Αρχική Blog Σελίδα 2719

Τι σημαίνει η αναβάθμιση της Τουρκίας και οι συνέπειές της.

0

Του κ. Γαβριήλ Κοπτσίδη, Πρέσβη ε.τ.   Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής”.

Γαβριήλ Κοπτσίδης, πρέσβης ε.τ.

Από τη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, όταν η χώρα εντάχθηκε ενεργά στο καθεστώς της διεθνούς νομιμότητας, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν προσδιοριστικό παράγοντα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η μελέτη της ιστορίας και η ανάλυση των γεγονότων δείχνουν ότι από την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας – η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της οποίας αποτελούσε δόγμα της εξωτερικής πολιτικής κυρίως της Μ. Βρετανίας – ο τουρκικός παράγοντας επεδίωκε να διαχειρίζεται τις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις ακολουθώντας είτε απειλητική/επιθετική πολιτική είτε επιδεικνύοντας κατευναστική διάθεση μέσω προτεινόμενων, αλλά ουδέποτε εφαρμοζόμενων μεταρρυθμιστικών πολιτικών. Ανάλογη συμπεριφορά επέδειξαν μεταγενέστερα και η κεμαλική και σημερινή ισλαμοδημοκρατική Τουρκία.

Κατά πάγια τακτική η χώρα αυτή επιχειρούσε να ασκήσει, όταν προσφερόταν η δυνατότητα, μια αναθεωρητική στάση έναντι των Συνθηκών –  που η ίδια είχε υπογράψει – οι οποίες διεύρυναν και κατοχύρωναν τα σύνορα της ελληνικής επικράτειας μετά από παραχωρήσεις ή πολέμους. Παράδειγμα, η προσπάθεια αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, με τη Συνθήκη του Μοντραί (1936) που  καταργούσε το ανοχύρωτο των Στενών της Ίμβρου και Λήμνου  ή η προσάρτηση του σαντζακίου της Αλεξανδρέττας (1938).

Η τουρκική πολιτική, αμφισβητώντας την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου ουσιαστικά στοχεύει στον εξαναγκασμό της Ελλάδας να αποδεχθεί όπως οι ελληνοτουρκικές διαφορές, αποτελέσουν αντικείμενο διμερών διαπραγματεύσεων. Στη πραγματικότητα η τουρκική διπλωματία αποφεύγει την ευθυγράμμιση τη χώρας αυτής με τις αρχές που διέπουν το Διεθνές Δίκαιο επιδιώκοντας όπως η εφαρμογή των διεθνών κανόνων γίνει σύμφωνα με τη δική της ερμηνεία, κάτι που συνιστά μια αυθαίρετη πράξη (πχ το ψήφισμα περί casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ.). Η εφαρμογή άλλωστε επιθετικής/επεκτατικής στρατηγικής – που αποτελεί και μια δοκιμασμένη διέξοδο των προβλημάτων της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής – με την επιδίωξη δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων, συνιστά μια επιλογή ώστε να χρησιμεύσει ως αφετηρία διαπραγματεύσεων για τη τουρκική πλευρά προκειμένου να προωθήσει τους σχεδιασμούς της.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία ως ηπειρωτικό και συνάμα παράκτιο κράτος, επιδιώκει να αναδειχθεί σε μείζονα δύναμη, καταρχάς στο περιφερειακό υποσύστημα της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας προσδοκώντας να επηρεάζει τη συμπεριφορά των γειτονικών της χωρών. Αναλαμβάνοντας η ίδια  πρωτοβουλίες κινήσεων ή ακόμη από κοινού με άλλες Δυνάμεις, συνάπτοντας ευκαιριακές συνεργασίες, σπεύδει να επωφεληθεί από «το πολιτικό κενό» που διαμορφώνεται εξαιτίας ανακατατάξεων στον χώρο της Μέσης Ανατολής αλλά και των Βαλκανίων, διεισδύοντας στις περιοχές αυτές και εμφορούμενη από τη διάθεση δημιουργίας του δικού της ζωτικού χώρου.

Η χώρα αυτή με μια φρενίτιδα εξοπλιστικών προγραμμάτων και μεγαλεπήβολων σχεδίων εμφανίζεται σήμερα ως μια περιφερειακή δύναμη προβάλλοντας ένα αναβαθμισμένο γεωστρατηγικά ρόλο στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και πείθοντας το διεθνή παράγοντα για τις ικανότητες διαχείρισης προβλημάτων που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα (πχ η εισβολή και διατήρηση εντός συριακού εδάφους τουρκικών δυνάμεων).

Η στάση που τηρεί στους ενεργειακούς σχεδιασμούς στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο, όπως διαφαίνεται και από τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Άμυνας στρατηγού Ακσάρ, καταδεικνύει ακριβώς τη πρόθεσή της να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στους ενεργειακούς σχεδιασμούς παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τα δρώμενα. Άλλωστε, το αφήγημα περί «γαλάζιας πατρίδας», που σκόπιμα διαμηνύει ο Τούρκος υπουργός εντάσσεται στην λογική αυτή.

Εξάλλου, η προσπάθεια ελέγχου της ευρύτερης περιοχής αποτελεί διαχρονικό στρατηγικό στόχο της Τουρκίας.

Θέλοντας να καταστήσει σαφή τη πρόθεσή της η Άγκυρα προβαίνει σε μια επίδειξη ισχύος εφαρμόζοντας τη γνωστή «πολιτική κανονιοφόρων» επιδιώκοντας να αποστείλει μηνύματα προς πολλούς αποδέκτες. Πολύ δε περισσότερο όταν εκλαμβάνοντας το ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης επιζητά την περαιτέρω αναβάθμισή της ακόμη και ως «μεγάλης δύναμης» με παρουσία και άποψη στα διεθνή τεκταινόμενα.

Η τουρκική ηγεσία γνωρίζει αυτό που της αναγνωρίζουν οι δυτικοί σύμμαχοι και οι ανατολικοί της φίλοι. Τη σημαντική θέση που κατέχει σε ένα ευαίσθητο γεωγραφικό χώρο, που αποτελεί σταυροδρόμι ποικίλων συμφερόντων, γεγονός που της παρέχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που την καθιστά ενεργό δρώντα σε μια ευρύτερη περιοχή, με ιδιαίτερο διεθνές γεωπολιτικό ενδιαφέρον και της επιτρέπει να συμπεριφέρεται με όρους που δεν συμβαδίζουν με τη συμμαχική της ιδιότητα. Η γεωγραφική της εντούτοις θέση της παρέχει τη δυνατότητα άσκησης γεωπολιτικής επιρροής που ενισχύει τους επιλεγμένους στόχους της.

Την αναβάθμιση και την επιλογή δυναμικής προώθησης της εξωτερικής της πολιτικής η Άγκυρα την εκφράζει και με τη αναβίωση ενός νέου οθωμανισμού, που αποτελεί μια άλλη εκδοχή των επιλογών της, με αναφορά στο ιστορικό της παρελθόν από τους εκφραστές της ισλαμικής ελίτ.

Με αναφορές στην αίγλη της περιόδου των Οσμανλίδων η Άγκυρα επιδιώκει να υπενθυμίσει στο μουσουλμανικό κόσμο την ηγεμονική θέση που κατείχε ως χαλιφάτο, αλλά και να προσδιορίσει το μέγεθος της χώρας, το στρατηγικό βάθος και τις γεωπολιτικές εκφάνσεις και επιρροές που συνεπάγεται. Ταυτόχρονα όμως η επίκληση του οθωμανικού παρελθόντος αποτελεί και δείγμα του αναθεωρητισμού που επιμελώς προβάλλει. Η επιλογή αυτή του τουρκικού κατεστημένου που θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως αναθεώρηση της ιστορίας υποστηρίζεται προκειμένου να διευκολύνει την επίτευξη των στόχων της Τουρκίας, ενώ συνδυάζεται και με τη προσπάθεια να ανταπεξέλθει στα ποικίλα εσωτερικά προβλήματα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά που τροχοπεδούν  τις φιλοδοξίες της τουρκικής ελίτ.

Η επιλογή επίσης της προβολής του νέο-οθωμανισμού ενέχει και μια άλλη διάσταση. Αυτή της επίδειξης ότι η οι συνεχιζόμενες χρόνιες διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ενταξιακή πορεία της χώρας αυτής, δεν αποτελεί μονόδρομο. Μια περιφερειακή δύναμη δεν εγκλωβίζεται προς μια κατεύθυνση αλλά μπορεί αι διαθέτει δυνατότητες διεξόδων και προς άλλους διεθνείς προσανατολισμούς και επιλογές της εξωτερικής πολιτικής της. Η τουρκική ιθύνουσα τάξη επαίρεται ότι μπορεί να αντισταθμίζει το αδιέξοδο των ενταξιακών διαδικασιών στη πράξη με τη συμμετοχή της Τουρκίας στην Ομάδα των είκοσι οικονομικά (και πολιτικά) ισχυροτέρων κρατών, γνωστής ως (Group 20). Η παρουσία της εκεί εκλαμβάνεται ως αναγνώριση της οικονομικής ευρωστίας και του πληθυσμιακού της όγκου που τη καθιστά συγκρίσιμο μέγεθος με τα άλλα μέλη της εν λόγω Ομάδος, καθώς και ως στοιχείο νομιμοποίησης της αναβάθμισής της στη παγκόσμια σκακιέρα.

 

Γαβριήλ Κοπτσίδης

Πρέσβης ε.τ.

 

 

 

 

Αρθρο του Κώστα Σημίτη στην «Κ»: Είκοσι χρόνια ευρώ· έχει το ευρώ μέλλον;

0
ΚΩΣΤΑΣ ΣΗΜΙΤΗΣ

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης.

Το ευρώ έκλεισε την 1η Ιανουαρίου 2019 είκοσι χρόνια ζωής. Την 1η Ιανουαρίου 1999, έπειτα από χρόνια προετοιμασίας, αποφασίστηκε από 11 κράτη-μέλη της Ενωσης να χρησιμοποιούν το ευρώ για τις μεταξύ τους χρηματικές συναλλαγές. Ηταν η επίσημη έναρξη της χρήσης του νέου νομίσματος. Η εισαγωγή του ευρώ στη φυσική του μορφή, ως χαρτονόμισμα και νόμισμα, πραγματοποιήθηκε την 1.1.2002. Το ευρώ αποτέλεσε γενικά αποδεκτό θεσμό ενοποίησης. Στα 11 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης προστέθηκαν τα επόμενα χρόνια άλλα οκτώ.

Η Ελλάδα εντάχθηκε στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών στις 14.3.1998 και στην ΟΝΕ την 1.1.2001.

Το επιχείρημα όσων στην Ελλάδα απέρριπταν την αποδοχή του ευρώ ήταν ότι η χώρα «δεν θα ελέγχει πια τη νομισματική της πολιτική». Ομως η Ελλάδα δεν ήταν και δεν είναι Σουηδία ή Δανία, χώρες που δεν αποδέχθηκαν το ευρώ. Αυτές έχουν σταθερό νόμισμα και σταθερή οικονομία. Στη χώρα μας λόγω του συνεχούς ελλείμματος στο εξωτερικό εμπόριό της, της έλλειψης πρώτων υλών και μάλιστα πετρελαίου, του τεραστίου χρέους της και των συνεχών δανεισμών η νομισματική πολιτική είναι απολύτως εξαρτώμενη από τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Το αποδεικνύουν οι συνεχείς υποτιμήσεις της δραχμής όσο και οι δυσκολίες να δανειστούμε και τα επιτόκια που πληρώνουμε. Είναι όλα ενδείξεις αδυναμιών. Το χρέος της Ελλάδας υπερβαίνει σήμερα παρ’ όλες τις προσπάθειες για τη σταθεροποίηση της οικονομίας το 175% του ΑΕΠ. Πρόκειται για ευρωπαϊκό ρεκόρ.

Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ είχε θεαματική επίπτωση στο ύψος των επιτοκίων που πλήρωνε για να δανειστεί. Το επιτόκιο μειώθηκε δραστικά. Με τη μείωση αυτή, μεταξύ άλλων, εξοικονομήσαμε σημαντικά ποσά. Κατά τη δεκαετία του 1990 πληρώναμε για τόκους του δημοσίου χρέους περίπου το ένα τρίτο των φορολογικών εσόδων. Στα τέλη του 2003 χρειαζόμασταν λιγότερο από το ένα τέταρτο των εσόδων για τις πληρωμές. Η Ελλάδα απέκτησε έτσι πολύ περισσότερες δυνατότητες να χρηματοδοτήσει την Παιδεία, την Υγεία και το κοινωνικό κράτος.

Κατά τα είκοσι χρόνια ισχύος του ευρώ, η ΟΝΕ γνώρισε αρκετά προβλήματα. Η οικονομική κρίση του 2008 π.χ. είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος να βρεθούν σε αδυναμία συμμόρφωσης στους κανόνες που ίσχυαν. Η ΟΝΕ πήρε τότε τα αναγκαία μέτρα για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις του ευρώ. Δημιουργήθηκαν έτσι μέσα που εγγυώνται την ομαλή λειτουργία του συστήματος. Παράδειγμα είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ESM).

Αποτέλεσμα της κρίσης του 2008, που διήρκεσε περίπου τέσσερα χρόνια, ήταν αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα του ευρώ. Ακόμη και σε προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, υποστηρίζεται σήμερα ότι το ευρώ είναι αιτία οικονομικών δυσκολιών. Τα λαϊκιστικά κόμματα ισχυρίζονται ότι δεσμεύει τις κυβερνήσεις τους σε βαθμό ώστε να αδυνατούν να εφαρμόσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θεωρούσε στις αρχές του 2015 το ευρώ αιτία της ελληνικής κρίσης και υποστήριζε την αποχώρηση της Ελλάδας από την ΟΝΕ. Είναι γνωστό ότι έκανε στροφή 180 μοιρών και εφάρμοσε τους κανόνες της Ευρωζώνης.

Την αρνητική άποψη για το ευρώ δεν συμμερίζεται η πλειοψηφία των πολιτών της Ενωσης. Οι σφυγμομετρήσεις που πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν ότι υπερτερεί στους πολίτες η πεποίθηση για την αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής συνεργασίας και τη θετική επίδραση του ευρώ.

Ας ξεχάσουμε όμως προς στιγμήν το ευρωπαϊκό επίπεδο και ας στραφούμε στην καθημερινότητά μας. Ας θυμηθούμε την ταλαιπωρία της εποχής, όταν για ταξίδια, σπουδές και κυρίως εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με το εξωτερικό η λέξη συνάλλαγμα ήταν συνδεδεμένη με ρυθμίσεις, άδειες, κόπο και ταλαιπωρία. Μας το θύμισαν οι πρόσφατοι κανόνες που προσδιόριζαν το ύψος των αναλήψεων από τις τράπεζες και τις προϋποθέσεις εμβασμάτων στο εξωτερικό. Ας θυμηθούμε επίσης την αναταραχή που δημιούργησαν οι υποτιμήσεις της δραχμής το 1983, το 1985 και το 2001. Η Ελλάδα δεν διέθετε ποτέ ένα σταθερό νόμισμα όπως το ευρώ.

Βεβαίως και με το ευρώ προκύπτουν σημαντικά προβλήματα. Η Γαλλία γνώρισε πρόσφατα ισχυρή λαϊκή αντίδραση, τα «Κίτρινα Γιλέκα», στην εφαρμογή της πολιτικής οικονομικής σταθεροποίησής της. Ολα τα κράτη της Ενωσης δεν αναπτύσσονται με την ίδια ταχύτητα. Η Γερμανία διεύρυνε την απόστασή της από άλλες χώρες, αυξάνοντας ταχύτερα το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της, εκμεταλλευόμενη την υπεροχή της στη βιομηχανική παραγωγή και στις εξαγωγές. Στη γαλλική εφημερίδα Le Monde το άρθρο για την εικοσαετία του ευρώ είχε τίτλο «Το ευρωπαϊκό νόμισμα που γιορτάζει τα είκοσι χρόνια παραμένει εύθραυστο». Η Ιταλία δυσκολεύεται να τηρήσει τον κανόνα ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ. Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα που έζησαν οικονομικές κρίσεις σε διαφορετικό βαθμό δεν έχουν επανέλθει ακόμη σε μια ομαλή και σταθερή πορεία ανάπτυξης. Μόνο η Ιρλανδία από τις χώρες σε κρίση αποδείχθηκε ικανή να ομαλοποιήσει την οικονομία της.

Η εξέλιξη αυτή είναι συνάρτηση της οικονομικής ισχύος κάθε χώρας. Αλλά όχι μόνον. Η Γερμανία πήρε, επί εποχής του Γκέρχαρντ Σρέντερ με την «ατζέντα 2010» την περίοδο 2003-2005, σκληρά μέτρα περιορισμού των κρατικών δαπανών, του κόστους εργασίας και σταθεροποίησης της οικονομίας της. Αλλες χώρες, με κύριο παράδειγμα την Ελλάδα, αδιαφόρησαν για την εξέλιξη της οικονομίας τους. Οι ελληνικές κυβερνήσεις αγνόησαν τους κανόνες, αύξησαν τις δαπάνες τους πέρα από το επιτρεπτό όριο. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού έφτασε το 2009 λόγω της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας το πρωτόγνωρο στην Ευρώπη ύψος του 15,4% του ΑΕΠ.

Αιτία αλλά και αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών ήταν το γεγονός ότι η ΟΝΕ δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα των διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης στην Ευρώπη. Ο ενιαίος νομισματικός χώρος δεν αρκεί για να έχουν όλα τα μέλη του την ίδια δυνατότητα αντιμετώπισης των ευκαιριών και δυνατοτήτων που παρέχει. Υπό τις σημερινές συνθήκες επικρατούν οικονομικά οι ισχυρότερες χώρες. Οι πλέον αδύναμες, ιδίως αν έχουν ανίκανες κυβερνήσεις, υστερούν όλο και περισσότερο.

Η ΟΝΕ θα συνεχίσει να λειτουργεί βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητά της. Προβλέπεται η ολοκλήρωση της τραπεζικής ενοποίησης. Ομως υπάρχει διστακτικότητα για σημαντικά νέα βήματα. Η Σύνοδος Κορυφής του Eurogroup τον Δεκέμβριο του 2018 περιορίστηκε να δηλώσει την ανάγκη ύπαρξης νέων ισχυρότερων μέσων για την πρόληψη και τη διαχείριση οικονομικών κρίσεων όπως και τη «σημαντική ενίσχυση της νομισματικής ένωσης».

Ευρωπαϊκή ενοποίηση χωρίς ενιαίο νόμισμα δεν είναι δυνατή την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Το ενιαίο νόμισμα αποδείχθηκε το ισχυρότερο μέσο ενοποίησης μέχρι σήμερα. Ζητούμενο όμως είναι ένας νέος τρόπος λειτουργίας της Ενωσης. Η απάντηση δεν είναι εύκολη.

Δύο είναι τα κεντρικά θέματα που απαιτούν λύση. Το πρώτο –για το οποίο έχει υπάρξει εκτεταμένη συζήτηση και πολλές προτάσεις– αφορά τον τρόπο διακυβέρνησης της ΟΝΕ. Η επικεφαλίδα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του είναι «οικονομική διακυβέρνηση».

Το δεύτερο αφορά την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στην Ενωση, ώστε εκείνη να λειτουργεί και προς όφελος των πιο αδύναμων χωρών, κατανέμοντας την ευημερία ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της. Δεν έχει τίτλο, και δεν έχει προκαλέσει το ίδιο εκτεταμένο ενδιαφέρον όπως το πρώτο. Θα μπορούσε να περιγραφεί με τις λέξεις «ένταξη και συμμετοχή».

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι ούτε μια λέσχη όπου μόνο οι εκλεκτοί έχουν λόγο ούτε μια συνένωση κρατών που διοικείται λαμβάνοντας διαταγές από μια Αρχή με υπερεξουσίες. Είναι ένα κοινό εγχείρημα ελευθερίας, ανάπτυξης και προσαρμογής στις νέες διεθνείς συνθήκες.

“Καθημερινή”

Με αφορμή το κείμενο των 11 ιστορικών: καλό αλλά άκαιρο.

4

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Όσοι έχουν κάποιες αμφιβολίες για το αρνητικό περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών ας διαβάσουν το κείμενο των 11 Ελλήνων ιστορικών από διάφορα Πανεπιστήμια της χώρας. Είναι πολύ διαφωτιστικό και, κυρίως, υπογραμμίζει τους φόβους που είχαμε για όσα «πέτυχε» η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τη γειτονική χώρα.

Το κείμενο είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Ωστόσο, ήρθε πολύ καθυστερημένα. Ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Ο ελληνικός λαός αφέθηκε, μόνος του να αντιπαρατεθεί στους ιδεολογικούς μηχανισμούς της κυβέρνησης και  στα Μέσα Ενημέρωσης που στην πλειοψηφία τους υποστήριζαν τη Συμφωνία.  Πολύ περισσότερο ο ελληνικός λαός συγκρούστηκε με τα επονείδιστα κυβερνητικά τρόλ που για 60 λεπτά το κομμάτι αναλάμβαναν το ρόλο της μηχανής. Άξιος ο μισθός τους.

Από τον Ιούνιο που παρουσιάσθηκε η Συμφωνία υπήρξαν σκληρές αντιπαραθέσεις. Οι κύριοι καθηγητές, όμως, στην πλειοψηφία τους απουσίαζαν. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν με την ακαδημαϊκή τους γνώση και τον ακαδημαϊκό τρόπο έκφρασής τους στο επίμαχο θέμα.

Υπάρχει ένας διάλογος αν ο ακαδημαϊκός δάσκαλος πρέπει να περιορίζεται στα αυστηρώς ακαδημαϊκά του καθήκοντα ή να μετέχει του δημοσίου διαλόγου σε θέματα της αρμοδιότητάς του.

Δύσκολο να πάρει θέση κανείς. Εξυπακούεται ότι η κατάθεση μια εμπεριστατωμένης άποψης, όπως αυτή που διαμορφώνουν, αναγκαστικά λόγω αντικειμένου, οι καθηγητές των Ανωτάτων Ιδρυμάτων, εμπλουτίζει το δημόσιο διάλογο. Και σε στιγμές κρίσης βοηθά στον προσανατολισμό μιας κοινωνίας. Είναι κοινωνική υποχρέωση.

Υπάρχει, βεβαίως, και ο αντίλογος. Ας κρίνει ο καθένας που τάσσεται.

Το δεύτερο ζήτημα που εντυπωσιάζει είναι η πληροφορία ότι ένα  μεγάλο μέρος των εν ενεργεία διπλωματών θεωρεί τη συμφωνία καλή. Οι παλαιότεροι συνάδελφοί τους τάχθηκαν, δημοσίως, κατά.

Λογικό. Οι σημερινοί διπλωμάτες μεγάλωσαν , και άσκησαν την εργασία τους, σε ένα περιβάλλον όπου  κυριαρχούσε η αποδομητική αντίληψη. Δείτε και τους υπουργούς που πέρασαν τα τελευταία αρκετά χρόνια από το υπουργείο. Μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου η χώρα γύρισε σελίδα. «Εκσυγχρονίστηκε», μας είπαν αλλά επρόκειτο για έναν ποιμενικό εκσυγχρονισμό.

Το να υποστηρίζεις  το δίκαιο του κράτους σου είναι λιγάκι  démodé.  Άλλωστε τα ίδια τα κράτη, κατά την εν εξελίξει ευρισκόμενη  κυρίαρχη αντίληψη, είναι παρωχημένα με τη σημερινή τους μορφή.

Το σημαντικότερο, όμως, που αναδύεται  από όλη αυτή την περιπέτεια είναι η αποκάλυψη των δυνατοτήτων μας. Αυτά μπορούμε. Και ως πολιτικό προσωπικό και ως διανόηση και ως διπλωματία και ως δημοσιογραφία και ως  κοινωνία εν γένει.

Η Συμφωνία, δυστυχώς, θα περάσει από τη Βουλή. Θα επικυρωθεί.  Όχι, μόνο, διότι η κυβέρνηση έδωσε υποσχέσεις. Αλλά, διότι, η χώρα δεσμεύτηκε διεθνώς, με την υπογραφή στις Πρέσπες για την πορεία που θα ακολουθήσει. Οι ευθύνες του κ. Κοτζιά ο οποίος επιχαίρει για την επικύρωσή της στη Βουλή των Σκοπίων , είναι τεράστιες. Όπως και του κ. Τσίπρα και του κ. Καμμένου.  Θα αποφανθεί γι αυτούς η ιστορία. Ποιος, όμως, θα πληρώσει τις συνέπειές της;

Με βάση όλα αυτά, η ανακοίνωση των 11 ιστορικών είναι εξαιρετική ως προς το περιεχόμενό της αλλά ήρθε καθυστερημένα.  Καθησυχάζει τη συνείδηση  των υπογραφομένων.

 

 

 

 

Αρθρο έντεκα πανεπιστημιακών στην «Κ»: Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί έντιμο συμβιβασμό

1

Η δημόσια συζήτηση για την αποδοχή και την αναγκαιότητα της συμφωνίας των Πρεσπών μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ περιλαμβάνει τρεις βασικές ανακρίβειες, οι οποίες πρέπει να αποκατασταθούν.

Το αδιέξοδο της διπλωματίας δεν οφειλόταν στην έλλειψη τόλμης ή ευφυΐας. Επί 25 χρόνια το βάρος των διαπραγματεύσεων έπεσε στην εξεύρεση μιας μεικτής ονομασίας, η οποία θα χαρακτήριζε και τη νέα χώρα και το έθνος που την κατοικεί και τη γλώσσα που ομιλείται, βάσει της αντίληψης ότι οι λαοί δίνουν την ονομασία τους στις χώρες και τις γλώσσες και όχι το αντίστροφο. Αυτή ήταν η κόκκινη γραμμή της ελληνικής διπλωματίας και από πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρξε ποτέ διαφορετική προσέγγιση. Δεν μπορούσε να την παραβλέψει καμία κυβέρνηση, διότι, ασχέτως των επιστημονικών προσεγγίσεων, η Ιστορία αποτελεί, πέρα από κάθε αμφιβολία, τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού έθνους και θέμα εξαιρετικά μεγάλης ευαισθησίας στον ελληνικό Βορρά, στην ελληνική Μακεδονία. Η πραγματικότητα αυτή δεν ανατρέπεται ούτε αναθεωρείται με συνοπτικές διαδικασίες. Η Αθήνα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ένα μακεδονικό έθνος δίπλα στον δικό της μακεδονικό πληθυσμό, ασχέτως της ονομασίας του γειτονικού κράτους, για την οποία πάντοτε υπήρχαν προτάσεις και συζητήσιμες λύσεις.

Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί έναν έντιμο συμβιβασμό. Στην προσπάθεια να προφυλαχθεί –και όχι να καταπολεμηθεί, όπως μερικοί πιστεύουν– το εθνικό αφήγημα και των δύο κρατών, εντέλει υπονομεύθηκε ανεπανόρθωτα το προβεβλημένο αντίδωρο των Σκοπίων στην Αθήνα, δηλαδή η μεικτή ονομασία erga omnes.

Εφόσον, κατά το περίφημο 7ο άρθρο, με τον όρο «Μακεδονία» νοείται και η επικράτεια της ΠΓΔΜ, η διεθνής ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» θα συνυπάρχει χωρίς αντιρρήσεις με τη σκέτη «Μακεδονία», την οποία ουδόλως θα επισκιάσει. Εξάλλου, η ελληνική παραδοχή πως με το επίθετο «μακεδονικός -ή -ό» μπορούν να προσδιορίζονται «η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά του, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά», συνιστά –για όσους πολιτικούς και εμπειρογνώμονες δεν το έχουν καταλάβει ακόμη– άμεση αναγνώριση από την Αθήνα μιας εθνότητας, που ονομάζεται «μακεδονική». Σε έναν κόσμο όπου η άγνοια ιστορίας και γεωγραφίας είναι ο κανόνας, η ονομασία υπηκοότητας και εθνότητας συνάμα ως «μακεδονικών» δίνει στους γείτονες, εμμέσως πλην σαφώς, ασχέτως των όρων της συμφωνίας περί αρχαιότητας, απεριόριστη πρόσβαση στη μακεδονική κληρονομιά συνολικά – και μάλιστα με την υπογραφή μας.

Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην προσέγγιση των δύο γειτονικών λαών. Δεν επιλύει τη διαφωνία. Προσπαθώντας να δώσει ίσο βάρος σε δύο απολύτως αντιφατικές ιστορικές εκδοχές, παραβιάζει την κοινή λογική, αφού αναγνωρίζει ότι αμφότερες είναι κατ’ όνομα «μακεδονικές». Η συνωνυμία αυτή δεν αποτελεί επωφελή λύση, γι’ αυτό και την αντιμαχόμασταν ανέκαθεν. Εύκολα εκλαμβάνεται ως διάσπαση μιας και μοναδικής μακεδονικής ιστορικής ενότητας, ενώ ο εθνικός προσδιορισμός των «Βορείων» αναπόφευκτα υπερισχύει του τοπικού των «Νοτίων». Αφελής ήταν η αντίληψη των εμπνευστών της ότι οι δύο «αλήθειες» θα μπορούσαν να περιοριστούν και να ισχύουν μόνον μέσα στις αντίστοιχες επικράτειες. Οπως προκύπτει από τις συνεχείς δηλώσεις των πολιτικών της ΠΓΔΜ, τα πρόσωπα αυτοπροσδιορίζονται εντός και εκτός της χώρας όπου διαμένουν με τον τρόπο που επιθυμούν. Επιπλέον, η Iστορία δείχνει ότι οι δύο εκδοχές δεν μπορούν να στεγανοποιηθούν μεταξύ τους. Η ελληνική εκδοχή της αρχαίας μακεδονικής Iστορίας αφορά και γεωγραφικό τμήμα της ΠΓΔΜ, ενώ, από την άλλη, οι λεγόμενοι «Αιγαιάτες» πολιτικοί πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν πρόκειται να αποκηρύξουν τη δική τους ιστορική εκδοχή για τις «χαμένες πατρίδες» τους, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 36 στο αναθεωρημένο σύνταγμα της ΠΓΔΜ. Κοντολογίς, η συζήτηση περί Ιστορίας και ταυτοτήτων εντός του πλαισίου της συμφωνίας είναι ατελέσφορη και ασύμφορη.

Ολα αυτά, ασχέτως των συναισθημάτων που προκαλούν, δεν είναι οι κύριοι λόγοι που είμαστε αντίθετοι στη συμφωνία των Πρεσπών. Είμαστε αντίθετοι όχι γιατί η υπογραφή του υπουργού των Εξωτερικών αδυνατεί να αποτρέψει με πειστικό τρόπο τον σφετερισμό ευαίσθητων ιστορικών δεδομένων, αλλά γιατί επιτρέπει ρητώς αυτόν τον σφετερισμό· όχι γιατί αδυνατεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, αλλά γιατί καταφεύγει σε λογικούς ακροβατισμούς, ώστε να μας πείσει πως το πέτυχε. Είμαστε αντίθετοι όχι γιατί η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύθηκε, αλλά γιατί αδυνατεί να κατανοήσει ποια πράγματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Αδυνατεί να κατανοήσει την ευαισθησία των πολιτών της για την ιστορική τους κληρονομιά – μιαν ευαισθησία που νοηματοδοτείται σε πολλές συνταγματικές διατάξεις και έρχεται ως συνέπεια δύο αιώνων δημόσιας εκπαίδευσης. Είμαστε αντίθετοι, τέλος, λόγω της ασυνέπειας σε μια εθνική γραμμή, η οποία προσδιόρισε την εσωτερική πολιτική και τη διεθνή θέση της χώρας επί 25 χρόνια με τεράστιο κόστος, σε μια γραμμή η οποία συστράτευσε σχεδόν το σύνολο της κοινής γνώμης. Κι αν το πρόβλημα είχε «κακοφορμίσει», όπως έγραψε πρόσφατα ο τ. υπουργός των Εξωτερικών, ποιος αποφάσισε ότι ο «ακρωτηριασμός» ήταν η δέουσα λύση για την Ελλάδα; Το κράτος μας αντιφάσκει με τον εαυτό του, χωρίς να προτείνει μια βιώσιμη εναλλακτική λύση, ενώ η κυβέρνηση έχει εναποθέσει τη δυναμική της συμφωνίας στις μελλοντικές επιλογές των Σκοπίων.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ  (ΑΠΘ), ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ  (King’s College London), ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΤΣΙΟΣ  (Ιόνιο Πανεπιστήμιο), ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ  (ΑΠΘ), ΚΩΣΤΑΣ Α. ΛΑΒΔΑΣ  (Πάντειο Πανεπιστήμιο), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ  (Πανεπιστήμιο Κρήτης), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΙΑΔΑΣ  (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), ΜΙΧΑΛΗΣ Ι. ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ  (ΕΚΠΑ), ΚΩΣΤΑΣ ΥΦΑΝΤΗΣ  (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Ι. Κ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ  (ΑΠΘ), ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  (ΕΚΠΑ).

“Καθημερινή”

Turkey’s new presidential system and a changing west

0
Implications for Turkish foreign policy and Turkish-West relations
Kemal Kirişci and Ilke Toygür

EXECUTIVE SUMMARY

In July 2018, having triumphed in the presidential elections the previous month, Turkish President Recep Tayyip Erdoğan began to formally transform Turkey’s long-standing parliamentary system into a heavily centralized presidential one. The new system entrenched his one-man authoritarian rule at home and is having profound implications for the making and substance of Turkish foreign policy as well as Turkey’s relations with the West. This transition has taken place amid an international environment that is undergoing a significant transformation. Today, the West is far from a shining “city on the hill,” attracting Turkey and other countries toward the liberal values it is meant to represent. Populism and nationalism are on the rise on both sides of the Atlantic. President Donald Trump’s “America First” policies are eroding the world order characterized by multilateralism, free trade, and advocacy of liberal values. The European Union is weakened internally by the challenge of Brexit and by diminishing public support for a liberal Europe comfortable with diversity. Complicating this picture are emerging powers such as China, Iran, and Russia that are playing a much more assertive role on the global stage.

Authors

This paper argues that the confluence of a “new” Turkey and an evolving international order is likely to continue to strain Turkey’s relations with its Western allies. Although many of the challenges that crowd the Turkish-Western agenda predate Ankara’s formal introduction of its presidential system, these issues are likely to become more visible and harder to overcome. Yet, it is possible that the amount of authority and power the Turkish president has amassed for himself may also create new opportunities for transactional relationships. Furthermore, structural factors and geopolitical realities are likely to dampen Erdoğan’s temptation to break away from the trans-Atlantic alliance. This in turn may create some room for pragmatism and the possibility to improve cooperation between Turkey and the West in addressing common challenges. Against this background, anchoring Turkey to the West within a values-based framework no longer looks realistic. So how should the West approach Turkey? Which is better: engagement not based on rules, or rules-based non-engagement?

This paper recommends that moving forward, Turkey’s Western allies should bear in mind that:

• Geopolitical realities bind Turkey to the West. Trans-Atlantic allies should play the long game and try to find a functioning framework tied to credible conditionality. In the short term, the focus should be on realistic and pragmatic engagement with Turkey while insisting on rules-based cooperation.

• One common challenge to Turkey’s relations with its historical allies stems from pervasive negative discourse against the West in Turkey, as well as against Islam and Turkey in the West. To revive mutual trust between the two, leaders and policymakers on both sides should make a concerted effort to refrain from employing negative rhetoric toward each other.

• For U.S.-Turkish relations, given Trump’s disinterest in prioritizing the rule of law and basic rights and freedoms, it will be important that all branches of the government, business, and civil society keep these principles on their agenda.

• Urgently appointing a U.S. ambassador to Turkey and reconsidering U.S. tariff increases on Turkish aluminum and steel imports could be another confidence-building avenue to explore, especially given that the United States enjoys a persistent trade surplus over Turkey.

• Finding a pragmatic solution to the issue of Turkey’s purchase of Russian S-400 missiles will be an important step forward. A resolution that stops short of an outright cancellation of the purchase but limits the operationalization of the missiles in a manner that does not jeopardize NATO member countries’ immediate security should be considered.

• Once Turkey meets the relevant criteria, the EU should fulfill its pledge of visafree travel for Turkish nationals, as part of a broader public diplomacy effort to reconstitute reciprocal trust.

• Areas of EU-Turkish cooperation, such as counterterrorism, transportation, migration, and energy, should be further deepened in the spirit of win-win cooperation.

• Efforts to modernize the EU-Turkey customs union should be boosted and framed in the spirit of “rules-based cooperation” that benefits both sides.

• Last but not least, there is urgent need to make progress on the Cyprus issue, starting with a concerted effort to resolve the irony that Turkey and Turkish Cypriots are currently being punished for having supported the reunification of the island.

https://www.brookings.edu/research/turkeys-new-presidential-system-and-a-changing-west/

Στόχος Τουρκίας: Καστελόριζο

1

Του Θεόδωρου Καρυώτη alltimeclassic.net 

Αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά οικόπεδά της πατρίδας μας αλλά, για πολλές δεκαετίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις αγνοούσαν την αξία του. Το Καστελόριζο βρίσκεται στο επίκεντρο των τουρκικών προκλήσεων, διότι κατέχει μια πλεονεκτική και κομβική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ακόμα ενθυμούμαι την συνομιλία μου με τον Ανδρέα Παπανδρέου, για την αξία της ΑΟΖ και του Καστελόριζου. Μου ζήτησε τότε, να έρθω σε επαφή με τον Κάρολο και τον Γιάννη στο Υπουργείο Εξωτερικών (Κάρολος ήταν ο Κάρολος Παπούλιας και Γιάννης ήταν ο Γιάννης Καψής). Όπως έχω επανειλημμένα γράψει, ακόμα περιμένω τηλεφώνημά τους.

Το 2019 θα είναι η πιο κρίσιμη χρονιά για την ελληνοτουρκική διένεξη στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο. Κύριος στόχος του Ερντογάν είναι πλέον, ξεκάθαρα, το Καστελόριζο. Βλέπετε οι Ελληνικές κυβερνήσεις, μετά το 1974,  αποδείχθηκαν εντελώς αγεωγράφητες,  διότι αγνοούσαν ότι το σύμπλεγμα του Καστελόριζου (Καστελόριζο, Ρω, Στρογγύλη) δεν ανήκει στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος.

Έτσι, όπως είναι γνωστόν, οι δεκάδες συνομιλίες μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας και Τουρκίας για το Αιγαίο, δεν συμπεριλάμβαναν το Καστελόριζο. Συζητούσαν το θέμα της νεκρής υφαλοκρηπίδας και το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, με χάρτες που έδειχναν διαφορετικά μεγέθη αιγιαλίτιδας ζώνης, που κυμαίνονταν κατά περιοχή σε 6, 8, 10 και 12 ν.μ. Όταν επισκέφθηκε την Αθήνα, τον Δεκέμβρη του 2017, ο Πρόεδρος Ερντογάν συμφώνησε με τον Έλληνα πρωθυπουργό να συνεχιστούν αυτού του είδους οι συνομιλίες, χωρίς το Καστελόριζο.

Ο Ταγίπ Ερντογάν αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορεί να αγγίξει ουσιαστικά την κυπριακή ΑΟΖ, όπως ανακηρύχθηκε από  τον Τάσσο Παπαδόπουλο, έχει στρέψει την προσοχή του στο τρίγωνο Καστελόριζο-Κύπρος-Κρήτη, για το οποίο ο ειδικός  στους υδρογονάνθρακες, καθηγητής Αντώνης Φώσκολος  έχει υπολογίσει την ποσότητα των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου σε 50 δις. βαρέλια, που σε σημερινές τιμές αποτιμώνται σε ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. (Το φυσικό αέριο υπολογίζεται σε βαρέλια, για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης με το πετρέλαιο).

Ο κύριος λόγος πανικού του Ερντογάν είναι η συμπεριφορά του αμερικανικού κολοσσού ExxonMobil, που όχι μόνο αγνοεί τις απειλές του Ερντογάν στην κυπριακή ΑΟΖ, αλλά ετοιμάζεται να αρχίσει έρευνες και στα δύο οικόπεδα που της παραχωρήθηκαν   από την ελληνική κυβέρνηση στα θαλάσσια σύνορα με την Λιβύη, όπου φημολογείται ότι τα κοιτάσματα είναι τα μεγαλύτερα της Ανατολικής Μεσογείου.

Έτσι φτάσαμε στο έτος 2019 και ο Ερντογάν αντιλαμβάνεται ότι πρέπει τώρα να κινηθεί και να δημιουργήσει προηγούμενο (precedent) σε περίπτωση που χρειαστεί να προσφύγει σε επιδιαιτησία για την οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας. Για αυτό βομβαρδίζει το τρίγωνο (Καστελόριζο-Κύπρος-Κρήτη) με ένα μπαράζ NAVTEX, με πολεμικά πλοία, με υποτιθέμενες έρευνες και εξορύξεις. Έίναι αξιοσημείωτο ότι ο Ερντογάν, μετά το ταξίδι του στην Αθήνα, έχει αυξήσει τις απαιτήσεις του. Τον βλέπουμε να προσπαθεί να βυθίσει ένα πλοίο του Λιμενικού στα Ίμια, να ζητά την επιστροφή στην Τουρκία 18 ελληνικών νησιών, να αιχμαλωτίζει δύο Έλληνες στρατιωτικούς στον Έβρο, να ισχυρίζεται ότι τα Ίμια είναι τουρκικά και η κυβέρνησή του να αναφέρεται τώρα και σε «γαλάζια πατρίδα».

Η σημασία και αξία του Καστελόριζου

Η Ελλάδα ασχολήθηκε για πρώτη φορά με το Καστελόριζο, όταν πληροφορήθηκε το περίφημο Σχέδιο Άτσεσον του 1964. Στο αρχικό σχέδιο, η Κύπρος θα παραχωρείτο ολόκληρη στην Ελλάδα εκτός της Καρπασίας, όπου θα εγκαθίστατο μια στρατιωτική βάση της Τουρκίας παρόμοια με τις Βρετανικές βάσεις στο νησί, χωρίς χρονικά περιθώρια. Επιπλέον το Καστελόριζο θα παραχωρείτο στην Τουρκία. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απέρριψε αμέσως αυτό το σχέδιο. Ο Άτσεσον πρότεινε μια αλλαγή ,που προέβλεπε ότι η Τουρκία θα διατηρούσε την Καρπασία μόνο για 50 χρόνια και η Τουρκία απέρριψε το νέο σχέδιο. Έχουν περάσει από τότε 54 χρόνια, αλλά φαίνεται ότι οι Τούρκοι εξακολουθούν να εποφθαλμιούν τα νησιά μας. Όπως έχω τονίσει χρόνια παλαιότερα, το Σχέδιο Άτσεσον ήταν προσεκτικά σχεδιασμένο. Όταν παρατηρήσει  κανείς πόσο μικρό είναι το Καστελόριζο, εύκολα θα αντιληφθεί ότι η Τουρκία δεν επιθυμούσε μια τέτοια ανταλλαγή, αλλά ούτε και η Ελλάδα ήταν διατεθειμένη να παραδώσει ελληνικό έδαφος, όσο μικρό και να ήταν αυτό. Αλλά ο Άτσεσον είχε κάτι άλλο στο μυαλό του. Οι Αμερικανοί, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώριζαν την αξία των υδρογονανθράκων και είχαν αρχίσει μυστικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο για τον μεγάλο ορυκτό πλούτο της περιοχής. Τότε βέβαια υπήρχε μόνο η έννοια της υφαλοκρηπίδας, αλλά οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι και τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα. Έτσι σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο θα ανήκε στην Τουρκία, εάν είχε δεχθεί να πάρει το Καστελόριζο, μία κίνηση που  δεν θα μπορούσε βέβαια να πραγματοποιηθεί , διότι το σχέδιο Ατσεσον είχε ήδη απορρίψει η τότε κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου.

Όπως έγραψε , πρόσφατα, στην εφημερίδα Καθημερινή ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος:

«Όλος ο κόσμος γνωρίζει με ακρίβεια τι διεκδικεί η Τουρκία στην περιοχή. Η Ελλάδα εξακολουθεί να μην έχει προσδιορίσει ποια θεωρεί ότι είναι τα ακριβή όρια της υφαλοκρηπίδας της στην Ανατολική Μεσόγειο. Απλώς διαμαρτύρεται στις τουρκικές ενέργειες…»

Οι αυξανόμενες τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος, τα σενάρια μυστικής  διπλωματίας μεταξύ Αθήνας- Άγκυρας και η αμέλεια των ελληνικών κυβερνήσεων να υιοθετήσουν μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) θέτουν σε κίνδυνο τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα σε μια περίοδο ,που η Ελλάδα εμφανίζεται τρωτή σε διεθνείς πιέσεις.

Από το 1922 οι Τούρκοι πάντοτε θεωρούσαν ότι είχαν μεγάλες ακτές, αλλά δεν διέθεταν μεγάλη θάλασσα και μετά το 1982 συνειδητοποίησαν ότι η θάλασσά τους περιορίστηκε και άλλο. Εκείνη την χρονιά, με την UNCLOS θεμελιώθηκε η νέα έννοια του Δικαίου της Θάλασσας, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), που περιόριζε και άλλο την θάλασσά τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Έτσι άρχισαν έναν επικίνδυνο ρητορικό πόλεμο, εκτός δύο θερμών εξαιρέσεων (1987 και 1996), αλλά από το 2018 άρχισαν να προβάλουν και παρανοϊκές απαιτήσεις που σίγουρα θα συνεχιστούν και στο μέλλον.

Ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η Ελλάδα  τα σχέδια του Ερντογάν είναι, άμεσα και πριν είναι πολύ αργά, να προβεί σε οριοθέτηση της ΑΟΖ της με αυτή της Αιγύπτου βάσει της μέσης γραμμής ,σύμφωνα με τις προβλέψεις της UNCLOS, που θα δίνει πλήρη επήρεια στην νήσο Στρογγύλη, με αποτέλεσμα   η Τουρκία να μην έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο.

Βέβαια, η Τουρκία θα αντιδράσει και θα ζητήσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου της Χάγης και όχι του Διεθνούς Δικαστηρίου του Δίκαιου της Θάλασσας που εδρεύει στο Αμβούργο, αφού δεν είναι μέλος της UNCLOS. Η Τουρκία θα προσπαθήσει να πείσει την Χάγη ότι το σημείο οριοθέτησης ανάμεσα σε Ελλάδα και Αίγυπτο παραβιάζει τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας και θα ζητήσει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο υποστηρίζοντας ότι η ελληνοαιγυπτιακή οριοθέτηση έπρεπε να γίνει βάσει της ευθυδικίας (equity) και όχι της μέσης γραμμής. Η Ελλάδα θα πρέπει να απορρίψει αυτή τη θέση της Τουρκίας τονίζοντας ότι θα δεχτεί την παρέμβαση του Δικαστηρίου της Χάγης, μόνο εάν η Τουρκία αποδεχτεί την οριοθέτηση ολόκληρης της θάλασσας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Επίλογος

Αυτή την περίοδο, δεν έχουμε κατανοήσει ότι το μείζον θέμα για μας δεν είναι το προσφυγικό ή η οικονομία, αλλά ενδεχόμενο κατάρρευσης των συνόρων μας και, δυστυχώς, απουσιάζει ο ηγέτης  που θα μπορέσει να αποτρέψει αυτή την επικείμενη καταστροφή. Η Τουρκία με επιθετικότητα και ασύστολο θράσος εφαρμόζει για 40 χρόνια μία επεκτατική πολιτική στο Αιγαίο, στην οποία τα τελευταία χρόνια έχει συμπεριλάβει και το σύμπλεγμα του Καστελόριζου, προβάλλοντας συνεχώς αβάσιμες διεκδικήσεις κατά παράβαση όλων των  κανόνων του διεθνούς δικαίου. Όπως είχε προειδοποιήσει, πριν από χρόνια ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Οικονομίδης, τότε νομικός σύμβουλος του ΥΠΕΞ:

«Η επεκτατική συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία εμφανώς δεν συνάδει με την σύγχρονη εποχή, στηρίζεται κυρίως σε τρεις παράγοντες: στην ισχύ έναντι της χώρας μας, στην αδυναμία του διεθνούς συστήματος να επιβάλει την εφαρμογή των διεθνών κανόνων και στην αδιαφορία των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες εξακολουθούν πάντοτε να τοποθετούν το ατομικό τους συμφέρον υπεράνω του γενικού συμφέροντος της διεθνούς κοινότητας ως συνόλου. Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας, χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό, δεν μπορεί παρά να ακολουθεί αμυντική πολιτική, πολλές φορές πυροσβεστικού χαρακτήρα. Μόνιμο χαρακτηριστικό της είναι η ατολμία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκήσει νόμιμα δικαιώματα που της παρέχει το διεθνές δίκαιο και μερικές φορές και η υποχωρητικότητα.»

 

Στόχος Τουρκίας: Καστελόριζο

 

Με πανεθνική πολιτική να αντιμετωπιστεί η ορατή απειλή του νεοσουλτάνου της Άγκυρας

0

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν. Φωτογραφία ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ

JANUARY 13, 2019

Η Τουρκία έχει αμαρτωλό παρελθόν. Το ξέρουν ακόμα και οι πέτρες από τη Δυτική Ασία έως τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι το κεμαλικό κοσμικό κράτος δεν έδειξε και τεράστια διαφορά στην πολιτική επεκτατισμού και στη μορφή των εγκλημάτων, σε σχέση με τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εντούτοις όμως με την πάροδο δεκαετιών άλλαζε πρόσωπο, αποδεχόμενο δυτικές επιδράσεις μέσα στην κοινωνία.

Μπορεί η Τουρκία να μην ήταν ποτέ δημοκρατική χώρα, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό του λαού της προχωρούσε σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο προς τον εκσυγχρονισμό και όχι προς τον σκοταδισμό. Αυτό καταμαρτυρούν οι σχετικές ακαδημαϊκές έρευνες, οι δημοσιογραφικές αναφορές και κυρίως οι μαρτυρίες των ανθρώπων.

Ένα από τα βασικότερα στοιχεία της προ «Ερντογανισμού» εποχής ήταν ο διαχωρισμός κράτους – θρησκείας, χωρίς χαλιφάτα και ισλαμικές νομοθεσίες. Οι πολίτες της χώρας δεν είχαν οργανωμένη πολιτική κατεύθυνση και δομές που θα τους ανάγκαζαν ή θα τους έσπρωχναν να ζουν και να λειτουργούν σ’ ένα περιβάλλον με βάση το ισλαμισμό, καθορίζοντας τον τρόπο ζωής τους και τις δραστηριότητές τους.

Βέβαια, ο εθνικισμός παρέμεινε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής και κοινωνικής δράσης και γι’ αυτό εκδηλώνονταν στρατιωτικά πραξικοπήματα και η Άγκυρα αντιμετώπιζε με επιθετική τακτική άλλες εθνικές ομάδες (Κούρδοι) και κράτη της περιοχής (Ελλάδα και Κύπρο).

Από τις αρχές του 1990 ξεκίνησε η εδραίωση του πολιτικού Ισλάμ μέσα από ένα καλοστημένο δίκτυο για εξισλαμισμό, με συγκεκριμένες αποφάσεις και ενέργειες: από το κίνημα επιβολής της μαντίλας έως την ραγδαία αύξηση του αριθμού τζαμιών και ισλαμικών σχολείων.

Με την άνοδο, την εδραίωση και την κυριαρχία του Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία και ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα (;) εφαρμόστηκαν ισλαμικοί κανόνες και αλώθηκαν οι ένοπλες δυνάμεις και οι δημόσιες υπηρεσίες.

Ο Ερντογάν με μεθοδικότητα και ανατολίτικη πονηριά ξεγέλασε στενούς συνεργάτες του και μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου σε Ευρώπη και Αμερική ότι δήθεν θα μετέτρεπε την Τουρκία σε δημοκρατική μουσουλμανική χώρα-πρότυπο για την προσέγγιση Ανατολής και Δύσης και ότι θα προχωρούσε σε μεταρρυθμίσεις για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Βρυξέλλες και οι ηγεσίες αρκετών ευρωπαϊκών χωρών επένδυσαν σ’ αυτόν, λες και ήταν ο σωτήρας και ο υπερασπιστής των συμφερόντων τους στην περιοχή. Ακόμα και ο πολλά υποσχόμενος με την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα είχε πραγματοποιήσει (με βάση κάποια στρατηγική ή με πολιτική αφέλεια) το πρώτο του ταξίδι ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία, πιστεύοντας ότι ο Ερντογάν θα δοξάσει το πρόσωπο του σύγχρονου, του πολιτισμένου και δημοκρατικού μουσουλμανικού κόσμου. Πέρασε κάπου οκτώ χρόνια ως ένοικος του Λευκού Οίκου για να καταλάβει (απ’ ότι φαίνεται) ότι στην ουσία πρόκειται για έναν ακραίο και επικίνδυνο ισλαμιστή που ενισχύει τις στρατιές των τρομοκρατών.

Η πληθυσμιακή δύναμη της Τουρκίας, η γεωγραφική θέση της, ο εξοπλισμένος -κυρίως από τις ΗΠΑ- στρατός της και η δυνατότητα που προσφέρει για ξένες κερδοφόρες επενδύσεις, επιτρέπουν στον Ερντογάν να καταδιώκει Τούρκους πολίτες, να καταπατά τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου, να απειλεί και να εισβάλει σε γειτονικά κράτη και να εκβιάζει μικρές και μεγάλες χώρες.

Ο Τραμπ, ο Πούτιν και ηγέτες άλλων δυνάμεων έχουν τα δικά τους οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που τους επιτρέπουν να παίζουν τα δικά τους παιχνίδια, με αποτέλεσμα τη μια να γίνεται «φίλος» τους και την άλλη να γίνεται «εχθρός» τους ο Ερντογάν. Και επειδή σε μεγάλο βαθμό στις σχέσεις τους με την Τουρκία έχουν το πάνω χέρι, έτσι έχουν συνάμα και τα περιθώρια να παραβλέπουν ή να υποβαθμίζουν τον ισλαμοφασισμό του, να βρίσκουν τρόπους να ελίσσονται και να αλλάζουν αποφάσεις όποτε κρίνουν και ανάλογα με τις εξελίξεις.

Η Ελλάδα και η Κύπρος όμως δεν μπορούν και δεν έχουν την πολυτέλεια ούτε και το δικαίωμα να εθελοτυφλούν και να αγνοούν την ωμή πραγματικότητα διότι απειλείται η εθνική και η φυσική επιβίωση του Ελληνισμού. Ο Ερντογάν δεν καθορίζει πλέον την πολιτική του με βάση μόνο τα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας, όπως ανέκαθεν έπραττε το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο της χώρας του, αλλά την καθορίζει και σύμφωνα με την ισλαμική φιλοσοφία και την οθωμανική κληρονομιά του.

Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη στην περιοχή που εκδηλώνεται στην Κύπρο, το Αιγαίο και στην Θράκη. Με αυταρχική δράση και θρησκευτικό φανατισμό αποδεικνύει καθημερινά -με λόγια και έργα- ποιοι είναι οι βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι του. Φαίνεται όμως ότι ακόμη στην Αθήνα και τη Λευκωσία δεν έχουν μελετήσει συνολικά τις αληθινές προθέσεις του νεοσουλτάνου της Άγκυρας και δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται σε βάθος αυτή την ορατή απειλή. Απαιτείται πανεθνική, μεθοδική, συγκροτημένη και ενωτική πολιτική προτού εκ των υστέρων βρεθούμε μπροστά σε πολύ δυσάρεστα μη αναστρέψιμα γεγονότα. Έστω και μια φορά στην ιστορική μας διαδρομή να μη φτάσουμε ξανά στο σημείο για να πούμε: Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα!

Πηγή: Με πανεθνική πολιτική να αντιμετωπιστεί η ορατή απειλή του νεοσουλτάνου της Άγκυρας https://hellasjournal.com/2019/01/me-panethniki-politiki-na-antimetopistei-i-orati-apeili-toy-neosoyltanoy-tis-agkyras/

Μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης χωρίς τον Οδυσσέα.

4

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Οι εξελίξεις που αναμένονται στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια είναι ραγδαίες και καταλυτικές για το νέο τοπίο που διαμορφώνεται, την ώρα που η εσωτερική πολιτική ρευστότητα στην Ελλάδα, ενόψει εκλογών, και το διχαστικό κλίμα που καλλιεργείται απο το κυβερνών κόμμα, μειώνουν τις δυνατότητες της χώρας να διαμορφώσει και να αναπτύξει την πολιτική της.

Σε μια, εμφανώς  αγωνιώδη, προσπάθεια της κυβέρνησης να πετύχει την απαραίτητη πλειοψηφία για να επικυρωθεί από τη βουλή η Συμφωνία των Πρεσπών, οι τακτικιστές του κυβερνώντος κόμματος προχώρησαν σε μεθοδεύσεις αποστασίας από το κόμμα του κυβερνητικού τους εταίρου γεγονός που προκάλεσε την έκρηξη του κ. Καμμένου, ο οποίος ουσιαστικά έμεινε χωρίς βουλευτές.

Οι ελαστικές πολιτικές και ηθικές συνειδήσεις των βουλευτών του αποκάλυψαν πόσο σαθρές είναι οι βάσεις που συγκροτούν τους πολιτικούς σχηματισμούς, εν απουσία ιδεολογίας .

Το ενδιαφέρον του γεγονότος αυτού για τη στήλη είναι ότι το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας καλείται να χειριστεί ένα πολύπλοκο και επικίνδυνο περιβάλλον στη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Και αν κρίνουμε από τον διχαστικό τρόπο που ο πρώην υπουργός εξωτερικών άνοιξε τη συζήτηση για το σκοπιανό, είναι εύλογες οι ανησυχίες.

Στη Μέση Ανατολή έχουμε μια επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ- Τουρκίας μετά την επίσκεψη του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ Τζών Μπόλτον στην Άγκυρα και την άρνηση του Ερντογάν να τον συναντήσει.

Ο Μπόλτον είναι το υπ 1 γεράκι στην Ουάσιγκτον και η συμπεριφορά του Ερντογάν απέναντί του είναι βέβαιον ότι εγγράφηκε στην πολιτική συνείδηση του  χώρου που εκπροσωπεί. Ωστόσο, ο τούρκος πρόεδρος στις δηλώσεις του προσπάθησε να διαχωρίσει τον Μπόλτον από τον Τράμπ, κάνοντας «άνοιγμα» στον αμερικανό πρόεδρο.

Ο Μπόλτον επισκέφθηκε την Άγκυρα για να επιδώσει στους τούρκους αξιωματούχους τις αμερικανικές θέσεις μετά την απόφαση Τράμπ για αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία. Μια απόφαση που επικρίθηκε και από πολιτικούς φίλους του Τράμπ αλλά και από αμερικανούς στρατηγούς. Προσπάθησαν να του αλλάξουν την θέση και φαίνεται να το κατάφεραν με την καταλυτική παρέμβαση του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπένζαμιν Νετανιαχου.

Η αμερικανική θέση φαίνεται να αλλάζει χωρίς να ομολογείται αυτό ρητώς. Η Ουάσιγκτον ζήτησε μέσω του Μπόλτον από την Τουρκία να συμφωνήσει ότι δεν θα σφάξει, όπως είπε ο αμερικανός ΥΠΕΞ,τους Κούρδους της Συρίας αν αποσυρθούν οι Αμερικανοί. Κάτι που αποτέλεσε κόκκινο πανί για τον Ερντογάν.

Οι Κούρδοι, στο μεταξύ, μη έχοντας, και δικαιολογημένα, εμπιστοσύνη στον ασταθή πολιτικό χαρακτήρα του αμερικανού προέδρου ήρθαν σε συμφωνία με τους Ρώσους για υποστήριξη. Φαίνεται πως την πέτυχαν.

Έτσι, τώρα, η Τουρκία, για να επέμβει στη Συρία και να σφάξει τους Κούρδους, δεν έχει  ανάγκη, μόνο, την άδεια των ΗΠΑ αλλά και των Ρώσων συμμάχων της. Η κατάληψη της Μανπίζτ/ Ιεράπολης  από την Τουρκία φαίνεται  όνειρο απατηλό.

Πέραν της Συρίας, η Τουρκία, σε μια άλλη αγωνιώδη προσπάθεια να διεκδικήσει  στην Ανατολική Μεσόγειο περιοχές που δεν έχει δικαιώματα, με βάση το Διεθνές Δίκαιο, προκαλεί την Ελλάδα και την Κύπρο.

Οι προκλήσεις είναι καθημερινές αλλά εκείνο που ανησύχησε την ελληνική πλευρά την εβδομάδα που πέρασε είναι η επιβεβαίωση και αξιολόγηση της κοινής άσκησης που διεξήγαγαν τουρκικές δυνάμεις σε περιοχή ελληνικών δικαιωμάτων ανοικτά του Καστελόριζου, σε συνεργασία με μικρή αμερικανική συμμετοχή.

Στα Βαλκάνια, η επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών μπορεί να οδηγήσει σε εκλογές την Ελλάδα, η Αλβανία του Ράμμα συνεχίζει να ασκεί ανθελληνική και αντιμειονοτική πολιτική, πιθανότατα καθ υπόδειξιν και μεθόδευση της Άγκυρας  και το μέτωπο του Κοσόβου αναζωπυρώνεται με την αμερικανική επιμονή να υπάρξει συνεννόηση Βελιγραδίου και Πρίστινας για συνοριακές διευθετήσεις.

Στο σκοπιανό υπάρχει και μια διάσταση που προβληματίζει όσους σκέφτονται σοβαρά την ύπαρξη και λειτουργία του ελληνικού κράτους.

Πέραν των όσων γράφηκαν, το κράτος πρόδωσε τους γηγενείς Μακεδόνες. Αυτούς που στις αρχές του 20ου αιώνα, και ίσως, και νωρίτερα, προτίμησαν να ακολουθήσουν το Πατριαρχείο παρά τις πιέσεις της Εξαρχίας, διότι είχαν ρωμαίικη συνείδηση.

Οι άνθρωποι αυτοί εμπιστεύτηκαν το υπο διαμόρφωσιν, ακόμη, ελληνικό κράτος.

Υπέστησαν τρομερά δεινά γι αυτήν την επιλογή τους. Συγκρούστηκαν με ανθρώπους που συμβίωναν για πράγματα που θεωρούσαν αυτονόητα, όπως ο όρος μακεδονία και ποιόν χαρακτηρίζει.

Σήμερα, οι απόγονοί τους βλέπουν το ελληνικό κράτος να προδίδει την εμπιστοσύνη των προγόνων τους και να τους εγκαταλείπει.

Το ερώτημα είναι σαφές: υπάρχει κανείς που θα εμπιστευτεί ξανά, αυτό το κράτος;

Στην Ελλάδα η θέση του υπουργού εξωτερικών παραμένει κενή, σε λίγο μπορεί να αδειάσει και η θέση του υπουργού άμυνας και η χώρα μπαίνει σε μια μακρά εκλογική περίοδο με ένταση και διχασμό.

 

 

 

A Greek tragedy: how the EU is destroying a country

0

Spectator

The problem could be solved tomorrow through the usual remedy of significant debt write-offs

6 October 2018

‘Now Greece can finally turn the page in a crisis that has lasted too long. The worst is over.’ With these triumphant words, Pierre Moscovici, the EU Commissioner for Economic and Financial Affairs, declared an end to the EU’s eight-year €289 billion bailout programme to Greece, the largest rescue in financial history.

Except Greece’s financial crisis isn’t by any means over — and the EU’s blithe and self-congratulatory announcement is a stain on Brussels’s moral authority. As a Greek property owner, a committed Grecophile and a disappointed Remoaner, I have witnessed with rising horror the slow water-boarding of the Greek population over the last eight years. Every one of my Greek friends has a tale to tell of families under intolerable pressure, of parents forced to leave their infant children to seek work overseas, and of grandparents funding two generations of unemployed adults from their diminishing savings and from meagre pensions already savagely cut by the EU.

The EU has enforced a 25 per cent contraction in the size of the Greek economy during the last eight years (more severe than the great American depression of the 1930s) and its fiscal punishments have caused youth unemployment to reach a staggering 44 per cent.

In which economic textbook does allowing Greece’s debt to GDP ratio to grow (not reduce) from 120 per cent in 2010 (when it was already considered unsustainable) to 180 per cent by 2060 signal a return to economic normality? Every rule in the book has been set aside in the EU-ECB-IMF troika’s cowardly decision to heap more loans onto an already insolvent nation. Perhaps someone should have checked what was in his water glass when Mario Centeno, president of the eurozone group of finance ministers, said back in June: ‘With all these measures we can safely say that Greek debt is sustainable going forward.’

The evidence is everywhere to be found that Greece is slowly dying under its EU-induced euthanasia. At Easter, I spoke to newly ordained monks on Mount Athos — who have retreated to the Byzantine calm of the Holy Mountain to escape the agonies of modern domestic Greek life on the EU’s rack. My neighbour, a fully qualified accountant who lost her office job in 2010, says her parents’ monthly pension was reduced from €980 to €600 last year under government cuts. Her young daughter’s heart operation can no longer be under-taken at Corfu’s brand-new Ionian Islands hospital because its annual budget was recently slashed by 50 per cent.

Greece isn’t the poorest member of the EU — poverty rates are higher in Bulgaria and Romania — but it is close behind in third place, with over a fifth of the population now ‘severely materially deprived’ in 2015 according to Eurostat (up from 2 per cent in 2009 before the crisis began). Whereas the figures have been dropping sharply for her Balkan neighbours, the rate for Greece has doubled since 2008 (to 22 per cent, against an EU average of 8 per cent). The EU itself estimates that one in three Greeks currently lives ‘in a situation at risk of poverty or social exclusion’. These are shocking figures.

Notwithstanding my deeply held support for the 60-year European integration project, it’s no longer possible for me to look away from the tragic toll being exacted on 11 million Greeks by the EU’s cruelty. I have been forced to acknowledge that what Greece is enduring no longer meets the preferred explanation discussed around the dinner tables of northern, Protestant-work-ethic Europe: that Greece needed a harsh dose of corrective austerity in order to end for once and for all her Byzantine levels of corruption and clientilism.

No, what is happening is without precedent in EU history: the deliberate, slow destruction of a small and vulnerable society of fellow Europeans, all in the name of financial prudence and necessity.

Analysts estimate that some €230 billion (80 per cent) of the €290 billion eight-year rescue package has gone straight to European banks, bypassing the stricken Greeks altogether. As Yanis Varoufakis, the rock-star former finance minister and the bane of Brussels, has said: ‘Greece didn’t get a bailout.’ The bailout went ‘primarily to French and German banks’.

Somewhere in all of this, a cardinal rule of international banking seems to have been forgotten. As a recent Bloomberg editorial recently put it: ‘Irresponsible borrowers can’t exist without irresponsible lenders. German banks were Greece’s enablers.’

The chances of Greece fulfilling the EU’s surreal 2060 projections must surely be negligible — the debt reduction and privatisation targets arbitrarily set by her puppet-masters will inevitably be blown off-course during the next recession, doubtless necessitating further cuts in Greek pensions and public services to save Brussels’s blushes.

Of course, none of the austerity savings will go towards the productive investment which Greece so badly needs: in infrastructure, education and industry. Greece currently ranks 67 in the World Bank’s ranking for ease of doing business, even lower than its much-maligned neighbour Albania.

Prime Minister Alexis Tsipras announced in early September a range of relief measures (raising public sector wages, cutting taxes and increasing welfare spending) but sceptical Greeks might be forgiven for dismissing these as pre-election manoeuvres. Tsipras’s deeply unpopular Syriza government (in power since 2015) must face elections before next September and is significantly behind the main centre right opposition New Democracy in recent polls.

Any and all funds raised through austerity cuts and privatisations in future have been pledged to repaying EU loans for the next 50 years. The Bank of Greece estimates that the Greek population has fallen by 3 per cent in the last eight years owing to a falling birth rate (a sure sign of a society’s diminishing confidence in its future) and to the decision of some 420,000 Greeks of working age to seek work overseas (mostly in Germany, the UK and the UAE). These are the talented and thrusting young professionals the economy needs to achieve a recovery.

Even the IMF is not prepared to put its reputation behind the most recent EU announcements, having lost the argument against the EU’s unrealistic demands that Greece must run a budget surplus of 3.5 per cent of GDP until 2022 and 2 per cent thereafter (the country has only achieved a budget surplus on five occasions since 1945, largely owing to low savings rates and significant capital flight, perhaps not altogether unconnected with long memories of the Greek population’s abysmal treatment in earlier debt crises). These demands are at best unrealistic and at worst plain sadistic, for an economy that has already endured eight years of EU-imposed strangulation.

Everybody, except the most obtuse Brussels bureaucrat, knows the problem could be solved tomorrow through the usual remedy of significant debt write-offs by the European banks. In this case, Greece urgently needs some €150 billion (50 per cent) of its debt forgiven — and it’s a question of when, not if, these haircuts are finally achieved and at what cost to the welfare of Greece in the interim. It’s a fair guess that very few of the record 32 million tourists (nearly three million of them from the UK) expected to have visited Greece in 2018 will be aware of the economic waterboarding that their smiling Greek hosts are currently enduring.

So why has the EU been so hidebound, so deaf to the appeals of reason and to the suffering of the Greeks? The reasons for this shameful situation appear to be some diabolical combination of the utter geo-political insignificance of Greece under Alexis Tsipras’s Syriza government and the Greek population’s remarkable resilience. The Greeks haven’t taken to the barricades with sufficient vigour to embarrass Brussels.

Perhaps that’s because the Greeks have grown accustomed to inhuman treatment at the hands of European governments. Four times in the last 200 years Greece has experienced national bankruptcy: in 1833, 1898, 1912, and most recently 2009. On each occasion, a different set of European powers has prioritised the interests of their bankers (whose over-optimistic lending caused the problems in the first place) over the welfare of the Greek population, and on each occasion Greece’s national bankruptcy took a shockingly long time to resolve.

For Brexit Britain, the lesson of the last eight years is that Brussels is quite capable of inflicting policies of self-defeating pain on fellow Europeans if the victim is a small and friendless country on Europe’s boundaries. Even so, the battered Greeks are rumoured to be seeking to take advantage of Theresa May’s Brexit frailties by requesting a few weeks back that we re-open negotiations for the return of the Elgin Marbles to Athens — and why not?

As my local priest, Papas Yiorgas, says: ‘Greece has been abandoned by God and we Greeks must pray for a revival of the spirit of the War of Independence. Who will lead us to victory against the new Ottomans in Brussels?’

https://www.spectator.co.uk/2018/10/a-greek-tragedy-how-the-eu-is-destroying-a-country/

The US could lose its crown as the world’s most powerful economy as soon as next year, and it’s unlikely to ever get it back

0

Jan. 10, 2019, 4:23 AM  Business Insider

The US might soon no longer be the world’s dominant economic superpower.
 Ian Walton/Getty Images
  • The US could lose its crown as the world’s biggest economy as soon as next year, according to data from Standard Chartered.
  • Once it falls behind China, it is unlikely to ever regain the top spot, and by 2030 it could also be behind India.
  • By 2030, the bank said, Asian gross domestic product will account for roughly 35% of global GDP, up from 28% last year and 20% in 2010.
  • Six of the world’s 10 largest economies could be in Asia in the next decade.

The United States of America could lose its position as the world’s biggest economy as soon as next year — and once that happens, it is unlikely to regain the top spot as developing Asian economies power ahead.

According to research released this week by Standard Chartered Bank, China is likely to become the world’s biggest economy at some point in 2020, when measured by a combination of purchasing-power-parity exchange rates and nominal gross domestic product.

Using PPP alone, China is already considered the world’s largest economy, but on a nominal basis the US remains in the lead.

Not only is China likely to overtake the US in 2020, but by 2030 it will be joined by India, Standard Chartered said in its report, with annual GDP growth set to accelerate from about 6% now to almost 8% in the coming decade.

“India will likely be the main mover, with its trend growth accelerating to 7.8% by the 2020s partly due to ongoing reforms, including the introduction of a national goods and services tax (GST) and the Indian Bankruptcy Code,” Standard Chartered said.

India’s rise would also reflect Asia’s becoming the dominant economic region of the planet as the size of its output starts to match the size of its population.

Read more: China and the US just agreed to a fresh set of trade war negotiations — but the government shutdown threatens to derail any progress

“Our long-term growth forecasts are underpinned by one key principle: countries’ share of world GDP should eventually converge with their share of the world’s population, driven by the convergence of per-capita GDP between advanced and emerging economies,” a team of economists from the bank wrote in a note to clients.

By 2030, the bank said, Asian GDP will account for roughly 35% of global GDP, up from 28% last year and 20% in 2010. This would be equivalent to the combined output of the eurozone and the US.

By 2030, six of the 10 largest economies could be in Asia, as the chart below illustrates:

Screenshot 2019 01 10 at 14.56.49Business Insider using Standard Chartered data

https://www.businessinsider.com/us-economy-to-fall-behind-china-within-a-year-standard-chartered-says-2019-1

ΣΕΛΙΔΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Σκόπια το τελευταίο πιόνι της Γερμανίας στη σκακιέρα των Βαλκανίων

1
του Γιώργου Ρωμαίου 11 Ιαν 2019
Είχα βρεθεί στο Βερολίνο όταν γκρεμιζόταν το Τείχος και έγραφα στο «Βήμα της Κυριακής» (20 Οκτωβρίου 1990): «Είμαι και εγώ ένας από τους χιλιάδες Ευρωπαίους, Αμερικανούς, Γιαπωνέζους που έχουν κάποιο ενθύμιο από το ιστορικό τείχος. Κάθε φορά που κοιτάζω το γεμάτο ζωγραφιές τσιμεντένιο απομεινάρι του Ψυχρού Πολέμου, επανέρχεται το ερώτημα: Ποιος θα είναι ο ρόλος της Γερμανίας στη διαμόρφωση της νέας Ευρώπης;

Μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς οι πάντες συνέβαλαν, με αδικαιολόγητη βιασύνη, στην επανένωση της Γερμανίας. Πολλοί πίστευαν ότι η ενσωμάτωση και της Ανατολικής Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα απέτρεπε τον κίνδυνο του παγγερμανισμού. Σήμερα, σημαντικές είναι οι ενδείξεις ότι η Γερμανία θα είναι το πρόβλημα της Ευρώπης. Οσο προσεκτικά και διακριτικά κινήθηκε στις διαπραγματεύσεις για την επανένωση, τόσο απροκάλυπτα και προκλητικά δραστηριοποιείται για την εγκαθίδρυση μιας πολιτικής και οικονομικής Αυτοκρατορίας, η οποία θα αρχίζει από την Βαλτική και θα καταλήγει στην Αδριατική». Και δύο μήνες αργότερα (20 Δεκεμβρίου 1990) στο «Βήμα της Κυριακής» πρόσθετα: «Η διάλυση της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας δεν ήταν, ίσως, αναπόφευκτη, αλλά σίγουρα ήταν “απαραίτητη” για την πολιτική και οικονομική ηγεμόνευση της Γερμανίας των περιοχών της άλλοτε κραταιής Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Απροκάλυπτα πλέον η Γερμανία επιδιώκει να θωρακίσει την οικονομική ηγεμονία με πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο. Αφού οι άλλοι έντεκα εταίροι δεν είχαν την κοινή βούληση να θεσμοθετήσουν την πολιτική ολοκλήρωση, η Ενωμένη Γερμανία κινείται πλέον ανεξάρτητα και ελεύθερα, διεκδικώντας και τον ρόλο της “πολιτικής ατμομηχανής” της Κοινότητας».

ΕΥΡΩΖΩΝΗ. Μετά την επανένωση και την επικύρωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ η Γερμανία βρέθηκε σε ένα προνομιακό, γι’ αυτήν, πεδίο, εντός του οποίου μπορούσε να ασκεί την επιρροή και την ισχύ της δίχως να κινδυνεύει να ενεργοποιήσει τα ιστορικά αντανακλαστικά των ευρωπαίων εταίρων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η εξαγωγική κατεύθυνση της γερμανικής οικονομίας επωφελήθηκε τα μέγιστα από τη συγκρότηση της ευρωζώνης, την Εσωτερική Αγορά της ΕΕ και τις αναδυόμενες ασιατικές αγορές.

Η Γερμανία εξελισσόταν σε μια ισχυρή γεωοικονομική δύναμη στην καρδιά της Ευρώπης, θέτοντας σε ανισορροπία όχι μόνο τον ιστορικό γαλλογερμανικό άξονα, που είχε αποτελέσει τη στρατηγική η οποία θεμελίωσε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά και το σύνολο της ευρωζώνης, κατά συνέπεια και το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, το κρισιμότερο ιστορικό ζήτημα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας – ο ρόλος μιας εκ νέου ισχυρής Γερμανίας στο κέντρο της Ευρώπης – βρέθηκε και πάλι στο προσκήνιο.

Πέρα, όμως, από την πολιτική και οικονομική (δομική) ασυμμετρία της ευρωζώνης, τις συνέπειες που είχε αυτή η ασυμμετρία μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και τον κυρίαρχο ρόλο της Γερμανίας, η Ευρωπαϊκή Ενωση βρέθηκε με μεγέθυνση του προβλήματος της πολιτικής διακυβέρνησης.

ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Βασική επιδίωξη: ενίσχυση του πολιτικού ρόλου μέσα και έξω από την Ευρώπη. Σύνθημά της: ο πολιτικός της λόγος να γίνει ισοδύναμος της οικονομικής της δύναμης. Στην Ευρώπη, επιδιώκει να κυριαρχήσει με τη διεύρυνση σε «συγγενείς» χώρες (Αυστρία κ.ά.) και την αλλαγή των δομών ασφάλειας, ώστε να περιοριστεί ο ρόλος των ΗΠΑ και να αναβαπτιστεί ο δικός της. (Προωθείται αναθεώρηση του Συντάγματος για να νομιμοποιηθεί η συμμετοχή του γερμανικού στρατού σε επιχειρήσεις πέραν του γερμανικού εδάφους).

Γεωπολιτικές και γεωοικονομικές επιδιώξεις: Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, Δημοκρατίες Βαλτικής, Βαλκάνια, Κεντρική Ασία και Τουρκία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα Σκόπια. Μέσα: προσφορά know-how, όπλων, χρηματοδοτήσεων και πολιτική υποστήριξη.

Στα Βαλκάνια η Γερμανία έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας. Πρωτοστάτησε στην κοινοτική απόφαση να μη χαρακτηριστεί το Σερβικό Κράτος κληρονόμος της Γιουγκοσλαβίας.

(Η σύντομη περιγραφή της επεκτατικής στρατηγικής της Γερμανίας περιλαμβάνεται σε συνοπτικό ενημερωτικό σημείωμα, το οποίο συντάχθηκε τον Νοέμβριο 1992 – πριν από 26 χρόνια – έπειτα από αίτημα του Ανδρέα Παπανδρέου. Περιλαμβάνεται και η στρατηγική και των άλλων κρατών-μελών της ΕΕ. Και τα πεδία αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ, οι δασμοί και η Συμφωνία για το περιβάλλον).

Η ΑΦΕΤΗΡΙΑ. Οταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, η Ευρώπη δεν είχε ενιαία πολιτική. Η Γερμανία θα σπεύσει, το φθινόπωρο του 1991, να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Κροατίας και της Σλοβενίας. Μετά τέσσερα χρόνια, τον Νοέμβριο 1995, στο Dayton του Ohio, θα οριστικοποιηθεί η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας σε έξι αυτόνομα κράτη: η Σερβία με το Μαυροβούνιο και Κόσοβο και Βοϊβοντίνα, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη και FYROM (Σκόπια). Το 2014, με καθοριστική παρέμβαση της Γερμανίας και των ΗΠΑ, θα καταγραφεί στην ιστορία της ΕΕ (επί ελληνικής προεδρίας) η μεγαλύτερη διεύρυνση με την Κροατία και τη Σλοβενία και οκτώ κράτη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης: Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία και Τσεχία.

Η Βουλγαρία εντάχθηκε το 2007. Σήμερα λειτουργούν 5.000 γερμανικές εταιρείες και 1.200 έχουν αντιπροσωπείες. Οι επενδύσεις πλησιάζουν τα τρία δισ. ευρώ και οι εμπορικές συναλλαγές τα έξι δισ. ευρώ. Το 2016 είχε επισκεφθεί τη Σόφια ο πρόεδρος της Γερμανίας και επέδωσε στον πρόεδρο της Βουλγαρίας το υψηλότερο γερμανικό αριστείο για τη συμβολή του στη διμερή συνεργασία.

Η Αλβανία είναι στο στάδιο ολοκλήρωσης των προϋποθέσεων για την ένταξη στην ΕΕ. Εμφανής η υποστήριξη της Γερμανίας. Τον Απρίλιο του 2018 η καγκελάριος Μέρκελ επισκέφθηκε τα Τίρανα και σε κοινή εμφάνιση με τον πρωθυπουργό Ράμα δήλωσε ότι η Γερμανία θα στηρίξει την ένταξη, όταν ολοκληρωθούν οι προϋποθέσεις.

Είχε, ήδη, προσφέρει δύο εκατ. ευρώ για βελτίωση του συστήματος παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Αλβανία άρχισε το 1991 με αντιπάλους τις ΗΠΑ και την Ιταλία. Τον Μάιο, ο υπουργός Εξωτερικών θα υποδεχθεί στο Βερολίνο τον υπουργό Εξωτερικών της Αλβανίας για να του ανακοινώσει ότι οι 34 υπουργοί της ΔΑΣΕ (Διάσκεψη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη) έκαναν δεκτή την ένταξη της Αλβανίας στον Οργανισμό, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Αυτό ήταν και το πρώτο μεγάλο άλμα της Αλβανίας προς την Ευρώπη. (Θυμάμαι τον εκπρόσωπο της Αλβανίας στη συνάντηση της ΔΑΣΕ στο Παρίσι, στην οποία μετείχα ως εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου).

Σερβία και Μαυροβούνιο είναι στο στάδιο της προενταξιακής διαδικασίας. Τα Σκόπια είναι σε αναμονή «λευκού καπνού» από το ελληνικό Κοινοβούλιο με την έγκριση της συμφωνίας των Πρεσπών… Προφανής και ο σκοπός της επίσκεψης της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ στην Αθήνα. Είναι η διασφάλιση της έγκρισης της συμφωνίας με στήριξη του Αλέξη Τσίπρα. Παιχνίδι της Ιστορίας. Από το «Go back, madam Merkel» του Αλέξη Τσίπρα το 2014 στο «Welcome, madam Merkel» το 2019. Με την έγκριση της συμφωνίας η Γερμανία ολοκληρώνει τη στρατηγική διείσδυση στα Βαλκάνια και ο Αλέξης Τσίπρας ολοκληρώνει την «ιστορική» στροφή από την Αριστερά στον Σοσιαλισμό με την ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Πέμπτη 10/1/19)

Ετος ανατροπής των ισορροπιών προμηνύεται το 2019

0
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ακόμη πιο απρόβλεπτη αναμένεται η συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ το νέο έτος. Στη φωτογραφία, με την πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόσι και τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικ Πενς, στον Λευκό Οίκο, τον περασμένο Δεκέμβριο.

Το 2018 ήταν το έτος της ισορροπίας του τρόμου μεταξύ των λαϊκιστών και του παλαιού κατεστημένου στις χώρες της Δύσης. Δόθηκαν σκληρές μάχες, με κάθε στρατόπεδο να καταγράφει σημαντικές νίκες και οδυνηρές ήττες, αλλά στα τέλη της χρονιάς, η έκβαση του πολέμου δεν είχε ακόμα κριθεί.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντόναλντ Τραμπ είδε να στενεύει γύρω του ο κλοιός του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ και το κόμμα του να χάνει με πάταγο την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Διόρισε, ωστόσο, έναν ακόμα ανώτατο δικαστή, εδραιώνοντας τη συντηρητική πλειοψηφία στο Σώμα, απολαμβάνει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά επιδοκιμασίας μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων και εξακολουθεί να ωφελείται από τη δυναμική ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας.

Στη Βρετανία, η Τερέζα Μέι κατέληξε, μετά κόπων και βασάνων, σε συμφωνία με τις Βρυξέλλες για την αποχώρηση της χώρας από την Ε.Ε. Η συμφωνία, όμως, δεν τέθηκε ενώπιον του Κοινοβουλίου στις 11 Δεκεμβρίου, όπως είχε προγραμματιστεί, και η μοίρα του Brexit παραμένει άδηλη. Στη Γερμανία, μετά σειρά αρνητικών εκλογικών αποτελεσμάτων για τους Χριστιανοδημοκράτες, η Αγκελα Μέρκελ παραιτήθηκε από την ηγεσία του κόμματός της. Τον Δεκέμβριο, όμως, είδε να τη διαδέχεται η πολιτική της κληρονόμος, Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ. Εξασφάλισε έτσι –προσωρινά, έστω– την πολιτική της επιβίωση. Ακόμα και η ιταλική εξέγερση κατά της «δικτατορίας του ευρώ», μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού Λέγκας-Κινήματος 5 Αστέρων, κατέληξε σε έναν συμβιβασμό που επέτρεψε και στις δύο πλευρές να διαφυλάξουν την τιμή τους.

Το 2019 δείχνει να μας επιφυλάσσει ανατροπή των ισορροπιών – και όξυνση των αναταραχών. Hδη, η σύγκρουση του Τραμπ με την ηγεσία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο έχει οδηγήσει σε διακοπή της λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που, αν συνεχιστεί έως αύριο, θα είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια των τελευταίων 43 ετών. Η προδιαγεγραμμένη ήττα του σε αυτήν την αντιπαράθεση, ο πολλαπλασιασμός των ερευνών εις βάρος του τώρα που θα μπει στο παιχνίδι και η Βουλή των Αντιπροσώπων, και η αποχώρηση από το επιτελείο του των τελευταίων αξιωματούχων που συγκρατούσαν τις παρορμήσεις του, είναι βέβαιο ότι θα τον οδηγήσουν σε ακόμα πιο απρόβλεπτη συμπεριφορά. Η πιθανότητα εκκίνησης διαδικασιών καθαίρεσης θα είναι σημαντικά αυξημένη. Το ίδιο και το ενδεχόμενο έξαρσης των εντάσεων με την Κίνα, καθώς ο Τραμπ θα ωθείται σε επίδειξη δύναμης στο εξωτερικό για να αντισταθμίσει την αδυναμία του στο εσωτερικό.

Η συμφωνία της Μέι, αν λάβει χώρα η σχετική ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων την επόμενη Τρίτη, αναμένεται να απορριφθεί πανηγυρικά, τόσο από τους οπαδούς της παραμονής στην Ε.Ε. όσο και από τους σκληροπυρηνικούς Brexiteers. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για καμία εναλλακτική επιλογή. Ο κίνδυνος μιας άτακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου στις 29 Μαρτίου συνεπώς έχει χτυπήσει κόκκινο. Στην Ευρώπη ευρύτερα, οι ευρωεκλογές του Μαΐου μπορεί να πυροδοτήσουν αποσταθεροποιητικές εξελίξεις. Μία πολύ κακή επίδοση του SPD μπορεί να οδηγήσει σε απόσυρσή του από τον Μεγάλο Συνασπισμό και στην πτώση της Μέρκελ· μία πολύ καλή επίδοση των ευρωσκεπτικιστών μπορεί να ενισχύσει την αδιαλλαξία του Ματέο Σαλβίνι απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στα ύψη η πόλωση

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα εξελιχθεί η μάχη μεταξύ των κυβερνώντων λαϊκιστών και της Ν.Δ. κατά το νέο έτος. Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον θα είναι δυσμενέστερο από τα προηγούμενα δύο χρόνια, ενώ η πόλωση στο εσωτερικό, ήδη στα ύψη, θα κορυφωθεί στην εκλογική αυτή χρονιά. Το χειρότερο για τη χώρα θα είναι ο προεκλογικός πυρετός, τα συμπτώματα του οποίου είναι ήδη έντονα αισθητά, να παραταθεί έως τον Οκτώβριο. Αν συμβεί αυτό, είναι πολύ πιθανό η Ελλάδα να επανέλθει το 2019 στα διεθνή πρωτοσέλιδα, συμβάλλοντας κι αυτή στις φυγόκεντρες δυνάμεις που κινδυνεύουν να τινάξουν τη δυτική συμμαχία στον αέρα.

“Καθημερινή”