Αρχική Blog Σελίδα 2804

Στην καρδιά της Ευρασίας: Η αυξανόμενη σημασία της Κεντρικής Ασίας

1

του Plamen Tonchev*.

Εισαγωγή

Η Κεντρική Ασία είναι μια περίκλειστη περιοχή, με πρόσβαση μόνο στην Κασπία Θάλασσα, η οποία όμως είναι επίσης κλειστή – ουσιαστικά μια τεράστια λίμνη. Ενώ η Κεντρική Ασία έχει πολύ μεγάλη έκταση, περί τα 4 εκατ. τετρ. χλμ., ταυτόχρονα είναι αραιοκατοικημένη, καθώς έχει πολλές στέπες και ερήμους.

 

                                                               Χάρτης της Κεντρικής Ασίας

Για τις ανάγκες αυτής της συγκεκριμένης διάλεξης, ως “Κεντρική Ασία” ορίζονται οι πέντε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες στην περιοχή – Καζαχστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κιργιστάν και Τουρκμενιστάν.

 

                                                   Προφίλ της Κεντρικής Ασίας

Χώρα

Εκταση

Πληθυσμός (2017)
Ουζμπεκιστάν 447.400 τετρ.χλμ. 31,9 εκατ.
Καζαχστάν 2.724.900 τετρ. χλμ. 18,2 εκατ.
Τουρκμενιστάν 488.100 τετρ.χλμ. 5,8 εκατ.
Τατζικιστάν 143.100 τετρ. χλμ. 8,9 εκατ.
Κιργιστάν 198.500 τετρ. χλμ. 6,0 εκατ.
ΣΥΝΟΛΟ 4.002.000 τετρ. χλμ. 70,8 εκατ.

                        Πηγή: UNFPA

 

Ιστορία της Κεντρικής Ασίας

Η ιστορία της Κεντρικής Ασίας καθορίστηκε από τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών (π.χ. Ούννων και Μογγόλων), αλλά και από την ώσμωση μεταξύ διαφόρων πολιτισμών. Μετά τον 8ο αιώνα εξαπλώθηκε στην περιοχή το Ισλάμ και σύντομα μετά επικράτησαν στην Κεντρική Ασία τουρκογενείς δυναστείες, όπως Σελτζούκοι Τούρκοι και Τιμουρίδες. Μέχρι τον 16ο αιώνα πιο έντονη ήταν η επιρροή του περσικού πολιτισμού, ενώ στην συνέχεια έβαλε την σφραγίδα της και η τσαρική Ρωσία. Εικάζεται ότι στην αρχή το ενδιαφέρον των Ρώσων σχετιζόταν με την παραγωγή βάμβακος στην Κεντρική Ασία ως βασικής ύλης για την κλωστοϋφαντουργία. Στην συνέχεια, όμως, αυξήθηκε η γεωπολιτική σημασία της περιοχής, καθώς οξύνθηκε η αντιπαλότητα μεταξύ της Ρωσίας και της Βρετανίας στην Κεντρική Ασία – μια διαμάχη που έχει μείνει στην ιστορία με το όνομα “Μεγάλο Παιχνίδι”. Αυτό εξηγεί την πολιτική εποικισμού με Ρώσους στην Κεντρικη Ασία, όπως και την επιβολή της ρωσικής γλώσσας σε σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες σε περιοχές που υπάγονταν στην Πετρούπολη.

Η κατάληψη της Κεντρικής Ασίας από την Ρωσία έλαβε χώρα κατά κύματα, ξεκινώντας από τις στέπες του σημερινού Καζαχστάν και την προέκτασή του στο σημερινό Κιργιστάν. Μετά από πολλές προσπάθειες, οι Ρώσοι κατάφεραν να εδραιώσουν την παρουσία της στην Κεντρική Ασία κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Η κατάκτηση του σημερινού Ουζμπεκιστάν επισφραγίστηκε με την είσοδο των ρωσικών στρατευμάτων στην Τασκένδη το 1866 και την Σαμαρκάνδη το 1868. Το 1881 η Ρωσία κατόρθωσε να υποτάξει και τις φυλές στο έδαφος του σημερινού Τουρκμενιστάν. Με το ισχυρό χανάτο της Μπουχαρά συνήφθη συμφωνία, αλλά ταυτόχρονα κατοχυρώθηκε η υπεροχή της Ρωσίας στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Ασίας. Το σημερινό Τατζικιστάν παρέμεινε μόνο κατ’όνομα υπό την δικαιοδοσία της Μπουχαρά, μέχρι την εξαφάνιση του χανάτου.

Στις αρχές του 20ού αιώνα εμφανίστηκαν κάποια κινήματα που αμφισβητούσαν την ρωσική κυριαρχία, εξαιτίας της υποεκπροσώπησης της Κεντρικής Ασίας στα κέντρα λήψης αποφάσεων και της δυσβάστακτης φορολογίας. Μετά από μια σύντομη περίοδο αυτονομίας της Κεντρικής Ασίας λόγω της κατάρρευσης της τσαρικής Ρωσίας το 1917, η νεοσυσταθείσα Σοβιετική Ενωση επέβαλε την εξουσία της στην περιοχή, αν και δημιουργήθηκαν ξεχωριστές σοβιετικές δημοκρατίες από το 1920 έως το 1924. Περίπου εβδομήντα χρόνια αργότερα, οι πέντε χώρες της Κεντρικής Ασίας, εν πολλοίς απροετοίμαστες, απέκτησαν την ανεξαρτησία τους μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1991.

Ανάμεσα στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετώπισαν όλα τα ανεξάρτητα πλέον κράτη ήταν:

  • Ο απογαλακτισμός τους από την κυρίαρχη μέχρι τότε Ρωσία και η αξιοποίηση των εγχώριων πόρων τους
  • Η μετάβαση από τον σοβιετικό κεντρικό σχεδιασμό σε σύγχρονες οικονομίες σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.
  • Η δημιουργία εθνικών κρατών για πρώτη φορά στην ιστορία τους και μετά από την συνύπαρξη με άλλους λαούς στην πολυεθνική ΕΣΣΔ επί επτά δεκαετίες.

Στην αγωνιώδη προσπάθειά του να βρουν και να τονίσουν την διακριτή εθνική τους ταυτότητα, όλες οι χώρες της Κεντρικής Ασίας ανέδειξαν μύθους ή προσωπικότητες, τις οποίες μετέτρεψαν σε σύμβολα εθνικής υπερηφάνειας και ενότητας.

               

 

 

 

 

 

Αγαλμα του Τιμούρ στην Τασκένδη                                                 Μνημείο του Ισμαήλ Σαμάνι στο Ντουσανμπέ

 

                                                 

                                                  Ο Τάφος του Chynghyz Aitmatov κοντά στο Μπισκέκ

 

Ο εμβληματικός πύργος Μπάιτερεκ, “λεύκα” στα καζάχικα, στην Αστανά είναι αναπαράσταση του δέντρου της ζωής, πάνω στο οποίο – σύμφωνα με έναν καζάχικο μύθο – είχε φτιάξει φωλιά το Samruk, το πουλί της ευτυχίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H Αψίδα της Ουδετερότητας στο Ασχαμπάντ,

με το άγαλμα του Sararmutat Niyazov (Turkmenbashi), πρώτου προέδρου του ανεξάρτητου Τουρκμενιστάν. 

Η μετάβαση από την σοβιετική εποχή στην ανεξαρτησία υπήρξε δύσκολη και σε ορισμένες περιπτώσεις αιματηρή, όπως στην περίπτωση του Τατζικιστάν που βυθίστηκε σε εμφύλιο σπαραγμό την περίοδο 1992-1997. Ωστόσο, στις άλλες χώρες της Κεντρικής Ασίας οι φυγόκεντρες δυνάμεις τέθηκαν σε έλεγχο σε μεγάλο βαθμό χάρη στην διατήρηση της παλιάς σοβιετικής νομενκλατούρας στην εξουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τέσσερις χώρες οι γραμματείς του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης έγιναν πρόεδροι των νεοσύστατων κρατών: ο Nursultan Nazarbayev στο Καζαχστάν, ο Askar Akayev στην Κιργισία (που μετονομάστηκε σε Κιργιστάν), ο Saparamurat Niyazov στην Τουρκμενία (που μετονομάστηκε σε Τουρκμενιστάν) και ο Islam Karimov στο Ουζμπεκιστάν. Στο Τατζικιστάν κατόρθωσε να εδραιωθεί στην εξουσία ο Emomali Rahmonov (που μετονομάστηκε σε Rahmon, αφαιρώντας την ρωσική κατάληξη από το επίθετό του).

Εκλογές διεξάγονται στις χώρες της Κεντρικής Ασίας, αλλά με σοβαρές ενστάσεις της διεθνούς κοινότητας ως προς τον γνήσια δημοκρατικό χαρακτήρα τους. Με την εξαίρεση του Κιργιστάν, όπου το σύνταγμα προβλέπει μόνο μια θητεία για τον πρόεδρο της χώρας, τα υπόλοιπα κράτη της Κεντρικής Ασίας έχουν προεδρικά και προσωπαγή καθεστώτα πολύ περιορισμένης δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Νυν ηγέτες των χωρών της Κεντρικής Ασίας

 

Χώρα Πρόεδρος Ετος ανάληψης

της εξουσίας

Ουζμπεκιστάν Shavkat Mirziyoyev

(αντικατέστησε τον Islam Karimov)

2016
Καζαχστάν Nursultan Nazarbayev 1991
Τουρκμενιστάν Gurbanguly Berdymukhamedov

(αντικατέστησε τον Saparmurat Niyazov)

2007
Τατζικιστάν Emomali Rahmon 1994
Κιργιστάν Sooronbay Jeenbekov 2017

 

Π.χ. ο Καζάχος πρόεδρος βρίσκεται στην εξουσία αδιαλείπτως από το 1991 και ο πρόεδρος του Τατζικιστάν από το 1994. Στο Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν οι νυν πρόεδροι ανέλαβαν τα πόστα τους μόνο κατόπιν του θανάτου των προκατόχων τους. Η προσωπολατρία είναι έκδηλη σ’όλες τις χώρες και έχει οδηγήσει σε ιδιαίτερα νοσηρά φαινόμενα – με προεξάρχον το Τουρκμενιστάν, όπου ο πρόεδρος έχει όχι απλά ενισχυμένη, αλλά απόλυτη εξουσία μεσαιωνικού τύπου. Ο πρώτος πρόεδρος της χωρας, o Niyazov, απένειμε στον εαυτό του τον τιμητικό τίτλο Turkmenbashi (“Πατέρας των Τουρκμένων”) και εγκατέστησε ένα καθεστώς που ελάχιστα απέχει απ’αυτό της Βόρειας Κορέας. Η χώρα κυβερνάται με σιδηρά πυγμή και είναι απομονωμένη, με επίσημο δόγμα την ουδετερότητα. Πρόκειται για ένα καθεστώς sacrosanctum, όπου ουδετερότητα σημαίνει αυτάρκεια τύπου Ceausescu και απομόνωση από τον έξω κόσμο τύπου Β. Κορέας.

 Ενώ τις δύο τελευταίες δεκαετίες η πολιτική σταθερότητα στην Κεντρική Ασία εξασφαλιζεται ώς ένα βαθμό, υπάρχουν όμως και αξιοσημείωτες εξαιρέσεις. Το Ουζμπεκιστάν γνώρισε την άνοδο του εγχώριου Ισλαμικού κινήματος, το οποίο φαίνεται να διατηρεί στενές σχέσεις με τους Ταλιμπάν στο γειτονικό Αφγανιστάν. Τον Φεβρουάριο του 1999 οι Ισλαμιστές αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον πρόεδρο Karimov με παγιδευμένα αυτοκίνητα στην πρωτεύουσα Τασκένδη. Ακολούθησε το μακελειό στην πόλη Andijon τον Μάιο του 2005, με τις εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων να κυμαίνονται από 200 έως πάνω από 1.000. Επισήμως, η κυβέρνηση απέδωσε την εξέγερση στην δράση του Ισλαμιστικού Κινήματος του Ουζμπεκιστάν, αλλά δεν αποκλείεται τα αίτια να σχετίζονται είτε με την οικονομική δυσπραγία στην περιοχή, είτε με διαμάχες για την εξουσία στην χώρα. Στο Κιργιστάν ο πρώτος πρόεδρος Akayev αναγκάστηκε σε παραίτηση τον Απρίλιο του 2005 λόγω των μαζικών διαδηλώσεων εναντίον του, ενώ ο διάδοχός του Kurmanbek Bakiyev ανατράπηκε μετά από αιματηρές αναταραχές στην χώρα τον Απρίλιο του 2010.

Γεωπολιτικό βάρος της Κεντρικής Ασίας

Αναμφισβήτητη είναι η γεωπολιτική σημασία της Κεντρικής Ασίας, στο κέντρο της Ευρασίας, αλλά σε μεγάλο βαθμό και εξαιτίας της κυριαρχίας του Ισλάμ στην περιοχή. Η τσαρική Πετρούπολη και στην συνέχεια η Μόσχα έδειχναν ιδιαίτερη ευαισθησία για τις εξελίξεις στο Ιράν και το Αφγανιστάν που γειτνιάζουν με το “μαλακό υπογάστριο” της Ρωσίας και μετέπειτα Σοβιετικής Ενωσης. Το 1979,  η ηγεσία της ΕΣΣΔ θορυβήθηκε με την άνοδο εχθρικών προς την Μόσχα δυνάμεων στην Καμπούλ και, σε συνδυασμό με την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν το ίδιο έτος, έλαβε την απόφαση για στρατιωτική εισβολή στο Αφγανιστάν. Η εξέλιξη αυτή και οι σφοδρές εχθροπραξίες που ακολούθησαν μέχρι το 1988 αποτέλεσαν μια από της μελανότερες σελίδες του Ψυχρού Πολέμου και συνέβαλαν στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης.

Η μετασοβιετική εποχή στην Κεντρική Ασία σημαδεύτηκε από έντονες γεωπολιτικές διεργασίες, με την παρουσία τόσο ρωσικών όσο και αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή.

Ρωσικές και Νατοϊκές στρατιωτικές βάσεις στην Κεντρική Ασία

Χώρα Ρωσία ΗΠΑ Γερμανία
Καζαχστάν Απροσδιόριστης

διάρκειας συνεργασία

…………. ………….
Ουζμπεκιστάν …………. 2001-2005 2001-2015
Κιργιστάν 2003-2027 2001-2014 ………….
Τατζικιστάν 1992-2042 …………. ………….

Οι ΗΠΑ εγκατέστησαν δύο στρατιωτικές βάσεις τους στην Κεντρική Ασία, στο Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και την αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν.

Ωστόσο, οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ της Ουάσινγκτον και της Τασκένδης επιδεινώθηκαν ραγδαία μετά το μακελειό στο Andijon το 2005 και η βάση των ΗΠΑ έκλεισε λίγους μήνες αργότερα. Το 2014 έπαψε να λειτουργεί και η δεύτερη αμερικανική βάση στην Κεντρικη Ασία, αυτή στο Κιργιστάν, λόγω της απόφασης των ΗΠΑ να υποβαθμίσουν την στρατιωτική τους παρουσία στο Αφγανιστάν και να απεμπλακούν από την Κεντρική Ασία. Εως το 2015, στρατιωτική βάση στο Ουζμπεκιστάν διατηρούσε και η Γερμανία, στο πλαίσιο των νατοϊκών της υποχρεώσεων στο Αφγανιστάν.

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία έχει σταθερή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Η ρωσική βάση στο Κιργιστάν παραμένει στην χώρα τουλάχιστον έως το 2027. Επιπροσθέτως, οι Ρώσοι διατηρούν μόνιμη στρατιωτική βάση στο Τατζικιστάν, στα σύνορα με το Αφγανιστάν, από την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης, ενώ η τελευταία συμφωνία εξασφαλίζει την παραμονή της έως το 2042. Με το Καζαχστάν η Μόσχα έχει απροσδιόριστης διάρκειας συμφωνία, η οποία προβλέπει την καταβολή ετησίων ενοικίων από την Ρωσία.

 Η απόφαση των Αμερικανών να αποσύρουν τις βάσεις τους από την Κεντρική Ασία βασίστηκε στην εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ έχουν επιτύχει τους κυριότερους στόχους της στην περιοχή, π.χ. την διάλυση του πυρηνικού οπλοστασίου του Καζαχστάν, την εκδίωξη της Al-Qaida από το Αφγανιστάν, κ.λπ. Σημειώνεται, όμως, ότι η παρουσία των Αμερικανών στην Κεντρική Ασία δεν έχει εκλείψει τελείως. Ενώ είναι σαφής η προτίμηση των ΗΠΑ για πολύ περιορισμένο στρατιωτικό «αποτύπωμα» στην περιοχή στο ορατό μέλλον, οι Αμερικανοί δεν έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για την Κεντρική Ασία. Πάντως, φαίνεται ότι στο εξής οι χώρες της περιοχής θα αναπτύσσουν ολοένα και στενότερες σχέσεις με την Ρωσία και την Κίνα.

Σε ό,τι αφορά την αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Κεντρική Ασία, υπάρχουν μόνο δύο συγκροτημένες δομές περιφερειακής εμβέλειας, οι οποίες επικαλύπτονται ώς ένα βαθμό.

  • Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης (ΟΣΣ) ιδρύθηκε το 2001 με πρωτοβουλία της Κίνας – αλλά σε στενή συνεργασία με την Ρωσία – και είχε ως αρχικό στόχο την διευθέτηση συνοριακών διαφορών μεταξύ των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών της περιοχής μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ. Σήμερα, μέλη του οργανισμού αυτού είναι τέσσερις χώρες της Κεντρικής Ασιάς (πλην του ουδέτερου Τουρκμενιστάν), η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και το Πακιστάν, ενώ άλλα τέσσερα κράτη της ευρύτερης περιοχής έχουν στάτους παρατηρητή. Τα τελευταία χρόνια η ατζέντα του ΟΣΣ έχει  εμπλουτιστεί με πολλές άλλες πτυχές της ασφάλειας, χωρίς ωστόσο να καλύπτει θέματα αμιγώς στρατιωτικής συνεργασίας.
  • Η άλλη δομή, ο Οργανισμός της Συνθήκης Συλλογικής Ασφαλείας (ΟΣΣΑ), είναι καθαρά αμυντική συμμαχία, η οποία δημιουργήθηκε το 2002. Η αρχική Συνθήκη Συλλογικής Ασφαλείας είχε υπογραφεί το 1992, προκειμένου να καλύψει τα κενά ασφαλείας που προκάλεσε η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Μέλη του ΟΣΣΑ στην παρούσα φάση είναι η Ρωσία, το Καζαχστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, η Αρμενία και η Λευκορωσία, ενώ το Ουζμπεκιστάν αποχώρησε από τον οργανισμό δύο φορές, το 1999 και το 2012. Το καταστικό του ΟΣΣΑ προβλέπει στρατιωτική συνδρόμη σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεχθεί επίθεση, ενώ απαγορεύει στις έξι χώρες να εντάσσονται σε άλλες αμυντικές συμμαχίες. Σημειώνεται, επίσης, ότι για την ανάπτυξη στρατιωτικών βάσεων μιας τρίτης χώρας στην επικράτεια του ΟΣΣΑ απαιτείται η συναίνεση όλων των μελών του οργανισμού.

Οικονομικό βάρος της Κεντρικής Ασίας

Η Κεντρική Ασία έχει σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι υδρογονάνθρακες, το βαμβάκι, ο χρυσός, ο χαλκός, το ουράνιο, ο λιγνίτης, κ.λπ. Με οικονομικούς όρους, το Καζαχστάν είναι η πιο προηγμένη χώρα της περιοχής, καθώς μόνο του προσφέρει το 60% του ΑΕΠ της Κεντρικής Ασίας, με έσοδα πρωτίστως από την βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σε ό,τι αφορά την εξόρυξη πετρελαίου, το πεδίο Kashagan στην Κασπία Θάλασσα θεωρείται το μεγαλύτερο νέο κοίτασμα που έχει ανακαλυφθεί τα τελευταία 30 χρόνια παγκοσμίως.

                                                    Πεδίο εξόρυξης πετρελαίου Kashagan

Οι υδρογονάνθρακες της Κεντρικής Ασίας αποτελούν σημαντική πηγή ενεργειακών πόρων για την Ευρώπη και την Δύση γενικότερα.

                                               Μεταφορά ενεργειακών πόρων

                                               από την Κεντρική Ασία στην Ευρώπη

Ταυτόχρονα, ενδιαφέρον για τους υδρογονάνθρακες της Κεντρικής Ασίας υπάρχει και στην Κίνα. Ενας αγωγός πετρελαίου συνδέει τα πεδία εξόρυξης στο δυτικό Καζαχστάν με την Κίνα. Παρομοίως, ένας άλλος αγωγός φυσικού αερίου διασχίζει το ανατολικό Τουρκμενιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Καζαχστάν, για να καταλήξει στην Κίνα.

 

 

                           

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγωγός πετρελαίου Καζαχστάν-Κίνα                                  Αγωγός φυσικού αερίου Τουρκμενιστάν-Κίνας

Σημειωτέον, το Τουρκμενιστάν έχει αξιόλογα αποθέματα φυσικού αερίου, χάρη στα οποία κατατάσσεται τέταρτο στον κόσμο, μετά την ηγετική τριάδα του Ιράν, της Ρωσίας και του Κατάρ. Ενα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο είναι η λεγόμενη Πύλη της Κολάσεως, ένας κρατήρας διαμέτρου 70 μέτρων στο κεντρικό Τουρκμενιστάν.

                                           Η Πύλη της Κολάσεως στο Τουρκμενιστάν

Το 1971, στην αναζήτηση κοιτασμάτων φυσικού αερίου, οι σοβιετικές αρχές βρήκαν μια σπηλιά γεμάτη φυσικού αερίου. Αποφάσισαν να κάψουν τη συγκεκριμένη ποσότητα, προκειμένου να προχωρήσουν τις γεωτρήσεις σε βάθος. Πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι η σπηλιά αυτή είναι συνδεδεμένη με άλλο, πολύ μεγαλύτερο, κοίτασμα και, ως αποτέλεσμα, το φυσικό αέριο καίγεται ασταμάτητα εδώ και 47 χρόνια, χωρίς σημάδια εξάντλησης.

Πολύ σημαντική χώρα είναι και το Ουζμπεκιστάν, το οποίο έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό και κεντρική θέση στο μωσαϊκό της περιοχής. Επιπροσθέτως, τα πρόσφατα πολιτικά ανοίγματα που επιχειρούνται από τον νέο πρόεδρο Mirziyoyev έχουν καταστήσει την χώρα ελκυστική για ξένες επενδύσεις και το Ουζμπεκιστάν εμφανίζει τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Κεντρική Ασία.

Ρυθμοί Μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Κεντρική Ασία

Χώρα 2017 2018*
Ουζμπεκιστάν 6,8% 7,5%
Καζαχστάν 2,7% 3,0%
Τουρκμενιστάν 6,5% 6,5%
Τατζικιστάν 5,0% 5,5%
Κιργιστάν 4,0% 4,0%

Πηγή: World Bank

* Προβλέψεις

Στο Καζαχστάν, ένα ιδιαίτερα μεγαλεπήβολο και δαπανηρό εγχείρημα ήταν η δημιουργία της νέας πρωτεύουσας της χώρας με το όνομα Αστανά (“πρωτεύουσα” στην καζαχική γλώσσα), με την οποία ο πρόεδρος Nazarbayev επιδιώκει να καταδείξει τις προοπτικές του Καζαχστάν, αλλά και να ικανοποιήσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες ως “πατέρα του έθνους”.

                                                                Οψη της Αστανά

 Εντυπωσιακό είναι και το Ασχαμπάντ, η πρωτεύουσα του Τουρκμενιστάν, την οποία τόσο ο πρώτος ηγέτης της χώρας Niyazov όσο και ο νυν πρόεδρος Berdymukhamedov έχουν φροντίσει να μετατρέψουν σε πόλη-βιτρίνα.

                                                                  Οψη του Ασχαμπάντ

 

 

 

 

 

Το Υπουργείο Υγείας σε σχήμα κόμπρας                               

                                                                                                           Η Οδοντιατρική Κλινική σε σχήμα φρονιμίτη

 Ωστόσο, τα γυαλιστερά κτίρια στις πρωτεύουσες της Κεντρικής Ασίας δημιουργούν εν πολλοίς παραπλανητικές εντυπώσεις, καθώς οι εικόνες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν ούτε ολόκληρη την Κεντρική Ασία, ούτε το επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης σε απομακρυσμένες περιφέρειες εντός των ίδιων των χωρών. Σημειώνεται ότι το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν συγκαταλέγονται στις χώρες με πολύ μεγάλο βαθμό εξάρτησης από εμβάσματα από το εξωτερικό, κυρίως από την Ρωσία. Π.χ. εκτιμάται ότι το 2014 τα εμβάσματα των Τατζίκων εργαζομένων στο εξωτερικό αντιστοιχούσαν στο μισό ΑΕΠ της χώρας, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης στο Κιργιστάν ξεπερνούσε το 30%.

Ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού στην Κεντρική Ασία

Δεδομένων των φυσικών πόρων της Κεντρικής Ασίας, αλλά και της σημαντικής θέσης της περιοχής στο σύνολο της Ευρασίας, είναι επόμενο να εντείνεται συνεχώς η παρουσία στης Κίνας. Ακούμε σχεδόν καθημερινά πλέον για τον Νέο Δρόμο του Μεταξιού, το μεγαλεπήβολο σχέδιο των Κινέζων, συνολικού ύψους τουλάχιστον 1 τρισ. δολαρίων.

                                    To σχέδιο της Κίνας για τον νέο Δρόμο του Μεταξιού

 

Δεν είναι τυχαίο ότι το όραμα του Xi Jinping παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην Αστανά το 2013, κατά την διάρκεια επίσημης επίσκεψης του Κινέζου προέδρου στο Καζαχστάν. Ειδικότερα, το σχέδιο αυτό  που έχει γίνει γνωστό ως Belt & Road Initiative περιλαμβάνει μια γιγαντιαία χερσαία “ζώνη” μέσω της Κεντρικής Ασίας και έναν θαλάσσιο “δρόμο” μέσω του Ινδικού Ωκεανού. Εκτοτε το Πεκίνο έχει προωθήσει πληθώρα σχεδίων για την κατασκευή ή αναβάθμιση μεταφορικών υποδομών, με κυριότερο τον διάδρομο που διασχίζει την βορειοδυτική Κίνα, το Καζαχστάν, την δυτική Ρωσία και καταλήγει στην Ευρώπη. Εναλλακτικές διαδρομές σχεδιάζονται ή ήδη κατασκευάζονται μέσω Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν και Ιράν ή διαμέσου της Κασπίας Θάλασσας.

Στην Κεντρική Ασία προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, από προσδοκίες για σπουδαίες ευκαιρίες έως ανησυχίες για υποδούλωση των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών στην Κίνα. Για άλλη μια φορά, οι περισσότερες ανησυχίες σχετίζονται με το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν που εμφανίζουν μεγάλο βαθμό εξάρτησης από τον κινεζικό δανεισμό.

                                          Βαθμός εξάρτησης από κινέζικα δάνεια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ενώ η Μόσχα και το Πεκίνο διατηρούν στενές σχέσεις, ορισμένες επιφυλάξεις διαφαίνονται από την πλευρά της Ρωσίας, η οποία προωθεί το δικό της οικονομικό και γεωπολιτικό σχέδιο στην περιοχή, με την μορφή της λεγόμενης Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης (ΕΑΟΕ). Μέχρι στιγμής, πλήρη μέλη της ΕΑΟΕ είναι η Ρωσία, το Καζαχστάν, το Κιργιστάν, η Αρμενία και η Λευκορωσία, ενώ η Μολδαβία έχει στάτους παρατηρητή.

Πέραν της όποιας καχυποψίας εκ μέρους της Μόσχας έναντι του Πεκίνου, υπάρχουν και κάποια πρακτικά, τεχνικής φύσεως, εμπόδια, π.χ. το πλάτος των σιδηροδρομικών γραμμών στην Ρωσία. Οι Κινέζοι έχουν προτείνει στους Ρώσους δάνεια για την αναμόρφωση του ρωσικού σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά η Μόσχα δεν δέχεται κάτι τέτοιο – μέχρι στιγμής τουλάχιστον και πιθανότατα για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ως αποτέλεσμα, στο Khorgos της Κίνας, λίγα χιλιόμετρα πριν τα σύνορα με τον Καζαχστάν, γίνεται μεταφόρτωση όλων των εμπορευματοκιβωτίων σε τρένα που μπορούν να κινηθούν στο ρωσικό δίκτυο. Σημειωτέον, άλλη μια μεταφόρτωση γίνεται στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, προκειμένου να συνεχιστεί η μεταφορά των εμπορευμάτων από και πρός την Ευρώπη.

 

 

 

 

 Πλάτος των σιδηροδρομικών γραμμών                                                  Μεταφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων

Θα ήθελα στο δεύτερο μέρος της παρουσίασής μου να αναφερθώ σε τρία άλλα ζητήματα που αποτελούν σημαντικά χαρακτηριστικά της Κεντρικής Ασίας – τα ναρκωτικά, το Ισλάμ και το περιβάλλον.

Η μάστιγα των ναρκωτικών

Η Κεντρική Ασία αποτελεί έναν από τους διαδρόμους διακίνησης ναρκωτικών από το Αφγανιστάν, το οποίο παράγει έως και το 90% της ηρωίνης σε παγκόσμιο επίπεδο. Από τις χώρες της περιοχής σε μεγαλύτερο βαθμό έχει πληγεί το Τατζικιστάν, το οποίο έχει κοινά σύνορα με το Αφγανιστάν μήκους 1.344 χλμ. και είναι ιδιαίτερα ευάλωτο στην εξάπλωση των ναρκωτικών. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι μετά από μια περίοδο σχετικής “ηρεμίας”, ενδέχεται φέτος και τα επόμενα χρόνια να ακολουθήσει νέα έξαρση της διακίνησης ηρωίνης – σύμφωνα με την Υπηρεσία Καταπολέμησης των Ναρκωτικών και του Οργανωμένου Εγκλήματος του ΟΗΕ (UNODC), το 2017 καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ ως προς την αύξηση της δυνατότητας παραγωγής οπίου και ηρωίνης στο Αφγανιστάν, σε επίπεδο σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με το 2016 – από 4.800 σε 9.000 τόνους.

                                     Δυνατότητα Παραγωγής Οπίου στο Αφγανιστάν, 1998-2017

 

Η ενίσχυση του Ισλάμ

Στην Κεντρική Ασία παρατηρείται ένας υφέρπων εξισλαμισμός σε επίπεδο ηθών και εθίμων, με την επαμφοτερίζουσα στάση των κρατικών αρχών.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το 1991 μόνο στο Καζαχστάν, ίσως το πιο κοσμικό κράτος στην περιοχή, ο αριθμός των τζαμιών αυξήθηκε 47 φορές, από 68 σε περίπου 3,200. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο αριθμός των Κεντροασιατών μαχητών στο Ισλαμικό Κράτος ανήλθε στις 8.500, εκ των οποίων έχουν επιστρέψει μέχρι στιγμής μόλις 1.000 και οι υπηρεσίες ασφαλείας στην περιοχή δεν κρύβουν την ανησυχία τους για την αντιμετώπισή τους. Η ανησυχία αυτή εντείνεται έτι περισσότερο εξαιτίας των τρομοκρατικών επιθέσεων στο εξωτερικό, στις οποίες εμπλέκονται Κεντροασιάτες ισλαμιστές.

                              Τρομοκρατικές επιθέσεις από Κεντροασιάτες

 

Πότε Πού Ποιός
Απρίλιος 2013 Βοστόνη Δύο Ρωσοκιργίσιοι τσετσενικής καταγωγής,

τα αδέλφια Tsarnaev

 

Ιούνιος 2016

Αεροδρόμιο της Κων/πολης Τρεις δράστες:

Ουζμπέκος, Κιργίσιος και (πιθανώς) Τσετσένος

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2017 Κωνσταντινούπολη,

Reina nightclub

Ο Ουζμπέκος Abdulkadir Masharipov
Απρίλιος 2017 Στοκχόλμη Ο Ουζμπέκος Rakhmat Akilov
 

Απρίλιος 2017

Μετρό

της Αγ. Πετρούπολης

O Akbarzhon Jalilov, Ρώσος πολίτης ουζμπεκικής καταγωγής που είχε μεγαλώσει στο νότιο Κιργιστάν
Νοέμβριος 2017 Νέα Υόρκη Ο Ουζμπέκος Sayfullo Saipov

 

Περιβαλλοντικές προκλήσεις στην Κεντρική Ασία

Τέλος, χωρίς να είναι ήσσοντος σημασίας, η Κεντρική Ασία αντιμετωπίζει πολύ σοβαρή υποβάθμιση του φυσικού της περιβάλλοντος. Μεγάλη πρόκληση για ολόκληρη την περιοχή είναι η εξάντληση των υδατικών πόρων της. Κορυφαίο – και θλιβερό – παράδειγμα αποτελεί η Αράλη, κάποτε η τρίτη μεγαλύτερη λίμνη του κόσμου, με έκταση 68.000 τετρ. χλμ., δηλαδή περίπου την μισή έκταση της Ελλάδας. H Αράλη συρρικνώνεται σταθερά από την δεκαετία του 1960, καθως τα δύο ποτάμια Συρ Νταριά και Αμού Νταριά που την τροφοδοτούσαν εξετράπησαν από τις σοβιετικές αρχές προς αρδευτικά δίκτυα σε άνυδρες περιοχές.

                                                       Εκταση της Αράλης, 1973-2001

 

                                                         Εκταση της Αράλης, 2004-2009

Η ερημοποίηση που προελαύνει σ’όλόκληρη την Κεντρική Ασία, όπως άλλωστε και στα γειτονικά Ιράν και Αφγανιστάν, είναι εν μέρει συνέπεια της συστηματικής καλλιέργειας βάμβακος που απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού και αποδεδειγμένα αποξηραίνει το έδαφος. Η δε συλλογή του βαμβακιού γίνεται πολύ συχνά υπό πρωτόγονες συνθήκες και με όρους δουλοπαροικίας.

                                          Βαμβακoκαλλιέργειες στο Ουζμπεκιστάν

Μια διακριτή αιτία για την εξαφάνιση της Αράλης είναι η κατασκευή του καναλιού στην έρημο Καρακούμ του Τουρκμενιστάν από τις σοβιετικές αρχές, αρχικά με την ονομασία “Λένιν”. Εχει μήκος 1,375 χλμ και εκτρέπει τεράστιες ποσότητες από τον ποταμό Αμού Νταριά. Ολοκληρώθηκε το 1988, προκειμένου να παράσχει νερό για βαμβακοκαλλιέργειες και υδροδότηση της πρωτεύουσας Ασχαμπάντ.

                                                          Χάρτης του Καναλιού Καρακούμ

Σοβαρές προστριβές προκαλεί και η διαχείριση των διασυνοριακών ποταμών. Σημειώνεται ότι μόνο η Κίνα και το Καζαχστάν έχουν 24 διασυνοριακούς ποταμούς, εκ των οποίων οι δύο κυριότεροι είναι ο Ili (που τροφοδοτεί την λίμνη Balkhash) και ο Irtysh που είναι κατευθύνεται βόρεια και είναι παραπόταμος του Ομπ στην Σιβηρία. To Καζαχστάν έχει διαμαρτυρηθεί πολλές φορές, καθώς οι Κινέζοι κατακρατούν μεγάλες ποσότητες νερού και, δεύτερον, υπάρχουν ενδείξεις για ρύπανση των δύο διασυνοριακών ποταμών με βιομηχανικά απόβλητα στο έδαφος της Κίνας.

                                                           Κυριότερα ποτάμια στην Κεντρική Ασία

Βέβαια, σοβαρή ρύπανση έχει προκληθεί ή προκαλείται στην Κεντρική Ασία ανεξαρτήτως των Κινέζων, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της βαριάς σοβιετικής κληρονομιάς ή λόγω του ζήλου των κυβερνήσεων στην περιοχή να επιτύχουν υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Σοβαρά προβλήματα προκαλεί, επίσης, η εντατική εξόρυξη υδρογονανθράκων στην περιοχή της Κασπίας Θάλασσας, που αποτελούν τους κυριότερους πόρους του Καζαχστάν και του Τουρκμενιστάν.

Αντ’επιλόγου

  1. Εάν ιστορικά η Κεντρική Ασία αποτέλεσε τόπο συνάντησης πολιτισμών, απο τον 19ο αιώνα και μετά είναι χώρος γεωπολιτικού ανταγωνισμού – μεταξύ της τσαρικής Ρωσίας και της Βρετανίας και στην συνέχεια μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και της Δύσης. Μετά το 1991, υπάρχει ένας υπόγειος ανταγωνισμός για επιρροή στην περιοχή ανάμεσα στην Ρωσία και την Κίνα, παρά την στρατηγική σύμπλευση μεταξύ τους ή, ακριβέστερα, παρά την “λυκοφιλία” της Μόσχας με το Πεκίνο.
  2. Ταυτόχρονα, εντείνεται η επιρροή του Ισλάμ στην πρώην σοβιετική Κεντρική Ασία. Η περιοχή αυτή αποδεικνύεται ευάλωτη σε μορφές θρησκευτικού εξτρεμισμού και επιρρεπής στο να εξάγει εκτρεμισμό.
  3. Παράλληλα με τους αξιόλογους φυσικούς πόρους της, η αυξανόμενη σημασία της περιοχής οφείλεται πρωτίστως στην θέση της στην καρδιά της “παγκοσμίου νήσου”, όπως αποκαλείται συχνά η Ευρασία.
  4. Οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης των χωρών της Κεντρικής Ασίας οφείλονται ακόμη σε μεγαλύτερο βαθμό στην εκμετάλλευση φυσικών πόρων παρά στον θεσμικό εκσυγχρονισμό, την τεχνολογική αναβάθμιση και την διαφοροποίηση των οικονομιών τους.
  5. Τέλος, η Κεντρική Ασία παραείναι σημαντική για να την αγνοούμε ή να την παραβλέπουμε. Ούτε και είναι μακριά από την Ελλάδα. Γι’αυτό άλλωστε είναι ιδιαίτερα επίκαιρη η πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Διπλωματίας να φιλοξενήσει την αποψινή εκδήλωση.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας!

*ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 

Πριν από δύο μήνες ο Πλάμεν Τόντσεφ έδωσε μια διάλεξη για την Κεντρική Ασία στο Παν/μιο Αθηνών. Λίγο αργότερα ο “Φιλελεύθερος” αξιοποίησε το κείμενο της ομιλίας του ως αφιέρωμα στην Κεντρική Ασία. Προχθές προσκλήθηκε στο φιλόξενο Ινστιτούτο Διπλωματίας του Αμερικανικού Κολλεγίου και παρουσίασε μια εκτενέστερη εκδοχή της διάλεξης – τόσο ως προς την θεματολογία όσο και ως προς το φωτογραφικό υλικό.

 

«Ου μετανοείν αλλά προνοείν χρη τον Σουηδόν άνδρα τον σοφόν»

3

Του Αλκη Καλλιαντζίδη Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Η παραλλαγμένη, ως προς το Σουηδόν, αυτή  βαθυστόχαστη ρήση του κωμωδιογράφου και φιλοσόφου Επίχαρμου μας κάνει, και δικαίως, τόσο υπερήφανους. Θα ήμασταν δε εις την νιοστή δύναμη πιο υψιπετείς  αλλά και ισχυροί σήμερα, αν την εφαρμόζαμε εμείς οι νεοέλληνες πρώτοι (εξαιρώ τους διαπρέποντες στο εξωτερικό συμπατριώτες μας) κι όχι οι προηγμένοι Σουηδοί, Ελβετοί, Νορβηγοί και οι λοιποί λαοί από τους οποίους απέχουμε παρασάγγες. Αν την εφαρμόζαμε εξάλλου, δεν θα είχαμε χρεοκοπήσει για να μας το χτυπάει ταπεινωτικά ποιος ; Ακόμα κι ο δικτάτορας Ερντογάν, ο οποίος οσονούπω θα προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και αυτός ! Διαφορετικά δεν σώζεται η τουρκική οικονομία με τον ολισθηρό δρόμο που έχει πάρει. Όμως το πρόβλημά μας είναι ότι ενώ ολόκληρο σχεδόν το πολιτικάντικο σύστημα της Τουρκίας μας απειλεί με κατάληψη, πέρα από τις λεκτικές επιθέσεις και απρέπειες με τις οποίες μας περιλούζει καθημερινά, εμείς αρμενίζουμε με εμφανή απρονοησία. ‘Η μήπως ο κάθε Έλληνας και Ελληνίδα γνωρίζει τι πρέπει να κάνει σε περίπτωση τουρκικής εισβολής στη χώρα μας ;

Ας δούμε παρακάτω τις προετοιμασίες πολέμου που κάνει η Σουηδία φοβούμενη από εικαζόμενη, κι όχι ιταμά διατυπωμένη όπως κάνει σε εμάς η Τουρκία, ρωσική επίθεση, μετά την κατάληψη το 2014 της Κριμαίας, όπως έγραψε στις 28-05-2018 και στις 5-06-2018 η ανταποκρίτρια Anne-Françoise Hivert στο ηλεκτρονικό M le magazine du Monde.

Τι έκαναν οι Σουηδοί ;

Έλαβαν στα γραμματοκιβώτιά τους από τις 28 Μαΐου 2018 ένα εικοσασέλιδο φυλλάδιο που αναφέρει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση πολέμου. Στόχος ; Να προετοιμαστεί ο σουηδικός πληθυσμός για βομβιστικές ενέργειες, για κυβερνοεπιθέσεις ή στρατιωτικές επιθέσεις. Το εν λόγω έντυπο δεν είχε πλέον εκτυπωθεί από το 1987. Πάνω από 30 χρόνια αργότερα, το μικρό εγχειρίδιο του τέλειου σουηδού αντιστασιακού, με τίτλο «Σε περίπτωση κρίσης ή πολέμου», επιστρέφει. Αναρτημένο, σε εικονογραφημένη έκδοση και έγχρωμο, το φυλλάδιο άρχισε να αποστέλλεται σε 4,8 εκατομμύρια νοικοκυριά (των 10 εκατομμυρίων Σουηδών) και μεταφρασμένο σε 13 γλώσσες, στον ιστότοπο της Σουηδικής Υπηρεσίας Αστικής Ασφάλειας (MSB), αρμόδιας για τη δημοσίευσή του από την κυβέρνηση. Αν και η Σουηδία είναι πιο ασφαλής από πολλές άλλες χώρες, «υπάρχουν απειλές για την ασφάλεια και την ανεξαρτησία μας», δήλωσε ο Dan Eliasson, ο επικεφαλής της MSB, κατά τη διάρκεια της παρουσίασής του στις 21 Μαΐου 2018 στη Στοκχόλμη. Το εγχειρίδιο απαριθμεί ορισμένα από : τα σοβαρά ατυχήματα, τις ακραίες καιρικές συνθήκες, τις επιθέσεις, τις κυβερνοεπιθέσεις, τις στρατιωτικές επιθέσεις …για το πώς θα επιβιώσει ένας Σουηδός επί μια εβδομάδα χωρίς βοήθεια. Όπως και τα προηγούμενα έντυπα, που δημοσιεύθηκαν 5 φορές μεταξύ του 1943 και του 1987, το φυλλάδιο δίνει οδηγίες  προετοιμασίας για αυτές τις καταστάσεις. Στο υπό εξέταση σενάριο, το ηλεκτρικό ρεύμα, η θέρμανση και το τρεχούμενο νερό διακόπτονται. Το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, το Διαδίκτυο, το δίκτυο μεταφορών και το τραπεζικό σύστημα δεν λειτουργούν πλέον. Ο στόχος ; Να μπορέσουν να επιβιώσουν οι Σουηδοί μια εβδομάδα, χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια. Το φυλλάδιο είναι γεμάτο από συμβουλές αναφορικά με : τα τρόφιμα για αποθήκευση, για τα προειδοποιητικά σήματα για αναγνώριση, για τα αντιαεροπορικά καταφύγια προς εντοπισμό (υπάρχει ένας σχετικός χάρτης της Σουηδίας on line για το πού βρίσκονται τα καταφύγια). Ή ακόμα και για το πώς οικοδομείται μια καμπίνα στο σαλόνι ενός Σουηδού για να καταπολεμήσει την ταχεία πτώση των θερμοκρασιών. «Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση όταν η κοινωνία δεν λειτουργεί όπως πρέπει», λέει η Christina Andersson, υπεύθυνη του φυλλαδίου. Πορτοκαλί στο πρώτο μισό, το χρώμα του εγχειριδίου γίνεται κόκκινο στο δεύτερο, αφιερωμένο στον πόλεμο και στο ξέσπασμα της «παλλαϊκής άμυνας». Αυτό το δόγμα, βασισμένο στο συντονισμό των στρατιωτικών και πολιτικών αμυντικών συστημάτων, εγκαταλείφθηκε στο τέλος του ψυχρού πολέμου. Αναδημιουργήθηκε ξανά επίσημα το 2015, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014.

Η υπεράσπιση της Σουηδίας είναι υπόθεση όλων

Τον Δεκέμβριο, μια Επιτροπή Άμυνας όλων των κομμάτων του  Κοινοβουλίου δημοσίευσε μια Λευκή Βίβλο, στην οποία περιγράφονται οι στρατιωτικοί προσανατολισμοί της Σουηδίας για την περίοδο 2021-2025. Εκτιμώντας ότι «η πιθανότητα μιας ένοπλης σύγκρουσης δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί», πρότεινε να επενδυθούν 400 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τον εκσυγχρονισμό των στρατιωτικών και πολιτικών αμυντικών συστημάτων. Ο βουλευτής Björn von Sydow, εισηγητής της επιτροπής, πιστεύει ότι μια ενισχυμένη πολιτική άμυνα έχει «αποτρεπτικό αποτέλεσμα». Ο εχθρός, λέει, «θα πρέπει να κάνει διαφορετικό υπολογισμό αν συνειδητοποιήσει ότι ο πληθυσμός είναι έτοιμος να αντισταθεί και δεν θα παραμένει παράλυτος σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης». Η υπεράσπιση της χώρας είναι υπόθεση όλων, λέει το φυλλάδιο: «Ο καθένας έχει μια υποχρέωση να συνεισφέρει και όλοι είναι απαραίτητοι».

Προβλέποντας ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις του κόσμου με την παραλαβή του φυλλαδίου, η Σουηδική Υπηρεσία Αστικής Ασφάλειας (MSB) άνοιξε ένα τηλεφωνικό κέντρο. Οι υπάλληλοι του οργανισμού απαντούν σε 9 γλώσσες έως τις 29 Ιουνίου 2018. Υπάρχει πρόβλεψη μέχρι και για «τις ψεύτικες ειδήσεις» («τα fake news»). Δηλαδή οι κάτοικοι της Σουηδίας έχουν ήδη προειδοποιηθεί ότι : «Αν η Σουηδία δεχθεί επίθεση από άλλη χώρα, δεν θα παραδοθούμε ποτέ. Άρα όλες οι πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η σουηδική αντίσταση έχει δήθεν καμφθεί, θα είναι ψευδείς».

Η Σουηδία ενεργοποιεί την «παλλαϊκή άμυνα»

Φυσικά η σουηδική προβλεπτικότητα δεν εξαντλείται στην εκπόνηση και αποστολή ενός καλαίσθητου, μεν αλλά άψυχου, φυλλαδίου στους Σουηδούς. Στηρίζεται σε ένα πρόγραμμα «παλλαϊκής άμυνας» σε περίπτωση πολέμου το οποίο εκλαϊκεύουν στους Σουηδούς κυρίως εθελόντριες γυναίκες. «Όλοι οι άνθρωποι ηλικίας 16 έως 70 ετών έχουν καθήκον να συνεισφέρουν στη συνολική άμυνα της χώρας», λέει η Anna-Kerstin, αναφερόμενη στο δόγμα που ενέκρινε η Σουηδία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και που αναβαθμίζεται από το 2015 και δώθε. «Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση επίθεσης, ο στρατός δεν είναι ο αποκλειστικά υπεύθυνος για την άμυνα, αλλά όλη η κοινωνία και ο καθένας χωριστά», προσθέτοντας ότι ο κάθε Σουηδός πρέπει να διαθέτει σακίδιο επιβίωσης του τέλειου αντιστασιακού που να περιέχει : ένα ασύρματο έκτακτης ανάγκης που λειτουργεί με μανιβέλα, πτυσσόμενο κάνιστρο νερού, μια σόμπα, κονσέρβες …

Η Εθελοντική Αμυντική Δύναμη των Γυναικών Lottakaren που ιδρύθηκε το 1924, στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσε να κινητοποιήσει 110.000 πολίτες σε δύο ώρες, για υποστήριξη του στρατού. Σήμερα, οι «Lottas» δεν είναι παρά μόνο 4.500, αλλά η πρόεδρός τους, Barbro Isaksson, σημειώνει ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον εδώ και δύο χρόνια, με «διπλάσιες υποψήφιες για θέσεις που προβλέπει ο στρατός».

Στο κέντρο της Landskrona, μεγάλοι ροζ κύβοι προκαλούν τους περαστικούς: «Τι θα κάνετε χωρίς νερό» ή «χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα»; Ο στόχος, λέει ο Hakan Nilsson, διευθυντής ασφάλειας του Δήμου, είναι να «προκληθεί η συνειδητοποίηση». Επειδή η μέρα που θα συμβεί το χειρότερο, «το δημαρχείο δεν θα μπορέσει να σας φροντίσει: αν δεν έχετε αποθηκεύσει νερό ή φαγητό, κακό του κεφαλιού σας! Η αποστολή μας είναι να εξασφαλίσουμε τις βασικές λειτουργίες της κοινωνίας».

Όλα τα παραπάνω προληπτικά μέτρα λαμβάνονται από μια χώρα, τη Σουηδία, που δεν γνώρισε τον πόλεμο για περισσότερο από διακόσια χρόνια.

Εμείς, που περιβαλλόμαστε από γείτονες που μας μισούν και την Τουρκία που επιθυμεί διακαώς να μας επανακτήσει, σε τι από όλα αυτά είμαστε έτοιμοι ως λαός ; Επαφιέμεθα στις δάφνες των αρχαίων προγόνων μας.

Τι κρίμα.

 

 

 

 

 

 

 

The European Union’s Big, Unhappy Family

0

The UK isn’t the EU’s only “problem child.” THE NATION

Back in January, German Chancellor Angela Merkel entertained the press corps with tales of a bizarre non-negotiation she’d conducted with British Prime Minister Theresa May. “Make me an offer,” May kept telling Merkel. To which Merkel would reply: “But you’re leaving—we don’t have to make you an offer. Come on, what do you want?” To which May would retort: “Make me an offer.”

Five months later, Britain’s negotiating position has, if anything, become weaker. As though chiding a toddler (Merkel is said to have referred to the UK as the European Union’s “problem child”), an EU official recently complained, “The precondition for fruitful discussions has to be that the UK accepts the consequences of its own choices.”

The British government’s buffoonish approach to Brexit has left two overarching impressions. The first is that Britain’s Euroskepticism emerges from an isolated and ultimately self-defeating political culture that has no rationale beyond nationalist idiocy. The second is that the EU is a secure and popular multinational organization that will resume its progress toward integration once this problem child is gone.

Recent events across the continent have illustrated why neither of those assumptions is true. Both nationalism and Euroskepticism are widespread in Europe, though they are not synonymous, even if there is considerable overlap between the two. Partly as a result of that overlap, the EU is in a far more fragile situation than it at first appears, and remains in a struggle to maintain its legitimacy.

The most recent example of how those two trends come together followed the March elections in Italy, in which the two biggest parties to emerge were the xenophobic Northern League and the maverick Five Star Movement. After some horse-trading, the two parties are now trying to form a far-right, Euroskeptic populist government.

In this, Italy is not so much bucking a trend as cementing one. Its pledge to deport asylum seekers, raise pensions, and slash taxes is, sadly, part of the all-too-familiar bigoted economic illiteracy of the moment. Hungary and Slovenia have since had elections that delivered significant gains to the hard right. The EU has announced that it will sue Hungary, Poland, and the Czech Republic over their refusal to accept their quota of refugees; it has also threatened to withdraw EU voting rights from Poland for proposing reforms that would undermine the independence of its own judiciary.

Rarer is that the two Italian parties support abandoning the euro. Neither campaigned to actually do that. But when they came together to form a government and appointed Paolo Savona as finance minister, things started to kick off. Savona has branded the euro a “German cage” and argued that “we need to prepare a plan B to get out of the euro if necessary…the other alternative is to end up like Greece.” In an unusual move, the Italian president vetoed Savona’s appointment, leaving the country still without a government. What some have described as a constitutional crisis should, at this point, be less dramatically termed an impasse. That Italy is heading into its fourth month without a government is not unheard of (Belgium went without one for more than 18 months a few years back).

In terms of the euro, Italy is an outlier: Among the eurozone countries, only Greece, in the midst of its crisis, openly questioned keeping the currency. But that doesn’t mean the question still isn’t out there. Polls show that most citizens in the EU want to stay in the union, even as they remain wary of its institutions. A 2014 poll shows that just a third of Europeans have a favorable view of the European Central Bank, the European Parliament, and the European Commission, and barely half like the EU as a whole. There is little support for leaving the EU—and, looking at the hash Britain has made of it, that’s unlikely to change soon—but the desire in many countries (including Spain, France, and Italy) for a referendum on membership suggests that many would like to have a debate about the current form of the union.

And while Britons are alone in wanting to leave, they are by no means alone in feeling alienated. A month before the Brexit referendum, majorities in 18 EU countries felt that “their voice didn’t count in the EU.” In 11 countries, people felt more alienated than the British did.

To EU fundamentalists, this is little more than false consciousness. They accuse those who take issue with the EU’s lack of transparency, convoluted sense of accountability, and gaping democratic deficits of being heretics. They imagine that the source of discontent is ignorance—people just don’t understand how the EU works—when the reality is that, for some, it’s precisely because they do understand that they’re unhappy with the union.

There is an arrogance among the EU’s true believers that goes all the way to the top and that could be its undoing. It is an institution tolerated for what it can deliver rather than embraced with a sense of ownership.

That sense of preening self-regard has been on display in response to the situation in Italy. Jean-Claude Juncker, the European Commission president, sniffed that the “Italians have to take care of the poor regions of Italy. That means more work; less corruption; seriousness.” European Budget Commissioner Günther Oettinger suggested the markets would correct the Italians’ embrace of populism: “My concern and expectation is that the [impact to] the markets, government bonds, and the economy of Italy will be so far-reaching that this will be a possible signal to voters not to vote for populists on the right or left.”

Unelected EU officials can afford to be this condescending to Britain, because it is already leaving and its own conduct has proved unworthy of respect. But such disdain toward the democratically elected government of a member state—however odious its politics—is of a different order. Britain is not the only “problem child” in the EU. This is a dysfunctional family.

Gary YoungeTWITTERGary Younge is a columnist for The Nation.

https://www.thenation.com/article/european-unions-big-unhappy-family/

Τέσσερις αραβικές χώρες κάτω από το τσεκούρι της αποσυναρμολόγησης

0

Δρ Wafik Ibrahim

Σκοπός μας δεν είναι να απειλήσουμε, αλλά να περιορίσουμε την υιοθέτηση του «αμερικανικού δημιουργικού χάους» που επρόκειτο να σαρώσει το μεγαλύτερο μέρος της Μέσης Ανατολής και ορισμένα μέρη του μουσουλμανικού κόσμου με ελάχιστο κόστος.

Σε αντίθεση με όλες τις προσδοκίες των υπηρεσιών πληροφοριών, η ήττα της τρομοκρατίας στη Συρία και το Ιράκ και η συνοχή των δύο Κρατών ενθαρρύνουν τους σχεδιαστές να υιοθετήσουν νέους μηχανισμούς που υποτίθεται ότι θα πετύχουν τους στόχους.

Είμαστε λοιπόν στην καρδιά του πολιτικού εκβιασμού με τη χρήση της κατακράτησης του νερού κατά τριών αραβικών χωρών, ήτοι του Ιράκ, της Συρίας και της Αίγυπτου, και εμποδίζοντας το Λίβανο και τη Συρία να επωφεληθούν από τα ποτάμια Hasbani , Al-Wazzani, Banias και τις πηγές τουAl-Hamma που σχηματίζουν το ταμιευτήριο του ποταμού Ιορδάνη.

Μα τι συμβαίνει;

Τις τελευταίες δύο ημέρες, οι Ιρακινοί εξεπλάγησαν με την ανακάλυψη της μεγάλης ξηρασίας που χτύπησε το Τίγρη ο οποίος αποτελεί, μαζί με τον Ευφράτη, ένα από τα αιωνόβια ποτάμια του Ιράκ.

Αυτά τα ποτάμια έχουν πηγή στην Τουρκία και διασχίζουν τα σύνορα μέχρι να ενωθούν στο Chatt-al-Arab. Παίζουν ζωτικό ρόλο στο Ιράκ και τη Συρία, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των κοινωνικών δομών στο Ιράκ, ιδιαίτερα, και σχετικά στη Συρία που δέχεται μόνο τον Ευφράτη, παρότι ο Τίγρης περνά μέσα από περιοχές κοντά στα σύνορα με τη Τουρκία. Οι Ιρακινοί ανακάλυψαν γρήγορα γιατί ξέρασε ο Τίγρης, σημειώνοντας ότι δεκάδες φράγματα κρατούσαν τα ύδατα του ποταμού τη στιγμή που το Ιράκ εμπλέκεται με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Το πιο σοβαρό είναι ότι το νέο τουρκικό φράγμα “Ilısu” αυξάνει τη κλίμακα της κρίσης κρατώντας μεγάλες ποσότητες νερού του Τίγρη, με τη δικαιολογία ότι είναι νέο φράγμα που υποτίθεται ότι θα πληρώσει τα ταμιευτήρια του εφάπαξ έτσι ώστε οι Τούρκοι θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν προοδευτικές πληρώσεις αργότερα.

Αυτό που κάνουν οι ηγέτες στην Άγκυρα είναι αντίθετο προς τις Συνθήκες που διέπουν την κοινή χρήση των διασυνοριακών υδάτων καθώς και των ηθών που ισχύουν, περαιτέρω από τις συναινετικές συμφωνίες βάσει των οποίων μια χώρα πλούσια σε νερό μπορεί να αφήσει να περάσουν μεγάλες ποσότητες νερού από ένα ποτάμι που έχει τη πηγή του στην επικράτειά της προς άλλες χώρες. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά υπόκεινται στις καλές πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο ενδιαφερόμενων χωρών.

Η Τουρκία έχει οργανώσει τις υδραυλικές της σχέσεις με το Ιράκ και τη Συρία με βάση τη δύναμη, αφενός, και την απουσία ζωτικής ανάγκης για τα ύδατα των δύο ποταμών, αφετέρου. Ωστόσο, η Τουρκία έχει επωφεληθεί από την έκρηξη των αναταραχών στις δύο αυτές χώρες για να ξεκινήσει σταδιακά και χωρίς περιορισμούς τον έλεγχο και τη παρακράτηση των υδάτων του Τίγρη και του Ευφράτη, κατασκευάζοντας ένα –αν όχι το μεγαλύτερο – από τα μεγαλύτερα σύστημα φραγμάτων. Η Συρία και το Ιράκ καθώς εξακολουθούν να διαταράσσονται από τις εσωτερικές τους κρίσεις, περεταίρω από την εγκατάλειψη των αγροτών από τις περιοχές έντασης και τη μείωση της ανάγκης για πόσιμο νερό εξαιτίας της εξορίας-μετανάστευσης από τις δύο χώρες, δεν μπόρεσαν να παρατηρήσουν τα εγκλήματα της Τουρκίας που σχετίζονται με το νερό.

Η προοπτική της ξήρανσης του Τίγρη είναι μεγαλύτερη από το τι πιστεύεται. Υπάρχουν διαδοχικοί ιστορικοί πολιτισμοί βασισμένοι σε συσσωρευμένες κοινωνικές δομές που δεν θα έγιναν επιδημητικοί χωρίς άφθονους υδατίνους πόρους.

Είναι αυτό που διακρίνει το Ιράκ από τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Κατάρ και άλλες χώρες που δεν γνώρισαν πολιτισμό πριν από το Ισλάμ, ενώ το Ιράκ είναι πλούσιο σε όλες τις πολιτισμικές φάσεις του. Αυτό σημαίνει ότι η αδυναμία να βρεθεί μια οριστική λύση με την Τουρκία μπορεί να οδηγήσει σε ερημοποίηση του Ιράκ και σε χρήση της αφαλάτωσης του θαλασσινού νερού, όπως οι γείτονές του, ή στην αποσυναρμολόγηση του.

Και δεν είναι καθόλου αθώο … Γιατί η Άγκυρα κρατά τα νερά του Τίγρη ως αποτέλεσμα πολλών παραγόντων: η μείωση του ρόλου της στο Ιράκ εν γένει, η συγκυρία με το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης στη χώρα αυτή, η επιμονή της να καταλάβει μέρος της ιρακινής επικράτειας και η απειλή της να προετοιμάσει επιθέσεις με στόχο τους Ιρακινούς Κούρδους που υποστηρίζουν το PKK του Οτζαλάν, όπως υποστηρίζει η ίδια.

Είναι εξίσου σοβαρό στη Συρία με τη συγκράτηση των υδάτων του Ευφράτη που έχει τη πηγή του στην Τουρκία, διασχίζει τη Συρία και το Ιράκ και εισρέει στο Chatt-al-Arab. Ο Ευφράτης και οι παραπόταμοί του αρδεύουν τις ανατολικές συριακές πεδιάδες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παροχή πόσιμου νερού στη χώρα. Αλλά η Συρία, θύμα του δημιουργικού χάους για επτά χρόνια, έχει επηρεαστεί από τον εκτοπισμό ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της προς το εξωτερικό και από τη σχετική στάση της γεωργίας της … Οι ειδικοί δεν μπορούσαν να ανακαλύψουν την έκταση της πτώσης της ροής του Ευφράτη στη Συρία.

Και μόνο για την υπενθύμιση, αξίζει να αναφερθεί ότι η Δαμασκός, για να διατηρήσει τα συμφέροντα του Ιράκ, δεν έχει πάρει ποτέ νερό από τον Τίγρη που διασχίζει τις παραμεθόριες περιοχές της με την Τουρκία.

Με τη σειρά της, η Αίγυπτος βρίσκεται επίσης κάτω από το νυστέρι του Αμερικανο-Ισραηλινού χειρουργού, ντυμένου με την αφρικανική ενδυμασία της Αιθιοπίας. Μόλις η Αίγυπτος βγει από μια καταστροφή, φτάνει μια άλλη. Το φράγμα “Al-Nahda”, που ολοκληρώθηκε, κατασκευάστηκε από την Αιθιοπία με ισραηλινο-αμερικανική κάλυψη και υποστήριξη από το Σουδάν. Το πρόσχημα είναι ότι η Αίγυπτος παίρνει περισσότερο από το μερίδιό της από το νερό του ποταμού, το οποίο διέρχεται από πέντε χώρες της Αφρικής πριν φτάσει στην Αίγυπτο.

Η διαχείριση των διασυνοριακών υδάτων του Νείλου γίνεται μέσα από μια σειρά συνθηκών που σύναψαν οι Βρετανοί άποικοι με όλα τα παρόχθια κράτη, που ορίζει την απαγόρευση κάθε κατασκευής κατά μήκος της πορείας του ποταμού από τις πηγές του έως τα σουδανο-αιγυπτιακά σύνορα, που θα επέφερε ζημιές στη ποσότητα του νερού που πηγαίνει στην Αίγυπτο. Οι συνθήκες αυτές είναι πιστοποιημένες και διαθέσιμες στα Ηνωμένα Έθνη. Αυτό σημαίνει ότι βάσει αυτών των συνθηκών που έχουν υπογράψει οι παράκτιες χώρες, το φράγμα Al-Nahda και οποιαδήποτε παρόμοια δομή μπορεί να κατασκευαστεί μόνο μετά την έγκριση του αιγυπτιακού κράτους. Και αυτό είναι κάτι με το οποίο η Αιθιοπία δεν έχει συμμορφωθεί με τις δημόσιες καλύψεις της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ … Το τελευταίο απαιτεί, όπως λέγεται σε ορισμένους κύκλους, ένα μέρος των υδάτων του Νείλου για να σταματήσει να υποστηρίζει την Αντίς Αμπέμπα.

Όσον αφορά τον Λίβανο και τη Συρία, τα διασυνοριακά ύδατά τους συναντώνται με ένα νέο όνομα, τον Ιορδάνη, πλήρως επενδεδυμένο από το Ισραήλ, το οποίο εμποδίζει τις άναντες χώρες να επωφεληθούν από το νερό. Υπάρχουν οι πηγές της Hamma, ο ποταμός Banias και τα ποτάμια του κατεχόμενου συριακού Γκολάν που ρέουν στη Θάλασσα της Γαλιλαίας, καθώς και το ποτάμι Wazzani, το οποίο ενώνεται με το Hasbani στο έδαφος του Λιβάνου και συνεχίσουν τη διαδρομή τους μέχρι την Τιβεριάδα στην κατεχόμενη Παλαιστίνη. Και είναι εκεί που ενώνονται οι παραπόταμοι για να συνεχίζουν τη ροή τους κάτω από το όνομα του Ιορδάνη. Το Ισραήλ, το οποίο έχει αρπάξει τα συριακά ύδατα μετά από την κατοχή του Γκολάν, εμποδίζει τους Λιβανέζους να εκμεταλλευτούν ένα λίτρο νερού στα ποτάμια τους στα Wazzani και Hasbani. Εκεί, οι εμπειρογνώμονες ξεφτιλίζουν το γεγονός με τη δικαιολογία ότι ο Λίβανος ζει μόνο από την αλιεία, την κατασκευή καφενείων, του τουρισμού, και της διοργάνωσης συναυλιών και από Ζηλωτές, και τίποτ’ άλλο.

Η όρεξη του Ισραήλ για την προσάρτηση του Litani με πολλούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της αποστράγγισης των υδάτων μέχρι στα σύνορα του Λιβάνου με την κατεχόμενη Παλαιστίνη, δεν πρέπει να αποκρύπτεται. Το όνειρο αυτό καταρρίφθηκε από την λιβανέζικη Αντίσταση το 2000 και το 2006. Ωστόσο, δεν πρόκειται να διαγραφεί μόνιμα το θέμα. Θα πρέπει πάντοτε να θυμηθούμε το περίφημο μήνυμα του Ben Gurion, του Ισραηλινού, προς τον Γάλλο πρόεδρο De Gaulle: «Σας παρακαλώ, την τελευταία στιγμή, υποστηρίξτε την προσάρτηση του Litani στο κράτος του Ισραήλ».

Έχουν λησμονήσει οι Λιβανέζοι πόσες φορές το Ισραήλ προσπάθησε να αγοράσει ή τουλάχιστον να νοικιάσει το Litani;

Και ποιες είναι οι επιπτώσεις της παρακράτησης του νερού για την Αίγυπτο: Απλά θυμηθείτε τι είπε ο πατέρας της αφρικανικής ιστορίας, ο Ηρώδης: «Η Αίγυπτος είναι το δώρο του Νείλου» και «Χωρίς τον Νείλο, Η Αίγυπτος θα ήταν μια άγονη έρημος».

Πώς μπορεί να συμβιβαστεί η ιρακινή κοινωνική τάξη, η Μεσοποταμία, χωρίς τον Τίγρη και τον Ευφράτη; Μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες των 35 εκατομμυρίων κατοίκων της;

Από απλό συλλογισμό, φαίνεται ότι υπάρχει νέες μορφές στόχευσης του Ιράκ, της Συρίας, της Αίγυπτου και του Λίβανου με στόχο την καταστροφή των πολιτικών φορέων, μέσω κατακερματισμού και διάσπασης … Ειδικά για το Ιράκ και την Αίγυπτο που δεν έχουν άλλους υδάτινους πόρους από τα ποτάμια που στοχεύονται, ο Νείλος, ο Τίγρης και ο Ευφράτης.

Όσον αφορά τη Συρία, μπορεί να συμβιβαστεί με ένα αποδεκτό ποσοστό βροχοπτώσεων και έχει άλλους πόρους, όπως τον ποταμό Ορόντη, που έχει τη πηγή του στο Λίβανο, διασχίζει τη Συρία και καταλήγει στη συριακή Αλεξανδρέττα κατεχόμενη από τη Τουρκία.

Και αν, επιπλέον, οι τέσσερις χώρες-στόχοι έχουν το υψηλότερο ποσοστό γεννήσεων στον κόσμο και μόνιμα εξαντλημένες μη ανανεώσιμες πηγές νερού, αυτό δείχνει το βάθος του προβλήματος και τον διαρθρωτικό του χαρακτήρα, καθώς και την ικανότητά του να εξαλειφθούν σταδιακά οι κοινωνικές δομές υπό την πίεση της μεγάλης λειψυδρίας.

Θα μπορούσε αυτή η έλλειψη να διαδραματίσει το ρόλο του δημιουργικού χάους για τη καταστροφή των κοινωνιών; Δεν υπάρχει χώρα χωρίς πηγές νερού. Η αφαλάτωση του θαλασσίου ύδατος μπορεί να είναι μια προσωρινή λύση, αλλά με χώρες που δεν είναι πετρελαϊκές, όπως ο Λίβανος, η Αίγυπτος, η Συρία και οι χώρες της Βόρειας Αφρικής, αυτό δεν θα είναι παρά μόνο το προοίμιο της πολιτικής και κοινωνικής αποσύνθεσης φτάνοντας μέχρι τη φθορά των πολιτικών οντοτήτων.

Μήπως είμαστε παραμονή μεγάλων αλλαγών παρόμοιων με την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου; Για τις χώρες-στόχους, η λύση έγκειται στην ένωση, στην ενότητα των θέσεων και στην επιβολή της επιστροφής στις διεθνείς συνθήκες και τους ιστορικούς κανόνες. Αυτό όμως απαιτεί κάποια δύναμη.

Δρ Wafik Ibrahim

Μετάφραση αραβικά-γαλλικά από την Rania Tahar
Μετάφραση από γαλλικά: Κριστιάν Ακκυριά

Αρχικό άρθρο στα αραβικά: http://www.al-binaa.com/archives/article/190397

reseauinternational

7 εκατομμύρια Ιρακινοί χωρίς νερό αυτό το καλοκαίρι; 

Σύμφωνα με τον Ιρακινό υπουργό Υδάτινων Πόρων, περίπου 7 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να είναι χωρίς νερό αυτό το καλοκαίρι και θα αναγκαστούν να εκτοπιστούν.

Αρκετά ποτάμια έχουν ξεραθεί δραστικά τον περασμένο χρόνο. 

Στις παραπάνω δορυφορικές φωτογραφίες, βλέπουμε μια από τις κυριότερες λεκάνες-ταμιευτήρια αποθεμάτων που φωτογραφήθηκε στις 25 Μαΐου 2017 (αριστερά) και ένα χρόνο αργότερα (δεξιά). Η πτώση του επιπέδου των υδάτων είναι εντυπωσιακή.


Αυτό το ξαφνικό φαινόμενο δεν οφείλεται σε κλιματικές αλλαγές, αλλά στην έναρξη λειτουργίας φραγμάτων στο Ιράν και την Τουρκία.

Το Ιράν αντιμετωπίζει επίσης σοβαρό πρόβλημα διάθεσης υδάτων, με τους Ιρανούς να καταναλώνουν περισσότερο από το διπλάσιο νερό ανά άτομο από τους γείτονές τους. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει συνεπώς ξεκινήσει ένα τεράστιο πρόγραμμα κατασκευής φραγμάτων.

Κατά συνέπεια, η ιρακινή κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ιρανικές νέες κατασκευές δεν είναι δικαιολογημένες. Η Τεχεράνη θα έπρεπε να εκπαιδεύσει τους πολίτες της για μια πιο λογική χρήση του νερού. Το Ιράκ πιστεύει ότι, δεδομένης αυτής της σπατάλης, το Ιράν παραβιάζει μερικές διεθνείς συνθήκες κατασκευάζοντας νέα φράγματα. Η υπόθεση αναμένεται να τεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης.

voltairenet/
ινφογνώμων

Μήνυμα από τη σκοτεινή πόλη: ξυπνήστε, το αύριο είναι, ήδη, εδώ.

3

 του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Που και που αυτή η … σκοτεινή Θεσσαλονίκη, έχει και ορισμένες φωτεινές εκλάμψεις, έστω και εισαγόμενες. Φέτος, για δεύτερη χρονιά πραγματοποιήθηκε το unconference στο OK Thess.

Κάπως καινούρια ακούγονται αυτά αλλά δεν έχει σημασία να τα μάθουμε όλα. Απορώ, μάλιστα, γιατί χτυπούν τόσο αλύπητα την πόλη αφού της τα έχουν πάρει όλα. Ίσως, φοβούνται ότι μπορεί να γεννήσει κάτι το οποίο θα τους υπερβαίνει. Και φροντίζουν να της δίνουν, που και που, και μια χαριστική βολή. Αλλά έχει πολλές ψυχές. Στην ιστορική της πορεία ξεπέρασε πολλούς σαν τους σημερινούς επικριτές της.

Unconference σημαίνει μη συνέδριο, ας μας επιτραπεί ο νεολογισμός και κύριο χαρακτηριστικό, μεταξύ άλλων, είναι ότι οι συμμετέχοντες λένε ό,τι θέλουν χωρίς καμιά επισημότητα, χωρίς καταγραφή και μακριά από τα μάτια και τα αυτιά όσων θα μπορούσαν να τους κατηγορήσουν. Μια χαλαρή συζήτηση, στο περιθώριο ενός συνεδρίου και με επίκεντρο αυτά που θα μπορούσαμε να πούμε παρασυνεδριακά. Με τον καιρό, καθιερώθηκε και unconference χωρίς να υπάρχει συνέδριο. Αυτό είναι το πνεύμα μιας ετήσιας συνάντησης στη Θεσσαλονίκη μεταξύ πρωτοπόρων επιστημόνων, επιχειρηματιών και ανήσυχων ανθρώπων

Η Θεσσαλονίκη αν δεν αναζητήσει το μέλλον της εκτός του ελλαδικού χώρου, δεν θα έχει καλή τύχη. Πρέπει να ξεφύγει από τα τετριμμένα και, κυρίως, από όσα μπορεί να ελέγχει το κέντρο.

Τα Βαλκάνια είναι ένας τέτοιος χώρος. Η Ευρώπη ένας άλλος. Μπορεί, όμως, να αναζητήσει έναν ρόλο στο πλαίσιο και της μπλέ οικονομίας. Η μπλέ οικονομία είναι η κοινωνικά αποδεκτή οικονομία, εξήγησε ο ομιλητής του οποίου για να μην παραβώ τους κανόνες του unconference και δεν με ξανακαλέσουν, δεν αναφέρω το όνομα. Είναι, πάντως, ένας νέος καθηγητής του ΑΠΘ με ευρύτερες φιλοδοξίες.

Η μπλέ οικονομία, για να επανέλθουμε σ αυτήν, δεν περιλαμβάνει εξορύξεις και άλλες τέτοιες σκληρές επιλογές. Η μπλέ οικονομία είναι η 5η δραστηριότητα της Ε.Ε. και βρίσκεται στο 1/5 της παγκόσμιας κινητικότητας.

Ένας σχεδιασμός για την ανάπτυξη μιας τέτοιας μπλέ οικονομίας περιλαμβάνει τις περιοχές από τις Βαλτικές χώρες στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσω Ευξείνου και Αιγαίου.

Ο εισηγητής πρότεινε η Θεσσαλονίκη να αποτελέσει κέντρο της προώθησης αυτού του είδους της οικονομίας. Και από ό,τι έχει διαπιστώσει ένας τέτοιος ρόλος της αναγνωρίζεται και από άλλα κράτη. Φαντάζομαι όχι από την Τουρκία του Ερντογάν αλλά πέραν της Τουρκίας υπάρχουν και πολλοί άλλοι στην περιοχή.

Πέραν αυτού στην ευρύτερη περιοχή συναντώνται στρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Συναντώνται το αμερικανικό eastern enlargement, η στρατηγική του δρόμου του μεταξιού και μια σινο-ρωσική συνεργασία, όπως διαπίστωσε ο εισηγητής.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να δώσουν ανάσα στην πόλη, αν τα εκμεταλλευτεί καταλλήλως.

Η γεωπολιτική, η γεωστρατηγική και η γεωοικονομία είναι μια σημαντική πρόκληση στον κόσμο που διαμορφώνεται. Η μεγαλύτερη, όμως, πρόκληση είναι ο αναδυόμενος νέος κόσμος της Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligent, AT).

Οι εισηγητές φάνηκαν συντηρητικοί στους φόβους τους αλλά ο πρόσφατα χαμένος Στήβεν Χώκινγκ και ο πολύς Χένρυ Κίσσιγκερ πριν λίγες ημέρες, εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για το άμεσο μέλλον όπου τα ρομπότ θα έχουν μπει στη ζωή μας. Και, ενδεχομένως, να έχουν αυτονομηθεί. Μοιάζει με επιστημονική φαντασία αλλά δεν είναι.

Ο πρώτος υπογράμμισε σε παλαιότερο άρθρο του την ανησυχία του για το ανεξέλεγκτο των μηχανημάτων με την αυτονόμησή τους, τα οποία, μεταξύ άλλων, θα διευρύνουν την ανισότητα και ο δεύτερος, με κείμενό του πριν λίγες ημέρες στο Atlantic έθεσε μια σειρά ερωτημάτων από την ηθική και την οικονομία μέχρι το νέο κόσμο που διαμορφώνεται.

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν ούτε φιλόσοφοι, ούτε κοινωνιολόγοι να μελετήσουν το φαινόμενο και να το προσεγγίσουν με προτάσεις για το μέλλον. Κάποια βήματα κάνει ο νέος φιλόσοφος Θεοφάνης Τάσης με το τελευταίο βιβλίο του: Πολιτικές του βίου, επιμέλεια εαυτού.

Στο unconference της Θεσσαλονίκης οι εισηγητές εστίασαν στις κοινωνικές επιπτώσεις της εισαγωγής των ρομπότ στην παραγωγή.

Ως το 2025 το 50% των εργασιών που οι αγγλόφωνοι ονομάζουν tasks, όχι jobs, θα γίνεται από τα ρομπότ. Στη χαλυβουργία ήδη το 70% των θέσεων εργασίας έχει αντικατασταθεί από μηχανήματα. Στη μετάφραση παρομοίως. Ένας πολύ καλός μεταφραστής βαθμολογείται με 5,3 ή 5,4. Τα μηχανήματα έχουν φτάσει στο 5,1. Οι άνθρωποι θα περιοριστούν στο δημιουργικό κομμάτι.

Το ίδιο και στα μεγάλα δικηγορικά γραφεία. Όσοι μελετούσαν π.χ. παλιές δικογραφίες για να διαμορφώσει το γραφείο τους στρατηγική για μια υπόθεση, θα πρέπει να αναζητήσουν κάτι άλλο διότι αυτό που έκαναν το κάνει ένα μηχάνημα.

Κάτι μένει και για τους εργαζόμενους ανθρώπους διότι αυτά τα οποία, προς το παρόν, δεν εξαφανίζονται είναι οι δημιουργικές δουλειές και όσες περιέχουν κοινωνική ευφυία ή συναισθηματική νοημοσύνη.

Αν και στο παρελθόν, σε μεταβατικές περιόδους, με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, χάνονταν θέσεις εργασίες αλλά δημιουργούνταν περισσότερες νέες, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι σίγουρο ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Ότι, δηλαδή, θα δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις εργασίες από όσες θα χαθούν.

Τι θα γίνει με τους ανθρώπους που δεν θα έχουν τι να κάνουν; Ο Μπίλ Γκέιτς είναι γνωστό ότι πρότεινε την φορολόγηση των ρομπότ και ο Έλον Μάσκ την καθιέρωση ενός ελάχιστου μισθού για όλους.

Δύο από τους μεγαλύτερους καπιταλιστές στον σύγχρονο κόσμο προτείνουν κάτι που δεν διανοήθηκε κανένα κομμουνιστικό καθεστώς.

Τι νόημα θα έχουν οι σημερινοί πολιτικοί και ιδεολογικοί διαχωρισμοί σε έναν κόσμο όπου οι μισοί δεν θα εργάζονται και ο προλετάριος, το επαναστατικό υποκείμενο κατά τους μαρξιστές, θα είναι ένα μηχάνημα;

Η όλη υπόθεση φθάνει και στα όρια του αστείου. Υπάρχει ένα ρομπότ, η Σοφία, το οποίο κατασκευάστηκε από μια εταιρία με έδρα το Χόνγκ Κόγκ το οποίο έχει δώσει πολλές συνεντεύξεις ανά τον κόσμο και στο οποίο η Σαουδική Αραβία χορήγησε υπηκοότητα τον Οκτώβριο του 2016. Και επειδή μπορεί κανείς να αναζητήσει αστείες σκοπιμότητες στην ενέργεια της Σαουδικής Αραβίας, να σημειώσουμε πως ένα μήνα αργότερα, ο ίδιος ο ΟΗΕ του απέδωσε τον τίτλο του πρωταθλητή καινοτομίας. Το ρομπότ, δηλαδή, έχει τίτλο από τον ΟΗΕ.

Επίσης, τα ρομπότ κάνουν πολύ καλή δουλειά ως baby sitters κάτι που συζητήθηκε στην unconference αυτής της σκοτεινής πόλης που λέγεται Θεσσαλονίκη, όπως και η τεχνολογία blockchain η οποία υπόσχεται τον εκδημοκρατισμό του διαδικτύου αλλά και την απώλεια, όχι απλώς εργασιών τύπου tasks αλλά ολόκληρων επαγγελμάτων, όπως οι συμβολαιογράφοι ή, ακόμη και οι τράπεζες.

Αλλά περί αυτού μια άλλη φορά. Προς το παρόν, έχετε υπόψη σας πως τα παραδοσιακά Ανώτατα Ιδρύματα δεν παρακολουθούν όσο θα έπρεπε τις εξελίξεις ιδιαιτέρως στο θέμα της προετοιμασίας στελεχών για την παραγωγή. Γι αυτό, βρέθηκαν ad hoc λύσεις που ονομάζονται skill hubs. Κόμβοι εκπαίδευσης για συγκεκριμένα αντικείμενα που ζητά και δεν βρίσκει ο χώρος της παραγωγής. Ακόμη και στη σκοτεινή Θεσσαλονίκη σκέφτονται να δημιουργήσουν ένα τέτοιο skill hub. Το οποίο ας ελπίσουμε ότι δεν θα καταστραφεί από τους σύγχρονους λουδίτες.

Το μέλλον είναι εδώ, πολύ διαφορετικό από όσα γνωρίζαμε. Η γνώση και οι δεξιότητες κυριαρχούν στο νέο κόσμο και η Ελλάδα έχει ένα πολιτικό προσωπικό και μια κυβέρνηση που δεν έχει ιδέα από όλα αυτά. Προσπαθεί να προσαρμόσει την πραγματικότητα στις επιθυμίες της. Αλλά, όσοι το επιχείρησαν στο παρελθόν, κατέστρεψαν τις κοινωνίες.

Ας ελπίσουμε πως δεν θα έχουμε τέτοια τύχη. Πως κάτι θα αλλάξει στη νοοτροπία αυτής της χώρας.

 

 

 

The U.S.-North Korean Summit and Beyond

0
www.armscontrol.org

Toward an Effective Deal on Denuclearization and Peace with North Korea

Volume 10, Issue 7, June 8, 2018

The South Korean-brokered diplomatic opening between leaders from the United States and North Korea that began in January 2018 is a welcome shift away from the missile and nuclear tests and “fire and fury” threats of 2017 that brought the region to the brink of a catastrophic war.

Donald Trump deserves credit for being so bold as to agree to pursue the June 12 summit meeting in Singapore with North Korean leader Kim Jong-un. The ongoing inter-Korean dialogue and prospect for a historic U.S.-North Korean summit has lowered tensions but tensions could flare up once again – especially if Trump goes off-script, acts impulsively, or if either side has unrealistic expectations about what the meeting can accomplish.

After creating unrealistic expectations for the planned summit with Kim Jong-un, canceling the encounter and then directing his team to make it happen, Donald Trump finally appears to understand that a single summit cannot resolve the decades-long North Korean nuclear problem.

After meeting with a high-level North Korean official June 1, Trump said the summit was part of a process with North Korea. Indeed, denuclearization of the Korean peninsula will be a years-long endeavor, requiring reciprocal steps.

The long history of U.S.-North Korean nuclear and missile diplomacy underscores the importance of sustaining progress beyond the glow of the initial diplomatic breakthrough. Both sides need to have the political will and courage to follow through on their commitments, and they must have the skills necessary to overcome the implementation and compliance disputes and delays that will inevitably occur down the road.

The overall goal for the Trump administration, and U.S. allies and partners, should be to continue to move as quickly as possible in the right direction: toward halting and reversing and eliminating North Korea’s nuclear strike potential, and away from a worsening crisis involving a growing North Korean nuclear capability and increased risk of war.

For the June 12 summit in Singapore to be a success and to set a course for real, lasting progress, Donald Trump and Kim Jong-un will need to agree on a framework for ongoing direct, expert-level negotiations to hammer out the details and timeframe for specific action-for-action steps on denuclearization, as well as concrete steps toward a peace regime on the Korean peninsula that addresses the security concerns of North Korea and other states in the region.

On the Same Page?

In the days leading up to the encounter in Singapore, it is still not clear yet whether top U.S. and North Korean leaders are on the same page about the end goals, the pace, and the sequencing of many steps involved in the complete “denuclearization” of the Korean peninsula.

It is also not entirely clear whether the Trump administration itself is of one mind about its own strategy. Top Trump advisors, including National Security Advisor John Bolton and Vice President Mike Pence, contributed to creating a hostile environment just a couple of weeks ahead of the summit by suggesting “the Libya model” for rapid denuclearization by North Korea with promises of security only coming afterward, and threatening war if North Korea does not agree to a deal.

Given the fact that North Korea has long maintained that its nuclear weapons are a deterrent against U.S. “hostile policy,” it should have been no surprise to the Trump White House that senior North Korean officials lashed out at such an approach.

As the April 2018 Panmunjeom Declaration negotiated by North Korean leader Kim Jong Un and the Republic of Korea’s president Moon Jae-in underscores, the North Korean leadership is only interested in talking about denuclearization if their security interests can be guaranteed.

In the days ahead of the summit, it was reported that “Trump wants Kim to commit to disarmament timetable at summit” but Trump has been advised not to offer any concessions. That is not a winning formula. You don’t get something for nothing when you deal with North Korea.

The Summit and Beyond: A Process for Denuclearization and a Peace Regime

To achieve real, lasting progress, the two sides will need to agree on a framework for sustained, direct, high-level negotiations on the specific action-for-action steps toward denuclearization and a peace regime.

The North Korean denuclearization effort would be without precedent and there is no guarantee of success. No country with a nuclear arsenal and infrastructure as substantial as Kim Jong Un’s, and that has openly conducted nuclear weapon test explosions, has given up its nuclear weapons program.

The North Korean nuclear and missile programs involve dozens of sites, hundreds of buildings, and thousands of people. Rapid progress should be the goal, but as Siegfried Hecker and Bob Carlin note in their recent Stanford University study, a comprehensive denuclearization process is complex and will take years to accomplish.

Near-term priority goals for the Trump administration should be to reach a common understanding Kim Jong-un about what denuclearization entails. A good basis for common understanding would be the 1992 South-North Joint Declaration on the Denuclearization of the Korean Peninsula.

Another near-term priority should be to solidify North Korea’s declared nuclear and missile testing halt and secure a freeze on fissile material production at all suspected sites, which will help ensure that North Korea cannot expand its arsenal of some 20-60 bombs even further. This could be achieved by:

  • Securing North Korea’s pledge to sign and ratify the 1996 Comprehensive Test Ban Treaty, which would help transform its no-test pledge into a legally-binding international commitment, and to secure agreement for on-site inspections by the CTBTO to confirm the closure of its test site. The destruction of the test tunnel entrances at the Punggye-ri nuclear test site is a positive step in the right direction, but it does not permanently prevent it from resuming nuclear tests in the future. Additional tests by North Korea could be used to achieve further advances in nuclear warhead design. This action step is likely within reach since Pyongyang has recently hinted that it might join the CTBT;
  • An agreement to halt further ballistic missile tests, including “space launches,” cease new ballistic missile production and decommission all ICBM launch sites, which could stop North Korea just short of developing a reliable long-range nuclear strike system;
  • Securing a freeze on uranium enrichment and plutonium production, to be verified by the International Atomic Energy Agency (IAEA), which would put a ceiling on the potential number of nuclear devices that North Korea could assemble.

Another early goal should be to secure a commitment by North Korea to deliver a full declaration on its nuclear infrastructure, nuclear material inventory, and its nuclear weapons stockpile to be verified later by the IAEA, using guideline and techniques established by the Model Additional Protocol for nuclear safeguards, with the support and a legal mandate from the United States and other permanent members of the UN Security Council.

At a later stage, following more intensive expert-level talks, the two sides could agree to a process and a timeline for dismantling weapons stocks and securing separated fissile material stocks under the supervision of a UN Security Council-mandated technical team consisting of specialists from nuclear weapon states, in cooperation with the technical experts from North Korea.

Facilities that are part of North Korea’s nuclear complex and its longer-range missile production and deployment infrastructure would also need to be verifiably dismantled or converted under international supervision. This would be a major undertaking that could build upon the experience and lessons learned from U.S. and Russian cooperative threat reduction programs that helped eliminate excess Cold War-era stockpiles and sites.

Phased Steps to Reduce Tensions on the Peninsula

To achieve real and lasting progress on denuclearization, the U.S. side must be willing to simultaneously take a series of phased, concrete steps to demonstrate it does not have “hostile intent” toward the regime in Pyongyang and that North Korea’s security and sovereignty does not depend on possessing nuclear weapons.

Secretary of State Mike Pompeo acknowledged this reality in his press briefing May 31 when he noted that the U.S. side will need to convince North Korea’s leadership that their security will be assured—and be even greater—if they make the strategic decision to pursue complete and verifiable denuclearization.

Clearly, differences still need to be ironed out on pacing and sequencing of denuclearization steps and concrete steps to assure the North Korean leadership that they can survive without nuclear weapons. Key measures might include:

  • Agreeing to security guarantees, including a commitment not to initiate the use of force against one another;
  • Removing U.S. strategic bombers and offensive strike assets, including nuclear-capable systems from U.S. and joint military exercises with allies in the region;
  • Formally initiating negotiations on a peace treaty to replace the Korean War Armistice, which would involve talks between the United States, North Korea, South Korea, and Chinese leaders, and pursuing steps toward the normalization of U.S.-North Korean relations, beginning with the opening of a diplomatic interest section in Pyongyang and Washington;
  • Jointly reducing military force deployments on both sides of the DMZ in a manner consistent with a future peace treaty.

The Role of Congress

The Trump administration will also need to keep members of Congress better informed on its evolving strategy with regular reports on the negotiations. It will need Congressional advice and support to sustain the process, which will last beyond the life span of the Trump administration.

Members of Congress can and should seek clarification from the Trump administration regarding how it defines the denuclearization process and they should hold the administration accountable as to whether progress is or is not being achieved, but the executive branch will need political space to negotiate the specifics with Pyongyang.

As Senator Robert Menendez, ranking Democrat on the Senate Foreign Relations Committee wrote in a May 16 op-ed in The Washington Post, “… even a partial agreement that verifiably begins the process of rolling back North Korea’s nuclear and missile programs would constitute success. Such an agreement should be combined with continued pressure, a strong deterrence posture and a continuation of the emerging North-South dialogue. This would over time provide a reliable pathway to full denuclearization.”

Stay Calm and Carry On

If the planned summit with Kim Jong-un falls apart or does not produce immediate results, Trump must resist the urge to abandon diplomacy and make irresponsible threats, which will only reinforce North Korea’s incentive to further improve its nuclear and missile activities and increase the likelihood of a military confrontation.

There is no viable military option to deal with the North Korean nuclear challenge. A second war with a nuclear-armed North Korea would be catastrophic for all sides involved. Tens of millions of people in East Asia and possibly the United States could perish in such a conflict, which would quickly go nuclear.

Trump must also recognize that his policy of “maximum pressure” has real limits. Without a serious, sustained diplomatic effort designed to reach a deal to verifiably halt and reverse North Korea’s nuclear and missile programs, global support for the existing sanctions regime may erode.

If negotiations between Washington and Pyongyang do ultimately break down, the United States should maintain a principled, sober strategy of diplomacy and deterrence that serves U.S. and allied interests and averts a catastrophic war.

The American people support a diplomatic solution. According to a recent Pew/ Economist/YouGov survey, around 70 percent support direct negotiations between the United States and North Korea, while 62 percent say Trump should not threaten military action against North Korea if it does not give up its nuclear weapons, according to an ABC/Washington Post poll.

The June 12 encounter will capture the world’s attention. Barring a dramatic breakdown, it will be viewed as a positive first step.

But the true measure of the Singapore summit between Trump and Kim is whether it will actually lead to concrete, steady progress toward the twin goals of denuclearization and the easing of tensions on the Korean peninsula.

The pursuit of disarmament diplomacy is hard work, and when it comes to North Korea, progress never comes easily, but it is better than the alternatives. —DARYL G. KIMBALL, Executive Director

Posted: June 8, 2018

https://www.armscontrol.org/issue-briefs/2018-06/us-north-korean-summit-beyond

Under Trump, “America First” Really Is Turning Out to Be America Alone

0
THE NEW YORKER
From trade to the Iran deal to NAFTA, the President has created the highest level of tension between the U.S. and its allies in decades.
The Canadian Prime Minister, Justin Trudeau, was less than forty-eight hours away from hosting the biggest diplomatic gathering of his career when I spoke with one of his top advisers on Wednesday afternoon. Trudeau’s team was searching for strategies to salvage the annual G-7 summit with the American President, Donald Trump, and leaders of five of the world’s other large democratic economies—all of them close allies of the United States, and all of them furious with Trump. “Look, he personally decided he wanted to be fighting with everybody,” the Trudeau aide told me, referring to Trump. “Maybe he thinks it’s in his best interests to be combative and fighting.”

For close to a year and a half, Trudeau and his counterparts have employed various strategies to try to head off conflict with the volatile American President, from flattery to stonewalling to hours of schmoozing on the golf course. But in recent weeks Trump has confounded their efforts, unleashing a tit-for-tat trade war with allies, blowing up the Iran nuclear deal over European objections, and walking away from a deal with Canada and Mexico to overhaul nafta, all while lavishing praise on the North Korean dictator with whom he hopes to reach an accord next week. Adding insult to injury, Trump even cited an obscure national-security provision to justify the tariffs, as if America’s closest friends had suddenly become its biggest enemies. As a result, the G-7 meeting that Trudeau will host on Friday and Saturday was shaping up to be the most contentious, and possibly the most consequential, since the summits began, in 1975.

Trump’s chief economic adviser, Larry Kudlow, told the White House press corps on Wednesday that this was all just a “family quarrel,” but, if so, it’s one ugly fight. As Kudlow acknowledged the rift, Trudeau and France’s President, Emmanuel Macron, were meeting to plot strategy, and everyone was wondering why Trump, who is often described as averse to face-to-face conflict, had chosen the weeks preceding the annual G-7 summit to punch his allies in the face. In the days leading up to the meeting, Trump had tense phone calls with Trudeau, Britain’s Prime Minister, Theresa May, and Macron, who has been especially humiliated by the series of adverse decisions after flying to Washington to lobby Trump personally. All of them appear to fix blame on Trump himself. “We’ve gotten used to unorthodox behavior from your President,” the Trudeau adviser said.

For his part, Trump seems to relish the confrontation he has unleashed and is spoiling for more. On Thursday morning, the President tweeted that he was “getting ready to go to the G-7 in Canada to fight for our country on Trade,” insisting, as he often does, that “we have the worst trade deals ever made.” But others involved in the summit were preparing for an America more alone than ever before, and now Trump faces the very real risk of allies teaming up against him. “The American president may not mind being isolated, but neither do we mind signing a 6 country agreement if need be,” Macron tweeted pointedly to Trump, in English, later on Thursday. Trump quickly fired back. “Please tell Prime Minister Trudeau and President Macron that they are charging the U.S. massive tariffs and create non-monetary barriers,” the President tweeted. “Look forward to seeing them tomorrow.” Soon after that, the White House said in a statement that Trump would skip the second day of the summit entirely, and it seemed increasingly certain that the traditional joint communiqué signed off on by all seven leaders will be discarded because of Trump. (As of Wednesday, when it would normally be in the final stages of elaborate negotiations, the communiqué was not even being circulated.) Instead, the Trudeau adviser told me, the Canadian Prime Minister, as the summit’s host, was likely simply to release a “statement from the chair,” summarizing the discussions without requiring Trump to approve it. The American President has blundered his way into “opening a four-front-at-least war simultaneously,” the Trudeau adviser said, and now the goal of the summit has become unlike any other that preceded it: “to get allies together to try to contain the amount of damage he’s doing.”

Ever since Trump took office, America’s allies have desperately sought to avoid this moment. Over the last year and a half, though, many of them have come to realize, with growing dread, that it was inevitable. The rift between the world’s great democracies that Trump’s election portended is coming to pass, and it is about far more than Iran policy, obscure trade provisions, or whether Germany spends two per cent of its G.D.P. on nato. Many senior European officials speak of it, as one Ambassador to Washington did to me recently, as nothing less than a “crisis of the West.”

As Trump’s dramatic moves have played out this spring and hardened into a Presidential narrative of American victimization at the hands of free-riding allies, senior government officials in London, Berlin, and other European capitals, and in Washington, have told me they now worry that Trump may be a greater immediate threat to the alliance than even authoritarian great-power rivals, such as Russia and China. Equally striking is the extent to which America’s long-term allies have no real strategy for coping with the challenges posed by such an American President. Trump may be reorienting U.S. foreign policy away from its closest friends, such as Great Britain and Germany, and toward those with whom Trump is more politically aligned in Israel, the Gulf, and along Europe’s restive fringes, but his traditional partners have no real strategy for how to respond.

Last year, the German Foreign Office embarked on what two sources described to me as its first-ever effort to produce an America strategy aimed at answering that question, with the goal of producing a strategy document similar to those it has for adversaries. “Essentially, it’s an overhaul of German foreign policy,” a senior German official told me, “since the key assumption being called into question is the total reliance we have on the friendship with the U.S.” Work on the new strategy began after Trump’s Inauguration but accelerated last spring, after the German Chancellor, Angela Merkel, returned from Trump’s initial foray into international summitry rattled by him and announced that “Europeans must really take our fate into our own hands.” The painful realization, the senior German official said, was that “we might get to a situation where we see Americans not only as friends and partners but also as competitors and adversaries. We don’t want to do that. That is how we treat other great powers around the globe, like Russia and China.”

Until now, allies have been notably divided on how to handle Trump, largely settling on an approach that Charles Kupchan, who served as President Barack Obama’s senior director for Europe at the National Security Council, characterized as “limit the damage and run out the clock.” Trump’s recent confrontational moves, however, have made it all but impossible for allies to continue with their policy of “don’t give in but don’t give up,” as Kupchan described it. In interviews in Europe and Washington over the last week, I heard a new tone of anguish and concern as the extent and consequences of the rift have become more clear. “They cruised through 2017 and they thought everything was fine,” Julianne Smith, a former Pentagon official and deputy national-security adviser for Vice-President Joe Biden who now heads the transatlantic program at the Center for a New American Security, told me. “Now he is doing in 2018 what he threatened to do, and it’s ‘Oh, no, I feel the shock and awe’ and ‘What can we do?’ ”

Daniel Vajdich, who served as a foreign-policy adviser to the Republican Presidential candidates Ted Cruz and Scott Walker in the 2016 election, agreed. “There’s no denying that the transatlantic relationship is at a low point in the post-Cold War period,” Vajdich, who is one of two Republicans who defended Trump’s approach in a debate against two Europeans at a security conference in the Estonian capital of Tallinn last week, said. Initially, the session had been titled “Eighteen Months of Trump Foreign Policy: Right Direction or Wrong Track?” Organizers decided they had to change the title because no one could make the case that relations were on the right track after last week’s tariffs decision. Instead, Vajdich’s team was asked to argue that perhaps things were “better than they seemed” under Trump’s foreign policy.

When the reframed debate terms were announced at the event, they drew a laugh from the audience, which was composed largely of European security officials and experts. Constanze Stelzenmüller, the German debater on the panel, compared Trump’s foreign policy to Margaret Atwood’s dystopian novel “The Handmaid’s Tale” and said the Europeans were the handmaids. As for Trump, she said, the American President seemed to be treating his allies like a girlfriend he could abuse, slapping her around as if that would make her more likely to accept his marriage proposal.

When I went to Berlin after the Tallinn conference, I talked with several German officials who made similar references to personal and familial dysfunction. In their view, Trump’s decision to take on his allies on so many issues all at once is quite different from the standard-issue European policy disputes with the United States, such as the 2003 rift over George W. Bush’s invasion of Iraq, or Ronald Reagan’s early nineteen-eighties military buildup against the Soviet Union. Those were differing views over how to protect the alliance; now Trump is questioning the alliance itself. “It’s like your parents questioning their love for you,” Norbert Röttgen, the chairman of the Bundestag’s foreign-affairs committee, told me on Monday. “It’s already penetrated the subconscious.”

Nowhere in Europe has that subconscious been more rocked than in Germany, where its close relationship with the United States has defined the country’s remarkable resurrection after the Second World War. “It took Germany the longest of all partners to come to terms with someone like Trump becoming President,” the senior German official told me. “We were very emotional, because our relationship with America is so emotional—it’s more of a son-father relationship—and we didn’t recognize our father anymore and realized he might beat us.” Only in recent weeks, he said, after Trump reorganized his foreign-policy team, replacing his Secretary of State and national-security adviser with the more like-minded Mike Pompeo and John Bolton and launching his trade war, did they finally get that “this is real. And still many people haven’t come to grips with the idea that Trump is not considering us an ally and as a son but maybe even as adversary.”

As we spoke, the latest controversy was reinforcing the idea that Germany was no longer America’s favored ally. Trump had named Richard Grenell, a Republican activist well known for his aggressive Twitter spats and dismissive views, to be the new U.S. Ambassador to Germany, and he, even before meeting his German hosts, had just given an interview to the right-wing Web site Breitbart praising the European far right; the headline suggested he saw it as his job to “empower” such leaders. Grenell later insisted on Twitter that his remarks had been misconstrued, but not before some German politicians called for him to be kicked out and the German Foreign Office asked for a formal clarification of his comments. The fracas had a certain Trumpian irrelevance, but a more consequential rebuke came in a speech this week at the conservative Heritage Foundation, in Washington, where the Assistant Secretary of State for Europe, A. Wess Mitchell, outlined a new strategy toward the Continent that suggested a shift away from longtime allies, such as France and Germany, and toward newcomers in Central and Eastern Europe, where Trump-style populism flourishes and democratic norms are being challenged.

Still, Röttgen, like Merkel herself, remains wary of outright confrontation with the Trump Administration over these policies, even as the German public becomes increasingly disillusioned. “We should choose the option of damage limitation instead of escalation,” Röttgen told me. “Trump might force us to become more confrontational, but we should try to resist.” How bad has it already gotten? A recent poll found that only fourteen per cent of Germans now believe the United States is a reliable partner, compared with thirty-six per cent in Russia and forty-three per cent in China.

A year ago, after Trump returned from his first Presidential trip overseas with deeply unsettled allies in Europe, his national-security adviser, H. R. McMaster, and his chief economic adviser, Gary Cohn, teamed up to write a reassuring op-ed in the Wall Street Journal. “America First is not America alone,” they promised. Neither of the two men still works for Trump. A few months after that, Trump himself made an appearance before the rattled global financial élites at the World Economic Forum, in Davos. “America First is not America alone,” he insisted. Now, increasingly, it is.

  • Susan B. Glasser is a staff writer at The New Yorker, where she writes a weekly column on life in Trump’s Washington.

    Read more »

  • https://www.newyorker.com/news/letter-from-trumps-washington/under-trump-america-first-really-is-turning-out-to-be-america-alone?mbid=nl_Daily%20060818&CNDID=51540738&spMailingID=13659826&spUserID=MjYyMTE3MTkxMzQzS0&spJobID=1420744625&spReportId=MTQyMDc0NDYyNQS2

Περί καθαρής Εξόδου

3

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΤΖΗΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, Οικονομολόγου, Υποστρατήγου ε.α.

Η Κυβέρνηση, όπως θα έκανε κάθε άλλη Κυβέρνηση, πανηγυρίζει για την επικείμενη καθαρή έξοδο από τα μνημόνια τον ερχόμενο Αύγουστο. Και πανηγυρίζει για δύο λόγους. Πρώτον για να καρπωθεί τα πολιτικά οφέλη ενόψει εκλογών παρουσιάζοντάς την ως μεγάλη επιτυχία μετά από οκτώ χρόνια μνημόνια και δεύτερον για να τονώσει το επενδυτικό κλίμα που τόσο έχει ανάγκη η Χώρα μετά από τόσα χρόνια ύφεσης.

Αυτό που η Ελλάδα πέτυχε στα χρόνια της κρίσης είναι η με (βίαιη) δημοσιονομική προσαρμογή εξάλειψη του δημοσιονομικού ελλείμματος του 15% περίπου το 2010 (η αποκάλυψη του οποίου οδήγησε τη Χώρα στα μνημόνια κι όχι το ύψος του χρέους που τότε ήταν στο 120% του ΑΕΠ) και η δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων για την αποπληρωμή του χρέους. Ήταν μια τεράστια προσπάθεια χωρίς ιστορικό προηγούμενο στον ανεπτυγμένο κόσμο. Πόσο όμως μπορούμε να πανηγυρίζουμε όταν αυτό κόστισε απώλεια του ΑΕΠ σε ποσοστό πάνω από το 25%, έβαλε βαθειά την Χώρα σε ύφεση και εκτίναξε το χρέος τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ (175%) όσο και σε απόλυτο μέγεθος (340 δις) καθιστώντας το ουσιαστικά μη βιώσιμο;

Όμως ακόμη κι αν αύριο οι εταίροι αποφάσιζαν να διαγράψουν μέρους του χρέους και να το περιορίσουν στο 60% του ΑΕΠ για να καταστεί αυτό βιώσιμο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα χωρίς πλέον την κηδεμονία των εταίρων αφήνει πίσω της οριστικά και αμετάκλητα αυτήν την μαύρη περίοδο στην ιστορία της;  Η μελέτη της ιστορίας δεν μας επιτρέπει να είμαστε αισιόδοξοι. Το νέο Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε σε συνθήκες οικονομικής πτώχευσης και διεθνούς επιτροπείας και στο  μισό περίπου μέχρι σήμερα χρόνο ζωής του πορεύθηκε σε καθεστώς πτωχεύσεων. Ο διεθνής οικονομικός έλεγχος που επιβλήθηκε το 1897 (μετά την πτώχευση του 1893)  έληξε το 1978.  Οι συνεχείς πτωχεύσεις στην Ελλάδα τείνουν να λάβουν τον χαρακτήρα φυσικού φαινομένου. Υπάρχουν παθογένειες για την εξάλειψη των οποίων ούτε τώρα στα οκτώ χρόνια κρίσης έγινε σχετική προσπάθεια. Τι σημαίνει αυτό; Πως μετά την έξοδο κι από αυτήν την κρίση όποτε κι αν αυτό γίνει η Χώρα σε κάποιο χρόνο θα ξαναμπεί σε περιπέτειες.

Απαραίτητη προϋπόθεση για μια σύγχρονη, ισχυρή, ευρωπαϊκή, βαθιά δημοκρατική Ελλάδα, απαλλαγμένη από τις διαχρονικές παθογένειες που την ταλαιπωρούν από την ημέρα γέννησής της μέχρι σήμερα είναι η δημιουργία ενός εύρωστου, ανεξάρτητου, μη κρατικοδίαιτου, αποτελεσματικού ιδιωτικού τομέα στους κόλπους του οποίου οι πολίτες θα απολαμβάνουν καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης-καριέρας και αμοιβών από ότι στο δημόσιο.  Δύο τα ερωτήματα. Πρώτον με ποιο τρόπο η επιλογή αυτή θα συμβάλλει στην θεραπεία των διαχρονικών παθογενειών και δεύτερον πως  μπορεί να επιτευχθεί.

Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο. Η ύπαρξη ενός αξιόλογου ιδιωτικού τομέα με καλύτερες παροχές και ευκαιρίες καριέρας θα περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την προσέλευση πολιτών στα πολιτικά γραφεία για διορισμούς στο δημόσιο. Το ρουσφέτι, πηγή όλων σχεδόν των δεινών στη Χώρα αυτή,  αποτελεί το βασικό εργαλείο με το οποίο έχτισαν πολιτικές καριέρες πολιτικάντηδες όλων των αποχρώσεων.  Έτσι φυσικά εξηγείται η επικράτηση της αριστερής ιδεολογίας και του κρατισμού στα χρόνια της μεταπολίτευσης που οδήγησε στην αποδυνάμωση των φιλελεύθερων και καπιταλιστικών θεσμών στην ευκαμψία των οποίων ο Καστοριάδης αποδίδει την επιβίωση της δύσης παρά τις εδώ και 10ετίες ανίκανες ηγεσίες.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Υπέρμετρα διογκωμένος και αναποτελεσματικός δημόσιος τομέας με υψηλή λειτουργική δαπάνη, ο οποίος αποτελεί τροχοπέδη σε κάθε επενδυτική προσπάθεια. Και βέβαια οργανισμοί-δημόσιες επιχειρήσεις καταχρεωμένες λόγω κακοδιαχείρισης-κακοδιοίκησης από τους πολιτικούς (μέσω αχυράνθρωπων-πολιτικών φίλων φερομένων ως διοικητών), οι οποίοι τις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο για την πολιτική τους καριέρα. Είχαν τις εξουσίες της διαχείρισης αλλά καμιά ευθύνη (πόσοι άραγε γνωρίζουν και κυρίως πόσοι εφαρμόζουν την αρχή εξίσωσης εξουσίας και ευθύνης στο πλαίσιο της δημοκρατίας)  για τα ελλείμματα, τα οποία αναγκαστικά κάλυπταν με δανεισμό.

Χωρίς ρουσφέτι σταδιακά τα πολιτικά γραφεία και τα εκλογικά κέντρα θα μετατραπούν από κέντρα ρουσφετολογίας που είναι σήμερα σε κέντρα  ανταλλαγής απόψεων, σκέψεων, ιδεών, προβληματισμών και συνδιαμόρφωσης πολιτικών όπως αρμόζει σε μια δημοκρατία (Ίσως καταφέρουμε να φτιάξουμε και πάλι πολιτικές κοινωνίες). Χωρίς το ρουσφέτι δεν υπάρχει χώρος για πολιτικάντηδες παρά μόνο για πολιτικούς με όραμα, ικανούς να προωθήσουν το δημόσιο και εθνικό συμφέρον. Και βέβαια στη βάση αυτή κι όχι στον αριθμό των ρουσφετιών στο τέλος της 4ετίας θα επιδοκιμάζονται ή θα αποδοκιμάζονται από το λαό.

Ακόμη και σήμερα το «όραμα» των κυβερνώντων είναι να απαλλαγεί η Χώρα από την εποπτεία των εταίρων, να βγουν στις αγορές για να νέα δάνεια  και να ξεκινήσουν τις προλήψεις στο δημόσιο τομέα για να στήσουν νέους κομματικούς στρατούς και να γαντζωθούν στην εξουσία εκμεταλλευόμενοι την απουσία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και φυσικά τη μεγάλη διαφορά αμοιβών και συνθηκών εργασίας μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Δεν είναι τυχαίο πως οι αριστούχοι κάθε χρόνο μαθητές επιλέγουν σχολές που οδηγούν στο δημόσιο αντί σε έναν εύρωστο ιδιωτικό τομέα όπως επιβάλλεται για την επιβίωση-ευημερία της Χώρας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.

Πως μπορεί όμως αυτό να επιτευχθεί; Αυτό είναι το ζητούμενο. Η Χώρα χρειάζεται ΔΟΜΙΚΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ για την αναβάθμιση των δεικτών ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που τώρα σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ βρίσκεται στην 87η θέση σε έναν κατάλογο 130 χωρών. Αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σημαίνει φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον για μεγάλους, ξένους και εγχώριους, επενδυτές. Ποιες όμως είναι αυτές οι δομικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στο ποθητό αυτό αποτέλεσμα.

Πρώτα από όλα χρειάζεται σταθερή πολιτική κατάσταση η οποία με τη σειρά της απαιτεί κυβερνήσεις 4ετίας. Είναι αδιανόητο να ζητάει η αντιπολίτευση κάθε λίγο εκλογές όπως είναι λάθος να οδηγείται η Χώρα σε εκλογές λόγω αδυναμίας εκλογής ΠτΔ. Όλα αυτά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχετική αναθεώρηση του Συντάγματος.  Αντί αυτών επαναφέρουν το σύστημα της απλής αναλογικής που είναι βέβαιο πως θα οδηγήσει τη Χώρα σε ακυβερνησία και σε πολιτική αστάθεια. Γι άλλη μια φορά το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό.

Απαιτείται  δομική μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση, θύμα των πελατειακών σχέσεων και του κομματικού συνδικαλισμού εδώ και δεκαετίες. Πρέπει επιτέλους να ξεφύγει από τη νομικίστικη-γραφειοκρατική λειτουργία της και με εργαλεία του σύγχρονου management να εστιάσει στο αποτέλεσμα κι όχι στις διαδικασίες όπως συμβαίνει σήμερα. Απαιτείται μια αποτελεσματική ηλεκτρονική διακυβέρνηση και άμεση εφαρμογή της Στρατηγικής Διοίκησης (Στρατηγικός Σχεδιασμός-Εφαρμογή) και της διοίκησης μέσω στόχων, με βάση την οποία θα πραγματοποιείται η αξιολόγηση, όπως αποφασίστηκε με τον ν.3230/2004, ο οποίος μέχρι σήμερα βρίσκεται ακόμη  στο στάδιο της πιλοτικής εφαρμογής. Και βέβαια απαιτείται ένας κρατικός μηχανισμός με αποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς μέσω ανεξάρτητων αρχών.

Πρέπει επιτέλους να υπάρξει λύση στο απαράδεκτο ζήτημα της πολυνομίας και της κακονομίας, που ενισχύει τη γραφειοκρατία, τροφοδοτεί την διαφθορά και συμβάλλει αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Μέχρι σήμερα το ζήτημα αυτό αντιμετωπίστηκε μόνο με επισημάνσεις, γενικότητες και ευχολόγια. Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης επίσης χρειάζεται μεταρρύθμιση. Ο μεγάλος χρόνος που απαιτείται για να τελεσιδικήσει μια υπόθεση λειτουργεί αποτρεπτικά στην προσέλκυση νέων σοβαρών επενδυτών.

Στο χώρο της παιδείας πρέπει επίσης να γίνουν σοβαρές μεταρρυθμίσεις ξεκινώντας, μέσα από ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, με την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων την οποία υπονόμευσαν συντεχνιακά συμφέροντα και αριστερές ιδεολογίες. Η απουσία τους οδηγεί χιλιάδες νέους κάθε χρόνο σε αμφιβόλου ποιότητας πολλές φορές ξένα πανεπιστήμια με αρνητικές σε κάθε περίπτωση συνέπειες στην οικονομία της Χώρας. Η ίδρυσή τους θα συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη της Χώρας αλλά θα δώσει και την δυνατότητα σπουδών σε νέα παιδιά που δεν μπόρεσαν να εισαχθούν στα δημόσια πανεπιστήμια μέσω των πανελληνίων εξετάσεων και δεν έχουν χρήματα να σπουδάσουν στο εξωτερικό ενώ μπορούν όμως να εξασφαλίσουν τα δίδακτρά τους για σπουδές στον τόπο τους ακόμη και με προσωπική τους εργασία. Κατά συνέπεια αποτελεί πέρα των άλλων ένα κοινωνικά δίκαιο μέτρο παρά τις περί αντιθέτου δηλώσεις-θέσεις αυτών που αντιδρούν.

Απαιτείται επίσης να επανεξεταστεί το ζήτημα της διοίκησης των κρατικών πανεπιστημίων από ικανούς, κατάλληλους μάνατζερς αντί των πρυτανικών αρχών σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από στενότητα πόρων και αυξημένων απαιτήσεων και φυσικά απαιτείται η ανεξαρτητοποίηση των πανεπιστημίων στο μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες. Είναι απαράδεκτο το φαινόμενο κάθε Κυβέρνηση (ή κάθε υπουργός) κι ένας νέος νόμος.

Αντί αυτών έχουμε τρομοκρατία και ξυλοδαρμούς καθηγητών μέσω του ασύλου το οποίο όμως υιοθετήθηκε για την ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και διδασκαλία, καθώς και την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών. Προφανώς η τρομοκρατία των καθηγητών και φοιτητών και η παραβατικότητα (διακίνηση ναρκωτικών, ληστείες και βιασμοί) εξυπηρετούν την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών. Ο ορισμός της παράνοιας.  Προοδευτικός δεν είναι απλά αυτός που επιθυμεί μια αλλαγή, αλλά αυτός που επιθυμεί μια αλλαγή η οποία θα οδηγήσει στο επόμενο στάδιο στην εξέλιξη μιας κοινωνίας. Αυτός που υποστηρίζει αλλαγές που οδηγούν στο παρελθόν είναι οπισθοδρομικός κι όχι προοδευτικός. Και βέβαια για όποιον διαθέτει κοινό νου η επαναφορά του ασύλου οδηγεί στο χθες κι όχι στο αύριο.

Τέλος σε ότι αφορά στην παιδεία θα πρέπει να την αναβαθμίσουμε σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης με στόχο να  τροφοδοτήσουμε την κοινωνία με τους κατά τον Αριστοτέλη πολίτες, ήτοι πολίτες ικανούς να κυβερνώνται και να κυβερνούν. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα, αρχής γενομένης από το δημοτικό, με περιορισμό των ωρών διδασκαλίας των άλλων μαθημάτων. Να μάθουν να κουβεντιάζουν τις διαφωνίες τους χωρίς να μαλώνουν, να συναποφασίζουν, να δέχονται την διαφορετικότητα κάθε μορφής, να συμμετέχουν στην διαμόρφωση της προς διδασκαλίας ύλης και του τρόπου διδασκαλίας, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους, όχι προνόμια, με σεβασμό στα δικαιώματα των άλλων. Να αντιληφθούν τις δικές τους ευθύνες απέναντι στην πατρίδα και την κοινωνία. Να σέβονται τους νόμους και τους κανόνες. Αν διαφωνούν να μάθουν να ζητούν την αλλαγή τους μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Να αντιληφθούν την αξία της εκλογικής διαδικασίας και να συμμετέχουν σε αυτή. Να νοιάζονται για το κοινό καλό. Η πραγματική δημοκρατική παιδεία ξεκινά από την αμφισβήτηση της ίδια της δημοκρατίας ως το καλύτερο πολίτευμα, από κάποια ηλικία και μετά, μέσα από την οποία θα καταλήγουν στο συμπέρασμα πως, όπως είπε ο Τσώρτσιλ, η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα μετά όμως από όλα τα άλλα τα γνωστά μέχρι σήμερα. Έτσι θα γνωρίζουν τις αδυναμίες της και θα γνωρίζουν πώς να  τις αντιμετωπίζουν ώστε να εξασφαλίσουν μια πραγματικά δημοκρατική Ελλάδα. Μέχρι σήμερα όλη η πολιτική κουβέντα γύρω από την παιδεία έχει να κάνει με τεχνικά ζητήματα και χρηματοδοτήσεις. Πρέπει επιτέλους να φροντίσουμε να θεραπεύσουμε τη γενεσιουργό αιτία της σημερινής κατάστασης της Χώρας, αυτή της απουσίας δημοκρατικής παιδείας, με μια μορφή διαφωτισμού.

Για λόγους οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε άλλους τομείς όπως η υγεία, διαχρονικά θύμα της διαφθοράς και σήμερα της αποσύνθεσης του κρατικού μηχανισμού εξαιτίας της με άναρχο τρόπο μείωσης των δαπανών στο πλαίσιο της  δημοσιονομικής προσαρμογής αντί μιας δομικής μεταρρύθμισης στη βάση των προϋποθέσεων και των περιορισμών της κρίσης.

Το εύλογο ερώτημα βέβαια αφορά στην δυνατότητα εφαρμογής αυτής της τόσο απαραίτητης για τη Χώρα μεταρρυθμιστικής επανάστασης. Υπάρχουν δυσκολίες σε πολλά επίπεδα. Χρειάζονται πραγματικές μεταρρυθμιστικές πολιτικές δυνάμεις και ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» με το λαό χωρίς την συμμετοχή του οποίου είναι εξαιρετικά απίθανο να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις αυτές. Ένας λαός όμως που έχει συνηθίσει στο βόλεμα του κράτους «πατερούλη» αντί της επιδίωξης περισσότερων ελευθεριών για να χτίσει τη ζωή του όπως αυτός επιθυμεί. Η όποια αλλαγή νοοτροπίας απαιτεί βάθος χρόνου τουλάχιστον μιας γενιάς υπό την απαραίτητη πάντα προϋπόθεση σχετικής βούλησης στην κατεύθυνση αυτή. Εκτός κι αν οι διεργασίες επιταχυνθούν μέσα από ένα σοκ που μέχρι σήμερα παρά την κρίση ο λαός δεν υπέστη.

Ο ελληνικός λαός κάποια στιγμή θα πρέπει να καταλάβει πως είναι ο βασικός υπεύθυνος της σημερινής κατάστασης της Χώρας. Οι λαοί φέρουν ευθύνη για την ιστορία τους. Οι πάσης φύσεως λαϊκιστές που του χαϊδεύουν τα αυτιά με ιστορίες συνομωσίας πως κάποιοι άλλοι θέλουν το κακό μας διότι είμαστε γενναίοι, έξυπνοι και όμορφοι κάνουν τεράστια ζημιά στη Χώρα. Κι η επιβίωση των λαϊκιστών βέβαια είναι αποτέλεσμα της απουσίας πολιτών ικανών να κυβερνούν και να κυβερνώνται χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει η δημοκρατία.

Ο σύγχρονος ηγέτης, στον οποίο όλοι αναφέρονται, είναι αυτός που με τις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις θα δημιουργήσει μια χώρα, που δεν θα χρειάζεται ηγέτες σε κανονικές συνθήκες παρά μόνο σε καταστάσεις εξαίρεσης, όπως συμβαίνει στις καλά οργανωμένες χώρες όπου το ελάχιστο παραδεκτό  επιτυγχάνεται απρόσωπα μέσω θεσμοθετημένων σαφώς καθορισμένων διεργασιών-διαδικασιών και φυσικά πάνω από το σημείο αυτό ο κάθε πολιτικός-κρατικός λειτουργός βάζει τη δική του σφραγίδα. Η αναζήτηση ηγετών σε κανονικές συνθήκες αφορά σε ανοργάνωτα κράτη και είναι ένα φαινόμενο που συναντά κανείς στις τριτοκοσμικές χώρες.

Δύσκολο ή εύκολο δυστυχώς μαγικά ραβδάκια δεν υπάρχουν για μια πραγματικά «καθαρή έξοδο». Σε κάθε περίπτωση η Χώρα χρειάζεται κατ ελάχιστον έναν στρατηγικό σχεδιασμό γι όλες αυτές τις μεγάλες δομικές μεταρρυθμίσεις και στη συνέχεια σταδιακή εφαρμογή στο μέτρο του εφικτού. Σημασία έχει όλες οι μεταρρυθμίσεις, έστω μικρές να εξυπηρετούν αυτόν τον στρατηγικό σχεδιασμό και να μη γίνονται με το σημερινό άναρχο τρόπο που οδηγεί στην κατασπατάληση «κεφαλαίου» χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την αναζήτηση σοβαρών μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων.

 

 

Η ηγεσία θέλει κότσια και δύναμη

0
  • Του Παναγή Βουρλούμη* euro2day

Για να γίνεις πηδαλιούχος πρέπει πάντα να έχεις τραβήξει κουπί, έλεγε ο Θουκυδίδης. Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να συγκεντρώνει ένας ηγέτης. Οι δύσκολες αποφάσεις. Γράφει ο Π. Βουρλούμης.

Δημοσιεύθηκε: 8 Ιουνίου 2018 – 07:52 
Διοίκηση σημαίνει αποφάσεις σχετικά με την στρατηγική, τις τακτικές και τους ανθρώπους. Στα ανώτερα κλιμάκια υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν συμβουλές, που οδηγούν προς διάφορες κατευθύνσεις. Τελικά, όμως, ο μάνατζερ πρέπει να κρίνει και να αναλάβει την ευθύνη.
Σε αντίθεση με την πολιτική –όπου η αδράνεια, το να «κάνεις τίποτα», αποτελεί επιλογή, η οποία χρησιμοποιείται πολύ συχνά και, για την ακρίβεια, καταχράται– στον τομέα των επιχειρήσεων πρέπει κανείς να ενεργεί. Η λήψη των αποφάσεων πρέπει να είναι ταχύτατη και συχνά βασίζεται σε ανεπαρκείς πληροφορίες. Οι συνέπειες μίας απόφασης μπορεί να είναι άμεσες (εκτός από τον τραπεζικό τομέα, και αυτός είναι ένας από τους λόγους για το οικονομικό χάος σήμερα).

Από την σύντομη αυτή εισαγωγή είναι χρήσιμο να συγκρατήσουμε τις έννοιες «κρίνω» και «ενεργώ». Στο θέμα που έχω να διαχειριστώ, διακρίνω μία παγίδα. Πρόκειται για τον τεχνητό διαχωρισμό ανάμεσα στο τί και στο πώς.

Εάν το τί σας είναι λάθος και είστε καλοί στο πώς, ενδέχεται να είστε πολύ επικίνδυνοι. Ο Παλαιοκώστας είναι άνθρωπος τού πώς, αλλά το τί του είναι αμφισβητήσιμο. Τα ηθικά ζητήματα ή τα ζητήματα «νομιμότητος» μπορεί να έχουν μεγάλη βαρύτητα. Εάν υποθέσουμε ότι μία εταιρεία δεν αντιμετωπίζει τέτοια ζητήματα, ένα καλύτερο παράδειγμα στην περίπτωσή μας είναι η Lehman Brothers. Ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική στην εφαρμογή ενός λάθος επιχειρηματικού μοντέλου, ενώ το ίδιο έπραξε και το μεγαλύτερο μέρος του χρηματοοικονομικού κλάδου. Το τί και το πώς δεν μπορούν να διαχωριστούν, όμως ένας σωστά μελετημένος στόχος επηρεάζει τελικά το πώς –ή θα έπρεπε να επηρεάζει.

Αυτό το επιχείρημα μπορεί φυσικά να οδηγήσει σε ακραία φαινόμενα. Σύμφωνα με τους Ιησουΐτες «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Στην περίπτωσή τους, ο σκοπός ήταν να κάνουν τους ανθρώπους καλούς Χριστιανούς και αυτό δικαιολογούσε το να τούς καίνε ζωντανούς. Μερικές φορές, τα μέσα μετατρέπονται σε σκοπό, το πώς μετατρέπεται στο τί ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, κυνηγώντας το πώς χάνουμε το τί. Ο χώρος των επιχειρήσεων είναι ένα αδίστακτο παιχνίδι, αλλά ευτυχώς τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε να καταφύγουμε σε ακραίες λύσεις.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι οι στόχοι μας είναι ειρηνικοί, νόμιμοι και καλά μελετημένοι. Πώς θα τούς πετύχουμε; Το ερώτημα είχε τεθεί από τον Τ.Σ.Έλλιοτ. «Ανάμεσα στην σύλληψη και την δημιουργία βρίσκεται η σκιά». «Ανάμεσα στην πρόταση και την ενέργεια βρίσκεται η σκιά». Πώς διασχίζουμε την σκοτεινή ζώνη;

Όσοι στοχεύουν στην κορυφή πρέπει να θέλουν να ηγούνται, πρέπει να είναι ανοικτοί στην μάθηση, αυτήν που οδηγεί στην ηγεσία. Για τους περισσότερους κοινούς θνητούς, ο δρόμος προς την ηγεσία αποτελεί μία διαδικασία που εξελίσσεται προοδευτικά μέσα από τα διάφορα στάδια μίας επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Μεγάλο ρόλο παίζουν επίσης η επιβίωση και η τύχη. Για να παραφράσουμε τον Θουκυδίδη, για να γίνεις πηδαλιούχος πρέπει πρώτα να έχεις τραβήξει κουπί. Η ηγεσία έχει να κάνει με τους ανθρώπους. Πρέπει να πείσεις τους άλλους να κάνουν αυτό που θέλεις.

Ιδού μερικές συμβουλές από την εμπειρία μου:

*Πάντοτε βοηθάει πολύ εάν εκείνοι που θα βάλουν κάποιο σχέδιο σε εφαρμογή συμφωνούν ή, τουλάχιστον, καταλαβαίνουν καλά τους στόχους που έχουν τεθεί. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να εξηγούνται οι στόχοι σε όλους τους εμπλεκόμενους, μέχρι και τον τελευταίο. Άρα, για μία ακόμη φορά, το τί είναι αναπόφευκτο. Η επικοινωνία είναι ζωτικής σημασίας.

*Έχω εργαστεί για πολλά αφεντικά και προϊσταμένους. Σε μία ομάδα, το παράδειγμα είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ένας προϊστάμενος που είναι τεμπέλης, απόμακρος και άδικος μπορεί να βλάψει μία εταιρεία ή υπηρεσία. Μάλιστα, όσο ψηλότερα είναι στην ιεραρχία τόσο περισσότερο «δηλητηριάζει». Χρειάζεται το καλό παράδειγμα, φροντίζοντας να φαίνεται ότι ο μάνατζερ εργάζεται σκληρά, ότι είναι προσιτός και, πάνω απ’ όλα, ότι είναι δίκαιος. Και μία προειδοποίηση: Η προσποίηση γίνεται αμέσως αντιληπτή. Το καλό παράδειγμα απαιτεί προσωπικές θυσίες. Δεν πρόκειται για επικοινωνιακό τρικ.

*Ο Μακιαβέλλι έγραψε στον Πρίγκιπα ότι είναι προτιμότερο να σε φοβούνται παρά να σε αγαπάνε. Θα το παραφράσω: ο στόχος δεν είναι να σάς συμπαθούν, αλλά να σάς σέβονται. Στην επαγγελματική μου σταδιοδρομία οι δυσκολότερες αποφάσεις ήταν πάντα αυτές που αφορούσαν άτομα. Την απόλυση ή την τιμωρία ενός ανθρώπου. Το ποιος θα πάρει ή δεν θα πάρει προαγωγή. Είναι το δυσκολότερο μέρος της διοίκησης και ένας καλός διευθυντής δεν το αναθέτει σε κάποιον άλλον –τουλάχιστον όχι όταν αφορά ανθρώπους που αναφέρονται κατ’ ευθείαν σε αυτόν. Είναι σημαντικότερο να είναι αξιόπιστος και συνεπής, παρά συμπαθής. Θα χρειαστεί να «λερώσει τα χέρια του».

*Προσπάθεια συναίνεσης, αλλά η πολλή ανάλυση οδηγεί σε παράλυση. Το ζητούμενο είναι η λήψη αποφάσεων, και η ομοφωνία είναι σπάνιο φαινόμενο. Πρέπει να υπάρχει σύγκλιση απόψεων, αλλά στο τέλος η απόφαση και το ρίσκο είναι του διευθυντή. Στην διοίκηση δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για δημοκρατικές διαδικασίες.

*Πώς επιλέγονται οι κατάλληλοι άνθρωποι για την δουλειά; Εδώ δεν μπορώ να συμβουλέψω. Πρόκειται για συνδυασμό ενστίκτου και πείρας. Τα λάθη είναι αναπόφευκτα και διορθώνονται με γρήγορη αντικατάσταση αυτών που δεν αποδίδουν, χωρίς χρονοτριβή. Το σημαντικότερο πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης στην χώρα μας σήμερα, πέρα από την έλλειψη συνέχειας, είναι η νομική αδυναμία των διοικήσεων να αξιολογούν και να ανταμείβουν ή να τιμωρούν.

*Λένε ότι μπορείς να πετύχεις πολλά περισσότερα εάν δεν αναζητάς επιβράβευση για όσα καταφέρνεις. Το πιστεύω ακράδαντα. Μην επιζητάτε επαίνους, ακόμα και αν πιστεύετε ότι τούς αξίζετε. «Χαρίστε» τους στους υφισταμένους. Στο κάτω-κάτω, ο διευθυντής είναι στην κορυφή. Το «εγώ» του δεν θα έπρεπε να κινδυνεύει.

*Πόσα πρέπει να γνωρίζουμε για το αντικείμενό μας; Όσο ψηλότερα φτάνουμε, τόσο λιγότερο χρήσιμη είναι η υπερβολική εξειδίκευση. Δεν θα γνωρίζουμε ποτέ τα πάντα και ούτε είναι απαραίτητο. Πρέπει, ωστόσο, να γνωρίζουμε αρκετά ώστε να κρίνουμε την απόδοση των υφισταμένων μας. Δεν ντρεπόμαστε να ρωτάμε όταν δεν γνωρίζουμε κάτι. Ένας καλός επικεφαλής μελετάει και διαβάζει πολύ αλλά είναι αδύνατον να γνωρίζει σε βάθος όλα τα θέματα, ειδικά όταν πρόκειται για θέματα τεχνικά. Ρωτάμε όπου δεν γνωρίζουμε. Όσοι διατείνονται ότι ξέρουν τα πάντα, συνήθως κάνουν τα μεγαλύτερα λάθη. Ας είμαστε καλοί ακροατές.

*Η διοίκηση είναι σαν να βρίσκεστε διαρκώς μέσα σε μία χύτρα ταχύτητας. Πρέπει όμως να υπάρχει καθαρό μυαλό και σχετικά καλή φυσική κατάσταση. Όποιος είναι εξαντλημένος, θα κάνει λάθη. Εξοικονομήστε δυνάμεις.

*Η οικειότητα είναι επικίνδυνη. Πρέπει να βρίσκουμε την σωστή απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τους υφισταμένους. Εάν έρθετε πολύ κοντά, ενδέχεται να μην μπορείτε να είστε σκληροί όταν πρέπει. Εάν είστε πολύ απόμακροι, θα συνειδητοποιήσουν ότι δεν ενδιαφέρεστε. Και πρέπει να ενδιαφέρεστε, εάν θέλετε να δώσετε το καλό παράδειγμα και να είστε αποτελεσματικοί.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμα πάνω στα θέματα αυτά, αλλά πρέπει να πω και ορισμένα πράγματα σχετικά με την τεχνική. Διαφέρει ανάλογα με το μέγεθος και το είδος της εταιρείας. Θα αναφερθώ μόνον στο μέγεθος. Ένας καλός λοχίας γνωρίζει τα ονόματα όλων όσων ανήκουν στον λόχο του. Βεβαίως, δεν μπορεί να ισχύει το ίδιο για τον στρατηγό. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις προκειμένου να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν είναι η δημιουργία ομάδων εργασίας. Προσπαθήστε να δημιουργήσετε συνθήκες και κλίμα συνεργασίας. Σε μία μικρή ομάδα αυτό είναι ευκολότερο, καθώς ο επικεφαλής μπορεί να ασκήσει ενεργή διοίκηση και να βασιστεί στον αυτοσχεδιασμό. Όσο μεγαλύτερη είναι η ομάδα, τόσο περισσότερο η διοίκησή της βασίζεται στην ανάθεση αρμοδιοτήτων και λιγότερο στον αυτοσχεδιασμό.

Σε μία μεγάλη εταιρεία, οι διαδικασίες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Το προσωπικό σε όλα τα επίπεδα πρέπει να τις γνωρίζει και να τις ακολουθεί αυστηρά. Εμείς οι Έλληνες είμαστε καλοί στον αυτοσχεδιασμό, αλλά απείθαρχοι όταν πρόκειται για διαδικασίες. Οι Γερμανοί βρίσκονται στο άλλο άκρο: λατρεύουν τις διαδικασίες και τα συστήματα, αλλά είναι αδύναμοι στον αυτοσχεδιασμό. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ιδιοσυγκρασία μας. Το πώς, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν του την «κουλτούρα» των ανθρώπων που διοικούνται. Μπορούμε όμως να μάθουμε από τις πρακτικές που ακολουθούνται με επιτυχία σε άλλα μέρη και να προσπαθήσουμε να επηρεάσουμε την κουλτούρα.

Στο ελληνικό επιχειρηματικό λεξιλόγιο χρησιμοποιούμε συχνά όρους όπως γιουρούσι, μετερίζι, κλπ., συνήθως σε σχέση με κάποια κρίση που πρέπει να επιλυθεί επειγόντως. Πράγματι, η ελληνικού τύπου διοίκηση, όπως και η ελληνική ιστορία, αποτελεί κυρίως διαχείριση κρίσεων. Η ιστορία μάς έμαθε ότι είναι μάταιο να κάνουμε μακροπρόθεσμα σχέδια. Στοχεύουμε στο άμεσο –ο ορίζοντάς μας είναι βραχυπρόθεσμος.

Αυτό το μάθημα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την διοίκηση μίας επιχείρησης, είναι λάθος. Πρέπει κανείς να μπορεί να βλέπει μακρυά, να προγραμματίζει και να προλαβαίνει τα προβλήματα, ώστε να μπορούν να λυθούν προτού γίνουν επικίνδυνα. Η διοίκηση μίας επιχείρησης δεν είναι «επέλαση ελαφράς ταξιαρχίας». Μοιάζει περισσότερο με εκστρατεία σε δύσκολο κα συχνά εχθρικό έδαφος. Η διοικητική μέριμνα, η αντοχή και η αναγνώριση του εδάφους παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο.

Ο ηρωισμός και η καπατσοσύνη ικανοποιούν την εθνική μας υπερηφάνεια, ωστόσο μία ψύχραιμη επανεξέταση θα δείξει ότι, όσο αξιέπαινα και αν είναι, η Έξοδος του Μεσολογγίου, ο Χορός του Ζαλόγγου, το Αρκάδι και η πρόσφατη πανωλεθρία στην Κύπρο, συνιστούν ήττες. Όταν μπαίνεις στον χώρο των επιχειρήσεων, ο στόχος είναι να κερδίσεις και να εδραιώσεις την παρουσία σου. Για να το πετύχει αυτό μία εταιρεία πρέπει να χαρακτηρίζεται από σταθερή διοίκηση και πειθαρχία. Πολύ σημαντικό, επίσης, είναι τα στελέχη της να έχουν καλές ανταμοιβές, αλλά και συνεχή αξιολόγηση.

* Πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ ΟΤΕ 0,00%, καταξιωμένος μάνατζερ

Στα παλιά λεωφορεία…

1

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΛΙΑΤΚΑ

“Κοιτάω την πάρτη μου, συνήθισα πια να βλέπω καθημερινά, μικρά εγκλήματα, μικρές δολοφονίες και πια δε δίνω μία για όλα αυτά. Πως γίναμε έτσι παιδιά; ” (ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ) *Σχεδόν λιποθύμησε ,πέφτοντας στα πόδια μου , μια κυρία ώριμης ηλικίας σε λεωφορείο του ΟΑΣΘ εκεί που ήμασταν σα σαρδέλες, μέσα στη “βράση” , σε αποπνικτική ατμόσφαιρα. Τη βάλαμε να καθίσει, μια κοπέλα ανέλαβε τη βεντάλια…. -“Αραίωσαν τα δρομολόγια, τα παράθυρα δεν ανοίγουν”, φωναζε κάποιος δίπλα μου. -“Τα λεωφορεία και οι ελεγκτές είναι υπό εξαφάνιση”, φώναζε ο διπλανός του. Κράτησα σφιχτά τη χειρολαβή , έκλεισα τα μάτια. Υπομονή άλλες τρεις στάσεις…

 

Μπορεί η Ισπανία να βρει τον δρόμο της προς την πολιτική σταθερότητα;

1

Τι έρχεται μετά την αποπομπή του Ραχόι;

Περίληψη:

Ο νέος πρωθυπουργός της Ισπανίας, Sánchez, έχει ήδη υποσχεθεί να συνεχίσει το συντηρητικό οικονομικό πρόγραμμα του Rajoy, το οποίο πιστώνεται με την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ανάπτυξης στην ισπανική οικονομία μετά την οικονομική κρίση που προκλήθηκε από την έκρηξη της φούσκας των ακινήτων το 2007. Ενδεχομένως πιο ενθαρρυντική είναι η υπόσχεση του Sánchez να διαπραγματευτεί με τους Καταλανούς.

Ο OMAR G. ENCARNACIÓN είναι καθηγητής Πολιτικών Σπουδών στο Bard College. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Democracy without Justice in Spain: The Politics of Forgetting [1].

Αποκαλέστε το την εκδίκηση των αυτονομιστών [2]. Στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, τα κορυφαία εθνικιστικά [3] περιφερειακά κόμματα της Ισπανίας, το Εθνικιστικό Κόμμα των Βάσκων και η Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλονίας, έδωσαν τις κρίσιμες ψήφους για την πρόταση μομφής [4] που απέπεμψε τον πρωθυπουργό Mariano Rajoy του δεξιού Λαϊκού Κόμματος (PP) από την εξουσία. Η κίνηση ενορχηστρώθηκε από το ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (PSOE). [Σύμφωνα με] μια συγκεχυμένη διάταξη στο ισπανικό σύνταγμα δανεισμένη από την Γερμανία, μια τέτοια κίνηση επιτρέπει την απομάκρυνση μιας κυβέρνησης εάν μια επιτυχημένη ψηφοφορία μη εμπιστοσύνης συνοδεύεται από την επιλογή του επόμενου επικεφαλής της κυβέρνησης με απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η ψηφοφορία την περασμένη εβδομάδα κατέστησε τον Rajoy τον πρώτο Ισπανό ηγέτη στην μετά τον Φράνκο εποχή που αποπέμπεται από την εξουσία με έναν τόσο ατιμωτικό τρόπο. Ο σοσιαλιστής ηγέτης, Pedro Sánchez, τώρα ο νέος πρωθυπουργός της Μαδρίτης, είχε δώσει στον Rajoy πολλές ευκαιρίες να παραιτηθεί, αλλά ο Rajoy επέλεξε να εξαναγκαστεί και όχι να εγκαταλείψει από μόνος του.

06062018-1.jpg

Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μαριάνο Ραχόι, μιλά στην διάρκεια της συζήτησης άρσης εμπιστοσύνης στο Κοινοβούλιο στη Μαδρίτη, τον Μάιο του 2018. JUAN CARLOS HIDALGO / REUTERS
————————————————————————

Αυτή ήταν μια θεαματική πτώση για έναν από τους μακροβιότερους πρωθυπουργούς της Δυτικής Ευρώπης, αλλά όχι και εντελώς εκπληκτική. Ένας μη χαρισματικός πολιτικός από την βορειοδυτική περιοχή της Γαλικίας, ο Ραχόι είχε αψηφήσει εδώ και δεκαετίες τους νόμους της πολιτικής βαρύτητας. Επεδίωξε δύο φορές τον πρωθυπουργικό θώκο, το 2004 και το 2008, πριν τελικά επικρατήσει το 2011. Στην πορεία, ο Rajoy συσσώρευσε πολλούς ισχυρούς εχθρούς, ιδιαίτερα στις αυτονομιστικές περιοχές της Ισπανίας, κυρίως στην Καταλονία. Η πιο αξιοσημείωτη και επακόλουθη απόφασή του ήταν η περσινή αμφιλεγόμενη κατάργηση της αυτόνομης περιφερειακής κυβέρνησης της Καταλονίας, αφότου οι αυτονομιστές ηγέτες αυτής της κυβέρνησης αψήφησαν με τόλμη τη Μαδρίτη, δηλώνοντας την περιοχή ως ανεξάρτητη δημοκρατία.

Η κατάργηση μιας λαϊκά εκλεγμένης περιφερειακής κυβέρνησης από τον Rajoy, μια κατάργηση που επιτρέπεται από το ισπανικό σύνταγμα, προηγήθηκε της καταστροφικής απόφασής του [5] να στείλει την εθνική αστυνομία στην Καταλονία για να εμποδίσει την αυτονομιστική κυβέρνηση να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, Το συνταγματικό δικαστήριο της Ισπανίας το είχε ήδη κηρύξει αντισυνταγματικό. Το θέαμα των αστυνομικών που παρεμπόδιζαν την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από τους ανθρώπους ήταν μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ακόμα νεαρής δημοκρατίας της Ισπανίας. Η υπερβολική αντίδραση του Rajoy απέκλεισε την δυνατότητα για διάλογο για την επίλυση του αδιεξόδου στην Καταλονία, μόνο και μόνο διότι έδωσε στους Καταλανούς αυτονομιστές μια ηθική νίκη που επισκίασε την δική τους απερίσκεπτη και αντισυνταγματική συμπεριφορά.

Την περασμένη εβδομάδα ήρθε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι: Μια εκπληκτική σειρά καταγγελιών για διαφθορά, συμπεριλαμβανομένης της κατηγορίας ότι το PP είχε λειτουργήσει ένα μαύρο ταμείο για να πληρώνει για δωροδοκίες, μια κατηγορία που είχε αρνηθεί ο Rajoy όταν πρωτοακούστηκε περίπου πριν από πέντε χρόνια. Σύμφωνα με αναφορές από τους The New York Times [6], ο πρώην ταμίας του PP, Luis Bárcenas, έλαβε ποινή φυλάκισης 33 ετών και πρόστιμο ύψους 44 εκατομμυρίων ευρώ (51,3 εκατομμύρια δολάρια), για το ότι επωφελήθηκε από ένα σύστημα προμηθειών για συμβάσεις. Οι δικαστές που εποπτεύουν την υπόθεση καταδίκαζαν επίσης άλλους 25 παράγοντες και επιχειρηματίες για κατηγορίες διαφθοράς, με αποτέλεσμα οι ποινές να φθάσουν συνολικά πάνω από τα 300 χρόνια φυλάκισης, και επέβαλαν πρόστιμο ύψους 245.000 ευρώ στο ΡΡ για την λειτουργία ενός μαύρου ταμείου, μια πρωτιά για πολιτικό κόμμα Ισπανία.

Αυτό που έρχεται στην συνέχεια δεν είναι καθόλου σαφές, αλλά είναι απίθανο ότι η αναχώρηση του Rajoy θα θέσει τέρμα στην πολιτική αστάθεια που έχει υποστεί η Ισπανία τα τελευταία χρόνια. Το κύριο άρθρο της El País [7], της ηγετικής ημερήσιας εφημερίδας της Ισπανίας, συνόψισε το αίσθημα της στιγμής σε ένα σύντομο τίτλο: «Μια μη βιώσιμη κυβέρνηση». Το PSOE ελέγχει μόνο 84 από τις 350 κοινοβουλευτικές έδρες, πράγμα που σημαίνει ότι το κόμμα θα πρέπει να βασίζεται σε διαπραγματεύσεις με τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα για την θέσπιση οποιασδήποτε νομοθεσίας. Αυτά περιλαμβάνουν το Podemos, ένα αριστερό λαϊκιστικό κόμμα με το οποίο το PSOE έχει μια τοξική σχέση, και εθνικιστικά κόμματα από την Καταλονία και τη Χώρα των Βάσκων. Αμφότερα θέτουν σημαντικούς κινδύνους για το PSOE: Το Ποδέμος θα προσπαθήσει να ωθήσει το PSOE προς τα αριστερά σε οικονομικά ζητήματα, ενθαρρύνοντάς το να ανατρέψει τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας που εισήγαγε η κυβέρνηση Rajoy για τη μείωση της ανεργίας, και τα εθνικιστικά κόμματα θα προσπαθήσουν να αποκτήσουν περισσότερη αυτονομία από τη Μαδρίτη στις περιφέρειές τους από όση το γενικό εκλογικό σώμα είναι διατεθειμένο να ανεχθεί. Εξάλλου, ο Rajoy, παρά την έλλειψη δημοτικότητάς του, μπόρεσε να παραμείνει στην εξουσία προβάλλοντας μια εικόνα του εαυτού του ως προστάτη της εθνικής ενότητας.

Ωστόσο, υπάρχουν λόγοι για αισιοδοξία. Ο Sánchez έχει ήδη υποσχεθεί να συνεχίσει το συντηρητικό οικονομικό πρόγραμμα του Rajoy, το οποίο πιστώνεται με την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ανάπτυξης στην ισπανική οικονομία μετά την οικονομική κρίση που προκλήθηκε από την έκρηξη της φούσκας των ακινήτων το 2007. Ξεκάθαρα, η υιοθέτηση των οικονομικών πολιτικών του Rajoy είχε στόχο να ηρεμήσει τις αγορές. Ενδεχομένως πιο ενθαρρυντική είναι η υπόσχεση του Sánchez να διαπραγματευτεί με τους Καταλανούς, κάτι που ο Rajoy αρνήθηκε κατηγορηματικά [9] να κάνει. Φυσικά, είναι αμφισβητήσιμο αν το «τζίνι» της καταλανικής ανεξαρτησίας μπορεί να ξανατοποθετηθεί στο μπουκάλι σε αυτό το σημείο. Ωστόσο, οι προοπτικές για μια σημαντική πρόοδο στην Καταλονία δεν μπορούν να αποκλειστούν, δεδομένου ότι η νέα κυβέρνηση έχει κάθε κίνητρο να επιτύχει νέα συμφωνία με την ηγεσία της Καταλονίας για να βελτιώσει τις δικές της ευκαιρίες να παραμείνει στην εξουσία.

Μια νέα περιφερειακή κυβέρνηση εγκαινιάστηκε πρόσφατα στην Καταλονία, η οποία, μολονότι εξακολουθεί να είναι δεσμευμένη υπέρ της ανεξαρτησίας της, προσπάθησε να βάλει κάποια απόσταση μεταξύ της ίδιας και της περσινής άκαρπης προσπάθειας να αποκτήσει ανεξαρτησία. Και αν ένα πολιτικό κόμμα στη Μαδρίτη μπορεί να καταφέρει να χειριστεί τουλάχιστον την κατάσταση στην Καταλονία, αυτό είναι το PSOE. Κάνοντας μια αναδρομή στην φιλελεύθερη Δεύτερη Δημοκρατία της δεκαετίας του 1930, το κόμμα υποστήριξε τις φιλοδοξίες για αυτονομία στις ισπανικές περιφέρειες, προς μεγάλη οργή των Ισπανών συντηρητικών, οι οποίοι προσκυνούν στον βωμό μιας ενοποιημένης και πολιτισμικά μονολιθικής Ισπανίας. Η τελευταία σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας, με επικεφαλής τον José Luis Rodríguez Zapatero, ενέκρινε την προηγούμενη πρόταση των Καταλανών για την αναβάθμιση του καταστατικού χάρτη αυτονομίας τους με τη Μαδρίτη. Όμως, ο Rajoy μπλόκαρε την πρόταση όταν ανέλαβε την εξουσία το 2011. Πήγε τους Καταλανούς στο δικαστήριο και κέρδισε, πυροδοτώντας την τρέχουσα κρίση.

Ο Sánchez, τον οποίο ο Rajoy κατάφερε να νικήσει δύο φορές, το 2015 και το 2016, πιθανόν να απαιτήσει νέες εκλογές για να νομιμοποιήσει πλήρως την κυβέρνησή του. Οι καταγγελίες για δημοκρατικό έλλειμμα έχουν ήδη εκτοξευθεί από το ΡΡ. Όλα τα κόμματα θέλουν να αποφύγουν τον εφιάλτη του τι συνέβη το 2015 και πάλι το 2016, όταν κανένα πολιτικό κόμμα δεν κέρδισε μια σαφή πλειοψηφία εδρών στο κοινοβούλιο και η Ισπανία παρέμεινε χωρίς κυβέρνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Η μεγαλύτερη εκλογική απειλή για τη νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν είναι η παλιά δεξιά νέμεσή της, το PP, αλλά το Ciudadanos ή «Πολίτες», που αμφισβητεί τώρα την θέση του ΡΡ ως το κορυφαίο συντηρητικό κόμμα της Ισπανίας. Ένα Καταλανικό κόμμα με κρατικές φιλοδοξίες, το Ciudadanos επωφελήθηκε από την καταλανική κρίση˙ ήταν ένας ισχυρός υπερασπιστής της ισπανικής ενότητας και ένας σκληρός αντίπαλος της καταλανικής ανεξαρτησίας, αλλά χωρίς τον ζήλο του Rajoy (ή τον αυταρχισμό του, όπως κάποιοι μπορεί να το ονομάσουν). Το κόμμα έχει επίσης μια φήμη για κεντρώες τάσεις σε ένα περιβάλλον ακραίας πολιτικής πόλωσης. Παρά το γεγονός ότι αναδείχθηκε το 2007 ως κόμμα για την καταπολέμηση της διαφθοράς, το Ciudadanos αρνήθηκε να υποστηρίξει την ψήφο μη εμπιστοσύνης. Το τίμημα που ο ηγέτης του κόμματος, Albert Rivera, ζήτησε για την υποστήριξη του κόμματός του για την πρόταση μομφής ήταν απλά απαράδεκτο για τους Σοσιαλιστές: Ότι ένας συναινετικός υποψήφιος θα ονομαστεί ως ο επόμενος επικεφαλής της κυβέρνησης. Ο Rivera προφανώς ήδη προσβλέπει στις επόμενες εκλογές, ενθαρρυμένος από δημοσκοπήσεις [10] που δείχνουν ότι το Ciudadanos είναι μπροστά από όλα τα άλλα κόμματα. Μη υποστηρίζοντας την αποπομπή του Rajoy, ο Rivera προσπάθησε πιθανώς να αποφύγει να στενοχωρήσει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους, οι οποίοι παραμένουν πιστοί στον Rajoy. Ο Ριβέρα γνωρίζει καλά ότι κάθε πιθανότητα που έχει το κόμμα του να βγάλει τους Σοσιαλιστές από την εξουσία εξαρτάται είτε από την αποτροπή της στήριξης των συντηρητικών στο ΡΡ είτε από την είσοδό του σε έναν συνασπισμό με αυτό.

Έχοντας κερδίσει την εξουσία μέσω μιας δαιδαλώδους συνταγματικής διαδικασίας και τώρα προσβλέποντας το να διαπραγματευτεί την δημόσια πολιτική με μια πληθώρα πολιτικών κομμάτων, των οποίων το μόνο κοινό έδαφος φαίνεται να είναι μια απέχθεια για την απελθούσα κυβέρνηση, η νέα Σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας μπορεί να περιμένει δύσκολους καιρούς ενόψει. Αλλά αν κατορθώσει να κάνει κάποια πράγματα, ειδικά μια νέα συμφωνία αυτονομίας με τους Καταλανούς, η νέα κυβέρνηση μπορεί να σταθεί για μια επιτυχή επανεκλογή. Αυτό, με την σειρά του, θα μπορούσε να βάλει την Ισπανία στην πορεία πάλι για μια αξιοσημείωτη πολιτική σταθερότητα που η χώρα είχε ως επί το πλείστον απολαύσει από τότε που έγινε παγκόσμιο σύμβολο της δημοκρατικής μετάβασης και της σταθεροποίησης, πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/spain/2018-06-04/can-spain-find-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Democracy-Without-Justice-Spain-Pennsylvania/dp/0…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-10-16/catalan-indepe…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/spain/2018-02-05/why-spanish-nat…
[4] https://elpais.com/tag/mociones_censura/a
[5] http://foreignpolicy.com/2017/10/05/the-ghost-of-franco-still-haunts-cat…
[6] https://www.nytimes.com/2018/05/25/world/europe/spain-rajoy-corruption.html
[7] https://elpais.com/elpais/2018/05/31/opinion/1527784195_341002.html?rel=mas
[8] https://www.ft.com/content/d46654b0-f81c-11e5-96db-fc683b5e52db
[9] https://www.nytimes.com/2017/10/28/opinion/catalonia-puigdemont-spain-ra…
[10] http://metroscopia.org/el-momento-ciudadanos/

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αχρίδας και η εμπλοκή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη διελκυστίνδα Σκοπίων – Αθήνας

1

Η γεω-θεολογία του «μακεδονικού» ζητήματος.

  Τις τελευταίες μέρες ήρθε στη δημοσιότητα η ύπαρξη επιστολής της Εκκλησίας των Σκοπίων (ΠΓΔΜ) προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την οποία ζητά να γίνει αυτοκέφαλη με το όνομα «Αρχιεπισκοπή Αχρίδας και Πρώτης Ιουστινιανής». Η εκούσια εγκατάλειψη του όρου «μακεδονική» από τη σημερινή της ονομασία (Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία – Αρχιεπισκοπή Αχρίδας), υποκινεί ένα πολύπλοκο νομοκανονικό όσο και ακανθώδες πολιτικό ζήτημα που θα δοκιμάσει τις αντοχές της ελληνικής διπλωματίας, καθόσον τα Σκόπια στο κρισιμότερο σημείο της διαπραγμάτευσης για το «όνομα» εμπλέκουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με κανονικώς επιλήψιμο τρόπο –ανήκουν στο Πατριαρχείο Σερβίας από το οποίο ανεξαρτητοποιήθηκαν πραξικοπηματικά-εξασφαλίζοντας έμμεση αναγνώριση ιστορίας χιλίων ετών, σφετεριζόμενα την Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, η οποία ήταν ιδρυτικώς ελληνική, με Έλληνες Μητροπολίτες και Επισκόπους και εθνολογικώς μικτή. Μάλιστα η εργαλειοποίηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εμπλοκή του, εμμέσως, στις γεωπολιτικές συμπληγάδες ΗΠΑ – Ρωσίας προοιωνίζεται περιδινήσεις σε αχαρτογράφητα νερά για την οικουμενική Ορθοδοξία και τα Βαλκάνια.  

«Τα εκκλησιαστικά είωθε συμμεταβάλλεσθαι τοις πολιτικής». Η περιπέτειες του Εθνοφυλετισμού στα Βαλκάνια 

  Η ελληνική επανάσταση του 1821 λειτούργησε ως γεννήτρια χειραφετητικών αντιδράσεων τόσο στο επίπεδο του έθνους, σε ένα μετά-βεστφαλικό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι που στόχευε στη διάρρηξη της οσμανικής «πολιτειότητας», όσο και στο εκκλησιαστικό πεδίο ως αίτημα Αυτοκεφάλου.

  Άλλοτε πραξικοπηματικά και άλλοτε στα όρια της κανονικής διαδικασίας τα νεοσύστατα εθνικά κράτη πετυχαίνουν το εκκλησιαστικό τους αυτοκέφαλο: η Ελλάδα το 1850, η Σερβία το 1879, η Ρουμανία αυτοανακηρύσσεται αυτοκέφαλη το 1859 (το Πατριαρχείο την αναγνώρισε ως αυτοκέφαλη το 1885).

  Ειδική μνεία αξίζει η περίπτωση της Βουλγαρίας, η οποία βρέθηκε για πολλούς λόγους περισσότερο εκτεθειμένη στον εθνικισμό με συνέπεια μια ταραχώδη σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από την «Ιστορία Σλαβινοβουλγαρική» του μοναχού Χιλανδαρηνού μέχρι το Χάτι Χουμαγιούν του 1856 που καλούσε σε μεταρρυθμίσεις τις θρησκευτικές κοινότητες και την ίδρυση από την οθωμανική κυβέρνηση της Εξαρχίας το 1870 (ανεξάρτητη εκκλησιαστική αρχή για όλους τους βουλγαρόφωνους).

  Η Εξαρχία στον βαθμό που εισήγαγε εθνοφυλετικά κριτήρια χωρισμού εκκλησιαστικών διοικήσεων στον ίδιο τόπο, και μάλιστα όντας ένας αλλόπιστος εξωεκκλησιαστικός παράγων, προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του Πατριαρχείου, καθώς στη Σύνοδο του 1872 καταδίκασε, ως αίρεση τον εθνοφυλετισμό, ως κριτήριο οργάνωσης της Εκκλησίας. Τελικά, παρά την καταδίκη, το ζήτημα αυτό πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στην περίπτωση της Μακεδονίας, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αλλά και στα ποικίλα προβλήματα της ορθόδοξης διασποράς.

1. Γεωγραφικές και ιστορικές εικόνες. Η Μακεδονία της Ελλάδας.

  Παρά τη σύγκλιση όλων των γεωγράφων από την εποχή του Κλαύδιου Πτολεμαίου μέχρι τον Διαφωτισμό, ότι η Μακεδονία είναι μια επαρχία της Ελλάδας, τούτο δεν απηχείται με την ίδια ομοιογένεια στις «γεωγραφίες» Ελλήνων συγγραφέων του 18ου και 19ου αιώνα[1]. Το γεγονός ότι το πολιτικώς ζητούμενο ήταν μια Μακεδονία εντός Ελλάδος δημιουργούσε προβλήματα, αφού ενέπλεκε τους επίδοξους γεωγράφους σε μια οριοθέτηση δύο επιπέδων, την παλαιά και τη νέα, η σύγκριση των οποίων κατέληγε στη δημιουργία αρνητικού εδαφικού ισοζυγίου για το παρόν, εφόσον κάποια στιγμή στον χρόνο και οι άλλες βαλκανικές περιοχές είχαν μεγαλύτερη έκταση από αυτήν των πολιτικών διαιρέσεων της εποχής αυτής (19ος).

  Η χαρτογραφική έτσι απεικόνιση ελάχιστα ευνοούσε τη συγκρότηση μιας λεπτομερούς εικόνας των βαλκανικών περιοχών και σε κάθε περίπτωση άφηνε ασάφειες που προοιωνίζονταν μεθοριακές εκκρεμότητες για όλες τις όμορες επικράτειες. Και η Μακεδονία ανήκε σε αυτήν την κατηγορία. Ωστόσο οι γεωγραφικές εικόνες δεν αποτελούν στοιχεία ή πρόκριμα για μια διαμόρφωση συμπαγών εθνικών χώρων, διότι ενώ οι περιοχές εμφανίζονταν με κριτήριο την τρέχουσα πολιτική διαίρεση ή την αρχαία Γεωγραφία, τα κριτήρια ταυτότητας ή ετερότητας βρίσκονταν στους χώρους της δημογραφίας, της γλώσσας, της εθνογραφίας, της ιστορίας. Βεβαίως εκφεύγει από τους στόχους του παρόντος μια λεπτομερής αναφορά στο πολυσχιδές φυλετικο-εθνοτικό φαινόμενο της Μακεδονίας και στις εθνογενετικές διεργασίες στους κόλπους της παρακμάζουσας οσμανικής αυτοκρατορίας. Για την ώρα αρκεί να δειχθεί ότι η προβολή της αρχαίας Μακεδονίας, στην Ελλάδα, τουλάχιστον της εποχής εκείνης, επιτελέστηκε σε βάρος της νεότερης πρόσληψής της, ως σημείου αναφοράς του έθνους και ως σημαντικού αλυτρωτικού επιχειρήματος.

  Ήδη στο τέλος του 19ου, περίοδος η οποία ταυτίζεται με την αναθεωρητική δράση των Βουλγάρων, η έννοια του Σλάβου γίνεται συνώνυμη του εχθρού. Οι όροι Μακεδόνας και Μακεδονία αντιδιαστέλλονται απερίφραστα από τον βουλγαρισμό, συγκαλύπτοντας ακόμη και τη σλαβοφωνία, η οποία ήταν εξ ορισμού και επί της ουσίας ελληνική. Μάλιστα κάθε άλλη διεκδίκηση σλαβοφωνίας, όπως η σερβική, που θα υπερτόνιζε μια «μακεδονική» ταυτότητα, απομειώνοντας τη βουλγαρική, ήταν ευκταία. Η Ελλάδα στη μέχρις εσχάτων αντιπαράθεση τόσο με τη Βουλγαρία, όσο και με την επιθετική φίλη Σερβία, προτιμούσε συστηματικά τη χρήση του «ακίνδυνου» όρου Μακεδονία και των παραγώγων του για έναν πληθυσμό τον οποίο αδυνατούσε να αφομοιώσει. Κανείς τότε δεν μπορούσε να προοικονομήσει πως ο μακεδονισμός που είχε προβληθεί με τόση ένταση ως ελληνικό συνώνυμο, θα μπορούσε να αποκοπεί και από το βουλγαρισμό και από τον ελληνισμό

1.1. Η Μακεδονία των Σέρβων 

  Παρότι η Μακεδονία παρέμενε για τους Σέρβους ένας ελάχιστα γνωστός χώρος. Η ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας (1878) και κατόπιν το φάσμα της Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου κατέδειξαν τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η βουλγαρική εθνική κίνηση για τα σερβικά συμφέροντα στην περιοχή. Από την άλλη, η πολιτική σκοπιμότητα κατεύθυνε το αλυτρωτικό πρόγραμμα της Σερβίας προς το νότο. Η υπογραφή της «Απόρρητης Συμφωνίας» με την Αυστροουγγαρία (1881) και η δέσμευση του Βελιγραδίου να μην ενθαρρύνει διεκδικήσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη διοχέτευσαν τη σερβική εθνική κίνηση στις τουρκοκρατούμενες περιοχές του νότου. Άλλωστε η Σερβία συγκαταλεγόταν μεταξύ των λιγοστών περιοχών που δεν είχαν έξοδο στη θάλασσα, κάτι που στη διεθνολογική σκέψη της εποχής εθεωρείτο σοβαρό μειονέκτημα για την επιβίωση ενός κράτους. Εφόσον λοιπόν η έξοδος προς την Αδριατική ήταν αποκλεισμένη, ο πολιτικός ορθολογισμός επέβαλε την ένταξη τμήματος των μακεδονικών περιοχών στο μελλοντικό σερβικό κράτος[2].

  Επιστήμονες, πολιτικοί, διανοούμενοι και διπλωμάτες ανέλαβαν να εκλαϊκεύσουν τις σερβικές θέσεις για μια μακεδονική κληρονομιά νοτίως του σερβικού βασιλείου. Τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν, σε τίποτε δε διέφεραν από εκείνα που ανέδειξαν άλλοι εθνικισμοί για την ένταξη αλλόγλωσσων ή αλλόθρησκων πληθυσμών στον εθνικό κορμό. Προσαρμόστηκαν, δηλαδή, εις τρόπον ώστε να στηρίξουν το πολιτικό αίτημα της διεύρυνσης εδαφών, μέσω της καλλιέργειας μεσσιανικών παραστάσεων, που στόχευαν στην απελευθέρωση αλύτρωτων αδελφών ως προορισμό της Σερβίας.

1.2. Ο βουλγαρικός μαξιμαλισμός και το ατύχημα του μακεδονικού έθνους

  Οι Βούλγαροι με το εθνικό κίνημα γνωστό ως «βουλγαρική αναγέννηση» (μέσα 19ου) ήταν οι πρώτοι που πρότειναν μια σύγχρονη εθνική ιδέα στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας, σε μια εποχή που ο κύριος αντίπαλος ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο οποίο κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο.  Η βουλγαρική εθνική προσπάθεια ερειδόταν στην έννοια του βουλγαρικού έθνους τμήμα του οποίου ήταν και η Μακεδονία και ο λαός της αυτονοήτως βουλγαρικός στη συντριπτική του πλειοψηφία, εξ ου και η αίσθηση περί υπάρξεως «ηθικού δικαιώματος» επί της Μακεδονίας. Αυτός ο εθνικός ναρκισσισμός, ούτως ειπείν, ήταν που συχνά εμπόδισε τη νηφάλια αξιολόγηση της πολιτικής πραγματικότητας, τις αξιώσεις των άλλων εμπλεκομένων μερών (Ελλάδα-Σερβία) και αυτή την ίδια εντέλει πρόσληψη της βουλγαρικής εκδοχής από τη «μακεδονική» πλευρά (Σκόπια), ως συνώνυμου του σοβινισμού της μεγάλης Βουλγαρίας.

  Είναι ο ίδιος ο εθνικιστικός μαξιμαλισμός που συσκότιζε τη διαυγή προσέγγιση της δράσης του VMRO[3], των εσωτερικών αντινομιών της οργάνωσης (σύγκρουση Σεντραλιστών της Θες/νίκης και Βερχοβιστών της Σόφιας) και τη «μακεδονική» αντζέντα του σλαβομακεδονικού σεπαρατισμού, τον οποίο εξέφρασε ο θεωρούμενος ως πατέρας της «Μακεδονίας» Κρστε Μισίρκοφ με αίτημα τη δημιουργία ξεχωριστού σλαβομακεδονικού μιλέτ ήδη από την εξέγερση του Ίλιντεν (1903), οδηγώντας την Βουλγαρία τελικά στην παραίτηση των αξιώσεών της επί της Μακεδονίας και κυρίως στην αναγνώριση μακεδονικού έθνους εκεί που ο πληθυσμός εθεωρείτο ευλόγως βουλγαρικός.

1.3. Το εργαστήριο της «μακεδονικής» εθνογένεσης.

  Ειδικά μετά την ήττα του «άξονα» και κατ’ επέκταση της Βουλγαρίας, η πρωτοβουλία κινήσεων περνά στο Κομουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ), του οποίου ο ηγέτης Jozip Broz Tito αναδεικνύεται σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη του κομμουνιστικού κινήματος της βαλκανικής. Η διακηρυγμένη πρόθεσή του, ήδη από την «κατοχή», να αναγνωρίσει το νότιο μέρος της Γιουγκοσλαβίας ως αυτόνομη λαϊκή δημοκρατία, με την επωνυμία «Μακεδονία» με διακριτή «μακεδονική εθνότητα» και με προσωνυμία του λαού «Μακεδόνες», τον έφεραν αντιμέτωπο με τα φασιστικά βουλγαρικά στρατεύματα, η νίκη επί των οποίων, ενίσχυσε το στρατιωτικό του προφίλ και κυρίως την πολιτική του που εκφράστηκε στο σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες».

  Ο πραγματικός στόχος του Τίτο στη Μακεδονία ήταν ο αντιπερισπασμός στη φασιστική πολιτική βουλγαροποίησης της επίδικης περιοχής. Μάλιστα η συγκυρία υπήρξε ευνοϊκή στον βαθμό που οι  φρικαλεότητες των βουλγαρικών στρατευμάτων λειτούργησαν ως καταλύτης στην προϊούσα εθνογένεση, η οποία ήδη με τη διακήρυξη της κομιντέρν το 1934 και τις εθνικοπολιτικές αποκρυσταλλώσεις του μεσοπολέμου είχε αρχίσει να διαμορφώνει το εθνικό όραμα/μύθο. Τον Οκτώβρη του 1943 το Γενικό Επιτελείο των Παρτιζάνων εκδίδει μανιφέστο σύμφωνα με το οποίο ο «μακεδονικός» λαός είχε πλέον όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποκτήσει την ελευθερία του, ισότιμα με τους άλλους λαούς της Γιουγκοσλαβίας[4]. Με τον τρόπο αυτό σε μια στιγμή ψυχολογικής φόρτισης των κατοίκων ρίχτηκε ο σπόρος μιας τεχνητής προσπάθειας εθνογένεσης η οποία θα εμπεριείχε όλα τα μεταφυσικά, ταυτοτικά στοιχεία τέτοιων μορφωμάτων. Από τη μια θα απέτρεπε την όποια μελλοντική απορρόφηση από τις όμορες μεγαλύτερες και ισχυρότερες σλαβικές ομάδες και από την άλλη θα μπορούσε να γίνει η αιχμή αλυτρωτισμών στις άλλες «Μακεδονίες» του Πιρίν και του Αιγαίου.

  Ένα μήνα αργότερα στο Jajce η Σύνοδος του αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης αποφάσισε την οργάνωση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας με έξι ομόσπονδα κράτη, ένα εκ των οποίων ήταν και η Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας (1944) η οποία θα υπαγόταν στην κεντρική κυβέρνηση του Βελιγραδίου, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ύπαρξη ιδιαίτερου μακεδονικού έθνους.

  Έπρεπε λοιπόν να πεισθούν οι κάτοικοι ότι ήσαν Μακεδόνες και τούτο, με ένα συντονισμένο σχέδιο το οποίο θα προέβλεπε, ex nihilo, εθνική αφήγηση υπό την αιγίδα των ΚΚΓ και ΚΚΜ.

2. Το εκκλησιαστικό ζήτημα

  Στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας για τη διαμόρφωση μιας τοπικής εθνικής φυσιογνωμίας ο Τίτο ενέπλεξε την τοπική Εκκλησία υποκινώντας την αυτονόμησή της από το σερβικό Πατριαρχείο, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ολόκληρη η πορεία

διεκδίκησης του αυτοκεφάλου να μπορεί να αναγνωστεί ως η ιστορία μιας ετεροβαρούς συμπλοκής/συνωμοσίας κράτους και τοπικής Εκκλησίας.

  Από το 1941 κιόλας οι Βούλγαροι είχαν καταλάβει τη νότια Γιουκοσλαβία και αντικαταστήσει τους Μητροπολίτες Σκοπίων, Ζλέτοβου-Στρώμνιτσας και Αχρίδος-Μοναστηρίου με Βούλγαρους εξαρχικούς με τη συνδρομή μερίδας αυτοχθόνων ιερέων. Μετά την απελευθέρωση το ΚΚΓ δείχνοντας εντυπωσιακή «ευελιξία»[5], στα όρια της πολιτικής «σπέκουλας», ευλόγησε τα τετελεσμένα της φασιστικής κατοχής, αναβαθμίζοντας τους «απείθαρχους» ιερείς στο κληρικο-κρατικό υβρίδιο το οποίο ονομάστηκε «Επιτροπή Πρωτοβουλίας για την Οργάνωση Ορθοδόξου Εκκλησίας Μακεδονίας» και υποκατέστησε de facto ολόκληρο το εύρος των κανονικών αρμοδιοτήτων του σερβικού Πατριαρχείου. Το 1945 η επιτροπή αυτή με την υποστήριξη του καθεστώτος[6] συνεκάλεσε στα Σκόπια την πρώτη κληρικολαϊκή «Μακεδονική» συνέλευση η οποία αποφάσισε το πρώτο εκκλησιαστικό μανιφέστο επτά σημείων, με βασικότερο εκείνο το οποίο αποφασίζει την ανεξάρτητη – αυτοκέφαλη «Μακεδονική» Εκκλησία, εδρασμένη στη φόρμουλα της αναβιούμενης Αρχιεπισκοπής Αχρίδος. Έκτοτε ολόκληρη η πορεία αυτονόμησής της, μέχρι την πλήρη απόσχιση το 1967 με την κήρυξη του αυτοκεφάλου, αρθρώνεται πάνω στη διελκυστίνδα Πατριαρχείου, από τη μια, και Ομοσπονδιακής Επιτροπής Θρησκευτικών Θεμάτων (ΟΕΘΘ)[7], εκφραστή της κρατικής βούλησης για τη δημιουργία «μακεδονικού» κράτους και της κυβέρνησης της ΛΔ Μακεδονίας, από την άλλη, από την κολισεφσκική περίοδο μέχρι και σήμερα κατά έναν τρόπο.

3. Το «υποσύστημα Γερμανού – Δοσίθεου. Από την αυτονομία στη «σχάση»

   Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Πατριάρχη Σερβίας Βικέντιου μόλις 25 μέρες από την αρνητική απάντηση της Συνόδου της σερβικής ιεραρχίας στην επιστολή του εκκλησιαστικού δικαστηρίου των Σκοπίων περί της χειροτονίας Επισκόπων, έμελε στον νεοεκλεγέντα Πατριάρχη Σερβίας, Επίσκοπο Ζίτσης, Γερμανό να είναι εκείνος ο οποίος θα διαχειριστεί τις σημαντικότερες πτυχές του ζητήματος. Η νέα φάση ξεκινά στις 29 Σεπτεμβρίου του 1958 με την απροκάλυπτη συγκατάθεση του Δοσίθεου, Βικαρίου του σερβικού Πατριαρχείου να συμμετάσχει στις εργασίες της κληρικολαϊκής συνέλευσης Αχρίδας, σκοπόν έχουσα την επανίδρυση της Αρχεπισκοπής και με την έκφραση ad hoc διαμαρτυρίας του Πατριάρχη, ότι πρόκειται για αντικανονικό σώμα και αντίθετη με τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας[8]. Παρά τη σθεναρή στάση του Πατριάρχη στις εντονότατες πιέσεις της ΟΕΘΘ τον Οκτώβρη του ιδίου έτους η ως άνω κληρικολαϊκή συνέλευση αποφάσισε: την αυτοανακήρυξή της σε νομοθετικό σώμα, την αναβίωση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, την ίδρυση τριών Επισκοπών, την εκλογή Μητροπολίτη και δύο Επισκόπων και την ψήφιση καταστατικού της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία και θα βρίσκεται σε κανονική σχέση με τη σερβική Εκκλησία μέσω του Πατριάρχη[9].

  Όταν μάλιστα τα τετελεσμένα κρίθηκαν στη Σύνοδο της ιεραρχίας και αφού ο Πατριάρχης Γερμανός αντιμετώπισε ένα πλέγμα απειλών και ωμών παρεμβάσεων από την πλευρά της ΟΕΘΘ, ουσιαστικά αποδέχτηκε το καθεστώς ανεξαρτησίας της «μακεδονικής» Εκκλησίας και φυσικά τα αιτήματα του καθεστώτος. Μη μπορώντας να ακυρώσει την «Αχρίδα» και να σύρει τον αυτόκλητο Μητροπολίτη Δοσίθεο ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, προσπάθησε να αμβλύνει τις αρνητικές ενέργειες της αντικανονικής πράξης, διασφαλίζοντας, α. ότι η πορεία των πραγμάτων δε θα εξέλθει των κανονικών πλαισίων και βεβαίως και β. την αποτροπή της ολικής ρήξης με κήρυξη αυτοκέφαλου. Όμως τα δύο λάθη της Συνόδου: η αναγνώριση του Δοσίθεου ως Μητροπολίτη υπό τον τίτλο του προκαθημένου Αυτόνομης Εκκλησίας και της εκλογής του Κλήμεντος Τραϊκόβσκι ως Επισκόπου Μοναστηρίου, παρότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, έθεσαν τη βάση της ανακήρυξης αυτοκέφαλου την κατάλληλη στιγμή.

  Ο Δοσίθεος από την πλευρά του, ενώ διαβεβαίωνε τον Πατριάρχη ότι μπήκαν τα θεμέλια της κανονικής ενότητας των δύο Εκκλησιών εξωθούσε τα πράγματα σε αδιέξοδο με τις αλλεπάλληλες συγκλίσεις κληρικολαϊκών συνελεύσεων και επιστολών προς την Ιερά Σύνοδο, για τροποποιήσεις στον καταστατικό χάρτη της «Μακεδονικής» Ορθόδοξης Εκκλησίας.

  Το Νοέμβριο του 1966 ο Δοσίθεος υποκινούμενος από το γεγονός της ατιμωρησίας και από τη διαρκή υποστήριξη της κρατικής εξουσίας, ζητεί πλέον ανοιχτά καθεστώς αυτοκεφάλου, απειλώντας αυτοανακήρυξη δια κληρικολαϊκής συνέλευσης. Είναι βέβαιο ότι ο Δοσίθεος από τη μια ένιωθε σίγουρος από την υποστήριξη του κομματικού καθεστώτος, ώστε να απειλεί και από την άλλη είχε πλήρη επίγνωση ότι τα αιτήματα της «μακεδονικής» πλευράς δεν ερείδονταν κατά κανένα τρόπο στους εκκλησιαστικούς κανόνες. Εξ ου και η εμμονική όχληση προς την Ιεραρχία της Σερβίας να αναγνωρίσει το «πραξικόπημα» των Σκοπίων.

  Από την άλλη η στάση του Γερμανού παρέμενε σταθερή, δεδομένου άλλωστε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει πέραν των κανονικών αρμοδιοτήτων της Ιεράς συνόδου. Η ίδρυση μιας αυτοκέφαλης τοπικής Εκκλησίας, επειδή ακριβώς δεν είναι πολιτικό ή εθνικό ζήτημα, αλλά πρωτίστως κανονικό και διορθόδοξο, ρυθμίζεται από κανονικές διαδικασίες τις οποίες θέτει σε λειτουργία η πρωτόβουλος ενέργεια το Οικουμενικού Πατριαρχείου και μόνο[10].

3.1. Στις 17 Ιουλίου του 1967 στην Αχρίδα η Σύνοδος των τεσσάρων αρχιερέων και η κληρικολαϊκή συνέλευση παραχωρούν στον εαυτό τους το αυτοκέφαλο, με δικαιολογητική βάση: α. ότι η σημερινή «Μακεδονική» Εκκλησία είναι συνέχεια της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, η οποία ήταν αυτοκέφαλη 800 χρόνια και β. ότι η Σ.Δ. Μακεδονίας είναι ομόσπονδο τμήμα του κράτους της Γιουγκοσλαβίας. Η ανακήρυξη

έγινε υπό την αιγίδα του στρατάρχη Τίτο, ο δε Δοσίθεος παρασημοφορήθηκε από τον ίδιο τον Τίτο με το παράσημο της γιουγκοσλαβικής σημαίας.

  Ο Γερμανός ακροβατώντας μεταξύ των αφόρητων κρατικών πιέσεων και της εκκλησιαστικής κανονικότητας ενημερώνει τις αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες για το σχίσμα, οι οποίες με τη στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη σερβική Εκκλησία, καταδίκασαν την πράξη των Σκοπίων και δι αυτής την Εκκλησία αυτή σε απομόνωση και πνευματικό θάνατο. Δεν μπόρεσε όμως ο Γερανός να υλοποιήσει την απόφαση της Ιεράς Συνόδου (15-9-1967) για τη δικαστική δίωξη των υπευθύνων.

  Ο Δοσίθεος συνεχίζει να εξαντλεί όλα τα διαθέσιμα μέσα αιτούμενος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών να συμπεριλάβει την «Μακεδονική» Εκκλησία ως μέλος του. Το Συμβούλιο απορρίπτει την αίτηση μετά την αρνητική προς τούτο εισήγηση του Γερμανού. Βλέποντας (ο Δοσίθεος) ότι δεν αναγνωρίζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, κάνοντας πιθανότατα τακτικό ελιγμό και σαφώς για λόγους εκφοβισμού στρέφεται προς το Βατικανό, από το οποίο ζητεί έμμεση πνευματική και εκκλησιαστική αναγνώριση. Η σχέση Δοσίθεου και Βατικανού τερματίζεται το 1987, όταν η Αγία Έδρα στη σφοδρή αντίδραση της Ελληνικής Εκκλησίας στο ζήτημα της έκθεσης των εικόνων ελληνικής και βυζαντινής τέχνης σε αίθουσα του Βατικανού, και μπρός στον κίνδυνο της διακοπής του ενδοχριστιανικού διαλόγου, ξεκαθάρισε με σαφήνεια ότι δεν αναγνωρίζει το αυτοκέφαλο της «Μακεδονικής» Εκκλησίας, μη προτιθέμενη να αναμιχθεί στα εσωτερικά των Ορθόδοξων Εκκλησιών. Το ζήτημα παραμένει και σήμερα σε εκκρεμότητα.

3.2. Θα ήταν αφελές να υποθέσει κανείς ότι η διελκυστίνδα Γερμανού – Δοσίθεου εκφράζει προσωπική αντιπαράθεση, τυπολατρικές εμμονές ή ακόμη και πολιτικές σκοπιμότητες μόνο. Νομίζουμε ότι ή έρις περί του αυτοκεφάλου ερείδεται στον πυρήνα της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης και σε αυτή την ίδια τη δογματική της ουσία. Και οι δύο (Ιεράρχες) επιβεβαιώνουν τη μείζονα σημασία του ιδίου κριτηρίου, αλλά με τρόπο αντεστραμμένο. Πρόκειται για δυο διαφορετικές αναγνώσεις της αρχής, «τα εκκλησιαστικά είωθε συμμεταβάλλεσθαι της πολιτικής» και του 34ου Αποστολικού κανόνα, «τους επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρώτον, και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν». Με άλλες λέξεις η ίδρυση της αυτοκέφαλης «Μακεδονικής» Εκκλησίας προτάσσοντας φυλετική αξίωση επί της ουσίας, ακυρώνει ολόκληρο το εκκλησιαστικό – κανονικό υπόβαθρο πραγματικών εκκλησιαστικών αναγκών.      

4. Το κανονικό καθεστώς των Μητροπόλεων της βορείου Μακεδονίας

  Ακόμη πιο πέρα, η ενέργεια των Σκοπίων αμφισβητεί τη θεμελιώδη κανονική αρχή επί της οποίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξασφάλισε τη νομοκανονική υπόσταση των Μητροπόλεων του Μακεδονικού χώρου μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς.

  Από τις Μητροπόλεις αυτές οι μεν της ελληνικής Μακεδονίας ανεξαρτητοποιήθηκαν το 1928 με την Πατριαρχική Συνοδική πράξη «περί της διοικήσεως των Ιερών Μητροπόλεων των νέων χωρών». Η χειραφέτηση αυτή ενεδύθη ένα ιδιόμορφο νομοκανονικό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο οι Μητροπόλεις αυτές εξακολουθούν να ανήκουν οργανικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, διοικούνται όμως από την Εκκλησία της Ελλάδος κατά τρόπο «επιτροπικό». Οι δε λοιπές Μητροπόλεις οι οποίες ενσωματώθηκαν στο ενωμένο

βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων χωρίστηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο επίσης δια της κανονικής οδού και υπήχθησαν στη δικαιοδοσία της

Σερβικής Εκκλησίας το 1919 τη αιτήσει κανονικώς α. της ανασύστασης του Σερβικού Πατριαρχείου, β. της κανονικής χειραφέτησης όλων των Μητροπόλεων του βασιλείου, οι οποίες βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Η απόφαση εκδόθηκε με τον Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο του 1922 από τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ Μεταξάκη. Η επίσημη τελετή παράδοσης του Τόμου έγινε από αντιπροσωπία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη στο Βελιγράδι το 1922.

  Η νομοκανονική αυτή ρύθμιση έγινε αποδεκτή από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες καθόσον η χειραφέτηση της Σερβικής Εκκλησίας προέκυψε ως αποτέλεσμα των νέων τοπικών και εδαφικών συνθηκών στη Σερβία σύμφωνα με την τάξη και τις αρχές της εκκλησιαστικής διοίκησης/παράδοσης.

  Η ρύθμιση αυτή δεν απέτρεψε την αμφισβήτηση από αυτονομιστικούς κύκλους των Σκοπίων, όπως εκτέθηκε. Με άμεση συνέπεια την εμπλοκή της Εκκλησίας των Σκοπίων στις πολιτικές σκοπιμότητες του ΚΚΓ να ιδρύσει ξεχωριστή εθνική ομάδα μέσα στα όρια όμως του γιουγκοσλαβικού κράτους. Υπό την έννοια αυτή ολόκληρη η προσπάθεια εδράστηκε επί εθνοφυλετικού προτάγματος και όχι σε πραγματολογικές εκκλησιαστικές ανάγκες.

4.1. Και ο εθνοφυλετισμός είναι ολωσδιόλου ξένος προς την παράδοση και τη νομοκανονική τάξη και ουσία της Εκκλησίας ως πνευματικής κοινωνίας η οποία προόρισται να συμπεριλάβει όλα τα έθνη στη μία καθολική εν Χριστώ αδελφότητα. Εισήγαγε «το κακόν της εκκλησιαστικής κατατομής, συγχύσεως και διαλύσεως μέχρι και αυτών των κατ’ οίκων εκκλησιών»[11].

  Το αυτοκέφαλο είναι νοητό μόνο ως αποτέλεσμα της αρχής «τα εκκλησιαστικά είωθε συμμεταβάλλεσθαι τοις πολιτικοίς» με την έννοια της εδαφικής ολοκλήρωσης εθνοκρατικών οντοτήτων, όπως στις περιπτώσεις Ελλάδας και Σερβίας μετά τους βαλκανικούς. Η ουσιώδης αυτή προϋπόθεση ήταν που οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη χειραφέτηση τους. Αντιθέτως οι διοικητικές και συνταγματικές μεταβολές για λόγους πολιτικών και φυλετικών σκοπιμοτήτων δεν έχουν καμιά αναλογία με την παραπάνω αρχή. Επομένως, καταπίπτει το επιχείρημα των Σκοπίων ότι το αυτοκέφαλο μπορεί να θεμελιωθεί σε ομόσπονδο τμήμα κράτους περιορισμένης δικαιοδοσίας, πολύ περισσότερο που το Σερβικό Πατριαρχείο αντικανονικώς παρέσχε το 1959 επισήμως ανεξαρτησία στις Μητροπόλεις Β. Μακε δονίας και Σκοπίων.

  Η ενέργεια λοιπόν των εκπροσώπων της «Μακεδονικής» Εκκλησίας εξ επόψεως κανονικού και θετικού δικαίου αντικανονικά επανεισάγει, κατά το προηγούμενο της βουλγαρικής εξαρχίας, στην Ορθόδοξη Εκκλησία την αίρεση του εθνοφυλετισμού, ο οποίος έχει καταδικασθεί ως αίρεση από την τοπική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1872 [12]. Και βεβαίως ελέγχεται ως ιστορικώς ανακριβής ο συσχετισμός του αυτοκέφαλου με αυτό της Αχρίδας, η οποία ήταν ελληνική, με Έλληνες Μητροπολίτες και Επισκόπους και εθνολογικώς μικτή.

Σημειώσεις

[1] Παρά τις αναθεωρητικές εξελίξεις που καθιέρωσαν τη μεταπτολεμαϊκή χαρτογραφική σχολή εμπεδώθηκε ένα στερεότυπο οπτικοποίησης της γεωγραφικής ενότητας Graecia-Ελλάς με τη Μακεδονία πάντα στη μείζονα περιοχή της. Αντιφάσεις ωστόσο παρατηρούνται στα σημαντικότερα έργα Ελλήνων. Άλλοι συγγραφείς εντάσσουν τη Μακεδονία εντός Ελλάδας: Μελέτιος, Γεωγραφία παλαιά και νέα, Φατζέας, Γεώργιος, Γραμματική Γεωγραφία, Πύρος, Διονύσιος, Γεωγραφία μεθοδική απάσης της οικουμένης, Θεοτόκης, Νικηφόρος, Στοιχεία Γεωγραφίας, το ίδιο στα έργα τους οι Κούμας και Κοραής, ενώ άλλοι τη θέτουν εκτός: Γάσπαρις, Σχολαστική Γεωγραφία,  Παπαδόπουλος, Νικόλαος, Εμπορική εγκυκλοπαίδεια, Θεοτόκης κ.λπ., βλ. Γούναρης Κ. Βασίλης, Η Μακεδονία των Ελλήνων και Άγγελος Λιβιεράτος, «Η χαρτογραφική ταξιθέτηση του τοπωνυμίου Μακεδονία», στον τ. του Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο  (Αθήνα 2008).

[2] Κωνσταντίνος Κατσάνος, «Η Μακεδονία των Σέρβων 1870-194», στον τ. Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις (Αθήνα 2008), σ. 220

[3] Η Εσωτερική Μακεδονική-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση VMRO ιδρύθηκε το 1893 στη Θεσσαλονίκη από μια ομάδα νεαρών επαναστατών από τη Μακεδονία. Η αριστερή πτέρυγα της οργάνωσης θεωρείται ότι υποστήριζε τη δημιουργία αυτόνομου μακεδονικού κράτους, πράγμα που εκδηλώθηκε φανερά μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν (βλ. Κων/νος Κατσάνος, ο.π, σ.  245). Η οργάνωση ήταν οργανωμένη σε ομάδες ενόπλων (Τσέτες), αποτελούμενες από 10-15 μέλη Τσέτνικς ή Κομίτας. (πρβλ. Gerolymatos,Andre, Συγκρούσεις στα Βαλκάνια (Αθήνα 2008)

[4] Ιωάννης Ταρνανίδης, Στα Βόρεια της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη 1992), σ. 100

[5] Το Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας έδειξε την ίδια «ευελιξία», όπως δείχνει το σύμφωνο Τίτο-Δημητρόφ στην αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας (βλ. Vemund Aarbakke, «Η θέση  της Μακεδονίας στη σύγχρονη βουλγαρική ιστορία», στο Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο, ο. π., σ. 255. Την ίδια σκοπιμότητα επέδειξαν και οι Έλληνες στο σύμφωνο Πολίτη-Καλφώφ στο οποίο αναγνωριζόταν βουλγαρικότητα της Μακεδονίας και στην αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας από το ΚΚΕ το 1924 και 1947. (πρβλ. επίσης Σταύρος Λυγερός, Εν ονόματι της Μακεδονίας (Αθήνα 2008), σ. 29

[6] Γεώργιος Νεκτάριος Λόης, Ο Πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός, Βίο – Δράση 1959-1990 (Θεσσαλονίκη 2007), σ. 356

[7] Αυτόθι 363

[8] Οι αποφάσεις προσκρούουν στους κανόνες 31ο, 34ο, 39, των Αγίων Αποστόλων, στους 18ο και 30ου της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και στον 31ο  και 17ος της εν Τρούλω Πενθέκτης, στον 15ο της Α΄ Οικουμενικής και στον 16οτης Συνόδου Αντιοχείας . (βλ. Γ. Ν. Λόη, ο.π., σ. 376

[9] Σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο Αμερικής εκθέτει με σαφήνεια τη στάση του λέγοντας ότι: «Οι αποφάσεις που λήφθηκαν στην Αχρίδα μας έθεσαν ενώπιον διλήμματος ή να εφαρμόσουμε τα αυστηρά κανονικά μέτρα και να εμβαθύνουμε την ανοιχτή αυτή διαμάχη μέχρι τη οριστική ρήξη ή να αποδεχθούμε την αρχή της εκκλησιαστικής οικονομίας και να περισώσουμε ό,τι μπορεί να περισωθεί» (D. Slijepcevic: Istorija s.p.c, στο Γεώργιος Νεκτάριος Λόης, ο.π., σ. 382)

[10] Αυτόθι, σ. 400

[11] Γ. Ν. Λόη ο.π., σ. 427

[12] Αθανάσιος Αγγελόπουλος, «Το εκκλησιαστικό καθεστώς των Μητροπόλεων της βορείου Μακεδονίας από του 1913 μέχρι σήμερον», Μακεδονικά, 15 (Θεσσαλονίκη 1975), σ. 37, πρβλ. επίσης Ν. Ντάλντας, Ορθόδοξη Διασπορά στη Δύση (Πάτρα 2001), σ. 25-31, επίσης Γ.Ν.Λόη, «Ο αντίκτυπος της ιδρύσεως της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) στο πριγκιπάτο της Σερβίας», περ. Εκκλησιολόγος, τευχ. Οκτ.- Νοεμ., σ. 10.

πηγή: Aντίφωνο