Αρχική Blog Σελίδα 2731

Ο ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό

3

Του Δημήτρη Τσαϊλά*

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018 liberal.gr

Τα διάφορα είδη και οι μορφές της αποτροπής, είναι απαραίτητο να εξετασθούν, ώστε να γίνουν αντιληπτές οι επιπτώσεις τους για την ανάπτυξη στρατηγικών αποτελεσματικής αποτροπής. Να τονίσουμε τη σημασία της αντίληψης και της στρατηγικής κουλτούρας στη διαδραστική φύση τους στην αποτροπή. Με μια διαδικασία, όπου θα απαιτείται να εστιάσουμε την προσοχή μας στον τρόπο στο οποίο, όταν απειλούμαστε, η λήψης αποφάσεων να παρουσιάζεται συνήθως ως βαθμιαία κλιμακούμενη, συγκριτική επιλογή κάτω από τους πολλούς περιορισμούς που διαμορφώνονται στη γεωπολιτική σκηνή.
Η διαδικασία αυτή μας οδηγεί σε τρεις κρίσιμες προϋποθέσεις, στην κατανόηση του φάσματος της αποτροπής ώστε να οικοδομήσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές.

Πρώτον, η λήψη απόφασης για εφαρμογή μιας στρατηγικής με στοιχεία αποτροπής, κατά μιας απειλής, δεν είναι αποτελεσματική χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερη προσοχή και ανάλυση στο ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον. Η αποτροπή προσπαθεί να τροποποιήσει το λογισμό “κόστους-οφέλους” των συγκρουόμενων σε μια δυναμική εμπλεκομένων της επιθέσεως, συμμάχων και εταίρων, στην ευρεία και σφαιρική γεωστρατηγικήεικόνα. Ακόμα και στις πιο αξιόπιστες πολιτικές απειλές, η αποτροπή συνήθως πρέπει να είναι ένθετη μιας ευρύτερης στρατηγικής που θα αποσκοπεί να καταστήσει την επιθετικότητα, ως περιττή σε έναν πιθανό εισβολέα καθώς θα είναι δαπανηρή με εμπλοκή και διεθνών παραγόντων.

Δεύτερον, η αποτροπή πρέπει να εκλαμβάνεται κυρίως ως μια αξιόπιστος προσπάθεια να μετασχηματίσει τη σκέψη του, ένας επιτιθέμενος. Αποτρεπτικές πολιτικές αντιμετωπίζονται συχνά μέσω ενεργειών που χρειάζονται για να αυξήσουν το κόστος και τους κινδύνους μιας επίθεσης, με τρόπους και μέτρα που τα πιθανά επιχειρησιακά αποτελέσματα μέσα από μια εκστρατεία να είναι καταφανώς εις βάρους του επιτιθεμένου. Αλλά τα αποτελέσματα από αυτά τα βήματα εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την επίδρασή τους, στις αντιλήψεις και την αναδυόμενη κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη την επιθετικότητα του αντιπάλου. Κάθε στρατηγική για την πρόληψη της επιθετικότητας, πρέπει να αρχίσει με την εκτίμηση καταστάσεως, για τα συμφέροντα, τα κίνητρα, τις δυνατότητες και τις επιταγές του επιτιθέμενου.

Τρίτον, προηγείται η επιθετικότητα (λεκτική και πρακτική), από την έναρξη των εντάσεων, κρίσεων και τελικά των συγκρούσεων, μέσω συνήθως, μιας διαδικασίας λήψεως αποφάσεων που κλιμακώνεται σταδιακά και δεν χαρακτηρίζεται από ένα σημείο μιας και μόνο απόφασης.

Πέραν των παραπάνω, τα κράτη, κάποιες φορές, αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο. Αυτό που προκύπτει, από τη μελέτη ιστορικών παραδειγμάτων είναι, ότι και οι ευκαιριακοί τυχοδιωκτισμοί μπορούν να προκαλέσουν εντάσεις, στη συνέχεια κρίσεις που τελικά οδηγούνται σε συγκρούσεις, είτε σημειακές ή ολοκληρωτικές. Επίσης, πολλά κράτη καταλήγουν σε επιθετικές ενέργειες, επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή, και αναλαμβάνουν το τεράστιο ρίσκο, σε εκείνο το σημείο, μέσω μιας παρανοϊκής διαδικασίας σκέψης που δεν είναι αποτέλεσμα μιας ορθολογιστικής απόφασης.

Η αποτροπή, πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο, όχι ως μια στρατηγική για να επηρεάσει εκείνη τη μια συγκεκριμένη στιγμή, τον ορθολογικό λογισμό κόστους-οφέλους, αλλά ως ένα ικανό δυναμικό μέσο για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων του επιτιθέμενου μέσα από μια συγκεκριμένη, βασανιστική διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει για μια ικανή χρονική περίοδο. Κατά μία έννοια, αυτή η χρονική περίοδος δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, διότι επηρεάζεται από τη ρευστότητα των διεθνών προκλήσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις πρακτικές περί αποτροπής, ο Ελληνισμός, πρέπει να αντιλαμβάνεται το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με μια στρατηγική αίσθηση, αναπτύσσοντας την ουσία της ναυτικής ισχύος ως συνδετική δύναμη της ενότητας των θαλασσών στα παγκόσμια κοινά, καθώς υπάρχουν ιστορικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αιτίες για να σκεφτούμε για το καθένα ξεχωριστά αλλά και για όλα μαζί με στρατηγική άποψη στην περιοχή μας.

Ο ελληνισμός βρίσκεται σε όλο και πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας που περιγράφεται από την επίμονη διαταραχή, στο λειτουργικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου όπου βρίσκονται η Κύπρος και η Κρήτη, τα δύο “αβύθιστα αεροπλανοφόρα του Ελληνισμού” με τεράστια γεωστρατηγική σημασία. Οπότε καλούμαστε να αναπτύξουμε μια στρατηγική για τη διατήρηση του γεωπολιτικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τον Τούρκο αμφισβητία, αφού οι Τούρκοι δεν στέκονται πλέον στην αδράνεια, όταν πρόκειται για θαλάσσια ισχύ, καθώς έχουν αυξήσει τις επενδύσεις τους στις αεροναυτικές δυνατότητές τους σε σημείο που αρχίζει να ανατρέπεται η ισορροπία ισχύος, εις βάρος μας. Οπότε είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η ενίσχυση του Στόλου μας, καθώς και η διατήρηση μιας σταθερής αεροναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο, πρέπει να ξεχωρίζουν ως οι πιο κρίσιμες προτεραιότητες για τη μελλοντική ανάπτυξη του Πολεμικού Ναυτικού.

Η αποτροπή πρέπει να προβληθεί όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό και μάλιστα με όρους συμβατικών και αντισυμβατικών μέσων (ανορθόδοξου πολέμου). Στο θέατρο επιχειρήσεων απαιτείται αποτελεσματική συνεργασία για την ασφάλεια, εφόσον οι δραστηριότητες που θα αναληφθούν θα είναι μια μορφή εκτεταμένης αποτροπής, δημιουργώντας ασφάλεια και στέρηση συνθηκών σύγκρουσης από το δυνητικό αντίπαλο. Αυτό απαιτεί μια αξιόπιστη αντιαεροπορική άμυνα ώστε να ενισχυθεί η αποτροπή, παρέχοντας μια ομπρέλα προστασίας “προς τα εμπρός” κατά την ανάπτυξη φίλιων και συμμαχικών δυνάμεων, συμβάλλοντας παράλληλα στην αρχιτεκτονική υπεράσπισης της στρατηγικής της Ελλάδος. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε προκεχωρημένες εθνικές και συμμαχικές βάσεις, καθώς και κάθε τεχνολογικό μέσο ώστε να επιτύχουμε διαρκή πληροφόρηση, βασισμένη στη θαλάσσια στρατηγική αποτροπής.

Η ικανότητα μας να διατηρούμε ελεύθερη τη θάλασσα επιχειρήσεων και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας είναι μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις, καταλύτης για τις διακλαδικές επιχειρήσεις και τον θαλάσσιο έλεγχο που απαιτεί δυνατότητες σε τακτικό και σε επιχειρησιακό επίπεδο ελέγχου του γεωγραφικού χώρου και του κυβερνοχώρου. Υπάρχουν πολλές προκλήσεις όσον αφορά την ικανότητά μας να ασκήσουμε θαλάσσιο έλεγχο, όμως εκτιμάται ότι για την ώρα η όλη προσπάθειά μας περιορίζεται στη λειτουργία των υποβρυχίων τύπου 214 “Παπανικολής” και των πυραυλακάτων“Vosper”, αφού ο υπόλοιπος στόλος πλέον είναι γερασμένος καθώς η μέση ηλικία των πλοίων μας υπερβαίνει τα τριάντα χρόνια και την επομένη πενταετία, εφόσον συνεχισθεί η αδράνεια ανανέωσης θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση.

Πρέπει λοιπόν να μπορούμε να εξασκούμε επιχειρήσεις για να εξουδετερώσουμε τη κάθε λογής απειλή. Οφείλουμε να μην επιτρέψουμε συνθήκες υπό τις οποίες οι ναυτικές δυνάμεις μας θα εμποδιστούν από την ελευθερία ελιγμών και πρόσβασης, ούτε να επιτρέπουμε στον αντίπαλο να διαταράξει την εθνική εφοδιαστική αλυσίδα, εμποδίζοντας ζωτικής σημασίας θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και ηλεκτρονικού εμπορίου. Ασκώντας δόγμα ενιαίου χώρου του Ελληνισμού (Ελλάδα-Κύπρος) πρέπει να είμαστε σε θέση να επιβάλλουμε τοπικό θαλάσσιο έλεγχο όπου κρίνεται αναγκαίο, συνεργαζόμενοι με τις φίλιες δυνάμεις και συμμάχους, αλλά και μόνοι μας εάν απαιτηθεί. Αυτό απαιτεί ικανότητά να ξεπεράσουμε τις προκλήσεις και να αποκτήσουμε ισχυρή αξιοπιστία με απόκτηση νέων μονάδων.

Συμπεράσματα

Για αιώνες τα σκάφη που πλέουν στη θάλασσα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Ελληνισμού στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Όταν η εμβέλεια της Ελλάδας ιστορικά, είτε μέσω των ναυτικών δυνάμεων, των ακτοφυλάκων και του εμπορικού στόλου της, επιδιώκει την οικοδόμηση επιρροής και ισχύος, μέσω της συνεργασίας, της πειθούς και του εξαναγκασμού, η θαλάσσια ισχύς αποτελεί το κύριο πλεονέκτημα και κρίσιμη επένδυση για τον Ελληνισμό. Η διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας του Ελληνισμού με τη διαχείριση της θαλάσσιας ισχύος καθίσταται αναγκαία για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό ακόμη και των μεγάλων δυνάμεων εκτός των κακότροπων γειτόνων μας.
Η δημιουργία και διατήρηση της ασφάλειας στη θάλασσα είναι απαραίτητη για να μπορούμε να μετριάζουμε όχι μόνο την απειλή ενός κεραυνοβόλου πολέμου, αλλά της πειρατείας, της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου όπλων, ναρκωτικών και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Πηγαίνοντας προς τα εμπρός, είναι ανάγκη να αξιολογήσουμε τις νέες τεχνολογίες, πως μπορούν να επηρεάσουν τις αποστολές στο Ναυτικό και τις προοπτικές τους για την επιτυχία των επιχειρήσεων, οπότε είναι απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός των πεπαλαιωμένων μονάδων. Στα νικηφόρα σενάρια που αφορούν ιδιαίτερα την Τουρκία πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λειτουργικές αλληλεπιδράσεις σε πολλαπλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένου του χώρου και του κυβερνοχώρου, βοηθώντας οι προβλέψεις μας να καταδείξουν πώς μια διένεξη ενδέχεται να ξετυλιχθεί μέσα από τις διάφορες φάσεις και πώς η Ελλάδα και οι σύμμαχοι μας μπορούν να τερματίσουν τις μάχες με ευνοϊκούς όρους πολιτικής.
Για την επίτευξη των στόχων, το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να οικοδομήσει μια ισορροπημένη δύναμη με απόκτηση νέων μονάδων, τόσο για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων όσο και για την εκπλήρωση της αποστολής αποτροπής. Για την εκτέλεση αυτής της αποστολής, παράλληλα με την ετοιμότητα των μονάδων το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να προμηθευτεί με ένα πλήρες φάσμα ναυτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλής χρήσεως πολεμικών πλοίων επιφανείας και ναυτικής αεροπορίας.

Τέλος, αλλά το κυριότερο που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας, η φράση του Ηροδότου, ότι για να έχουμε πατρίδα χρειαζόμαστε πλοία στη θάλασσα. Για να αποφύγουμε τις περιπέτειες εθνικής ασφάλειας και κρατικής επιβίωσης, απαιτείται να βάλουμε βαθειά το χέρι στη τσέπη όλοι μας, για τον εκσυγχρονισμό του Στόλου μας. Κυρίως οι Έλληνες πλοιοκτήτες, εφοπλιστές, επιχειρηματίες και βιομήχανοι αλλά και οι απόδημοι πατριώτες για μια πανεθνική επένδυση στην Πατρίδα μας. Ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό δεν αποτελεί πρόκληση για πόλεμο, είναι η πιο σίγουρη εγγύηση της ειρήνης. Ήρθε η ώρα να χρηματοδοτήσουμε όλοι μας οι πατριώτες για να ανεγερθεί η ναυτική μας ισχύ. Ο Ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α., ΠΝ.

liberal.gr

Τι θα σημάνει η διάδοχος της Μέρκελ για την γερμανική πολιτική

1
Η Annegret Kramp-Karrenbauer έχει δύσκολο δρόμο μπροστά της

Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό για να κερδίσει κανείς τον σεβασμό της βάσης του CDU όσο η εκλογική επιτυχία. Εάν η Kramp-Karrenbauer αποτύχει να σταθεροποιήσει το κόμμα της, η θητεία της μπορεί να είναι σύντομη.

Ο THORSTEN BENNER είναι διευθυντής στο Global Public Policy Institute στο Βερολίνο.

Σχεδόν 2.000 δημοσιογράφοι πήγαν στο Αμβούργο την περασμένη εβδομάδα για να παρακολουθήσουν ένα θέαμα που δεν είχαν δει από το 1971: Έναν ανοικτό ανταγωνισμό για την ηγεσία του πιο επιτυχημένου πολιτικού κόμματος της Γερμανίας. Οι 1.001 αντιπρόσωποι στο συνέδριο κόμματος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (Christian Democratic Union, CDU) έπρεπε να επιλέξουν τον διάδοχο της καγκελαρίου Angela Merkel, η οποία ήταν αρχηγός κόμματος για 18 χρόνια πριν ανακοινώσει τον Οκτώβριο ότι θα παραιτηθεί μετά από μια σειρά κακών εκλογικών εμφανίσεων και μια βουτιά στα δημοσκοπικά ποσοστά για το κόμμα της. Αν και η Μέρκελ σχεδιάζει να παραμείνει καγκελάριος μέχρι τις επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές το 2021, οι αντιπρόσωποι γνωρίζουν ότι θα ψηφίσουν όχι μόνο για μια προεδρία κόμματος αλλά και για έναν πιθανό διάδοχο της Μέρκελ ως αρχηγό κυβέρνησης.

Επέλεξαν [1] την Annegret Kramp-Karrenbauer, την 56χρονη γενική γραμματέα του CDU και πρώην πρωθυπουργό του [ομοσπονδιακού κρατιδίου] Σάαρλαντ. Η AKK, όπως είναι γνωστή, νίκησε τον Friedrich Merz, έναν 63χρονο εκατομμυριούχο εταιρικό δικηγόρο, με μια μικρή διαφορά 35 ψήφων -52% προς 48%. Μια νίκη του Merz θα σήμαινε την επιστροφή στα Δυτικογερμανικά άλφα αρσενικά, τα οποία η Μέρκελ τελείωσε ένα προς ένα, και μια απότομη συντηρητική στροφή για το CDU. Η Kramp-Karrenbauer, εν τω μεταξύ, ήταν η κληρονόμος που προτιμούσε η Μέρκελ και θεωρείται ότι εγγυάται την γενικότερη συνέχεια στις πολιτικές θέσεις και το ρητορικό στυλ του CDU.

17122018-1.jpg

Η Merkel και η Kramp-Karrenbauer στο συνέδριο του κόμματος CDU στο Αμβούργο, τον Δεκέμβριο του 2018. KAI PFAFFENBACH / REUTERS
———————————————————————-

Η Kramp-Karrenbauer αναλαμβάνει εξουσία σε μια δύσκολη στιγμή για το CDU. Από τις εκλογές του 2017, το κόμμα της και η γερμανική πολιτική γενικά ήταν πιο ασταθείς από όσο σε δεκαετίες. Πρέπει να ενώσει το CDU, να σταθεροποιήσει την κλυδωνιζόμενη κυβέρνηση συνασπισμού, να οξύνει το δικό της πολιτικό προφίλ στην εγχώρια και την εξωτερική πολιτική, να πολεμήσει σε τέσσερις δύσκολες περιφερειακές εκλογές το 2019 και να προετοιμαστεί για γενικές εκλογές που θα μπορούσαν να έρθουν το επόμενο έτος.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ

Στην ομιλία της στο συνέδριο του κόμματος, η Kramp-Karrenbauer αποκάλεσε [2] το CDU ως «τον τελευταίο μονόκερω στην Ευρώπη» -το τελευταίο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα που έχει διατηρήσει το καθεστώς του ως Volkspartei, μια μεγάλη ομπρέλα με ελκυστικότητα που καλύπτει όλη την κοινωνία. Το CDU ενοποιεί τρία ξεχωριστά στοιχεία: Μια πτέρυγα εργατική, μια οικονομικά φιλελεύθερη πτέρυγα και μια συντηρητική πτέρυγα. Ιστορικά, η επιθυμία για απόκτηση και διατήρηση της εξουσίας κράτησε μαζί τα διαφορετικά στοιχεία του κόμματος. Ωστόσο, πολλά μέλη του CDU βρήκαν την κυβερνητική στρατηγική της Μέρκελ, γνωστή ως «ασύμμετρη αποστράτευση» (asymmetric demobilization), ενοχλητική. Η προσέγγιση της Μέρκελ ήταν να ταιριάξει με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) στο μέτωπο της κοινωνικής πολιτικής –στην ουσία μετατρέποντας το CDU σε ένα δεύτερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα- και το Πράσινο Κόμμα στο περιβαλλοντικό μέτωπο, για παράδειγμα με την σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, έλεγε ο υπολογισμός, οι ψηφοφόροι του SPD και των Πρασίνων θα στρατευθούν λιγότερο για να πάνε στις κάλπες. Κάποιοι από αυτούς ίσως ακόμη και να ψηφίσουν υπέρ του CDU. Το 2013, η στρατηγική αυτή έφερε το CDU της Μέρκελ κοντά στην απόλυτη πλειοψηφία. Αυτή η νίκη -στο CDU δεν υπάρχει καλύτερο ηρεμιστικό από μια εκλογική επιτυχία- κράτησαν πολλούς στο κόμμα οι οποίοι είχαν αμφιβολίες σχετικά με τις πολιτικές της Μέρκελ.

Η προσφυγική κρίση του 2015 τερμάτισε αυτή την εκεχειρία. Η απόφαση της Μέρκελ να μην κλείσει τα σύνορα της Γερμανίας οδήγησε στην άνοδο του αντι-μεταναστευτικού κόμματος «Εναλλακτική για την Γερμανία» (Alternative for Germany, AfD) ως μια μεγάλη δύναμη στα δεξιά του CDU. Το AfD έχει τώρα εκπροσώπους σε κάθε γερμανικό ομοσπονδιακό και κρατικό κοινοβούλιο. Ένα νέο ρήγμα, μεταξύ ανοίγματος και κλεισίματος της μετανάστευσης, έχει κυριαρχήσει στην γερμανική πολιτική. Ταυτόχρονα, η πικρή διαμάχη μεταξύ του CDU και του αδελφού κόμματος της Βαυαρίας, της Χριστιανικής Κοινωνικής Ένωσης (CSU), έχει καταστρέψει την εικόνα του CDU ως του κόμματος της ικανής διακυβέρνησης. Στις πρόσφατες εκλογές, το CDU έχασε έδαφος τόσο έναντι του AfD όσο και των Πρασίνων, τις δύο δυνάμεις με τις πιο ξεκάθαρες θέσεις στο χάσμα «ανοιχτό-κλειστό». Οι εκπρόσωποι στο συνέδριο του CDU έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ δύο αντιτιθέμενων οραμάτων για το πώς να αναβιώσουν τον τελευταίο μονόκερω.

Ο Merz θα είχε πάει το κόμμα προς τα δεξιά με την ελπίδα να κερδίσει πίσω τους ψηφοφόρους του AfD. Επέκρινε δριμύτατα το CDU επειδή αντέδρασε στην άνοδο του AfD «με αδιαφορία». Υποσχέθηκε να μειώσει κατά το ήμισυ το μερίδιο ψήφου του AfD υιοθετώντας πιο συντηρητικές και οικονομικά φιλελεύθερες πολιτικές και πιο πολωτικό ρητορικό ύφος. Αυτό θα είχε μετατοπίσει το CDU μακριά από την σοσιαλδημοκρατία και θα επέτρεπε έναν ανανεωμένο ανταγωνισμό μεταξύ του CDU και του SPD, το οποίο, κολλημένο σε ένα δύσκολο κυβερνητικό συνασπισμό και ανίκανο να διαφοροποιηθεί από το CDU, είδε τα εκλογικά ποσοστά του να πέφτουν σε ιστορικά χαμηλά.

Η Kramp-Karrenbauer, εν τω μεταξύ, θέλει να παραμείνει η πορεία [επικεντρωμένη] στην ουσία και στο στυλ. Η προτεινόμενη λύση για τα δεινά του CDU είναι η καλύτερη διακυβέρνηση. Υποστηρίζει ότι οι ψηφοφόροι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα του κράτους να αποδίδει στα πάντα, από την οικονομικά προσιτή στέγαση μέχρι τις δημόσιες μεταφορές και την εσωτερική ασφάλεια. Αυτή η προσέγγιση θα αφήσει λιγότερο χώρο για το SPD να κάνει τον εαυτό του διακριτό από το CDU, καθιστώντας πιο δύσκολη την αναζωπύρωση του πολιτικού ανταγωνισμού στο κέντρο.

Η μικρή διαφορά της νίκης της Kramp-Karrenbauer σημαίνει ότι ίσως χρειαστεί να συμβιβαστεί με τους συντηρητικούς. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, σε μια προσπάθεια να κερδίσει μερικούς από τους υποστηρικτές του Merz, συνήψε μια συμφωνία με τον συντηρητικό ηγέτη της νεολαίας του CDU, τον 33χρονο Paul Ziemiak, σύμφωνα με την οποία θα γίνει ο νέος γενικός γραμματέας του κόμματος. Περιμένετε να δείτε περισσότερα τέτοια τους επόμενους μήνες.

ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΑΤΖΕΝΤΑ

Κατά την διάρκεια του επόμενου έτους, η Kramp-Karrenbauer θα χρειαστεί να ανανεώσει τους μηχανισμούς του κόμματος μετά από χρόνια παραμέλησης από την Μέρκελ, που μετέτρεψε την καγκελαρία, κι όχι το κόμμα, σε κέντρο λήψης βασικών αποφάσεων. Η Kramp-Karrenbauer θα χρειαστεί επίσης να αναπτύξει μια ξεχωριστή πολιτική ατζέντα για την εγχώρια και την εξωτερική πολιτική για να οξύνει την δική της πολιτική ταυτότητα και να γεφυρώσει τα ρήγματα στο κόμμα.

Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να τερματίσει το κακοφορμισμένο τραύμα του CDU σχετικά με τη μετανάστευση. Τα τελευταία τρία χρόνια, το κόμμα επανέλαβε ξανά και ξανά την απόφαση που πήρε η Merkel το 2015. Η Kramp-Karrenbauer θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να ξεπεράσει αυτή την συζήτηση. Έχει ήδη υιοθετήσει αυστηρότερη ρητορική από τη Μέρκελ για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης και την επιστροφή [στην πατρίδα τους] όσων θεωρηθεί ότι δεν χρειάζονται διεθνή προστασία. Τις προσεχείς εβδομάδες σχεδιάζει [3] να «συγκαλέσει μια ‘συζήτηση εργασίας’ για τη μετανάστευση και την ασφάλεια με ειδικούς και με επικριτές της μεταναστευτικής πολιτικής και της πολιτικής για τους πρόσφυγες», είπε στην εφημερίδα Bild am Sonntag.

Στο μέτωπο της εγχώριας πολιτικής, η κοινωνικά συντηρητική στάση της Kramp-Karrenbauer σε θέματα όπως ο γάμος των ομοφυλοφίλων θα την βοηθήσει να προσεγγίσει την συντηρητική πτέρυγα του κόμματος. Έχει επίσης υποσχεθεί να αναπτύξει την ιδέα ενός υποχρεωτικού έτους στρατιωτικής θητείας για τους νέους Γερμανούς. Πέρα από την άρθρωση ενός αφηγήματος για να ενώσει μια διαφοροποιημένη Γερμανία, η μεγαλύτερη εσωτερική δυσκολία της θα είναι η πολιτική καινοτομίας. Η Γερμανία πρέπει να αναβαθμίσει την βιομηχανική της υποδομή και να εκμεταλλευτεί σημαντικές μελλοντικές τεχνολογίες, όπως οι κυψέλες μπαταριών και η τεχνητή νοημοσύνη. Σε μια ρήξη με την οικονομικά φιλελεύθερη παράδοση του CDU, η Kramp-Karrenbauer υποστήριξε τον ισχυρό κυβερνητικό ρόλο στη βιομηχανική πολιτική. Θέλει η Γερμανία να σταματήσει να φοβάται την τεχνολογική αλλαγή και να ενθουσιαστεί για την διαμόρφωση του μέλλοντος. Έχει υποσχεθεί «κινητό Internet υψηλής ταχύτητας 5G σε κάθε δοχείο γάλακτος» για να διαβεβαιώσει ότι οι αγροτικές περιοχές δεν θα μείνουν πίσω. Εάν πετύχει, η προσέγγισή της θα μπορούσε να μετακινήσει την εθνική συζήτηση μακριά από τη μεταναστευτική πολιτική και να θέσει τα θεμέλια για τη μελλοντική οικονομική επιτυχία της Γερμανίας.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, η Kramp-Karrenbauer έχει περιορισμένη εμπειρία. Μέχρι στιγμής, οι θέσεις της έχουν ευθυγραμμιστεί με την κεντρική τάση του CDU. Κατά την διάρκεια της ομιλίας της την περασμένη εβδομάδα, έκανε έκκληση να ληφθούν μέτρα για να καταστεί η ευρωζώνη ασφαλής από κρίσεις, και για την δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας και ενός ευρωπαϊκού στρατού που θα επιτρέψει στην ΕΕ να προβάλει καλύτερα ισχύ. Υιοθέτησε μια σκληρή στάση σχετικά με την ρωσική επιθετικότητα, αλλά σταμάτησε να ζητά η Γερμανία να εγκαταλείψει τον άκρως αμφιλεγόμενο αγωγό Nord Stream 2. Γαλλόφωνη και πρώην πρωθυπουργός του Σάαρλαντ, που έχει στενούς δεσμούς με την γειτονική Γαλλία, θεωρείται φυσικά πιο κοντά στο Παρίσι από όσο η Μέρκελ. Ωστόσο, η απόφαση του Γάλλου προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν, να ενισχύσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Γαλλίας ως απάντηση στις διαμαρτυρίες για τα gilets jaunes (κίτρινα γιλέκα) θα καταστήσει λιγότερο πιθανή οποιαδήποτε γαλλο-γερμανική μεγάλη συμφωνία για την ΕΕ, δεδομένης της έντονης αποστροφής του CDU στα δημοσιονομικά ελλείμματα (τουλάχιστον εκείνα των άλλων χωρών).

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΤΩΡΑ

Βραχυπρόθεσμα, η νίκη της Kramp-Karrenbauer θα βοηθήσει στην σταθεροποίηση της κυβέρνησης συνασπισμού. Είναι πιθανό να τα πάει καλά με τη Μέρκελ. Περιορισμένο λόγω των απωλειών στις εκλογές του κρατιδίου της Βαυαρίας, το CSU έχει απομακρυνθεί από την προηγούμενη στρατηγική του να ρίχνει βόμβες στο εσωτερικό [του κομματικού συνασπισμού]. Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα προέρχεται τώρα από το SPD. Σε περίπτωση που τα θλιβερά ποσοστά επιμείνουν, όλο και περισσότερες φωνές μέσα στο κόμμα θα υποστηρίξουν ότι πρέπει να εγκαταλείψει τον συνασπισμό. Σύμφωνα με την συμφωνία συνασπισμού, το SPD έχει την ευκαιρία να αναθεωρήσει την συμφωνία στα τέλη του 2019, μια στιγμή που θα του προσφέρει την φυσική ευκαιρία να φύγει. Έτσι, η Kramp-Karrenbauer πρέπει να είναι έτοιμη να οδηγήσει το CDU σε εκλογές από τις αρχές του 2020, αν όχι νωρίτερα.

Άλλες σημαντικές δοκιμασίες θα έρθουν ακόμα πιο γρήγορα. Για το 2019 προγραμματίζονται τέσσερις σημαντικές εκλογές: Οι κοινοβουλευτικές εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Μάιο και οι περιφερειακές εκλογές σε τρία ανατολικογερμανικά κρατίδια, όπου το AfD είναι ιδιαίτερα ισχυρό. Τα αποτελέσματα σε αυτά τα κρατίδια μπορεί να παρουσιάσουν στην Kramp-Karrenbauer δύσκολες επιλογές. Κατά την διάρκεια του συνεδρίου του κόμματος της περασμένης εβδομάδας, το CDU ψήφισε μια πρόταση να μην συναφθεί οποιαδήποτε συμφωνία συμμαχίας ή κυβερνητικού συνασπισμού είτε με το Αριστερό Κόμμα είτε με το AfD. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις σε κράτη όπως η Σαξωνία έχουν το συνδυασμένο ποσοστό ψήφου αυτών των δύο κομμάτων στο 45%. Εάν οι δημοσκοπήσεις αποδειχθούν ακριβείς, η άρνηση του CDU να συμμετάσχει σε συμμαχία με οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα κινδυνεύει να καταστήσει αυτά τα κράτη ακυβέρνητα. Και ένας συνασπισμός είτε με την Αριστερά είτε με το AfD θα διακινδυνεύσει να διχάσει το CDU. Η Kramp-Karrenbauer υπόκειται σε τεράστια πίεση για να αποδώσει καλά στις εκλογές αυτές. Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό για να κερδίσει κανείς τον σεβασμό της βάσης του CDU όσο η εκλογική επιτυχία. Εάν η Kramp-Karrenbauer αποτύχει να σταθεροποιήσει τον τελευταίο μονόκερω, η θητεία της μπορεί να είναι σύντομη.

Νωρίτερα φέτος, η Kramp-Karrenbauer εγκατέλειψε μια άνετη δουλειά ως πρωθυπουργός στο κρατίδιο καταγωγής της για τον πιο επικίνδυνο ρόλο του γενικού γραμματέα του CDU. Τον Οκτώβριο, έπρεπε να ρίξει τον εαυτό της στον αγώνα για την κομματική ηγεσία, όταν η Μέρκελ παραιτήθηκε πολύ νωρίτερα από ό, τι περίμενε κανείς. Δεδομένης της πολιτικής μεταβλητότητας της Γερμανίας, η Kramp-Karrenbauer ενδέχεται να μην έχει πολύ χρόνο πριν το επόμενο μεγάλο εμπόδιο: Τις ομοσπονδιακές εκλογές. Θα έχει μικρό περιθώριο αναπνοής για να αναπτύξει ένα όραμα για το κόμμα και την χώρα. Όποιος κοιτάζει προς την σημερινή κυβέρνηση συνασπισμού για ανανεωμένη γερμανική ηγεσία στην Ευρώπη και στην παγκόσμια σκηνή, θα απογοητευτεί.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2018-12-13/what-merkels-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.economist.com/europe/2018/12/07/angela-merkels-preferred-can…
[2] https://www.nytimes.com/aponline/2018/12/07/world/europe/ap-eu-germany-m…
[3] https://www.reuters.com/article/us-germany-politics-cdu/germanys-new-cdu…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Ανιστόρητη ΕΡΤ

1

Πριν από λίγες μέρες η εκπομπή αυτή προσπάθησε να «καταλάβει» γιατί έχασε το ΚΚΕ τη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του ‘44, όταν το ΕΑΜ επιχείρησε με τη βία των όπλων να καταλάβει την πρωτεύουσα της Ελλάδος. Ως εγχείρημα (ακόμα και δια περιπάτου) είναι απόλυτα νόμιμο και ενδιαφέρον να προσεγγίσει μια τηλεοπτική εκπομπή ένα, πράγματι, κορυφαίο γεγονός της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, που ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο προς τον εμφύλιο πόλεμο.

Παραδόξως, στο πάνελ των καλεσμένων εκπροσωπήθηκαν όλες οι τάσεις της κομμουνιστικής αριστεράς (συμπεριλαμβανομένων και των παρουσιαστών) και έλαμψαν δια της απουσίας τους οι εκπρόσωποι του λεγόμενου αστικού κόσμου.

Μεταξύ αστείου και σοβαρού, γράψαμε ότι «η ΕΡΤ έκλαιγε όλη νύχτα την ήττα του ΚΚΕ στη μάχη της Αθήνας», αφού τόσο από τους καλεσμένους όσο και από τους παρουσιαστές ακούστηκαν ανήκουστα πράγματα. Χοντρικά ότι οι δωσίλογοι με τη βοήθεια των Βρετανών στέρησαν από την Ελλάδα την ευκαιρία να γίνει μια ευτυχισμένη λαϊκή δημοκρατία. Φυσικά, δεν υπήρξε στο πλατό κανένας αντίλογος, αφού δημοσίως παρουσιαστές και καλεσμένοι δεν έκρυβαν την απογοήτευσή τους επειδή στα Δεκεμβριανά χάθηκε ο λαϊκοδημοκρατικός παράδεισος.

Η κυρία που συμπαρουσίαζε την εκπομπή, απαντώντας στο Facebook στον Αντώνη Σαμαρά, που συμπεριέλαβε στην ομιλία του στο συνέδριο της ΝΔ το επεισόδιο αυτό, γράφει ανάμεσα στα άλλα και τα εξής καταπληκτικά: «Να συζητάμε (αυτό είναι το concept της εκπομπής) για την ιστορία είτε σε περιπάτους, είτε στο studio. Ξεκινάμε από το ότι αντικειμενική ιστορία δεν υπάρχει (!!!!), όπως δεν υπάρχει και μια ιστορική αλήθεια. Η ιστορία δεν προσφέρεται εύκολα για αντικειμενικότητα (;;;). Προσφέρεται για μια έντιμη ανάγνωση».

Προφανώς η κυρία δεν έχει ιδέα από ιστορία και απλώς ως περιπατητική ιστοριογράφος γράφει ότι της έρθει στο κεφάλι.

Αρα, αφού δεν υπάρχει αντικειμενική προσέγγιση της ιστορίας και μόνο έντιμες (υποκειμενικές) ερμηνείες, γιατί τα περισσότερα συντάγματα στο δυτικό ημισφαίριο προβλέπουν την ποινική δίωξη των ρεβιζιονιστών, ιστορικών που αρνούνται το ολοκαύτωμα; Κατά συνέπεια, αν πιστέψουμε την ΕΡΤ, η άρνηση του ολοκαυτώματος θα μπορούσε να είναι μια έντιμη υποκειμενική ερμηνεία. Είναι προφανές ότι με το παράθυρο των έντιμων (υποκειμενικών) ερμηνειών θα μπορούσαμε να φέρουμε τα πάνω κάτω και να ξεθεμελιώσουμε το σύμπαν. Οτι ο Χίτλερ ήταν ένας ρομαντικός ηγέτης που ήθελε να σώσει τον δυτικό πολιτισμό από τη βαρβαρότητα των Εβραίων και των τραπεζιτών, και ακόμη ότι ο Μιχαλολιάκος είναι πατριώτης που θέλει να σώσει την Ελλάδα από τους πρόσφυγες και τους ξένους.

Αν στην ΕΡΤ θέλουν να κάνουν περιπάτους, μπορούν να βρουν πολλές ευκαιρίες για να κάνουν χαβαλέ. Το να πηγαίνουν βόλτα την ιστορία, άνθρωποι που δεν τη γνωρίζουν, είναι μάλλον επικίνδυνο. Αυτές οι εκπομπές θα μπορούσαν, αντιθέτως, να φιλοξενηθούν καλύτερα στο Μακελειό TV.

Πηγή: Ανιστόρητη ΕΡΤ | iefimerida.gr

It’s time for the US to delist the PKK — here’s why | Part I

0

by Meghan Bodette    theregion.org

This November will mark 40 years since the founding of an organization that has gained greater geopolitical prominence than most non-state actors ever will. Millions of Kurds— the world’s largest nation without a state, oppressed by the autocratic states that occupy their lands— support it and consider it their political representation on the world stage. In the struggle against occupation and denial of Kurdish identity, it has evolved an ideology based on direct democracy, ecology, pluralism, and women’s liberation that poses answers to questions asked by political movements around the world for generations.

This is the PKK— Partiya Karkeren Kurdistan in Kurdish, or the Kurdistan Workers’ Party in English. Established on November 27th, 1978 by a small group of revolutionaries who felt that Turkish left movements did not adequately address the Kurdish national question, it grew into a movement comprised of armed groups and civil political organizations in the Kurdish regions of Iraq, Turkey, Iran, and Syria. Its war against the Turkish state began on August 15th, 1984, a date still celebrated by Kurds around the world. The conflict grew throughout the 1980s and 1990s, as the Turkish state intensified its systemic oppression. In the name of “fighting terrorism,” Turkish forces razed villages, displaced hundreds of thousands of civilians, suffocated civil opposition and preserved bans on the Kurdish language and culture.

In 1999, PKK founder and leader Abdullah Ocalan was abducted from Nairobi, Kenya and forcibly returned to Turkey. His arrest and trial sparked international outrage from Kurdish communities— and continues to do so to this day. For ten years of his sentence, he was the sole prisoner on Imrali Island, and he has not been allowed to meet with his family or his lawyers since 2011.

The PKK, and the separate Kurdish organizations that share its ideology, fight on, struggling for what they call democratic autonomy in Turkey, Iraq, Iran, and Syria— a form of grassroots democracy and self-organization that protects the rights of peoples without nation-states and “overcomes” nation-state borders, based on Ocalan’s ideas. Despite facing existential threats from the region’s dictators and Islamists, they have achieved significant successes in this project.

The history of the PKK is a classic story of oppression and resistance— and like many liberation movements around the world, its resistance and struggle have been demonized as “terrorism” by powerful states who benefit from the status quo. The United States, which has historically seen Turkey as a strategic ally and important protector of American interests in the Middle East, designated the PKK as a Foreign Terrorist Organization (FTO) in 1997. At the time, US arms deals with Turkey were at a high point— a 1999 report from the Federation of American Scientists found that, from 1992 to 1998, US arms sales to Turkey were worth more than quadruple the value of all US arms sales to Turkey from 1950 to 1983.

Those arms were, without question, turned against Kurdish civilians. Human Rights Watch found that over 3,000 villages across majority-Kurdish provinces were destroyed and depopulated. Even the U.S. Department of State, in a 1994 document entitled Report on Allegations of Human Rights Abuses by the Turkish Military and on the Situation in Cyprus, admitted that U.S. weapons were ‘ubiquitous’ in the campaigns of forced displacement. Nearly all Turkish combat aircraft were, and still are, purchased from the United States, along with significant amounts of land-based military equipment and police equipment. If the decision to designate the PKK as a terrorist organization was at all related to these weapons sales, it is clear that its greatest immediate impact was to aid the Turkish state’s war on Kurdish civilians and increase US complicity.

The Kurdish movement in Europe, where the PKK has been designated as a terrorist organization by the European Union since 2002 and by individual states for years before, has called on its supporters to speak out against this designation, as it is used to demonize and criminalize all levels of Kurdish resistance and political participation. In these campaigns, many Kurdish activists have pointed out that the traditional justifications for terror designations rarely apply to the PKK, and that listing the PKK shows how these designations more often serve short-term political interests than real assessments of security and human rights. Dilar Dirik, an academic and activist of the Kurdish women’s movement, wrote in 2015 that:

“In Europe, people don’t need to actually commit offenses to be arrested for PKK-membership. In Germany, which pursues the most aggressive criminalization due to the long tradition of German-Turkish political and economic collaboration, the criteria for membership can be mere perceived sympathy, which is answered with phone tapping, psychological and physical violence at demonstrations, home raids, and closures of social and political institutions. Participation in social and political events, which are normally democratic rights protected under international agreements, suffice as membership criteria. Legally registered offices, student organizations, and community centers are under constant suspicion.”

Are the justifications for the PKK’s terror designation any more legitimate in the United States than they are in Europe? An examination of the criteria under which the United States designates FTOs, the PKK’s actions throughout its history, and the political landscape of the Middle East suggests that they are not. Once again, the designation is purely a political signal of support for Turkey, and a reminder to the Kurdish people that the US sees them as a disposable tool of foreign policy. Here, I will outline both the legal and political reasons why the designation is both incorrect and illegitimate— and what a path for overturning it would look like.

U.S. legal justifications

While the delisting process is an inherently political one— it can be done by a Congressional vote, and reflects lobbying and changes in perceived national interests— it is important to first show that there is a legal argument for removing the PKK from the list of designated terror organizations. The explanations laid out in the second part of this piece relate to political considerations, and to proof of ‘sufficiently different circumstances’ that can figure into the US government’s decision to revoke an FTO designation.  The following points relate to the legal process and relevant definitions in the United States for designating— and delisting— an FTO, and how the PKK’s activity relates to it.

According to the U.S. Department of State, the legal criteria for a foreign terrorist organization are:

“The organization must be a foreign organization; the organization engages in terrorist activity or terrorism or retains the capability and intent to engage in terrorist activity or terrorism; and the terrorist activity or terrorism of the organization threatens the security of United States nationals or the national security of the United States.”

In order to be listed as an FTO, the Secretary of State must find that a given organization meets all three of these conditions. If the Secretary of State wishes to revoke an FTO designation, they must find that the circumstances that were the basis for the designation under this definition have changed.

Did the PKK ever meet all three of these criteria? The greatest argument for delisting in strict U.S. government terms rests on the last clause— “and the terrorist activity or terrorism of the organization threatens the security of United States nationals or the national security of the United States.” The organization does neither of those things— nor did it do either of them in 1997.  Paradoxically, the PKK today poses less of a threat to the security of Americans than the state that pushed for the US to list it, Turkey, does.

Just weeks ago, Turkish presidential spokesman Ibrahim Kalin threatened to kidnap individuals residing in the United States who oppose Erdogan, saying that “operations similar to the one conducted in Kosovo can be carried out in other countries.” This refers to an incident in which several Turks living in Kosovo were kidnapped and sent back to Turkey, their families left unaware of their fates. The PKK has never made such a threat against the United States or persons living there. In May of 2017, members of Erdogan’s security detail– some of them armed— brutally beat members of a peaceful pro-Kurdish demonstration just blocks from the White House, hospitalizing several people and leaving them with long-term injuries. Video footage of Erdogan conferring with his bodyguards before the attack suggeststhat he himself may have ordered it. The PKK, in its 40 years of existence, has never harmed a single person within the United States. As in the case of the fight against ISIS, any impartial observer must again confront that the state that pressured the US to list the PKK is far more destructive than the PKK itself is.

The United States has previously delisted organizations that have injured and killed American citizens— like Iran’s Mujahedin e-Kalq (MEK), which now hostsconferences attended by the Washington elite and enjoys a close relationship with National Security Advisor John Bolton.  In its statement announcing the change in that organization’s status, the State Department noted that:

“With today’s actions, the Department does not overlook or forget the MEK’s past acts of terrorism, including its involvement in the killing of U.S. citizens in Iran in the 1970s and an attack on U.S. soil in 1992. The Department also has serious concerns about the MEK as an organization, particularly with regard to allegations of abuse committed against its own members.”

The offenses mention here include the attempted assassination of a US ambassador to Iran, participation in the Iranian hostage crisis in the late 1970s, the successful killing of an American military comptroller, and an armed attack on the Iranian mission to the United Nations in New York City that injured several personnel. These constitute far greater threats to the security of Americans than anything the PKK has done.

There is even an argument to be made, referring again to the role of organizations that espouse democratic confederalist ideology in the fight against ISIS, that the PKK and other groups that share its ideology have in fact protected civilians in the US and around the world from terrorist attacks.  According to the World Economic Forum, global terrorism has declined for the past three years in a row— the same three years during which democratic confederalist organizations cleared more of Syria from ISIS than any other actor in the conflict, liberating key cities like Raqqa and organizing vulnerable communities, like the Yezidis of Shingal, for self-defense. Defeating ISIS militarily and building up resilient societies that resist extremism without outside intervention makes the world safer. Democratic confederalist organizations, including the PKK, have done this.

It is clear that the clause related to targeting Americans is the most relevant part of the designation criteria to challenge in this case: it is something the organization simply has not done and does not threaten to do. Yet a strong case can also be made that the actions of the PKK do not constitute terrorism– but rather a struggle for national liberation and resistance to occupation, an insurgency, or the actions of a legitimate party to a civil war. Neither of these contexts are synonymous with terrorism, and many of non-state actors in both roles are not designated as FTOs by the United States.

A significant body of international legal literature and precedent, much of which refers to struggles in Palestine and South Africa, affirms and develops the right to armed resistance to occupation. UN Resolution 37/43, adopted by the General Assembly in 1982, says that the UN “[r]eaffirms the legitimacy of the struggle of peoples for independence, territorial integrity, national unity and liberation from colonial and foreign domination and foreign occupation by all available means, including armed struggle” and “[r]eaffirms the inalienable right of…all peoples under foreign and colonial domination to self-determination, national independence, territorial integrity, national unity and sovereignty without outside interference.” The same resolution condemns Western states that had “political, economic, military, nuclear, strategic, cultural and sports relations” with the apartheid regime in South Africa, and called on all states to support an arms embargo against it. It also condemns Israeli war crimes, including its “expansionist” activities and the bombing of Palestinian civilians.

This remarkable document shows that even the United Nations— not exactly a bastion of radicalism— defended the right to armed struggle two years before the PKK fired its first shots against Turkish forces. It is not hard to find commonalities between the behavior of the regimes the resolution condemns and the behavior of the Turkish state towards its own Kurdish minority and towards Kurdish populations in Iraq and Syria— examples of denials of basic rights based on ethnicity, forced assimilation, military attacks on civilian populations, and expansionism can be found throughout the history of the Turkish relationship with the Kurdish people. The UN, in fact, does not list the PKK as a terrorist organization, and two UN Security Council members— Russia and China— do not list it either.

Richard Falk, who served for six years as the UN Special Rapporteur on the Situation of Human Rights in the Palestinian Territories Occupied since 1967, wrote an international legal defense of armed Palestinian resistance to Israeli occupation that also has relevant implications when considering what is and is not terrorism. Falk found that:

“Israel’s failures to abide by international law, as a belligerent occupant, amounted to a fundamental denial of the right of self-determination, and more generally of respect for the framework of belligerent occupation — giving rise to a Palestinian right of resistance. In essence, we argued that the first intifada was a valid expression of this right of resistance — not illegal or criminal behavior on the part of the Palestinians, although specific Palestinian acts were still subject to applicable standards of international humanitarian law.”

What Turkey has done to the Kurdish people throughout the history of its existence as a state has violated international law, cannot be described as anything other than “a fundamental denial of the right to self-determination”— and so could be interpreted to give rise to a Kurdish right of resistance.

The PKK’s armed struggle could also be construed as the actions of an insurgent group or a party to a civil war– neither of which are automatically designated as terrorists. The US, in fact, refuses to list insurgent groups that fit the criteria for a terror designation far better than the PKK does. The Afghan Taliban, notably, is not a designated FTO— despite its consistent attacks on US nationals and support for the deadliest terror attack in US history— because the US feels that such a designation would hinder negotiations with the group. Former U.S. Special Representative for Afghanistan and Pakistan James Dobbins said in a 2017 interview with Voice of America that “[t]here is no doubt that the Taliban occasionally attacks civilians intentionally, not accidentally, and that’s the definition of terrorism. And, thus, the designation would be accurate enough. The question is whether or not it would serve the U.S. and Afghan government purposes for that step to be taken.”

The US lists only 67 entities as FTOs, a fraction of the number of non-state actors participating in armed conflicts around the world today. The PKK is not a uniquely bad actor– in fact, it has signed on to the Geneva Conventions, repeatedly expressed its willingness to participate in peace negotiations with the Turkish state, and, as referenced before, was instrumental in the defeat of perhaps the worst actor in the Syrian conflict and saving a vulnerable religious minority. Considering the organization as an insurgent organization or party to an intrastate armed conflict would not be out of line with its behavior.

How could it be done?

Currently, there are two ways for an FTO to be delisted. US law stipulates that a terror designation can either be revoked by Congress, or removed if a review by the Secretary of State finds that “the circumstances that were the basis for the designation have changed in such a manner as to warrant revocation.” The designated organization itself can petition for review; if five years have passed without a review, the Secretary of State must conduct one. Section 219 of the Immigration and Nationality Act, which governs this process, says that the organization petitioning a review must “provide evidence in that petition that the relevant circumstances described in paragraph (1) are sufficiently different from the circumstances that were the basis for the designation such that a revocation with respect to the organization is warranted.”

There are pros and cons to each possible method. US governing institutions are not created equal— Congress as a whole is more open to radical change on foreign policy than the State Department, which shows a preference for established allies like Turkey, is. A bill can take months, if not years, to pass Congress, and then must be signed by the President— a time-consuming process that must secure the approval of many people. A review by the Secretary of State would be faster and involve fewer sources of input. The partisan makeup and specific personalities involved also play a factor— divisions within the current Congress and administration over the US-Turkey relationship illustrate this. Department of Defense officials and Special Envoy to the Global Coalition to Defeat ISIS Brett McGurk, for example, are more willing to support the YPG, SDF, and Democratic Autonomous Administration of Northeast Syria at the expense of Turkish preferences than individuals affiliated with the Department of State and CIA are. Such divisions even exist within individual agencies themselves. Secretary of State Mike Pompeo is more confrontational with Turkey than former Secretary of State Rex Tillerson was— as the case of Andrew Brunson shows. A petition for reconsideration would have to come directly from the organization itself— while pressure for a Congressional revocation would rely on lobbying from non-proscribed individuals and groups within the United States.

It is beyond the scope or intention of this article to suggest which route would be most conducive to an effective delisting process. However, that both routes have benefits and drawbacks that must be considered is important to note for anyone considering all practical aspects of the process.

It is also important to note that, for both process, there must be proof that circumstances today are “sufficiently different” from the circumstances under which the PKK was designated as a terrorist organization in 1997, and there must be political will for delisting— US politicians must be able to say why they are making this choice. There are several arguments that would likely meet and surpass this standard. They will be presented in the second part of this piece.

It’s time for the US to delist the PKK— here’s why | Part II

by Meghan Bodette    

This is the second part of a two-part piece on the legal, political, and historical arguments for delisting the PKK.  

In 1997, the US placed an FTO designation on an organization fighting a little-known war for national liberation against the second-largest NATO power— a state that the US sought to maintain close relations with. Today, Turkey purchases advanced missile systems from Russia, imprisons Americans, and warns world leaders that their citizens will not be able to walk safely in the streets if Western leaders criticize Erdogan’s human rights crackdown— while the PKK fights ISIS and proves its willingness to negotiate for peace, and the broader Kurdish movement based on Ocalan’s ideas takes a place on the world stage. If there ever was a time to push for delisting in terms that even skeptical policymakers can understand, it is now.

In one narrow sense, related to the text of the revocation criteria alone, circumstances have not changed from 1997— as the PKK did not fit the US definition for an FTO then, and it does not do so now. However, recognizing that FTO designations are political, one can argue that political circumstances and facts on the ground have changed drastically. What was an illegitimate decision at that time is borderline nonsensical now, even from the limited perspective seen by powerful states. The following points discuss key political changes that prove this.

The war against ISIS

The primary political reason to reconsider the PKK’S FTO designation  offered in American policy discourse today relates to the PKK’s role in the fight against ISIS in Iraq and Syria. In 2016, David L. Phillips, a former senior State Department official, and Kelly A. Berkel, a national security lawyer, argued in Lawfare Blog that “removing the Kurdistan Workers’ Party (PKK) from the State Department’s list of Foreign Terrorist Organizations (FTOs) would create conditions for greater security cooperation between the United States and the PKK in the fight against the Islamic State in Iraq and Syria (ISIS).” A 2015 report from a Bipartisan Policy Center task force made up of several former government officials, including former US ambassadors to Turkey, recommended that “the U.S. government should open discussions on the PKK’s role in the ISIS conflict, its peace process with the Turkish state, and whether or not it should still be designated a terrorist organization.”

There are several clear reasons why this argument is made so often. Significant among them is the fact that the PKK was one of the first actors to respond to the threat that ISIS posed to the region’s most vulnerable communities. Their mobilization in Sinjar in 2014 is credited with saving thousands of lives at a time when stronger regional and international powers had yet to act.

It is important here to remember the situation in Sinjar immediately before ISIS attacked. The province was and remains home to Iraq’s Yezidi community, a religious minority indigenous to the region that had been persecuted both under Ba’athist rule and under the Kurdistan Regional Government. Islamists considered them to be “devil-worshippers”, and have targeted them for grave violence throughout history— in fact, the Yezidi community considers the genocide they faced at the hands of ISIS to be the 74th firman, or genocide, in their people’s history.

Kurdistan Democratic Party (KDP) peshmerga forces were responsible for security in the province, and ISIS had been present in neighboring areas for some time. The day before the attack, KDP forces retreated completely, leaving Sinjar defenseless. Some survivors of the massacre recount that they refused to even leave their weapons for local Yezidis to defend themselves with as they withdrew. This abandonment allowed ISIS to murder thousands of men and abduct over 10,000 women and children— around 2,000 of whom are still held by the group to this day. Abducted women and girls were sold into slavery, and young boys forced to become child soldiers. The United States and international bodies like the United Nations havereferred to the massacres as a genocide.

Those who escaped— about 50,000 people— fled towards Mount Sinjar, where they were trapped without access to food or water. While the US had dropped aid and approved limited airstrikes, and Iraqi forces would soon begin to airlift people to safety, the first group to intervene on the ground to break the siege was the PKK.

Alongside the Syrian Kurdish People’s and Women’s Protection Units (YPG and YPJ), PKK guerillas established a secure corridor to Kurdish-controlled areas in Syria through which the trapped Yezidis could safely escape. They are credited withrescuing as many as 35,000 people. Yezidi survivors of the siege said at the time that “if the PKK didn’t save the Yezidis, you wouldn’t see a single one alive” and that it was not the Americans who saved them, but rather “God and the PKK.”

That the organization rescuing victims of what was perhaps ISIS’ greatest atrocity had a legal designation in the eyes of the US government no different from that of ISIS is an irony that, as noted before, was not lost even on the limited realm of American foreign policy discourse. The PKK went on to play a key role in the liberation of Kobani, while Turkey allowed ISIS to attack the city from its side of the Syrian border— another contradiction that even institutions supportive of the status quo found impossible to ignore.

The battle for Kobani, a Syrian Kurdish city on the border with Turkey, was regarded as decisive by all parties to the conflict. At one point, Kurdish forces controlled only a few buildings in the city. American observers believed that an ISIS victory would strengthen the group in Syria and give it a base from which to attack Turkey– a NATO member state.

In reality, Turkey feared a Kurdish victory more, threatening its own Kurdish population and refusing to engage militarily with ISIS fighters on its border while allowing Islamist foreign fighters easy passage to Syria. Turkish indifference to— and even support for—ISIS were well-documented throughout the Syrian conflict. New York Times reporter Rukmini Callimachi said that the group used Turkey as a “rear base, transit hub and shopping bazaar.” Wounded fighters were treated inTurkish hospitals, and Turkish officials were reported to have either turned a blind eye to oil smuggling through Turkey or to have actively participated in— and profited from— the illicit trade.

While elements of the Turkish state worked in concert with ISIS as the terror group brought unprecedented devastation to Syria, the PKK continued to fight against it. Senior PKK commander Murat Karayilan called on Kurds in Turkey to join the YPG and participate in the resistance. The PKK fought alongside the YPG and YPJ to defend, and eventually liberate, the city. The battle for Kobani marked the first instance of outside state support for the Kurdish groups fighting ISIS, with Coalition airstrikes targeting jihadist positions as Kurdish fighters drove them back on the ground. Once again, an organization forming a key element of the resistance to violent Islamism shared the same terror designation as the Islamists it fought.

When discussing Syria, as is done here, it is important to note that the YPG is not the PKK, and that the total conflation of the two groups is wrong. They have different goals and different means of achieving them. The stated aim of the YPG is to defendNorthern Syria along the principles of “legitimate defense” and “democratic society, ecology and woman’s liberation.”

Yet they do share an ideology— democratic confederalism, a system developed by imprisoned PKK leader and founder Abdullah Ocalan that stresses bottom-up participatory democracy, religious and ethnic autonomy and pluralism, and women’s liberation.  Where it has been implemented in Syria, in areas under YPG control, democratic confederalism has brought about the most stable, sustainable and democratic governance seen under any authority in the country. A person living under the Democratic Autonomous Administration of Northeast Syria enjoys the right to participate and vote in a commune made up of all voting-age persons in their neighborhood, as well as the right to vote in regional elections. Three official languages reflect local linguistic diversity, and religious freedom is protected for all. Autonomous women’s organizations fight to advance women’s rights in a conservative region, giving women the education and support they need to participate fully in social, economic, and political life.

While challenges still exist, the system provides a much-needed alternative to Ba’athism and Islamism that is proven to succeed in Kurdish and non-Kurdish areas alike. The stability it provides is a stark alternative to the “stability” and “democracy” that both local dictators and their Western backers claim to impose through authoritarianism, invasion, and repression. Where foreign interventions and brutal dictators encouraged extremism, democratic confederalism is a wholly local ideology that fights extremism and provides authentic self-determination. This is a component of the struggle against ISIS that Kurdish organizations have implemented in a way that no other actors can— and should be noted when considering whether what other democratic confederalist organizations do is worth labeling as “terrorism.”

Ideological Change

An explanation of the origins of democratic confederalism itself is also politically relevant to the case for delisting the PKK— though less prevalent in Western discourse. The PKK was founded as a Marxist-Leninist organization seeking Kurdish national liberation and the establishment of a socialist Kurdish state. It adopted democratic confederalist ideology in 2003, after years of struggle against Turkish state repression and the abduction and imprisonment of Ocalan. In his own discussions of the shifts in his views, Ocalan acknowledges the reasons why ideological change was needed, and discusses the hope that this new paradigm would lead to increased chances of peace and freedom for the Kurdish people. In War and Peace in Kurdistan, he writes:

“The PKK believed that the armed struggle would be sufficient for winning the rights that the Kurds had been denied. Such a deterministic idea of war is neither socialist nor democratic, although the PKK saw itself as a democratic party. A really socialist party is neither oriented by state-like structures and hierarchies nor does it aspire to institutional political power, of which the basis is the protection of interests and power by war. The supposed defeat of the PKK that the Turkish authorities believed they had accomplished by my abduction to Turkey was eventually reason enough to critically and openly look into the reasons that had prevented us from making better progress with our liberation movement. The ideological and political cut undergone by the PKK made the seeming defeat a gateway to new horizons.”

Here, he makes a criticism of hierarchy and “state-like structures”— criticisms essential to democratic confederalism, which rejects these ideas in favor of direct democracy, people’s assemblies, and the need to overcome the nation-state. He also notes that the ideological change came after a serious inquiry into the reasons for past difficulties the organization faced. In another book, Prison Writings: The PKK and the Kurdish Question in the 21st Century, this case is developed further.

The ideological shift is important to the political context of delisting the PKK, because, as will be discussed later in the piece, a key criterion for removing an organization’s terror designation is proof that the circumstances under which the organization was listed have changed substantially. That the PKK itself openly made changes based on a critical evaluation of past actions— and adopted an ideology that laid the groundwork for a free, peaceful Syria— is as serious evidence of such a change as a group could hope for. That the shift and the reasons for it are well-documented in Ocalan’s writings and in statements from senior figures active in the day-to-day leadership of the organization is also beneficial for such a case. Serra Hakyemez, explaining factors that led up to the attempted peace process between 2012 and 2015, argued that Ocalan’s writings from prison and new view of the PKK’s goals were a reason why talks could succeed at that time:

“Drawing on Öcalan’s prison writings, the PKK redefined its political strategy as securing autonomous regions for Kurds in their respective countries rather than establishing an independent and united Kurdistan…Under these circumstances, the AKP was in a position to engage with the PKK to outline the terms and conditions of Kurdish autonomy in a democratized Turkey.”

Use against Kurds and dissidents

Another political argument for delisting that is not present in Western policy discourse is the fact that the designation legitimizes Turkish attempts to punish Kurdish culture and civilian political participation. The history of Turkish repression against the Kurdish people is not up for debate. The Kurdish language and the word “Kurdistan” itself were banned until the 1990s. Cultural celebrations like Newroz are met with massive police violence— Newroz itself was banned outright until 1995. and Kurdish communities have faced massacres, displacement, forced assimilation, mass incarceration and torture since the founding of the Turkish state. Any Kurd in Turkey who defies this oppression in any way can be— and is— charged with terrorism.

Since Turkish president Recep Tayyip Erdogan’s crackdown after a failed coup in July 2016 alone, individuals have been jailed on terror-related charges for offenses like singing Kurdish songs, opposing war, or simply fulfilling their duties as elected officials with a popular mandate to represent their districts.  Local elected officials in 27 Kurdish municipalities were removed due to supposed PKK links and replaced by state-appointed Justice and Development Party (AKP) trustees loyal to Erdogan— who has since threatened to implement the same procedure if members of the pro-Kurdish Peoples’ Democratic Party (HDP) succeed in local elections. Several HDP parliamentarians, including the party’s former co-chairs Selahattin Demirtas and Figen Yuksekdag, have been in jail for two years without receiving their full sentences. Demirtas is charged, among other imagined offenses, with “founding a terrorist organization”— despite being just five years old when the PKK was established. Other terror charges against him relate to speeches given at Newroz, a new year’s celebration important in Kurdish culture, that spoke positively of the peace process between the PKK and the Turkish state that took place at that time.

American citizens are not exempt from this farcical justice. Evangelical pastor Andrew Brunson, who had lived and worked in Turkey for years, was arrested in 2016 and charged with being both a member of the PKK and a Gulenist— two organizations that are in conflict with each other. When a deal between the US and Turkey was achieved and Brunson was released, key witnesses in the trial recanted their testimonies linking him with the groups, allowing the court to issue a lighter sentence. This shows what terror charges often are in Turkey– nothing more than a political tool.

By listing the PKK as a terrorist organization, the US strengthens that tool. While the State Department only designates certain armed branches and political affiliates, Turkey considers any Kurdish political or cultural expression it disapproves of to be “PKK terrorism.” Turkey is then able to say that the US approves of this “war on terror”—  which is actually a war on the Kurdish people as a whole, and an effort to force them out of political and cultural life. If the US does not want to legitimize terror prosecutions for speeches calling for peace, protests against ethnic cleansing and war, political detentions, and hostage-taking, it could make it clear to Turkey that it does not accept the legal justification for such actions by refusing to list the PKK as a terrorist organization.

Willingness to Negotiate

A fourth political factor is the PKK’s proven willingness to engage in peace negotiations with the Turkish state— and in turn, the positive effects that delisting would have on such negotiations were they to resume. Willingness to negotiate does not by itself show that an organization should not be designated— many genuine terrorists and war criminals are all too happy to engage in international negotiations— but, as with the ideological change, it is another important difference in circumstances that shows how the PKK does not deserve its designation.

The most recent round of peace negotiations lasted from 2012 to 2015. In late 2012, Erdogan revealed that negotiations related to a solution to the conflict were underway. Ocalan himself called on the PKK to lay down arms and leave Turkish territory during that time, in a letter sent from prison that was read at Newroz celebrations in March 2013:

“We have come to a point today where guns shall be silenced and thoughts and ideas shall speak. A modernist paradigm that ignores, denies and externalizes has collapsed. Blood is being shed from the heart of this land, regardless of whether it is from a Turk, Kurd, Laz or Circassian. A new era begins now; politics comes to the fore, not arms.”

Erdogan, who was Prime Minister of Turkey at the time, responded relatively positively:

“Perhaps they will go to Iraq, perhaps to Syria, or perhaps to Europe, particularly the Scandinavian countries. I cannot know that. What’s important to me is peace in my country. The thing I know is that when they go, the atmosphere of my country will change when we realize the economic boom in the east [after the withdrawal].”

The ceasefire that was called for did take place, and PKK fighters moved from Turkish to Iraqi territory two months later. In 2014, a survey found that 57% of the country as a whole supported the peace process— and 83% of Kurds did.

After the June 2015 elections, when the HDP passed Turkey’s notably high electoral threshold for the first time and entered parliament, the AKP was left without enough seats to form a majority government on its own. This led to a renewed crackdown on the Kurdish people— including the end of the peace process and the ceasefire. By early 2016, entire Kurdish cities were besieged and destroyed on the pretext of “fighting terrorism.”

That negotiations broke down from the AKP side, rather than the PKK side, shows that the organization made all efforts possible to ensure that talks would work, and that under the right conditions they would likely be willing to do so again. This could also fulfil the requirement to prove a change in circumstances necessary for an organization’s FTO designation to be revoked, and, like the first two points, is well-documented. In turn, delisting could actually encourage a renewed peace process, as it would weaken the international legitimacy of Turkish claims that the PKK is an organization too dangerous to negotiate with.

In light of all of this, it is clear that the PKK’s terror designation is in fact a political, not security-based, one; that the political and legal arguments for delisting are stronger than the ones that placed the PKK on the list of FTOs in 1997; and that it can be proven that circumstances between now and then have changed sufficiently to claim that the PKK should no longer be designated. There is a very strong case, then, for the United States to delist the PKK, and end the criminalization of a movement seen as legitimate and necessary resistance to the people it defends. It will not erase the legacy American crimes against the Kurdish people— but it will recognize one injustice, and bring policy in line with realiy.

https://theregion.org/article/13186-the-pkk-was-never-terrorist-organization-it-039-s-time-for-us-to-delist-it-part-ii

Η κόντρα Ερντογάν-ΗΠΑ ενδιαφέρει την Ελλάδα

1

του Σάββα Καλεντερίδη.

Στο άρθρο μας της Παρασκευής γράφαμε ότι «από μέρα σε μέρα, αν όχι από στιγμή σε στιγμή, αρχίζει μια νέα επιχείρηση εισβολής στη Συρία, με στόχο τους Κούρδους». Όντως, τις βραδινές ώρες της Πέμπτης προς Παρασκευή, τουρκικά αεροσκάφη F-16 βομβάρδισαν το στρατόπεδο Κούρδων προσφύγων Μαχμούρ, που βρίσκεται νοτίως της Ερμπίλ, και το όρος Καρατσόκ, στην επαρχία Σιντζάρ, όπου η πλειονότητα των κατοίκων είναι Κούρδοι γεζίντι.

Στην επιχείρηση συμμετείχαν είκοσι F-16, ένα αεροσκάφος ανεφοδιασμού στον αέρα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη παρατήρησης, και προσβλήθηκαν τριάντα στόχοι του PKK, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού ΓΕΕΘΑ.

Στον επίσημο λογαριασμό του στο twitter ο διευθυντής Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας Φαχρετίν Αλτούν, έγραψε για το θέμα: «Απόψε οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις πραγματοποίησαν μια πετυχημένη αεροπορική επιχείρηση στο Σιντζάρ και το όρος Καρατσόκ, σημαντικά κέντρα συγκέντρωσης των ομάδων των τρομοκρατών που αποτελούν απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και την εθνική μας ασφάλεια. Η επιχείρηση αυτή είναι ένα χτύπημα στην τρομοκρατία και ένα μήνυμα στους υποστηρικτές της».

Για την ίδια επιχείρηση ο υπουργός Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, που την παρακολούθησε από την Αίθουσα Επιχειρήσεων, δήλωσε: «Η αποστολή αυτή περατώθηκε. Οι προετοιμασίες για τις επόμενες επιχειρήσεις συνεχίζονται με την ίδια σοβαρότητα και αποφασιστικότητα και θα είμαστε έτοιμοι γι’ αυτές».

Την Παρασκευή, λίγες ώρες μετά την επιχείρηση, ο Ερντογάν, μιλώντας σε εκδήλωση του Δικαστικού Σώματος, έδινε ένα ξεκάθαρο και απειλητικό μήνυμα προς τις ΗΠΑ: «Χθες βράδυ πραγματοποιήσαμε τις επιχειρήσεις μας στο Ιράκ, στο Σιντζάρ, το Καρατσόκ και το Μαχμούρ, που αποτελούν μόνιμη απειλή για τα σύνορά μας. Θα σταματήσουμε εκεί; Όχι, θα ακολουθήσουν κι άλλες επιχειρήσεις. Όπου υπάρχει απειλή για εμάς, θα πάρει την απάντησή της. Αυτές οι τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως και να ’χει, θα εξολοθρευτούν… Στη βόρεια Συρία οι ΗΠΑ έχουν 22 στρατιωτικές βάσεις. Στέλνουν όπλα, εξοπλισμό και πυρομαχικά, που καταλήγουν στο PKK, το PYD και το YPG».

Συνεχίζοντας ο Ερντογάν είπε: «Η Ιεράπολη/Μένπετζ είναι ένα μέρος που κατοικείται σε ποσοστό 85-90% από Άραβες. Όμως έχει παραχωρηθεί εξ ολοκλήρου στον έλεγχο των τρομοκρατικών οργανώσεων. Είπαν ότι θα εκκενώσουν την περιοχή από αυτούς, όμως δεν τους έχουν διώξει. Τώρα τους λέμε ότι αφού δεν τους βγάζετε εσείς, θα εισβάλουμε στην Ιεράπολη/Μένπετζ, για να το κάνουμε εμείς. Το δηλώνω ανοικτά, η Τουρκία έχασε πολύ χρόνο περιμένοντας να πραγματοποιήσει την επιχείρηση ανατολικά του Ευφράτη εναντίον των τρομοκρατών.

»Από τούδε και στο εξής δεν μας έχει μείνει άλλο υπομονή».

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις δηλώσεις που αφορούν την προετοιμασία της επιχείρησης ανατολικά του Ευφράτη, που ο Τούρκος υπουργός Άμυνας στην ουσία μας είπε ότι ξεκίνησε το βράδυ της Πέμπτης, με την αεροπορική επιχείρηση στο Καρατσόκ και το Μαχμούρ, στο έδαφος του Ιράκ.

Όσον αφορά τη στάση των ΗΠΑ, έχουμε την επίσκεψη που έκανε εκτάκτως στην Άγκυρα ο Ειδικός Απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Συρία, πρέσβης Τζέφρι, στις 8 Δεκεμβρίου, όταν άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας στοιχεία για την επικείμενη επιχείρηση των ΤΕΔ ανατολικά του Ευφράτη.

Στην εν λόγω επίσκεψη ο Τζέφρι, αφού άκουσε από το στόμα του Χουλουσί Ακάρ και του συμβούλου του Ερντογάν Ιμπραχίμ Καλίν για άλλη μια φορά τη δεδηλωμένη αποφασιστικότητα της Τουρκίας να πραγματοποιήσει την επιχείρηση παρά τις προειδοποιήσεις της Ουάσινγκτον, ο Αμερικανός διπλωμάτης φέρεται να είπε στους Τούρκους αξιωματούχους: «Αν οποιαδήποτε χώρα επιχειρήσει να κάνει μονομερείς ενέργειες στη βόρεια Συρία, αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους στρατιώτες μας που βρίσκονται εκεί. Πιο πριν έγινε μια ανάλογη ενέργεια στην περιοχή της Ντερ εζ Ζορ.* Κι εμείς χρησιμοποιήσαμε το δικαίωμα στην αυτοάμυνα και απαντήσαμε. Οι ΗΠΑ επιχειρούν στον περιοχή εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, από κοινού με τις Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (οι δυνάμεις του PYD/YPG αποτελούν τη ραχοκοκαλιά τους). Αυτό γίνεται ανατολικά του Ευφράτη, στην Ντερ εζ Ζορ αλλά και στη Ράκα».

Να έλθουμε τώρα στο ζουμί της υπόθεσης: Οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει επισήμως και σε κάθε τόνο ότι οι Κούρδοι της Συρίας, και συγκεκριμένα οι δυνάμεις του PYD/YPG, αποτελούν στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ και ότι είναι απαραίτητοι στην αντιμετώπιση του ΙΚ. Μάλιστα, τις μέρες αυτές είναι σε εξέλιξη κοινή επιχείρηση Κούρδων και Αμερικανών στην κάτω κοιλάδα του Ευφράτη, όπου τα τελευταία προπύργια των τζιχαντιστών.

Επίσης, οι ΗΠΑ έχουν ανακοινώσει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι θα ιδρύσουν αριθμό φυλακίων-παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνόρων Τουρκίας-Συρίας, τα οποία θα διασφαλίζουν ότι δεν πρόκειται να διεισδύσει κανείς στην τουρκική πλευρά και να απειλήσει την Τουρκία.

Άρα, γίνεται φανερός ο στόχος των ΗΠΑ να ιδρύσουν ένα αυτόνομο κουρδικό κράτος στη βόρεια Συρία, το οποίο θα αποτελεί μείζονα απειλή για την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας, εξού και οι απειλές Ερντογάν και η μεγάλη κόντρα με τις ΗΠΑ.

Το τεράστιας σημασίας ζήτημα για τον Ελληνισμό, την Κύπρο και την Ελλάδα, είναι το εξής: Αν τελικά η Τουρκία κάνει πράξη τις απειλές και επιτεθεί σε έναν σύμμαχο των ΗΠΑ, με τον οποίο μάλιστα την ίδια στιγμή ο αμερικανικός στρατός διεξάγει κοινές επιχειρήσεις, τότε εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Τουρκία δεν έχει ανάγκη πλέον το «πράσινο φως» που μέχρι τώρα γνωρίζαμε ότι άναβε από πλευράς Ουάσινγκτον κάθε φορά που είχαμε ελληνοτουρκική κρίση, από την εισβολή στην Κύπρο μέχρι σήμερα.

Αυτή η διαπίστωση πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τους εγκεφάλους του ελληνικού ΥΠΕΞ, του ΥΠΕΘΑ και των λοιπών αρμόδιων υπηρεσιών, ειδικά τώρα που είναι σε εξέλιξη ο στρατηγικός διάλογος Ελλάδας-ΗΠΑ.

Θα επανέλθουμε στο θέμα, το οποίο θεωρούμε ότι για περισσότερο από έναν λόγους είναι ίσως το σοβαρότερο από όλα όσα είναι σε εξέλιξη και απαιτεί να δείξουμε προσοχή και σοβαρότητα.
____
* Στις 7 Φεβρουαρίου 2018 μια μονάδα Ρώσων και Ουκρανών μισθοφόρων, ενεργώντας για λογαριασμό Ρώσου ολιγάρχη, ιδιοκτήτη πετρελαϊκής εταιρείας, επιχείρησε να προελάσει ανατολικά του Ευφράτη, από Χισάμ, για να καταλάβει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Conoco, τις οποίες κατέχουν Κούρδοι και Αμερικανοί, διαχειριζόμενοι την παραγωγή. Τότε οι ΗΠΑ ειδοποίησαν τη Ρωσία και επιτέθηκαν εναντίον των μισθοφόρων, με αποτέλεσμα να έχουμε πάνω από 400 νεκρούς και τραυματίες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στη Ρωσία με μεταγωγικά αεροσκάφη.

Αυτή την επίθεση εννοεί ο Τζέφρεϊ, όταν αναφέρεται στο δικαίωμα της αυτοάμυνας.

pontos-news.gr

Προκλήσεις και διλήμματα για τη ρωσική αρκούδα

0
  • του Eugene Chausovsky Stratfor/ euro2day.gr

Οι Ρώσοι θεωρούν πως η αντιπαράθεση Ρωσίας-Δύσης πιθανότατα θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς η Μόσχα θα είναι απρόθυμη να κάνει υποχωρήσεις σε ΗΠΑ και ΕΕ. Οι σχέσεις με το Πεκίνο και η καχυποψία. Ποιες είναι οι προκλήσεις για τον Πούτιν.

Ήταν Οκτώβριος του 1939 και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ μιλούσε στο ραδιόφωνο του BBC, περιγράφοντας τη Ρωσία: «Είναι ένας γρίφος, τυλιγμένος σε ένα μυστήριο, μέσα σε ένα αίνιγμα». Φυσικά, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε μόλις αρχίσει και το ερώτημα αναφορικά με τις προσθέσεις της Σοβιετικής Ένωσης –και ιδιαίτερα οι σχέσεις της με τη Ναζιστική Γερμανία- ήταν ύψιστης σημασίας για το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα.Ολοκληρώνοντας τον χαρακτηρισμό του για τη Ρωσία, ο Τσόρτσιλ είπε: «Δεν μπορώ να σας προβλέψω τις ενέργειες της Ρωσίας… ίσως όμως υπάρχει ένα κλειδί. Αυτό το κλειδί είναι τα ρωσικά εθνικά συμφέροντα».Αυτή η δήλωση έχει μοναδική σχέση με τη δουλειά που κάνουμε στο Stratfor. Παράγουμε προβλέψεις και οι προβλέψεις μας καθοδηγούνται από μια πολιτική μεθοδολογία που εξετάζει πρώτα και πάνω απ’ όλα τα ευρύτερα εθνικά συμφέροντα πάνω από τις υποκειμενικές σκέψεις μεμονωμένων ηγετών, υπεύθυνων λήψεως αποφάσεων και απλών πολιτών. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως αυτοί οι άνθρωποι και οι υποκειμενικές τους σκέψεις δεν έχουν καμία σημασία.

Με οδηγό τη γεωγραφία και τις γεωπολιτικές προτεραιότητες ενός κράτους, τα εθνικά συμφέροντα παρέχουν το πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσεται μακροπρόθεσμα η τροχιά που ακολουθεί το κράτος. Όμως βραχυπρόθεσμα, οι άνθρωποι –από τους πολιτικούς μέχρι τους επιχειρηματικούς ηγέτες, μέχρι τους εργάτες- έχουν επίπτωση στη διαμόρφωση της πολιτικής και της τροχιάς που ακολουθεί το κράτος τους.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτές τις αρχές, πρόσφατα επισκέφθηκα τη Ρωσία. Έχοντας μόλις ολοκληρώσει την εργασία για τις Ετήσιες Προβλέψεις του 2019 του Stratfor, ήθελα να δοκιμάσω τις προβλέψεις μας στη βάση και να δω πώς συγκρίνονται με την οπτική των ίδιων των Ρώσων πολιτών. Φυσικά, η Ρωσία είναι ένα μεγάλο και ποικιλόμορφο μέρος και είναι αδύνατο να αποτυπωθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα σε μια χώρα τόσο μεγάλη και περίπλοκη όσο η Ρωσία. Όμως η επίσκεψή μου –που περιελάμβανε στάσεις στην γενέτειρά μου τη Μόσχα, καθώς και στην Αγία Πετρούπολη, το Καζάνκ και ορισμένες μικρές πόλεις ενδιάμεσα – και οι συζητήσεις με πολίτες διαφόρων υποβάθρων και επαγγελμάτων, παρείχε μια εξαιρετική ευκαιρία να δοκιμάσω τις προβλέψεις μας σε σχέση με τις πραγματικότητες και της απόψεις επιτόπου.

Η ρωσική αντίληψη για την αντιπαράθεση Ρωσίας-Δύσης

Στον τίτλο της πρόβλεψής μας για την Ευρασία βρίσκεται η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Από την ουκρανική επανάσταση του Ευρωμαϊντάν το 2014 –μαζί με την επακόλουθη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και την παροχή στήριξης στους αυτονομιστές της ανατολικής Ουκρανίας – η Μόσχα και η Δύση έχουν εμπλακεί σε μια αντιπαράθεση που περιλαμβάνει τα πάντα, από στρατιωτική ανάπτυξη και οικονομικές κυρώσεις μέχρι κυβεροεπιθέσεις, διάδοση προπαγάνδας και πολιτική ανάμειξη.

Το στρατηγικό συμφέρον της Ρωσίας να διατηρήσει την Ουκρανία και την υπόλοιπη πρώην Σοβιετική περιφέρειά της στην σφαίρα επιρροής της, σε αντίθεση με την επιθυμία της Δύσης να στερήσει από τη Ρωσία αυτή τη σφαίρα επιρροής, έχει δώσει ένα υπόβαθρο για αυτή την αντιπαράθεση, η οποία έχει τώρα εξαπλωθεί από τα Ευρωπαϊκά σύνορα στη Συρία και στη Βόρεια Κορέα. Το 2019, η αντιπαράθεση αυτή πιθανότατα θα ενταθεί, καθώς οι συνθήκες για τον έλεγχο των όπλων θα καταρρέουν και οι κυρώσεις θα επεκτείνονται.

Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη των Ρώσων με τους οποίους μίλησα, οι εντάσεις μεταξύ της Μόσχας και της Δύσης ήρθαν για να μείνουν. Δικαίως ή αδίκως, οι Ρώσοι θεωρούν τη χώρα τους ως μια μεγάλη δύναμη που της αξίζει να έχει σημαντικό λόγο στην παγκόσμια σκηνή. Πολλοί πολίτες πιστεύουν πως η Δύση, ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, προσπαθούν ενεργά να υπονομεύσουν τη Ρωσία, τόσο σε ότι αφορά τον ρόλο της στον κόσμο, όσο και στην εσωτερική της σταθερότητα και συνοχή.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι άνθρωποι περιέγραψαν τη Ρωσία ως μια χώρα που δεν ανταποκρίνεται καλά στην πίεση από το εξωτερικό· πολλοί την περιέγραψαν επίσης ως ένα «οχυρό υπό πολιορκία». Όσο περισσότερο αντιμετωπίζει η Μόσχα αυτή την πίεση -και πάλι, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ- τόσο περισσότερο θα επιμένει στις θέσεις της και θα προσπαθεί να προστατεύσει από πού θεωρεί πως είναι δικαιωματικά στρατηγικά της συμφέροντα.

Η ουκρανική σύγκρουση είναι ένα παράδειγμα. Η σταθερή γραμμή της Ρωσίας είναι πως η επανάσταση του Ευρωμαϊντάν ήταν μια υπόθεση που στηρίχθηκε (αν δεν οργανώθηκε) από τη Δύση, με πρωταρχικό στόχο να αποδυναμώσει τη Ρωσία στο πιο στρατηγικό και ευαίσθητο σημείο της άμεσης περιφέρειάς της. Για πολλούς Ρώσους, η Μόσχα απλώς ενήργησε αμυντικά με τη προσάρτηση της Κριμαίας και τη στήριξη των φιλορώσων αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία. Για αυτούς, η Ουκρανία ήταν απλά η τελευταία κίνηση της Δύσης σε μια εκστρατεία δεκαετιών για περικύκλωση και περιορισμό, που προηγουμένως περιελάμβανε ενέργειες όπως η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, καθώς και η αμερικανική στήριξη στις επαναστάσεις των χρωμάτων σε διάφορες περιοχές της πρώην Σοβιετικής περιφέρειας. Αφού η Ρωσία εξήλθε από το χάος και την αστάθεια της δεκαετίας του 1990, δεν μπορούσε να παραμείνει άπραγη ενόσω εκτυλίσσονταν αυτά τα γεγονότα, καθώς δεν ήταν ξεκάθαρο το πόσο μακριά θα πήγαινε η Δύση στην φαινομενική της εκστρατεία κατά της Ρωσίας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, όπως μου είπαν, η Ρωσία δεν κάνει μεγάλες υποχωρήσεις έναντι της Δύσης, ακόμα και όταν έρχεται αντιμέτωπη με σημαντικές πιέσεις υπό τη μορφή στρατιωτικής ανάπτυξης ή οικονομικών κυρώσεων. Και ενώ η Δύση μπορεί να έχει επιβάλει κυρώσεις μόνο ως απάντηση στις ρωσικές ενέργειες στην Κριμαία και την ανατολική Ουκρανία, ωστόσο οι αντίπαλοι της Μόσχας έχουν τώρα διευρύνει τα μέτρα για να περιλαμβάνουν πολλές ακόμα πτυχές της ρωσικής συμπεριφοράς, από την παρεμβολή της στις εκλογές στη Δύση, μέχρι τη Βόρεια Κορέα και τη Συρία.

Αυτή η διεύρυνση έχει πείσει τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων στη Ρωσία πως η Δύση δεν θα χαλαρώσει τις κυρώσεις ή τις πιέσεις με ουσιαστικό τρόπο, ακόμα και αν η Μόσχα όντως κάνει υποχωρήσεις. Ως αποτέλεσμα, η επιβολή περισσότερων κυρώσεων από τη Δύση πιθανότατα απλώς θα αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη αντίσταση και μεγαλύτερα αντίποινα από τη Μόσχα.

Αν και αυτή η αντιπαράθεση τώρα φαίνεται να έχει διάρκεια, ωστόσο η έναρξή της δεν ήταν αναπόφευκτη, σύμφωνα με τη Μόσχα. Πράγματι, Ρώσοι αξιωματούχοι και ειδήμονες σε θέματα εξωτερικής πολιτικής μου τόνισαν με έμφαση πως κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στην προεδρία στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Μόσχα έκανε σοβαρές προσπάθειες να ενσωματωθεί στη Δύση –εξετάζοντας ακόμα και την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, αλλά επί ίσοις όροις. Αυτό, προφανώς, δεν συνέβη ποτέ, και μέχρι το τέλος της δεύτερης θητείας του Πούτιν –μέχρι τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ είχαν επεκταθεί στην Κεντρική Ευρώπη και στις χώρες της Βαλτικής και αγνόησαν τη θέση της Ρωσίας στο Κόσοβο- ήταν ξεκάθαρο στο Κρεμλίνο πως η Ρωσία έπρεπε να προχωρήσει μόνη, ακόμα και αν αυτό συνεπάγονταν άμεση σύγκρουση με τη Δύση και τους συμμάχους της.

Οι συγκρούσεις ήρθαν, πρώτα με τον πόλεμο Ρωσίας-Γεωργίας (2008) και στη συνέχεια με τη μάχη για την Κριμαία και την ανατολική Ουκρανία (2014).

Η ουκρανική σύγκρουση έχει ενισχύσει την αντίληψη της Ρωσίας πως είναι αδύνατον να συνεργαστεί με τη Δύση επί ίσοις όροις, με αποτέλεσμα η Μόσχα να αναζητά εταίρους και ρόλους επιρροής αλλού στον κόσμο.

Ένας τέτοιος ρόλος ήταν η εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο της Συρίας, στηρίζοντας το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ έναντι του Ισλαμικού Κράτους και των ανταρτών που στηρίζονται από τη Δύση. Οι συνομιλητές μου, μου είπαν πως η Ρωσία δεν ενδιαφέρεται για τον Άσαντ καθόλου, όμως η Μόσχα αισθάνθηκε πως έπρεπε να «τραβήξει κόκκινη γραμμή» στην αλλαγή καθεστώτος που επιβλήθηκε από το εξωτερικό (δηλαδή τις ΗΠΑ). Η Ρωσία βρίσκονταν σε μοναδική θέση να εμβαθύνει στη Συρία δεδομένων των ιστορικών της δεσμών με τη χώρα και της στρατηγικής της θέσης, ενώ η Μόσχα ήθελε επίσης να στείλει το μήνυμα πως και αυτή θα μπορούσε να είναι ένας μεγάλος «παίκτης» στη Μέση Ανατολή –καθώς και σε άλλα θέατρα όπως το Αφγανιστάν και η Αφρική- τόσο στρατιωτικά, όσο και διπλωματικά.

Η ευθυγράμμιση Ρωσίας-Κίνας και τα όριά της

Μια άλλη βασική πτυχή της ετήσιας πρόβλεψής μας για την Ευρασία θίγει την προαναφερθείσα προσπάθεια της Ρωσίας να επεκτείνει τους δεσμούς της ανά τον κόσμο για να περιορίσει τη Δυτική ηγεμονία και να αμφισβητήσει την παγκόσμια τάξη της οποίας ηγούνται οι ΗΠΑ.

Το «κλειδί» σε αυτό είναι η Κίνα, που έχει και αυτή τα δικά της συμφέροντα να αμφισβητήσει την παγκόσμια τάξη στην οποία κυριαρχούν οι ΗΠΑ, στο πλαίσιο ενός ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Μόσχα και Πεκίνο απολαμβάνουν αναπτυσσόμενους δεσμούς τα τελευταία χρόνια, την ώρα που οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση φθίνουν. Οι δυο χώρες έχουν ενισχύσει τη συνεργασία τους στο εμπόριο και στις στρατιωτικές ασκήσεις, καθώς και τον πολιτικό συντονισμό τους σε θέματα όπως η Βόρεια Κορέα.

Οι περισσότεροι Ρώσοι με τους οποίους μίλησα παραδέχθηκαν πως οι σχέσεις μεταξύ της Μόσχας και του Πεκίνου έχουν αναπτυχθεί, ιδιαίτερα στο θέμα της ασφάλειας. Ωστόσο, πολλοί προειδοποίησαν πως δεν αναδύεται μια ειλικρινής συμμαχία μεταξύ της Μόσχας και του Πεκίνου. Έχοντας μια βαθιά καχυποψία για την αυξανόμενη επιρροή και τις προθέσεις της Κίνας, πολλοί Ρώσοι φοβούνται –δικαίως ή όχι- πως το Πεκίνο έχει σχεδιασμούς σε ρωσικό έδαφος στην Άπω Ανατολή και στην Αρκτική. Η Κίνα μπορεί να μην αμφισβητεί το ρωσικό πολιτικό μοντέλο όπως κάνει η Δύση, μου είπαν, όμως μπορεί μια μέρα να αμφισβητήσει την επιβίωσή του. Είναι ίσως υπερβολή, όμως είναι ένας φόβος που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών Ρώσων. Την ίδια ώρα, πολλοί μου είπαν πως οι κινεζικές επενδύσεις στη Ρωσία δεν είναι τόσο σπουδαίες και ένας επιχειρηματίας που συχνάζει στα μεγάλα ρωσικά επενδυτικά forums στην Αγία Πετρούπολη και στο Βλαδιβοστόκ μου είπε πως μόνο γύρω στο 5-10% των deals ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ των δυο χωρών υλοποιούνται, κυρίως στον ενεργειακό τομέα.

Προκλήσεις στο εσωτερικό

Στο εσωτερικό μέτωπο, οι προβλέψεις μας παραπέμπουν σε αρκετές οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις για τον Πούτιν, περιλαμβανομένης της αποδυνάμωσης της οικονομίας λόγω των κυρώσεων, της λαϊκής δυσαρέσκειας για τις αντιδημοφιλείς συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις και των πιέσεων για μεταρρύθμιση των ισχυρών οργάνων ασφαλείας της χώρας. Οι προβλέψεις μας σημειώνουν πως αυτές οι προκλήσεις θα δοκιμάσουν τον Πούτιν καθώς θα εισέρχεται στην τέταρτη –και ίσως τελευταία- θητεία του, αν και ο ηγέτης τελικά θα καταφέρει να τις διαχειριστεί αυτό το έτος.

Στο εσωτερικό της Ρωσίας, οι απόψεις για τον ίδιο τον Πούτιν είναι ανάμεικτες, με αυτούς που τάσσονται εναντίον του ηγέτη να επικαλούνται τα πάντα, από τη διαφθορά μέχρι τα αντιδημοφιλή σχέδια για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδόγησης, ως λόγους για την αντίθεσή τους, ενώ αυτοί που τάσσονται υπέρ του βασίζουν την υποστήριξή τους στο ιστορικό του προέδρου στην καλλιέργεια σταθερότητας, καθώς και στην έλλειψη αξιόπιστων εναλλακτικών έναντι της δικής του ηγεσίας. Όμως, είτε είναι υπέρ, είτε κατά του Πούτιν, σχεδόν όλοι συμφώνησαν πως δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές ή ανατροπές στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας όσο παραμένει στην εξουσία ο πρόεδρος. Όσο πιο πιεσμένο νοιώθει το Κρεμλίνο –είτε από το εξωτερικό, είτε από το εσωτερικό- τόσο πιο πολύ θα συγκεντρώνει η Μόσχα τον έλεγχο, κάτι που σημαίνει πως όργανα ασφαλείας, όπως η Εθνική Φρουρά απλώς θα αυξήσουν τη δύναμή τους.

Από μακροοικονομικής απόψεως, οι περισσότεροι επαγγελματίες του χρηματοοικονομικού και επιχειρηματικού κλάδου πιστεύουν πως το Κρεμλίνο έχει τα εργαλεία για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές προκλήσεις των κυρώσεων, καθώς η κυβέρνηση έχει ενισχύει τα αποθέματα ξένου συναλλάγματός της και τα επενδυτικά της ταμεία και έχει λάβει μέτρα για να αποτρέψει την αστάθεια του νομίσματος αποσυνδέοντας το ρούβλι από την τιμή του πετρελαίου. Είναι, ωστόσο, ξεκάθαρο πως οι κυρώσεις είχαν επιπτώσεις. Σχεδόν όλοι διαμαρτύρονται για τις αυξανόμενες τιμές και τους στάσιμους μισθούς, ενώ τα ταξίδια στο εξωτερικό έχουν γίνει πιο ακριβά και πιο δύσκολα για ορισμένους –και ουσιαστικά αδύνατα για άλλους. Γενικότερα, όμως, η εντύπωσή μου είναι πως η Ρωσία δεν βρίσκεται στο χείλος μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης.

Σε ό,τι αφορά τις πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ρωσίας όμως, ίσως υπάρχουν περισσότεροι λόγοι ανησυχίας. Σύμφωνα με έναν οικονομικό συντάκτη, η Μόσχα μπορεί να διαχειριστεί οικονομικά σοκ για το 2019 ή για μερικά χρόνια, όμως η μακροπρόθεσμη οικονομική πρόγνωση, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ρωσίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και το brain drain νεαρών επαγγελματιών, είναι ισχνή. Η αναμενόμενη δημογραφική ελάττωση (η χώρα προβλέπεται πως θα χάσει το 10% του πληθυσμού της μέχρι το 2050) και οι επικείμενες κοινωνικές αλλαγές καθώς θα αναδύεται μια μετασοβιετική γενιά, θα μπορούσαν μια μέρα να δημιουργήσουν πιο έντονη πίεση και να δοκιμάσουν όλο και περισσότερο την ικανότητα του Κρεμλίνου να διατηρήσει τη σταθερότητα στην τεράστια χώρα.

Οι απόψεις που οι Ρώσοι από όλα τα μετερίζια μου εξέφρασαν, ευθυγραμμίζονται με πολλούς τρόπους με τις προβλέψεις μας· από άλλες απόψεις είχαν μικροδιαφορές σε σχέση με τις δικές μας σκέψεις για τη χρονιά που έρχεται.

Σχεδόν 80 χρόνια μετά την ομιλία του Τσόρτσιλ, η Ρωσία μπορεί ακόμα να είναι «μυστηριώδης και αινιγματική», όμως ο συνδυασμός της μελέτης των εθνικών της συμφερόντων από μακριά και της ακρόασης των απόψεων του λαού της από κοντά, οπωσδήποτε προσφέρει σημαντικές ενδείξεις ως προς το τι πρέπει να αναμένεται για τη χώρα για τη συνέχεια.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1654600/proklhseis-kai-dilhmmata-gia-th-rosikh-arkoyda.html

Η αποκαθήλωση του στιλ Τσίπρα – Τρία ψέματα και μία κηδεία

9

Η παρουσία του Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν απογοητευτική. Μίλησε σε ένα περιορισμένο ακροατήριο υπό την αυστηρή προστασία χιλιάδων αστυνομικών και την περιφρούρηση οπαδών του οι οποίοι, παράλληλα, υποδείκνυαν στους αστυνομικούς σε ποιους θα επιτραπεί η είσοδος.

Σημειωτέον ότι μιλούσε ως πρωθυπουργός της χώρας σε μια συγκέντρωση η οποία δεν ήταν κομματική, και οι προπαγανδιστές κυβέρνησης και ΣΥΡΙΖΑ καλούσαν τις προηγούμενες μέρες τον κόσμο να παρευρεθεί.

Όπως στις νυχτόβιες αίθουσες δεν επιτρέπεται η είσοδος αν κάποιος παρεκκλίνει από τα ενδυματολογικά πρότυπα, ή, γενικώς, δεν είναι αρεστή η φυσιογνωμία του, οι μπράβοι του ΣΥΡΙΖΑ απαγόρευσαν την είσοδο σε ανθρώπους που τους φαίνονταν ύποπτοι διαφορετικής πολιτικής τοποθέτησης. Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή νομίζουν ότι είναι, ή θέλουν να κάνουν το κόμμα μπαράκι.

Ακόμα χειρότερα, η ΣΥΡΙΖΑία αστυνομία θύμισε τη δεξιά ομογάλακτή της της δεκαετίας του ’60. Καλούσε προληπτικά στην Ασφάλεια πολίτες που υποψιάζονταν (η αστυνομία ή οι χαφιέδες) πως ήταν διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων.


Απομακρύνεται διαδηλωτής που φώναξε σύνθημα διακόπτοντας την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα (φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Σωτήρης Μπαρμπαρούσης)

Επιστρέψαμε, αισίως, στην εποχή τού «πέρνα από την Ασφάλεια δι’ υπόθεσίν σου». Τότε, καλούσαν τους αριστερούς και τους συνοδοιπόρους. Σήμερα όποιον δεν είναι με το κόμμα. Και όποιος δεν είναι με τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ακροδεξιός. Ένα είναι το κόμμα.

Ο ίδιος ο Τσίπρας ακολουθεί μια μέθοδο προπαγάνδας που προκαλεί. Όπως οι διαφημίσεις της Benetton. Την ώρα που οι οπαδοί του έβγαζαν σηκωτό έξω ακροατή που αντέδρασε σε μια κορόνα του, μιλούσε για την ελευθερία έκφρασης διαφορετικής άποψης! Τα ψέματα Τσίπρα αρχίζουν από εδώ.

O Τσίπρας, με τα μισαλλόδοξα συνθήματα που εκστόμισε κατά την ομιλία του, είναι επίσης ηθικός αυτουργός της απόπειρας δολοφονίας ενός νεαρού που κρατούσε ελληνική σημαία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει μεγάλο κακό στην Ελλάδα και στην ελληνική κοινωνία. Την οδηγεί στην εποχή του Δηληγιάννη από πλευράς λαϊκισμού και του Εμφυλίου από πλευράς διχασμού.

Μια ομάδα εξουσιομανών, χωρίς καμιά ιδεολογία και καμιά πολιτική αναφορά, αφού κατέκτησαν την εξουσία, θέλει να την διατηρήσει πάση θυσία, ακόμη και παρά τη θέληση του λαού. Και μετέρχεται όλα τα μέσα.

Δεν θέλουν –ίσως και να μην μπορούν– να διαμορφώσουν πολιτική για την κοινωνία, η οποία (όπως συμβαίνει με όλα τα κόμματα που αναλαμβάνουν την εξουσία) θα εξέφραζε παράλληλα τις κοινωνικές τάξεις που ιδεολογικά θα επιθυμούσαν να εκπροσωπήσουν. Έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα με την ψευδαίσθηση της νομενκλατούρας που θέλει να επιβληθεί στην κοινωνία.

Αυτό δεν είναι ούτε Αριστερά ούτε Δεξιά. Αυτό είναι ωμή νομή της εξουσίας με την καπηλεία μιας δήθεν αριστερής ιδεολογίας. Που δεν υπάρχει στον ΣΥΡΙΖΑ.

(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Σωτήρης Μπαρμπαρούσης)

Η αντίδραση σε ό,τι τους αντιπολιτεύεται, του είδους είστε δεξιοί, είστε νεοφιλελεύθεροι, είστε εθνικιστές, είστε φασίστες και άλλα φαιδρά παρόμοια, δείχνει έλλειψη επιχειρημάτων η οποία οφείλεται στην απουσία ιδεολογικής αναφοράς και πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να ικανοποιήσει ισχυρά διεθνή κέντρα για να διατηρηθεί στην εξουσία. Αυτά τον στηρίζουν. Και στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, πράγματι υπήρξε ανταλλαγή. Έδωσε γλώσσα, ταυτότητα και εθνότητα και πήρε διάφορα που θα τον διευκολύνουν στις εκλογές.

Στέγνωσε, στην κυριολεξία, ανθρώπους και οικογένειες που μετά βίας επιβίωναν την περίοδο της κρίσης, για να αναδιανείμει τη φτώχεια. Έχει δημιουργήσει μια στρατιά επιδοτούμενων ανθρώπων την οποία δεν χρησιμοποιεί απλώς ως εκλογική βάση, αλλά μερικούς από αυτούς ως το μακρύ χέρι της εξουσίας αν και όποτε χρειαστεί. Ουσιαστικά συμβάλλουμε οικονομικά στον προεκλογικό αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη θέλησή μας. Αλλά κανένα καθεστώς δεν επιβίωσε με τέτοιες μεθόδους. Ούτε και με την αγοραία προπαγάνδα τής άλλοτε ευυπόληπτης κρατικής τηλεόρασης, την οποία επίσης συντηρεί ο ελληνικός λαός για να ακούει τη ΣΥΡΙΖΑία διαστροφή.

Ολοένα και περισσότερο ακούμε τη φράση «τους ψήφισα αλλά να φύγουν, όσο γίνεται νωρίτερα». Περισσότερο με το στιλ του, ο ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσε την απέχθεια των πολιτών. Και κυρίως με το στιλ Τσίπρα.

Επιχείρησε με τις διασυνδέσεις που είχε να χρησιμοποιήσει ως think tank πανεπιστημιακό τμήμα, οι καθηγητές του οποίου σε πρώτη φάση έδειξαν ενδιαφέρον. Αλλά κι εκεί δεν του βγαίνει. Το τμήμα προκάλεσε αίσθηση με την αρχική ανταπόκρισή του, αν και στις τάξεις του υπάρχουν ευυπόληπτοι καθηγητές ένας των οποίων έχει πανευρωπαϊκή –αν όχι διεθνή– απήχηση με το έργο του στο φαινόμενο του λαϊκισμού.

Ο Τσίπρας ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να προκαλέσει. Επειδή δεν έχει ούτε ιδεολογία ούτε πολιτική, δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί. Τι είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός φορέας; Ούτε ο ίδιος γνωρίζει. Γι’ αυτό επιχειρεί να ετεροπροσδιοριστεί αναδεικνύοντας φαντάσματα που δεν υπάρχουν. Θεωρώντας τον κόσμο φασίστες και εθνικιστές, αναζητά έναν φανταστικό αντίπαλο με τον οποίο, δήθεν, πολεμά και αναπαράγεται στις συνειδήσεις των αριστερών πολιτών. Τα φαντάσματα όμως βρίσκονται μόνο στο μυαλό του Τσίπρα. Ο κόσμος δεν πέφτει στην παγίδα του.

Ένα ακόμη ψέμα του κατά την ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, είναι ότι η Αριστερά έσωσε τη Μακεδονία. Η Αριστερά, μετά την ίδρυση του ΣΕΚΕ το 1918, το οποίο μετονομάστηκε σε ΚΚΕ, υποστήριξε την ένταξη της Μακεδονίας στην Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία, που ήταν γραμμή της Κομιντέρν. Στον Εμφύλιο ο Ζαχαριάδης αποδέχεται την αυτονομία της Μακεδονίας. Μετά το 1991 η «Αριστερά» που συσπειρώθηκε, αργότερα, στον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε κανένα πρόβλημα να αποκαλέσει τη χώρα Μακεδονία και το λαό της Μακεδόνες.

Τώρα, παραδίδει στα Σκόπια γλώσσα και εθνότητα. Πώς η Αριστερά έσωσε τη Μακεδονία;

Η ήττα του Τσίπρα στις εκλογές πρέπει να είναι συντριπτική για να μπορέσει να ανασυγκροτηθεί ένας χώρος ο οποίος υπέφερε πολλά και από τον εκφυλισμό του ΠΑΣΟΚ και από την καπηλεία των ιδεολογημάτων του από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτόν τον κόσμο που αναζητούσε πολιτική έκφραση, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να τον προσεταιριστεί. Δυστυχώς δεν του προσφέρθηκε από αλλού, παρά από μια σταλινική ομάδα στην οποία κυριάρχησε, ως συνήθως, ο έχων τις λιγότερες ηθικές αντιστάσεις. Ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο Τσίπρας θα αποδειχθεί διαχρονικό πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία και πολιτική. Είναι από τους εξουσιομανείς εκείνους ανθρώπους που δεν έχουν καμιά συστολή προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους. Αν το στιλ του δεν απομονωθεί στην Αριστερά, αν η Αριστερά δεν το αποβάλλει ως μη συμβατό με τη δική της πολιτική ηθική, ο Τσίπρας –είτε ο ίδιος είτε κάποιο ομοίωμά του– θα επανεμφανιστεί. Γι’ αυτό η ευθύνη του πολιτικού κόσμου είναι τεράστια. Πρέπει να δοθεί πολιτική και ιδεολογική διέξοδος στην ελληνική κοινωνία. Προς το παρόν μπορεί, λόγω αντίδρασης προς τον τρόπο που πολιτεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ, οι πολίτες να αναδείξουν έναν άλλο πολιτικό φορέα στην εξουσία, αλλά η λύση αυτή θα είναι προσωρινή. Οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας πρέπει να βγουν στο προσκήνιο όλου του πολιτικού φάσματος.

Βεβαίως, η πολιτική αλλάζει. Αλλά περισσότερο αλλάζουν οι ιδεολογίες. Το κλασικό σχήμα Αριστερά-Δεξιά δεν λειτουργεί.

Οι νέες τεχνολογίες, και κυρίως τα ρομπότ που αντικαθιστούν εργαζομένους, ασκούν καταλυτική επίδραση στην αναδιαμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος. Το είδος του κλασικού εργάτη εκλείπει. Πού έχει, πλέον, την αφετηρία του το μαρξιστικό αφήγημα όταν ο εργάτης τον οποίο εκμεταλλεύεται ο εργοδότης του και παράγει την υπεραξία έχει γίνει μηχανή; Τι εκφράζουν τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα; Αρκούν οι γενικόλογες τοποθετήσεις περί λαού που καταπιέζεται και περί ειρήνης;

Τη δεκαετία του ’70 εμφανίστηκε ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος συμπληρώθηκε τη δεκαετία του ’90 με την παγκοσμιοποίηση. Οπαδοί της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης υπάρχουν και στην ονομαζόμενη Δεξιά και στην αυτοαποκαλούμενη Αριστερά. Τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί τους δύο χώρους;

Ο Τσίπρας εξορκίζει το νεοφιλελευθερισμό αλλά έφερε στη Βουλή και ψήφισε τα (άκρως νεοφιλελεύθερα) μνημόνια. Ορισμένα από αυτά ο δεξιός Σαμαράς αρνήθηκε να τα πάει στο Κοινοβούλιο. Αυτό είναι το τρίτο ψέμα του.

Βουλευτές της Δεξιάς ερωτοτροπούν με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Βουλευτές και (περισσότερο) οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε αντίθεση με το κόμμα τους στη συμφωνία που κατέληξε η ηγεσία του.

Ποιο είναι λοιπόν σήμερα το νόημα Δεξιάς και Αριστεράς;

Αυτή είναι η κηδεία του παλιού πολιτικού συστήματος που δεν μπορεί να βγει από τα αδιέξοδά του. Περνάμε σε μια νέα φάση όπου το πολιτικό είδος Τσίπρα και το πολιτικό μόρφωμα ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εκλείψουν. Αλλά και στα άλλα κόμματα πρέπει να βαθύνει η αμφισβήτηση. Αν θέλουμε να έχουμε μέλλον.

Οι ΗΠΑ ιδρύουν κουρδικό κράτος στη Βόρεια Συρία και η Τουρκία οφείλει να αντιδράσει – Γιατί ενδιαφέρει Ελλάδα και Κύπρο

0
  • (Φωτ.: EPA / Valdrin Xhemaj)

Του Mehmet Acet (Μεχμέτ Ατζέτ), εφ. Yeni Şafak./pontos-news.gr

Οι ιμπεριαλιστές, που σχεδιάζουν την δημιουργία εθνών-κρατών στην περιοχή μας, έχουν αρχίσει και πάλι τα παιχνίδια στα νότια σύνορά μας. Αυτό δεν γίνεται μόνον εκεί, γίνεται και σ’ άλλα μέρη, όμως εδώ έχει αποκαλυφθεί και ο λόγος που το κάνουν. Δεν μιλάω για κάτι καινούριο, αλλά για νέα στοιχεία που έχουν αρχίσει σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια. Σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες, που παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας, σε περιοχές της Συρίας που ελέγχονται από το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (PYD), οι «παραβιάσεις δικαιωμάτων» οι οποίες αφορούν την εκπαίδευση αποκαλύπτουν το σχέδιο που κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Η εκμάθηση άλλων γλωσσών παρεμποδίζεται, και αυτό δεν αφορά μόνο τα κουρδικά. Στα σχολεία τα παιδιά των αραβικών οικογενειών απαγορεύεται να διδάσκονται τα μαθήματά τους στα αραβικά, ενώ όσοι επιμένουν, εξωθούνται σε προσφυγιά και εγκατάσταση σε περιοχές όπου διδάσκονται τα αραβικά.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι οικοδομείται ένα ομογενοποιημένο «κουρδικό έθνος» στη συγκεκριμένη περιοχή.

Μπορούμε να δώσουμε ως εξής τον ακριβή ορισμό αυτού που ονομάζουμε ιμπεριαλισμό: Όταν υπάρχει ένα πρόβλημα στη δική τους γεωγραφία, καλούν τις εθνικές ομάδες να ενωθούν για να λύσουν τα προβλήματά τους, ενώ όταν προκύπτουν ορισμένα προβλήματα μεταξύ των κοινοτήτων στη δική μας περιοχή, μάς λένε ότι «αφού έχετε μεταξύ σας προβλήματα, καλό είναι να χωριστείτε, να κάνετε δικά σας κράτη».

Θέλω να πω λοιπόν το εξής… Αυτό που προσπαθούν να μας επιβάλλουν χρόνια τώρα εδώ στην Τουρκία ως «Κουρδικό Πρόβλημα και Πρόβλημα Κουρδικής Γλώσσας», τώρα θα μας το σερβίρουν μέσω Συρίας, με την είσοδο εκεί του PKK και του κουρδικού κράτους που χτίζεται εκεί.

Γι’ αυτό έδωσαν στους Κούρδους χιλιάδες φορτηγά με όπλα;
Το κράτος του ΡΚΚ που δημιουργείται στα ανατολικά του Ευφράτη, δεν θα το αναλύσουμε απλά ως ένα πρόβλημα ασφάλειας που απειλεί την «επιβίωση της Τουρκίας», αλλά υπό το πρίσμα και τις διαστάσεις που αναφέραμε παραπάνω. Επειδή ήταν σαφές ότι, δεν θα αρκεστούν στο σχηματισμό αυτού του κράτους-μπουτίκ στα βόρεια της Συρίας, αλλά θα επιχειρήσουν να εφαρμόσουν το ίδιο πράγμα μέσω του PKK και στην από δω πλευρά των συνόρων, σε μια περίοδο που η Τουρκία αντιμετωπίζει «πρόβλημα σταθερότητας».

Τότε μπορούμε να πούμε το εξής: Εάν είχε πετύχει το εγχείρημα του PKK με τα χαντάκια στις πόλεις της ΝΑ Τουρκίας, εάν είχε εφαρμοστεί το «Σχέδιο Ροζάβα» και στα εδάφη της Τουρκίας, και εάν είχε πετύχει το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, τότε ίσως σήμερα οι οικογένειες των παιδιών που θα ζητούσαν να διδάσκονται στα τουρκικά, να αναγκάζονταν σε εκτοπισμό και στην προσφυγιά, όπως γίνεται ήδη στη βόρεια Συρία.

Έχουν καθοριστεί οι στόχοι σε μια στρατιωτική επιχείρηση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων ανατολικά του Ευφράτη
Τώρα, ας έλθουμε στις προετοιμασίες που έχουν γίνει από πλευράς των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ), για μια πιθανή στρατιωτική επιχείρηση ανατολικά του Ευφράτη:

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που λάβαμε από στρατιωτικούς κύκλους, οι ΤΕΔ ολοκλήρωσαν τον προγραμματισμό μιας πιθανής επιχείρησης στην περιοχή που εκτείνεται ανατολικά του Ευφράτη. Οι πηγές μας μιλάνε για «επιχειρήσεις σημείου». Όταν μιλάμε για «επιχειρήσεις σημείου», εννοούμε επιχειρήσεις εναντίον περιοχών όπου έχουν αναπτυχθεί δυνάμεις του YPG στις περιοχές κοντά στα σύνορα. Πρόκειται για 150 σημεία στόχους.

Αναφέρεται επίσης ότι οι ΤΕΔ έχουν την ικανότητα να διεξάγουν αυτές τις επιχειρήσεις, χωρίς να εισέλθουν στον εναέριο χώρο και το έδαφος της Συρίας. Τα αεροπλάνα μπορούν να χτυπήσουν στόχους σε βάθος 30 χιλιομέτρων χωρίς να εισέλθουν στον συριακό εναέριο χώρο. Αυτό το εύρος μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω από τα πυροβόλα του στρατού ξηράς. Άλλωστε, η εγκατάσταση των δυνάμεων του YPG είναι προσανατολισμένη προς την Τουρκία, κοντά στα σύνορα, γεγονός που διευκολύνει αυτές τις επιχειρήσεις. Λαμβανομένων υπόψη των μέχρι τούδε εμπειριών, ο YPG δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει επιχειρησιακά στο πεδίο της μάχης τις ΤΕΔ ανατολικά του Ευφράτη.

Η Τουρκία αναζητεί επιλογές για να εξασφαλίσει το μέλλον της, μπροστά στις απειλές που προέρχονται από τις ΗΠΑ
Όσο για το ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για να πραγματοποιήσει η Τουρκία αυτές τις επιχειρήσεις, το ξέρουν πλέον όλοι, ακόμα και ο κουφός σουλτάνος της Αιγύπτου!

Οι ΗΠΑ με αυξανόμενες πιέσεις από καιρού εις καιρόν, προσπαθούν να εμποδίσουν την Άγκυρα να αναλάβει δράση.

Γνωρίζουμε ότι στην τουρκική πρωτεύουσα, τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι κύκλοι της κυβέρνησης και του κράτους, συζητούν εδώ τις διατιθέμενες «επιλογές» και γίνεται ανταλλαγή απόψεων για το θέμα.

Πριν από λίγες ημέρες μίλησα σε έναν απόστρατο αρχηγό κλάδου των ΤΕΔ, ο οποίος μου είπε ότι το θέμα αυτό συζητείται συχνά στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και εξέφρασε την προσωπική του άποψη ότι η Τουρκία πρέπει να κινηθεί αυτοβούλως, χωρίς να σκύψει το κεφάλι στις απειλές των ΗΠΑ. Φυσικά αυτό δεν είναι μια εύκολη επιλογή. Προς το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας επισκέφθηκε την Άγκυρα ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία Τζέιμς Τζέφρι, ο οποίος στην ουσία μας είπε «προσέξτε, μην κάνετε κάτι χωρίς την έγκρισή μας». Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία θα κινηθεί με βάση αυτά που είπε ο Τζέφρι.

Τέλος, να πούμε κι αυτό: Η ευαισθησία και η δέσμευση του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν σε αυτά τα θέματα, είναι σε απόλυτο συγχρονισμό με τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους και αυτό, έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτά που λέει ο Τζέφρι!

Μεχμέτ Ατζέτ
Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης.

Η ρωσική “διείσδυση” στην Ευρώπη και ο ρόλος της Ελλάδας και της Κύπρου: Τραμπ ή Πούτιν;

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Russian President Vladimir Putin speaks with Artyom Palyanov on the phone in his office in St. Petersburg, Russia, 15 December 2018. Artyom is a boy suffering brittle bone disease, who wishes to see a bird’s eye view of St. Petersburg. Earlier the President promised to make his dream come true by sending him on a helicopter tour over the city. EPA, ALEXEI NIKOLSKY, SPUTNIK, KREMLIN POOL

DECEMBER 16, 2018

Το τελευταίο διάστημα ακούμε συνέχεια, από επίσημα χείλη στην Αμερική, για την ανάγκη να τερματιστεί ο ενεργειακός εναγκαλισμός της Ευρώπης από τη Ρωσία, η οποία με τη βοήθεια της Τουρκίας, έχει περικυκλώσει την ευρωπαϊκή ήπειρο, την οποία -εάν δεν βρεθούν άλλοι τρόποι- θα εκβιάζει με το πάτημα ενός κουμπιού.

Στη διάρκεια ενημερώσεων στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ακούσαμε πόσο σημαντική και καθοριστική είναι η στάση χωρών όπως το Ισραήλ, η Ελλάδα, η Κύπρος και άλλες χώρες της Μεσογείου για να υπάρξει η λεγόμενη «ενεργειακή διαφοροποίηση» (diversification) ως προς το είδος και τις πηγές (roots and sources). Οι Αμερικανοί «τρέμουν» την ενεργειακή ισχύ της Ρωσίας, και δικαιολογημένα, διότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν, όλα αυτά τα χρόνια, σχεδίασε σωστά τον τρόπο με τον οποίο θα κύκλωνε την Ευρώπη, εξαγοράζοντας ακόμα και πρώην πολιτικούς ηγέτες χωρών-μελών της Ε.Ε., οι οποίοι αν δεν κάνω λάθος εργάζονται και σήμερα για τα συμφέροντα της Ρωσίας.

Η ενεργειακή διαφοροποίηση, μας είπαν, είναι εξαιρετικά σημαντική για το μέλλον αυτό καθ’ αυτό της Ευρώπης, και αν η Ελλάδα και η Κύπρος λάβουν τις σωστές αποφάσεις μπορούν να παίξουν κομβικό (pivotal) ρόλο για να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη, οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και η υπόλοιπη περιοχή δεν θα είναι όμηροι εχθρικών δυνάμεων, όπως υπογραμμίστηκε. «Και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό», τονίστηκε με επιμονή από τις πηγές. «Έχουμε δει παραδείγματα αυτής της συμπεριφοράς, και ο καθένας μας μπορεί να παρατηρήσει πως συμπεριφέρεται η Ρωσία στο Κουρτς», σημείωσαν οι αξιωματούχοι που έκαναν τις ενημερώσεις. Ένας εκ των αξιωματούχων τόνισε χαρακτηριστικά: Ξέρουμε ακριβώς τι συμβαίνει (εννοεί σε διάφορα μέρη του κόσμου). Και δεν θέλουμε να συμβεί οπουδήποτε αλλού, πρέπει να σταματήσει. Και η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο σε αυτό».

Όλα τα παραπάνω αφορούν τη Ρωσία, η οποία είναι στρατηγική σύμμαχος της Τουρκίας και του Ιράν. Την Αθήνα και την Λευκωσία ενδιαφέρουν περισσότερο -και ορθά- τι κάνουν οι Τούρκοι εναντίον των ελληνικών και των κυπριακών συμφερόντων. Και όσο και να ενοχλούνται οι οπαδοί του «ξανθού γένους» και του Βλαντιμίρ Πούτιν, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή, η Μόσχα εξυπηρετεί πολλαπλώς την κατοχική δύναμη, και εις βάρος της Κύπρου και της Ελλάδας.

Πληροφορήθηκα από πηγή που εμπιστεύομαι ότι ο πρόεδρος της Ρωσίας, είπε στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, όταν συναντήθηκαν στη Μόσχα, ότι για τον ίδιο προέχει η σχέση με την Τουρκία. Ο κ. Τσίπρας φέρεται να του είπε όσα έπρεπε να του πει, αλλά πήρε και το ξεκάθαρο μήνυμα: η σημερινή Ρωσία δεν είναι αυτή που ξέραμε, υπό την έννοια ότι υπήρχε μία παραδοσιακή σχέση που επηρέαζε τους πολιτικούς και τους διπλωμάτες. Τώρα όλα περιστρέφονται γύρω από τα συμφέροντα της Ρωσίας και τίποτα άλλο. Οπότε ο καθένας, θα πρέπει να κάνει τα κουμάντα του.

Επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, η Μόσχα σε τούτη τη φάση τουλάχιστον, του «έρωτα» του Βλ. Πούτιν με τον Ταγίπ Ερντογάν, θα επιλέξει την Τουρκία όσα και να του προσφέρουν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Αναστασιάδης. Και ο λόγος για τον οποίο κρατεί ακόμα μία καλή στάση στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, είναι επειδή η Ρωσία χρησιμοποιεί ακόμα την Κύπρο για οικονομικούς λόγους και διότι στο εκτελεστικό όργανο του ΟΗΕ πρέπει να βρίσκεται πάντα απέναντι της Αμερικής και των λοιπών «ιμπεριαλιστών». Αλλά τον Ιανουάριο θα έχουμε μία ξεκάθαρη εικόνα, όταν έρθουν στο προσκήνιο οι διαβουλεύσεις για την παραμονή της Ειρηνευτικής Δύναμης στην Κύπρο. Βεβαίως, και η Αμερική βλέπει πρώτα τα συμφέροντά της, και ακόμα και σήμερα αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η Τουρκία χάθηκε για τη Δύση και ότι είναι μία εχθρική δύναμη, η οποία κυριαρχείται από αντιαμερικανισμό. Οι Αμερικανοί είναι όπως τους απατημένους συζύγους. Που πληροφορούνται πάντα τελευταίοι ότι η σύζυγος έφυγε με τον …γείτονα.

Την περασμένη Δευτέρα είχαμε, με άλλους δημοσιογράφους, μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με σημαντικό διπλωμάτη, ο οποίος εργάζεται με άλλους συναδέλφους του για να «επιδιορθώσουν» τους τουρκοαμερικανικές σχέσεις. Για αρκετή ώρα της συζήτησης θα έλεγα, πως ζούσε και πετούσε στα …σύννεφα. Αλλά ήταν ο ίδιος που ομολόγησε ότι στο σημείο που έχει οδηγήσει τα πράγματα ο κ. Ερντογάν, η «επιδιόρθωση» των σχέσεων για την οποία ομιλούσε, δεν είναι δυνατή. Η υπόθεση των ρωσικών S-400 δεν είναι θέμα διαπραγμάτευσης, είπε. Πιστεύει ότι η εγκατάσταση τους στο τουρκικό έδαφος σημαίνει ρήξη των σχέσεων της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα. Δεν δεχόταν συζήτηση. Αλλά είπε και κάτι άλλο, που μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Ότι η Τουρκία απειλεί στη Συρία αμερικανικές ζωές.

Δύο μέρες μετά από εκείνη τη συζήτηση το Πεντάγωνο εξέδωσε σκληρή ανακοίνωση, στην οποία ανέφερε ακριβώς αυτό: ότι εάν η Τουρκία προχωρήσει σε στρατιωτική επίθεση στη Συρία, για να κυνηγήσει τους Κούρδους του YPG, κινδυνεύουν και Αμερικανοί. Όσοι γνωρίζουν τι εννοούν με αυτή τη φράση οι Αμερικανοί, καταλαβαίνουν και τι ακριβώς συμβαίνει στο παρασκήνιο. Οπότε εδώ είμαστε. Και πλέον είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι τα γεγονότα τρέχουν πολύ πιο γρήγορα από τους Αμερικανούς γραφειοκράτες.

Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν τους χρειάζεται πια ή -αν θέλετε- νομίζει ότι δεν εξαρτάται από την Αμερική. Είναι το λάθος που κάνουν οι αλαζόνες και οι αυταρχικοί. Αλλά είναι ο πρόεδρος της Τουρκίας αυτός, που θα τους αναγκάσει να τον «τιμωρήσουν» (με ή χωρίς εισαγωγικά η λέξη το ίδιο μήνυμα στέλνει).

Η Ελλάδα, και περισσότερο η Κύπρος, όπως την περίοδο πριν την τραγωδία του 1974, βρίσκονται στο μέσο του κυκλώνα, που προκαλεί η αντιπαράθεση της Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Διότι δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία ότι το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή ήταν αποτέλεσμα του ψυχρού πολέμου. Και όσοι θα γελάσουν, θα τους θυμίσω ότι όσοι είχαμε την τύχη να διαβάσουμε τα έγγραφα του Χένρι Κίσιγκερ, είμαστε πεπεισμένοι ότι ο θλιβερός τότε υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής, πίστεψε στο ψυχροπολεμικό του μυαλό, πως ο Μακάριος έπαιζε το παιγνίδι της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Τον ερέθιζε και ο διεφθαρμένος τότε Σοβιετικός ομόλογός του, ο Αντρέι Γκρομίκο, με κουβέντες του στυλ ότι «ο Μακάριος είναι φίλος μας» -που δεν ήταν, για μία αλληλοεκμετάλλευση επρόκειτο- και ήρθε το γλυκό και έδεσε και η Κύπρος μοιράστηκε στα δύο με τη δύναμη των τουρκικών όπλων και υπό την κάλυψη της Αμερικής. Χρειάζεται περισσή προσοχή διότι όταν τσακώνονται οι ελέφαντες την πληρώνουν τα …μυρμήγκια. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Ήταν απόλυτα ορθές οι πληροφορίες μου: Η ανακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης για τη ρατσιστική και φιλοτουρκική διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, ήταν το «δώρο» του πρωθυπουργού της Ελλάδας στον γενικό γραμματέα του ΑΚΕΛ, Άντρο Κυπριανού. Η Ζωή Λάσκαρη σε εκείνη τη φοβερή ταινία ανάγκασε τον Φαίδων Γεωργίτση να κόψει το μουστάκι. Ο ηγέτης των Κυπρίων «κομμουνιστών», θα σου φορτώσει όλα τα λάθη του κυπριακού και του ελληνικού πολιτικού κόσμου φίλτατε Αλέξη. Διότι αυτό ψάχνουν… Ένα θύμα…

Πηγή: Η ρωσική “διείσδυση” στην Ευρώπη και ο ρόλος της Ελλάδας και της Κύπρου: Τραμπ ή Πούτιν; https://hellasjournal.com/2018/12/i-rosiki-quot-dieisdysi-quot-stin-eyropi-kai-o-rolos-tis-elladas-kai-tis-kyproy-tramp-i-poytin/

Μήπως μετά τα κίτρινα θα έχουμε τα μπλε γιλέκα ;

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει στις 15-12-2018 ο François Clemenceau, αρχισυντάκτης διεθνών θεμάτων της εφημερίδας Le journal de dimanche στην σαββατιάτικη εκπομπή  Europe 1. Με αφορμή του ότι την Παρασκευή το πρωί, μια  συλλογικότητα της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών μίλησε σε περίπου 15 ευρωπαϊκές εφημερίδες για να διεκδικήσει, και αυτή, μια μεγάλη δημοκρατική συζήτηση για να ορθοποδήσει η Ευρώπη. Πρόκειται για τη συλλογικότητα Civico Europa η οποία θέλει να ξαναρχίσει τον δημοκρατικό διάλογο στην Ευρώπη, δημοσιεύοντας τη διπλανή φωτογραφία του Reuters. Αυτή η συλλογικότητα συγκεντρώνει εκατοντάδες εκλεγμένους αξιωματούχους, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και προσωπικότητες που συμμετέχουν στην οικοδόμηση της Ευρώπης εδώ και χρόνια. Δεν μπλοκάρουν τους κυκλικούς οδικούς κόμβους, όπως οι άνθρωποι των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, αλλά και αυτοί είναι ανυπόμονοι. Θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε, συνοπτικά, τα «μπλε γιλέκα». Γιατί και αυτοί θέλουν τα πράγματα να αλλάξουν, οι Ευρωπαίοι να ακουστούν από την πολιτική και τεχνοκρατική ελίτ των Βρυξελλών. Και γι ‘αυτό το λόγο, θα κάνουν μέχρι τον Μάρτιο του 2018, όχι ένα δημοψήφισμα πρωτοβουλίας πολιτών, όπως αυτό που σκοπεύουν να κάνουν τα Κίτρινα Γιλέκα, αλλά μια διαβούλευση που θα μπορούσε να επιτρέψει, μέσω των κοινωνικών δικτύων, να αλληλεπιδράσουν 250 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες. Να μην τους ρωτήσουν τι δεν πάει καλά στην Ευρώπη, όπως συνέβαινε ήδη κατά τις διαβουλεύσεις  πολιτών που διοργανώθηκαν φέτος από τα κράτη μέλη, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία, αλλά να προτείνουν τα μέτρα και τα μέσα που θα επέτρεπαν στην Ευρώπη να είναι πιο δημοκρατική, πιο αποτελεσματική, πιο φιλόδοξη και πιο προστατευτική.

Λειτουργία και ψηφιακής πλατφόρμας

Οι διοργανωτές του Civico έχουν συνάψει συνεργασία με μια ψηφιακή πλατφόρμα που ονομάζεται Make.org (https://make.org), στην οποία μπορεί να εγγραφεί δωρεάν και διαδικτυακά κάθε ενδιαφερόμενος και η οποία έχει ήδη διοργανώσει αυτό το είδος μαζικής διαβούλευσης. Η μεγάλη τεχνική καινοτομία εδώ βασίζεται στον όγκο των συνεισφορών ιδεών και των γλωσσικών εμποδίων, αλλά το λογισμικό που δημιουργήθηκε πρέπει να λειτουργήσει. Το Civico αναμένει μια δυνατότητα συσπείρωσης 10 εκατομμυρίων Ευρωπαίων στις 28 ευρωπαϊκές χώρες. Στη συνέχεια, θα υπάρξει μια σύνθεση των συστάσεων που θα υποβληθούν, ώστε να μπορέσουν να συζητηθούν από αρκετές εκατοντάδες συντάκτες των προτάσεων. Αυτοί θα επιλεγούν με κλήρωση. Ιδού  ένα άλλο σημείο κοινό με τις απαιτήσεις των υποστηρικτών της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Η συζήτηση αυτή θα εμπλουτιστεί από την παρουσία μιας επιτροπής ευρωβουλευτών και 150 υποψηφίων στις ευρωπαϊκές εκλογές. Η σειρά θα πραγματοποιηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες στις 22 Μαρτίου. Στη συνέχεια, οι υποψήφιοι και οι αιρετοί  θα υποβάλουν τις προτάσεις αυτές στους αρχηγούς των κρατών μελών που θα συναντηθούν κατά τη σύνοδο κορυφής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Cibiu της Ρουμανίας στις 9 Μαΐου, δηλαδή 15 ημέρες πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές στις 26 Μαΐου 2018.

Διασύνδεση μεταξύ των κινημάτων ;

Αυτά τα «μπλε γιλέκα» θα επιτύχουν ; Δεν είναι καθόλου βέβαιο με τα σημερινά δεδομένα. Για τόσα πολλά χρόνια βλέπουμε στον καθρέφτη, σε κάθε μία από τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχουμε ξεχάσει εντελώς να ανοίξουμε το παράθυρο για να μάθουμε τι κάνει η Ευρώπη και πώς αντιστέκεται στην κακοποίηση της παγκοσμιοποίησης της οποίας οι ασθενέστεροι υποφέρουν, όπως οι άνθρωποι των «κίτρινων γιλέκων». Θα ήταν ευκταίο, αν δεν εθεωρείτο ουτοπικό,  να ελπίζαμε στη διασύνδεση μεταξύ αυτών των δύο κινημάτων. Ας αφήσουμε τους «κίτρινους» και τους «μπλε» να εμπιστευτούν οι μεν τους δε, αν θέλουν και μπορούν, βγάζοντας έξω τους μπαχαλάκηδες.  Επειδή καμία κοινοτική χώρα δεν θα βγει κερδισμένη, εάν η Ευρώπη τα πάει χειρότερα.

Πάρτε το παράδειγμα του βρετανικού BREXIT. Οι Βρετανοί βρίσκονται σε αγχωτικό αδιέξοδο με βάσιμο κίνδυνο να στραπατσαριστούν. Δεν θα ζημιωθεί και η Μεγάλη Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση από αυτό το συναινετικό ή σκληρό διαζύγιο ;

Τι κερδίσαμε εμείς από τις ανόητες απειλές του «κοινοτικού ντόμινο» το πρώτο εξάμηνο του 2015 ; Το εθνικό στραπάτσο, μαζί με το τριτο-τέταρτο μνημόνιο! Και σήμερα ο πρωθυπουργός μας δίνει μαθήματα σύνεσης στους Ιταλούς δημαγωγούς!

Γιατί οι άνθρωποι την πατάνε τόσο εύκολα την πεπονόφλουδα, της διάλυσης της Ευρώπης, που τους πετάνε οι αριστερο δεξιοί Λαϊκιστές ;

 

Η κληρονομιά της Ουκρανίας

2

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου.

Τι συμβαίνει πάλι στην Ουκρανία με το τελευταίο επεισόδιο στην Αζοφική θάλασσα; Γιατί οξύνεται η έχθρα ανάμεσα σε Ρώσους και Ουκρανούς που συμβίωσαν επί αιώνες; Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στη διάλυση της πολυεθνικής ΕΣΣΔ στα όρια των ομόσπονδων Δημοκρατιών της, που διατήρησαν άθικτο το διοικητικό μηχανισμό επιτρέποντας να λειτουργήσουν άμεσα ως κρατικές οντότητες, εγκλώβισαν όμως τα σπέρματα της μελλοντικής τους διάλυσης με τις πολυπληθείς μειονότητες επειδή αγνόησαν την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού τους. Διότι άλλη ήταν η λογική της οριοθέτησης των ομόσπονδων Δημοκρατιών σε ένα ενιαίο πολυεθνικό κράτος και άλλες οι δυνητικές συνέπειες με την ανεξαρτητοποίησή τους, όταν οι πολυπληθείς μειονότητες αναδεικνύονται  σε μοχλό παρέμβασης τρίτων. Αυτό συνέβη και στη Γιουγκοσλαβία, όπου ο Τίτο είχε χαράξει τα όρια των ομόσπονδων Δημοκρατιών κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει την κυρίαρχη εθνότητα των Σέρβων, με αποτέλεσμα σερβικοί πληθυσμοί να εγκλωβιστούν παντού για να ακολουθήσει με τη διάλυσή της η τραγωδία της εθνοκάθαρσης.  Αυτό συμβαίνει και στην Ουκρανία. Με τη διαφορά ότι μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης είχε η Δύση ιστορικά στη Γιουγκοσλαβία παρά στην πρώην σοβιετική επικράτεια, όπου η Μόσχα έχει την ευθύνη της ασφάλειας των ρωσικών μειονοτήτων. Γιαυτό η «εισβολή» της Δύσης εκεί γίνεται πάντα στο όνομα αρχών (δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, ελευθερία των αγορών) τις οποίες ο Ούλριχ Μπεκ αποκαλεί «γλωσσικά ερείπια»: «Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, γράφει, σκεπτόμαστε και δρούμε με βάση γλωσσικά ερείπια, στα οποία παντού εμφωλεύουν, επωάζονται και εγκαθίστανται νέες πραγματικότητες, πίσω από τις αστραφτερές προσόψεις των λέξεων».

Γιατί είναι πλέον “γλωσσικά ερείπια”; Η Γερμανία απέδειξε στην ουκρανική κρίση, που είχε αφορμή την άρνηση του εκλεγμένου προέδρου Γιανουκόβιτς να υπογράψει τη σύνδεση της χώρας του με την ΕΕ, ότι η πολιτική της δεν έχει ηθικούς φραγμούς όταν πρόκειται να προωθήσει τα συμφέροντα της. Στην Ουκρανία μάλιστα δεν δίστασε να επιστρατεύσει ως φορείς των επιθυμητών εξελίξεων τον ένοπλο ναζιστικό «Δεξιό Τομέα» και το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα «Σβόμποντα» τους οποίους ενθάρρυναν κατά του εκλεγμένου προέδρου με την παρουσία τους αξιωματούχοι της Γερμανίας, της ΕΕ, των ΗΠΑ (Βεστέρβελε, Κάθριν Άστον, Βικτόρια Νούλαντ, Τζό Μακέιν).

Το αποτέλεσμα; Ξέσπασε εμφύλιος στις ανατολικές περιοχές όπου κατοικούν ρωσόφωνοι και ενσωματώθηκε η Κριμαία στη Ρωσία. Σήμερα, εξ αιτίας του εμφυλίου που συνεχίζεται, οι διώξεις στην Ουκρανία στο τμήμα που ελέγχει το Κίεβο, στρέφονται σε βάρος των ορθόδοξων Χριστιανών που παραμένουν πιστοί στο Πατριαρχείο της Μόσχας εξ αιτίας της δημιουργίας πατριαρχείου με έδρα το Κίεβο. Δεδομένου ότι τα πατριαρχεία διαμορφώνουν εθνικές συνειδήσεις (παράδειγμα το Πατριαρχείο Κων/πολης, η Βουλγαρική Εξαρχία το 1871 κ.ο.κ.) είναι προφανές ότι οι διώξεις στοχεύουν τους ρωσόφωνους με σκοπό είτε την αναγκαστική αφομοίωσή τους είτε την εκτόπισή τους. Μήπως όμως η Γερμανία δεν πρωταγωνίστησε και στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με όχημα τον εθνικισμό; Ή μήπως πρόσφατα στα Σκόπια με τις ευλογίες της, όπως και των ΗΠΑ, η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τη συμφωνία των Πρεσπών δεν εξασφαλίστηκε με την απειλή δικαστικής δίωξης και φυλάκισης βουλευτών της αντιπολίτευσης ενώ το δημοψήφισμα που υπήρξε καταπέλτης κατά της συμφωνίας ερμηνεύτηκε ως συναίνεση του εκλογικού σώματος στην προώθηση της συμφωνίας; Γιαυτό οι αρχές που διακηρύσσει η Δύση ως πολιορκητικούς κριούς για την εισβολή της στις πρώην Ανατολικές χώρες αποτελούν «γλωσσικά ερείπια».

Με άλλα λόγια η ακροδεξιά και ο εθνικισμός αναδεικνύονται σε πυλώνες του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Όμως, αυτή η πολιτική δεν διαμορφώνει ανάλογα τις αντιλήψεις και τις συνειδήσεις στην ΕΕ διαβρώνοντας τα θεμέλιά της; Πώς είναι δυνατό να αξιοποιείς τον εθνικισμό και να επιστρατεύεις την ακροδεξιά και τον ναζισμό ως όχημα προώθησης των συμφερόντων σου εκτός ΕΕ και ταυτόχρονα να τον καταδικάζεις στα όρια της και να ανησυχείς για την άνοδο της Εναλλακτικής για τη Γερμανία ή της Λεπέν ή της Χρυσής Αυγής;

Η ουκρανική κρίση όμως είχε ευρύτερες επιπτώσεις αφού έπληξε οικονομικά το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών (και την Ελλάδα) με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν κατ’ εντολή της Ουάσινγκτον κατά της Ρωσίας και συνεχίζονται αμείωτες αφού κάθε φορά προκύπτουν εντάσεις ως πρόφαση, όπως η πρόσφατη στην Αζοφική, που τις συντηρούν. Οι κυρώσεις εξελίσσονται σε μέτρο επιβολής παγκόσμιας δικτατορίας των ΗΠΑ διότι επιβάλλονται σε οποιοδήποτε κράτος δεν συμβαδίζει με τα συμφέροντά τους (Ιράν, Τουρκία, Βενεζουέλα, κ.α.) αλλά και σε κάθε εταιρεία που παραβλέπει τις κυρώσεις, η οποία υφίσταται συντριπτικές συνέπειες μέσα από τον χρηματοπιστωτικό τομέα που ελέγχουν οι ΗΠΑ. Πολλές φορές μάλιστα οι κυρώσεις αξιοποιούνται ως πρόφαση στα πλαίσια του επιχειρηματικού ανταγωνισμού υπέρ αμερικανικών συμφερόντων, όπως συνέβη πρόσφατα με τη σύλληψη στον Καναδά της Μενγκ Ουανγκζού, οικονομικής διευθύντριας του κινεζικού ομίλου Huawei Technologies, καθ’ υπαγόρευση της Ουάσινγκτον, με την κατηγορία ότι η Huawei παραβίαζε τις αμερικανικές κυρώσεις εις βάρος του Ιράν, διότι προφανώς η Huawei εκτόπισε την Αpple από τη δεύτερη θέση της λίστας με τις μεγαλύτερες εταιρείες κατασκευής έξυπνων τηλεφώνων.

Όμως η ουκρανική κρίση, πέρα από τις συνέπειες των κυρώσεων, θα αφήσει μόνιμα το αποτύπωμά της στη χώρα μας και ιδιαίτερα στη Θράκη με επίκεντρο την Αλεξ/πολη. Διότι η προώθηση του ΝΑΤΟ στις Ανατολικές  χώρες για τη στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας που επιτείνεται με επιχείρημα τον εμφύλιο στην Ουκρανία και την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, μεταβάλλει την Αλεξ/πολη και τον λιμένα της σε βάση προώθησης στρατιωτικού εξοπλισμού και δυνάμεων. Με άλλα λόγια η πόλη και η ευρύτερη περιοχή στοχοποιούνται στρατιωτικά στα πλαίσια της αμερικανορωσικής αντιπαράθεσης.

Μακροδημόπουλος  Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

11-12-2018

Greek media considered to be the most inaccurate media in the world

0

Share of people who say their news media are doing very/somewhat well at reporting news accurately (2018)

Country Political issues fairly News about govt. leaders
and officials
News accurately Most important news events
Tanzania 83,00% 89,00% 93,00% 92,00%
Philippines 78,00% 83,00% 86,00% 87,00%
Indonesia 77,00% 85,00% 85,00% 89,00%
Netherlands 74,00% 82,00% 82,00% 89,00%
India 65,00% 72,00% 80,00% 72,00%
Kenya 70,00% 75,00% 80,00% 82,00%
Vietnam 78,00% 78,00% 80,00% 85,00%
Canada 73,00% 79,00% 78,00% 82,00%
Sweden 66,00% 78,00% 78,00% 86,00%
Ghana 68,00% 70,00% 77,00% 81,00%
Germany 72,00% 77,00% 75,00% 85,00%
South Africa 65,00% 69,00% 73,00% 76,00%
Senegal 75,00% 75,00% 72,00% 84,00%
Nigeria 67,00% 68,00% 71,00% 74,00%
Japan 55,00% 55,00% 65,00% 74,00%
Turkey 57,00% 73,00% 65,00% 74,00%
Israel 42,00% 50,00% 63,00% 78,00%
UK 52,00% 64,00% 63,00% 74,00%
France 47,00% 54,00% 62,00% 73,00%
Mexico 58,00% 55,00% 62,00% 68,00%
Russia 55,00% 68,00% 60,00% 79,00%
Venezuela 52,00% 50,00% 58,00% 62,00%
Australia 48,00% 60,00% 57,00% 65,00%
Brazil 45,00% 54,00% 57,00% 66,00%
Tunisia 48,00% 52,00% 56,00% 58,00%
U.S. 47,00% 58,00% 56,00% 61,00%
Jordan 46,00% 47,00% 55,00% 60,00%
Hungary 42,00% 49,00% 54,00% 63,00%
Peru 42,00% 42,00% 51,00% 59,00%
Lebanon 36,00% 62,00% 48,00% 73,00%
Spain 33,00% 48,00% 48,00% 63,00%
Argentina 37,00% 38,00% 45,00% 56,00%
Italy 36,00% 46,00% 45,00% 60,00%
Poland 40,00% 43,00% 43,00% 59,00%
Chile 36,00% 36,00% 42,00% 55,00%
Colombia 38,00% 43,00% 41,00% 57,00%
South Korea 27,00% 26,00% 36,00% 44,00%
Greece 18,00% 25,00% 22,00% 42,00%

Publics around the world overwhelmingly agree that the news media should be unbiased in their coverage of political issues, according to a new Pew Research Center survey of 38 countries. Yet, when asked how their news media are doing on reporting different political issues fairly, people are far more mixed in their sentiments, with many saying their media do not deliver. And, in many countries, there are sharp political differences in views of the media – with the largest gap among Americans.

source: PEW research

https://jodi.graphics/2018/10/21/inaccurate-media-of-the-world/?fbclid=IwAR0D6hfHBy-CGcFlM9MVcwsP9YPhy7WqQkQk9NEGXMJ4ZZTxfE82p_4R7R0