Αρχική Blog Σελίδα 2732

Ο ΑΞΙΟΥΠΟΛΙΤΗΣ ΤΟΝΤΟΡ ΣΙΜΟΦΣΚΙ, ΒΑΣΙΚΟΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΟΥ ΣΚΟΠΙΑΝΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΣ.

0

Μια από τις άγνωστες, στους πολλούς, μορφές που διαμόρφωσαν συγγραφικά την σκοπιανή ιστορική παραχάραξη είναι ο Τοντόρ Σιμόφσκι, επι τω ελληνικότερω, Θεόδωρος Σιμόπουλος. Ήταν ο άνθρωπος που μαζί με άλλους δύο (Κρούστε Μπιτόσκι (Χρήστος Μπιτάκος) και Χρίστο Αντονόφσκι (Χρήστος Αντωνίου) συνέγραψαν το τρίτομο έργο «Ιστορία του Μακεδονικού λαού», το οποίο εκδόθηκε το 1960 και αποτέλεσε τον ιστορικό άξονα γύρω από τον οποίο κινήθηκε το ψευδές αφήγημα.
Ο Τοντόρ Σιμόφσκι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πηγή Αξιούπολης Κιλκίς στις 14 Φεβρουαρίου 1924 και πέθανε στα Σκόπια στις 4 Ιανουαρίου 1998.
Λίγο πριν πεθάνει, μας παραχώρησε συνέντευξη στην οποία μιλά για το πώς ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του έβλεπαν την ιστορία. Η συνέντευξη παρουσιάστηκε στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις» της ΕΡΤ3.
Από τα έργα του τα οποία προκάλεσαν αίσθηση στην Ελλάδα σε όσους ασχολούνταν με το «Μακεδονικό», όταν οι περισσότεροι κάθευδαν, είναι οι χάρτες του για τους νομούς της Βορείου Ελλάδος στους οποίους οι πόλεις και τα χωριά αναφέρονται με τα σλαβικά τους ονόματα ενώ τα ελληνικά αναγράφονται μέσα σε παρένθεση και με μικρότερα γράμματα.
Έλληνες στην καταγωγή ήταν οι αξιωματούχοι που στελέχωναν τον κεντρικό οργανισμό της επίσημης αλυτρωτικής προπαγάνδας των Σκοπίων, το «Ινστιτούτο Εθνικής ιστορίας». Ήταν αντάρτες του 1949 και απόγονοί τους που κατέφυγαν στην Γιουγκοσλαβία μετά τον Ελληνικό εμφύλιο. Το Ινστιτούτο, στο οποίο εργαζόταν ο Σιμόφσκι, επιχειρούσε να στοιχειοθετήσει με «επιστημονικούς» όρους την εθνική ταυτότητα των κατοίκων της γειτονικής χώρας. Έκανε άριστη προπαγάνδα παγκοσμίως.
Είναι το αντίστοιχο της ελληνικής Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών. Μόνο που εκεί, αν έχουν αντιθέσεις, δεν τις εκδηλώνουν δημοσίως, με τον τρόπο που τις εκδήλωσαν στη Θεσσαλονίκη.
Ο Σιμόφσκι ανήκε στη νομενκλατούρα των Σκοπίων. Γαμπρός του υπήρξε ο Νίκολα Ποπόφσκι ο οποίος διετέλεσε υπουργός Άμυνας, υπουργός Δικαιοσύνης και αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών επί Γκλιγκόρωφ και Τσερβενκόφσκι.
Όπως μου έλεγε ο ίδιος ο Σιμόφσκι, στα 16 του χρόνια παρουσιάστηκε οικειοθελώς, να υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό κατά την επιστράτευση του ’40 αλλά οι αρμόδιοι του είπαν: «Εσύ Θοδωράκη, τι θέλεις εδώ…». Και δεν τον δέχθηκαν. Από τότε, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, άρχισε να προβληματίζεται μήπως είναι κάτι διαφορετικό.
Ταξίδεψα μαζί του στη Βουλγαρία. Συνεννοούνταν άψογα μιλώντας το σκοπιανό ιδίωμα.
Παρά τις διαφωνίες μας υπήρξαμε φίλοι. Ίσως μας συνέδεε ο κοινός γενέθλιος τόπος.
Παν. Σαβ.
Το κείμενο δημοσιεύεται στη σημερινή “Μακεδονία της Κυριακής”.
Τη συνέντευξη του Τοντόρ Σιμόφσκι στην οποία αναφερόμαστε μπορείτε να τη δείτε εδώ:https://www.youtube.com/edit?o=U&ar=2&video_id=IGhBoRn_GFw
Και σχολιασμένη απο τρείς ιστορικούς εδώ: https://www.youtube.com/edit?o=U&ar=2&video_id=LHuT7ftA9Cs

Η επιχείρηση ξεριζωμού του Ελληνισμού της Β. Ηπείρου: Τα ένοχα αλβανικά μυστικά στη Χειμμάρα

0

Του ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ

File Photo: Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας (Δ) ανταλλάσει χειραψία με τον Αλβανό ομόλογό του Έντι Ράμα (Α) σε διμερή συνάντηση στο Lancaster House του Λονδίνου. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, Andrea Bonetti

DECEMBER 15, 2018

Με την προοπτική απόδοσης ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας με την Ε.Ε. να απομακρύνεται λόγω των γνωστών προβλημάτων του κράτους δικαίου στην γειτονική χώρα, ο Έντι Ράμα θεωρεί ότι έχει αφοπλισθεί ο βασικός μοχλός πίεσης που διαθέτει η Ελλάδα και έτσι είναι το πεδίο ελεύθερο για να κάνει το τελικό βήμα για τον οριστικό διωγμό της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας από την Βόρειο Ήπειρο. Έτσι θεωρώντας ότι ελάχιστα απειλείται από την Αθήνα, που βάζει στο τραπέζι το (άσφαιρο στην παρούσα φάση) όπλο της «ευρωπαϊκής πορείας της Αλβανίας» ο κ. Ράμα έχει θέσει σε εφαρμογή το τελικό σχέδιο για την υφαρπαγή των ελληνικών περιουσιών, που θα στερήσει έτσι τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου από τον βασικό δεσμό με την γη των προγόνων του.

Στόχος του με νόθες νομοθετικές διαδικασίες σε ένα κράτος που η αντιπολίτευση δεν συμμετέχει στην βουλή, που το δικαστικό σύστημα δεν υφίσταται και η διαπλοκή πολιτικής εξουσίας με το οργανωμένο έγκλημα, το ναρκεμπόριο και τα συμφέροντα καταπατητών γης είναι σχεδόν κανόνας, να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα οποία πλέον θα καθιστούν την υφαρπαγή των περιουσιών και τον αφελληνισμό της Χειμμάρας και άλλων περιοχών της Βορείου Ηπείρου, αναπότρεπτες.

Χρόνος πλέον δεν υπάρχει, η Αθήνα δεν μπορεί πια να επαναπαύεται σε μια δήλωση του επιτρόπου Χάαν η της κ. Μογκερίνι, ή να αποδέχεται τον εμπαιγμό του κ. Ράμα, που δήλωνε τον… φιλελληνισμό του στο ΑΠΕ και τις ειρωνείες του κ. Μπουσάτι. Η υπόθεση αφορά βεβαίως την Ευρώπη, αλλά πρωτίστως αφορά την Ελλάδα και την κυβέρνηση που αναλαμβάνει τεράστια ιστορική ευθύνη εάν κλείσει τα μάτια και μείνει αδρανής μπροστά στο συντελεσμένο «έγκλημα».

«Επιχειρήματα», από αυτά που καταλαβαίνει ο κ. Ράμα, υπάρχουν στην ελληνική πλευρά. Αρκεί να θελήσει να τα χρησιμοποιήσει. Όσο χαοτικό κι αν είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην Αλβανία, η γη ανήκει σε πολίτες αποτελεί ατομική ιδιοκτησία και δεν μπορεί να επιτραπεί στον κάθε Ράμα να την κρατικοποιήσει και να την διαθέτει για «αξιοποίηση» σε φίλους «επιχειρηματίες», σε Τούρκους «επενδυτές» και σε κυκλώματα ξεπλύματος των κερδών από την μεγαλύτερη «βιομηχανία» της Αλβανίας, το εμπόριο ναρκωτικών.

Το Αλβανικό Σχέδιο

Ο Ε. Ράμα σε ένα από τα νομοσχέδια που θέλει να περάσει πριν το τέλος του χρόνου προβλέπεται ότι όποια περιουσία εντάσσεται στον σχεδιασμό για τουριστική ανάπτυξη, δεν μπορεί, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι ανήκει σε άλλον, να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του. Θέλοντας έτσι να δημιουργήσει τετελεσμένα όπως έγινε στην περίπτωση της Παλάσας Δρυμάδων που σε χρόνο ρεκόρ σε γη που ανήκει σε Έλληνες μειονοτικούς, κτίσθηκε ένα από τα μεγαλύτερα τουριστικά συγκροτήματα στην Αλβανία, από τον μεγαλύτερο Αλβανό κατασκευαστή (και διαπλεκόμενο της κυβέρνησης).

Η έκταση αυτή χάθηκε για πάντα για τους μειονοτικούς ιδιοκτήτες της.  Στην Χιμάρα υπήρχαν καθαρές περιουσίες και μάλιστα η πρώτη καταγραφή λόγω αγροτικής μεταρρύθμισης είχε γίνει το 1939 ενώ και επί Χότζα πριν κρατικοποιηθούν όλες οι περιουσίες είχαν γίνει τουλάχιστον δυο καταγραφές των περιουσιών.

Από το 1946 έως το 1991 οι ιδιωτικές περιουσίες η γεωργική γη, τα κτήματα οι δασικές και λιβανικές εκτάσεις είχαν περάσει στην κατοχή του κράτους. Στην πρώτη φάση του καθεστώτος Χότζα οι πολίτες είχαν την γη και την καλλιεργούσαν για λογαριασμό του κράτους και στην δεύτερη φάση η γη κρατικοποιήθηκε, αλλά και στις δυο περιπτώσεις είχαν καταγραφεί οι ιδιοκτήτες.

Τον Ιούλιο του 1991 η βουλή ψήφισε τον νόμο 7501 «Περί γεωργικής γης» με τον οποίο αποδόθηκαν κατά κεφαλήν 3 στρέμματα γεωργικής γης και μια μικρή έκταση από ελαιώνες και από τα οπωροφόρα. Όμως το 1993 ψηφίστηκε ο νομός 7689 «Περί επιστροφής και Συμψηφισμού των περιουσιών των πρώην ιδιοκτητών» με τον οποίο κλιμακώθηκε το σχέδιο υφαρπαγής των ελληνικών και κοινοτικών περιουσιών.

Η επίθεση αυτή εναντίον των ελληνικών περιουσιών συνεχίσθηκε το 1998 όπου με νόμο μεταφέρεται η αρμοδιότητα αναγνώρισης περιουσιών, στην Υπηρεσία Επιστροφής και Συμψηφισμού Περιουσιών της κάθε περιφέρειας, όπου πλέον οι Τοπικές Αρχές δεν έχουν λόγο και μάλιστα δεν διαθέτουν ούτε δικαίωμα ενστάσεων, κάτι που μετέτρεπε αυτομάτως τις αποφάσεις, σε τελεσίδικες.

Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος με τον νομό περί γης 7501 (1991) σκοπίμως δεν αποδόθηκαν πίσω οι περιουσίες στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, αλλά διανεμήθηκαν αγροτεμάχια γης σε κάθε Αλβανό πολίτη.

Οι Χιμαραίοι αλλά και πολλοί άλλοι αρνήθηκαν να αποδεχθούν την ρύθμιση του ν.7501, ζητώντας να τους αποδοθεί η περιουσία που τους ανήκε πριν την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος. Όμως και με τον νόμο αυτό παραχωρήθηκαν Πράξεις Παραχώρησης Ιδιοκτησίας και όχι οριστικοί τίτλοι ιδιοκτησίας.

Στην διάρκεια των ετών, κυβερνήσεις για λόγους ψηφοθηρικούς εξέδιδαν νέες Πράξεις Παραχώρησης τις οποίες διένειμαν στην εκλογική πελατεία τους. Στο περιουσιακό ενεπλάκη και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπου και στην Χιμάρα δόθηκαν τίτλοι που οι περισσότεροι ήταν άκυροι αλλά αρκετοί ήταν εκείνοι που πρόλαβαν και τους πούλησαν σε τρίτους…

Έτσι βρέθηκαν ειδικά στην Χιμάρα που έχει ιδιαίτερη σημασία και επειδή το Αλβανικό κράτος συστηματικά αρνήθηκε να την αναγνωρίσει ως Μειονοτική Ζώνη, αλλά και επειδή αποτελεί ένα από τα τουριστικά φιλέτα της Αλβανίας, να υπάρχουν περιουσίες, που ανήκουν βάσει και των παλιών καταγραφών σε Έλληνες μειονοτικούς, αλλά για τις ίδιες περιουσίες υπάρχουν Πράξεις παραχώρησης σε ένα η ακόμη και σε δυο πρόσωπα είτε Έλληνες είτε Αλβανούς.

Συγχρόνως έποικοι που είχε μεταφέρει από άλλες περιοχές της Αλβανίας το καθεστώς Χότζα για να αλλοιώσει την δημογραφική σύνθεση της περιοχής, βρέθηκαν με γη στην Χιμάρα, Χιμαριώτες που είχαν εκτοπισθεί σε άλλες περιοχές έχασαν εντελώς την γη τους και άλλοι Χιμαριώτες βρέθηκαν με την περιουσία άλλου ομογενή… Το ίδιο το κράτος καλλιέργησε και προκάλεσε αυτή τη σύγχυση ώστε να μπορεί να παρέμβει τώρα και να νομοθετεί ότι όποιο αγροτεμάχιο αξιολογείται για τουριστική αξιοποίηση, πηγαίνει στο κράτος… Σε μια χώρα που δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο και η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί, είναι αδύνατο για τον οποιοδήποτε πολίτη να προσφύγει στην δικαιοσύνη και να βρει το δίκιο του. Τώρα ο Ε. Ράμα με την απόφαση 708 του Υπουργικού Συμβουλίου της 21ης Νοεμβρίου παραδίδει στην κυριότητα του Υπουργείου Τουρισμού με σκοπό την τουριστική αξιοποίηση τους, 46 τεμάχια γης στα νότια παράλια της χώρα έκτασης 1614 εκταρίων εκ των οποίων τα 1377 εκτάρια βρίσκονται στην Χειμμάρα.

Το άλλο Νομοσχέδιο που επιδιώκει να περάσει μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου η αλβανική κυβέρνηση προβλέπει ότι οι γεωργικές εκτάσεις που είχαν διανεμηθεί προς χρήση σε αγρότες και για τις οποίες οι κάτοικοι έχουν υποβάλει τα δικαιολογητικά στο Υποθηκοφυλακείο, προκειμένου να δικαιωθούν “δεν πρέπει να υπάρχουν σε αυτά παράνομες κατασκευές” και “δεν πρέπει να ανήκουν στα οικόπεδα που με τον Νόμο υπ’ αρ. 55/2015 έχουν χαρακτηρισθεί στρατηγικές επενδύσεις”.

Για χρόνια οι Αλβανικές Αρχές δεν έδιναν άδειες οικοδόμησης με αποτέλεσμα να υπάρχει αυθαίρετη δόμηση. Τώρα όμως αυτά τα αυθαίρετα αποτελούν παγίδα για τους ιδιοκτήτες που κινδυνεύουν να χάσουν την γη τους. Τα τελευταία χρόνια με την μέθοδο των διαρροών ότι επίκεινται παρεμβάσεις στο περιουσιακό επιχειρείται ο εκφοβισμός των μειονοτικών και το ξεπούλημα των περιουσιών τους πριν εγκαταλείψουν οριστικά την γη τους. (όπως έγινε το 2015 με την φημολογία περί άσκησης διώξεων από τον εισαγγελέα Αυλώνας για πλαστογραφίες και καταπατήσεις, είχαν οδηγήσει σε ξεπούλημα περιουσιών σε Χιμάρα, στο Βουνό, στο Κηπαρό, στην Παλάσα, στους Γκιλεκάτες, στο Στεφανέλι κ.α.). Και φυσικά πάντοτε υπήρχε μια θλιβερή μειοψηφία μειονοτικών που και οι ίδιοι συμμετείχαν σε αυτά τα σχέδια και με την έκδοση πλαστών η εικονικών τίτλων υφέρπαζαν για λογαριασμό αλβανικών συμφερόντων, ελληνικές περιουσίες. Αλλά το Σχέδιο ήταν ενιαίο και αποτελεί «κρατική πολιτική» έχει ξεκινήσει από την εποχή Μπερίσα, είναι συστηματικό και απλώς ο κ. Ράμα έχει τις «περγαμηνές» του ανθελληνισμού και τις κατάλληλες «γνωριμίες» και συνεργάτες για να το ολοκληρώσει…

Πηγή: Η επιχείρηση ξεριζωμού του Ελληνισμού της Β. Ηπείρου: Τα ένοχα αλβανικά μυστικά στη Χειμμάρα https://hellasjournal.com/2018/12/i-epicheirisi-xerizomoy-toy-ellinismoy-tis-v-ipeiroy-ta-enocha-alvanika-mystika-sti-cheimmara/

Η παρακμή της Δύσης και τα βαλκανικά φαντάσματα

0

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Το κλίμα στα Βαλκάνια θυμίζει παραμονές Βαλκανικών Πολέμων, και στη Δύση άρχισε να καλλιεργείται η ιδέα μήπως οι ενδημικές κρίσεις δεν είναι απλώς τα αποστήματα κακών οικονομικών χειρισμών ή κυκλικών οικονομικών κρίσεων, αλλά ενδείξεις παρακμής. Όπως και την επαύριον του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (1918) ο Όσβαλντ Σπένγκλερ εξέδωσε το εμβληματικό βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης, έτσι και τώρα, άρχισαν να πληθαίνουν οι αναλύσεις ότι η Δυτική οικονομική κυριαρχία υποχωρεί και στη θέση της αναδύεται η Κίνα. Και, όπως συμβαίνει πάντοτε, όποιος κυριαρχεί οικονομικά επιβάλλει και το δικό του πολιτισμικό πρότυπο.

Τι θα είναι η Δύση και ο Δυτικός άνθρωπος στην περίπτωση που κυριαρχήσει η Κίνα και ο πολιτισμός της;

Οι Δυτικές οικονομίες παρουσιάζουν μια ανησυχητική στασιμότητα και η Κίνα υπερτερεί ήδη των ΗΠΑ σε πολλούς οικονομικούς και αναπτυξιακούς δείκτες, και θα τις υπερκεράσει και σε άλλους κρίσιμους την επόμενη δεκαετία.

Η παράδοση της ηγεσίας συνήθως δεν γίνεται ομαλά. Η Κίνα προσπαθεί να αποφύγει προς το παρόν τη σύγκρουση, αλλά δεν θα είναι το Πεκίνο που θα αποφασίσει αν η ανθρωπότητα οδηγηθεί σε μια ακόμη τραγωδία.

Λίγο πριν πεθάνει, ο Αμερικανός γεωπολιτικός Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, σε ένα ιστορικό άρθρο του στο American Interest αφού διαπίστωνε πως οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον οι μόνες κυρίαρχες στον κόσμο αλλά πρώτες μεταξύ ίσων, έθετε το ερώτημα με ποια από τις δύο άλλες μεγάλες δυνάμεις θα συνεργαστεί η Ουάσινγκτον για να συνεχίσει να κυριαρχεί στον κόσμο: Τη Ρωσία ή την Κίνα;

Φαίνεται πως η επιλογή της Μόσχας είναι νομοτελειακή. Ουάσινγκτον και Πεκίνο θα είναι οι πρωτεύουσες που θα ανταγωνιστούν, και στον αγώνα τους αυτό θα πρέπει να προσεταιριστούν και τη Μόσχα. Ποιος θα καταφέρει;

Η διακυβέρνηση Τραμπ έχει διακωμωδηθεί διεθνώς, και στο εσωτερικό των ΗΠΑ βρίσκεται σε εξέλιξη μια δικαστική διερεύνηση των σχέσεων του Αμερικανού προέδρου με τους Ρώσους. Η εικόνα που δίνεται για τον Αμερικανό πρόεδρο είναι ενός πολιτικού κλόουν. Η επιλογή όμως της συνεργασίας με τη Ρωσία περιέχει στρατηγικά χαρακτηριστικά για τις ΗΠΑ. Δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την Κίνα μόνες τους. Και είναι πολύ αμφίβολο αν η Μόσχα προστρέξει προς βοήθεια της Ουάσινγκτον.

Με αυτό το σκεπτικό προκαλεί ερωτηματικά η αντίθεση των Δημοκρατικών προς τη Ρωσία. Έχουν κάποιο άλλο σχέδιο κυριαρχίας και διαχείρισης του κόσμου; Ποιο μπορεί να είναι αυτό;

Αποτέλεσμα της Δυτικής παρακμής είναι και η επιστροφή των εθνικισμών και στην Ευρώπη αλλά και στα Βαλκάνια, που μας ενδιαφέρουν.

Όπως σημειώσαμε, η γενικότερη εικόνα παραπέμπει στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων. Οι εθνικισμοί (κυρίως οι κατεψυγμένοι για πολλά χρόνια και οι αδιαμόρφωτοι, όπως ο αλβανικός) βρίσκονται σε έξαρση, ενώ ο κατακερματισμός της Ευρώπης και η παρακμή της δεν εγγυώνται ευέλικτη διαχείρισή τους.

Στο βαλκανικό τερέν βρίσκονται όλοι οι παίκτες (ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα), αλλά και δευτερεύοντες, που όμως επηρεάζουν τις τοπικές ισορροπίες και συμπεριφορές.

Ο στρατηγικός διάλογος των ΗΠΑ με την Ελλάδα αποβλέπει σ’ αυτήν την ανακατάταξη δυνάμεων πριν από τη σύγκρουση – που πιθανώς να μην πάρει τη μορφή «όλοι εναντίον όλων», αλλά μια σταδιακή μετατόπιση των ισορροπιών. Ο διάλογος αυτός και η γενικότερη συμπεριφορά της Ουάσινγκτον στην περιοχή δείχνουν πως οι Αμερικανοί έχουν εντάξει την Ελλάδα στα στρατηγικά τους σχέδια.

Η Ελλάδα πάντοτε ήταν επιλογή των μεγάλων δυνάμεων στα Βαλκάνια, αλλά τώρα γίνεται και ένας υπολογίσιμος παράγων στις τριμερείς συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι τριμερείς αυτές θα λάβουν μορφή με σαφώς προσδιορισμένη και τη στρατηγική διάσταση στην περίπτωση που η Τουρκία επιλέξει τη συνεργασία με τη Ρωσία και το Ιράν. Αν επιστρέψει στο Δυτικό μαντρί, θα ενταχθεί και αυτή στα αμερικανικά σχέδια της περιοχής.

Φαίνεται όμως πως η Άγκυρα κάνει τις δικές της επιλογές. Και στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και στα Βαλκάνια.

Η χώρα την οποία επηρεάζει περισσότερο στη Βαλκανική είναι η Αλβανία, αλλά αυτό γίνεται με την αμερικανική ανοχή. Θα λέγαμε και με την ανοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά αυτήν τη στιγμή η Ένωση δείχνει σοβαρά σημάδια αδυναμίας.

Μια κοντόφθαλμη γερμανική πολιτική εξακολουθεί να διατηρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στο στάδιο που περνά κρίση και δεν θα μπορεί, σε λίγο, να αποδώσει κανένα όφελος ούτε στο Βερολίνο. Όποτε οι ευρωπαϊκές δυνάμεις κέρδισαν από την ενοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου, αυτό έγινε μόνο στις περιπτώσεις που έδωσαν κάτι και πήραν το πολλαπλάσιο.

Η Γερμανία σήμερα τα θέλει όλα δικά της. Γιατί τα κράτη μέλη της ΕΕ να συνεχίσουν να παραμένουν σε μια Ένωση αν δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν;

Η Ελλάδα δείχνει μια εμφανή αδυναμία να προβάλει σκληρή ισχύ, ακόμη και στις περιπτώσεις που χρειάζεται. Η επιλογή της ήπιας ισχύος (soft power) είναι η αναγκαστική οδός που μπορεί να ακολουθήσει στα Βαλκάνια, αλλά η ήπια ισχύς απαιτεί ικανούς διαμορφωτές πολιτικής και ικανούς χειριστές. Υπάρχουν στην Ελλάδα;

Δύο μεγάλες ιστορικές περίοδοι δίνουν το μέτρο επιρροής του ελληνισμού στα Βαλκάνια. Η μία ήταν όταν ο βαλκανικός χώρος ήταν ενιαίος. Η ελληνική επιρροή ήταν καταλυτική. Αλλά υπήρχε ελληνικό πρότυπο. Ελληνικό παράδειγμα. Η άλλη είναι η περίοδος που τα βαλκανικά εθνικά κράτη υπεράσπιζαν τα στενά εθνικά τους συμφέροντα. Την περίοδο αυτή η Ελλάδα, μετά τον Βενιζέλο, δεν μπόρεσε να την διαχειριστεί.

Ο κόσμος αλλάζει. Δυστυχώς η αλλαγή μάς βρίσκει χωρίς μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν υψηλές πολιτικές. Όποιος δεν μπορεί, στο τέλος χάνει.

To φάντασμα του 1789 πάνω από τη Γαλλία και την Ευρώπη

0

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
«Φέτος δεν έχει Χριστούγεννα», γράφει το πλακάτ ενός διαδηλωτή στην Τουλούζη, τη ροζ πόλη της Νοτιοδυτικής Γαλλίας, προπύργιο κάποτε του γαλλικού σοσιαλισμού.
Πρόκειται περί σαδιστού προφανώς. Θέλει να σκοτώσει την τελευταία ελπίδα του κ. Μακρόν και του εργοδότη του, του Βαρώνου Ρότσιλντ. Ότι δηλαδή, αν δεν βρεθεί άνθρωπος να μπορέσει να τους απαλλάξει από τα Κίτρινα Γιλέκα, θα το καταφέρει τουλάχιστο τελικά ο Άγιος Βασίλης.
«Τι θέλεις να σου πάρω για τα Χριστούγεννα;» ρωτάει η μάνα του έναν εικοσάρη. «Να νικήσουμε», της απαντάει αυτός.
Το διάλογο μας τον μεταφέρει, στο πρωτοσέλιδό της, και ελαφρώς αποσβολωμένη, η Monde της 9.12.18, υπό τον τίτλο «Η Γαλλία σε άνευ προηγουμένου κοινωνική κρίση».

 Η στιγμή της Ρήξης
Αυτό που περιγράφει η εφημερίδα είναι η στιγμή που το Εγώ ξεφεύγει προς στιγμήν από τα μίζερα όριά του, υποτασσόμενο, διαχεόμενο και ταυτιζόμενο με το απέραντο και, προσωρινά τουλάχιστο, παντοδύναμο Εμείς.
Η στιγμή που το άτομο αποκτά συνείδηση ότι το συλλογικό συμφέρον είναι πιο σημαντικό από το ατομικό, ότι δεν μπορεί ούτε να ζήσει, ούτε να σωθεί από μόνο του.
Τότε, και μόνο τότε, και εφόσον τα άλλα μέσα, εκλογές, κόμματα, συνδικάτα έχουν εξαντληθεί, μια εξέγερση γίνεται δυνατή.
Όπως υπογραμμίσαμε σε προηγούμενο άρθρο μας, εξετάζοντας τις τρέχουσες εξελίξεις στη Γαλλία, η εκεί  κατάσταση πλησιάζει, αν δεν έχει ήδη φτάσει, στο σημείο που η επαναστατική φιλολογία περιγράφει ως «προεπαναστατική κατάσταση», όταν δηλαδή οι από πάνω δεν μπορούν πλέον να κυβερνήσουν και οι από κάτω δεν μπορούν να τους ανεχθούν. Αυτό συνιστά διάγνωση, όχι πρόβλεψη για το τι θα γίνει, γιατί πολύ διαφορετικά αποτελέσματα είναι δυνατά από το σημείο αυτό.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε ασφαλώς, πολύ περισσότερο από μακριά, αν το Σάββατο το κύμα της εξέγερσης θα υποχωρήσει ή θα αντεπιτεθεί. Ακόμα και στο πρώτο ενδεχόμενο όμως, που δεν το θεωρούμε το πιο πιθανό, θεωρούμε πολύ πιθανότερο το δεύτερο, η αναδίπλωση έχει μεγάλες πιθανότητες να αποδειχθεί προσωρινή. Ούτε η κρίση θα λυθεί, ούτε η άβυσσος που χωρίζει την εξουσία από τον Λαό θα γεφυρωθεί.
Το μεγάλο κρίσιμο τεστ για την άμεση συνέχεια των γεγονότων θα είναι η μαζικότητα των κινητοποιήσεων του Σαββάτου, που επεχείρησαν να σταματήσουν αφενός με τις παραχωρήσεις Μακρόν τη Δευτέρα, αφετέρου με την «ισλαμική τρομοκρατία». Τα θέματα της κρίσης έχουν τώρα εξαφανισθεί από τα γαλλικά δελτία ειδήσεων, που ασχολούνται αποκλειστικά με την υποτιθέμενη «ισλαμική τρομοκρατική επίθεση», που δεν είναι λίγοι οι Γάλλοι στα κοινωνικά δίκτυα, που μοιάζουν να πιστεύουν ότι, πιθανότατα, δεν ήταν παρά μια ξεγυρισμένη προβοκάτσια του γαλλικού “βαθέος κράτους”, για να σώσει τον Μακρόν.
 Εχθροί της Δημοκρατίας
Η μόνη αναφορά που κάνουν τα Μέσα στα κίτρινα γιλέκα είναι οι εκκλήσεις να υποχωρήσουν και να μη διαδηλώσουν το Σάββατο, δεδομένου του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», στον οποίο πρέπει όλοι να στρατευθούν. Ο πρώην Πρωθυπουργός της Γαλλίας Ζιπέ, έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει «εχθρούς της δημοκρατίας» όσους επιμένουν στις διαδηλώσεις.
Οι Φιλελεύθεροι Δεξιοί, που τις υποστήριζαν αρχικά, αποσύρονται τώρα, το ίδιο και η Κυρία Μαρίν Λεπέν, επιβεβαιώνοντας πολλούς, του πατέρα της περιλαμβανομένου, που θεωρούν ότι η «αντισυστημικότητά» της δεν είναι παρά φούμαρα, προορισμένα να ξεγελάσουν πάλι, αυτή τη φορά από τα δεξιά, τους βαθιά δυσαρεστημένους πολίτες της Γαλλίας.
Βεβαίως, είχε προηγηθεί η ήττα των ιδεών της Λε Πεν και της ατζέντας που θέλησαν να προωθήσουν οι οπαδοί της στους κόλπους του ίδιου του επαναστατικού κινήματος. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η Λεπέν, ή κάποιος άλλος από την παράταξή της, θα μπορούσε, κάποια στιγμή στο μέλλον, in extremis, να αποτελέσει την τελευταία λύση (de dernier recours) καταφυγής της γαλλικής μπουρζουαζίας αν απειληθεί το καθεστώς της, εμφανιζόμενη τότε ως ο υποψήφιος του νόμου και της τάξης, πασπαλισμένη με μια άχνη πατριωτισμού, χωρίς ουσιαστικό αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, ως λύση μετά από μια παρατεταμένη περίοδο αναταραχής χωρίς διέξοδο.
Αλλά αυτά είναι ακόμα μακριά. Προς το παρόν είναι η ώρα του θριαμβεύοντος Λαού, ενός Λαού που αποκτά σταδιακά συνείδηση της δύναμής του και δεν θέλει πια να τη χάσει. Ξέρει ότι, αν φύγει από τα οδοφράγματα, θα βρεθεί ξανά στο έλεος των δυνάμεων που προκάλεσαν την εξέγερσή του.
Οι υποχωρήσεις των Φιλελεύθερων και της Λεπέν δεν είναι άλλωστε τυχαίες. Προδίδουν τον πανικό της «Εξουσίας πίσω από την Εξουσία», που δεν την απασχολεί τώρα  το μακροχρόνιο πολιτικό μέλλον των διαφόρων οργάνων της, αλλά μάλλον το πως θα σταματήσει πάση θυσία την εξέγερση.
 Εργάτες, συνδικάτα, αστικός πληθυσμός
Κρίσιμο θα είναι επίσης για το μέλλον του κινήματος το κατά πόσο θα κινηθεί η εργατική τάξη, όπως συνέβη μετά από μερικές εβδομάδες φοιτητικών διαδηλώσεων, οδηγώντας στο αποκορύφωμα την Επανάσταση του 1968. Ομάδες στα συνδικάτα επιχειρούν τώρα να προκαλέσουν γενική απεργία. Φοιτητές και μαθητές, συνοδευόμενοι από τους γονείς τους, ασπίδα απέναντι σε μια αστυνομία που έφτασε στο σημείο να μεταχειριστεί μια τάξη σχολείου ως αιχμαλώτους πολέμου, βγαίνουν στους δρόμους.
Μέχρι τώρα όμως, η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και των αστικών πληθυσμών της χώρας, εκφράζουν μεν υποστήριξη προς τα Κίτρινα Γιλέκα, δεν έχουν συμμετάσχει όμως μαζικά στις κινητοποιήσεις.
 Ηγεσία
Ένα κίνημα τόσο βαθύ και σημαντικό, όπως αυτό που τώρα αναπτύσσεται στη Γαλλία, θα βρεθεί σύντομα μπροστά στο ζήτημα της συγκρότησης της πολιτικής ηγεσίας του, που έχει ζωτική σημασία για την τελική έκβαση και μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία και την πανωλεθρία. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό το ξέρουμε από την ιστορία όλων των εξεγέρσεων. Το ξέρουμε και από την τραγική δική μας εμπειρία, με τον ΣΥΡΙΖΑ να γίνεται το ηγετικό υποκείμενο της ελληνικής αντιμνημονιακής εξέγερσης, να την προδίδει και να την καταστρέφει.
Πέραν του ότι, οποιαδήποτε επιτυχία του κινήματος στη Γαλλία, θα αντιμετωπίσει την εχθρότητα όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης, όπως συνέβη και με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789.
Το σενάριο της βίας διαρκώς παρόν
Το σενάριο μιας εκτεταμένης προσφυγής στη βία δεν μπορεί να αποκλεισθεί, όπως άλλωστε φανερώνουν οι φωτογραφίες ελεύθερων σκοπευτών στην οροφή του μεγάρου των Ηλυσίων, στις 2.12 (που μας θυμίζουν λίγο τη Μεγάλη Βρετάνια της 3ης Δεκεμβρίου 1944, από όπου οι ελεύθεροι σκοπευτές πυροβόλησαν το ειρηνικό πλήθος, εγκαινιάζοντας τη δεύτερη φάση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου), η πρόθεση της αστυνομίας να χρησιμοποιήσει drones εναντίον των διαδηλωτών, που σταμάτησε η Νομαρχία του Παρισιού και η μεταχείριση των μαθητών ως αιχμαλώτων. Προς το παρόν βέβαια, η εξουσία μάλλον προσπαθεί να συγκρατήσει τα πράγματα με πιο ειρηνικές μεθόδους και με παραχωρήσεις. Και δεν μπορεί να είναι εντελώς βέβαιη για τι θα κάνει η αστυνομία. (Στη μεγάλη, σχεδόν εξεγερσιακή αντιμνημονιακή διαδήλωση του Μαίου 2010, στην Αθήνα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι αστυνομικοί θα εμπόδιζαν το πλήθος να μπει στη Βουλή. ‘Αλλαξε όμως η ψυχολογία τους, ενώ και οι διαδηλωτές οι ίδιοι μούδιασαν, μετά τον θανατηφόρο εμπρησμό της Marfin).
 Το φάντασμα του 1789
Μέχρι στιγμής, η γαλλική εξέγερση μοιάζει να ακολουθεί περισσότερο διαδρομές ανάλογες και να εμφανίζει ομοιότητες με τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789, παρά με την προηγούμενη, εκείνη του Μαΐου 1968. Και υπάρχει γι’ αυτό ένας θεμελιώδης λόγος που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.
Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 είναι, τρόπον τινά, το ιδρυτικό ιστορικό γεγονός της νεώτερης Ευρώπης. Η Γαλλία του Βολταίρου και του Ντεκάρτ, του Δαντών και του Ροβεσπιέρου έπαιξε, τηρουμένων των αναλογιών, για τον νεώτερο κόσμο τον ρόλο που έπαιξε η Αθήνα στον αρχαίο.
Σε κάθε γαλλική δημόσια υπηρεσία υπάρχει μια ταμπέλλα που γράφει «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα». Είναι το τρίπτυχο των συνθημάτων της Επανάστασης εκείνης. Κανείς δεν δίνει σημασία, κανείς δεν χάνει τον χρόνο του προσέχοντας αυτές τις ταμπέλλες και τα συνθήματα, όπως δεν δίνουμε σημασία συνήθως στα κλισέ. Όσο για τον ηγέτη αυτής της Επανάστασης, τον «Αδιάφθορο» Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο, ελάχιστες αναφορές υπάρχουν στη Γαλλία. Η χώρα θέλει μάλλον να θάψει τη μνήμη του, αν όχι και της ίδιας της Επανάστασης, όσο πιο βαθιά γίνεται (κι ακόμα περισσότερο, αυτή του γυναικαδέλφου του Ιωσήφ Φουσέ).
Κανείς δεν δίνει σημασία, εκτός από έναν. ‘Έναν κύριο αθόρυβο, αλλά παντοδύναμο, αν το θελήσει. ‘Έναν που τις θυμάται, προσλαμβάνει το νόημά τους, θυμάται τα σχολικά βιβλία, που συχνά πετάμε μόλις τελειώσουμε την τάξη. Είναι το υποσυνείδητο των ανθρώπων, το συλλογικό υποσυνείδητο του ‘Εθνους, που ταυτίζεται με τον Λαό, είναι ο Λαός. Αυτό φύλαξε κρυμμένα στο DNA του, στα βάθη της εθνικής-κοινωνικής κουλτούρας της χώρας, της Ταυτότητάς της, την πολύτιμη ανάμνηση όσων έκανε και των λόγων που τα έκανε. Και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες δύο αιώνων να αλλάξει αυτό, να ξαναγραφτεί το νόημα της γαλλικής ιστορίας, η ταυτότητα της Γαλλίας γράφει ακόμα πάνω της το παγκόσμιας σημασίας μήνυμα του 1789: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα.
Δεν είναι μόνο οι ταμπέλες που το επιβεβαιώνουν, είναι οι πέντε γαλλικές επαναστάσεις που σημειώθηκαν έκτοτε και πότισαν αυτό το μήνυμα, συχνά με το αίμα τους, είναι οι γενιές των Γάλλων εδώ και πάνω από δύο αιώνες που μεταδίδουν προφορικά και πολύ καλύτερα από τα βιβλία στους απογόνους τους, στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους, τις αξίες που συγκροτούν την ταυτότητα ενός έθνους, που ιστορικά συγκροτήθηκε ως «επαναστατικό». Η επέλαση του Νεοφιλελυθερισμού, που πιστεύει ότι ο Άνθρωπος δεν έχει, και δεν πρέπει να έχει Ιστορία, κυνήγησε αυτά τα ιδανικά, τα καταδίωξε στη δημόσια σφαίρα της χώρας, αλλά αυτά, κυνηγημένα από τους Νέους Φιλοσόφους, βρήκαν ακόμα περισσότερο καταφύγιο στη λαϊκή και κοινωνική κουλτούρα της Γαλλίας, στον πυρήνα του πολιτισμού της.
Κανένας δεν κοιτάει ή δεν σκέφτεται κάθε μέρα την ταυτότητά του. Το κάνει μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίο. Ένα Έθνος, ένας Λαός θα βγάλει από τη ναφθαλίνη τις αναμνήσεις μόνο αν νοιώσει ότι βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. ‘Η μόνο αν θελήσει να στηριχτεί σε αυτό που έκαναν οι πρόγονοί του για να πραγματοποιήσει το μέλλον που έχει ανάγκη. Back to the Future.
Και, αντιστρόφως, αν τον δούμε να το κάνει αυτό, σημαίνει ότι τα πράγματα έχουν γίνει όντως πολύ σοβαρά.
 Από τη Βαστίλη στα Ηλύσια
Και να τώρα που, σε αυτή την εξέγερση, που ξεκίνησαν οι πιο φτωχοί και πιο καταφρονεμένοι της γαλλικής κοινωνίας, τα πιο λαϊκά της στρώματα, όπως ήταν οι Αβράκωτοι πριν από δύο αιώνες, κερδίζοντας στην πορεία την υποστήριξη των εργατοϋπαλλήλων και των κατώτερων μεσαίων στρωμάτων, η ανάμνηση του 1789 μοιάζει να καθοδηγεί ενστικτωδώς τους διαδηλωτές.
Εγκαταλείπουν τα συνήθη μέρη των διαδηλώσεών τους, την πλατεία της Δημοκρατίας και τη Βαστίλη, παίρνουν τις μεγάλες λεωφόρους που χάραξε ο Ωσμάν για να μπορεί το πυροβολικό να τους σταματάει,  κατευθύνονται στο συμβολικό κέντρο της γαλλικής Εξουσίας, τα Ηλύσια Πεδία και, προς στιγμήν, στις 2 Δεκεμβρίου, το καταλαμβάνουν.
Το κάνουν γιατί τους έχουν πείσει ότι οι διαμαρτυρίες δεν πιάνουν τόπο, ότι χρειάζονται να πάρουν την εξουσία από αυτούς που την ασκούν.
Απέναντι στους αστυνομικούς, στο Παρίσι αλλά και σε όλη τη Γαλλία, κραδαίνουν τη σημαία της Δημοκρατίας και τραγουδάνε τον εθνικό της ύμνο, που δεν είναι άλλος από το τραγούδι της Επανάστασης, τη Μασσαλιώτιδα: Στα όπλα πολίτες!
————————————————————————-
Κι όπως θα δείξουμε, δεν είναι μόνο η σημαία κι ο ύμνος της Δημοκρατίας που εμφανίζονται στο προσκήνιο. Σιγά σιγά, ξαναζωντανεύουν και παρουσιάζονται, αχνά-αχνά ακόμα και διστακτικά, αλλά επανέρχονται και τα άλλα «φαντάσματα» εκείνης της εποχής, μεταξύ των οποίων ο Λουδοβίκος 16ος και ο Ροβεσπιέρος.
 Από τις κόκκινες στις τρίχρωμες σημαίες
Κόκκινες σημαίες δεν έχει αυτή η εξέγερση, σε αντίθεση με όλες οι προηγούμενες. Δεν θα μπορούσε εξάλλου, γιατί οι ίδιοι οι φτωχοί που την ξεκίνησαν παραμένουν διασπασμένοι στις πολιτικές τους προτιμήσεις, έστω και αν η σχετική πλειοψηφία των κίτρινων γιλέκων (41,2%) δηλώνουν Αριστεροί σε μια τεράστια έρευνα 70 επιστημόνων που πραγματοποίησε η Μοντ για το φαινόμενο των γιλέκων.  Στις προεδρικές εκλογές, τα κατώτερα λαϊκά στρώματα εμφανίστηκαν τριχοτομημένα, ανάμεσα στους απέχοντες και σε αυτούς που ψήφισαν Λεπέν και Μελανσόν. Τα γιλέκα θέλουν να πετύχουν, απομακρύνουν λοιπόν οτιδήποτε διασπά τους ίδιους και μειώνει την απήχησή τους στην κοινωνία.
Άλλωστε, είναι σήμερα πολύ δύσκολο να γίνει κατανοητό τι ακριβώς σημαίνει «Αριστερά», μετά από δεκαετίες άψογης νεοφιλελεύθερης πολιτικής από τους Γάλλους Σοσιαλιστές, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, μετά την Οβιδιακή μεταμόρφωση της «ριζοσπαστικής αριστεράς» του Τσίπρα, με την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία σε κατάσταση κλινικού θανάτου, μετά από τόσες απογοητεύσεις και προδοσίες. Θα ήταν εξάλλου απολύτως αδιανόητη χωρίς αυτά, η άνοδος της ριζοσπαστικής Ακρας Δεξιάς, στην ήπειρο που γνώρισε τη Φαιά Πανούκλα.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο εν δράσει, πιο βαθύ ακόμα, αυτό που ο οικονομολόγος Ζακ Σαπίρ ονόμασε κόπωση της ιστορίας. Προς το παρόν, η ανάλυση του κόσμου που ζούμε έχει κάνει μεγάλη πρόοδο, αυτό που έχει κάνει μικρότερη είναι η αναζήτηση της εναλλακτικής, η διευκρίνιση ενός πειστικού οράματος για το μέλλον. Κι αν ο Τσάβες το ονόμαζε «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», ο Μελανσόν μιλάει τώρα για έναν Νέο Ανθρωπισμό, που πρέπει να διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, αλλά και μια νέα, αρμονική σχέση με τη Φύση.
Το 1968 ακόμα οι Γάλλοι ήθελαν, πατώντας στα επιτεύγματα της νίκης επί του Ναζισμού, στο μεταπολεμικό σοσιαλδημοκρατικό κράτος πρόνοιας που δημιούργησαν και στις trente glorieuses, τα τριάντα ένδοξα χρόνια ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης, να προχωρήσουν πιο πέρα, προς περισσότερη Ελευθερία, προς μια νέα κοινωνική και πολιτιστική Ουτοπία, προς την Αυτοδιαχείριση. Μέχρι κι ο Ντε Γκωλ συγκλονίστηκε από τον Μάη κι αφού τον νίκησε προσπάθησε να μεταρρυθμίσει τον γαλλικό καπιταλισμό, με αποτέλεσμα να τρομάξει η ίδια η μπουρζουαζία και να τον ρίξει.
Τώρα το διακύβευμα δεν είναι, τουλάχιστον ακόμα, τέτοιου είδους. Ο γαλλικός λαός δεν εξεγείρεται για να πάει σε έναν ανώτερο πολιτισμό, άλλο τι θα βγει στο τέλος από όλα αυτά. Ο γαλλικός λαός εξεγείρεται τώρα για να μην αφήσει να του πάρουν τον πυρήνα του ίδιου του αστικού πολιτεύματος και του πολιτισμού που έχτισε τα διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, από τον Ολοκληρωτισμό που επιτίθεται. Η γαλλική μπουρζουαζία έχει προ πολλού παραδοθεί στο παγκοσμιοποιημένο χρήμα, τώρα, όπως και στον καιρό του Βισύ, απομένει στον λαό να υπερασπίσει το πολίτευμα της λαϊκής κυριαρχίας, κι ο μόνος τρόπος, λένε μερικοί, για να το κάνει, είναι να ανατρέψει την 5η και να εγκαθιδρύσει μια 6ηΔημοκρατία!
Το 1980 ξεκίνησε η κατεδάφιση παγκοσμίως του κοινωνικού κράτους από τους Νεοφιλελεύθερους. Το 1990 κατέρρευσε η ΕΣΣΔ και μαζί της, μαζί με τα αρνητικά της στοιχεία, και τα πολύ μεγάλα επιτεύγματα του καθεστώτος που δημιούργησε η Επανάσταση του 1917. Ακολούθησε η βίαιη κατεδάφιση των καθεστώτων που δημιούργησαν τα κινήματα του αραβικού αντιαποικιακού εθνικισμού. Το 2010, ο Νεοφιλελευθερισμός που μετατρέπεται πια σε ανοιχτό Ολοκληρωτισμό επετέθη στο ίδιο το κέντρο του συστήματος, καταστρέφοντας πρώτα παραδειγματικά μια χώρα της περιφέρειας του κέντρου, την Ελλάδα.
Αυτό νοιώθουν οι Γάλλοι. Νοιώθουν ότι είναι με την πλάτη κολλημένο στον τοίχο. Καταλαβαίνουν στο βάθος, όπως και οι Ιταλοί,  ότι η Ελλάδα είναι το πιθανό μέλλον τους. Στην κάποτε ευημερούσα Γαλλία, δέκα εκατομμύρια άνθρωποι «ζουν» με λιγότερα έως αρκετά λιγότερα από εννιακόσια ευρώ. Τραγουδάνε τη Μασσαλιώτιδα, ανεμίζουν την τρίχρωμη σημαία, πηγαίνουν στην Αψίδα του Θριάμβου τους, γιατί η μάχη που τώρα πρέπει να δώσουν αφορά την λαϊκή κυριαρχία και το ίδιο το μέλλον του ‘Εθνους τους. Θυμούνται τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση γιατί αυτήν θα χρειαστεί τώρα να υπερασπιστούν.
Αυτός είναι ο λόγος που ξαφνικά μετέτρεψε ξαφνικά μια μάλλον συντηρητική χώρα σε πεδίο ενός πολύ ασυνήθιστου, για τα σύγχρονα ευρωπαϊκά δεδομένα, εξεγερσιακού «πειράματος».
 Ρότσιλντ παραιτήσου!
Κι ο Μακρόν, ο πρώην τραπεζίτης των Ρότσιλντ, που τον εμφανίζουν τώρα στα πλακάτ τους ως Λουδοβίκο 16ο, τους έχει βοηθήσει περισσότερο από οτιδήποτε και οποιονδήποτε άλλο να το καταλάβουν.
Αποφασίζοντας οι Αρχοντες του Χρήματος να βάλουν έναν υπάλληλό τους, τον τραπεζίτη τους τον ίδιο, Πρόεδρο της Γαλλίας, συνέβαλλαν όσο κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει στην έκρηξη του επαναστατικού κινήματος.
Για να κάνουν τον Μακρόν Πρόεδρο, χρειάστηκε να καταστρέψουν ότι απέμενε από τα παραδοσιακά κόμματα της Γαλλίας, το Σοσιαλιστικό και τη Δεξιά. Γέμισαν το κοινοβούλιό της κλώνους του Μακρόν, ανθρώπινα  ρομπότ δηλαδή, σαν έναν Πρόεδρο που δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει την ανθρώπινη ιδιότητα, έμεινε καθηλωμένος Κύριος Οίδε σε πιο παραμορφωμένο και τραυματισμένο παιδικό παρελθόν, έναν άνθρωπο που πιθανώς ανέθρεψαν για να γίνει Πρόεδρος, όπως παλιά έκαναν με τους Πρίγκηπες – το παρατσούκλι του άλλωστε ήταν  Μικρός Πρίγκηπας.
Καταστρέφοντας με διάφορες συνωμοσίες τα κύρια πολιτικά κόμματα, τους Σοσιαλιστές και τους Γκωλικούς, αρνούμενοι κάθε παραχώρηση στα συνδικάτα και αχρηστεύοντάς τα έτσι, αφήνοντας χωρίς πραγματική δύναμη τους Δημάρχους κατέστρεψαν οι ίδιοι, από μόνοι τους, όλα τα αμορτισέρ του καθεστώτος. ‘Ηλεγξαν μέχρι αηδίας τα μέσα ενημέρωσης, κάνοντάς τα μέσα μιας ολοκληρωτικής προπαγάνδας και τι πέτυχαν στο τέλος; Να μην δίνουν οι άνθρωποι σημασία σε αυτά που τους λένε.
Ηταν άψογος στην τελετή της ενθρόνισής του ο Μακρόν. ‘Ένα ψεγάδι είχε μόνο. Δεν μπορούσε να τραγουδήσει τη Μασσαλιώτιδα στο τέλος, όπως όλοι οι άλλοι γύρω του. Γιατί νοιώθει εχθρός, δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον Λαό, με το ‘Εθνος που οι προϊστάμενοί του τον έστειλαν να διοικήσει.
Η αντιανθρώπινη μορφή του Προέδρου ταυτίστηκε και άθελά του αποκάλυψε γυμνό, το ολοκληρωτικό περιεχόμενο του κοινωνικού προγράμματος της Αυτοκρατορίας του Χρήματος, που η θρησκεία της δεν είναι άλλη από τον Θάνατο. ‘Ενοιωσαν οι άνθρωποι τι τους περιμένει. Παίρνοντας η ίδια, απροκάλυπτα, όλη την εξουσία, η Αυτοκρατορία του Χρήματος προσέφερε στον γαλλικό λαό τον τέλειο εχθρό.
Δεν υπάρχει σήμερα πιο μισητό πρόσωπο σε όλη την Ευρώπη από τον Πρόεδρο της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν. Κι αν κάτι συμπυκνώνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την ψυχική κατάσταση του γαλλικού λαού είναι το σύνθημα «Μακρόν παραιτήσου».
Πιθανώς έρχονται και χειρότερα, γιατί η ‘Υβρις οδηγεί στη Νέμεση. «Ρότσιλντ παραιτήσου» είδαμε χτες στη φωτό ενός αυτοσχέδιου πλακάτ.
Από κοντά κι ο Ροβεσπιέρος!
‘Όταν όμως εμφανισθεί το φάντασμα του Λουδοβίκου, αναπόφευκτα κάπου θα φανεί και αυτό του αντιπάλου του, του επαρχιώτη δικηγόρου από το Αρράς, του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου, που ηγήθηκε της Γαλλικής Επανάστασης και που οι συμπατριώτες του ονόμασαν «Αδιάφθορο».
Τόπιασε στον αέρα ο ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, στην καλύτερη ίσως ομιλία της καριέρας του και, απευθυνόμενος από το Μπορντώ, στις 8 Δεκεμβρίου, στους κυβερνητικούς βουλευτές, τους υπενθύμισε τα λόγια ακριβώς που είχε χρησιμοποιήσει κι ο Ροβεσπιέρος προς τους βουλευτές της Συντακτικής:
«Μην ξεχνάτε νομοθέτες, δεν είστε αντιπρόσωποι μιας προνομιούχας κάστας, αλλά αντιπρόσωποι του γαλλικού λαού. Μην ξεχνάτε ότι πηγή της εξουσίας σας είναι η δικαιοσύνη κι ο πιο σίγουρος εγγυητής της δημόσιας γαλήνης η ευτυχία των πολιτών. Οι παρατεταμένοι σπασμοί που ξεσκίζουν τα κράτη, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα του αγώνα των προκαταλήψεων εναντίον των αρχών, του εγωϊσμού εναντίον του γενικού συμφέροντος, των δυνατών εναντίον των δικαιωμάτων και των αναγκών των αδύνατων».
Ο ρήτορας υπερασπίζεται την εξέγερση των κίτρινων γιλέκων και θυμίζει στο ακροατήριό του ότι ήταν το Σύνταγμα της πρώτης Γαλλικής Δημοκρατίας, που χαρακτήρισε ως το πιο ιερό από τα δικαιώματα, αλλά και την πιο χρήσιμη από τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα, το δικαίωμα και την υποχρέωση του λαού ή ενός τμήματός του να εξεγερθεί όταν η κυβέρνηση παραβιάζει το δίκαιο  και τους νόμους.
Και με το κύρος που του προσφέρει η ίδια η υπεράσπιση της νομιμότητας της εξέγερσης, εν επιγνώσει προφανώς και της βίας που μπορεί σε δεδομένη στιγμή να εξαπολύσει το καθεστώς, όπως έχει κάνει ξανά και ξανά στην ιστορία του, από την Κομμούνα μέχρι τον πόλεμο της Αλγερίας, εν επιγνώσει πιθανώς και της βίας που μπορεί να προκαλέσει η οργή της κοινωνίας, καλεί τους πολίτες να διαφυλάξουν τον ειρηνικό χαρακτήρα της επανάστασής τους.
Τροτσκιστής κι αυτός στα νιάτα του, όπως και τα μισά τουλάχιστο στελέχη της γαλλικής αριστεράς, αναμφισβήτητα ο πιο μορφωμένος από τους τρέχοντες Γάλλους πολιτικούς, ξέρει ότι οι εξεγερμένοι είναι επιφυλακτικοί και απέναντί του, όπως και απέναντι σε όλα τα κόμματα. Νοιώθει ότι δεν έχει πέσει το τείχος της δυσπιστίας ανάμεσα στον λαό και σε όσους φιλοδοξούν να τον εκπροσωπήσουν. Καλεί τα στελέχη του κινήματός του, της Ανυπότακτης Γαλλίας, να μην δοκιμάσουν να οικειοποιηθούν το κίνημα, αλλά να αφήσουν αυτό να τους οικειοποιηθεί.
Οι Έλληνες φτιάξαμε τη λέξη αλήθεια από το στερητικό α και τη λέξη λήθη. Να θυμάσαι, Τα σπουδαία και τα σημαντικά. (‘Όχι όλα, γιατί τότε γίνεσαι σαν τους Βουρβώνους, που «τίποτα δεν έμαθαν και τίποτα δεν ξέχασαν»).  Για να υπερασπιστούν την αλήθεια τους, οι Γάλλοι θυμούνται τώρα το παρελθόν τους.
Όταν οι διανοούμενοι πουλιούνται, ο Βολταίρος μετακομίζει
Η όλη υπόθεση ξεκίνησε δι’ ασήμαντον αφορμήν. Μια αύξηση της τιμής των καυσίμων, που όμως επιβάρυνε δυσανάλογα τους φτωχούς κατοίκους των ημιαστικών και αγροτικών περιοχών και τους έπεισε ότι πρέπει επιτέλους να κάνουν κάτι, ότι δεν μπορούσαν πια να αφήσουν την εξουσία να τους καννιβαλίζει. ‘Ηταν οι φτωχοί αρχικά, αλλά συνάντησαν γρήγορα τη συμπαράσταση των εργατοϋποαλλήλων και των χαμηλότερων μεσαίων στρωμάτων, όσων τρομάζουν βλέποντας τη μοίρα των φτωχών και πιστεύουν ότι δεν περιγράφει παρά το δικό τους μέλλον.
Η εξέγερση, πρέπει επίσης να τονίσουμε, γίνεται σε μια χώρα που πέρασε ήδη από την «καρτεσιανή» εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2005, κατά τη διάρκεια του οποίου η μαζική συζήτηση, ακόμα και για τα πιο περίπλοκα προβλήματα της διεθνούς κατάστασης έφτασε και στο τελευταίο καφενείο, τείνοντας προς μια κατάσταση που θύμιζε, με την ποιότητα των επιχειρημάτων και των αναλύσεων και τη μαζικότητά της, τηρουμένων των αναλογιών, την Αγορά της Αρχαίας Αθήνας, οργανωμένη μέσω του ‘Ιντερνετ! Το 2005, μια ομάδα δέκα διανοουμένων που μάζεψε μια μέρα ένας παληός τροτσκιστής, ο σύμβουλος Επικρατείας Υβ Σαλές, αποφάσισε να τα βάλει με όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα, όλα τα μέσα ενημέρωσης και όλη την Ευρώπη, κάνοντας καμπάνια υπέρ του ‘Όχι στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη. Κατάφεραν να πείσουν τους Γάλλους με τις ιδέες και τα επιχειρήματά τους. Αλλά δεν υπήρχαν πολιτικά υποκείμενα ικανά και διατεθειμένα να συνεχίσουν τον αγώνα, ούτε και προγραμματικές ιδέες για να οδηγήσουν από το ‘Όχι σε κάποιο Ναι, στην αναζήτηση μιας νέας ευρωπαίκής τάξης. Το αποτέλεσμα ήταν να έρθει ο Σαρκοζί και να κάνει το ‘Όχι Ναι, φέρνοντας μέσω του Κοινοβουλίου τις διατάξεις της ΛΙσσαβώνας που απέρριψαν οι ψηφοφόροι.
Δεν ξέχασαν όμως οι Γάλλοι την κοροϊδία. Αλλά και πατάνε επίσης τώρα πάνω στο «πνευματικό» κεκτημένο της βαθειάς παλλαϊκής και πανεθνικής συζήτησης του 2005.
Αλλωστε, όχι  μόνο οι Γάλλοι, ο κόσμος ολόκληρος πια έχει συνειδητοποιήσει τις αποτρόπαιες συνταγές που θέλουν να εφαρμόσουν, οι κυβερνήτες του.
 Η πνευματική δύναμη των Πληβείων
Η ηθική, η στάση που υιοθετεί κανείς απέναντι στον κόσμο, όχι η εξυπνάδα και η μόρφωση καθεαυτές, είναι η πιο θεμελιώδης βάση κάθε ουσιαστικής πνευματικής δημιουργίας. Αυτή επέτρεψε την τεράστια συμβολή στην παγκόσμια ιστορία της ρώσικης ιντελλιγκέντσιας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως και των Γάλλων διανοουμένων για πολλούς αιώνες έως το 1980. Αυτή ήταν και η βάση της συμβολής των Αρχαίων από τον Ηράκλειτο στον Αριστοτέλη, από τον Δημόκριτο στον Πρωταγόρα, και από αυτόν στον Περικλή.
Διωγμένα από τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις, σε μεγάλο βαθμό εκτοπισμένα από τη δημόσια ζωή, ηθική και πνευματική δύναμη δεν έχουν που αλλού να καταφύγουν παρά στον λαό, στους πληβείους.
Είναι πολύ εντυπωσιακός ο τρόπος που τα κίτρινα γιλέκα λύνουν τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην πορεία, τα επιχειρήματα και οι ιδέες που επιστρατεύουν για να το κάνουν.
Γι’ αυτό κι από τη στιγμή που άρχισε να φουσκώνει το κίνημα δεν μπορούσε να σταματήσει. Γι’ αυτό η μάζα παραμέρισε γρήγορα οτιδήποτε θα τη δίχαζε, όπως αίφνης το μεταναστευτικό-προσφυγικό, για να συγκεντρωθεί σταδιακά στο κοινωνικό και, εν συνεχεία, στο πολιτικό, στον ίδιο τον τρόπο της διακυβέρνησης.
Οι Δεξιοί Φιλελεύθεροι προσπάθησαν να εμφανίσουν και να εκτρέψουν ταυτόχρονα το κίνημα ως ένα αντιφορολογικό κίνημα, που, τασσόμενο εναντίον των φόρων, τάσσεται κατά της χρηματοδότησης του κράτους πρόνοιας. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση των εξεγερθέντων, που γρήγορα έβαλαν και μια ολόκληρη σειρά καθαρά κοινωνικών αιτημάτων με πρώτο και καλύτερο την ήδη ικανοποιηθείσα αύξηση του κατώτερου νόμιμου μισθού, του SMIC.
Το πνευματικό επίπεδο της Γαλλίας και το επίπεδο συνείδησης του γαλλικού λαού επέτρεψε γρήγορα στα γιλέκα να κονιορτοποιήσουν τα «οικολογικά» επιχειρήματα του Μακρόν, σε μια πορεία άρσης ενδεχόμενων αντιθέσεων του «οικολογικού» με το «κοινωνικό», που κατέληξε στο παρισινό φλερτ γιλέκων και διαδηλωτών για την κλιματική αλλαγή.
 Ούτε Αριστερά, ούτε Δεξιά
Ειρωνικά, ήταν τα γιλέκα που υιοθέτησαν το προεκλογικό σύνθημα του Μακρόν «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά». Το επέβαλλε το ίδιο το συμφέρον του κινήματος, αφού οι φτωχοί τριχοτομήθηκαν στις τελευταίες εκλογές ανάμεσα στους απέχοντες, τη Λεπέν και τον Μελανσόν. Αλλά και γιατί έχουν την εμπειρία δεκαετιών εξαπατήσεων από όλες τις πολιτικές δυνάμεις τους και από τα συνδικάτα και δεν έχουν εμπιστοσύνη σε κανέναν. Σε βαθμό που αρνούνται οποιαδήποτε συγκεντρωτική συντονιστική δομή, που ενδεχομένως επιβάλλει πια η ίδια η έκταση του κινήματος.
Κάθε μέρα που περνούσε οι συζητήσεις στα μπλόκα άναβαν, γίνονταν γενικότερου ενδιαφέροντος, τα αιτήματα βάθαιναν διαρκώς, οι άνθρωποι ξανάβρισκαν στους δρόμους τη ζεστασιά μιας κοινωνικότητας, που έχει προ πολλού καταστραφεί στις ερήμους των γαλλικών προαστίων και των χωριών, όπου δεν βρίσκει κανείς πια ούτε ένα καφενείο της προκοπής. Σιγά σιγά οι Γάλλοι μαύρης και βορειοαφρικάνικης καταγωγής, που αντιπροσωπεύουν την χειρονακτική εργατική τάξη της Γαλλίας, έκαναν κι αυτοί την εμφάνισή τους στα μπλόκα. Νέοι ηγέτες αναδεικνύονται εκεί κάθε μέρα σαν τα μανιτάρια στο δάσος.
 Γαλλία και Ευρώπη
Αν ο Μακρόν είναι το πιο μισητό πρόσωπο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ο πιο μισητός από τους θεσμούς. Αλλά οι Γάλλοι είναι που ίδρυσαν την Ευρώπη, δεν είναι κατά της Ευρώπης, είναι κατά της συγκεκριμένης Ευρώπης του Μάαστριχτ. Δεν έχουν όμως βρει ακόμα τον τρόπο να συμβιβάσουν τα δύο ανάγκες, νοιώθουν ότι δεν είναι έτοιμοι να ζητήσουν ένα Frexit που ακούγεται βέβαια, αλλά μόνο σε μερικές παρυφές του κινήματος. Το πρόβλημα άλλωστε μπορεί να μη λύνεται απλά με αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης και κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου. Θα φανεί γρήγορα, νομίζουμε, ότι αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα μόνο κοινωνικό και οικονομικό αλλά και βαθειά γεωπολιτικό.
Προς το παρόν όμως τους Γάλλους απασχολεί πως να ξεμπερδεύουν με τη δική τους εξουσία, το πρώτο εμπόδιο στην επαναστατική διαδικασία που τους έσπρωξε ο ίδιος ο ρους της παγκόσμιας Ιστορίας τους σπρώχνει τώρα.
Η Ελλάδα το 2010-15 ήταν η γενική δοκιμή του πολέμου ανάμεσα στις Κοινωνίες και στο Χρήμα στην Ευρώπη, όπως η Ισπανία το 1936-39, γενική δοκιμή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τώρα, ο πόλεμος μεταφέρθηκε  στο κέντρο της ηπείρου.

Περί Στρατηγικής και… Τουρκίας

0

Του Ιωάννη Αθ. Μπαλτζώη* Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Η Τουρκία του προέδρου Ερντογάν σήμερα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην διεθνή γεωπολιτική σκηνή, μιας αναθεωρητικής, επιθετικής και συνάμα αλαζονικής δύναμης, με σκοπούς και επιδιώξεις επικίνδυνες για το γεωπολιτικό περιβάλλον της ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα για τα γειτονικά της κράτη. Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε ποια η εφαρμοζόμενη Στρατηγική της, ώστε να μπορούμε να την ερμηνεύσουμε, να την προβλέψουμε και να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής της, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στην ερμηνεία των όρων της Στρατηγικής.

Η Στρατηγική, είναι η πολιτική που σχεδιάζεται και εφαρμόζεται για συγκεκριμένες καταστάσεις και έναντι συγκεκριμένου κράτους ή αντιπάλου γενικά, Είναι ένας τρόπος σκέψης, που επιτρέπει την ταξινόμηση και ιεράρχηση των συμβαινόντων και στην συνέχεια την επιλογή των πλέον αποτελεσματικών τρόπων ενεργείας, καθόσον σε κάθε κατάσταση (πολιτική, διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική) αντιστοιχεί ιδιαίτερη Στρατηγική.

Μορφές Στρατηγικής

Α. Η Άμεση ή Κλασσική Στρατηγική

Ο βασικός θεωρητικός της σύγχρονης Στρατηγικής είναι αναμφισβήτητα ο Πρώσος στρατηγός και συγγραφέας Καρλ Φον Κλαούζεβιτς (1870-1930), ο οποίος είναι ο πρώτος που μελέτησε τον πόλεμο ως κοινωνικό φαινόμενο και τον τοποθέτησε σε φιλοσοφική βάση. Τις θεωρίες του τις διατύπωσε στο γνωστό και περίφημο σύγγραμμα τουVom Kriege (Περί Πολέμου), όπου το έργο του αυτό είχε μεγάλη επιρροή στην εξέλιξη της θεωρίας του πολέμου, σε όλα τα δυτικά κράτη και διδάσκεται μέχρι σήμερα στις στρατιωτικές ακαδημίες αλλά και σε σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και μάρκετινγκ. Ο Κλαούζεβιτς υποστήριξε ότι ο πόλεμος είναι μια άμεση πολιτική πράξη που εκφράζει την θεμελιώδη και χαρακτηριστική πραγματικότητα της πολιτικής: Την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.

Ο πόλεμος απαντά αναγκαστικά σε ένα πολιτικό σχέδιο και επομένως κατά τον Κλαούζεβιτς «είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Ανέλυσε την φύση του πολέμου και προσδιόρισε τον σκοπό, το είδος και την μορφή του. Καθόρισε ότι η επιδίωξη των πολεμικών επιχειρήσεων είναι είτε η κατάληψη της χώρας του αντιπάλου, είτε συγκεκριμένου εδαφικού χώρου, ο οποίος θα διατηρηθεί μονίμως (βλέπε εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία, από το 1974 μέχρι σήμερα), ή θα χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό ατού στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Διαχώρισε την Στρατηγική από την Τακτική, η δε θεωρία του διαπνέεται από το πνεύμα της εκμηδένισης του αντιπάλου. (1)

Β. Η Στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης

Ο Βρετανός αξιωματικός, σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ (1895-1970) ήταν θεωρητικός, ιστορικός και συγγραφέας 26 βιβλίων στρατιωτικών θεμάτων. Ως Λοχαγός κατά τον Α’ΠΠ, συμμετείχε στη Μάχη του Σομμ και τραυματίστηκε τρεις φορές. Το τάγμα του καταστράφηκε σχεδόν την πρώτη ημέρα της επίθεσης, όταν μεγάλο μέρος του στρατού υπέστη τη βαρύτερη απώλεια στη βρετανική ιστορία, περίπου 60.000 αντρών. Οι εμπειρίες του, τον επηρέασαν βαθιά για το υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι αμφισβήτησε την θεωρία του Κλαούζεβιτς, καθόσον θεώρησε ότι η Άμεση Στρατηγική εμπεριέχει πολλού κινδύνους , διότι ποτέ δεν είναι βέβαιο ότι μια οιαδήποτε κρατική οντότητα διαθέτει την απαραίτητη ισχύ για την επίτευξη της νίκης.

Στο σπουδαίο σύγγραμμα του «Η Στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης»(2), ο Λίντελ Χάρτ, με την θεωρία του υποστηρίζει την επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος με στρατιωτική νίκη, όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις μιας χώρας χρησιμοποιούν έμμεσες ενέργειες. Δηλαδή πρόκειται για ενέργειες προς τον τελικό σκοπό δια της τεθλασμένης, με επιδίωξη την προσβολή του ασθενούς δια του ισχυρού. Μια θεωρία που υποστηρίζει ότι η τεθλασμένη είναι συντομότερη της ευθείας. Και οι δύο προαναφερθέντες θεωρίες θεωρούνται παρόμοιες, έχουν ως βασικό στοιχείο την στρατιωτική ισχύ και είναι γεωγραφικού χαρακτήρα.

Γ. Η Έμμεση Στρατηγική

O Γάλλος στρατηγός, διανοητής, συγγραφέας και στρατιωτικός στρατηγιστής Αντρέ Μποφρ (1902-1975) με το σύγγραμμά του «Αποτροπή και Στρατηγική» (3), διατύπωσε την θεωρία περί Έμμεσης Στρατηγικής, με το και διαφέρει από τις δύο προηγούμενες. Αποτελεί την πλέον σύγχρονη μορφή Στρατηγικής, διότι επεκτείνεται πέραν του γεωγραφικού χώρου και της χρησιμοποίησης ένοπλης δύναμης. Είναι η Στρατηγική που απαντά στα προβλήματα που θέτει η διεθνής κατάσταση, κυρίως όπως διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.

Κατά τον στρατηγό Μποφρ, το αποφασιστικό αποτέλεσμα επιδιώκεται όχι αποκλειστικά με την στρατιωτική νίκη, αλλά με ενέργειες λιγότερο άμεσες, είτε στον πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό κλπ τομέα, είτε στο στρατιωτικό, όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις (στρατιωτική ισχύς) χρησιμοποιούνται σε πολυμορφικές διαδοχικές ενέργειες, ή σταδιακά και περιστασιακά, αλλά όχι αποφασιστικής σημασίας. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας Στρατηγικής, είναι η Στρατηγική που εφάρμοσε ο Χίτλερ στο διάστημα 1936-1939, που ανάγκασε την Γαλλία και ιδίως την Βρετανία να τον αντιμετωπίσουν με την απαράδεκτη και ηττοπαθή πολιτική του κατευνασμού (Appeasement), με αποτέλεσμα αντί για ειρήνη να καταλήξουν στον καταστροφικό Β’ΠΠ. Ο στρατηγός Μποφρ έγραψε 9 βιβλία στρατιωτικής φύσης και πέθανε στο Βελιγράδι το 1975, κατά την διάρκεια διάλεξής του.

H Τουρκική Στρατηγική

Η Στρατηγική της Τουρκίας εδράζεται σε δύο εθνικές αντιλήψεις. Είναι ο Εθνικός Όρκος (MisakIMili), η «μυστική διαθήκη» του ιδρυτή της Τουρκικής δημοκρατίας του Μουσταφά Κεμάλ, για τις μελλοντικές εθνικές διεκδικήσεις της Τουρκίας, που θα είναι απαράβατες γεωστρατηγικές επιδιώξεις για κάθε τουρκική κυβέρνηση και την Εθνική Θέαση (MiliGorus), του μέντορά του Ερντογάν, του Νεσμετζίν Ερμπακάν και αφορά το πολιτικό Ισλάμ και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από Ισλαμικό κόμμα. Σε ότι αφορά το τελευταίο ο Ερντογάν, ο αγαπημένος «πρίγκηπας της Κωνσταντινούπολης» για τον δάσκαλό του Ερμπακάν, όχι μόνο το επέτυχε, αλλά κατόρθωσε για 16 χρόνια τώρα να το εδραιώσει, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε μια νέα Τουρκία με πολίτευμα Ισλαμική δημοκρατία και απόλυτο κυρίαρχο Σουλτάνο, τον πρόεδρο Ερντογάν.

Στην πράξη όμως ποια η εθνική Στρατηγική που εφαρμόζεται σήμερα από την Τουρκία; Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι τρεις μορφές που αναφέρθηκαν προηγουμένως είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν εξολοκλήρου ή ακόμη και να συνδυαστούν. Έτσι, αναλύοντας την εφαρμοζόμενη Στρατηγική της Τουρκίας, με όλες τις μορφές της, τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνουμε ότι κάνει χρήση συστηματικών μεθόδων πολιτικής, διπλωματικής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος όπως: Συνεχείς βερμπαλισμοί και απειλές, εκφοβισμοί, αμφισβητήσεις εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών,διάφορες μορφές υβριδικού πολέμου,απίστευτη περιφρόνηση και καταπάτηση του Διεθνούς Δικαίου, απίστευτες θεωρίες με σκοπό την διεκδίκηση χερσαίου και θαλάσσιου χώρου, γκριζοποίηση περιοχών χωρίς καμιά νομική ισχύ, χρήση στρατιωτικών μέσων διαδοχικά και συνεχώς κατά κρατών-στόχων, συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις με σκοπό την παρενόχληση και την επίδειξη ισχύος, την συστηματική και συνεχή παραβίαση εθνικού εναερίου χώρου γειτονικών χωρών (Ελλάδα), καθώς και υπέρπτηση επί εθνικών νησίδων (Ελλάδα) και γενικά μια συμπεριφορά που επιδεικνύει ιδιαίτερα προς την Ελλάδα και τελευταία προς την Κύπρο και αποδεικνύει τις παράνομες επιδιώξεις της.

Μια συμπεριφορά πειρατική, κράτους ταραξία, κράτους εισβολέα σε τρεις ανεξάρτητες χώρες και που επιδίδεται συνεχώς χωρίς τιμωρία, σε αυτό το θέατρο του παραλόγου και επικινδυνότητας, σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Έτσι θα λέγαμε ότι τελικά η Στρατηγική που εφαρμόζει σήμερα η Ερντογανική Τουρκία ουσιαστικά είναι η Έμμεση Στρατηγική του στρατηγού Αντρέ Μποφρ, συνδυαστικά με τις δύο άλλες, της Άμεσης και της Έμμεσης Προσέγγισης. Δηλαδή κάνει χρήση περισσότερο άλλων μέσων, παρά άμεσων στρατιωτικών μέσων, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά βάση ως μέσα εκφοβισμού και ως επίδειξη ισχύος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα κάνει χρήση αυτών των στρατιωτικών μέσων, αν δεν επιτευχθούν οι γεωστρατηγικές της επιδιώξεις.

Πάντως όποια και αν είναι η μορφή της Στρατηγικής της Τουρκίας , ο σκοπός παραμένει ο ίδιος και είναι η επίτευξη των στόχων που καθόρισε η Πολιτική του Σουλτάνου Ερντογάν για μια μεγάλη Τουρκία, με μεγάλη περιφερειακή δύναμη, που θα επηρεάζει άμεσα την ευρύτερη περιοχή και θα καταστεί ηγέτιδα δύναμη του Σουνιτικού Ισλαμικού κόσμου. Θα πρέπει επιτέλους να αντιληφθούμε ότι αποτελεί άμεση απειλή για τον Ελληνισμό (Ελλάδα και Κύπρο) και μέγα κίνδυνο για απώλεια εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και εδαφών, αν δεν αντιμετωπισθεί κατάλληλα και ομόψυχα από όλους τους Έλληνες. Δηλαδή όχι στην μέχρι τώρα εφαρμοζόμενη πολιτική κατευνασμού του θηρίου, αλλά νέα εθνική Παν-Ελληνική Στρατηγική (μαζί Ελλάδα και Κύπρος), με κυρίαρχη την πολιτική της Αποτροπής (Containment), με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, χωρίς φοβικά σύνδρομα και ανεπίτρεπτες ηττοπάθειες. Και όπως αναφέρει και ο Νικολό Μακιαβέλι στον «Ηγεμόνα» του, για την επιβίωση μας θα πρέπει να οικοδομήσουμε μαζί, “ισχυρό Στρατό και ισχυρές Συμμαχίες”.

* Ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), με Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

Πηγές:
(1). Clausewitz, C. von: Περί του πολέμου. Μετάφρ. Νατάσα Ξεπουλιά. 6η έκδοση, «Βάνιας», Θεσσαλονίκη 1999 (επανέκδοση: 2 τόμοι, «Ελευθεροτυπία – Βάνιας», Αθ. 2010).
(2). Strategy: the indirect approach, third revised edition and further enlarged London: Faber and Faber, 1954 (ΈχειμεταφραστείκαισταΕλληνικά). 
(3). Deterrence and Strategy (London: Faber, 1965 [Dissuasion et stratégie Paris, Armand Colin, 1964])

https://www.liberal.gr/arthro/232854/amyna–diplomatia/2018/peri-stratigikis-kai-tourkias.html?fbclid=IwAR0neBnEFwXH0x96NX_k23eXxZki4344aOO0JdMfhTPT4_9S2bW40sbsU4I#.XBN291Gax1Y.facebook

Αποφεύγοντας τον πόλεμο μεταξύ Αμερικής και Κίνας

0
Τα μαθήματα από προηγούμενες κρίσεις
Περίληψη:

Όπως και με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ή τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ανερχόμενη δύναμη σημαίνει πρόβλημα, και είναι καιρός να το αναγνωρίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Κάποιος μπορεί να συνταχθεί με την πολιτική του Trump ή να αναζητήσει μια εναλλακτική λύση. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ένα νέο πρότυπο για την σχέση ΗΠΑ-Κίνας είναι προφανώς απαραίτητο.

Ο SULMAAN WASIF KHAN είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Ιστορίας και Κινεζικών Εξωτερικών Σχέσεων στην Σχολή Fletcher στο Πανεπιστήμιο Tufts. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Haunted by Chaos: China’s Grand Strategy from Mao Zedong to Xi Jinping (Harvard University Press, 2018), από το οποίο τμήματα αυτού του δοκιμίου έχουν προσαρμοστεί.

Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, όπως λέει η τρέχουσα σοφία, χρειάζονται μια θεμελιώδη επανεξέταση. Τον Οκτώβριο, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Μάικ Πενς, διακήρυξε την αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανταγωνιστούν αμείλικτα για να «επανατακτοποιήσουν τις οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις της Αμερικής με την Κίνα». Αλλά ακόμη και πριν από την ομιλία του Πενς, υπήρχαν εκκλήσεις να επανεξεταστούν οι υποθέσεις των ΗΠΑ για την Κίνα. Οι ελπίδες για φιλελευθεροποίηση πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η προηγούμενη πολιτική, υποστήριξαν πρόσφατα οι πρώην αξιωματούχοι της κυβέρνησης Obama, Kurt Campbell και Ely Ratner [1], αποδείχθηκαν αβάσιμες. Ήρθε η ώρα να διερευνηθεί μια «καλύτερη προσέγγιση». Ακόμη και αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την εμπορική διαμάχη, προειδοποιούν οι ειδήμονες, η ευρύτερη σχέση είναι απίθανο να βελτιωθεί πολύ. Η θεληματικότητα της Κίνας, η συμπεριφορά της στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και η εσωτερική της καταστολή καθιστούν μια πραγματική détente [στμ: ύφεση των εντάσεων στις σχέσεις] με τις Ηνωμένες Πολιτείες δύσκολη, ίσως αδύνατη. Όπως και με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ή τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ανερχόμενη δύναμη σημαίνει πρόβλημα -και είναι καιρός να το αναγνωρίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Κάποιος μπορεί να συνταχθεί με την πολιτική του Trump ή να αναζητήσει μια εναλλακτική λύση. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ένα νέο πρότυπο για την σχέση είναι προφανώς απαραίτητο.

04122018-1.jpg

Ένα κινεζικό πολεμικό πλοίο εκτοξεύει δοκιμαστικούς πυραύλους κατά την διάρκεια ασκήσεων στο Στενό της Ταϊβάν, τον Μάρτιο του 1996. XINHUA / REUTERS
—————————————————————————-

Οι υψηλές έννοιες είναι σέξι. Αλλά το κυνήγι για καινούργιες από αυτές δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από την εξίσου σημαντική αναζήτηση των τετριμμένων κανόνων που θα επιτρέψουν σε όλους να επιβιώσουν στην τρέχουσα πυρετώδη ατμόσφαιρα. Ο εμπορικός πόλεμος είναι κακός, αλλά υπάρχει η δυνατότητα για μια πολύ χειρότερη σύγκρουση. Η Ουάσινγκτον είναι τόσο άστατη ώστε μια κατάσταση που θα μπορούσε εύκολα να επιλυθεί σε κανονικούς καιρούς, θα μπορούσε [τώρα] να αποδειχθεί εκρηκτική. Αργά ή γρήγορα, θα υπάρξει μια πραγματική κρίση. Η ιστορία δεν υποφέρει από έλλειψη ανησυχητικών παραδειγμάτων. Η κρίση των Στενών της Ταϊβάν το 1995-96, ο βομβαρδισμός της κινεζικής πρεσβείας στην Γιουγκοσλαβία το 1999 από τις ΗΠΑ και το συμβάν του κατασκοπευτικού αεροπλάνου στη [νήσο] Hainan το 2001, έφεραν [2] την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες στο χείλος της ολοκληρωτικής σύγκρουσης [3]. Η μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι πρωταγωνιστές κατάφεραν να βρουν την δική τους διέξοδο από εκείνες τις δυσκολίες, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σχέδιο για το μέλλον. Η ιστορία για τις πηγές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, για παράδειγμα, όπως επεσήμανε ο ιστορικός Christopher Clark στον αριστοτεχνικό απολογισμό του, The Sleepwalkers, είναι «κορεσμένη από υπηρεσίες»: Οι αποφάσεις που ελάμβαναν οι άνθρωποι είχαν σημασία. Το ίδιο ισχύει και για κάθε μια από τις μετα-ψυχροπολεμικές κρίσεις στις ΗΠΑ και την Κίνα. Οι αποφάσεις επέτρεψαν την επικράτηση της ειρήνης μεταξύ της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα μπορούσαν να το κάνουν ξανά.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ Γ’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Δεδομένων των ισχυρών συναισθημάτων που προκαλεί η Ταϊβάν στην Κίνα, η κρίση των Στενών της Ταϊβάν το 1995-1996 ήταν ίσως η πιο επικίνδυνη μετα-ψυχροπολεμική αντιπαράθεση μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον. Το 1995, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Lee Teng-hui, που φαινόταν έτοιμος για ανεξαρτησία για το νησί, έλαβε μια βίζα για να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο Cornell. Το Πεκίνο ήταν εξαγριωμένο. Ανακάλεσε τον πρεσβευτή του και ακύρωσε υψηλού επιπέδου αμυντικές συνομιλίες. Καθόλου ικανοποιημένο από αυτό, διοργάνωσε στρατιωτικές ασκήσεις και έστειλε πυραύλους να πετούν πάνω από το Στενό της Ταϊβάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, για λόγους που παραμένουν μυστηριώδεις, δεν έκαναν τίποτα. Έτσι, το 1996, κατά την προετοιμασία για τις προεδρικές εκλογές της Ταϊβάν, η Κίνα αποφάσισε να δοκιμάσει περισσότερους πυραύλους και να διεξάγει περισσότερες ασκήσεις. Αυτή την φορά, η Ουάσιγκτον έστησε ένα αεροπλανοφόρο 200 μίλια ανατολικά της Ταϊβάν και έστειλε ένα άλλο να πλεύσει προς το θέατρο [των επιχειρήσεων]. Αν ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος επρόκειτο να ξεσπάσει, εκείνος ο καιρός ήταν τόσο εύλογος όσο οποιοσδήποτε άλλος.

Ο βομβαρδισμός της κινεζικής πρεσβείας στην Γιουγκοσλαβία το 1999 από τις ΗΠΑ ήταν, όπως θα εξηγούσαν επανειλημμένα οι Αμερικανοί, ένα ατύχημα. Στην Κίνα, πολλοί παραμένουν πεπεισμένοι ότι δεν υπήρξε τίποτα τυχαίο σε αυτό. Η Κίνα βρισκόταν στο επίκεντρο των συνομιλιών για την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ). Το Πεκίνο τις σταμάτησε. Κινέζοι διαδηλωτές περικύκλωσαν διπλωματικά κτήρια των ΗΠΑ στην Κίνα και έκαψαν αμερικανικές σημαίες. Δεν ήταν τόσο κακή όσο η κρίση των Στενών της Ταϊβάν, αλλά ήταν μια πιο εύφλεκτη στιγμή από όσο οποιαδήποτε κατάφεραν να παράγουν ο Τραμπ και ο Σι.

Όσο κι αν ήταν έντονος, ο θόρυβος για τον βομβαρδισμό της πρεσβείας ήταν συγκρατημένος σε σύγκριση με το περιστατικό του αναγνωριστικού αεροπλάνου [πάνω από τη νήσο] Hainan το 2001. Τα αμερικανικά αναγνωριστικά αεροσκάφη που πετούσαν πάνω από τα διεθνή ύδατα που ακουμπούν στην Κίνα είχαν παρενοχληθεί και παλαιότερα από Κινέζους πιλότους. Στην συνέχεια, τον Απρίλιο του 2001, ένας από αυτούς τους πιλότους, ο Wang Wei, χτύπησε ένα αεροπλάνο των ΗΠΑ εν πτήσει. Ο Wang και το αεροπλάνο του χάθηκαν στην θάλασσα˙ το αμερικανικό αεροσκάφος EP-3 κατόρθωσε να πραγματοποιήσει επείγουσα προσγείωση στο νησί Hainan. Εξοργισμένοι Κινέζοι αξιωματούχοι απαιτούσαν μια συγγνώμη. Εξίσου θυμωμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι αρνήθηκαν. Ήταν ο Κινέζος πιλότος, τόνισαν, ο οποίος είχε ενεργήσει μη επαγγελματικά στον διεθνή εναέριο χώρο.

Σε κανένα από αυτά τα περιστατικά δεν ήταν προκαθορισμένο ένα ειρηνικό αποτέλεσμα -ή ακόμα και πιθανό. Το τρομακτικό ζήτημα σχετικά με την κρίση των Στενών της Ταϊβάν είναι ότι παρά την τήρηση δύο από τους βασικούς κανόνες διαχείρισης κρίσεων -την διατήρηση ανοιχτών των καναλιών επικοινωνίας και την επικοινωνία των προθέσεων με σαφήνεια- οι δύο πλευρές και πάλι κατάφεραν να περιπέσουν σε μια κατάσταση όπου η Κίνα έριχνε πυραύλους στην Ταϊβάν και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναρωτιούνταν πού να στείλουν την ομάδα μάχης των αεροπλανοφόρων για να απαντήσουν. Οι προειδοποιήσεις των ΗΠΑ δεν εμπόδισαν την Κίνα να πραγματοποιήσει στρατιωτικές ασκήσεις και να αναγγείλει δοκιμές πυραύλων (ίσως επειδή [4] η Κίνα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα λόγω της αμερικανικής αδράνειας το 1995 ότι η Ουάσιγκτον δεν ενδιαφερόταν πολύ για την Ταϊβάν). Οι διαβεβαιώσεις της Κίνας ότι δεν είχε καμία πρόθεση να επιτεθεί στην Ταϊβάν δεν εμπόδισαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποφασίσουν ότι η διατήρηση της αξιοπιστίας τους απαιτούσε μια στρατιωτική απάντηση (πιθανώς επειδή η Κίνα είχε επίσης δηλώσει ότι αν η Ταϊβάν κινηθεί προς την ανεξαρτησία, το Πεκίνο δεν θα περιμένει). Το Πεκίνο και η Ουάσιγκτον μιλούσαν μεταξύ τους σε όλο το διάστημα, αλλά οι συνομιλίες δεν έκαναν τίποτα για να διευκολύνουν την ένταση. Τα πράγματα θα μπορούσαν εύκολα να έχουν χειροτερέψει. Οι Κινέζοι θα μπορούσαν να συνεχίσουν να δοκιμάζουν πυραύλους ή ακόμη και να επιτεθούν ανοικτά στις δυνάμεις των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί θα μπορούσαν, όπως υπογραμμίζει ο μελετητής της Κίνας, Wu Xinbo [5], να προκαλέσουν περαιτέρω πολεμική αντίδραση τοποθετώντας ένα αεροπλανοφόρο στο ίδιο το στενό. Η επιτυχημένη αποκλιμάκωση φαίνεται ότι δεν βασίστηκε στις εκτεταμένες επικοινωνίες σχετικά με προθέσεις και συμφέροντα αλλά σε δύο βασικές αποφάσεις: Την απόφαση των ΗΠΑ να μην τοποθετήσουν ένα αεροπλανοφόρο στο στενό, και την απόφαση της Κίνας να σταματήσει τις δοκιμές πυραύλων. Αυτές οι αποφάσεις ελήφθησαν όχι ως αποτέλεσμα των αιτημάτων που έγιναν [από την άλλη πλευρά], και αντιμετωπίστηκαν με την κάθε πλευρά να είναι σε μεγάλο βαθμό στο σκοτάδι για το τι θα συμβεί στην συνέχεια. Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Ακόμα κι αν η επικοινωνία δεν καταφέρει να λύσει τα πράγματα, οι λογικές αποφάσεις μπορούν, με λίγη τύχη, να βοηθήσουν τους ανταγωνιστές να βουτήξουν στην ασφάλεια.

Τα επακόλουθα της βομβιστικής επίθεσης της πρεσβείας της Γιουγκοσλαβίας το 1999 θα μπορούσαν επίσης να είναι πιο άσχημα. Τα πλήθη εθνικιστών που συγκεντρώθηκαν έξω από τις διπλωματικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιτεθούν στους Αμερικανούς που βρίσκονταν εκεί, καθιστώντας πιο δύσκολο για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, να προσφέρει μια ρητή συγγνώμη όπως έκανε. Εάν συνέβαινε αυτό, η σχέση ΗΠΑ-Κίνας θα είχε υποπέσει σε αμοιβαίες καταγγελίες, ίσως και σε άμεση βία. Το λιγότερο, τα κανάλια επικοινωνίας θα είχαν δηλητηριαστεί ως την στιγμή που έλαβε χώρα το συμβάν του κατασκοπευτικού αεροπλάνου στο Hainan. Ωστόσο, ευτυχώς, η ξεκάθαρη επικοινωνία λειτούργησε. Ο βομβαρδισμός διατάραξε τις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, αλλά δεν τις εκτροχίασε. Η Κίνα ήταν αποφασισμένη να χειριστεί το ζήτημα χωρίς να διακυβεύσει τον μακροπρόθεσμο στόχο της ένταξής της στον ΠΟΕ. Ο Κινέζος πρόεδρος, Ζιάνγκ Ζεμίν, συζητούσε την ένταξη της Κίνας στον ΠΟΕ με τον Κλίντον από τότε που οι δυο τους συναντήθηκαν στο Σιάτλ το 1993. Όταν βομβαρδίστηκε η πρεσβεία, η Κίνα σταμάτησε τις συνομιλίες με τους Αμερικανούς. Τον Μάιο, ο Κλίντον κάλεσε την Κίνα για να πει ότι λυπάται, και ότι ήθελε να επαναλάβει τις συνομιλίες. Ο Jiang αντέταξε ότι η τρέχουσα ατμόσφαιρα ήταν δυσμενής για συζήτηση. Τον Αύγουστο, ο Jiang είπε ότι ήταν πρόθυμος να αρχίσει να μιλάει ξανά, αλλά ο Κλίντον θα έπρεπε να γράψει μια επίσημη επιστολή απολογίας. Η Κλίντον το έκανε˙ η επιστολή έφθασε στις 27 Αυγούστου. Το κινεζικό Πολιτικό Γραφείο αποφάσισε ότι η επανέναρξη των συνομιλιών θα συνέβαλε στην σταθεροποίηση της σχέσης ΗΠΑ-Κίνας και θα ήταν προς το συμφέρον της Κίνας. Οι δύο χώρες άρχισαν τελικά να μιλούν και πάλι τον Σεπτέμβριο. Ο John Wayne είπε [κάποτε] ότι η απολογία είναι «ένα σημάδι αδυναμίας». Σε αυτή την περίπτωση, ήταν εκείνο που χρειαζόταν για να εκτονωθεί η κατάσταση.

Η κρίση του κατασκοπευτικού αεροπλάνου το 2001 είχε τα στοιχεία μιας τραγωδίας σε πολλά διαφορετικά σημεία. Καταρχάς, και οι δύο πλευρές αντέδρασαν με θυμό. Οι Κινέζοι υποστήριζαν ότι το αεροσκάφος των ΗΠΑ είχε χτυπήσει σκόπιμα το [κινεζικό] μαχητικό˙ απαίτησαν μια συγγνώμη και αποζημιώσεις. Ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κίνα, Joseph Prueher, ένας πρώην ναύαρχος που γνώριζε κάτι σχετικά με αυτά τα θέματα, επεσήμανε ότι ήταν αδύνατο για ένα πιο αργό αεροπλάνο να προλάβει και να χτυπήσει ένα πιο γρήγορο. Η Ουάσιγκτον εξοργίστηκε από την ανεύθυνη συμπεριφορά της Κίνας στον διεθνή εναέριο χώρο. Σε εκείνο το σημείο, τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εκφυλιστεί. Το πλήρωμα των ΗΠΑ θα μπορούσε να υποστεί κακομεταχείριση στο [νησί] Χαϊνάν. Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ θα μπορούσαν να συνεχίσουν να επιμένουν ότι οι Κινέζοι ήταν οι υπαίτιοι. Οποιαδήποτε από αυτές τις εξελίξεις θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει συγκρούσεις. Η ένταση εκείνης της σύγκρουσης θα εξαρτιόταν από περαιτέρω αποφάσεις, αλλά μόλις αρχίσει η βία, έχει την συνήθεια να κλιμακώνεται.

Σύντομα, όμως, τα πνεύματα ηρέμησαν. Ο Prueher, μετά από συνομιλία με τον Kenneth Lieberthal, πρώην αξιωματούχο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Κλίντον ο οποίος συνέβη να βρίσκεται τότε στο Πεκίνο, αποφάσισε μια αλλαγή πλεύσης. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, ήταν πρόθυμος να τον αφήσει να δοκιμάσει. Αν και συνέχισε να αρνείται να πληρώσει αποζημιώσεις και να προσφέρει μια επίσημη συγγνώμη, ο Prueher απέφυγε να κατηγορήσει τους Κινέζους για το περιστατικό και επικεντρώθηκε στην εξασφάλιση της απελευθέρωσης του πληρώματος. «Ο στόχος μας και ο στόχος των Κινέζων, ήταν ίδιοι: Να ανακτήσουμε το πλήρωμα», ανέφερε αργότερα. Οι Αμερικανοί αποφάσισαν ότι θα μπορούσαν να εκφράσουν θλίψη για το θάνατο του πιλότου και για την αποτυχία των Κινέζων να ακούσουν την κλήση του [αμερικανικού] αεροπλάνου, χωρίς όμως να ζητήσουν συγνώμη. Οι Κινέζοι αποφάσισαν ότι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τέτοιες εκφράσεις ως σαν να αποτελούν μια συγγνώμη, παρόλο που οι Αμερικανοί είπαν ότι δεν ήταν τίποτε τέτοιο. Μια επιστολή που εξέφραζε αυτά τα αισθήματα έσωσε τα προσχήματα για όλους και αντιμετώπισε την ανάγκη περαιτέρω κλιμάκωσης. Το στοίχημα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2008 ήταν ακόμη σε εκκρεμότητα˙ η ψηφοφορία για την ένταξη της Κίνας στον ΠΟΕ δεν έχει ακόμη διεξαχθεί˙ και όταν όλα είχαν ειπωθεί και γίνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας. Υπήρχαν τόσα πολλά για τα οποία η Κίνα χρειαζόταν τις Ηνωμένες Πολιτείες, που δεν μπορούσε να αντέξει να θυσιάσει τα συμφέροντά της μόνο για να υποδηλώσει κάτι για έναν νεκρό πιλότο.

Κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις περιείχε τους σπόρους του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι σπόροι αυτοί δεν κατάφεραν να βλαστήσουν χάρη στις αποφάσεις που έλαβε η κάθε πλευρά κατά την διάρκεια της κρίσης. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι η Κίνα ήταν πρόθυμη να υποχωρήσει στο παρελθόν όταν ένας πόλεμος θα ήταν αυτοκτονικός, αλλά δεν θα το έκανε τώρα που είναι ισχυρότερη. Αλλά αυτός ο κυνισμός αγνοεί δύο σημεία. Πρώτον, οι άνθρωποι συχνά κάνουν αυτοκτονικά πράγματα. Το ότι οι κρίσεις εκείνες κατέληξαν στο σημείο που έφτασαν, χρειάστηκε τεράστια ανευθυνότητα από κάθε πλευρά. Δεύτερον, ένας πόλεμος μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών και πάλι θα ήταν αυτοκτονικός. Οι πόλεμοι είναι δύσκολο να προβλεφθούν, αλλά ένα πράγμα είναι σαφές: Μια σύγκρουση μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας δεν θα είχε νικητές.

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Αυτά τα παραδείγματα παρέχουν ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο, σε μια κρίση, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να πλοηγηθούν προς την ασφάλεια. Η πρώτη συνοψίζεται καλύτερα από το δόγμα του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, «Μην κάνετε ηλίθια πράγματα» (“Don’t do stupid shit”). Το να προσφέρονται ασυνάρτητες απαντήσεις, το να δοκιμάζονται πύραυλοι σε μια προσπάθεια επηρεασμού εκλογών, το να βομβαρδίζεται μια πρεσβεία και να καταρρίπτεται ένα αεροπλάνο, όλα είναι κακές ιδέες. Μέχρι στιγμής είναι τόσο προφανές, αλλά η ιστορία υποδεικνύει ότι στους κορυφαίους αξιωματούχους πρέπει να υπενθυμίζεται η σημασία του να μην κάνουν ηλίθια πράγματα. Οι κατώτεροι αξιωματούχοι, οι οποίοι συχνά είναι υπεύθυνοι για την λήψη αυτών των αποφάσεων, θα επωφεληθούν από αυτό το ίδιο μάθημα. Να μην βιάζονται να αλλάξουν τα πράγματα στην Ταϊβάν, να δίνουν στα ξένα σκάφη ευρύ αγκυροβόλιο στην θάλασσα, να μην εκτοξεύουν απειλές από τις οποίες κανείς δεν μπορεί να υποχωρήσει: Αυτοί οι κανόνες θα πρέπει να εσωτερικοποιηθούν από όλους όσους εργάζονται υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στις αμερικανο-κινεζικές σχέσεις.

Το δεύτερο μάθημα είναι ότι ακόμα κι αν όλοι οι ενδιαφερόμενοι κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, ηλίθια πράγματα και πάλι θα συμβούν, γενικά όταν το περιμένει κανείς λιγότερο. Μπορεί να χρειαστεί μόνο ένα λάθος για να πάνε όλα πάρα πολύ άσχημα. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ανταποκριθούν σε μελλοντικές κρίσεις, γεγονός που μας φέρνει στην τρίτη κατευθυντήρια γραμμή: Άσε στην άλλη πλευρά ένα καθαρό μονοπάτι εξόδου από το χάος. Οι άνθρωποι τείνουν να αντιδρούν άσχημα όταν είναι στριμωγμένοι σε μια γωνία. Δώσε τους έναν τρόπο να αναδυθούν με αξιοπρέπεια και ίσως να τον δεχθούν. Το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έστειλαν αεροπλανοφόρο στο Στενό της Ταϊβάν έδωσε στην Κίνα περιθώριο για να αποκλιμακώσει, όπως έκανε και η απόφαση των ΗΠΑ να ζητήσουν συγνώμη για τον βομβαρδισμό της πρεσβείας. Το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έγραψαν κάτι που θα μπορούσε να διαβαστεί ως συγγνώμη το 2001, έδωσε στους Κινέζους περιθώριο να απελευθερώσουν τους φυλακισμένους, γεγονός που με την σειρά του επέτρεψε στους Αμερικανούς να αποσυρθούν αξιοπρεπώς. Η ταπείνωση δεν πηγαίνει καλά με την ειρήνευση. Σε μια κρίση, κάθε πλευρά θα πρέπει να αναρωτηθεί: Η πορεία που ακολουθώ επιτρέπει στον ομόλογό μου να κερδίσει μια αξιοπρεπή υποχώρηση;

Το τελευταίο μάθημα είναι να θυμηθούμε τον κόσμο πέρα από την τρέχουσα κρίση. Ένα από τα πράγματα που μπορούν να βοηθήσουν να τερματιστούν οι αντιπαραθέσεις είναι η υπενθύμιση ότι η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τεράστια συμμετοχή [η μια χώρα] στην ευημερία της άλλης. Κατά την διάρκεια του τελευταίου τετάρτου αιώνα, η σχέση της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από την Ταϊβάν ή τα κατασκοπευτικά αεροπλάνα. Για την Κίνα, ήταν σχετικά με το εμπόριο, τις ανταλλαγές τεχνολογίας, την προσχώρηση στον ΠΟΕ, το στοίχημα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η σχέση ήταν σχετικά με το να φέρει την Κίνα στην διεθνή κοινότητα. Υπήρχαν μεγαλύτερα διακυβεύματα από ό, τι φάνηκε κατά την διάρκεια της κάθε κρίσης. Αυτό παραμένει αληθές και σήμερα. Παρόλο που η επιχειρηματική κοινότητα, άλλοτε πολύ ηχηρή στα αιτήματά της για καλές σχέσεις, έχει απογοητευτεί, η σχέση πηγαίνει πέρα από το κέρδος (και οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ έχουν δείξει απροθυμία να εγκαταλείψουν συνολικά την αγορά της Κίνας). Ένα πλήθος ζητημάτων –η κλιματική αλλαγή, η τρομοκρατία, το εμπόριο, η μείωση της φτώχειας, η αποφυγή ενός Αρμαγεδώνα- απαιτεί από τις δύο χώρες να τα πάνε καλά [μεταξύ τους] για δικό τους καλό. Μια λίστα με τα θέματα αυτά πρέπει να υπάρχει στον τοίχο όσων εργάζονται για τις σινο-αμερικανικές σχέσεις.

Αυτά τα διδάγματα μοιάζουν κοινότοπα, αλλά οι κοινοτοπίες έχουν σημασία. Σε περιόδους όπως αυτές, όταν οι συζητήσεις για συγκρούσεις είναι διαδεδομένες, [τα διδάγματα] χρειάζονται ενίσχυση. Ίσως οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι αξιωματούχοι θα πρέπει να οργανώσουν μια σειρά συναντήσεων για να αναλύσουν παρελθούσες κρίσεις και να αναρωτηθούν: Πώς βγήκαμε από αυτές ζωντανοί; Και πώς μπορούμε να το κάνουμε και πάλι; Ο Christopher Clark έγραψε πρόσφατα [6] ότι «η αναζήτηση της ειρήνης» απαιτούσε «επιτεύγματα της φαντασίας τόσο διαρθρωμένα και εντυπωσιακά όπως η δημιουργικότητα της επιστημονικής φαντασίας και η μαγεία που επενδύουμε στους μελλοντικούς πολέμους». Οι Κινέζοι και οι Αμερικανοί που απέφυγαν τον πόλεμο στο παρελθόν πρέπει να ξεκινήσουν να υπολογίζουν το πώς θα μπορούσαν αυτά τα επιτεύγματα της φαντασίας να μοιάζουν τώρα.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-12-03/avoiding-war-be…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2018-02-13/china-r…
[2] https://www.usip.org/sites/default/files/resources/PW61_FinalApr16.pdf
[3] http://carnegieendowment.org/2006/12/04/managing-sino-american-crises-ca…
[4] http://people.duke.edu/~niou/teaching/Ross.pdf
[5] http://www.cas.fudan.edu.cn/viewprofile.en.php?id=62
[6] https://www.nybooks.com/articles/2018/11/22/future-war-reality-not-threat/

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Oliver Sacks: Ψευδαισθήσεις. Εκδόσεις “Ροπή”.

0

Τίτλος: Ψευδαισθήσεις.

Υπότιτλος: –

Συγγραφέας: Oliver Sacks / Όλιβερ Σάκς.

Διαστάσεις: 17 Χ 24

Σελίδες: 288

ISBN: 978-618-5289-33-1

Ημερομηνία κυκλοφορίας: 14-12-2018

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:

Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν ένα από τα μεγάλα μυστήρια του ανθρώπινου μυαλού: Γιατί και πώς συμβαίνει να βλέπουμε, να μυρίζουμε, να ακούμε, να αισθανόμαστε, να γευόμαστε κάτι που δεν υπάρχει; Γιατί και πώς ενεργοποιούνται τα κυκλώματα της όρασης, της ακοής, της αφής, της γεύσης, της όσφρησης  στο υπέροχα μεγαλειώδες αλλά και «πεισματάρικο» λειτουργικό σύστημα του ανθρώπου, το μυαλό;

Στα 15 κεφάλαια αυτού του πραγματικά συγκλονιστικού και «πολυαισθητηριακού» βιβλίου, o Oliver Sacks εξετάζει, με άμεση, κρυστάλλινη γλώσσα, το φαινόμενο ψευδαισθήσεις σε όλες τις πτυχές του. Ποια είναι η οργανική βάση τους; Ποιες ασθένειες, ποιες συνθήκες, ποια δεδομένα τις προκαλούν; Είναι παρανοϊκοί όσοι έχουν ψευδαισθήσεις ή μήπως πρόκειται για ένα από τα φυσιολογικά, υπό προϋποθέσεις, φαινόμενα της ανθρώπινης συνθήκης – και ας ντρεπόμαστε να το παραδεχτούμε;

Όμως ο μεγάλος επιστήμονας και συγγραφέας δεν σταματά εδώ. Συνδυάζοντας συγκινητικές ιστορίες και αφηγήσεις ασθενών, αποκαλυπτικές εξομολογήσεις προσωπικών εμπειριών, εντυπωσιακά επιστημονικά δεδομένα και συναρπαστικές αναφορές στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και τη μουσική πάει πολλά βήματα παραπέρα: Ως πραγματικός δημιουργός διατυπώνει συμπεράσματα και προβληματισμούς ανατρεπτικά, σχεδόν αιρετικά, σχετικά με την ουσία της τέχνης, της θρησκείας αλλά και της ίδιας της πραγματικότητας και της σχέσης μας μαζί της.

Ωστόσο, σε αυτό το τόσο εντυπωσιακό βιβλίο υπάρχει και κάτι που δεν είναι ψευδαίσθηση, που είναι 100% πραγματικό, απτό, σε κάθε σελίδα, σε κάθε παράγραφο. Η συμπόνια του Sacks για κάθε ατέλεια του ανθρώπου, οργανική ή ψυχολογική, μόνιμη ή παροδική. Και η ανυπέρβλητη πίστη του στο μεγαλείο του δώρου της ζωής, ειδικά όταν ο ζωντανός οργανισμός αντιμετωπίζει τους περιορισμούς της ύπαρξης – όπως είναι και οι ψευδαισθήσεις.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:

Ο Oliver Sacks γεννήθηκε το 1933 στο Λονδίνο και πέθανε το 2015 στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε από το 1965. Σπούδασε νευρολογία στο Queen’s College της Οξφόρδης και ήταν κλινικός καθηγητής νευρολογίας στο NYU School of Medicine και στο Albert Einstein College of Medicicne. Τιμήθηκε με πολλές σημαντικές, διεθνείς διακρίσεις για το επιστημονικό του έργο. Υπέγραψε τα βιβλία: “Migraine” (1970), “Awakenings” (1973 – “Ξυπνήματα”, Καστανιώτης, 1996), “A Leg to Stand On” (1984), “The Man who Mistook his Wife for a Hat” (1985 – “Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο”, Καστανιώτης, 2000 – Άγρα 2011) “Hallucinations” (2012 – “Ψευδαισθήσεις”, Ροπή 2018), “On the Move: A Life” (2015 – “Εν κινήσει: Μια ζωή”, Ροπή 2016), “Gratitude” (μετά θάνατον, 2015 – “Ευγνωμοσύνη”, Πατάκης 2018) και “The River of Consciousness” (μετά θάνατον, 2018).  κ.ά.

Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Ο Harold Pinter και ο Peter Brook έγραψαν θεατρικά έργα βασισμένοι σε κείμενά του ενώ το “Αwakenings” (“Ξυπνήματα”) ήταν η βάση για την ομότιτλη ταινία με πρωταγωνιστές τον Robin Williams και τον Robert De Niro.

Στο αυτοβιογραφικό έργο του “Εν κινήσει: Μια ζωή” (Ροπή, 2016) όπου εστιάζει, με τρυφερά εξομολογητικό και αποκαλυπτικό τρόπο, στον ίδιο του τον εαυτό, αποκαλύπτονται κάποια από τα στοιχεία που έκαναν τον Sacks αγαπημένο των αναγνωστών σε όλον τον κόσμο, εδώ και δεκαετίες: Το χιούμορ και η γενναιόδωρη ειλικρίνειά του, η αναγεννησιακή πολυμάθειά του, η τόλμη και το θάρρος του να δημιουργεί συσχετίσεις, η ικανότητα να απολαμβάνει αλλά και να μεταδίδει τη χαρά της γνώσης, και βέβαια η αφοσίωση του στην εξερεύνηση των πιο εκπληκτικών πτυχών της ανθρώπινης συνθήκης και δημιουργικότητας.

Όμως, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του Sacks, ως επιστήμονα αλλά και ως συγγραφέα, είναι αυτό: η συμπόνια με την οποία αντιμετωπίζει τις ατέλειες του ανθρώπου, τόσο σε οργανικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο και η διάχυτη πεποίθησή του πως οι άνθρωποι είμαστε όχι μόνο τα ταλέντα και η δύναμή μας, αλλά και τα συμπτώματά μας.

 

 

 

Κάντο όπως ο εισαγγελέας Φλωρίδης

1

Του Σάκη Μουμτζή Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018 liberal.gr

Προχθές μπήκαν οι δυνάμεις της τάξεως στα ΑΕΙ και εκκαθάρισαν τους χώρους από τους διακινητές ναρκωτικών. Ακούσατε καμιά αντίδραση; Διαμαρτυρήθηκε κανένας; Εγώ δεν άκουσα τίποτα. Ελπίζω βέβαια αυτή η έφοδος να μην έγινε λόγω της επισκέψεως του πρωθυπουργού στην Θεσσαλονίκη. Αυτό θα φανεί στην συνέχεια.

Η επέμβαση αυτή έγινε μόλις οι αστυνομικές αρχές διαπίστωσαν παραβατικές συμπεριφορές μέσα στον χώρο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσουν την Πρυτανεία. Και άριστα έπραξαν. Καθαρά πράγματα.

Όλη αυτή η κατάσταση που μας ταλαιπωρεί δεκαετίες, θα είχε λυθεί από το 2008 όταν τότε, ο εισαγγελέας Β. Φλωρίδης έδωσε παραγγελία στα αστυνομικά όργανα να καταστρώνουν επιχειρησιακό σχέδιο και να εισέρχονται στον χώρο των ΑΕΙ, « εφόσον έχουν πληροφορίες ότι τελούνται κακουργηματικές πράξεις ( κατασκευή εκρηκτικών) πριν από την τέλεση τους.» Τι λέει εδώ ο εισαγγελέας Φλωρίδης; Λέει, πως η αστυνομία πρέπει να επέμβει και όταν η διάπραξη κακουργηματικών πράξεων βρίσκεται στο προκαταρκτικό στάδιο. Ο ίδιος εισαγγελέας δύο χρόνια νωρίτερα είχε προειδοποιήσει τα εντεταλμένα όργανα της τάξεως, πως αν δεν συνελάμβαναν παραβάτες του ποινικού νόμου που έβρισκαν προστασία μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους, θα τους παρέπεμπε για παράβαση καθήκοντος. Διαφωνεί κανένας;

Τότε οι «προοδευτικές» πρυτανικές αρχές αντέδρασαν, πιστοποιώντας πως, διαχρονικά, αποτελούν και αυτές μέρος του προβλήματος. Στην διαδικασία μετάθεσης ευθυνών διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο, ως μη όφειλε, γιατί όταν διαπράττονται αξιόποινες πράξεις δεν πρέπει καν να ερωτώνται. Ο πανεπιστημιακός χώρος αποτελεί μέρος της Ελληνικής Επικράτειας εντός του οποίου εφαρμόζονται οι ελληνικοί νόμοι. Το λέει ξεκάθαρα ο νόμος Διαμαντοπούλου 4009/2011, που ας σημειωθεί, έλαβε μέσα στην βουλή 255 ψήφους: « σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των ΑΕΙ εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία». Διαφωνεί κανένας;

Τι αποδεικνύουν όλα αυτά; Αποδεικνύουν πως το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρχουν κρατικοί λειτουργοί οι οποίοι να τηρούν τον όρκο που έδωσαν. Τίποτα παραπάνω. Τα όργανα της τάξεως αν δεν εκτελέσουν την εισαγγελική παραγγελία, παρανομούν. Διαφωνεί κανένας;

Μάλιστα, την επέμβαση της αστυνομίας που έγινε στους πανεπιστημιακούς χώρους με εντολή Φλωρίδη είχε χαιρετήσει και ο καθηγητής του Ποινικού Δικαίου, ο αείμνηστος Ι. Μανωλεδάκης. Είχε γράψει σχετικό άρθρο και στην εφημερίδα « ΒΗΜΑ», με τίτλο «άσυλο ή άλλοθι;».

Προχθές τα όργανα της τάξεως μπήκαν μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους, λόγω της διακίνησης ναρκωτικών. Γιατί δεν έπραξαν το ίδιο λίγες ημέρες νωρίτερα όταν αναρχοαυτόνομοι εκτόξευαν εναντίον τους βόμβες μολότοφ; Αυτές οι πράξεις δεν αποτελούν παραβατική συμπεριφορά; Γιατί έκλεισαν τα μάτια στην καταστροφή της Θεολογικής σχολής; Εισαγγελέας δεν υπήρχε;

Γιατί ένα πρόβλημα που το έλυσε ο Φλωρίδης το 2008 επανήλθε; Φταίει υποστηρίζουν η κατάργηση του νόμου Διαμαντοπούλου. Ευθύνεται κυρίως η πολιτική αλλαγή που έγινε το 2015 και έστειλε το μήνυμα τόσο προς τις εισαγγελικές όσο και προς τις αστυνομικές αρχές, πως «καλόν θα ήταν να αφήσετε τις συλλογικότητες να «εκφράζονται» ελεύθερα».

Έχει γραφεί εξαντλητικά πως η Νέα Δημοκρατία έχει όλο το νομικό οπλοστάσιο στην φαρέτρα της. Το μόνον που χρειάζεται να κάνει ο Μητσοτάκης είναι να αφήσει τους Φλωρίδηδες να κάνουν την δουλειά τους.

Διαφωνεί κανένας;

liberal.gr

Η Τουρκία και το Δίκαιο της Θάλασσας

1

Η ΑΟΖ της Τουρκίας στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο

Του Θεόδωρου Καρυώτη  

Δημοσιεύτηκε Στις 

ΑΟΖ,Τουρκία,Θεόδωρος,ΚαρυώτηςΗ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, δύο κείμενα για τους ωκεανούς και τις θάλασσες,  που συνδέονται με την εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), ενώ οι ομιλητές υποστήριξαν ότι οι υγιείς, παραγωγικοί, ανθεκτικοί ωκεανοί και θάλασσες κατέχουν κεντρική θέση στην αειφόρο ανάπτυξη.

Στη ΓΣ μίλησαν εκπρόσωποι της Κίνας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ιαπωνίας, του Μεξικού, του Κουβέιτ, του Μπαγκλαντές, της Ινδίας, του Μονακό, της Αργεντινής, του Καναδά, της Κολομβίας, του Τόγκο, της Ουκρανίας, της Αυστραλίας, του Βιετνάμ, της Ρωσικής Ομοσπονδίας, του Καμερούν, του Ελ Σαλβαδόρ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση ομιλεί για λογαριασμό όλων των μελών της , δεν είχαν τη δυνατότητα να παρέμβουν ξεχωριστά , η Ελλάδα και η Κύπρος).
Το σχέδιο ψηφίσματος «Οι ωκεανοί και το Δίκαιο της Θάλασσας» (έγγραφο αριθ. A / 73 / L.35) – εγκρίθηκε με ψήφους 121 υπέρ, μία κατά (Τουρκία) και τρεις αποχές (Κολομβία, Ελ Σαλβαδόρ, Βενεζουέλα). Σε αυτό το ψήφισμα η Γενική Συνέλευση καλεί τα κράτη που δεν το έχουν πράξει μέχρι σήμερα, να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Καλεί επίσης τα κράτη να εναρμονίσουν την εθνική τους νομοθεσία με τις διατάξεις της Σύμβασης.

Παραδόξως η Ελλάδα, για 36 χρόνια τώρα, αρνείται να εναρμονίσει την εθνική της νομοθεσία με τις διατάξεις της UNCLOS. Ελπίζω να μην περιμένουμε άλλα 36 χρόνια για να ανακηρύξουμε ΑΟΖ!
Μετά την έγκριση του σχεδίου, εκπρόσωποι χωρών που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας,  εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Μεταξύ αυτών ήταν και ο εκπρόσωπος της Τουρκίας , ο οποίος είχε ζητήσει την ψηφοφορία επί του σχεδίου «L.35» και, στη συνέχεια, ψήφισε εναντίον του. Η Γενική Συνέλευση, τόνισε, «δεν είναι καθολική ούτε έχει ενιαίο χαρακτήρα». Ο εκπρόσωπος της Βενεζουέλας – που απείχε από την ψηφοφορία – σημείωσε επίσης ότι η σύμβαση δεν απολαμβάνει καθολικής συμμετοχής και δεν πρέπει να θεωρείται το μόνο νομικό μέσο που διέπει ζητήματα των θαλασσών.
Πάντως, σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης, οι ομιλητές υποστήριξαν τον κεντρικό ρόλο των υγιών ωκεανών και των θαλασσών στην προώθηση  της ανάπτυξης και τους στόχους της Ατζέντας του ΟΗΕ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη του 2030. Αρκετές αντιπροσωπείες επιβεβαίωσαν ότι η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας  αποτελεί το θεμελιώδες θεσμικό πλαίσιο όλων των δραστηριοτήτων στους ωκεανούς και τις θάλασσες.

Ο εκπρόσωπος του Τουβαλού, του μικρού νησιού του Ειρηνικού, μιλώντας εκ μέρους των  αναπτυσσόμενων χωρών, υπογράμμισε ότι οι υγιείς, παραγωγικοί και ανθεκτικοί ωκεανοί και θάλασσες είναι κρίσιμοι για την εξάλειψη της φτώχειας, την πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτική τροφή, την οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του οικοσυστήματος. «Υπάρχουν δύο δρόμοι για την ανάπτυξη», τόνισε . «Ο ένας περιλαμβάνει τα φυλλάδια. Ο άλλος αφορά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για βιώσιμη οικονομική δραστηριότητα. Μόνο ένας από αυτούς θα επιτύχει.»

Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της Ισλανδίας σημείωσε ότι με τα ψηφίσματα, η Γενική Συνέλευση επιβεβαιώνει με συνέπεια τον καθολικό και ενοποιημένο χαρακτήρα της Συνέλευσης. Η αειφόρος διαχείριση των φυσικών πόρων είναι θεμελιώδους σημασίας για την επιτυχία μας», ανέφερε. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η διεθνής κοινότητα.

Τις ανησυχίες της σχετικά με τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής στα θαλάσσια οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα συμμερίζονται πολλά κράτη μέλη. Ορισμένες αντιπροσωπίες εξέφρασαν τη λύπη τους γιατί, παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες, οι θάλασσες και οι ωκεανοί εξακολουθούν να απειλούνται από τη ρύπανση και την υπεραλίευση.

Ο παραπάνω χάρτης, που δείχνει την ΑΟΖ της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Μεσόγειο, καθιστά σαφές ότι η Τουρκία διαθέτει μεν μια τεράστια ακτογραμμή,  αλλά δεν διαθέτει θάλασσα.

Έτσι, η Τουρκία αποφάσισε να διεκδικήσει από τους γείτονες της  μια μεγάλη έκταση της Ανατολικής Μεσογείου, που δεν της ανήκει.

Τελευταίες μελέτες που έχουν γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο θεωρούν πολύ πιθανή την  ύπαρξη μεγάλης ποσότητας φυσικού αερίου και πετρελαίου. Αυτό εξηγεί τις τελευταίες κινήσεις της Άγκυρας  με την εμφάνιση χαρτών που δείχνουν πως η Τουρκία έχει θαλάσσια σύνορα με την Λιβύη. Σίγουρα, αργότερα, θα ακολουθήσουν χάρτες που θα δείχνουν ότι η Τουρκία έχει θαλάσσια σύνορα με την Μάλτα και την Αλβανία!

Το λάθος που κάνουμε στην Ελλάδα είναι ότι αποδίδουμε όλα αυτά τα σχέδια σε ένα παρανοϊκό Ερντογάν. Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτά είναι τα σχέδια της Τουρκίας, του λαού, των στρατιωτικών  και των πολιτικών της. Με γνώμονα αυτή την πραγματικότητα πρέπει να σχεδιάσουμε τις επόμενες κινήσεις μας.

Η Τουρκία και το Δίκαιο της Θάλασσας

ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ: Όταν η επιστήμη δεν συμφωνεί, τόσο χειρότερα για την ίδια…

1

Arctique – 08 – Narsaq (55)+ – Credit Nomadi (Creative Commons)

του Jacques de Guenin*

Αυτό το άρθρο γράφηκε για να δείξει ότι:

  1. Σε αντίθεση με την επικρατούσα στην κοινή γνώμη άποψη, δεν υπάρχει επιστημονική βεβαιότητα σχετικά με τον κίνδυνο της κλιματικής υπερθέρμανσης ούτε στο ό,τι εάν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, προκλήθηκε από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
  2. Και εάν η υπερθέρμανση του πλανήτη συνέβαινε όντως, θα είχε τουλάχιστον πλεονεκτήματα όσα και τα μειονεκτήματα.

Χωρίς επιστημονική επιβεβαίωση

Ο  οργανισμός που ισχυρίζεται επίμονα ότι υπάρχει υπερθέρμανση του πλανήτη είναι μια πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών που ονομάζεται Διακυβερνητική Ομάδα Κλιματικών Εμπειρογνωμόνων (ΔΟΚΕ). Η μετάφραση αυτή είναι φάρσα γιατί η προσθήκη της λέξης εμπειρογνώμονας υποδηλώνει ότι πρόκειται για επιστημονική οργάνωση, ενώ είναι απλώς ένας διακυβερνητικός οργανισμός επιφορτισμένος να  εκφράζει τις πολιτικές θέσεις των 195 κυβερνήσεων που την αποτελούν.

Στο βιβλίο του Οικολογία, το τέλος, ο Κριστιάν Ζεροντώ δίνει λεπτομέρειες για τη σύνθεση του γραφείου ΔΟΚΕ, στο οποίο ανακαλύπτουμε με έκπληξη ότι αυτό το γραφείο δεν περιλαμβάνει κανέναν ειδικό για το κλίμα. Διοριζόμενοι από τον Υπουργό Οικολογίας της χώρας τους, τα μέλη της ΔΟΚΕ είναι στην πλειονότητά τους πιστοί και όχι επιστήμονες και όταν είναι επιστήμονες, η ειδικότητά τους δεν είναι αναγκαστικά η κλιματολογία.

Όπως η πλειονότητα των πολιτικών που απαρτίζουν τις κυβερνήσεις δεν έχουν καμιά επιστημονική κατάρτιση, πολλά μέλη της ΔΟΚΕ διορίζονται κατόπιν σύστασης οικολογικών ΜΚΟ όπως η Greenpeace, το WWF ή οι Φίλοι της Γης. Υπάρχουν βέβαια αντιφρονούντες στην ΔΟΚΕ, εξειδικευμένοι όντως στην κλιματολογία, ωστόσο οι τεχνικές τους εκθέσεις δεν δημοσιοποιούνται επειδή το Προεδρείο της ΔΟΚΕ δημοσιεύει το έγγραφο που προορίζεται για το κοινό: μια περίληψη με βάση τους σκοπούς τόσων έχουν κυρίαρχο ρόλο.

Αντίθετα, στον επιστημονικό κόσμο, πολλοί επιστήμονες αμφισβητούν την υπερθέρμανση του πλανήτη, και ακόμη περισσότερο, εάν υπάρχει αυτή η υπερθέρμανση,  ότι οφείλεται στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Διαπιστώνουν ότι οι θερμοκρασίες της γης διαφοροποιήθηκαν πολύ κατά τη διάρκεια των αιώνων, σε μια εποχή που οι ανθρώπινες δραστηριότητες απελευθέρωναν αμελητέες ποσότητες CO2, και ειδικά ότι η θερμοκρασία δεν έχει αυξηθεί τα τελευταία δέκα χρόνια αν και η περιεκτικότητα σε της ατμόσφαιρας σε CO2 έχει αυξηθεί σημαντικά. Ο αναγνώστης που θα ήθελε να μάθει περισσότερα για το θέμα γενικά μπορεί να περιηγηθεί στην ιστοσελίδα pensee-unique.fr, η οποία περιέχει πολλά άλλα θέματα που εκτίθενται με ιδιαίτερα παιδαγωγικό τρόπο και χωρίς πάθος. Αυτός ο ιστότοπος είναι το χόμπι του Ζακ Ντυράν, Δρ του Πανεπιστημίου Πιέρ και Μαρί Κιουρί και πρώην Διευθυντή Σπουδών στο Τμήμα Φυσικής και Βιομηχανικής Χημείας της Πόλης του Παρισιού (από το 1996 έως το 2003) δίπλα στον, βραβευμένο με Νόμπελ, Πιέρ-Ζιλ ντε Ζεν.

 Μειονεκτήματα = Πλεονεκτήματα

Πρώτον, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στη γη που πεθαίνουν από το κρύο και πολλοί που κοιμούνται έξω τη νύχτα, ακόμη και στις αναπτυγμένες χώρες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οποιαδήποτε υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας θα ήταν ευπρόσδεκτη γι ‘αυτούς.

Και μετά, θα χρειαζόμασταν λιγότερα καύσιμα (πετρέλαιο, άνθρακα, ξύλο) για να ζεσταινόμαστε, γεγονός που θα συνέβαλε στη μείωση των εκπομπών CO2, ευπρόσδεκτο φαινόμενο για όσους πιστεύουν ότι αυτό ευθύνεται για την  υπερθέρμανση.

Τέλος,  νέα εδάφη θα προσφέρονταν για γεωργία και στα ήδη καλλιεργούμενα εδάφη θα δούμε ως επί το πλείστον να αυξάνεται η γονιμότητάς τους. Βεβαίως, άλλοι θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την ξηρασία, αν και κανείς δεν έχει αποδείξει ακόμη ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα προκαλούσε λιγότερη βροχή, αλλά ούτως ή άλλως αυτό θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με άρδευση.

Ως μειονέκτημα της υπερθέρμανσης, το μόνο που παραμένει είναι η άνοδος του επιπέδου των ωκεανών. Αλλά ας διαλύσουμε αμέσως ένα λάθος ευρύτατα διαδεδομένο: η τήξη των παγετώνων δεν θα επιφέρει αύξηση του επιπέδου των ωκεανών, διότι αν η κορυφή του παγετώνα υπερβαίνει το επίπεδο της θάλασσας, είναι επειδή ο πάγος έχει πυκνότητα λίγο μικρότερη από το υγρό νερό. Η τήξη του πάγου δεν προκαλεί αύξηση της στάθμης του νερού. Για τους δύσπιστους που έχουν ξεχάσει τα μαθήματα φυσικής στο Γυμνάσιο, τους προτείνουμε να πάρουν ένα κύπελλο με αρίθμηση, να βάλουν νερό, παγάκια και να σημειώσουν τη στάθμη του νερού. Θα παρατηρήσουν ότι αυτό το επίπεδο δεν αλλάζει όταν λειώσουν τα παγάκια.

Αλλά η Αρκτική, η ήπειρος του Βόρειου Πόλου, αποτελείται αποκλειστικά από παγόβουνα. Έτσι, το λιώσιμο αυτού του παγετώνα δεν θα οδηγούσε σε αύξηση του επιπέδου της θάλασσας. Από την άλλη πλευρά, θα επέτρεπε νέες και πιο οικονομικές διαδρομές για τα πλοία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι επομένως η Ανταρκτική. Πρόκειται για μια ήπειρο 12,5 εκατομμυρίων km2 που περιβάλλεται από περίπου 1,5 εκατομμύρια km2 παγετώνα. Στην ίδια την ήπειρο το στρώμα πάγου είναι περίπου 31 εκατομμύρια km3, ή 2,2% του συνολικού όγκου των ωκεανών 1400 εκατομμυρίων km3, με μέσο βάθος 3.800μ. Εκτιμάται ότι η συνολική τήξη του στρώματος πάγου της Ανταρκτικής θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση περίπου κατά εξήντα μέτρα  της στάθμης της θάλασσας.

Μετά από αυτά, έχει κλείσει η ανύψωση των υδάτων της θάλασσας. Αλλά πρέπει να δούμε ότι ακόμη και με τις πιο τολμηρές υποθέσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη, θα χρειαστούν αρκετοί αιώνες για να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο και επενδύσεις για να προστατέψουμε από αυτήν την άνοδο τη ζωή ενός ανθρώπου θα ήταν πολύ μικρότερες από αυτές που θα ήθελε να μας σύρει η ΔΟΚΕ για να μειώσουμε την παραγωγή CO2.

Σε είκοσι χρόνια, η στάθμη της θάλασσας ανυψώθηκε κατά 3,2 mm / έτος. Ωστόσο, μεταξύ 1990 και 2000, οι τιμές ήταν 3,5 mm / έτος. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, έπεσαν στα 2,5 mm / έτος. Μια επιβράδυνση που θα μπορούσε να συσχετιστεί με την παύση που καταγράφηκε στην άνοδο της θερμοκρασίας της Γης. Αλλά αυτό που δείχνει την αβεβαιότητα των ερμηνειών στον τομέα αυτό είναι ότι άλλες εργασίες αποδίδουν αυτή τη μείωση στις μεταβολές των ρευμάτων El Niño και La Niña, το πρώτο επειδή προκαλεί περισσότερες βροχοπτώσεις στη θάλασσα παρά στην ξηρά, ενώ συμβαίνει το αντίθετο για το δεύτερο.

Με την ΔΟΚΕ, είμαστε πιθανώς μάρτυρες ενός φαινομένου συλλογικής δηλητηρίασης γνωστή ήδη από τη δεκαετία του ’70 με τη λέσχη της Ρώμης, η οποία τελικά εξαφανίστηκε με την πάροδο του χρόνου.

Συμπεράσματα:

 Οι ισχυρισμοί της ΔΟΚΕ για την υπερθέρμανση του πλανήτη λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων αμφισβητούνται έντονα από τον επιστημονικό κόσμο.

 Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ΔΟΚΕ είναι στην πραγματικότητα μια απλή διακυβερνητική διάσκεψη όπου κάθε κυβέρνηση στέλνει εκπροσώπους που δεν είναι απαραιτήτως «ειδικοί».

 Εάν υπάρχει υπερθέρμανση του πλανήτη, θα έχει περισσότερα πλεονεκτήματα από τα μειονεκτήματα.

 Η μόνη σοβαρή αντίρρηση είναι η άνοδος των ωκεανών, ένα φαινόμενο που αξίζει περισσότερες μελέτες από την αύξηση του CO2.

* Ο Ζακ ντε Γκενέν είναι διπλωματούχος μηχανικός, κάτοχος διδακτορικού του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϋ. Εργάστηκε στην Εxxon Mobil και την PSA ως ένας από τους διευθυντές της απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: https://www.contrepoints.org/2014/11/16/188351-reflexions-heterodoxes-sur-le-rechauffement-climatique

Η Ελένη δεν δολοφονήθηκε επειδή είπε «όχι»

1

Κοσμάς Βίδος 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018 Protagon

Η φοιτήτρια δεν πέθανε επειδή είπε «όχι», όπως επαναλαμβάνουν όλοι μονότονα. Πέθανε επειδή έπεσε στα χέρια δολοφόνων. Η συνεχής σύνδεση τού «όχι» της με τον φρικτό της θάνατο είναι στρεβλή και επικίνδυνη. Διότι μοιάζει σαν να προτείνουμε στα κορίτσια να λένε «ναι» για να σωθούν…

Ειδησεογραφικές σελίδες, εφημερίδες, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές υπόσχονται νέες αποκαλύψεις για τη δολοφονία της φοιτήτριας στη Ρόδο. Δεν γνωρίζω τι από όλα όσα ακούγονται είναι ακριβές και τι όχι, ούτε που θα καταλήξει η σκοτεινή αυτή υπόθεση όταν διαλευκανθούν οι λεπτομέρειές της.

Στο μεταξύ όμως, και ενώ τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα, η φράση που επίμονα βλέπω να επαναλαμβάνεται στο σχολιασμό της είδησης είναι πως «η Ελένη δολοφονήθηκε επειδή είπε “όχι”». Δεν θα συμφωνήσω. Η Ελένη δολοφονήθηκε επειδή έπεσε τα χέρια των συγκεκριμένων ανθρώπων.

Γύρω μας κυκλοφορούν χιλιάδες κορίτσια που είπαν «όχι» και δεν έπαθαν τίποτε, επειδή τα αγόρια στα οποία το απηύθυναν σεβάστηκαν τη θέλησή τους. Γύρω μας κυκλοφορούν χιλιάδες αγόρια που αγαπάνε και σέβονται τα κορίτσια και που ποτέ δεν θα έκαναν, όχι κάτι τόσο αποτρόπαιο όπως εκείνο που έκαναν τα αγόρια από τη Ρόδο, αλλά ούτε το παραμικρό που θα έφερνε σε δύσκολη θέση, θα πλήγωνε ή θα μείωνε τα κορίτσια τους.

Ας μην βιαζόμαστε να κάνουμε γενικεύσεις, ας μην υποπίπτουμε σε σεξιστικά ή άλλα στερεότυπα. Δεν ζούμε σε κοινωνία αγγέλων, αλλά ούτε και στην κόλαση της γενικευμένης θυματοποίησης των ασθενέστερων. Παρουσιάζοντας το πολυσυζητημένο «όχι» ως τον κύριο λόγο που οδήγησε στο δραματικό τέλος της κοπέλας, περνάμε μηνύματα στρεβλά και επικίνδυνα. Τι, αλήθεια, προτείνουμε σε ένα κορίτσι που θα βρεθεί (ο μη γένοιτο!) σε παρόμοια θέση; Να πει «ναι» για να σωθεί; Ή να επιστρέψουμε σε εκείνη την εποχή που τα κορίτσια ως τη στιγμή που βρίσκονταν αγνά και αμόλυντα στη νυφική κλίνη τους δεν έβγαιναν ποτέ από το πατρικό σπίτι τους χωρίς συνοδεία; Τότε που δεν είχαν προσωπική ζωή μέχρι την παντρειά τους.

Πράγματι, αν είχε ακολουθήσει αυτή τη μέθοδο η οικογένεια της Ελένης το παιδί της μάλλον θα ζούσε. Ηταν όμως μια σύγχρονη οικογένεια που προσπάθησε να το μεγαλώσει όσο καλύτερα μπορούσε, αφήνοντάς του τους απαραίτητους βαθμούς ελευθερίας για να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να κάνει τις επιλογές του.

Λέγοντας πως «η Ελένη δολοφονήθηκε επειδή είπε “όχι”» παρουσιάζουμε το ερωτικό ξύπνημα ως μία επικίνδυνη και εν δυνάμει βίαιη διαδικασία: Με το αρσενικό να άγεται και να φέρεται από τις ορμόνες του χάνοντας τον έλεγχο και με τα κορίτσια να κακοποιούνται, ακόμα και να δολοφονούνται, όταν αρνηθούν να υποταχθούν.

Δεν είναι όμως έτσι. Δεν μπορεί να είναι έτσι. Η ακραία περίπτωση ενός τραγικού συμβάντος δεν μπορεί να ισοπεδώσει όλες τις άλλες (πολυάριθμες) περιπτώσεις υγιών σχέσεων. Δυστυχώς, μία στιγμή απρονοησίας, επιπολαιότητας ή και τρέλας μπορεί να την μετανιώσεις ακριβά, είτε είσαι άβγαλτο παιδί, είτε είσαι έμπειρος ενήλικας.

Πράγματι, αν εμπιστευθείς (έστω προς στιγμήν) τους λάθος ανθρώπους μπορεί να μην πάθεις τίποτα σοβαρό, αλλά μπορεί επίσης και να το πληρώσεις. Η Ελένη το πλήρωσε με τη ζωή της. Ηταν πολύ άτυχη. Μπορεί όμως να ήταν το ίδιο άτυχη αν είχε πει και «ναι».

Τι μπορούμε να κάνουμε για να προστατεύσουμε τα δικά μας παιδιά από το να έχουν μια τύχη παρόμοια με τη δική της; Οχι κάτι περισσότερο, φοβάμαι, από ό,τι έκανε η οικογένειά της: Να τα μεγαλώσουμε με αγάπη, με φροντίδα αλλά και με ελευθερία. Να τα προικίσουμε με ευθυκρισία και αίσθηση των επιλογών τους. Να τα κάνουμε καλούς, ηθικούς και τίμιους ανθρώπους. Να τα μάθουμε πως ποτέ –αλλά ποτέ!– δεν βλάπτεις τον άλλο.

Ως εκεί, φοβάμαι πως μπορούμε να φθάσουμε. Βεβαιότητες δεν μπορεί να υπάρχουν. Μόνο ελπίδα. Η ελπίδα πως δεν θα βρεθούν στη ζωή τους άνθρωποι που να θέλουν να τα βλάψουν ή έστω, πως τα ίδια θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ή να αποφύγουν τις κακοτοπιές. Η ελπίδα πως εκείνοι που θα συναντήσουν στο δρόμο τους θα σεβαστούν εξίσου και τα «ναι» και τα «όχι» τους.

Πηγή: Protagon.gr

How a World Order Ends

0

By  Foreign Affairs

And What Comes in Its Wake

A stable world order is a rare thing. When one does arise, it tends to come after a great convulsion that creates both the conditions and the desire for something new. It requires a stable distribution of power and broad acceptance of the rules that govern the conduct of international relations. It also needs skillful statecraft, since an order is made, not born. And no matter how ripe the starting conditions or strong the initial desire, maintaining it demands creative diplomacy, functioning institutions, and effective action to adjust it when circumstances change and buttress it when challenges come.

Eventually, inevitably, even the best-managed order comes to an end. The balance of power underpinning it becomes imbalanced. The institutions supporting it fail to adapt to new conditions. Some countries fall, and others rise, the result of changing capacities, faltering wills, and growing ambitions. Those responsible for upholding the order make mistakes both in what they choose to do and in what they choose not to do.

But if the end of every order is inevitable, the timing and the manner of its ending are not. Nor is what comes in its wake. Orders tend to expire in a prolonged deterioration rather than a sudden collapse. And just as maintaining the order depends on effective statecraft and effective action, good policy and proactive diplomacy can help determine how that deterioration unfolds and what it brings. Yet for that to happen, something else must come first: recognition that the old order is never coming back and that efforts to resurrect it will be in vain. As with any ending, acceptance must come before one can move on.

In the search for parallels to today’s world, scholars and practitioners have looked as far afield as ancient Greece, where the rise of a new power resulted in war between Athens and Sparta, and the period after World War I, when an isolationist United States and much of Europe sat on their hands as Germany and Japan ignored agreements and invaded their neighbors. But the more illuminating parallel to the present is the Concert of Europe in the nineteenth century, the most important and successful effort to build and sustain world order until our own time. From 1815 until the outbreak of World War I a century later, the order established at the Congress of Vienna defined many international relationships and set (even if it often failed to enforce) basic rules for international conduct. It provides a model of how to collectively manage security in a multipolar world.

That order’s demise and what followed offer instructive lessons for today—and an urgent warning. Just because an order is in irreversible decline does not mean that chaos or calamity is inevitable. But if the deterioration is managed poorly, catastrophe could well follow.

OUT OF THE ASHES

The global order of the second half of the twentieth century and the first part of the twenty-first grew out of the wreckage of two world wars. The nineteenth-century order followed an earlier international convulsion: the Napoleonic Wars, which, after the French Revolution and the rise of Napoleon Bonaparte, ravaged Europe for more than a decade. After defeating Napoleon and his armies, the victorious allies—Austria, Prussia, Russia, and the United Kingdom, the great powers of their day—came together in Vienna in 1814 and 1815. At the Congress of Vienna, they set out to ensure that France’s military never again threatened their states and that revolutionary movements never again threatened their monarchies. The victorious powers also made the wise choice to integrate a defeated France, a course very different from the one taken with Germany following World War I and somewhat different from the one chosen with Russia in the wake of the Cold War.

The congress yielded a system known as the Concert of Europe. Although centered in Europe, it constituted the international order of its day given the dominant position of Europe and Europeans in the world. There was a set of shared understandings about relations between states, above all an agreement to rule out invasion of another country or involvement in the internal affairs of another without its permission. A rough military balance dissuaded any state tempted to overthrow the order from trying in the first place (and prevented any state that did try from succeeding). Foreign ministers met (at what came to be called “congresses”) whenever a major issue arose. The concert was conservative in every sense of the word. The Treaty of Vienna had made numerous territorial adjustments and then locked Europe’s borders into place, allowing changes only if all signatories agreed. It also did what it could to back monarchies and encourage others to come to their aid (as France did in Spain in 1823) when they were threatened by popular revolt.

An engraving of the Congress of Vienna, 1814.

An engraving of the Congress of Vienna, 1814.

The concert worked not because there was complete agreement among the great powers on every point but because each state had its own reasons for supporting the overall system. Austria was most concerned with resisting the forces of liberalism, which threatened the ruling monarchy. The United Kingdom was focused on staving off a renewed challenge from France while also guarding against a potential threat from Russia (which meant not weakening France so much that it couldn’t help offset the threat from Russia). But there was enough overlap in interests and consensus on first-order questions that the concert prevented war between the major powers of the day.

The concert technically lasted a century, until the eve of World War I. But it had ceased to play a meaningful role long before then. The revolutionary waves that swept Europe in 1830 and 1848 revealed the limits of what members would do to maintain the existing order within states in the face of public pressure. Then, more consequentially, came the Crimean War. Ostensibly fought over the fate of Christians living within the Ottoman Empire, in actuality it was much more about who would control territory as that empire decayed. The conflict pitted France, the United Kingdom, and the Ottoman Empire against Russia. It lasted two and a half years, from 1853 to 1856. It was a costly war that highlighted the limits of the concert’s ability to prevent great-power war; the great-power comity that had made the concert possible no longer existed. Subsequent wars between Austria and Prussia and Prussia and France demonstrated that major-power conflict had returned to the heart of Europe after a long hiatus. Matters seemed to stabilize for a time after that, but this was an illusion. Beneath the surface, German power was rising and empires were rotting. The combination set the stage for World War I and the end of what had been the concert.

WHAT AILS THE ORDER?

What lessons can be drawn from this history? As much as anything else, the rise and fall of major powers determines the viability of the prevailing order, since changes in economic strength, political cohesion, and military power shape what states can and are willing to do beyond their borders. Over the second half of the nineteenth century and the start of the twentieth, a powerful, unified Germany and a modern Japan rose, the Ottoman Empire and tsarist Russia declined, and France and the United Kingdom grew stronger but not strong enough. Those changes upended the balance of power that had been the concert’s foundation; Germany, in particular, came to view the status quo as inconsistent with its interests.

Changes in the technological and political context also affected that underlying balance. Under the concert, popular demands for democratic participation and surges of nationalism threatened the status quo within countries, while new forms of transportation, communication, and armaments transformed politics, economics, and warfare. The conditions that helped give rise to the concert were gradually undone.

Because orders tend to end with a whimper rather than a bang, the process of deterioration is often not evident to decision-makers until it has advanced considerably.

Yet it would be overly deterministic to attribute history to underlying conditions alone. Statecraft still matters. That the concert came into existence and lasted as long as it did underscores that people make a difference. The diplomats who crafted it—Metternich of Austria, Talleyrand of France, Castlereagh of the United Kingdom—were exceptional. The fact that the concert preserved peace despite the gap between two relatively liberal countries, France and the United Kingdom, and their more conservative partners shows that countries with different political systems and preferences can work together to maintain international order. Little that turns out to be good or bad in history is inevitable. The Crimean War might well have been avoided if more capable and careful leaders had been on the scene. It is far from clear that Russian actions warranted a military response by France and the United Kingdom of the nature and on the scale that took place. That the countries did what they did also underscores the power and dangers of nationalism. World War I broke out in no small part because the successors to German Chancellor Otto von Bismarck were unable to discipline the power of the modern German state he did so much to bring about.

Two other lessons stand out. First, it is not just core issues that can cause an order to deteriorate. The concert’s great-power comity ended not because of disagreements over the social and political order within Europe but because of competition on the periphery. And second, because orders tend to end with a whimper rather than a bang, the process of deterioration is often not evident to decision-makers until it has advanced considerably. By the outbreak of World War I, when it became obvious that the Concert of Europe no longer held, it was far too late to save it—or even to manage its dissolution.

A TALE OF TWO ORDERS

The global order built in the aftermath of World War II consisted of two parallel orders for most of its history. One grew out of the Cold War between the United States and the Soviet Union. At its core was a rough balance of military strength in Europe and Asia, backed up by nuclear deterrence. The two sides showed a degree of restraint in their rivalry. “Rollback”—Cold War parlance for what today is called “regime change”—was rejected as both infeasible and reckless. Both sides followed informal rules of the road that included a healthy respect for each other’s backyards and allies. Ultimately, they reached an understanding over the political order within Europe, the principal arena of Cold War competition, and in 1975 codified that mutual understanding in the Helsinki Accords. Even in a divided world, the two power centers agreed on how the competition would be waged; theirs was an order based on means rather than ends. That there were only two power centers made reaching such an agreement easier.

The other post–World War II order was the liberal order that operated alongside the Cold War order. Democracies were the main participants in this effort, which used aid and trade to strengthen ties and fostered respect for the rule of law both within and between countries. The economic dimension of this order was designed to bring about a world (or, more accurately, the non-communist half of it) defined by trade, development, and well-functioning monetary operations. Free trade would be an engine of economic growth and bind countries together so that war would be deemed too costly to wage; the dollar was accepted as the de facto global currency.

The diplomatic dimension of the order gave prominence to the UN. The idea was that a standing global forum could prevent or resolve international disputes. The UN Security Council, with five great-power permanent members and additional seats for a rotating membership, would orchestrate international relations. Yet the order depended just as much on the willingness of the noncommunist world (and U.S. allies in particular) to accept American primacy. As it turns out, they were prepared to do this, as the United States was more often than not viewed as a relatively benign hegemon, one admired as much for what it was at home as for what it did abroad.

Both of these orders served the interests of the United States. The core peace was maintained in both Europe and Asia at a price that a growing U.S. economy could easily afford. Increased international trade and opportunities for investment contributed to U.S. economic growth. Over time, more countries joined the ranks of the democracies. Neither order reflected a perfect consensus; rather, each offered enough agreement so that it was not directly challenged. Where U.S. foreign policy got into trouble—such as in Vietnam and Iraq—it was not because of alliance commitments or considerations of order but because of ill-advised decisions to prosecute costly wars of choice.

SIGNS OF DECAY

Today, both orders have deteriorated. Although the Cold War itself ended long ago, the order it created came apart in a more piecemeal fashion—in part because Western efforts to integrate Russia into the liberal world order achieved little. One sign of the Cold War order’s deterioration was Saddam Hussein’s 1990 invasion of Kuwait, something Moscow likely would have prevented in previous years on the grounds that it was too risky. Although nuclear deterrence still holds, some of the arms control agreements buttressing it have been broken, and others are fraying.

Although Russia has avoided any direct military challenge to NATO, it has nonetheless shown a growing willingness to disrupt the status quo: through its use of force in Georgia in 2008 and Ukraine since 2014, its often indiscriminate military intervention in Syria, and its aggressive use of cyberwarfare to attempt to affect political outcomes in the United States and Europe. All of these represent a rejection of the principal constraints associated with the old order. From a Russian perspective, the same might be said of NATO enlargement, an initiative clearly at odds with Winston Churchill’s dictum “In victory, magnanimity.” Russia also judged the 2003 Iraq war and the 2011 NATO military intervention in Libya, which was undertaken in the name of humanitarianism but quickly evolved into regime change, as acts of bad faith and illegality inconsistent with notions of world order as it understood them.

The liberal order is exhibiting its own signs of deterioration. Authoritarianism is on the rise not just in the obvious places, such as China and Russia, but also in the Philippines, Turkey, and eastern Europe. Global trade has grown, but recent rounds of trade talks have ended without agreement, and the World Trade Organization (WTO) has proved unable to deal with today’s most pressing challenges, including nontariff barriers and the theft of intellectual property. Resentment over the United States’ exploitation of the dollar to impose sanctions is growing, as is concern over the country’s accumulation of debt.

The UN Security Council is of little relevance to most of the world’s conflicts, and international arrangements have failed more broadly to contend with the challenges associated with globalization. The composition of the Security Council bears less and less resemblance to the real distribution of power. The world has put itself on the record as against genocide and has asserted a right to intervene when governments fail to live up to the “responsibility to protect” their citizens, but the talk has not translated into action. The Nuclear Nonproliferation Treaty allows only five states to have nuclear weapons, but there are now nine that do (and many others that could follow suit if they chose to). The EU, by far the most significant regional arrangement, is struggling with Brexit and disputes over migration and sovereignty. And around the world, countries are increasingly resisting U.S. primacy.

Russian soldiers in military armored personnel carriers on a road near Sevastopol, Crimea, March 2014

Russian soldiers in military armored personnel carriers on a road near Sevastopol, Crimea, March 2014.

POWER SHIFTS

Why is all this happening? It is instructive to look back to the gradual demise of the Concert of Europe. Today’s world order has struggled to cope with power shifts: China’s rise, the appearance of several medium powers (Iran and North Korea, in particular) that reject important aspects of the order, and the emergence of nonstate actors (from drug cartels to terrorist networks) that can pose a serious threat to order within and between states.

The technological and political context has changed in important ways, too. Globalization has had destabilizing effects, ranging from climate change to the spread of technology into far more hands than ever before, including a range of groups and people intent on disrupting the order. Nationalism and populism have surged—the result of greater inequality within countries, the dislocation associated with the 2008 financial crisis, job losses caused by trade and technology, increased flows of migrants and refugees, and the power of social media to spread hate.

Meanwhile, effective statecraft is conspicuously lacking. Institutions have failed to adapt. No one today would design a UN Security Council that looked like the current one; yet real reform is impossible, since those who would lose influence block any changes. Efforts to build effective frameworks to deal with the challenges of globalization, including climate change and cyberattacks, have come up short. Mistakes within the EU—namely, the decisions to establish a common currency without creating a common fiscal policy or a banking union and to permit nearly unlimited immigration to Germany—have created a powerful backlash against existing governments, open borders, and the EU itself.

The United States, for its part, has committed costly overreach in trying to remake Afghanistan, invading Iraq, and pursuing regime change in Libya. But it has also taken a step back from maintaining global order and in certain cases has been guilty of costly underreach. In most instances, U.S. reluctance to act has come not over core issues but over peripheral ones that leaders wrote off as not worth the costs involved, such as the strife in Syria, where the United States failed to respond meaningfully when Syria first used chemical weapons or to do more to help anti-regime groups. This reluctance has increased others’ propensity to disregard U.S. concerns and act independently. The Saudi-led military intervention in Yemen is a case in point. Russian actions in Syria and Ukraine should also be seen in this light; it is interesting that Crimea marked the effective end of the Concert of Europe and signaled a dramatic setback in the current order. Doubts about U.S. reliability have multiplied under the Trump administration, thanks to its withdrawal from numerous international pacts and its conditional approach to once inviolable U.S. alliance commitments in Europe and Asia.

MANAGING THE DETERIORATION

Given these changes, resurrecting the old order will be impossible. It would also be insufficient, thanks to the emergence of new challenges. Once this is acknowledged, the long deterioration of the Concert of Europe should serve as a lesson and a warning.

For the United States to heed that warning would mean strengthening certain aspects of the old order and supplementing them with measures that account for changing power dynamics and new global problems. The United States would have to shore up arms control and nonproliferation agreements; strengthen its alliances in Europe and Asia; bolster weak states that cannot contend with terrorists, cartels, and gangs; and counter authoritarian powers’ interference in the democratic process. Yet it should not give up trying to integrate China and Russia into regional and global aspects of the order. Such efforts will necessarily involve a mix of compromise, incentives, and pushback. The judgment that attempts to integrate China and Russia have mostly failed should not be grounds for rejecting future efforts, as the course of the twenty-first century will in no small part reflect how those efforts fare.

The United States also needs to reach out to others to address problems of globalization, especially climate change, trade, and cyber-operations. These will require not resurrecting the old order but building a new one. Efforts to limit, and adapt to, climate change need to be more ambitious. The WTO must be amended to address the sorts of issues raised by China’s appropriation of technology, provision of subsidies to domestic firms, and use of nontariff barriers to trade. Rules of the road are needed to regulate cyberspace. Together, this is tantamount to a call for a modern-day concert. Such a call is ambitious but necessary.

The United States must show restraint and recapture a degree of respect in order to regain its reputation as a benign actor. This will require some sharp departures from the way U.S. foreign policy has been practiced in recent years: to start, no longer carelessly invading other countries and no longer weaponizing U.S. economic policy through the overuse of sanctions and tariffs. But more than anything else, the current reflexive opposition to multilateralism needs to be rethought. It is one thing for a world order to unravel slowly; it is quite another for the country that had a large hand in building it to take the lead in dismantling it.

All of this also requires that the United States get its own house in order—reducing government debt, rebuilding infrastructure, improving public education, investing more in the social safety net, adopting a smart immigration system that allows talented foreigners to come and stay, tackling political dysfunction by making it less difficult to vote, and undoing gerrymandering. The United States cannot effectively promote order abroad if it is divided at home, distracted by domestic problems, and lacking in resources.

The major alternatives to a modernized world order supported by the United States appear unlikely, unappealing, or both. A Chinese-led order, for example, would be an illiberal one, characterized by authoritarian domestic political systems and statist economies that place a premium on maintaining domestic stability. There would be a return to spheres of influence, with China attempting to dominate its region, likely resulting in clashes with other regional powers, such as India, Japan, and Vietnam, which would probably build up their conventional or even nuclear forces.

A new democratic, rules-based order fashioned and led by medium powers in Europe and Asia, as well as Canada, however attractive a concept, would simply lack the military capacity and domestic political will to get very far. A more likely alternative is a world with little order—a world of deeper disarray. Protectionism, nationalism, and populism would gain, and democracy would lose. Conflict within and across borders would become more common, and rivalry between great powers would increase. Cooperation on global challenges would be all but precluded. If this picture sounds familiar, that is because it increasingly corresponds to the world of today.

The deterioration of a world order can set in motion trends that spell catastrophe. World War I broke out some 60 years after the Concert of Europe had for all intents and purposes broken down in Crimea. What we are seeing today resembles the mid-nineteenth century in important ways: the post–World War II, post–Cold War order cannot be restored, but the world is not yet on the edge of a systemic crisis. Now is the time to make sure one never materializes, be it from a breakdown in U.S.-Chinese relations, a clash with Russia, a conflagration in the Middle East, or the cumulative effects of climate change. The good news is that it is far from inevitable that the world will eventually arrive at a catastrophe; the bad news is that it is far from certain that it will not.

https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-12-11/how-world-order-ends