Αρχική Blog Σελίδα 2805

Η έλλειψη μεταρρυθμίσεων θα διαλύσει την ευρωζώνη

0
  • του Wolfgang Münchau/FT/euro2day

Η έξοδος από το ευρώ είναι ένα ατύχημα για το οποίο πρέπει να είσαι προετοιμασμένος, όχι ένα αποτέλεσμα που αναζητείς. Ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική της νέας ιταλικής κυβέρνησης και πού πρέπει να αναζητήσει συμμαχίες.

Για κακή μας τύχη, υπάρχουν τόσο πολλοί Ευρωπαίοι που αντιμετωπίζουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σαν μία κίνηση καλής πίστης. Η συζήτηση για το Brexit προκαλεί διαμάχη μεταξύ των φιλοευρωπαϊστών, που πραγματικά πιστεύουν σε αυτή και των άθεων σκεπtικιστών, γεγονός που εξηγεί γιατί συζητάμε για δύο παράλογες προτάσεις: Ένα δεύτερο δημοψήφισμα και ένα σκληρό Brexit.

Οι Ιταλοί αντιμετωπίζουν το ερώτημα της δικής τους συμμετοχής στο ευρώ με παρόμοιο τρόπο. Ή ανήκεις στο ένα στρατόπεδο ή στο άλλο. Αν ανήκεις, όπως εγώ, κάπου στη μέση, αισθάνεσαι μπερδεμένος. Πιστεύω ότι είναι λογικό για μία χώρα που δοκιμάζεται, όπως η Ιταλία, να παραμείνει στην ευρωζώνη, για όσο διάστημα υπάρχει και η παραμικρή ελπίδα ότι η σχέση είναι βιώσιμη.

Ήταν ο άνευ όρων ευρωπαϊσμός των προηγούμενων ηγετών της Ιταλίας που ενίσχυσε την τρέχουσα εθνικιστική αντίδραση. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις δέχθηκαν ευρωπαϊκή νομοθεσία, η οποία ήταν θεμελιωδώς ενάντια στα ιταλικά συμφέροντα.

Υπήρξε κανόνας για να υπολογιστεί η συνεισφορά της Ιταλίας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, την ομπρέλα διάσωσης του μπλοκ, σε σχέση με τον υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου ελλείμματος. Ακολούθησε η αποδοχή του νόμου για την εκκαθάριση τραπεζών που άφηνε χιλιάδες Iταλούς αποταμιευτές χωρίς προστασία. Και το χειρότερο από όλα ήταν η συμφωνία το 2012 για αποδοχή του δημοσιονομικού συμφώνου (fiscal compact), που ουσιαστικά απαιτεί από την Ιταλία να έχει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Αν οι προηγούμενοι pρωθυπουργοί δεν ήταν τόσο δεκτικοί, η αντιευρωπαϊκή αντίδραση θα ήταν πιο ήπια.

Θεωρώ ότι ήταν ανόητη κίνηση, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λίγκα να έχουν εγείρει ζήτημα πλήρους αντιπαράθεσης με την ΕΕ, με τον τρόπο που το έκαναν. Η ιδέα να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαγραφή του ιταλικού χρέους, που αγοράζει ως μέρος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, ήταν τρελή. Η ιδέα εμφανίστηκε σε ένα πρώτο προσχέδιο της συμφωνίας συνασπισμού και εγκαταλείφθηκε αργότερα. Ηταν παράλογη από πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς, το μεγαλύτερο μέρος του ιταλικού χρέους διακρατείται από την Τράπεζα της Ιταλίας, όχι την ΕΚΤ. Αν θέλουν να τα βάλουν με την ευρωζώνη, πρέπει να γίνουν πιο ευφυείς.

Η πρώτη συμβουλή μου είναι να αφήσουν τη μονομέρεια και να συνδιαλλαγούν -να θέσουν όρους που θα επέτρεπαν στην Ιταλία να παραμείνει και να ευημερήσει στην ευρωζώνη.

Ως πρώτη προτεραιότητα, ο Τζουζέπε Κόντε, ο Ιταλός πρωθυπουργός, θα πρέπει να έχει μία δυνατή θέση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αυτού του μήνα, όσον αφορά τη συζήτηση για τη διακυβέρνηση της ευρωζώνης. Η Άγκελα Μέρκελ έχει ουσιαστικά απορρίψει όλα τα στοιχεία μεταρρύθμισης που έχει προτείνει ο Εμανουέλ Μακρόν. Ο κ. Κόντε θα πρέπει να σκεφθεί την υποστήριξη του Γάλλου προέδρου για να κάνει τη Γερμανίδα καγκελάριο να καταλάβει τα υπερβολικά κόστη ενός γερμανικού «όχι». Ο Πέδρο Σάντσεθ, ο ηγέτης του σοσιαλιστικού κόμματος που ορκίστηκε το Σάββατο ως πρωθυπουργός της Ισπανίας, μπορεί να βοηθήσει για να ενισχυθεί μία τέτοια συμμαχία.

Ο κ. Κόντε πρέπει να υπογραμμίσει ότι μία ευρωζώνη χωρίς μεταρρυθμίσεις έχει μικρή πιθανότητα να επιζήσει. Μέχρι σήμερα, το καλύτερο επιχείρημα για την Ιταλία και την παραμονή της στο ευρώ είναι η ελπίδα ότι τελικά θα μεταρρυθμιστεί. Αν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, το επιχείρημα αλλάζει. Δεν είναι η ιταλική πολιτική που σκοτώνει το ευρώ, αλλά η έλλειψη μεταρρυθμίσεων στην ευρωζώνη και το τεράστιο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας.

Ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσει κανείς την ευρωζώνη είναι από μέσα. Η Ιταλία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το βάρος της στους επερχόμενους διορισμούς στις πιο σημαντικές θέσεις της ΕΕ: αυτές των προέδρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της ΕΚΤ.  Υπάρχουν ντιλ και συμβιβασμοί που θα γίνουν. Μη μιλάτε για μονομερή έξοδο, μέχρις ότου όλα τα άλλα αποτύχουν.

Δεύτερον, η κεϋνσιανή δημοσιονομική ώθηση που σκιαγραφήθηκε από την κυβέρνηση συνασπισμού της Ιταλίας έχει καλές προθέσεις, αλλά είναι πολύ μεγάλη. Πρέπει να ρίξουν τους τόνους και να συνοδεύσουν μία ήπια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με κάποιες στοχευμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα, στο δικαστικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση.

Τρίτον, δεν βλάπτει ένα γνήσιο «plan B», μία λίστα από μέτρα για να αποχωρήσει, αν μία κρίση κάνει τη συμμετοχή στην ευρωζώνη μη βιώσιμη. Θα μου προκαλούσε έκπληξη αν η προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχε ένα τέτοιο σχέδιο, χωμένο βαθιά στα συρτάρια της. Ωστόσο, ως plan A θα πρέπει να απορριφθεί: δηιουργώντας μια κατάσταση που θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην έξοδο από την ευρωζώνη. Ήταν οι υποψίες ενός τέτοιου σχεδίου που έπεισαν τον Σέρτζιο Ματαρέλα, τον Ιταλό πρόεδρο, να ασκήσει βέτο στον Πάολο Σαβόνα ως υπουργό Οικονομικών.

Και τέλος, μη σκεφτείτε καν να ζητήσετε από το εκλογικό σώμα να ψηφίσει για τη συμμετοχή της Ιταλίας στο ευρώ. Αυτό θα ήταν αυτοκαταστροφικό για οποιονδήποτε πολιτικό τολμήσει να θέσει τέτοια ερωτήματα. Η έξοδος από την ευρωζώνη είναι ένα ατύχημα για το οποίο πρέπει να είσαι προετοιμασμένος, όχι ένα αποτέλεσμα που αναζητείς. Αμφιβάλλω αν θα μπορούσε μία ιταλική κυβέρνηση να επιζήσει από αυτό.

Για τους υπόλοιπους από μας, πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτή τη νέα κυβέρνηση σαν ένα αναπάντεχο σοκ. Η λαϊκίστικη κυβέρνηση είναι η λογική επίπτωση 20 ετών οικονομικής κακοδιαχείρισης από τα κεντροαριστερά και κεντροδεξιά κόμματα. Αυτά προκάλεσαν το χάος.

Αν είστε πράγματι υπέρ του ευρώ, η συμβουλή μου είναι να σταματήσετε να αντιμετωπίζετε το ευρώ ως θέμα πίστης και να αγωνιστείτε για τη βιωσιμότητά του. Αυτή η μάχη δεν μπορεί να κερδηθεί μόνο στην Ιταλία. Απαιτεί μεγάλες πολιτικές αλλαγές και στις Βρυξέλλες.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Άγριο «τρολάρισμα» της «Μοσάντ» σε Ερντογάν-Απειλές θανάτου

0
Ένας λογαριασμός στο twitter με το όνομα «Τhe Mossad», το όνομα της περιβόητης Μυστικής Υπηρεσίας του Ισραήλ, ήταν αρκετός για να εκνευρίσει τους Τούρκους και ειδικότερα τους φανατικούς οπαδούς του Ερντογάν. Στην πραγματικότητα, αυτός ο λογαριασμός ξεκίνησε ως φάρσα πριν από περίπου δυο χρόνια, καταφέρνοντας να μαζέψει μέχρι 73 χιλιάδες ακόλουθους (!). Ωστόσο, ο συγκεκριμένος λογαριασμός ακολουθεί μόνο ένα άτομο, τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Με αφορμή το ευρύτερο κλίμα αντισημιτισμού που καλλιεργεί στο εσωτερικό της χώρας ο Ερντογάν και τις κατηγορίες ότι οι Εβραίοι βρίσκονται πίσω από την αντιπολίτευση και την οικονομική κατάρρευση της χώρας, ο λογαριασμός ανεβάζει συχνά αναρτήσεις οι οποίες κοροϊδεύουν τον Τούρκο πρόεδρο και τις δηλώσεις του.

The Mossad@TheMossadIL
Want to know something?
Last week we trolled Erdogan. This account was flooded with death threats in Turkish against Israel. We have diplomatic relations with Turkey.

This week we trolled Khamenei. This account was flooded with support in Persian for Israel & .

(Την προηγούμενη βδομάδα τρολάραμε τον Ερντογάν. Αυτός ο λογαριασμός πλημμύρισε με θανάσιμες απειλές στα τουρκικά εναντίον του Ισραήλ. Έχουμε διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία)



(Οι πράκτορές μας κατάφεραν να διεισδύσουν στο γραφείο του Ερντογάν [..])

Οι αντιδράσεις των Τούρκων ήταν ακραίες, με αρκετούς μάλιστα από αυτούς να πιστεύουν πως οι αναρτήσεις γίνονται από επίσημο λογαριασμό της Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών του Ισραήλ.

Σύμφωνα με την Jerusalem Post, τον λογαριασμό «Τhe Mossad» έχει ο Shawn Eni, ένας Καναδός που ζει στο Modi’in και εργάζεται στον κλάδο της πληροφορικής.
Έτσι, ο Ένι άρχισε να κάνει αστείες αναρτήσεις με διάφορες θεωρίες συνωμοσίας για τις οποίες συχνά κατηγορούνται οι Εβραίοι και η ίδια η Mossad. Με αυτό τον τρόπο κερδίζει συνεχώς ακόλουθους από όλο τον κόσμο.
Πηγή: Σημερινή/infognomon.gr

Η συμμαχία υπέρ του Άσαντ διαλύεται

0

Πώς οι ΗΠΑ μπορούν αντισταθούν έναντι του Ιράν στην Συρία
Περίληψη:

Το Ιράν προσπαθεί τώρα να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του στην Συρία για να ασκήσει στρατηγική πίεση στο Ισραήλ. Ο Άσαντ δεν θέλει πόλεμο με το Ισραήλ, μια στρατιωτική δύναμη ικανή να προκαλέσει σημαντικές ζημιές στο εσωτερικό της Συρίας και να υπονομεύσει την προσπάθειά του για σταθεροποίηση και εξομάλυνση. Οι Ρώσοι επιθυμούν επίσης να αποφύγουν μια συριακή διαμάχη με το Ισραήλ. Επίσης, η Χεζμπολάχ έχει επιφυλάξεις για μια σύγκρουση με το Ισραήλ.

Ο ILAN GOLDENBERG είναι ανώτερος συνεργάτης και διευθυντής του Προγράμματος Ασφαλείας της Μέσης Ανατολής στο Center for a New American Security.
Ο NICHOLAS A. HERAS είναι υπότροφος του Προγράμματος Ασφαλείας της Μέσης Ανατολής στο Center for a New American Security.

Σε ομιλία του στις 21 Μαΐου σχετικά με την στρατηγική των ΗΠΑ μετά την απόφαση του προέδρου Donald Trump να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, υιοθέτησε σκληρούς τόνους [1], υποσχόμενος να αντιμετωπίσει το Σώμα της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς [IRGC] του Ιράν [2] και τα πολυεθνικά δίκτυα των σιιτικών πολιτοφυλακών σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αλλά τα ηχηρά λόγια δεν έχουν ακόμη συνδυαστεί με δράση. Για χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες αγωνίστηκαν να καταλήξουν σε μια στρατηγική για την ανάσχεση και τελικά την ανατροπή της ιρανικής επιρροής στην Συρία, το πιο έντονα διαμφισβητούμενο πεδίο μάχης στη Μέση Ανατολή.

05062018-1.jpg

Ο Rouhani, ο Erdogan και ο Putin στην Άγκυρα, τον Απρίλιο του 2018. UMIT BEKTAS / REUTERS
———————————————————————–

Αυτό ίσως να επίκειται να αλλάξει, χάρη σε ένα αναδυόμενο ρήγμα στην συμμαχία που υποστηρίζει τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ [3]. Από τη μια πλευρά του χάσματος είναι το Ιράν, το οποίο επιδιώκει να εδραιώσει τα κέρδη του στην Συρία για να ασκήσει στρατιωτική πίεση στο Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, είναι το καθεστώς Assad, η Χεζμπολάχ και η Ρωσία, που φοβούνται ότι μια μεγάλη σύγκρουση με το Ισραήλ θα μπορούσε να υπονομεύσει αυτά για τα οποία έχουν πολεμήσει στο Λεβάντε κατά την τελευταία δεκαετία. Αυτές οι διαιρέσεις ίσως τελικά να δώσουν στην Ουάσιγκτον την ευκαιρία που επιδιώκει για να ελέγξει τις φιλοδοξίες της Τεχεράνης στην Συρία.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΙΑΛΥΣΗ

Η θέση του Assad σήμερα είναι τόσο ισχυρή όσο και από το 2012, όταν η ένοπλη αντιπολίτευση της Συρίας άρχιζε να κερδίζει έδαφος. Κατά τα τελευταία δύο χρόνια, το καθεστώς και οι σύμμαχοί του έχουν επιτύχει σημαντικά εδαφικά οφέλη, ιδίως στις στρατηγικές περιοχές γύρω από την πρωτεύουσα Δαμασκό και στον τελευταίο θύλακα της επαναστατικής κυριαρχίας στην επαρχία Homs. Οι αντίπαλοι του Assad δεν έχουν ούτε την βούληση ούτε την ικανότητα να τον σταματήσουν από το να κερδίζει αργά τον πόλεμο.

Η Ρωσία είχε καθοριστικό ρόλο στην βοήθεια προς τον Άσαντ να παραμείνει στην εξουσία, αλλά ο σημαντικότερος σύμμαχος του καθεστώτος ήταν το Ιράν, το οποίο χρησιμοποίησε την παρέμβασή του στην Συρία για να θέσει τα θεμέλια μιας μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας. Η επεκτατική επένδυση του IRGC στην χώρα, του επέτρεψε να αναδιαμορφώσει πολλούς τομείς ασφαλείας του Assad -έδωσε την ευλογία του για την ανάπτυξη χιλιάδων στρατιωτών της Χεζμπολάχ στην Συρία, εισήγαγε χιλιάδες περισσότερους Αφγανούς, Ιρακινούς, Πακιστανούς και Υεμενίτες για να πολεμήσουν εξ ονόματος του Assad και έχει στρατολογήσει και κινητοποιήσει τοπικές πολιτοφυλακές από τις διάφορες κοινότητες της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων των Σουνιτών Αράβων. Το IRGC έχει επίσης εμπλακεί στην συριακή οικονομία, με το να κερδίζει συμβάσεις για την αποκατάσταση και επέκταση των βιομηχανιών εξόρυξης και τηλεπικοινωνιών της χώρας.

Το Ιράν προσπαθεί τώρα να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του στην Συρία για να ασκήσει στρατηγική πίεση στο Ισραήλ. Επιδιώκει να βοηθήσει την Χεζμπολάχ να κατασκευάσει εγκαταστάσεις παραγωγής ρουκετών και πυραύλων στο εσωτερικό του Λιβάνου και στην παραμεθόρια περιοχή Λιβάνου-Συρίας και συνεχίζει να μεταφέρει εξελιγμένα όπλα στην οργάνωση, τα οποία μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για να απειλήσουν το Ισραήλ. Και τους τελευταίους μήνες, το Ιράν έχει πραγματοποιήσει αρκετές προκλητικές αναπτύξεις κοντά στα σύνορα του Ισραήλ και εκτόξευσε πυραύλους στα Υψίπεδα του Γκολάν, πυροδοτώντας σκληρά ισραηλινά αντίποινα.

Αλλά αυτή η προσπάθεια για αντιπαράθεση είναι εκεί που οι προτεραιότητες του Ιράν έρχονται σε σύγκρουση [4] με εκείνες του Άσαντ και των άλλων συμμάχων του. Καθώς ο Assad εδραιώνει την κυριαρχία του, ο ίδιος και οι υποστηρικτές του επιχειρούν να ομαλοποιήσουν την παρουσία του και να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για ανασυγκρότηση. Και παρόλο που ο Assad είναι απίθανο να πάρει χρήματα ανασυγκρότησης από την Δύση, ελπίζει ότι η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδία και ακόμη και ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη όπως η Ιταλία ίσως να αναζητήσουν επενδυτικές ευκαιρίες για την ανασυγκρότηση της Συρίας. Ο Άσαντ δεν θέλει πόλεμο με το Ισραήλ, μια στρατιωτική δύναμη ικανή να προκαλέσει σημαντικές ζημιές στο εσωτερικό της Συρίας και να υπονομεύσει την προσπάθειά του για σταθεροποίηση και εξομάλυνση. Επιπλέον, δεν θα υπάρξουν διεθνείς επενδύσεις εάν ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας αντικατασταθεί από μάχες μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ.

Οι Ρώσοι επιθυμούν επίσης να αποφύγουν μια συριακή διαμάχη με το Ισραήλ [5]. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, από την πλευρά του, θα ήθελε να τερματίσει τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας με τρόπο που του προσδώσει έπαινο και διεθνές κύρος. Η Μόσχα θέλει να εδραιώσει τη ναυτική της βάση στης Ταρτούς και τη μοναδική αεροπορική της βάση στη Μέση Ανατολή, στο Khmeimim, η οποία επί του παρόντος επεκτείνεται για να υποστηρίξει μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την περιοχή. Ο Πούτιν επιθυμεί επίσης να εξασφαλίσει συμβόλαια ανασυγκρότησης για τους συμμάχους του, ειδικά εκείνα που αφορούν τα αποθέματα φυσικού αερίου στα ανοικτά των ακτών της Συρίας και τις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Συρίας που είναι πλούσιες σε ενέργεια. Μια σημαντική ισραηλινή επέμβαση θέτει όλα αυτά σε κίνδυνο.

Επίσης, η Χεζμπολάχ έχει επιφυλάξεις για μια σύγκρουση με το Ισραήλ. Η θέση της στον Λίβανο είναι τώρα ισχυρότερη από ποτέ, ενώ η ομάδα έχει εδραιώσει την πολιτική εξουσία της στις εκλογές του Μαΐου. Έχει επίσης απομακρύνει την απειλή εξτρεμιστικών σουνιτικών οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), οι οποίες προσπάθησαν να καθιερώσουν τον Λίβανο ως βάση για τον πόλεμό τους στην Συρία. Το μόνο γεγονός που θα μπορούσε να απειλήσει αυτά τα κέρδη θα ήταν ένας πόλεμος με το Ισραήλ [6], που θα μπορούσε να καταστρέψει όλα αυτά που η Χεζμπολάχ έχτιζε από τον τελευταίο πόλεμο Ισραήλ-Χεζμπολάχ τον Ιούλιο του 2006.

Η πρόκληση για την Χεζμπολάχ είναι ότι αυτή την στιγμή βρίσκεται σε πολύ ασθενέστερη θέση απέναντι στο IRGC απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της ιστορίας της. Ενώ η Χεζμπολάχ υπήρξε ο μοναδικός πληρεξούσιος του Ιράν στο Λεβάντε –κάτι που της προσέδιδε σημαντική δύναμη έναντι του προστάτη της- από τότε που ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας, το IRGC δημιούργησε ένα μεγαλύτερο, πολυεθνικό δίκτυο πολιτοφυλακών στην Συρία. Είναι ανοιχτό το ερώτημα αν η Χεζμπολάχ θα μπορούσε να αρνηθεί εάν το IRGC την ωθούσε να πάει σε πόλεμο με το Ισραήλ.

ΑΝΤΙΔΡΩΝΤΑΣ

Αυτές οι εντάσεις διαχωρίζουν ήδη το Ιράν από τους πρώην εταίρους του στην Συρία. Για παράδειγμα, οι ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις εναντίον στόχων του Ιράν και της Χεζμπολάχ στην Συρία πραγματοποιήθηκαν με την συναίνεση, αν όχι την στήριξη, των Ρώσων -η Ρωσία επέλεξε να μην τοποθετήσει τις δυνάμεις της μαζί με τις δυνάμεις του Ιράν, οι οποίες, σε συνδυασμό με την ισραηλινο-ρωσική συμφωνία μη σύγκρουσης στον συριακό εναέριο χώρο, παρέχουν στο Ισραήλ την ευελιξία που χρειάζεται για να επιτεθεί σε ιρανικούς πόρους στην Συρία. Μαζί, αυτά λειτουργούν ως υπενθύμιση από τη Μόσχα ότι το IRGC δεν πρέπει να πιέσει την τύχη του καθώς προσπαθεί να καταστήσει τις περιοχές της Συρίας που ελέγχονται από τον Assad σε μια βάση οπισθοφυλακής για έναν μελλοντικό πόλεμο με το Ισραήλ.

Πρόσφατα, υπήρξε επίσης μια αψιμαχία μεταξύ του Ιράν και της Ρωσίας σχετικά με το κατά πόσο οι ξένες πολιτοφυλακές -το IRGC και τα δίκτυα των σιιτικών του πολιτοφυλακών- θα πρέπει να παραμείνουν στην Συρία, καθώς η σύγκρουση τελειώνει. Τον Μάιο, ο Πούτιν είπε ότι όλες οι ξένες δυνάμεις πρέπει να εγκαταλείψουν την Συρία. Ο απεσταλμένος της Συρίας, Alexander Lavrentiev, αργότερα διευκρίνισε ότι ο Πούτιν εννοούσε τους Αμερικανούς, τους Ιρανούς, τους Τούρκους και τις ξένες σιιτικές πολιτοφυλακές -όχι όμως και τους Ισραηλινούς. Σε απάντηση, το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν δήλωσε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να αναγκάσει τις ιρανικές δυνάμεις να βγουν από την Συρία και ότι θα παραμείνουν μέχρι να τους ζητήσει επισήμως ο Άσαντ να φύγουν.

05062018-2.jpg

Φιλο-καθεστωτικές δυνάμεις κοντά στην Δαμασκό, τον Απρίλιο του 2018. OMAR SANADIKI / REUTERS
—————————————————-

Υπήρξαν επίσης αναφορές [7] περί μιας απόφασης του καθεστώτος Assad με την οποία συναινεί στην απόσυρση των ιρανικών δυνάμεων και των συμμαχικών σιιτικών πολιτοφυλακών από την ζώνη αποκλιμάκωσης κοντά στα ισραηλινά και ιορδανικά σύνορα [8]. Αντί για μια στρατιωτική επίθεση στα νοτιοδυτικά, κάτι που προτιμά το Ιράν, ο Άσαντ μπορεί να επιλέξει να εργαστεί μέσω της Ρωσίας για να ενσωματώσει ειρηνικά εδάφη που ανήκουν στην αντιπολίτευση μέσω συμφωνιών συμφιλίωσης που να προβλέπουν έναν μικρό βαθμό τοπικής αυτονομίας. Οι τοπικές αναφορές από τα νοτιοδυτικά, ειδικά στην επαρχία Daraa κοντά στα σύνορα Συρίας-Ιορδανίας, υποδηλώνουν ότι υπάρχει σήμερα απόσυρση των δυνάμεων του Ιράν και της Χεζμπολάχ από την περιοχή, αν και κανείς δεν μπορεί να πει για πόσο καιρό. Εάν η απόσυρση είναι πραγματική, θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό βήμα για την διατήρηση του IRGC μακριά από την Ιορδανία και το Ισραήλ. Θα μπορούσε επίσης να χρησιμεύσει ως πρότυπο για το πώς τα συμφέροντα του Ιράν μπορούν να περιοριστούν όταν αντιμετωπίζουν την ενοποιημένη αντιπολίτευση του Assad, της Χεζμπολάχ και της Ρωσίας και την απειλή της ισραηλινής βίας.

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ

Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν να περιορίσουν την εμπλοκή τους στην Συρία [9] -ειδικά στα δυτικά της χώρας όπου το Ιράν είναι ισχυρότερο- δεν έχουν μεγάλη μόχλευση. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετά βήματα που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση των ΗΠΑ για να επιδεινώσει τα σημερινά ρήγματα της συμμαχίας υπέρ του Assad, μειώνοντας έτσι την επιρροή του Ιράν στο Λεβάντε.

Πρώτον, η επίσημη θέση της διοίκησης Trump εξακολουθεί να δίνει έμφαση στην αλλαγή καθεστώτος μέσω της εφαρμογής οικονομικής πίεσης και της άρνησης κανονικοποίησης του Assad. Η θέση αυτή, ωστόσο, κρατά τον Άσαντ κοντά στο IRGC, χωρίς το οποίο θα ήταν ευάλωτος, σε μια εποχή που η Ρωσία προσπαθεί να οδηγήσει μακριά τον έναν από τον άλλον. Δυστυχώς, σε αυτό το σημείο το ιδιοτελές συμφέρον της Δαμασκού και της Μόσχας είναι η καλύτερη άμυνα κατά της Τεχεράνης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να το αναγνωρίσουν και να το εκμεταλλευτούν. Αυτό δεν σημαίνει πλήρη επαναδέσμευση με τον Assad, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τους θανάτους περίπου 500.000 πολιτών του. Αλλά σημαίνει να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση ότι ο Assad ή το καθεστώς του μπορεί να εκτοπιστεί οποτεδήποτε σύντομα.

Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να δηλώσουν με όχι αβέβαιο τρόπο ότι σχεδιάζουν να παραμείνουν στην βορειοανατολική Συρία μακροπρόθεσμα. Η ζώνη των ΗΠΑ στην βόρεια και ανατολική Συρία περιέχει την πλειοψηφία των μεγάλων πετρελαϊκών, υδάτινων και γεωργικών πόρων της χώρας, παρέχοντας στην διοίκηση Trump μεγάλη μόχλευση στο μέλλον της Συρίας. Τα σχόλια του Trump που εξέφραζαν μια επιθυμία αποχώρησης από την Συρία [10] δεν ήταν βοηθητικά, έστω και αν αργότερα τα πήρε πίσω. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείψουν την ανατολική Συρία, θα ενοποιήσουν τον Άσαντ, το Ιράν και την Ρωσία σε μια προσπάθεια να ξαναπάρουν αυτή την επικράτεια. Η Μόσχα και η Δαμασκός επιθυμούν τους ενεργειακούς πόρους της περιοχής, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν στην χρηματοδότηση τόσο της ρωσικής παρέμβασης όσο και της ανασυγκρότησης της Συρίας. Για το Ιράν, ο έλεγχος αυτής της επικράτειας από τις φίλιες δυνάμεις θα αυξήσει σημαντικά την ικανότητα ελιγμών των δυνάμεων των πολιτοφυλακών του σε ολόκληρο το Ιράκ και την Συρία. Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τις δυνάμεις τους σε αυτό το τμήμα της χώρας, οι δυνάμεις υπέρ του καθεστώτος θα αναγκαστούν να επικεντρωθούν αλλού, επιδεινώνοντας τις διαιρέσεις εντός της συμμαχίας.

Τρίτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να έχουν την δυνατότητα να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα στη νοτιοδυτική Συρία, όπου, σε συνεργασία με την Ιορδανία και το Ισραήλ, έχουν επενδύσει με επιτυχία σε μια μετριοπαθή αντιπολιτευτική δύναμη που κράτησε αυτό το έδαφος τα τελευταία λίγα χρόνια. Αυτή η περιοχή βρίσκεται στο στόχαστρο του IRGC και είναι εκεί που πιθανότατα θα ξεσπάσει ένας πόλεμος στην Συρία μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Η κυβέρνηση Trump πρέπει να δηλώσει δημοσίως και με σαφήνεια ότι οι ελεγχόμενες από την αντιπολίτευση περιοχές στη νοτιοδυτική Συρία θα πρέπει να παραμείνουν αυτόνομες, να διατηρήσουν τον έλεγχο της κίνησης προς και από τις κοινότητές τους και να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση στην ανθρωπιστική βοήθεια και το διασυνοριακό εμπόριο με την Ιορδανία.

05062018-3.jpg

Ο Assad και ο Putin στο Σότσι, τον Μάιο του 2018. SPUTNIK / REUTERS
———————————————–

Για να υποστηρίξει αυτούς τους στόχους, ο Trump θα πρέπει να απελευθερώσει τα 200 εκατομμύρια δολάρια που προορίζονται για την χρηματοδότηση της σταθεροποίησης στην Συρία. Σημαντικό μέρος αυτών των κονδυλίων προορίζεται για την εκπαίδευση και τη μετάβαση των ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης σε ρόλους τοπικής ασφάλειας, και για την υποστήριξη της τοπικής διακυβέρνησης στις κοινότητες αυτές. Αυτές οι προσπάθειες είναι πρακτικές και ρεαλιστικές: Καμία από αυτές δεν θα εκτροχιάσει τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ιορδανίας, της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών για το μέλλον των νοτιοδυτικών [περιοχών], και θα σηματοδοτούσαν ότι ο Trump εξακολουθεί να επενδύει στην σταθερότητα της περιοχής.

Τέλος, όσον αφορά το Ισραήλ, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις απέδειξαν την ικανότητά τους να χτυπούν ιρανικούς στόχους στην Συρία. Η απειλή μελλοντικών χτυπημάτων αποτελεί σημαντικό σημείο μόχλευσης κατά της Τεχεράνης. Ωστόσο, αυτό είναι ένα «ραβδί» που πρέπει να ασκείται προσεκτικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σίγουρα θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν το Ισραήλ, αλλά θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνουν την αυτοσυγκράτηση του συμμάχου τους.

Μια στρατηγική των ΗΠΑ που επικεντρώνεται στην ανάσχεση της επιρροής του Ιράν στην Συρία με το να εκμεταλλεύεται τις διαιρέσεις των εταίρων της θα είναι σύμφωνη με τους περιορισμούς που έχει συναντήσει το Ιράν σε άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής. Το IRGC κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που παρουσιάζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι της περιοχής -πρώτα στον Λίβανο και πιο πρόσφατα στο Ιράκ, την Συρία και την Υεμένη. Έχει εισέλθει σε αυτές τις συγκρούσεις με το να συνεργάζεται με τοπικούς εταίρους που του παρέχουν ευρεία ελευθερία να επιχειρεί επειδή οι στόχοι τους συγκλίνουν. Αλλά ξανά και ξανά βλέπουμε την υπερεπέκταση του IRGC, που προκαλεί μια εθνικιστική αντίδραση από τους τοπικούς εταίρους του. Ίσως τώρα να πέφτει σε έναν τοίχο μέσα στην Συρία, καθώς τα συμφέροντά της τελικά αποκλίνουν από εκείνα των συμμάχων της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι εταίροι τους θα πρέπει να επωφεληθούν από αυτή την ευκαιρία.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2018-06-04/pro-assad-allia…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.state.gov/secretary/remarks/2018/05/282301.htm
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2016-09-07/soldiers-revolution
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2016-01-19/assad-has-it-hi…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2018-03-02/strategic-inco…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2017-12-13/putins-plan-syria
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2018-02-21/israels-coming…
[7] http://www.xinhuanet.com/english/2018-06/03/c_137227707.htm
[8] https://english.enabbaladi.net/archives/2018/06/as-dala-arrives-iranian-…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2018-01-23/turkeys-afrin-o…
[10] https://www.politico.com/story/2018/04/03/trump-syria-troops-withdraw-49…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η αμφιθυμία είναι σημάδι αστάθειας

0

KEITH BRADSHER / THE NEW YORK TIMES

O κ. Τραμπ επέπληξε, μέσω Twitter, την Κίνα για το εμπορικό πλεόνασμα.

Καθώς οι ΗΠΑ προκαλούν την Ευρώπη, την Κίνα, τον Καναδά, το Μεξικό και τον υπόλοιπο κόσμο να λάβει μέρος σε μια εμπορική αντιπαράθεση, η διχογνωμία μεταξύ των αξιωματούχων της κυβέρνησης Τραμπ έχει προκαλέσει σύγχυση στους συμμάχους και στους αντιπάλους της χώρας. Τη μια μέρα ο Λευκός Οίκος φαίνεται να έχει συμφιλιωτική διάθεση και την άλλη υιοθετεί επιθετική στάση. Οσο περνάει ο χρόνος, οι ηγέτες άλλων χωρών αναρωτιούνται ποιος έχει τον πρώτο λόγο: οι υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης, οι εθνικιστές, οι υποστηρικτές μιας σκληρής εμπορικής πολιτικής; Μέχρι ενός σημείου, τα αντικρουόμενα μηνύματα είναι μέρος της διαπραγματευτικής πολιτικής του κ. Τραμπ για να αιφνιδιάζει τους συνομιλητές του. Οσο η ομάδα του βρισκόταν στο Πεκίνο αυτό το Σαββατοκύριακο, ο κ. Τραμπ επέπληξε, μέσω Twitter, την Κίνα για το εμπορικό πλεόνασμα. Ως εκ τούτου, οι συνομιλίες δεν σημείωσαν πρόοδο.

Η τακτική τού «διαιρεί και βασίλευε» δεν διευκολύνει, αλλά αντίθετα δυσχεραίνει τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών. Επίσης, έχει πλήξει την αξιοπιστία του Λευκού Οίκου απέναντι στους συνομιλητές του. «Ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα υπερισχύσει η κοινή λογική», δήλωσε ο πρωθυπουργός του Καναδά Τζάστιν Τριμπό, μέσω Twitter, μετά την πρόσφατη απόφαση του Αμερικανού προέδρου να επιβάλει τελικά δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου στις ΗΠΑ. Ακόμα και η κυβέρνηση της Κίνας, η οποία τείνει να χρησιμοποιεί διπλωματικές εκφράσεις, έχει γίνει πιο εκδηλωτική με την αγανάκτησή της. «Στις διεθνείς σχέσεις, η αξιοπιστία μιας χώρας κλονίζεται κάθε φορά που αλλάζεις πολιτική γραμμή σε μείζονα θέματα», σχολίασε εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας.

Η περασμένη εβδομάδα είναι ενδεικτική. Οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ ήρθαν αντιμέτωποι με σειρά επιθετικών κινήσεων. Την Πέμπτη, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι δεν θα εξαιρέσει, τελικά, τον Καναδά, το Μεξικό ή την Ευρωπαϊκή Ενωση από τους δασμούς χάλυβα και αλουμινίου. Είχε αναβάλει δύο φορές την επιβολή τους. Η τελική απόφαση της Ουάσιγκτον για τους δασμούς ανάγκασε τον Καναδό πρωθυπουργό να μιλήσει για «κοινή λογική».

Επιπλέον, ο Λευκός Οίκος ανήγγειλε ότι θα επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα, συνολικής αξίας 50 δισ. δολαρίων. Μόλις μία εβδομάδα πριν, ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος των ΗΠΑ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα ανασταλούν οι δασμοί. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ήταν, επίσης, επιφυλακτικοί για το αν ο κ. Τραμπ θα ανακαλέσει τους εμπορικούς περιορισμούς που επέβαλε στην κινεζική ΖΤΕ. Κι όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε προ ημερών πως θα ανακαλέσει τους εμπορικούς περιορισμούς στην ΖΤΕ.

Οι συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών που έλαβαν χώρα το Σαββατοκύριακο, στις οποίες ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Γουίλμπορ Ρος ήταν επικεφαλής της ομάδας αξιωματούχων από την Ουάσιγκτον, κατέληξαν σε αδιέξοδο. Το Πεκίνο αρνήθηκε να υποσχεθεί την αύξηση των εισαγωγών από τις ΗΠΑ αν ο Λευκός Οίκος δεν αποσύρει πρώτα τα σχέδια για την επιβολή περαιτέρω δασμών σε εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα.

Πάνω απ’ όλα, οι Κινέζοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η αμφιθυμία της Ουάσιγκτον είναι σημάδι αστάθειας. Οι Κινέζοι καταβάλλουν προσπάθειες για να περνούν ένα ενιαίο μήνυμα και να διαμορφώνουν την εικόνα μιας ενωμένης κυβέρνησης. «Στην Κίνα, όταν ένας πολιτικός δηλώνει κάτι, το εννοεί», σημειώνει ο Γκάρι Λιου, πρόεδρος του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικών Μεταρρυθμίσεων της Κίνας. «Η Κίνα είναι πολύ δυσαρεστημένη από τις διιστάμενες απόψεις στην Ουάσιγκτον».

kathimerini.gr

Kurdish militia to exit Syria’s Manbij under US-Turkey deal

0


FILE – In this March 28, 2018 file photo, a Syrian fighter from the Kurdish police, guards the entrance of the Manbij Military Council the Kurdish led militia group that defending Manbij, north Syria. The People’s Protection Units, known by their Kurdish acronym YPG, said in a statement Tuesday, June 5, 2018, that it’s pulling out of the key northern Syrian town of Manbij, potentially easing a serious rift between the United States and Turkey. They said that its advisers had completed their mission to train the Manbij Military Council, to defend the town of Manbij. (Hussein Malla, File/Associated Press)
June 5 at 5:54 PM

WASHINGTON — An American-backed Syrian Kurdish militia said Tuesday it will leave the strategic town of Manbij under a delicate U.S.-Turkey deal that could ease tensions between the NATO allies and force a realignment of troops along the volatile Syria-Turkey frontier.

Illustrating the fragility of the arrangement, the United States and Turkey offered differing descriptions of what the deal entailed, how it would be carried out and when. But ultimately, the Kurdish militia known as the YPG is expected to retreat to east of the Euphrates River, meeting a long-standing demand by Ankara, which considers the militia a terror group tied to a Kurdish insurgency within Turkey’s borders. Ethnic Kurds live on both sides of the border, in southeastern Turkey and northern Syria.

Turkish officials suggested an ambitious plan had been hashed out under which the withdrawal would be complete within six months, with Kurdish fighters giving up their weapons as they leave Manbij. A Turkish official said Turkey would review the withdrawal before a new council is set up to administer the multiethnic town, which has been run by the Manbij Military Council for several years.

The U.S. wouldn’t discuss whether the Kurdish troops would have to give up weapons, and insisted the plan included only “estimated timelines” based on events on the ground and no hard deadlines. First, joint U.S-Turkish patrols will be dispatched along a pre-existing demarcation line around Manbij, senior State Department officials said, in a sort of trust-building exercise to pave the way for a withdrawal.

After the YPG removes its forces, the Manbij Military Council will be reconstituted, with the Kurdish elements removed and the remaining membership made up of “locals” who are “mutually agreeable” to the U.S. and Turkey, the officials said. The officials from both countries spoke on condition of anonymity because they weren’t authorized to discuss the deal publicly.

The YPG — Kurdish initials for “People’s Protection Units” — acknowledged that it planned to pull its military advisers out of Manbij, describing it in a statement as the consequence of having completed their mission to train the Manbij Military Council to defend the town.

Shervan Darwish, a current member of the council, said residents were “anxious” about the news. He estimated that 1 million people live in Manbij and the surrounding countryside, many of them displaced from fighting elsewhere in the country.

What seems certain is that Manbij will remain beyond the reach of Syrian President Bashar Assad’s government in Damascus, which has been forced to surrender much of its authority in northern Syria to Turkey and the U.S.-backed Syrian Kurdish militia as it fights rebels elsewhere in the country.

For the U.S., the deal allows the military focus in Syria to return more fully to defeating the last remnants of the Islamic State group, a top priority for President Donald Trump as he seeks a rapid withdrawal of U.S. troops. Turkish military operations against Kurdish-held areas in Syria had become a distraction, forcing U.S.-backed Kurdish fighters who have been the most effective force against the IS group to retrench as they defended against the Turks and allied opposition groups.

For Turkey, it could allow more control over part of its border with Syria west of the Euphrates River. It averts a potential confrontation with U.S. forces if President Recep Tayyip Erdogan had followed through with his threat to expand its operations in Syria to Manbij, where the U.S. has stationed troops as a deterrent. The deal also allows Erdogan’s government to claim success on a key national security issue ahead of high-stakes presidential and parliamentary elections in Turkey.

So even though the details remained vague and elusive, both the U.S. and Turkey sought to cast the agreement as a win.

“The strategic ambiguity has been a lifesaver for the Turkish side,” said Aykan Erdemir, a former opposition member of Turkish parliament now at the Washington-based Foundation for Defense of Democracies. “It basically bought Turkey time until the second round of elections on July 8. At home now, the Turkish government can spin this as a victory.”

The U.S. and Turkey have been at odds over the future of north Syria since the U.S. began supporting the YPG to fight back against the rapidly expanding Islamic State group in 2014. In 2016, the militia helped capture Manbij, to the dismay of Turkey, which has been pushing the U.S. to expel them ever since. In the tense front around Manbij, the Kurdish forces have exchanged gunfire with Turkish and Turkish-backed Syrian forces.

Despite the near defeat of the IS group, the U.S. has kept 2,000 forces stationed in north Syria, and it operates airstrips and outposts in the Kurdish-administered territory that stretches across Syria’s north and east of the Euphrates River. Manbij lies west of the river.

American support for Kurdish fighters in Syria has become a major sore point in relations between the U.S. and Turkey. The two have also been at odds of late over detained Americans, Turkey’s response to a 2016 coup attempt in Turkey and plans for Turkey to buy Russian-made S-400 surface-to-air missile defense systems in violation of new U.S. sanctions targeting Moscow.

Wess Mitchell, the top U.S. diplomat for Europe, said Tuesday that the Trump administration was trying to “stabilize the relationship” with concrete, near-term steps, in hopes of avoiding a wider breach that he warned could “do multigenerational damage” to ties between the allies. Still, he put Ankara on notice that its partnership with the U.S. on the F-35 fighter jet program could be imperiled if it goes through with the Russian purchase.

“We will abide by the law,” Mitchell said at the conservative Heritage Foundation, adding that “if they move forward with a sophisticated Russian weapons platform, they can expect to see it have a ripple effect for their participation in U.S. military industrial projects, and I think that includes F-35.”

___

Issa reported from Beirut. Associated Press writers Suzan Fraser in Ankara, Turkey, Sarah El Deeb in Beirut and Lolita C. Baldor in Washington contributed to this report.

Copyright 2018 The Associated Press. All rights reserved. This material may not be published, broadcast, rewritten or redistributed.

https://www.washingtonpost.com/world/middle_east/syrian-kurds-to-pull-out-of-key-town-easing-us-turkey-rift/2018/06/05/fc3acd60-68b1-11e8-a335-c4503d041eaf_story.html?noredirect=on&utm_term=.46d082f53d78

Η αποδοχή της μακεδονικότητας απομειώνει την ελληνικότητα

3

Κώστας Γρίβας

Με το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων να βρίσκεται ενώπιον της «λύσης» του, κατόπιν και έντονων πιέσεων από τις ΗΠΑ αλλά και από τη Γερμανία, η οποία συνεχίζει τη διαχρονική πολιτική της διάσπασης των Βαλκανίων σε μικρά ανταγωνιστικά κρατίδια, θα επιχειρήσουμε μια υπενθύμιση μερικών ανελέητων δεδομένων, λίγο πριν από το πικρό τέλος. Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ότι το πρόβλημα με τα Σκόπια δεν είναι ότι διεκδικούν απλώς το όνομα μιας ελληνικής περιοχής.

Δεν θέλουν να ονομαστούν Ευρυτανία, για παράδειγμα, και εμείς αντιδρούμε γιατί έχουμε μια δική μας Ευρυτανία και μπορεί να προκύψουν συγχύσεις! Ούτε το μείζον πρόβλημά μας είναι πως αξιοποιώντας το όνομα μιας ελληνικής περιοχής τα Σκόπια θα μπορέσουν στο μέλλον να εγείρουν αξιώσεις κυριαρχίας σε αυτήν. Αυτό είναι ένα θέμα Άμυνας και Ασφάλειας και δεδομένης της διαφοράς ισχύος των δύο χωρών δεν είναι κάτι που θα μας προκαλούσε ιδιαίτερη ανησυχία, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον.

Το μεγάλο πρόβλημα με τη διεκδίκηση του ονόματος της Μακεδονίας από τα Σκόπια είναι ότι αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου. Και το παγόβουνο είναι η καπήλευση από πλευράς των Σκοπίων της αρχαίας μακεδονικής ταυτότητας και ιστορίας, δηλαδή ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής ιστορίας και συνακόλουθα της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Εθνομηδενιστικές σοφιστείες

Όμως, έθνος είναι μια αίσθηση κοινής ταυτότητας η οποία εδράζεται σε μια αντίληψη κοινού παρελθόντος και προωθεί μια στόχευση κοινού μέλλοντος. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έθνος ως μια «κοινότητα πεπρωμένου», η οποία αν προσβληθεί στον θεμελιακό της πυρήνα, δηλαδή στην αίσθηση κοινής ιστορικής ταυτότητας, τότε ενδέχεται να αποδομηθεί εν συνόλω. Και αυτό ακριβώς κινδυνεύουμε να πάθουμε σήμερα.

Δηλαδή, η έμμεση αποδοχή της «μακεδονικότητας» των Σκοπίων, που θα προκύψει από την αποδοχή οποιασδήποτε ονομασίας που θα περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία ή παράγωγό του, θα σημαίνει και έμμεση αποδοχή της απομείωσης της ελληνικότητας της Ελλάδας και των Ελλήνων από το ίδιο το ελλαδικό κράτος. Οι δυνητικές συνέπειες αυτής της επιλογής θα απειλούσαν τον ίδιο τον υπαρξιακό πυρήνα του ελληνικού έθνους.

Και αυτή η καταστροφή θα επέλθει εάν η ίδια η Ελλάδα αποδεχθεί τον ακρωτηριασμό της εθνικής της ταυτότητας. Δεν μπορεί να προκύψει μόνον από τις διεκδικήσεις των Σκοπιανών ή την αναγνώριση των Σκοπίων ως Μακεδονία από άλλα κράτη. Άρα, το επιχείρημα ότι θα πρέπει να «αποδεχθούμε το αναπόφευκτο» και να «επιλύσουμε» το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων με μια «συμβιβαστική» ονομασία, που θα περιλαμβάνει παράγωγο του όρου Μακεδονία, είναι απλά εκτός πραγματικότητας.

Ούτε μπορούμε να δεχθούμε εθνομηδενιστικές σοφιστείες του τύπου «δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία παρά μόνον ιστορικές αναγνώσεις, που είναι το ίδιο έγκυρες» και συνακόλουθα τα Σκόπια έχουν ακριβώς το ίδιο δικαίωμα να διεκδικούν την μακεδονική ιστορία όσο και η Ελλάδα. Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε προηγούμενο άρθρο του στο Slpress, αυτή η αντίληψη εντάσσεται στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των ιστορικών αναθεωρητών, οι οποίοι προσπαθούν να επιβάλλουν αυθαίρετες και μισαλλόδοξες ιστορικές αναγνώσεις, όπως είναι οι αρνητές του Ολοκαυτώματος. 

Επίλυση ή επιδείνωση του ανταγωνισμού;

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι υπάρχει μια αντικειμενική ιστορία, πάνω στην οποία εδράζονται οι όποιες ιστορικές αναγνώσεις και δεν είναι όλες οι αναγνώσεις το ίδιο έγκυρες. Άρα, οι αρνητές της ελληνικότητας της Μακεδονίας (γιατί ακριβώς αυτό είναι οι οπαδοί των «αντιεθνικιστικών» λύσεων στο ζήτημα του ονόματος των Σκοπίων), αποτελούν πνευματικούς συμμάχους των αρνητών του Ολοκαυτώματος. Τόσο απλά.

Ούτε φυσικά με την «επίλυση» του ονοματολογικού θα προκύψει κάποια «εξομάλυνση» των ελληνοσκοπιανών σχέσεων, η οποία, παρεμπιπτόντως, απλά δεν χρειάζεται σήμερα μιας και οι δύο χώρες μια χαρά συμβιούν, συνυπάρχουν και συνεργάζονται υπό την υπάρχουσα κατάσταση. Αντιθέτως, μόλις «επιλυθεί», δια της «συμβιβαστικής» ονομασίας, το ζήτημα του ονόματος, υπάρχει ο κίνδυνος οι διαφορετικές «ιστορικές αναγνώσεις» των δύο χωρών να ενταχθούν σε έναν συνολικότερο ανταγωνισμό για το ποιος είναι ο γνήσιος κληρονόμος της μακεδονικής κληρονομιάς.

Δηλαδή για το ποιος θα έχει δικαίωμα να έχει εθνική ταυτότητα και ποιος δεν θα έχει και τότε ενδέχεται να οδηγηθούμε σε έναν ακραίο ανταγωνισμό μηδενικού αθροίσματος, ο οποίος δύσκολα θα μπορεί να τιθασευτεί. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός των δύο χωρών, ο οποίος βασίζεται πάνω σε δύο εθνικές ταυτότητες όπου η μία αμφισβητεί την ύπαρξη της άλλης, βρίσκεται αυτήν τη στιγμή εγκλωβισμένος μέσα σε μια σαρκοφάγο, που είναι το θέμα της ονομασίας, με αποτέλεσμα να μην είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Ελληνικές ελίτ

Από τη στιγμή όμως που το ζήτημα αυτό θα «επιλυθεί» με μια ονομασία που θα περιλαμβάνει παράγωγο του όρου Μακεδονία τότε η σαρκοφάγος θα σπάσει και οι συνέπειες θα είναι απρόβλεπτες. Αυτό βέβαια δεν δείχνει να εντυπωσιάζει τις ελληνικές ηγετικές ελίτ, οι οποίες συνεχίζουν να προωθούν μια καρικατούρα υψηλής στρατηγικής, μέρος της οποίας είναι η περιφρόνηση της εθνικής ταυτότητας.

Το γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι μια μεγάλη κουβέντα. Ωστόσο, η άποψη του γράφοντος είναι ότι η εθνική ταυτότητα οδηγεί σε εθνοκεντρικές αναγνώσεις του διεθνούς γίγνεσθαι και οι εθνοκεντρικές αναγνώσεις απειλούν να οδηγήσουν σε εθνικά ανεξάρτητες στρατηγικές επιλογές. Αυτό όμως θα έθετε εν κινδύνω τη γεωπολιτική αποστολή την οποία κλήθηκε να φέρει εις πέρας το σύγχρονο ελλαδικό κράτος από την αρχή της δημιουργίας του μέχρι σήμερα, όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε προηγούμενο άρθρο του στο Slpress.

Και για να κλείσουμε, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αν ο ακρωτηριασμός της εθνικής ταυτότητας μιας χώρας είναι, έτσι και αλλιώς, μια παρανοϊκή ενέργεια, σήμερα καθίσταται ακόμη πιο παρανοϊκή. Δεδομένου ότι το διεθνές σύστημα μετατρέπεται με ταχύτατους ρυθμούς σε πολυπολικό σε όλο του το εύρος και βάθος και μόνον χώρες που θα επενδύσουν σε εθνοκεντρικές στρατηγικές, βασισμένες στη συμπαγή εθνική ταυτότητα, έχουν προοπτικές να διεκδικήσουν μια θέση στον παγκόσμιο χάρτη του δεύτερου μισού του 21ου αιώνα.

Η αποδοχή της μακεδονικότητας απομειώνει την ελληνικότητα

Τι είπαν πίσω από τις κλειστές πόρτες οι κ. Πομπέο και Τσαβούσογλου: “Αγκάθι” οι Κούρδοι

4

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Οι υπουργοί Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας, Μαικ Πομπέο και Μεβλούτ Τσαβούσογλου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Photo via Twitter, @MevlutCavusoglu

JUNE 5, 2018

Απέραντη χαρά εξέφρασε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, μετά τη συνάντησή του με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάικ Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για μία συμφωνία που αφορά την αποχώρηση, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, των Κούρδων ανταρτών του YPG, από την πόλη Μπανμπίζ. Οι τελευταίοι, απελευθέρωσαν μετά από αιματηρές μάχες την πόλη από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους. Οι Αμερικανοί εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους προς τους Κούρδους μαχητές μετά την εκδίωξη των τζιχαντιστών από την Μπανμπίζ.

Οι θριαμβευτικές δηλώσεις του κ. Τσαβούσογλου δεν επιβεβαιώθηκαν ακόμα από αντίστοιχες των Αμερικανών, οι οποίοι μέχρι χθες το βράδυ παρέμειναν αυστηρά στο κείμενο του κοινού ανακοινωθέντος που αναφέρεται γενικά σε ένα «οδικό χάρτη» χωρίς κανένα χρονοδιάγραμμα.

Ο Τούρκος υπουργός, ενώ απαιτούσε άμεση αποχώρηση των Κούρδων ανταρτών, στις δηλώσεις του αναφέρθηκε σε χρονικό διάστημα έξι μηνών, το οποίο όμως δεν είναι βέβαιο ακόμα ότι αποτελεί και συμφωνία με τους Αμερικανούς. Απομένει να επιβεβαιωθεί από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το οποίο παραμένει βαθιά διχασμένο για τον τρόπο αντιμετώπισης του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν και των αντιαμερικανικών δηλώσεων του.

Ο κ. Πομπέο και ο Τούρκος ομόλογός του δεν έκαναν μαζί δηλώσεις, ούτε πριν ούτε μετά τη συνάντηση, μετά από απόφαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Στην γραπτή ανακοίνωση αναφέρεται ότι οι δύο υπουργοί: “Εξέτασαν τις συστάσεις της αμερικανοτουρκικής ομάδας εργασίας για τη Συρία που αφορά στο μέλλον της διμερούς μας συνεργασίας στη Συρία, σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένης της λήψης μέτρων για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της σταθερότητας στο Manbij.

Ενέκριναν έναν οδικό χάρτη για το σκοπό αυτό και υπογράμμισαν την αμοιβαία δέσμευσή τους για την εφαρμογή του, αντικατοπτρίζοντας τη συμφωνία να παρακολουθούν από πολύ κοντά τις εξελίξεις επί του εδάφους”.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ο κ. Πομπέο και ο κ. Τσαβούσογλου συζήτησαν τις σχέσεις των δύο χωρών και συμφώνησαν να διεξαχθούν επιπλέον συνεδριάσεις του μηχανισμού των ομάδων εργασίας για την επίλυση των σημερινών εκκρεμών ζητημάτων στη διμερή τους σχέση.

Πηγή: Τι είπαν πίσω από τις κλειστές πόρτες οι κ. Πομπέο και Τσαβούσογλου: “Αγκάθι” οι Κούρδοι https://hellasjournal.com/2018/06/ti-ipan-piso-apo-tis-klistes-portes-i-k-pobeo-ke-tsavousoglou-agkathi-i-kourdi/

«Η οικονομική αποχή των Ελλήνων από την αγορά της Αδριανούπολης πονάει τους κατοίκους της»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Αυτό τουλάχιστο αναφέρει, μεταξύ άλλων, το εμπεριστατωμένο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ της  Marie Jégo στις 31-05-2018 στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας LE MONDE, 20 μέρες πριν τις τουρκικές εκλογές. Μέχρι τη σύλληψη των δυο ελλήνων στρατιωτικών μας στην ελληνο-τουρκική μεθόριο, οι συμπατριώτες μας πλούτιζαν φαίνεται αδρά τους τούρκους εμπόρους της περιφέρειας της Αδριανούπολης στην Ανατολική Θράκη, άλλοτε πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιτέλους ! Ο εθνικός τους θυμός για αυτό το συμβάν, που μάλλον θα τραβήξει σε μάκρος στην τουρκική δικτατορία, ξύπνησε την καταναλωτική τους αποχή από τα ψώνια και τον τουρισμό στην εν λόγω περιοχή για να τιμωρηθεί έτσι το τουρκικό εμπόριο.

«Όχι πολύ καιρό πριν, τα τοπικά τζαμιά του 15ου αιώνα και η παλιά σκεπαστή αγορά προσέλκυαν Έλληνες και Βούλγαρους επισκέπτες. Οι συνοριακοί κάτοικοι έρχονταν από την Ελλάδα για να ψωνίσουν στην πόλη. Μετά τη σύλληψη των δυο Ελλήνων στρατιωτικών σε τουρκικό έδαφος και που θα δικαστούν για κατασκοπεία, έχει αυξήσει την ένταση  κατά μια βαθμίδα μεταξύ της Άγκυρας και της Αθήνας. Οι Έλληνες τουρίστες δεν έρχονται πια». «Οι έμποροι κατηγορούν τον Ερντογάν. Τα σοκάκια του παλιού παζαριού είναι άδεια, όπως και τα τζαμιά του οθωμανικού αρχιτέκτονα, Mimar Sinan, που βρίσκονται σε ένα καταπράσινο τοπίο στο κέντρο της πόλης. Στην Άγκυρα, μάλλον δεν ενδιαφέρονται για τους Έλληνες τουρίστες, αλλά στην Αδριανούπολη είναι διαφορετικά τα πράγματα. Γιατί πρέπει να πληρώσουμε για μια καταστροφική πολιτική, όταν θέλουμε μόνο ένα πράγμα, να ζήσουμε ειρηνικά με τους γείτονές μας; Διερωτάται ο τούρκος Metin», σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ.

«Οι άσχημες σχέσεις με την Ελλάδα απογοητεύουν τον Fevzi Pekcanli, πρόεδρο του κεμαλικού κόμματος CHP της περιφέρειας της Αδριανούπολης. Καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, έχει οικογένεια στην άλλη πλευρά των συνόρων και αναρωτιέται «πώς φτάσαμε ως εδώ». Θα ήταν απαραίτητο να διευθετηθεί το συντομότερο δυνατό το περιστατικό των συλληφθέντων  Ελλήνων στρατιωτικών, να κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε την κλιμάκωση. «Αν έχουν διαπράξει έγκλημα, να τους δικάσουμε! Γιατί να καθυστερούμε; Εκτός κι αν η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να τους κρατήσει ως ομήρους; Σε αυτό καταλήγω να πιστεύω».

Ο Mete Türkan, δικηγόρος και αρμόδιος της τοπικής οργάνωσης Αδριανούπολης του «Καλού Κόμματος» της Meral Aksener (βλέπε σχετικό άρθρο μου για την ακροδεξιά σκληρότητά της στις Ανιχνεύσεις στις 6-11-2017 http://www.anixneuseis.gr/?p=178348) εξέφρασε στην Marie Jégo : «τη λύπη του για την απώλεια του ηθικού του πληθυσμού, για την υποτίμηση της λίρας, τον διψήφιο πληθωρισμό καθώς και για το ποσοστό ανεργίας 11% που δεν μειώνεται. Ο Türkan ονειρεύεται μια Τουρκία ευημερούσα, εν ειρήνη με τους γείτονές της και, πάνω απ ‘όλα, να αξιοποιεί τις γυναίκες», οι οποίες μόνο κατά 27% εργάζονται. Ο δικηγόρος κατακρίνει αυτό που περιγράφει ως «την Αραβοποίηση της Τουρκίας», που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, από τους Ισλαμο-συντηρητικούς. Την αραβοποίηση των γυναικείων ενδυμάτων, την αραβοποίηση από την κυρίαρχη ελίτ των συνειδήσεων μέσω της ιδεολογίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, την αραβοποίηση του τουρισμού, ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου η αραβική γλώσσα τώρα μιλιέται  εκεί και υποκαθιστά την Αγγλική».

Ο Mustafa Iris, αντιπρόεδρος του «Κόμματος της Ευδαιμονίας» σε εθνικό επίπεδο, υπόσχεται από την πλευρά του «το τέλος της οικονομίας του ραντιέρη, του νεποτισμού και των προνομίων, ελπίζει δε στην επιστροφή της κοινωνικής ειρήνης». Είναι βέβαιο ότι το κόμμα του Ερντογάν και ο ίδιος έχουν χάσει την υπεροχή. «Η οικονομική κατάσταση δεν του είναι πλέον ευνοϊκή, έχουν κάνει υπερβολική χρήση του δανεισμού και αυτό τους έχει σκοτώσει».

Ανεξάρτητα από τις παραπάνω τόσο λογικές προσεγγίσεις των πολιτικών αντιπάλων του Ερντογάν σε περιφερειακό επίπεδο, σε παντουρκικό επίπεδο τα κόμματά τους τον υπερακοντίζουν σε ανθελληνική επιθετικότητα. Πάντως στην περιφέρεια της Αδριανούπολης το 70% των εκλογέων ψήφισαν ενάντια στον Ερντογάν για το δημοψήφισμα και μάλλον θα τον μαυρίσουν και στις 24 Ιουνίου 2018 ! Και οι κάτοικοί της είναι απογοητευμένοι που η Τουρκία εγκατέλειψε τον ευρωπαϊκό της δρόμο.

Δίδαγμα : μέχρι η Τουρκία να συνετιστεί, οι Έλληνες ας περιορίσουμε στο ελάχιστο  τα ψώνια μας, τον τουρισμό και τα προσκυνήματά μας. Τους τσούζει πάρα πολύ οικονομικά γιατί έχουν τεράστια ανάγκη από τα ευρώ μας. Κι ας μας είναι πλέον λιγοστά.

Είναι ίσως ο μόνος δρόμος να σταματήσει η ξέφρενη τουρκική επιθετικότητα, όπως έγραφα με ερωτηματικό στις Ανιχνεύσεις στις 3-4-2018 : http://www.anixneuseis.gr/?p=187563

* Ο γράφων δε πάτησε ποτέ το πόδι του σε αυτήν την ανελεύθερη χώρα, κι ας κατάγεται ο αείμνηστος πατέρας του από την περιοχή της Τραπεζούντας.

Το ζήτημα του ονόματος των Σκοπίων

7

του Παναγιώτη Μπαλακτάρη

Ά μέρος: Οι ευθύνες ΣΥΡΙΖ.Α. – ΑΠ.ΕΛ.*

Αυτό που αναζητά η πλειονότητα του ελληνικού λαού επ’ αφορμής της επικείμενης «λύσεως» του Σκοπιανού ζητήματος είναι ο τρόπος. Δεν αναφέρομαι στον τρόπο επιλύσεως του προβλήματος, αλλά στον τρόπο άμυνας των πολιτών έναντι των πολιτικών επιλογών που δεν τους βρίσκουν σύμφωνους.

Η ελληνική συγκυβέρνηση που προωθεί την αυτοκτονική λύση αποτελείται από το κόμμα της οργής, τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και από τους πρόθυμους συνεταίρους του, τους ΑΝ.ΕΛ. Εδώ που έχουμε φτάσει έχει ιδιαίτερη σημασία να γνωρίζουμε ποιοι διαπραγματεύονται ένα θέμα έν ού παικτοίς, διότι έτσι επιμερίζονται και θα μπορούν να καταλογιστούν οι ευθύνες. Ο κος Τσίπρας και ο κος Καμμένος έκαναν μια προγραμματική συμφωνία, λένε και ξαναλένε οι ίδιοι και τα στελέχη τους. Συμφώνησαν να βγάλουν την Ελλάδα από τα Μνημόνια και να πατάξουν τη διαφθορά. Η συμφωνία αυτή χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να εξηγηθεί η αντεθνική πολιτεία του κου Καμμένου και των ΑΝ.ΕΛ., οι οποίοι κατάντησαν ΑΠ.ΕΛ. (*Απολύτως Εξαρτημένοι Έλληνες – στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.). Κάπως έτσι ο αδιαμφισβήτητος, προσώρας, αρχηγός των ΑΠ.ΕΛ. απέθεσε το βάρος που του φόρτωνε η παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στο κράτος των Σκοπίων. Με το τρικ αυτό, εξάλλου, εξυπηρετείται και η πρόθεση του κύριου κυβερνητικού εταίρου, του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., να πουλήσει την ψυχή της Ελλάδος, προκειμένου να αποσπάσει ομιχλώδεις υποσχέσεις στο ζήτημα του χρέους. Εξέλιξη που αναμένεται στο κυβερνητικό στρατόπεδο και η οποία θα μπορούσε άμεσα να δημιουργήσει κλίμα κατάλληλο για μια ελπιδοφόρα για το κόμμα προσφυγή στις κάλπες.

Ας μη γελιόμαστε, ουδείς θέλει να χάσει τα οφέλη της εξουσίας. Ούτε οι νυν κυβερνώντες, ούτε οι προηγούμενοι, ούτε οι επόμενοι. Για αυτό και σε περιπτώσεις διλημματικές οι πολιτικοί μας έχουν αποδείξει ότι επιλέγουν τον εαυτό τους και την πολιτική τους μακροημέρευση. Τρανά παραδείγματα: η αιμάσσουσα Κύπρος το καλοκαίρι του 1974, η είσοδος ή μη της χώρας μας στην Ε.Ο.Κ., η κρίση των Ιμίων, και πολλές, πολλές άλλες περιπτώσεις. Μία τέτοια είναι και η παρούσα συγκυρία. Δεν ενδιαφέρονται για τις επιπλοκές που θα έχει η «λύση» που προωθούν. Δεν θα είναι πολιτικά ενεργοί για να τους προβληματίζει το πολιτικό κόστος. Έχουν την εντύπωση ότι θα γραφτούν στην Ιστορία με χρυσά γράμματα επειδή δήθεν θα πάρουν λύση στο χρέος. Αμ δε! Η Ιστορία είναι πολύ σκληρή με όσους αδιαφορούν για τους πολίτες τους και για το Έθνος τους. Και γίνεται ακόμη σκληρότερη για εκείνους που εν γνώσει τους παραδίδουν την ψυχή μιας χώρας, όπως είναι η Μακεδονία στην παρούσα κατάσταση.

Όλοι αυτοί βλέπουν αυτό που γυαλίζει, δηλαδή το δόλωμα, και δεν βλέπουν τη φάκα. Ποιος από όσους έχουν μελετήσει την ιστορία είναι σε θέση να διαφωνήσει ότι και αυτός ο δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης είχε ακριβώς τα ίδια κατά νου το 1974; Έβλεπε την «εθνική επιτυχία» που θα είχε η δολοφονία του Μακαρίου αλλά όχι την τουρκική απειλή. Η τεράστια διαφορά είναι ότι εκείνος διοικούσε την Ελλάδα δικτατορικώς, ενώ η τωρινή συγκυβέρνηση έχει εκλεγεί από τη μειοψηφία του ελληνικού λαού. Περίπου από το 19,5% των Ελληνίδων και των Ελλήνων.

Για τον λόγο αυτόν, επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Πώς μπορεί η πλειονότητα των πολιτών, όταν διαφωνούν με κάτι τόσο άμεσο και τόσο επικίνδυνο, όσο η παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας σε άλλη χώρα να αντιδράσουν αποτελεσματικώς;

΄Β μέρος: Οι ευθύνες Ν.Δ. – ΠΑ.ΣΟ.Κ. (ΚΙΝ.ΑΛ.)

Οι αυτονόητες ευθύνες της συγκυβερνήσεως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. για την παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια έρχονται να επιτείνουν την κατάσταση που είχαν διαμορφώσει οι κυβερνήσεις της ΝΔ.

Από το 1990, οπότε και ανέκυψε το πρόβλημα για την Ελλάδα, η ελληνική εξωτερική πολιτική ηττήθηκε. Η κυβέρνηση του αειμνήστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αναλώθηκε στον εσωκομματικό της διχασμό. Άλλη λύση προέκρινε ο τότε πρωθυπουργός, και πρόεδρος της ΝΔ, και άλλη ο υπουργός του επί των εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς. Η διάσταση αυτή έφθασε μέχρι του σημείου της πλήρους ρήξεως. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έπεσε και το Σκοπιανό έμεινε μετέωρο εσωτερικώς, αλλά όχι εξωτερικώς. Όσο η ελληνική πολιτική σκηνή «προέβαλε» 2 διαφορετικές «παραστάσεις» οι ξένοι προσανατολίζονταν να αναγνωρίσουν το νεοσύστατο κρατίδιο ως «Μακεδονία».

Οι διάδοχες κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στάθηκαν ανίκανες να εμποδίσουν και εν τέλει να αποτρέψουν αυτές τις αναγνωρίσεις. Το 1995 υπεγράφη η Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία δεν ήταν νίκη της Ελλάδος, ούτε της ελληνικής διπλωματίας. Συγχρόνως, το ποτάμι των αναγνωρίσεων μεγάλωνε και η Ελλάς ουδέν μέτρο λάμβανε εναντίον των χωρών που προέβαιναν σε αναγνωρίσεις. Οι λόγοι; Αφενός μεν να καλοπιάσουμε τους εταίρους και συμμάχους μας, διότι επέκειτο η συγκρότηση της Ο.Ν.Ε. και η κυβέρνηση επεδίωκε την ένταξη της Ελλάδος σε αυτήν, αφετέρου δε να μη διαταράξουμε τις σχέσεις μας με χώρες μη συμμάχους, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Βενεζουέλα, η Συρία κ.λπ.

Η κατάσταση εκτραχύνθηκε με την ανάρρηση στην εξουσία του εθνικιστή Νίκολα Γκρουέφσκι, ο οποίος ήταν πρωθυπουργός των Σκοπίων από το 2006 έως και το 2016, ήτοι 10 ολόκληρα χρόνια. Ο ίδιος, παιδί κομμουνιστή από την Αχλάδα Φλωρίνης που ο πατέρας του κατέφυγε στην Γιουγκοσλαβία κατά τον ελληνικό εμφύλιο, ανέβασε την ταχύτητα στην επεκτατική πολιτική της γείτονος χώρας. Η συνεννόηση κατέστη αδύνατη και κατόρθωσε να εκθέσει την Ελλάδα, όταν, μετά την περίπου προβολή βέτο το 2008 στο Βουκουρέστι, η χώρα μας καταδικάσθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Τα χρόνια συνέχισαν να περνούν και η Ελλάς να αποτυγχάνει έναντι των Σκοπίων. Ακόμη και το βέτο που σχεδόν προεβλήθη στο Βουκουρέστι για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ υπέκρυπτε μια υποχώρηση στο ζήτημα της ονομασίας.

Σήμερα που η συγκυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. εκποιεί την Ιστορία και τον Πολιτισμό της Μακεδονίας για να λάβει αόριστες υποσχέσεις στο ζήτημα του χρέους, όπως ακριβώς η κυβέρνηση Σημίτη αδρανούσε για τις αναγνωρίσεις ενόψει της εισόδου μας στην Ο.Ν.Ε., η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛ. (διάδοχο σχήμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.) περί άλλων τυρβάζουν. Το μεν ΚΙΝ.ΑΛ. θα προσέγγιζε μια λύση με σύνθετη ονομασία ευχερώς, η δε Ν.Δ. όχι, αλλά μόνο σε ρητορικό επίπεδο.

Η υποκρισία της Ν.Δ. σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ως μείζων. Όταν διατυπώνεις αντιρρήσεις σε ένα ζήτημα αλλά το πράττεις ως εάν να τις διατυπώνεις προσχηματικά, τότε πολιτεύεσαι με υποκρισία. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η επίσημη θέση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως μετεβλήθη αμέσως μετά το πρώτο συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη. Το πλήθος του κόσμου εξανάγκασε την ηγετική ομάδα του κόμματος να λάβει άλλη θέση. Βεβαίως, ακόμη και η θέση «πρώτα να αλλάξουν το Σύνταγμά τους τα Σκόπια και μετά να συζητήσουμε το όνομα», χωρίς να προβάλλεται ξεκάθαρα επίσημη θέση επί της ονομασίας υποδηλώνει μια πολιτική έναντι της οποίας καλό θα είναι να είμαστε καχύποπτοι.

Παράλληλα, η μη ανάληψη πρωτοβουλιών από τη Ν.Δ. για την ανάσχεση της επιδιωκόμενης από τη συγκυβέρνηση «λύσεως» δείχνει μέχρι που είναι διατεθειμένη να φθάσει. Στο ξόδεμα μερικών αράδων σε εφημερίδες και κάποιων δηλώσεων σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Σε τίποτε άλλο.

Επομένως, το ερώτημα παραμένει: Πώς μπορούν οι πολίτες, όταν διαφωνούν με κάτι τόσο άμεσο και τόσο επικίνδυνο, όσο η παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας σε άλλη χώρα, να αντιδράσουν αποτελεσματικώς;

Υ.Γ.: Στις 16 Φεβρουαρίου 1994 η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να επιβάλει εμπάργκο στα Σκόπια θέτοντας 3 όρους: να αλλάξουν σημαία, να αλλάξουν Σύνταγμα και να δηλώσουν πως τα σύνορα είναι οριστικά. Δεν αποτελεί όμως επιτυχία, διότι πρώτον η υπαναχώρηση έγινε ατάκτως 19 μήνες μετά και δεύτερον, είχε αρνητικό αντίκτυπο στη διεθνή κοινότητα.   

Mai 68 : une première “révolution de couleur ?  Que voulaient détruire certains soixante-huitards ?

0

par Valentin Martin et Jacques Maillard

jeudi 31 mai 2018,

François Mitterrand en 1968

Mai 68 : une première “révolution de couleur ?

Que voulaient détruire certains soixante-huitards ?

Mai 68 fut un mouvement social de grande ampleur qui, par ses longues grèves et ses manifestations, mobilisa des couches variées de la société française. Mai 68 a indéniablement apporté un progrès social aux travailleurs, les accords de Grenelle ayant débouché notamment sur de substantielles augmentations de salaires et sur une représentation accrue des syndicats.

Parallèlement à ce vaste mouvement social et de réflexion idéologique, se développa ce que l’on peut considérer comme une première tentative de « révolution de couleur ».
-  D’une part, la cinquième colonne pro-américaine recrutée dès la seconde Guerre mondiale par les dirigeants états-uniens (et encore au pouvoir de nos jours) tenta de profiter de la situation pour accéder au pouvoir : François Mitterrand annonça sa candidature à l’élection présidentielle le 28 mai 1968
Le meeting du stade Charléty, où par sa présence, Mendes France marquait symboliquement sa disponibilité pour prendre “la relève” du pouvoir gaulliste, fut le point culminant de cette manœuvre mise en échec en particulier par l’attitude du Parti communiste Français.

-  D’autre part des intellectuels (maoïstes, trotskystes, anarchistes) cherchaient déjà une remise en cause de l’Etat-nation incarnée de façon positive à cette époque par le Général De Gaulle.

Le refus du PC et de la CGT de cautionner un coup d’État non démocratique (conformément à toute la tradition de la gauche réelle, des montagnards à la Résistance), alliée à la peur des privilégiés d’une insurrection populaire (peur sans fondement, mais immense), fit échouer la première récupération.

Par contre, jouant sur les traditions d’aspiration du peuple français à la liberté et au changement, les intellectuels gauchistes, que l’on nomma plus tard « les Nouveaux philosophes », « la Nouvelle gauche », ou la « French theory » , visaient en réalité à promouvoir un nouvel ordre social qui venait d’au-delà des océans, et qui pour les initiés n’était pas si nouveau dans la sphère intellectuelle. Elle s’enracinait en effet massivement dans la pensée allemande, notamment nietzschéenne et heideggerienne, hostile aux Lumières, à leur rationalité et à la république française.

La tentative de renverser De Gaulle
et son gouvernement

Il est clair que cette tentative était menée par les cercles les plus atlantiques, proches des USA et de leurs affidés en Europe. Les forces pro-atlantiques avaient en effet toutes les raisons de vouloir éliminer de Gaulle tant pour sa politique intérieure que pour sa politique internationale (1).

Par exemple :

- De Gaulle réussit à faire mettre au point une arme de dissuasion nationale (premier essai d’une bombe atomique française réalisé en 1960).
- En 1963, alors que Kennedy faisait sa tournée européenne, De Gaulle refusa de le recevoir.

- En 1964, De Gaulle reconnut le gouvernement de la Chine populaire où il ne put réaliser une visite officielle qui était prévue.

- De Gaulle avait engagé une conversion massive des réserves de change (dollars) auprès du guichet du Trésor américain, précipitant l’annonce de la fin de la convertibilité du dollar en or. En 1966 il envoya des bateaux remplis de dollars pour rapporter des lingots d’or à la France.

- En 1966, De Gaulle fit un voyage triomphal à Moscou, évoquant une Europe de Brest à Vladivostok. Cette même année, lors de son discours de Phnom-Penh, De Gaulle exigea devant cent mille personnes le retrait des armées américaines du Viet-Nam.

- Le 7 mars 1966, dans une lettre à Lyndon Johnson, Charles De Gaulle affirme la volonté de la France de se retirer du Commandement intégré de l’Organisation du traité de l’Atlantique nord. (OTAN) – A terme, les 14 bases aériennes, 40 dépôts et 26 000 hommes des forces armées états-uniennes , devront quitter le territoire national.

La mise en cause de l’État

Mais au-delà de cette action politique ciblée, une action sur le plus long terme, visant à la mise en cause de l’État en tant que notion civilisationnelle, politique, intellectuelle et sociale, était mise en œuvre.
Cette action, comme le décrit Zinoviev dans son livre l’ « Occidentalisme », nécessite aussi la mobilisation d’intellectuels, corrompus ou simplement convaincus, mais toujours largement soutenus et glorifiés.

Herbert Marcuse, ancien fonctionnaire de la CIA et ancien doctorant de Martin Heidegger, est considéré comme l’un des organisateurs intellectuels du mouvement de 1968. En France, le mouvement de 68 mobilisa des profils variés d’intellectuels susceptibles de s’inscrire dans cette mouvance. Par exemple, Maurice Blanchot poussa cette entreprise jusqu’à la parodie. Propagandiste fasciste dans les années 30 et 40, et « converti » au gauchisme par la suite, il se spécialisa dans l’écriture de pamphlets anti-De Gaulle, « dictateur fasciste » dont il réclamait la démission. (2) Un article du journal La Croix intitulé « Les chrétiens aux avant-postes de 68 » souligne le rôle joué par certaines personnalités chrétiennes et leurs adeptes, comme Paul Ricoeur, ancien propagandiste vichyste, directeur du département de philosophie de la faculté de Nanterre en 1968, puis mentor d’Emmanuel Macron (3). Ricoeur

Mais plus largement, une Nouvelle Gauche adossée au mouvement intellectuel de la French Theory naquit de ce mouvement. Se caractérisant par son anti-soviétisme, son anti-marxisme, sa haine de la république, de l’Etat-nation, et son pro-américanisme elle fut du pain béni pour la CIA. Celle-ci dans son rapport sur « La défection des intellectuels de gauche en France » datant de 1985 et déclassifié en 2011, se félicite du succès des nouveaux intellectuels de gauche comme Foucault, Derrida, mais aussi des nouveaux intellectuels de droite comme BHL, Glucksman… L’auteur de ce rapport écrit : « Il y a un nouveau climat intellectuel en France : un esprit d’anti-marxisme, et d’anti-soviétisme qui rendra difficile de mobiliser toute opposition intellectuelle aux politiques américaines. » (p.5) « Les Nouveaux Philosophes professent une antipathie systématique pour le gaullisme et une acceptation du capitalisme comme un moindre-mal. » (p.12, https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP86S00588R000300380001 -5.PDF)

Dans l’esprit des stratèges atlantiques (aux USA et en Europe), la mise en cause de l’État se déroula en 3 étapes.

Première étape : la déconstruction de la souveraineté

La mise en cause de sa souveraineté et de l’autorité de l’Etat se firent sous le slogan « il est interdit d’interdire ». La destruction de la loi au profit du contrat attaquait le socle de notre république qui depuis le 4 août 1789 affirmait justement la prédominance de la loi sur les contrats entre parties… Cela permettra beaucoup plus tard la mise en place de l’UE et de la violation de notre constitution (référendum bafoué de 2005).

En plus de s’attaquer aux principes fondateurs des Républiques sociales issus des Lumières (raison, science, progrès), les philosophes de la French Theory visaient à violemment déconstruire la notion de souveraineté. Michel Foucault commençait ainsi son cours donné au Collège de France « Pour la société » de 1975 : « Pour mener l’analyse concrète des rapports de pouvoir, il faut abandonner le modèle juridique de la souveraineté ». Il eut une grande carrière aux USA.

Derrida, père du concept de déconstruction si prisé outre-Atlantique, avouait lors d’un cours prononcé à la Rue d’Ulm « Ce que je cherche, c’est une déconstruction prudente de cette logique et du concept dominant, classique, de souveraineté état nationale… » Ce cours prononcé devant de jeunes Normaliens et Normaliennes (dont les études sont financées par les deniers de la nation) se terminait par une exhortation à donner sa vie pour mettre en échec la souveraineté nationale. « La question reste entière de savoir, ce fut la question du séminaire, qui peut mourir ? A qui ce pouvoir est donné ou dénié ? Qui peut la mort, et par la mort mettre en échec la super – ou l’hyper- souveraineté (…) ? » (sic.)

Il louait indirectement tout ce qui pouvait déconstruire ce concept de souveraineté, y compris la violence : « Cette déconstruction, c’est ce qui arrive, comme je dis souvent, et qui arrive aujourd’hui dans le monde à travers les crises, les guerres, les phénomènes du dit terrorisme dit national et international, les tueries déclarées ou non, la transformation du marché mondial et du droit international qui sont autant d’événements qui affectent et mettent à mal le concept classique de souveraineté. » (4)

Deuxième étape : la décroissance

La mise en cause de la souveraineté militaire et économique, qui se fait notamment par la destruction de notre industrie, fut promue par une pseudo-écologie, qui est en réalité le masque cachant l’idéologie de la décroissance.

L’économiste et théoricien de la décroissance Serge Latouche dans sa collection « Les précurseurs de la décroissance » publie en 2014 l’ouvrage Cornélius Castoriadis ou l’autonomie radicale. Castoriadis, considéré comme le père de la notion de décroissance en France, et comme un philosophe « révolutionnaire », fut néanmoins un important économiste à l’OCDE. De 1960 à 1970 il y occupe le poste de chef des Etudes Nationales puis à partir de 1968 celui de Directeur des Etudes de la croissance, des statistiques et des comptes nationaux. Il a joué un rôle important dans l’inflexion du marxisme vers la critique des pays communistes, ou jugés « capitalistes d’Etat », et vers la croyance en une alternative idéologique, bâtie autour de l’écologie. Les pays communistes ou « capitalistes d’Etat » ont, selon sa doctrine, pour péché originel d’avoir pour visée « l’expansion de la maîtrise rationnelle ». De 1947 à 1967, il anime le groupe « Socialisme ou Barbarie », développant les thématiques de l’autogestion, de l’autonomie, de l’égalité des salaires et du refus de toute autorité, thématiques qui seront reprises par nombre de slogans de mai 1968.

Cette nouvelle idéologie a conduit de nombreux soixante-huitards à créer des « communautés » notamment agraires (« les éleveurs de moutons au Larzac ») pour fuir la civilisation, source du mal. En dehors des parodies musicales se moquant de ces bourgeois qui, pour nombre d’entre eux, revinrent aux affaires financières ou politiques, il est à remarquer que la promotion de cette « vie en communauté » préparait le chemin à la promotion des « politiques de la communauté », qui accompagnèrent la destruction de l’État républicain. Ce thème est au centre du modèle politique américain : Barrack Obama fut « organisateur communautaire », Hilary Clinton fit sa thèse sur le « modèle Alinsky », sociologue considéré comme le fondateur du groupement des « organisateurs de communautés ». La promotion de la « communauté » a aussi ouvert la voie aux ethnicismes divers, et à tous les communautarismes d’aujourd’hui, religieux, régionaux, sexuels et aussi sociaux.

Troisième étape : la privatisation
des services publics nationaux

Enfin le stade final de la destruction de l’État est la destruction de tous les services publics d’éducation, de santé, de solidarité… Cette dernière phase, promue par les experts de l’OCDE (voir le livre « De la destruction du savoir en temps de paix », 1001 Nuits) et de l’UE (rapport EDORA, voir l’article de Valmy « EDORA et Xynthia »), est mise en place par une politique brutale de libéralisation, déréglementation et privatisations.

La déstabilisation des services publics est en même temps accélérée par l’idéologie sans-frontiériste qui rend caduque la notion même d’Etat-providence. Concrètement, elle est accélérée par les politiques d’immigration massive et soutien aux « migrants », qui contribuent à leur saturation, et qui amènent les populations plus anciennes à fuir ces services publics (hôpitaux, HLM, écoles…) au profit du privé. Les personnes qui abandonnent ces services n’ont plus de raison d’en payer le coût.

Conclusion : la propagande n’est là
que pour masquer la politique réelle.

Le paradoxe le plus grand est que ceux-là mêmes qui mettaient en cause de la manière la plus extrême « l’ordre », en sont arrivés à soutenir un système qui donne la part belle aux institutions les plus réactionnaires qui soient : les églises (notamment catholique) bénéficient de la fuite des ménages vers l’école privée et autres structures privées, les banques et les actionnaires s’accaparent services et infrastructures nationales.

Cohn-Bendit déclarait en mai 68 : « Maintenant c’est l’Europe sans frontières. » (5). Aujourd’hui, cinquante ans plus tard, en mai 2018, alors que le pays est en particulier menacé par la destruction de la SNCF, il est tout à fait cohérent que lui et les siens affirment préférer soutenir Macron que les grévistes.

De surcroît l’UE, complètement jumelle de l’OTAN, poursuit ses politiques de guerres, cautionnées par ses « french doctor » (Kouchner, BHL, Glucksmann), guerres qualifiées d’ « humanitaires », mais le plus souvent dirigées contre des républiques, dont le modèle national et laïc est déclaré caduque et promis à la « déconstruction » pour s’adapter au Nouvel Ordre mondial.

Aujourd’hui la génération des opportunistes de tous poils (et de leurs disciples) qui surfèrent sur les problèmes réels de la classe ouvrière et étudiante pour servir des intérêts occultes sont aux commandes et amènent le pays dans l’abîme, car ils en détruisent l’âme, la force, le corps, son Etat. La question fondamentale est donc de les arrêter dans leur marche infernale.

Valentin Martin et Jacques Maillard
Comité Valmy
Mai 2018

Notes
1/ André Fontaine, Histore de la Guerre Froide, tome II 1950-1967, Fayard, 1967
2/ Voir Michel Surya, L’Autre Blanchot. En 1937, Blanchot demande « d’intervenir avec les moyens les plus puissants en faveur de Franco », il voit les colonies comme « un débouché d’existence, de richesse et de gloire ». Sous Vichy, membre de Jeune France, il dirige la revue « Aux écoutes » et écrit : « Si jamais la Révolution Nationale échouait, ce serait la fin de la France. »
3/ https://www.la-croix.com/Religion/Catholicisme/France/chretiens-avant-postes-mai-68-2018-03-18-1200921688
4/Derrida, La bête et le souverain
5/Claude Paillat, Archives secrètes : 1968-1969 les coulisses d’une année terrible, Denoël, 1969, Paris, p. 179.

http://www.comite-valmy.org/spip.php?article9934

 Όλο το παρασκήνιο του Κραν Μοντάνα

1

Η πρόσφατη απαίτηση του Μουσταφά Ακιντζί με την οποία ζητούσε από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να δεχθεί το πλαίσιο Γκουτέρες ως στρατηγική συμφωνία δεν είναι κάτι καινούργιο. Πάει πίσω έντεκα μήνες και τις συνομιλίες στο Κραν Μοντάνα όπου και πάλι ο στόχος ήταν να καταλήξουν σε μια στρατηγική συμφωνία. Όπως αποκαλύπτεται μέσα από τις συζητήσεις που είχαν γίνει τότε, αλλά και μετά τις συνομιλίες, ο βασικός στόχος της τουρκικής πλευράς ήταν να προχωρήσουν σε μια στρατηγική συμφωνία η οποία ωστόσο να ήταν μόνο για τις εσωτερικές πτυχές. Προσέγγιση η οποία έφερε την αντίθεση της ελληνοκυπριακής πλευράς. Προσπάθεια της Τουρκίας κατά τη διάρκεια εκείνων των συνομιλιών ήταν να υπάρξει μίας μορφής στρατηγική συμφωνία μόνο για τις εσωτερικές πτυχές. 
Παράλληλα, όπως αποκαλύψαμε και την περασμένη Πέμπτη, υπήρχε μια διάσταση απόψεων όχι μόνο μεταξύ των δύο πλευρών (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) σ’ ό,τι αφορά το λεκτικό του πλαισίου Γκουτέρες αλλά και μεταξύ των ηγετών και του Έσπεν Μπαρθ Άιντε. Οι τότε συζητήσεις στο Εθνικό Συμβούλιο, που συνεδρίαζε στο Κραν Μοντάνα, καταγράφουν από τη μια τη διάσταση απόψεων μεταξύ ελληνοκυπριακής πλευράς και Άιντε και από την άλλη τις διαφωνίες εντός της πολιτικής ηγεσίας, με τους Νίκο Αναστασιάδη και Άντρο Κυπριανού να βρίσκονται σε αντιπαράθεση.
Σύμφωνα με τις σημειώσεις μας, στις 3 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα, κατά τη σύσκεψη της πολιτικής ηγεσίας, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε αναφέρει ότι το προηγούμενο Σάββατο, 1η Ιουλίου 2017, ετοιμάστηκε ένα προσχέδιο με τις θέσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο η ελληνοκυπριακή πλευρά διαφώνησε με το προσχέδιο που παρουσίασε ο Έσπεν Μπαρθ Άιντε, όπως φάνηκε και από το έγγραφο που αποκαλύψαμε την περασμένη Παρασκευή. Διαφωνίες υπήρξαν κι από πλευράς Τουρκοκυπρίων.
Η θέση που διατύπωσε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σ’ εκείνη τη συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου ήταν πως δεν υφίσταται έγγραφο Γκουτέρες.
Βεβαίως έγγραφο δεν υπήρχε και ούτε κατατέθηκε επισήμως από τον Αντόνιο Γκουτέρες. Γιατί ως γνωστό οι συνομιλίες ήταν «κυπριακής ιδιοκτησίας» και επισήμως τα Ηνωμένα Έθνη δεν κατέθεταν έγγραφα αφού θα κατηγορούνταν για επιδιαιτητικό ρόλο. Στη συνέχεια, οι θέσεις Γκουτέρες, που βαφτίστηκαν ως πλαίσιο του Γενικού Γραμματέα, καταγράφησαν από τις δύο πλευρές μετά την προφορική ανάγνωση που έγινε από μέρους του Άιντε.
Στην εν λόγω συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου υπήρξε και τότε αντιπαράθεση ανάμεσα στον γενικό γραμματέα του ΑΚΕΛ και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Άντρος Κυπριανού κατηγόρησε τον Νίκο Αναστασιάδη ότι κοροϊδεύει την πολιτική ηγεσία υποστηρίζοντας πως την προηγούμενη μέρα ο ίδιος ο ΠτΔ είχε χαρακτηρίσει ως «εξαιρετικό έγγραφο» τις θέσεις του ΓΓ του ΟΗΕ. Εξέφρασε δε την απορία κατά πόσο ήξερε τι έλεγε στα μέρη ο ΓΓ του ΟΗΕ, εκφράζοντας παράλληλα την απορία προς τον ΠτΔ γιατί δεν ρωτήθηκε ο ΓΓ του ΟΗΕ.
Κατά την ίδια συνεδρία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατηγόρησε σε διάφορες περιπτώσεις τον Έσπεν Μπαρθ Άιντε για τον ρόλο του στις συνομιλίες, αλλά και την όλη στάση της τουρκικής πλευράς. Διατυπώνοντας από τις 3 Ιουλίου και στη βάση των εγγράφων που είχαν καταθέσει (Τσαβούσογλου – Ακιντζί) πως δεν υπήρχε προοπτική για επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό. Σε κάποιο σημείο της αντιπαράθεσης μεταξύ Αναστασιάδη – Κυπριανού, ο γ.γ. του ΑΚΕΛ υπέδειξε στον Πρόεδρο ότι θα πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία από την ελληνοκυπριακή πλευρά, προκειμένου να εκτεθεί η Τουρκία, και του επεσήμανε ακόμα πως με την όλη του συμπεριφορά δίνει την εντύπωση ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το παιγνίδι επίρριψης ευθυνών (blame game).
Κατ’ επανάληψη ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε μιλήσει για «τραγωδία» και ότι δεν υπάρχει προοπτική επίτευξης συμφωνίας λόγω της τουρκικής στάσης. Παρεμβαίνοντας ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος ζήτησε να ενημερωθεί η πολιτική ηγεσία για το πρακτικό που παρουσίασε ο Άιντε και επί του οποίου προέκυψε αντιπαράθεση.
Αυτό που ζητούσε ο κ. Παπαδόπουλος ήταν να δει η πολιτική ηγεσία τόσο τι λέει ο Ειδικός Σύμβουλος όσο και το ποιες είναι οι παρατηρήσεις της κάθε πλευράς. Παρενέβη ο Ανδρέας Μαυρογιάννης για να διαβάσει το μήνυμα που είχε σταλεί προς τον Έσπεν Μπαρθ Άιντε με τις διαφωνίες της ελληνοκυπριακής πλευράς (είναι το έγγραφο που αποκαλύφθηκε την Παρασκευή). Στην ίδια συνεδρία υπήρξαν και αναφορές για αποστολή επιστολής προς τον ΓΓ του ΟΗΕ και πρόσκληση να επιστρέψει στο Κραν Μοντάνα για να σώσει τις συνομιλίες. Ο Νίκος Αναστασιάδης επέμενε πως οι συνομιλίες οδηγούνταν προς αδιέξοδο.
Την Τετάρτη 5 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε έκτακτη συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου όπου γίνεται μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση επί των προτάσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ως γνωστό εντός της ίδιας ημέρας ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε καταθέσει μακροσκελές έγγραφο με τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς επί όλων των κεφαλαίων που ήταν στο τραπέζι των συνομιλιών και για τα οποία είχε γίνει αναφορά και από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης προχώρησε στη συνέχεια και κατέθεσε δύο έγγραφα με τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Στις 5 Ιουλίου 2017 κατέθεσε το έγγραφο με τις τελικές προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς για τις εσωτερικές πτυχές και την επόμενη, 6 Ιουλίου, τις τελικές προτάσεις για τα θέματα ασφάλειας, εγγυήσεων και στρατευμάτων.
Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η τουρκική πλευρά (Ακιντζί και Τσαβούσογλου) είχαν παρουσιάσει τις θέσεις τους πριν από την ελληνοκυπριακή πλευρά και πριν ακόμα υπάρξει η καταγραφή του πλαισίου Γκουτέρες. Τόσο o Μουσταφά Ακιντζί όσο και ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου παρουσίασαν τις θέσεις τους στις 3 Ιουλίου 2017. Το πλαίσιο Γκουτέρες λέχθηκε προφορικά για να καταγραφεί από τις δύο πλευρές στις 4 Ιουλίου. Οι προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς ακολούθησαν της συνάντησης του Προέδρου Αναστασιάδη με τον Έσπεν Μπαρθ Άιντε.
Το περιεχόμενο του πλαισίου Γκουτέρες, όπως διαφάνηκε στη συνέχεια, δεν έτυχε της ίδιας ερμηνείας από τους εμπλεκομένους ακόμα και μετά την σαφή καταγραφή των θέσεων του Γενικού Γραμματέα. Ακόμα και μετά τη συζήτηση της 6ης-7ης Ιουλίου 2017, όταν έκλεισαν χωρίς συμφωνία οι συνομιλίες, υπήρξαν διαφωνίες επί των όσων υποστήριζε η κάθε πλευρά. Κάτι που παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Ειδικός Σύμβουλος στην «επεισοδιακή» συνάντηση που είχε με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη στις 24 Ιουλίου 2017. Εκείνη τη Δευτέρα ο ΠτΔ ήταν έντονος και επιθετικός προς τον Ειδικό Σύμβουλο, καθώς είχαν προηγηθεί τοποθετήσεις του Άιντε μέσα από τις οποίες επιχειρούσε είτε να μοιράσει ισόποσα ευθύνες στις δύο πλευρές είτε αναφερόταν σε εποικοδομητική στάση από πλευράς Τουρκίας.
H παραδοχή του Αιντε
Επίμαχο σημείο παρέμενε το κατά πόσο μιλούσε ή όχι ο ΓΓ του ΟΗΕ για τερματισμό των εγγυήσεων/επεμβατικών δικαιωμάτων. Σ’ εκείνη τη συνάντηση ο Άιντε παραδέχθηκε πως η θέση του ΓΓ του ΟΗΕ ήταν πολύ ξεκάθαρη: «Τέλος στη συνθήκη εγγυήσεων. Τέλος στο δικαίωμα παρέμβασης καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Να μην αντικατασταθεί από κάποια άλλη μορφή συμφωνίας.
Σύμφωνα με τα όσα είπε ο Άιντε στον Πρόεδρο Αναστασιάδη, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου δεν ήθελε να καταθέσει πρόταση με την οποία να τερματίζονταν τα επεμβατικά δικαιώματα και ήθελε τον ΓΓ του ΟΗΕ να το κάνει. Ήθελε να βγαίνει η αναφορά από το στόμα του ΓΓ, όχι από το δικό του. Επίσης παραδέχθηκε ότι ο στόχος της τουρκικής πλευράς ήταν να διατηρήσει ένα στρατιωτικό τμήμα εντός της περιοχής που είναι υπό τη διοίκηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ούτως ή άλλως από τις προτάσεις της 3ης Ιουλίου η τουρκική πλευρά έδειξε να κινείται εκτός του πλαισίου Γκουτέρες. Βασική της επιδίωξη ήταν να κλειδώσει συμφωνία επί των εσωτερικών πτυχών και οι εξωτερικές πτυχές να συνεχίσουν να αιωρούνται.
Το πλαίσιο Γκουτέρες
Αυτό που σήμερα ονομάζεται πλαίσιο Γκουτέρες πρόκειται για αναφορές που είχαν γίνει από τον ΓΓ του ΟΗΕ, μέσω του Έσπεν Μπαρθ Άιντε, και οι οποίες μεταφέρθηκαν στα μέρη από τον τότε Ειδικό Σύμβουλο σε συνάντηση που είχε μαζί τους στις 4.7.2017. Τα έξι κεφάλαια επί των οποίων τοποθετήθηκε ο ΓΓ του ΟΗΕ, ζητώντας από τις πλευρές να τοποθετηθούν, είναι τα εξής: Ασφάλεια και εγγυήσεις: Πιστεύω ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο σύστημα ασφάλειας, όχι συνέχιση υφιστάμενου.
Πιστεύω ότι χρειάζεται να τερματιστεί το μονομερές δικαίωμα της παρέμβασης και να τερματιστεί η Συνθήκη Εγγυήσεων. Η παρούσα κατάσταση θα αντικατασταθεί από ένα στέρεο σύστημα εξασφαλίσεων όπου ολόκληρη η Κύπρος και όλοι οι Κύπριοι και των δύο κοινοτήτων θα αισθάνονται ασφάλεια, και από έναν εύρωστο μηχανισμό εφαρμογής και παρακολούθησης που θα περιλαμβάνει εξωτερικά στοιχεία (διεθνής διάσταση: ΗΕ, πολυεθνική/ διεθνής δύναμη και φιλικές χώρες).
Οι υφιστάμενες εγγυήτριες δεν μπορούν να εφαρμόζουν και να ελέγχουν τον εαυτό τους. Στρατεύματα: Θα υπάρξει ραγδαία μείωση από την πρώτη μέρα σε ένα χαμηλό επίπεδο και μετά μείωση σε αριθμούς ισότιμους με την παλαιά Συνθήκη Συμμαχίας (το χρονοδιάγραμμα και ο μηχανισμός για παρακολούθηση χρειάζεται να συμφωνηθούν). Σε σχέση με το θέμα της ρήτρας αναθεώρησης ή καταληκτικής ρήτρας, αυτό θα πρέπει να συζητηθεί σε ανώτατο επίπεδο. Πρέπει να συζητηθούν επίσης οι όροι εντολής, οι στόχοι, οι υποχρεώσεις κ.λπ.
Εδαφικό: Η τ/κ πλευρά χρειάζεται να προσαρμόσει τον χάρτη που κατέθεσε, ώστε να αντιμετωπίσει κάποιες ανησυχίες που εκφράστηκαν από την ε/κ κοινότητα για κάποιες περιοχές. Θα πρέπει να αναφέρεται στη Μόρφου. Περιουσιακό: Υπάρχουν δύο αρχές. Για τις περιοχές υπό εδαφική αναπροσαρμογή, πρέπει να οικοδομηθεί ένα καθεστώς που θα δίνει προτεραιότητα στον ιδιοκτήτη, όχι όμως 100%. Για τις περιοχές που δεν θα τύχουν αναπροσαρμογής, πρέπει να οικοδομηθεί καθεστώς που θα δίνει προτεραιότητα στον χρήστη, όχι όμως 100%. Συγκεκριμένα εργαλεία πρέπει να τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας.
Ισότιμη μεταχείριση: Σε ό,τι αφορά τη μόνιμη διαμονή Τούρκων υπηκόων, θα πρέπει να υπάρχει ποσοστό και αυτό πρέπει να είναι ισότιμο (equitable) με τους υπηκόους της Ελλάδας που θα αποκτούν μόνιμη διαμονή. Από την ποσόστωση εξαιρούνται οι φοιτητές, οι τουρίστες και οι εποχικοί εργάτες. Απαιτείται περαιτέρω συζήτηση για το τι εστί ισότιμο ποσοστό. Αποτελεσματική συμμετοχή: Πρέπει να συζητηθεί περαιτέρω σε σχέση με το ζήτημα της ευνοϊκής ψήφου – εννοεί τη μία θετική ψήφο (πότε και κάτω υπό ποιες προϋποθέσεις, σε ποια σώματα και ποιοι οι σχετικοί μηχανισμοί άρσης αδιεξόδου), ενώ οποιαδήποτε άλλα εκκρεμούντα ζητήματα στον διαμοιρασμό εξουσιών, όπως η απαίτηση της τ/κ πλευράς για εκ περιτροπής Προεδρία, πρέπει επίσης να συζητηθούν.

  Ανδρέας Πιμπίσιης  
Φιλελεύθερος

«Γκρίζες ζώνες» έχει και η Τουρκία

0

Στο διεθνές δίκαιο ισχύει ως αρχή ότι οι συνθήκες που καθορίζουν σύνορα δεν λήγουν ποτέ. Οι λόγοι είναι η προστασία του συνοριακού status quo και η θέσπιση του απαραβίαστου των συνοριακών ρυθμίσεων. Το εδαφικό καθεστώς στο Αιγαίο έχει ρυθμιστεί από τις συνθήκες ειρήνης της Λωζάννης (1923), των Παρισίων (1947) και από την ιταλοτουρκική συμφωνία του Ιανουαρίου 1932 για τα Δωδεκάνησα και τη συμπληρωματική συμφωνία/πρακτικό (procès-verbal) του Δεκεμβρίου 1932.

Αυτό σημαίνει ότι ειδικώς στα Δωδεκάνησα ισχύει η οριοθετική γραμμή του 1932. Στο υπόλοιπο Αιγαίο ισχύουν τα άρθρα 6, 12 και 16 της Συνθήκης της Λωζάννης. Εκεί ορίζεται ότι στην τουρκική κυριαρχία περιλαμβάνονται όλα τα νησιά που βρίσκονται εντός τριών μιλίων (δηλ. 4.827 μέτρων) από τις τουρκικές ακτές και δεν εκχωρήθηκαν ρητώς στην Ελλάδα, καθώς και η Ιμβρος και η Τένεδος. Επομένως, ό,τι βρίσκεται πέραν των τριών μιλίων από τις τουρκικές ακτές δεν ανήκει στην Τουρκία.

Με την κρίση στα Ιμια το 1996, η Τουρκία ανακάλυψε την ύπαρξη νησιών αμφισβητούμενης ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Εκτοτε, προσπαθεί να ξαναερμηνεύσει συνθήκες που έχουν γραφεί προ 70 και 100 ετών και να σπείρει αμφιβολίες για ένα εδαφικό καθεστώς εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες. Αμφισβητεί νησιά όπως οι Φούρνοι με 1.033 κατοίκους ή οι Οινούσσες με 826…

Αν κάποιος θελήσει να μπει προς χάριν παιγνίου σε αυτή τη συλλογιστική, θα ανακαλύψει ότι εάν υπάρχει κάποιο κράτος που έχει προβλήματα με «γκρίζες ζώνες» κυριαρχίας, αυτό είναι η Τουρκία. Στην είσοδο των Δαρδανελλίων υπάρχει ένα σύμπλεγμα τεσσάρων νησιών που είναι γνωστές ως Μαυρειές ή Λαγούσες. Στη Συνθήκη της Λωζάννης αναφέρεται στο άρθρο 12 ότι επιβεβαιώνεται η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Βορείου Αιγαίου «εκτός της Ιμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων (Μαυρυών)». Στο άρθρο 14 αναφέρεται ότι «αι νήσοι Ιμβρος και Τένεδος, παραμένουσαι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν». Δεν υπάρχει, όμως, οποιαδήποτε αναφορά περί κυριαρχίας στις Μαυρειές νήσους, οι οποίες βρίσκονται πέραν των τριών μιλίων από τις τουρκικές ακτές. Επομένως, οι Μαυρειές δεν ανήκουν ούτε στην Ελλάδα αλλά ούτε και στην Τουρκία. Είναι μια κατά κυριολεξίαν γκρίζα ζώνη!

Επιπλέον, εκτός των τριών μιλίων από τις τουρκικές ακτές βρίσκονται αρκετά νησιά στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Μοσχονησίων, στον κόλπο του Αδραμυττίου έναντι της Λέσβου. Πρόκειται για τα νησάκια Δασκαλειό ή Κοκκινονήσι, Λιός, Καλαμόπουλο, Γιαλονήσι, Πύργος, Αδιάβατος, Ουλιά, Κάλαμος καθώς και για πέντε ανώνυμους βράχους. Αλλοι τρεις ανώνυμοι βράχοι βρίσκονται πέραν των τριών μιλίων ανάμεσα στις Οινούσσες της Χίου και στη χερσόνησο της Ερυθραίας.

Βάσει της τουρκικής λογικής, τα ίδια θα μπορούσαν να αναφερθούν και για την κατάσταση των νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα). Στη Συνθήκη των Σεβρών (1920) αναφέρεται ρητώς ότι τα συγκεκριμένα νησιά θα παραμείνουν οθωμανικά (άρθρο 27).

Αντιθέτως, στη Συνθήκη της Λωζάννης δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό. Πρόκειται για μία σειρά από μεγάλα νησιά: Προκόνησος (Marmara Adasi), Αφησιά (Ava Adasi), Καλόλιμνος (Imrali), Κούταλη (Ekinlik) και Προβατονήσι (Kuyus Adasi). Επίσης, ούτε τα Πριγκηπονήσια (έξω από την Κωνσταντινούπολη…) αναφέρονται ονομαστικώς σε κάποια συνθήκη.

Είναι προφανώς αδιανόητο για τους Τούρκους να συζητήσουν το νομικό καθεστώς των Πριγκηπονήσων. Αντιστοίχως, όμως, είναι αδιανόητο για την Ελλάδα να συζητά το καθεστώς των Φούρνων, των Οινουσσών κ.ο.κ. σε μια προσπάθεια κακόπιστης ερμηνείας των συνθηκών που θέσπισαν τα σύνορα και τα εδάφη των δύο χωρών. Η πόρτα του φρενοκομείου που άνοιξε με τα Ιμια, είναι καιρός επιτέλους να κλείσει.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

kathimerini.gr