει επανειλημμένα πως το ότι η Ελλάδα στη Συνθήκη της Λοζάνης δεν απαίτησε να τεθεί όρος αναγνώρισης της Γενοκτονίας που υπέστη ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, της Θράκης και του Πόντου, από τη μια «δικαίωσε» και από την άλλη ενθάρρυνε τους γενοκτόνους να συνεχίσουν το αποτρόπαιο έργο τους τις επόμενες δεκαετίες εναντίον των Ελλήνων της Πόλης, της Ίμβρου, της Τενέδου και της Κύπρου.

Πρόκειται για νοοτροπία που είναι σύμφυτη και αναπόσταστο κομμάτι της μνήμης του τουρκικού κράτους, η οποία αναπαράγεται ασχέτως κομμάτων και προσώπων που ασκούν την εξουσία.

Τις τελευταίες ημέρες τη βλέπουμε σε πλήρη εφαρμογή στο Αφρίν. Μια περιοχή που όχι μόνο δεν έστειλε ούτε έναν πρόσφυγα στην Ελλάδα και την Ευρώπη αυτά τα επτά χρόνια που μαίνονται οι συγκρούσεις στη Συρία, αλλά αποτέλεσε καταφύγιο για κατατρεγμένους και προπύργιο δημοκρατίας και προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών και των γυναικών.

Η Τουρκία εισέβαλε με την άδεια της Ρωσίας, εξοπλίζοντας και μισθοδοτώντας 20 χιλιάδες τζιχαντιστές του ΙΚ και της αλ Κάιντα, οι οποίοι έχουν εξασφαλισμένη την τουρκική υπηκοότητα ως δώρο, υπό την προϋπόθεση να εκδιώξουν τους Κούρδους από τις πατροπαράδοτες εστίες τους και να εγκατασταθούν εκεί, μαζί με άλλους σουνίτες, τουρκογενείς και αραβογενείς πληθυσμούς.

Στόχος η εξάλειψη των Κούρδων από το Αφρίν. Αυτό είναι ο ορισμός της γενοκτονίας.

Για να μην θεωρηθεί δε ότι υπάρχει δόση υπερβολής στα όσα αναφέρονται πιο πάνω, θα σας παρουσιάσουμε στοιχεία που είναι ανατριχιαστικά, για την εμπλοκή στενού συνεργάτη του Ταγίπ Ερντογάν σε πράξη γενοκτονίας εναντίον Έλληνα επιχειρηματία.

Η εφημερίδα Hurriyet από της ίδρυσής της, το Μάιο του 1948, από τον επιφανειακά εξισλαμισμένο Εβραίο Σεντάτ Σιμαβί, αποτέλεσε το μακρύ χέρι της εξουσίας και του βαθέως κράτους. Το 1994 ο Όμιλος Doğan, ο ιδιοκτήτης του οποίου κατάγεται από την Αργυρούπολη του Πόντου και ήταν πιθανώς αρμενικής καταγωγής, απέκτησε το 70% της ιστορικής εφημερίδας, καθώς και της εφημερίδας Milliyet.

Σταδιακά ο Όμιλος Doğan απέκτησε κι άλλες εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις και έγινε ο ισχυρότερος όμιλος ΜΜΕ της Τουρκίας, συνεχίζοντας πάντα να αποτελεί το μακρύ επικοινωνιακό χέρι του τουρκικού βαθέως κράτους. Σας θυμίζω το ρόλο της Hurriyet στα Ίμια όπως και την προαναγγελία της βάρβαρης δολοφονίας των Σολωμού και Ισαάκ. Ο Όμιλος Doğan αποτελούσε το μεγάλο εμπόδιο για την εγκαθίδρυση του αυταρχικού καθεστώτος του Ερντογάν. Γι’ αυτό έστειλε το τουρκικό ΣΔΟΕ για έλεγχο στον μητρικό Όμιλο Doğan, επιβάλλοντας πρόστιμα δισεκατομμυρίων δολαρίων!!! Έτσι, καθιστώντας τον Όμιλο Doğan όμηρο, το 2011 κατόρθωσε να πάρει τον έλεγχο των εφημερίδων Milliyet και Vatan που πουλήθηκαν σε επιχειρηματία φιλικά προσκείμενο στον Ερντογάν. Αφού εν τω μεταξύ είχε φυλακίσει δεκάδες δημοσιογράφους του αντιπολιτευόμενου τύπου και αφού είχε κρατικοποιήσει την εφημερίδα Sabah και την επικοινωνιακή ναυαρχίδα του Γκιουλέν, Zaman, με ένα εκατομμύριο φύλλα, εν όψει των δύσκολων εκλογών του 2019, έπρεπε να τελειώνει με τη Hurriyet, το CNN Turk και τα άλλα μέσα του Ομίλου Doğan. Και αυτό έγινε τις προηγούμενες ημέρες, με τον Ερντογάν να ελέγχει το 80-85% των ΜΜΕ της γείτονος.

Όμως ποιος είναι ο φίλος του Ερντογάν, που αγόρασε τις ναυαρχίδες του τουρκικού βαθέος κράτους; Το όνομά του είναι Ερντογάν Ντεμίρορεν. Όσο για τη σχέση του με τον Τούρκο πρόεδρο, σε τηλεφωνική υποκλοπή που φέρεται να έκαναν στελέχη του δικτύου Γκιουλέν, ο Ταγίπ Ερντογάν ακούγεται να λέει το 2013 στον Ντεμίρορεν ότι δεν του αρέσει καθόλου το εξώφυλλο της Milliyet, και ο συνομιλητής του να του λέει κλαίγοντας ότι δεν θα ξαναγίνει.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Έχει αξία και δούμε ποιος είναι ο νέος ολιγάρχης των ΜΜΕ της Τουρκίας και πώς έκανε τα λεφτά του. Ο Ερντογάν Ντεμίρορεν, που γεννήθηκε στην Προύσα, σύμφωνα με καταγγελία που διερευνάται μέχρι σήμερα, έγινε ιδιοκτήτης της εταιρείας «Αρχιμήδης» (τουρκικά Arşimidis), αφού προηγουμένως σκότωσε και έκαψε το πτώμα του ιδιοκτήτη της, το 1978, στο Χάλκαλι της Κωνσταντινούπολης.

Πού είναι το περίεργο; Ότι ο ιδιοκτήτης ήταν Έλληνας της Κωνσταντινούπολης και ότι παρά την εμπλοκή της ΜΙΤ και του τουρκικού ΓΕΕΘΑ, δεν αποκαλύφθηκε ποτέ η αλήθεια και δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη!

Αποτέλεσμα, είναι η εταιρεία «Αρχιμήδης», που ασχολείται με τον τομέα των αυτοκινήτων και των ανταλλακτικών και μια βιομηχανία τούβλων, η οποία επίσης πέρασε στα χέρια του Ντεμίρορεν, αφού είχε δολοφονηθεί ο ιδιοκτήτης της, να αποτελέσουν τη βάση του Demirören Holding, που απέκτησε τον έλεγχο των σημαντικότερων εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών της Τουρκίας. Από την έρευνα που κάναμε και βρίσκεται σε εξέλιξη, ο ιδιοκτήτης της «Αρχιμήδης» δολοφονήθηκε εν γνώσει του βαθέως κράτους, επειδή ήταν Έλληνας και για να του αρπάξει την περιουσία ένα όργανό τους, που τώρα είναι το μακρύ χέρι του Ερντογάν.

Αυτή η χώρα είναι στην ουσία ένα κράτος συμμορία, όπως την είχε χαρακτηρίσει ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν και χρέος των Ελλήνων, των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Κούρδων, είναι να την καταγγείλουν στη διεθνή κοινότητα, για να δημιουργηθεί ένας κλοιός που θα υποχρεώσει την Τουρκία να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες που έχει διαπράξει. Αν δεν γίνει αυτό, αυτή η μηχανή θα συνεχίσει να αναπαράγει γενοκτονίες, είναι οποίες είναι προ των πυλών και πάλι της Κύπρου και των νησιών του Αιγαίου.

Καιρός να ξυπνήσουμε από το λήθαργο που μας επέβαλαν οι συνεργοί τους, οι αρνητές της Γενοκτονίας!

The Nascent Russia-Lebanon Alliance and Israel

0

By March 23, 2018

BESA Center Perspectives Paper No. 778, March 23, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: Though Russia has been gradually increasing its economic and military influence in Lebanon, it is unlikely that Moscow is prepared to irreparably compromise its relations with Israel. Russia faces competition from other actors in Syria, and good relations with Israel can serve its interests there.

The Russian entrance into the Syrian battlefield in 2015 propped up the Assad regime. Moscow has continued to build up its military presence in the country: it has strengthened its bases on the Mediterranean shore, and recently received 49-year leases on Syrian airbase and port facilities. A Russian presence in Syria is thus projected well into the years to come, and by way of securing its long-term position there Moscow has carried out a string of active diplomatic moves in the neighboring countries, first and foremost Lebanon.

The Russian media has hinted at Moscow’s growing interest in this Mediterranean state by reporting on visits of Russian ships to Lebanese ports and disseminating rumors that Moscow will soon establish a military presence there. These leaks were partially corroborated when, on February 3, the Kremlin directed the Ministry of Defense to enter into an agreement with Beirut on increased military cooperation, including the use of Lebanese facilities by the Russian military. The two sides also agreed on a broader exchange of military information and intensive bilateral cooperation against terrorism.

The draft agreement is quite extensive. It involves joint training of troops, information and engineering support, military education and medicine, military topography, and hydrography. The agreement (which has yet to be signed) will be for a period of five years with automatic extensions for subsequent five-year periods.

A Russo-Lebanese military agreement would be a significant event. It would signal a major shift on Lebanon’s part, as its military has traditionally been oriented towards the West.

Russo-Lebanese military contacts have been somewhat mixed in the past. The Lebanese Armed Forces (LAF) possess Russian weapons, such as tanks and rifles, but in 2008 the LAF rejected Moscow’s offer of ten free MiG-29 fighters. So far, the LAF’s equipment is mostly American and European, including M60 and M48 tanks, M113 armored personnel carriers, and TOW antitank missiles. Under the last two US administrations, according to various estimates, $357 million in arms were sent to Lebanon.

For Russia, Lebanon’s geographical position on the Mediterranean – with its potential military facilities as well as proximity to war-torn Syria – makes it an attractive location from which to project influence. For Lebanon, Russia has turned into a potential guarantor of peace in Syria. Following the proposed bilateral agreement between Moscow and Beirut, Nabih Berri, speaker of the Lebanese parliament, called upon Russia to resolve the Syrian crisis: “I want to turn to Russia, which, along with the United States, is a great power; we cannot ask for this from the United States, but we ask Russia to help achieve a political settlement in Syria, which will be a major step toward the return of the Syrians to their homeland.”

Beyond the military significance, there is also an economic angle to greater Lebanese-Russian cooperation. Lebanon recently decided to begin exploiting its offshore Mediterranean natural gas reserves and offered exploration tenders to its seabed. Russian state companies, including Novatek, have expressed interest in tapping into Lebanon’s raw material resources, with the first exploratory to be drilled in 2019. This maritime resource exploration by Lebanon has reignited disputes with Israel over their maritime frontiers.

Lebanese-Russian cooperation will affect Israel as it is developing concurrently with an increase in Russia-Israel tensions following the February 11 Israeli airstrikes on Syrian-Iranian targets in Syria. These tensions could upset the status quo in which the Kremlin tolerates Israel’s preventive strikes on Syrian soil.

However, from a Russian geopolitical perspective, it would be unwise to risk a deterioration of relations with Israel at this moment because Russo-Israeli tensions in Beirut could negatively affect Russo-Israeli contacts in Syria. Such tensions could prompt Israel to be more open to a future military engagement in Syria, a scenario that could spiral entirely out of Russian control. Moscow does not need that complication as its efforts to maintain a dominant posture on the Syrian battlefield have already been shaken.

The Turkish operation in Afrin, in northern Syria, made clear that Moscow is unable to forestall the growth of Ankara’s influence. Iranian proxy forces are now close to the Israeli border, and Russia failed to accomplish anything significant on this matter at the Sochi Conference in late January. Moreover, according to some reports, Russian mercenaries were killed by the hundreds by US forces, diminishing Russian prestige in and around Syria.

Thus, while Russia and Lebanon are experiencing an uptick in economic and military relations, this development could endanger Moscow’s relations with Jerusalem. Russia does not wish to completely alienate Israel at a time when the Kremlin’s position in Syria remains vulnerable. The last thing Moscow wants is a more robust Israeli engagement in Syria.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Apocalypse Soon? John Bolton Is Set to Replace H.R. McMaster as National-Security Adviser

0

Even a cursory look at some of Bolton’s pronouncements on a number of high-profile foreign-policy challenges should be cause for grave concern.

By James Carden The Nation

MARCH 23, 2018

Trump’s announcement that he will replace Lt. Gen. H.R. McMaster as national-security adviser, effective April 9, while disquieting, cannot come as a much of a surprise. After all, John Bolton had already famously auditioned for a high administration appointment. Shortly after the November 2016 election, he was interviewed by Trump for the position of secretary of state, but was reportedly denied the job because the president did not quite like the cut of his jib (or, more precisely, his mustache).

One anonymous source told The Washington Post at the time that Trump, an obvious vulgarian, is actually “very aesthetic. You can come with somebody who is very much qualified for the job, but if they don’t look the part, they’re not going anywhere.” And so Bolton was forced to bide his time, and for the next 14 months re-auditioned for the administration from his perch at the Fox News Channel.

The Bolton appointment comes soon after Trump’s firing of Secretary of State Rex Tillerson and his subsequent nominations of Mike Pompeo for Secretary of State and Gina Hapsel for the top job at CIA. These three will soon join hardline Secretary of Defense James Mattis to comprise something of a War Quartet within the cabinet and will almost certainly maneuver the US military into more needless conflicts abroad. This comes at a time when, by some estimates, the United States is waging at least nine (yes, nine) undeclared wars across the globe. Still more, Brown University’s Cost of War project estimates that between 2015 and October 2017 the US military conducted air and drone strikes on seven countries and had combat troops deployed in 15 more.

And now into the mix comes John Bolton.

Even a cursory look at some of Bolton’s pronouncements on a number of high-profile foreign-policy challenges should be cause for grave concern.

On Iran: Bolton has long been one of the most outspoken and occasionally unhinged opponents of the landmark Iranian nuclear accord, the Joint Comprehensive Plan of Action, calling it “a strategic debacle for the United States.” After UN Ambassador Nikki Haley attacked the JCPOA in a much-covered speech at the neoconservative American Enterprise Institute last October, Bolton remarked: “The Iran deal may not have died today, but it will die shortly.” In an op-ed for The Wall Street Journal in January, Bolton wrote: “America’s declared policy should be ending Iran’s 1979 Islamic Revolution before its 40th anniversary. Arab states would remain silent, but they would welcome this approach and might even help finance it…. Recognizing a new Iranian regime in 2019 would reverse the shame of once seeing our diplomats held hostage for 444 days. The former hostages can cut the ribbon to open the new U.S. Embassy in Tehran.”

On North Korea: In February, Bolton penned another op-ed for theJournal titled “The Legal Case for Striking North Korea First” in which he wrote in favor of preemptive war. “Pre-emption opponents,” wrote Bolton, “argue that action is not justified because Pyongyang does not constitute an “imminent threat.” They are wrong. The threat is imminent, and the case against pre-emption rests on the misinterpretation of a standard that derives from prenuclear, pre-ballistic-missile times.” Echoing Condoleezza Rice’s “mushroom cloud” argument in the lead-up to the Iraq war, Bolton argued that “Given the gaps in U.S. intelligence about North Korea, we should not wait until the very last minute. That would risk striking after the North has deliverable nuclear weapons, a much more dangerous situation.” Trump is scheduled to participate in trilateral talks with South Korean President Moon Jae-in and North Korean leader Kim Jong-un in May.

Arms control: In his memoir, which bears the none-too-subtle title Surrender Is Not An Option: Defending America at the United Nations and Abroad, Bolton takes credit for the US withdrawal from 1972 Anti-Ballistic Missile Treaty, dismissing it as “a Cold War relic that essentially precluded both Russia and the US from developing national missile defense systems.” This comes at a time when the United States and Russia are currently engaged in a new, destabilizing arms race that stems, in large part, from that decision. Still more, Bolton has called for the United States to pull out of the 2010 New START Treaty. According to a report in The Weekly Standard, Bolton told the 2017 Conservative Political Action Conference: “The next step in the bilateral relationship with Russia is for this administration to abrogate the New START Treaty so that we have a nuclear deterrent that’s equal to our needs to prevent future conflict.”

As mentioned, the administration’s new War Quartet means that Trump has stocked the top echelon of US national-security establishment with the most reckless and militaristic candidates he could find.

Can things get any worse?

ΤΟ ’21 ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

2

του Γεράσιμου Μιχ. Δώσσα.

 

                                                        Ξάφνου αστραπή στ’ ακρούρανα και κράζει η γης κι εβόγγα:

                                                         Πρόγκα στους Τούρκους, πρόγκα! Γκρεμίστε τους, Ρωμιοί!

Γερ. Μιχ. Δ.

 

Στις επόμενες σελίδες θα γίνει μια προσπάθεια να ομαδοποιηθούν χρονογραφικά σημειώματα για το ’21 (στη διασταλτική του έννοια και την ευρύτερη διάσταση), τα οποία δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς στον «Αγγελιοφόρο». Όχι όμως με χρονολογική συνοχή ή συνεκτική εννοιολογική αλληλουχία. Ένα «ατάκτως ερριμμένα» ισχύει και στις επιμέρους ενότητες… Θα προηγηθεί, με τον τίτλο «Θα έρχονται πάντοτε», ένα κείμενο που αναφέρεται στην ιδέα του πατριωτισμού, τις σύγχρονες τάσεις για την αποσάθρωσή του και τη σχέση του με την εθνεγερσία  του 1821.
Θα έρχονται πάντοτε

Η τυποποίηση της κατανάλωσης δε μοιάζει με την τυποποίηση της παραγωγής, αλλά όταν επιτυγχάνεται εξασφαλίζει προβλέψιμες και ελέγξιμες συμπεριφορές οι οποίες μειώνουν τους κινδύνους  και αυξάνουν τα περιθώρια του κέρδους. Το ένα κεφάλι του κόσμου που ήθελε ο Καλιγούλας για να μπορεί να το κόψει και να ξεμπερδεύει, το θέλει η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση όχι για τον ίδιο λόγο, αλλά για παρόμοιο: Πολύ θα τη βόλευε  να έχει να κάνει μόνο μ’αυτό ή μάλλον μ’έναν παγκόσμιο πολτό που θα τον έπλαθε έτσι ώστε να ολοκληρώσει μια ανάποδη και ήδη προχωρημένη σχέση: Αντί οι ανάγκες να ορίζουν την παραγωγή, η παραγωγή να ορίζει τις ανάγκες που να επαληθεύουν σε πρακτική και κερδοφόρα βάση το αξίωμα της οικονομικής θεωρίας ότι είναι απεριόριστες.

Εμφανίζονται όμως εμπόδια στην παγκόσμια πολτοποίηση. Αντιστέκονται των λαών και των ανθρώπων οι ιδιαιτερότητες, η πολυμορφία των παραδόσεών και των ηθών τους, οι αντιφερόμενες και μεταξύ τους και προς την παγκόσμια χειραγώγηση ιδέες και ιδεολογίες, ο πατριωτισμός, οι θρησκευτικές προσηλώσεις, οι ιστορικές μνήμες. Όλα αυτά που δίνουν μια ταυτότητα  στον άνθρωπο, πέρα από την αριθμητική του προσμέτρηση στις απρόσωπες στατιστικές της κατανάλωσης.  

Για να καμφθεί η αντίσταση, παράλληλα με την κατά μέτωπο επίθεση στο πεδίο της Αγοράς, οι νόμοι της οποίας υπαγορεύουν και τους όρους λειτουργίας της πολιτικής σκηνής, χρησιμοποιείται και η έμμεση προσπέλαση στο πεδίο της διανόησης, όπου δημιουργούνται και αξιοποιούνται τα ρήγματα: Ο θάνατος της Ιστορίας, η απαξίωση της παράδοσης, η αποδόμηση των καθιερωμένων αξιών, οι φετφάδες για έκπτωση των ιδεολογιών και απόθεσή τους στα περιττωματικά παράπλευρα του ιστορικού ρου της ανθρωπότητας – όλα όσα αποτελούν τα κατά παραγγελίαν ή υποβολήν και συμμόρφωσιν προϊόντα αυτής της εκστρατείας.

Καθένας χωριστά κι όλοι μαζί- αν μιλούμε για την πατρίδα μας- μεγαλοπιανόμασταν και λέγαμε πως αυτά δεν έχουν πέραση στην Ελλάδα, όπου οι ρίζες είναι γερές και βαθιές. Η πραγματικότητα της μεγάλης κρίσης δε μας το επιβεβαίωσε. Οι σάλπιγγες της αποδόμησης σείουν και κλονίζουν τα τείχη της δικής μας Ιεριχούς. Χρειάζεται να  τα στηρίξουμε και να πάρουμε νέα δύναμη από το ιστορικό μας θησαυροφυλάκιο της πνευματικής υποστύλωσης του πατριωτισμού-του αληθινού και του γνήσιου, όχι του «δεκάρικου» και «αριστερο-εθνοκαπηλευτικού».

Στα γραφτά του Χριστόφορου Περραιβού, Φιλικού, οπλαρχηγού του 21, υπουργού Πολέμου το 1823, υπάρχει μια φράση  που τονώνει το πατριωτικό φρόνημα:  Στέλνει γράμμα στους εξόριστους Σουλιώτες (είχαν καταφύγει κι αδρανούσαν στην Κέρκυρα μετά τη δεύτερη «άλωση» του Σουλίου) και τους καλεί να έλθουν στη μαχόμενη πατρίδα. Και τους λέει:

«[…] Δεν είναι επιχείρημα εις τον κόσμον, το οποίον να είναι μεγαλύτερον από την δύναμιν του αληθινού πατριώτου, ούτε ανδρεία ευρέθη να μη τελεσφορήσει, οπόταν εμψυχούται από τον ιερόν της πατρίδος έρωτα».

Οι Σουλιώτες τον άκουσαν και ήρθαν και τον δικαίωσαν. Και πάντοτε θα έρχονται για να δικαιώνουν το πάτριο και πατριωτικό ήθος, ενόσω εμμένουμε σ΄αυτό – εις πείσμα της διαλυτικής αποδόμησης.

Ευαγγελισμός

Η άχραντος σύλληψις είναι το υπέρ την φύσιν προοίμιο της κατά φύσιν σαρκώσεως και της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος. Έγινε πνευματικώς, διά του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και ετελειώθη φυσικώς, στα ανθρώπινα χρονικά όρια, με το θαύμα της Φάτνης, την 25η Δεκεμβρίου.

Πνευματικώς έγινε και ο Ευαγγελισμός της ελληνικής ελευθερίας.

Για να ακολουθήσει η κατά σάρκα πραγμάτωσή της – μέσα από αγώνες, ηρωισμούς και θυσίες που συχνά ήταν «υπέρ την φυσιν» και άγγιζαν τον ουρανό – χρειάστηκε η μακρά περίοδος της προετοιμασίας, η πνευματική επανάσταση του επι σειρά αιώνων  δειλού στην αρχή, εκρηκτικού από τον 18ο αιώνα, ελληνικού Διαφωτισμού.

Κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε για την κορυφαία εθνική μας επέτειο της Παλιγγενεσίας – και που τότε ελάχιστος φόρος μνήμης και τιμής είναι να θυμηθούμε τη σημαία μας, να τη βγάλουμε από τη γωνία, να τη δούμε σαν σύμβολο της συλλογικής και της ιστορικής μας ύπαρξης και να την υψώνουμε την παραμονή στο μπαλκόνι του σπιτιού και της ψυχής μας – κάθε φορά λοιπόν, αυτές τις ίδιες μέρες, αξίζει να αφιερώνουμε λίγο τη σκέψη μας στους Άγγελους Πρωτοστάτες, στους πνευματικούς πρωτεργάτες, μηνύτορες και μαντατοφόρους του ’21.

Είναι οι «διαλάμψαντες», όπως τους είπε ο Κωνσταντίνος Σάθας, που μάζεψε και κατέγραψε το φωτεινό τους πέρασμα μέσα από τα σκότη των αιώνων της σκλαβιάς.

Είναι οι «Διδάσκαλοι του Γένους», όπως τους καθιέρωσε στην εθνική συνείδηση η παρουσία τους και η δράση τους, όχι μόνο ως πνευματικών δημιουργών στο πεδίο της θεωρίας, αλλά και ως μαχόμενων πραγματικών δασκάλων στην πράξη της δύσκολης θητείας τους στα σχολεία και τα παιδαγωγεία του Ελληνισμού:

Στην Κοζάνη και στα Γιάννενα, στη Μοσχόπολη, στη Σμύρνη, στην Τραπεζούντα, στο Πήλιο, στη Δημητσάνα, στις Σέρρες, στο Μοναστήρι, στην Κορυτσά, στον Άθω, στη Ρόδο και στη Λευκωσία, στην Κρήτη, στα Επτάνησα, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Αλλά δεν είναι μόνο οι “διαλάμψαντες”. Είναι και κάποιοι άλλοι, που είναι πολλοί και, ως επί το πλείστον, αλαμπείς. Είναι εκείνοι που δημιούργησαν τη δυνατότητα να δράσουν και να λάμψουν οι διδάσκαλοι του Γένους. Που μάζεψαν λίγα-λίγα τα προσανάμματα για να φωτίσουν οι δαυλοί. Που συγκέντρωσαν την “ύλην” για να σπινθηροβολήσει και να αστράψει το πνεύμα:

Μαζί με τους ταπεινούς λειτουργούς του Υψίστου στους χαμηλοτάβανους ναούς και στα μοναστήρια της εθνικής περισυλλογής, είναι οι πραματευτάδες κι οι αγωγιάτες της Μακεδονίας και της Ηπείρου, της Θράκης και της Θεσσαλίας, είναι οι έμποροι του Μοριά και της Χίου και της Ιωνίας, είναι οι αγωνιστές και οι χρηματοδότες από τον Πόντο που έδωσαν το «πύρωμα της καρδιάς τους και το αίμα» για τον κοινόν Αγώνα, είναι και οι αρματολοί της Ρούμελης και οι καραβοκυραίοι των νησιών, είναι οι ανυπόταχτοι λυράρηδες της λευτεριάς στην Κρήτη και οι σαν έτοιμοι από καιρό υπήκοοι της Ενετικής Δημοκρατίας στα Επτάνησα που έγιναν πολίτες της Ιονίου Πολιτείας αργότερα.

Και στους λίγους και στους πολλούς, και στους επιφανείς και στους αφανείς ανήκει η τιμή, ότι κράτησαν αναμμένη την εστία, συντήρησαν τη φλόγα και τη δυνάμωσαν, για να πετάξει τη μεγάλη λάμψη της, πρώτα στον Προύθο με τον Υψηλάντη και τον Γιωργάκη Ολύμπιο και ύστερα στο Μοριά, το Μάρτιο του 1821, για να φτάσει στον Όλυμπο, στη Χαλκιδική και στη Νάουσα τους επόμενους μήνες. Τις μέρες που πρέπει να προετοιμαζόμαστε για του Ευαγγελισμό, αξίζει να αφιερώνουμε λίγο τη σκέψη μας και σ’ εκείνους που ευαγγελίστηκαν την ελευθερία της πατρίδας.

Ρήγα θούριος

Όταν δεν είχαν καταστήσει ύποπτο τον πατριωτισμό οι έμποροι και κάπηλοί του και  δεν τον είχαν ενοχοποιήσει οι αρνητές του και οι ζηλωτές της εθνικής αποδόμησης, η ιστορία  του σημερινού σημειώματος  περιλαμβανόταν στα αναγνωσματάρια του δημοτικού σχολείου. Διαβαζόταν με συγκίνηση στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι φωτισμένοι δημοτικιστές στα «Ψηλά βουνά» της εκπαιδευτικής εξόρμησης, η οποία ήταν καρπός της εθνικής εξόρμησης.

Τώρα την «ανακαλύπτει» κανείς μόνο στην πηγή της, τα «Δημοτικά τραγούδια της συγχρόνου Ελλάδος» του Φωριέλ, που-με  ευαισθησία και προφητική ευστοχία-συμπεριέλαβε σ’ αυτά και τον «Θούριο» του Ρήγα, όπως και τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν του Σολωμού (είχε εκτυπωθεί το 1824 στο Μεσολόγγι). Η μετάφρασή της όμως από τα γαλλικά  είχε γίνει στην καθαρεύουσα.

Πρόκειται για το εισαγωγικό σημείωμα του Φωριέλ στον Θούριο, όπου  περιγράφει τον ενθουσιασμό και τη βαθιά επίδραση που άσκησε στον Ελληνισμό ο εγερτήριος ύμνος του Ρήγα. Σαν απόδειξη αναφέρει ένα συγκεκριμένο περιστατικό:

Έλληνας φίλος του Φωριέλ, μαζί με έναν καλόγερο, ταξιδεύουν στη Μακεδονία, περνούν από ένα χωριό και καταλύουν στο μαγαζί του φούρναρη που είναι και χαντζής. Έχει βοηθό του ένα ψηλόσωμο παιδί από την Ήπειρο που τους ρωτάει αν ξέρουν να διαβάζουν. Στην καταφατική απάντηση, βγάζει από τον κόρφο του ένα βιβλιαράκι με τα τραγούδια του Ρήγα και παρακαλάει να του τα διαβάσουν., γιατί δεν ήξερε ανάγνωση. Αρχίζουν το διάβασμα και τότε…

… βλέπουν έκπληκτοι  το παιδί να μεταμορφώνεται. Τα χείλη τρέμουν, από τα μάτια τρέχουν δάκρυα και οι τρίχες του  σηκώνονται. Ακολουθεί ο εξής διάλογος:

-Δια πρώτην φοράν ακούεις να αναγιγνώσκεται αυτό το βιβλίον;

-Όχι. Παρακαλώ κάθε ταξιδιώτην να μου διαβάσει κάτι. Τα έχω ακούσει όλα.

-Και πάντα με την αυτήν συγκίνησιν;

-Ναι, πάντα.

«Στοιχηματίζω», καταλήγει ο Φωριέλ, «ότι ο νέος αυτός σήμερον δεν ζυμώνει άρτους. Οι βραχίονές του εκτελούν κάποιο άλλο έργον», εννοώντας ότι μάχεται για την ελευθερία.

Ψαράδες της Ιστορίας

Οι  ψαράδες, οι επαγγελματίες και οι ερασιτέχνες, όσο κι αν έχουν μια ιδέα για την ποικιλία των ψαριών στην περιοχή που ψαρεύουν κι όσο κι αν πηγαίνουν με σκοπό να πιάσουν αυτά ή εκείνα τα ψάρια, δεν ξέρουν τελικά τι ψάρι θα τσιμπήσει το δόλωμά τους. Στη θάλασσα της ιστορίας όμως υπάρχουν αρκετοί «ψαράδες» που έχουν σχηματισμένο εκ των προτέρων το ιστορικό τους συμπέρασμα και ύστερα πιάνουν μόνο «ψάρια» που συμφωνούν μ’ αυτό και το «τεκμηριώνουν», αφήνοντας στο βυθό όλα τα άλλα ψάρια που δεν ταιριάζουν ή το διαψεύδουν.

Στην ιστορία του ’21, που είναι μια «θάλασσα» μεγάλη και βαθιά και που έχει όλων των ειδών τις αποδείξεις, είναι συχνό το φαινόμενο «ψαράδων» που ξεκινούν με δολωμένο το συμπέρασμα στο αγκίστρι τους. Έτσι πιάνουν μόνο ψάρια-αποδείξεις της επιλογής τους  και παρουσιάζουν ολόκληρη την ψαριά τους ως εκ των υστέρων απόδειξη του εκ των προτέρων συμπεράσματός τους.

Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για συμπέρασμα, που έχει το ίδιο χρώμα με τις πολιτικές και ιδεολογικές προτιμήσεις των ψαράδων/ιστορικών κάθε εποχής και κάθε πολιτικής παράταξης. Εκείνος που βγαίνει χαμένος στις περιπτώσεις αυτές είναι η (όσον ένεστι) αντικειμενική ιστορική γνώση.

Η αντικειμενικότητα στην ιστορία εύκολα λέγεται, δύσκολα  επιτυγχάνεται. Όλα τα  φίλτρα από τα οποία περνούν τα πολλαπλά γεγονότα και οι διάφοροι συσχετισμοί τους είναι υποκειμενικά. Και τα κοντινά και τα μακρινά. Ο ισχυρισμός ότι η χρονική απόσταση προσφέρει απαθέστερη οπτική, σπάνια επιβεβαιώνεται. Συνηθέστερα, ο ένας φακός, δηλαδή ο υποκειμενικός της εγγύς όρασης,  ακολουθείται από πολλούς διαδοχικούς προϊούσης μακράν όρασης, αλλά όχι λιγότερο υποκειμενικής, οι οποίοι αναπαράγουν το προκαθορισμένο συμπέρασμα. Ούτε και η «αντικειμενικότητα των αριθμών» και των ποσοτικών συγκρίσεων δίνει τη λύση. Είναι καλή για τις πολιτικές διαδικασίες, δεν κάνει για την ιστορία.

Άραγε, δεν μπορούμε να έχουμε μια αντικειμενική οπτική και μια αντικειμενική εικόνα για το ’21; Ίσως όχι.

Μπορούμε, όμως, να έχουμε μια (συναισθηματική) μετακένωση του νοήματός του μέσα μας, αν αφήσουμε στην άκρη όλες τις «γνώσεις» μας και όλες τις «αποδείξεις» μας, όλες τις «ερμηνείες» -όλα όσα βασίζονται στις και τροφοδοτούν τις σημερινές μας αντιθέσεις – και  ατενίσουμε το ’21 στις απλές και μεγάλες γραμμές του, ήτοι:

* Ότι ήταν ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. * Ότι ήταν επανάσταση των ΕΛΛΗΝΩΝ. * Ότι ήταν επανάσταση κατά των ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ.* Ότι ήταν επανάσταση για του ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.* Ότι ήταν επανάσταση που έγινε ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ως έννοια με όλα τα ιστορικά, θρησκευτικά, κοινωνικά, εθνικά, πολιτισμικά συμφραζόμενα.* Και ακόμη, ότι ήταν επανάσταση που, ορίζοντας ακρότατο δίλημμά της το ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ, μεταστοιχείωσε την πολλαπλότητά της…

…(στην οποία χωράνε όλα: Και οι «ερμηνείες» και οι αντίθετες «αποδείξεις» και οι φοβερές αντιφάσεις της και η ιδιοτέλεια και η διχόνοια που την κατασπάραζε…) …

… σε δεοντολογική ΑΠΛΟΤΗΤΑ.

Την αλήθεια για το 21 την προσεγγίζουμε καλύτερα με το φίλτρο της σύμπτωσής μας στην επιλογή της ΟΜΟΝΟΙΑΣ.

Τo ’21 των ανθρώπων και του Θεού

Οι αρματολοί ήθελαν τα αρματολίκια τους και οι κοτζαμπάσηδες τα κτήματα και την εξουσία τους. Οι δεσποτάδες τις επισκοπές και οι καραβοκύρηδες τις στέρνες τους γεμάτες δίστηλα. Οι Φαναριώτες να κάνουν κουμάντο εκεί που οι άλλοι έχυναν το αίμα τους κι αυτοί πουλούσαν μυαλό και καθαρεύουσα. Οι έμποροι τους ανοιχτούς δρόμους και τα χάνια για τα καραβάνια τους και για τα φορτία τους και οι λογιώτατοι τις υπογεγραμμένες και το αττικόν ύφος.

Ο «χύδην όχλος», ο λαός που έβαλε πλάτη και σήκωσε την επανάσταση είχε το μάτι αρπαχτικό στα κτήματα των Τούρκων – στις «εθνικές γαίες» που τις έβγαλαν στο παζάρι οι καταφερτζήδες. Πιο πολύ τον ένοιαζε η απελευθέρωση από τον ζυγό του αφεντικού, παρά η λευτεριά…

Καθένας από όλους, ατομικά και ομαδικά, άλλον στόχο είχε κι άλλα φανταζότανε για το σηκωμό και για τα αποτελέσματά του.Άλλοι τραβούσαν από ’δω κι άλλοι από ’κει. Για του Χριστού την πίστιν την αγίαν οι μεν, για τα ιδανικά της Μασσαλιώτιδας οι δε, για την προ της μάχης της Χαιρωνείας Ελλάδα οι τρίτοι.

Μια Ελλάδα που θα ξέκοβε και από το Πατριαρχείο, αφού η βασική αντίφαση της επανάστασης ήταν πως γινόταν και για τη θρησκεία, μα η θρησκεία ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τον δυνάστη.

Αυτά ακούμε και διαβάζουμε συνέχεια, τον καιρό της αποδόμησης… Πολλά είναι αλήθεια, άλλα τόσα υπερβολές…

Και τότε, πώς έγινε η επανάσταση; Γιατί η εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας ήταν τόσο ραγδαία, που ξέφυγε από κάθε έλεγχο; Πώς έτρεχαν όλοι να δώσουν τον όρκο, άσχετα απ’το τι πίστευαν, άσχετα αν ήταν αρματολοί, κοτζαμπάσηδες, δεσποτάδες, Φαναριώτες, έμποροι, λογιώτατοι ή άνθρωποι του λαού και του… χύδην όχλου;

Αυτό δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν οι επιμελείς ιστορικοί ανατόμοι, όσοι επιδίδονται στη μικροχειρουργική της ελληνικής επανάστασης. Διότι οι «συνιστώσες» και οι «παράμετροι» ήταν όλες αντίθετες. Δεν έκαναν ένα «λογικό οικοδόμημα» -σύμφωνα με τη μεταγενέστερη λογική εργαστηρίου που μετράει την ψυχή με το υποδεκάμετρο. Ενώ η επανάσταση ήταν υπέρ την λογικήν-γιατί ήταν ψυχή και έρως ελευθερίας έως θανάτου. Ασφαλώς, δεν είναι μια μεταφυσική ερμηνεία εκείνη που θα δώσει την ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα για το «θαύμα της ελληνικής επανάστασης». Ωστόσο, και ο λόγος του Κολοκοτρώνη, ότι «ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για την απελευθέρωση των Ελλήνων και δεν την παίρνει πίσω» δεν ήταν ξάστοχος, γιατί η πίστη εμπνέει. Το ’21 των Ελλήνων ήταν και των ανθρώπων και του Θεού.

Τι ήταν το ’21

Τα χρόνια που πέρασαν και οι συνθήκες που άλλαξαν μας κάνουν να βλέπουμε και να φανταζόμαστε το ’21 με ρομαντική διάθεση και πιο πολύ σαν μια περιπέτεια κινηματογραφικών προδιαγραφών. Ζούμε, άλλωστε, σε μια εποχή που βολεύεται ή πάσχει με (και από) διαφορετικά πράγματα. Το ’21 όμως ήταν μια σκληρή και αιμοσταγής πραγματικότητα τόσο άγρια κι απάνθρωπη, που μόνο το «ουκ ην άλλως γενέσθαι» ξαλάφρωνε και δικαίωνε τις πράξεις της. Άραγε, έχουν το δικαίωμα οι «ανθρωπιστές των σαλονιών» και οι «ειρηνιστές των καναπέδων» να μέμφονται το Μεσολόγγι για την αγριότητα και την σκληράδα του;

Να μερικά σπαράγματα από τον Κασομούλη, που λένε «την αλήθειαν και μόνον την  αλήθειαν»:

Ύστερα από ένα ηρωικό γιουρούσι τμήματος της Φρουράς κατά των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ, (τους είχαν κατασφάξει  και τους κυνήγησαν μακριά), έμεινε μια οχυρωμένη θέση των πολιορκητών, από όπου δεν είχαν μπορέσει να τους διώξουν.

«Να πάρωμεν ή να δώσωμεν» (δηλ., να τελειώνει το ζήτημα) έλεγαν τα παλικάρια. Οπότε…

… «Βλέποντες οι στρατηγοί την καλήν διάθεσιν των αξιωματικών και του στρατού, εσυνάχθησαν εις την Λουνέτταν, εις το καλύβι του στρατηγού Γεωργάκη Κίτζιου, να σχεδιάσουν την εκδίωξιν του εχθρού. Εις την συνάθροισιν αυτήν έβλεπες όλην την χάριν και την ευχαρίστησιν εκ της ομονοίας τούτων των ανδρών ζωγραφισμένην εις το πρόσωπόν των».

Γι’ αυτήν την «χάριν και την ευχαρίστησιν εκ της ομονοίας» ας πούμε μόνο, ότι  είναι καταστάσεις και συναισθήματα που τα βιώνουν οι Έλληνες σε κρίσιμες ώρες, όπως έγινε και το 1940. Κι ας πάμε τώρα στη «μορφή» του ’21, την άγρια κι αναπόφευκτη. Να ο Κασομούλης:

«Ο Τζιαβέλας αυτήν την ημέραν, ωσάν λεοντάρι, ώρμησεν από το μέρος εκείνο εις μίαν σκηνήν, όπου ήτο ο Πεβλιάν Αγιάννης (προύχοντας της Πλέβνας)… Οι Τούρκοι δεν επρόφθασαν ούτε ο ένας τον άλλον να ιδούν καν, αλλά ούτε το παραμικρόν από τα όπλα των να λάβουν, αλλά έφευγον ωσάν μία αγέλη, σφαζόμενοι από όπισθεν και παραδιδόμενοι. Ο Πεβλιάν Αγιάννης (διοικητής), καθήμενος και πίνων τον ναργιλέν του, μόλις επρόφθασεν να τον ειπή ο υπηρέτης του «τζικτιλιάρ καλιαντάν» (εβγήκαν από το φρούριον), κι εκεί πίπτει ως αετός ο Τζιαβέλας με το σπαθί εις το χέρι, ομού με τον Στέφον Χειμαριώτην σωματοφύλακάν του. Ο μεν αρπάζει από τα μαλλιά, ο δε του κόπτει την κεφαλήν πριν βγάλη τον ναργιλέν από το στόμα». Στην ίδια έφοδο:

… «Πανστρατιά η Φρουρά, με τα σπαθιά και τα γιαταγάνια μόνον και κουμπούρες, επήδηξαν έξω […] τρομάζουν οι Τούρκοι, αφήνουν όπλα και παν ό,τι  είχε  πλησίον του ο καθείς.

-Αξιωματικούς ( Φράγκους) πιάστε! φωνάζουν οι Έλληνες, οι δε Άραβες:-Ράι (έλεος) καπιτάν!

»Μερικοί Γάλλοι, οίτινες ήσαν εις την υπηρεσίαν (του Ιμπραήμ) και συλληφθέντες εβασανίζοντο, σύροντές τους από τα πόδια οι Έλληνες μανισμένοι, εφώναζαν:

-Παρντόν…, Παρντόν…!».

Καταλαβαίνουμε τώρα, με όλη την ένταση και τη φρίκη, με όλο το πάθος και την έξαρση, τι ήταν η Έξοδος, τι ήταν το ’21, διαβάζοντας τον Κασομούλη. Αυτός ο βλαχόφωνος Μακεδών, ο εναγωνίως γραμματιζούμενος λάτρης της  καθαρεύουσας και σεμνός ήρωας της Εξόδου, είναι μερικές φορές συνταρακτικός στις περιγραφές του. Ας θυμηθούμε την πιο φοβερή και συγκινητική:

«Αποφάσισαν όλοι να φονεύσωμεν όλαις ταις γυναίκες ανεξαιρέτως και τα μικρά παιδιά, επί λόγω να μην προδοθώμεν από τας κραυγάς των (κατά την Έξοδο). Δια να αποφύγωμεν δε την φιλόστοργον συμπάθειαν των πατέρων και αδελφών, απεφασίσθη να σφάξη ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν. Μία τοιαύτη απόφασις επαρακίνησεν τον αρχιερέαν (τον Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ) εν τω άμα να σηκωθή επάνω λέγων: “Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς – αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσατε εμένα. Και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και όλων των Αγίων-και το αίμα των αθώων να πέση εις τα κεφάλια σας”. Εκφώνησε τούτο, εκάθισε και άρχισε να κλαίγη».

Για τελευταίο δείγμα είναι αρκετό να δούμε τους μεσότιτλους του κεφαλαίου των «Ενθυμημάτων» του Κασομούλη, όπου περιγράφονται τα της προετοιμασίας της Εξόδου:

*Το Μεσολόγγι εις τα έσχατα. *Πείνα, το θανάσιμον μήνυμα. *Διανομή αλεύρου με το φλιτζάνι. *Σφαγή όνων, αλόγων, σκύλων, γάτων. *Αρμυρήθρες, ποντικοί και ασθένειαι. *Έσχατον μέτρον, σφαγή αιχμαλώτων και  υπόπτων. *Αιματοποσία…

Και από το κείμενο του Κασομούλη:

«[…] Ο Τζιαβέλας επρόσταξε να φονεύσουν αμέσως τον αγαπημένον του και πιστόν Αράπην τούρκον.

»Αμέσως εφόνευσαν όλους τους ιππείς Μουσουλμάνους (αιχμαλώτους)», αλλά «και χριστιανούς μαστόρους, οπού δούλευαν τον εχθρόν. […] Ο αυτάδελφός μου Μήτρος Κασομούλης έτρεξε και έκοψεν 12 μόνος του εις την ακρογιαλιάν. Ήλθεν γεμάτος αίματα από τα πόδια έως το κεφάλι. Ετρόμαξεν η ψυχή μου. Τον επίπληξα.

– Ε, λέγει, άφησέ με τώρα. Πεντακοσίους κόπτω… Τι μας έμεινε πλέον, παρά να πιούμεν και αίμα…».

Απίστευτη φρίκη; Αναμφισβήτητα. Και «επίπληξη» στην πιο έντονη μορφή. Αλλά πρέπει να ξέρουμε: Το ’21 δεν ήταν μια ταινία καλοκοσμικών ηθών. Η «ταινία»  η πραγματική είναι «ακατάλληλη» για τα ήθη των δικαιοδόχων και αποδομητών του… Μερικοί εκ των οποίων ανακαλούν εντόνως στη μνήμη τούς υπέροχους στίχους από το ποίημα «Λέων αφρικανικός» του Αλ. Μπάρα:

«[…] Η Κυριακή, σαν έρχεται, το ξέρει

από λεπτή διαίσθηση,

την έμαθε, με το συνωστισμό της,

με τ’ αναιδή κυνάρια στων κυριών τις αγκαλιές,

πόρχονται και γαυγίζουνε έξω από το κλουβί του […]»

Είναι κι αυτό μια εικόνα: Λέοντες του 21 και κυνάρια της σύγχρονης αποδόμησης…

Η αμείλικτη λογική της Επανάστασης

Με το σύνθημα…

… «Τούρκος μη μείνει στο Μοριά μήτε στον κόσμο όλο» ξεκίνησε η Επανάσταση. Οι όροι της εποχής δεν άφηναν περιθώρια για ανθρωπισμούς και ανωτερότητες. Αυτή ήταν η αμείλικτη λογική της καθημερινής πράξης και της εποχής.

«Ο θάνατός σου η ζωή μου»-… Αυτό, δε…

… σε κλίμακα όχι ατομική αλλά συλλογική, εθνική-ήταν το μέτρο αντιπαράθεσης. Ο Τούρκος σουλτάνος Μαχμούτ Β΄είχε βάλει πρόγραμμα να σφάξει από τη ρίζα όλη τη φύτρα της ρωμιοσύνης. Θέρισε μόνο τα ψηλότερα στάχυα, ύστερα από δραματική παρέμβαση του σεϊχουλισλάμη του. Αργότερα, δεν είχε καμιά αντίρρηση στο σχέδιο του Ιμπραήμ να ξεριζώσει και να πάει στην Αίγυπτο όλο τον πληθυσμό του Μοριά. Θα έφερναν φελάχους από το Νείλο για αντικατάσταση.

Το σύνθημα έγινε πράξη στην Τριπολιτσά τον Σεπτέμβριο του 1821. Και, νωρίτερα, παντού όπου είχαν εγκατασταθεί τουρκικοί πληθυσμοί, στις περιοχές που πρώτες απελευθερώθηκαν. Οι σφαζόμενοι Έλληνες έσφαζαν Τούρκους. Αποτρόπαιο για σήμερα. Όρος ανυπέρθετος για την επιτυχία της εξέγερσης τότε. Το είπε πρώτος ο εθνικός Ποιητής για την αναδυόμενη ελευθερία: «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή…» Δεν είχαν διαβάσει οι επαναστατημένοι Έλληνες νεωτερική ιστοριογραφία που τους καταγγέλλει για τα άγρια και απάνθρωπα ήθη τους, η ίδια που εμβριθώς συνάγει και δολίως διακινεί το συμπέρασμα ότι είχαν επαναστατήσει κατά της… Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που αποτελούσε μέρος του Οθωμανικού Κατεστημένου!

Το ότι η εξέγερση είχε και θρησκευτικό μαζί με τον εθνικό και κοινωνικό χαρακτήρα λησμονιέται. Το ότι τα «ψηλότερα στάχυα», οι κεφαλές του Γένους που θερίστηκαν, φορούσαν ως επί το πλείστον επισκοπική μίτρα, παραβλέπεται, επειδή, λέει, ήταν συνήθης τακτική της Πύλης, που η ευρεία εφαρμογή της το 21 δεν αξίζει τον κόπο να λαμβάνεται ως στοιχείο των ιστορικών αποφάνσεων

Λένε:

«Αστοχία του σουλτάνου που κρέμασε τον Πατριάρχη. Η Εκκλησία ήταν ο σύμμαχός του. Η πολιτική της ήταν να κρατάει τους πιστούς στα σκοτάδια της αμάθειας. Όσα προβάλλονται  για τα δήθεν  κρυφά σχολειά και για τους τάχα εθνικούς προφήτες, σαν τον Κοσμά τον Αιτωλό, που εξυμνούν οι πατριδοκάπηλοι, είναι παραμύθια».

Τέτοια συμπεράσματα παράγουν οι πολιτικές προτιμήσεις και οι αντιθρησκευτικές επιλογές της αμφισβήτησης στην αναθεωρητική ιστοριογραφία!

Το κρασί του 21 (1)

Μια καίρια έκφραση του ταξίαρχου ε.α. Ιωάννη Ξηρού, σε επιστολή του σε αθηναϊκή εφημερίδα, ότι «το 21 αποτελεί για τους Έλληνες βασικό στοιχείο της εθνικής τους συνείδησης», έδωσε την αφορμή στον γράφοντα να θυμηθεί τι γράφει ο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης για τον Γιάννη Βλαχογιάννη και τι λέει ο ίδιος ο Βλαχογιάννης για το χρέος μας απέναντι στο 21.

Ο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, επιμελητής της περισπούδαστης έκδοσης ( 1957 ) των Απομνημονευμάτων των Αγωνιστών του 21…

… (στη σειρά «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» των Γ. Τσουκαλά και Υιού)…

γράφοντας την εισαγωγή για την επανέκδοση ημερολογίων του Αθηναϊκού Αρχείου, που τα είχε εκδώσει ο Βλαχογιάννης το 1901, κάνει μια εκπληκτική προσέγγιση της προσωπικότητας (και της αφιέρωσης στο έργο του), του ανθρώπου που ανάστησε τον Μακρυγιάννη, και που στο θάνατό του το 1945 τα «Ελεύθερα Γράμματα» αφιέρωσαν άρθρο με τον επιβλητικό τίτλο «Ένας πνευματικός Ηρακλής».

Φυσικά, το θέμα μόνον «άκρω δακτύλω» θα το αγγίσουμε. Δεν εξαντλείται με ένα ή δύο σημειώματα. Μια γεύση μόνο θα μας δώσει η σκιαγράφησή του και η παράθεση ελάχιστων ενδεικτικών αποσπασμάτων που το περιεχόμενό τους δίνει μια ιδέα για το όλον. Στην περίπτωση του Πρωτοψάλτη, και για την υποδειγματική καθαρεύουσά του, που αναδεικνύει το άψογο κάλλος της, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις εκτρωματικής της κακοποίησης.

«Οφείλομεν πράγματι»…

… γράφει ο εμβριθής και ακάματος Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης…

… «πολλά εις τον αείμνηστον Βλαχογιάννην, διότι πρώτος αυτός από του τέλους του παρελθόντος αιώνος ηγάπησε μετά πάθους την ιστορίαν του νέου Ελληνικού έπους

και, μεταφερθείς νοερώς αλλά μονίμως, εις τα ηρωικά εκείνα χρόνια, έζη μεταξύ των πρωταγωνιστών του 21, το οποίον απετέλεσε το μοναδικόν του βίωμα. Τοιουτοτρόπως δεν είναι περίεργον ότι κατά τα τελευταία του έτη ο γέρων σοφός, απηλλαγμένος των βιοτικών του μεριμνών έζη εις την ιδεατήν ατμόσφαιραν των αγωνιστών του 21 και ησθάνετο ως εις εξ εκείνων…[…]».

«Έζη και ησθάνετο ως εις εξ εκείνων», ναι, αυτή είναι η αφοσίωση και η καθοσίωση, κάτι σαν την ψυχική και πνευματική μετάσταση εκείνων που η Εκκλησία μας έχει ανακηρύξει «δια Χριστόν σαλούς».

Το κρασί του 21 (2)

Έχουμε μια κάπως πιο αναλυτική περιγραφή, από τον Εμμανουήλ Πρωτοψάλτη, της ψυχικής και πνευματικής μετάστασης του Γ. Βλαχογιάννη στην ιδεατή ατμόσφαιρα των αγωνιστών του 21, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Γράφει, παραπέμποντας και στον ίδιο τον Βλαχογιάννη:

«[…] Συνέζη με τους κλέφτες και τους αρματολούς και τους Σουλιώτας. Ωμίλει καθημερινώς περί του Μακρυγιάννη, του Ανδρούτσου και του Καραϊσκάκη ως περί παλαιών του γνωρίμων και φίλων, υπέφερε δια τας ατυχίας των και ηγαλλία διά τας νίκας των».

Αρκούν τα τελευταία αυτά λόγια για να μας δώσουν να καταλάβουμε τον έρωτα του Βλαχογιάννη για την ιστορική έρευνα του 21 και τον πόθο του για την ολοκλήρωσή της από τους συνεχιστές του. Ο Εμμ. Πρωτοψάλτης προσθέτει:

«[…] Ιδιαιτέρως ηγάπα και εθήρευε τας γραπτάς πηγάς του απελευθερωτικού αγώνος των Ελλήνων».

Και παραθέτει απόσπασμα του Βλαχογιάννη από το 1901, όταν διαπίστωνε ότι η ιστορική προσέγγιση του 21 ήταν ακόμη ελλιπής.

Βλαχογιάννης: «[…] Ημείς καλώς γινώσκομεν ότι υπάρχει έτι πολύς πλούτος ανέκδοτος ιστορικών απομνημονευμάτων, ημερολογίων, αυτοβιογραφιών κλπ., ίσως σπουδαιότερος του μέχρι τούδε εκδεδομένου […] Αφού λοιπόν το μέγιστον και σπουδαιότατον μέρος των ιστορικών πηγών είναι ανέκδοτον έτι […] δύναταί τις δυστυχώς να βεβαιώση ότι πολύ απέχει ημών ο χρόνος καθ’ ον θ’ απαρτισθή υλικόν ικανόν, ίνα ο εθνικός ιστορικός κατασκευάση μεγαλοπρεπές και επιβάλλον το οικοδόμημα αυτού…».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1913-14, τον καιρό της Ελλάδας που «ηγαλλία δια τας νίκας της», αναζητούσε τον Ποιητή που θα υμνούσε το έπος του 1912-13 όπως είχε κάνει ο Διον.  Σολωμός για την εθνική μας Επανάσταση.

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης το 1901 αναζητούσε τον εθνικό ιστορικό που «θα κατασκεύαζε μεγαλοπρεπές οικοδόμημα του 21».

Αντί γι’ αυτούς,  έχουμε τώρα τους κατεδαφιστές, τους εραστές της αποδόμησης του 21 και του 12-13…

«Πουληταί και αγορασταί»

Διαβάζοντας κάποιος  την ιστορία του 21 γραμμένη από τους πρωταγωνιστές του (όσους επέζησαν και είχαν την ευκαιρία να γράψουν οι ίδιοι ή να υπαγορεύσουν τα απομνημονεύματά τους) σχηματίζει συχνά την εντύπωση ότι τη διαβάζει ανάποδα. Τα ανθρώπινα πάθη και η σύγκρουση συμφερόντων, που οδήγησαν , άλλωστε, στις εμφύλιες συγκρούσεις διαρκούσης της Επαναστάσεως και την έφεραν στο χείλος της καταστροφής, κυριαρχούν σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι μεν να κατηγορούν τους δε ως τουρκολάτρες, προδότες και τουρκοπροσκυνημένους. Αν τους πίστευε κανείς όλους θα έβγαζε το συμπέρασμα  ότι η εθνεγερσία δεν ήταν έργο μιας γενιάς ηρώων αλλά ένα αιματηρό αλισβερίσι ανθρώπων με ύποπτα κίνητρα και εγωιστικές φιλοδοξίες, ένα πεδίο ανάδειξης των χειρότερων ελληνικών ελαττωμάτων.

Αυτή η φαινομενικά τεκμηριωμένη, αλλα παραπλανητική εικόνα είναι εκείνη που έστελνε τους «ούριους ανέμους» στα πανιά της ενδημούσης αποδομητικής ιλαράς, η οποία ταλαιπώρησε την ιστορική επιστήμη στη χώρα μας, επειδή τα «παιδιά» της που την «κόλλησαν» από την προχωρημένη ευρωπαϊκή διανόηση της διάλυσης των πάντων δεν έβρισκαν τίποτε καλύτερο για να παίξουν το γιογιό της νεωτερικότητας.

Φυσικά, η αληθινή ιστορία δε βγαίνει από αυτές τις ανθρώπινες εμπάθειες, που από τον καιρό του Θουκυδίδη ξέρουμε πως προσιδιάζουν στους Έλληνες. Πέρα από τα επιμέρους χρήσιμα ιστορικά στοιχεία, που μπορεί να υπάρχουν στις προσωπικές αναφορές και αποτιμήσεις των απομνημονευματογράφων, όταν μάλιστα δίνουν τη δυνατότητα για αντιπαραβολές και επαληθεύσεις ή διαψεύσεις, έτσι ώστε τελικά να προβάλλεται συνθετικά το 21 με το πραγματικό μεγαλείο του, χρήσιμη είναι και η εξ αυτών γενικότερη επιβεβαίωση των διαπιστώσεων του Θουκυδίδη για κάποια σταθερά ελληνικά χαρακτηριστικά: Η εγωπρωτία και η συνακόλουθή της διχόνοια, η δολερή κατά τον εθνικό μας ποιητή, συνυπάρχουν με τις μεγάλες εξάρσεις και την συλλογική αυταπάρνηση, από τις οποίες εξεπήγασε το «Ελευθερία ή θάνατος».

Ως ακραίο παράδειγμα εμπαθούς, αμάρτυρης και «ανάποδης» ιστορίας μπορεί να θεωρηθεί η «καταγγελία» του Κανέλλου Δεληγιάννη (γόνου μεγαλοκοτζαμπάσικης οικογένειας της Πελοποννήσου, αλλά και ενεργού μέλους μιας πλειάδος ηρωικών πρωταγωνιστών των πολεμικών επιχειρήσεων για την απελευθέρωσή της), ότι για την πτώση του Μεσολογγίου έφταιγαν οι υπερασπιστές του!

«Τοιούτον πολυώδυνον τέλος», γράφει, «έλαβε το ποτέ ένδοξον Μισολόγγι, ένεκα της ακορεστίας και της απανθρώπου αισχροκερδείας  και των καταχρήσεων των εν  αυτώ πολιορκηθέντων οπλαρχηγών».

Αυτονόητη είναι η οργή κι η αποδοκιμασία για μια τέτοια δηλητηριώδη και βέβηλη κατηγορία. Ωστόσο, δε μειώνει το ενδιαφέρον για μια άλλη αναφορά του, σχετικά με την αποφασισθείσα τότε εκποίηση εθνικών γαιών, προκειμένου το προϊόν της να διατεθεί για την ενίσχυση της άμυνας του Μεσολογγίου. Μια περιγραφή υπεράνω πάσης…περιγραφής:

«Αυθημερόν έγινεν ο νόμος και ήρχισαν και κατέβαλλον χρήματα βουλευταί και  εκτελεσταί, υπουργοί και υπάλληλοι πολιτικοί και ηγόρασαν γαίας και επλήρωναν το 1/20 ή το 1/15 της αξίας των. Και συνάξασα η Κυβέρνησις αρκετήν ποσότητα χρημάτων έστειλεν αμέσως όσα ηδυνήθη. Τότε δε έλεγον οι Έλληνες:“Βουλευταί και εκτελεσταί*, πουληταί και αγορασταί».

Βέβαια, στην γλαφυρότητα της περιγραφής θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι υπορρρέει ένας εξυγιαντικός σαρκασμός, αλλά μπορεί να  γίνει και μια διαφορετική ανάγνωσή της: Η προθυμία για την αγορά γαιών και την άμεση καταβολή χρημάτων συνάδει με την κρισιμότητα των περιστάσεων. Σπεύδουν να ανταποκριθούν στην επείγουσα ανάγκη για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Έστω και … επικερδώς! Ένα άλλο παράδειγμα είναι η κριτική που ασκείται στη δογματική μονομέρεια της “προοδευτικής ιστορικής σκέψης”, η οποία, εκ προοιμίου πολιτικού, σπεύδει να ερμηνεύσει τη νεότερη ελληνική ιστορία με όρους που διαχωρίζουν και αντιπαραθέτουν τους “καλούς” και τους “κακούς” Έλληνες, ανάλογα με την τάξη στην οποία ανήκουν ή με τα ταξικά συμφέροντα που εξέφρασαν και υπηρέτησαν. Η κριτική αυτή είναι ορθή, αλλά στα όριά της. Τα οποία όρια μπορεί να μην είναι ακριβώς εκείνα που διαγράφει μια συνθετική και “πανθεϊστική” αντίληψη της ιστορίας (η οποία δικαιώνει και τον κοτσάμπαση και τον αρματολό και τον Αντώνη Οικονόμου και τους Κουντουριώτες και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα), οπωσδήποτε όμως απαιτούν νηφαλιότητα ανεπηρέαστη από την οπτική της σημερινής συγκυρίας και, προπάντων, απαθή ανάγνωση και αναγνώριση της συγκυρίας κάθε εποχής.

* «εκτελεσταί»: Μέλη του Εκτελεστικού, σε αντιδιαστολή με τα αντίστοιχα του Βουλευτικού, βάσει της συνταγματικής, από τότε κιόλας, διάκρισης των εξουσιών.

 Ο Γεράσιμος Δώσσας είναι Δημοσιογράφος. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας- Θράκης.

Ανασκόπηση της δράσης των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μέτωπο του Αφρίν

1

Μέσα από μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη, ο διεθνολόγος Νικόλαος Παούνης σχολιάζει και εκτιμά τη δράση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μέτωπο του Αφρίν. Η παρακάτω συνέντευξη φωτίζει τη δράση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο με σαφείς προεκτάσεις και στο στρατηγικό.

Γιάννης Νικήτας, Ποια η εκτίμηση σας για τη δράση των ΤΕΔ στο Αφριν;

Νικόλαος Παούνης, Θα απαντήσω σύμφωνα με το πρόσφατο άρθρο που συνέταξα από κοινού με το συνάδελφο μου Ζήνωνα Τζιάρρα.

Τα συμπεράσματα από το στρατιωτικό πεδίο των επιχειρήσεων έχουν ως εξής:

1. Μαζική χρήση συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος (ήτοι μεγάλος όγκος πυρός) έναντι ενός πολυπληθέστερου, πλην όμως ανεπαρκώς εξοπλισμένου αντιπάλου (ωστόσο το YPG διέθετε MPADS & ATGM’S).
2. Εφαρμογή νέων μορφών πολέμου, πέραν των 3 κλασσικών «χώρων» (domains).
3. Χρήση τεχνασμάτων παραπλάνησης.
4. Εμπλοκή οπλικών συστημάτων αμιγώς τουρκικής σχεδίασης και κατασκευής. Ακόμη και τα αεροσκάφη F-16 αποτελούν συμπαραγωγή και κατασκευάστηκαν στην Τουρκία.
5. Λήψη και ανανέωση πληροφοριών από αέρος, σε 24ωρη βάση.

Η συμμετοχή των Τ.Ε.Δ. αφορά την εμπλοκή τακτικών συγκροτημάτων επιπέδου Τάγματος (ή Επιλαρχίας) και κάτω (Λόχων, Ιλών κτλ), και όχι το δυναμικό της εκάστοτε Ταξιαρχίας συλλήβδην. Καθ’ αυτόν τον τρόπο διαπιστώσαμε ότι προς το Gaziantep και το Hatay πέραν των δυνάμεων της 2ης Στρατιάς (Ikinci Ordusu), ενεπλάκησαν πολεμικά μέσα από την 1η Στρατιά (4η, 55η, 65η & 66η Μ/Κ Ταξ. ΠΖ), από την 3η Στρατιά (4η, 51η Ταξ. και 4η, 10η, 49η ΤΑΞ. Κ/Δ), και επιπλέον ειδικές δυνάμεις από τη Στρατιά Αιγαίου. Η απόκτηση πολεμικής εμπειρίας από το σύνολο των Σχηματισμών και η μεταλαμπάδευση των στα υπόλοιπα στελέχη, θα συμβάλει καταλυτικά στην επαύξηση του αξιόμαχου του τουρκικού στρατεύματος.

Το Πολεμικό Ναυτικό της Τουρκίας απέστειλε δυνάμεις Πεζοναυτών και SAS από τη Foça.

Η Πολεμική Αεροπορία συμμετείχε εκ περιτροπής με 72 αεροσκάφη (64 F-16 & 6-8 Terminator) επιχειρώντας από το Diyarbakır και το Erhaç. Τα αεροσκάφη πραγματοποίησαν προσβολές από μεγάλα ύψη για να αποφύγουν τα εχθρικά φορητά αντιαεροπορικά συστήματα, αλλά οι κρούσεις ήταν εξαιρετικά επιτυχείς καθώς χρησιμοποιήθηκαν νέας γενιάς ατρακτίδια σκόπευσης Sniper και πυρομαχικά υψηλής ακρίβειας όπως τα GBU-31 JDAM και οι αντίστοιχες εγχώριες HGK-1. Παράλληλα καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ωρου, λαμβάνονταν πληροφορίες από αέρος μέσω συστημάτων SIHA (αλλά και μίνι-UAV), τα οποία μπορούσαν να προσβάλουν απευθείας στόχους με πυρομαχικά MAM-L, ενώ αναγνωρίσεις εκτέλεσαν και αεροσκάφη F-16CCIPμε ατρακτίδια DB-110.

H επιχείρηση υλοποιήθηκε ως εξής: Πρώτιστος στόχος η εκκαθάριση της οροσειράς Kurd–Dagh και στη συνέχεια κατάληψη του πεδινού τμήματος του καντονιού. Από τις 20 Ιανουαρίου, άρχισε η διείσδυση στο καντόνι από τα βόρεια και τα δυτικά (6 μικρά προγεφυρώματα τα οποία εν συνεχεία συνενώθηκαν σε 3 μεγαλύτερα), ενώ σημειώθηκε έναρξη επέκτασης του προγεφυρώματος της προηγούμενης επιχείρησης από τα ανατολικά στις 26 Ιανουαρίου. Στις 28 Ιανουαρίου καταλήφθηκε το στρατηγικής σημασίας όρος Bursaya ενώ μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου εκκαθαρίσθηκαν τα υψώματα στις περιοχές Rajo και Bulbul, για να κατέλθουν τελικά τα τουρκικά στρατεύματα στην κωμόπολη Jinderesφτάνοντας σε απόσταση 20 χλμ. από την πόλη του Αφρίν.

Πως αξιολογείτε την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού σε τακτικό, επιχειρησιακό και στρατηγικό επίπεδο;

Αναμφίβολα η Τουρκία μέσα από τις 2 επιχειρήσεις την«Fırat Kalkanı» το 2016, και την πρόσφατη  «ZeytinDalı» μετέθεσε χρονικά ή ανέβαλε επ’ αορίστου μια ανεπιθύμητη κρατογένεση στην περιοχή. Παράλληλα έχει εξαρθρώσει μεγάλο τμήμα των επιθετικών δυνατοτήτων του PKK με 2 αξιόλογες στρατιωτικές επιχειρήσεις το 2012 στο Şemdinli, και το 2015 στο Cizre. Επομένως αφενός εξουδετερώνει συστηματικά μια απειλή κατά της εδαφικής της κυριαρχίας λειτουργώντας ως ορθολογικός δρών, αφετέρου καθίσταται ο 3ος κυριότερος ρυθμιστικός παράγοντας στη συριακή σκακιέρα (μετά τη Ρωσία και τις ΗΠΑ), διαμορφώνοντας τη μεταπολεμική Συρία, σύμφωνα και με τα οικεία συμφέροντα.

Τι ξεχωρίσατε περισσότερο στον τρόπο ενέργειας των ΤΕΔ; Πως αξιολογείτε το αξιόμαχο των ΤΕΔ στο Αφριν; Διαπιστώσατε κάποια νέα επιχειρησιακή ικανότητα;

Αξιοπρόσεκτη είναι και η ευπροσαρμοστικότητα την οποία επέδειξαν οι Τούρκοι επιτελείς στα νέα δεδομένα που προέκυψαν επί του πεδίου συγκρούσεων. Επί παραδείγματι, μετά τις πρώτες απώλειες αρμάτων στην Al Bab, εγκατέστησαν με το χαρακτήρα του κατεπείγοντος, συστήματα APS (Pulat αντίγραφα του Zaslon-L) σε 200 άρματα μάχης, και στις αρχές Φεβρουαρίου μετακίνησαν προς το Αφρίνεκσυγχρονισμένα άρματα Fırat, με αποτέλεσμα να εκμηδενιστούν οι απώλειες MBT. Η χρήση των ΤΘ ήταν η ενδεδειγμένη βάσει της ανυπαρξίας αντίπαλου τακτικού στρατεύματος, και χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο σε ρόλο υποστήριξης του ΠΖ.

Επίσης εφάρμοσαν νέες μορφές πολέμου σε όλο το εύρος του θεάτρου επιχειρήσεων, χρησιμοποίησαν οπλικά συστήματα τουρκικής κατασκευής (π.χ. τυφέκια MPT-76, οχήματα Kobra, Kirpi (με αντίγραφα θωράκισης γρίλιας κατά αντιαρματικών βλημάτων), Ejder, τεθωρακισμένα ACV-15, ΠΕΠ Τ-122 Sakaryaκ.α.), και τέλος προχώρησαν έτι μια φορά στην εφαρμογή της Multi–Domain Battle πολεμώντας πέρα από τις 3 γνωστές διαστάσεις.

Αξιοπρόσεχτα τα ασπίδια των Α/Α πυροβόλων για τα οχήματα των Özgür Suriye Ordusu (ÖSO), τα οποία διασφάλισαν την επιβίωση του χειριστή των πυροβόλων.

Ποιες οι επόμενες κινήσεις της Τουρκίας στη περιοχή;


Η Τουρκία σκοπεύει να κινηθεί προς την Manbij όπου σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις, για να εκδιώξει και από την Ιεράπολη το κουρδικό στοιχείο. Δια τούτο διαβουλεύονται με τους Αμερικανούς διμερείς επιτροπές που συστάθηκαν σε επίπεδο υψηλόβαθμων αξιωματούχων, ώστε να εξομαλυνθούν οι διακρατικές σχέσεις. Παράλληλα έγιναν «κρούσεις» προς την Ιρακινή κυβέρνηση για μια κοινή επιχείρηση στο βόρειο τομέα της χώρας, ώστε να εξαλειφθεί και από την περιοχή του Sinjar η κουρδική απειλή. Εν τέλει, η Τουρκία υλοποιεί πλήρως το βραχυπρόθεσμο στρατιωτικό της σχεδιασμό, όπως ήταν ήδη γνωστός από το 2012.

Η πτώση του Αφριν σηματοδοτεί νέες εξελίξεις σε Αιγαίο κ Ανατολική Μεσόγειο;

Οι σχεδιασμοί της Τουρκίας είναι αλληλένδετοι. Έχω αναφέρει από τον Ιανουάριο ότι θα κινηθεί το τρέχων δίμηνο προς την κυπριακή ΑΟΖ, διότι τούτο δήλωσε ο Υπουργός Ενέργειας της Τουρκίας Berat Albayrak, λίγο μετά την απόκτηση του γεωτρύπανου Deepsea Metro II. Στο Αιγαίο η Τουρκία θα συνεχίζει να ασκεί πίεση προς την Ελλάδα, αλλά μετά την πτώση της Αφρίν, οιπροκλήσεις θα εκδηλωθούν με αυξημένη δριμύτητα, εξαιτίας του κλίματος θριαμβολογίας, της υπερεκτίμησης των ικανοτήτων και της αύξησης του στρατιωτικού γοήτρου. Τώρα ελλοχεύει ο κίνδυνος να προκληθεί το απευκταίο, εξαιτίας εσφαλμένων υπολογισμών οι οποίοι προκύπτουν από την υπερτίμηση της στρατιωτικής δεινότητας των.   

Δεδομένου ότι υπήρχε τουρκική υπέροχη στη μάχη του Αφρίν, η πόλη καταλήφθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα εντός των προβλεπόμενων Ορίων ή υπήρξε πύρρειος νίκη;

Οι ΤΕΔ και οι FSA ενεπλάκησαν σε μάχες «εκκαθάρισης» κατοικημένων περιοχών (ουσιαστικά σώμα με σώμα), οικία προς οικία, οπότε δεν είμαι σε θέση να διατυπώσω αξιολογική κρίση περί της ταχείας η μη έκβασης των επιχειρήσεων.

Καθυστερήσεις παρατηρήθηκαν την πρώτη εβδομάδα των επιχειρήσεων εξαιτίας σφοδρής βροχόπτωσης η οποία δυσχέρανε την κίνηση των τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων εξαιτίας της ακαταλληλότητας του εδάφους (δια τούτο μεταφέρθηκαν στην περιοχή ακτόδρομοι), και στο διάστημα 4-9 Φεβρουαρίου καθώς η Ρωσία «έκλεισε» τον εναέριο χώρο της Αφρίν μετά την κατάρριψη ρωσικού Su-25 από τζιχαντιστές. To ζήτημα επιλύθηκε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ των κυρίων Putin– Erdoğan, ωστόσο οι χερσαίες δυνάμεις στερήθηκαν επί ένα πενθήμερο πολύτιμες πληροφορίες και φυσικά αεροπορική υποστήριξη.Γενικότερα όμως η εκτίμηση περί «αργής» προόδου ενόσω εξελισσόταν οι μάχες στο Raco και στο Bulbulισχύει, αλλά η πόλη της Αφρίν κατελήφθη εν μέσω μιας νυκτός.

Τι απαντάτε σε όλους όσους πίστευαν οτι το Αφριν θα είναι ένας πόλεμος φθοράς για τη Τουρκία ή ένα νέο Βιετνάμ;

Οπωσδήποτε ο ισχυρισμός είναι υπερβολικός, προέρχεται από γνωστούς ιδεολογικούς χώρους «ευσεβοποθιστών», και δείχνει την εσωστρέφεια και την αποτυχία της εγχώριας ανάλυσης. Προσωπικά είχα διατυπώσει αντίθετες απόψεις σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις (ανηρτημένες δημοσίως στο διαδίκτυο), και υπήρξε πλήρης επιβεβαίωση των εκτιμήσεων αυτών, διότι βασίστηκαν στους αριθμούς, στην προσεκτική εξέλιξη της επιχείρησης πάνω στο χάρτη, αλλά και στο πεδίο της σύγκρουσης.

Όσον αφορά τις απώλειες προσωπικού αυτές κυμάνθηκαν σε 0,79 θανάτους ανά ημέρα επιχειρήσεων, ποσοστό το οποίο προφανώς καταδεικνύει ότι οι αναφορές περί «τουρκικού Βιετνάμ στη Συρία» απέχουν παρασάγγας από την πραγματικότητα. Εκτιμώ ότι η κουρδική πολιτοφυλακή κατέρρευσε κάτω από το βάρος της ισχύος μιας ανώτερης πολεμικής μηχανής, και το έδαφος της Συρίας δεν ευνοεί την πραγματοποίηση ανορθόδοξων επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Περιμένουμε να δούμε τις εξελίξεις σε Manbij και Sinjarγια να τοποθετηθούμε εκ νέου. 

https://defencereview.gr/anaskopisi-tis-drasis-ton-toyrkikon-enoplon-dynameon-sto-metopo-toy-afrin/