Ο πρώην υπουργός εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, προκαλώντας το δημόσιο αίσθημα προέβη σε μια δήλωση “καλώς ήλθες Βόρεια Μακεδονία” μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης άρθρων του Συντάγματος στη γειτονική χώρα.
Ο κ. Κοτζιάς φαίνεται πως βλέπει την πολιτική ως ποδοσφαιρικό αγώνα. Αυτό, ίσως, θα ήταν συγχωρητέο για θέματα εσωτερικής πολιτικής. Είναι απολύτως κατακριτέο όταν πρόκειται για την εξωτερική πολιτική της χώρας και ιδιαιτέρως για ένα θέμα ευαίσθητο όπως το Μακεδονικό.
Ο κ. Κοτζιάς διέπραξε το ίδιο λάθος και κατά την έναρξη της διαδικασίας αναζήτησης λύσης με τα Σκόπια. Ίσως, τα πράγματα εξελίσσονταν πολύ διαφορετικά αν οι πρώτες δηλώσεις του τότε ΥΠΕΞ παράλληλα με την πρόσκληση για συνομιλίες καλούσαν, με θεμιτούς πολιτικούς τόνους, και τα ελληνικά πολιτικά κόμματα να συνδράμουν ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή συμφωνία σε ένα χρονίζον ζήτημα που βλάπτει τη χώρα.
Και, τότε, με τους υψηλούς και διχαστικούς τόνους του πίστευε πως θα προκαλέσει ρήγμα στην αντιπολίτευση και θα προσέφερε κομματικές υπηρεσίες στον πολιτικό του προϊστάμενο.
Το αποτέλεσμα ήταν ο ακραίος διχασμός του ελληνικού λαού. Αυτό, δηλαδή, το οποίο πρέπει να αποφύγουμε όπως ο διάβολος το λιβάνι.
Υπάρχει μια.αντίληψη σε θέματα διαχείρισης εξωτερικής πολιτικής- και στην Ελλάδα- που αυτοαποκαλείται ρεαλιστική.
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, στο σκοπιανό τόσα μπορούσαμε να κάνουμε τόσα πετύχαμε. Η παράταση της εκκρεμότητας θα απέβαινε σε βάρος της χώρας, διότι το μέλλον είναι δυσοίωνο.
Με την αντίληψη αυτή, στο βαθμό που διατυπωνόταν με όρους σοβαρότητας, θα μπορούσε κανείς να συνομιλήσει.
Αλλά, οι διαχειριστές της επώδυνης συμφωνίας με τα Σκόπια να αλληλοσυγχαίρονται την επομένη της επικύρωσης της Συμφωνίας στη Βουλή του γειτονικού κράτους και να μην μπορούν να κρύψουν τη χαρά τους, είναι κάτι που ξεπερνά τη λογική.
Αποκαλύπτει μίσος για την ελληνική κοινωνία. Και την επιβολή ενός “θέλω” με τη βοήθεια πραιτοριανών.
Αυτό είναι το ένα θέμα παροξυσμού της πολιτικής μας ζωής.
Το άλλο είναι η εξοικείωση με την έννοια της αποστασίας.
Ο αρχηγός των ΑΝΕΛ καλεί τους βουλευτές του να αποσυρθούν από την κυβέρνηση για λόγους αρχής και αυτοί αρνούνται. Πρόκειται για πρωτοφανή διαδικασία. Και για απολύτως κατακριτέα αφού το κίνητρο είναι προσωπικά ωφελιμιστικό. Οι ΑΝΕΛ δεν έχουν πολιτική προοπτική και οι καλομαθημένοι και καλοβολεμένοι βουλευτές του αναζητούν είτε την συμπερίληψή τους στα ψηφοδέλτια του Συριζα, ελπίζοντας να συνεχίσουν την πολιτική τους καριέρα, ή τα αργύρια μέχρι τη συνταγματικά προβλεπόμενη λήξη της θητείας της παρούσας βουλής.
Υπάρχει και ένα τρίτο ζήτημα: ο απόλυτος πολιτικός αμοραλισμός του ίδιου του Τσίπρα, ο πολιτικός εκμαυλισμός του δημόσιου βίου και η εξοικείωση της νέας γενιάς με αυτό το είδος πολιτικής.
Όλα αυτά ανατρέπονται μόνο με μια εξέγερση τύπου «Κίτρινων Γιλέκων». Που να προέλθει από τη βάση και να αμφισβητήσει το σύστημα εξουσίας Συριζα- ΑΝΕΛ το οποίο επικαλείται, με τρόπο γελοίο, αριστερό άλλοθι.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η θρησκευτική επέκταση της Τουρκίας έχει αποφέρει μικτά αποτελέσματα. Στην Αφρική, γενικά, έχουν εκτιμηθεί οι προσπάθειες της Τουρκίας. Στα Βαλκάνια, η επίκληση της οθωμανικής κληρονομιάς και η εμφάνιση της Τουρκίας ως προστάτιδας των Μουσουλμάνων προβλέψιμα έχει παίξει καλά με τις μουσουλμανικές κοινότητες και λιγότερο με τις μη μουσουλμανικές. Η Τουρκία βρήκε λίγους αποδέκτες στις τουρκικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.
Η GONUL TOL είναι διευθύντρια στο Κέντρο Τουρκικών Σπουδών στο Middle East Institute.
Υπό την ηγεσία του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [1], του οποίου το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχει ισλαμικές ρίζες, η θρησκεία έχει γίνει ένα κρίσιμο όργανο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Σε χώρες από την Λατινική Αμερική έως την υποσαχάρια Αφρική, η Τουρκία χτίζει τζαμιά, χρηματοδοτεί θρησκευτική εκπαίδευση, αποκαθιστά την οθωμανική κληρονομιά -και στην πορεία διαφημίζει το μοναδικό είδος της ισλαμικής ηγεσίας της.
Αναμιγνύοντας το σουνιτικό ισλάμ με τον τουρκικό εθνικισμό, οι κρατικοί θεσμοί και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών πίσω από την θρησκευτική επέκταση της χώρας προωθούν την τουρκική γλώσσα και τον πολιτισμό παράλληλα με τα θρησκευτικά προγράμματα σπουδών, και σηκώνουν την τουρκική σημαία στους τόπους των νέων έργων. Στο μυαλό εκείνων που εφαρμόζουν την πολιτική αυτή, η Τουρκία, ως κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι το τελευταίο φρούριο του Ισλάμ και ο φυσικός ηγέτης της αναβίωσης του μουσουλμανικού πολιτισμού.
Φοιτητές στην σχολή Imam Hatip στην Κωνσταντινούπολη, τον Μάιο του 2017. MURAD SEZER / REUTERS
————————————————————————
Η Τουρκία δεν είναι η μόνη περιφερειακή δύναμη που χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως ένα στοίχημα για την ηγεμονία [2]. Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία διαδίδουν επίσης τις αντίστοιχες εκδοχές του Ισλάμ, χρηματοδοτώντας οργανισμούς και τζαμιά. Η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετήσει το ισλαμικό είδος της ως μια πιο ανεκτική, λιγότερο ακραία σουνιτική εναλλακτική έναντι του σαουδαραβικού Ουαχαμπισμού -και ως εκ τούτου πιο κατάλληλη για την περιφερειακή ηγεσία. Σε αντίθεση με την συντηρητική σχολή του Ισλάμ Hanbali, το θεμέλιο του Ουαχαμπισμού, η σχολή Hanafi που κυριαρχεί στην Τουρκία είναι σχετικά φιλελεύθερη και προσφέρει πολύ περισσότερο χώρο για την ερμηνεία του θρησκευτικού νόμου.
Αλλά η εθνικιστική χροιά στην θρησκευτική διπλωματία της Τουρκίας θα μπορούσε να εμποδίσει την επιτυχία της. Έχει ήδη ενοχλήσει τις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες θεωρούν τις ενέργειες της Τουρκίας ως πολωτικές και επιζήμιες για την ένταξη των Τούρκων μεταναστών, και τις χώρες της Μέσης Ανατολής, που βλέπουν την Τουρκία μέσω ενός αυτοκρατορικού πρίσματος. Το ΑΚΡ πήγε την θρησκευτική επέκταση της Τουρκίας σε πρωτοφανή επίπεδα, αλλά σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, η υποψία για τις προθέσεις του θα μπορούσε να περιορίσει τις προοπτικές της επιτυχίας του.
Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΖΑΜΙΩΝ
Ένα από τα πιο ορατά μέσα μέσω των οποίων η Τουρκία έχει εκπέμψει τα θρησκευτικά της διαπιστευτήρια ήταν η κατασκευή τεράστιων τζαμιών σε όλο τον κόσμο. Το 2015, ο Ερντογάν εγκαινίασε ένα στα Τίρανα, την πρωτεύουσα της Αλβανίας. Την άνοιξη του 2016, παρακολούθησε την τελετή εγκαινίων του Diyanet Center of America, ενός τζαμιού και πολιτιστικού κέντρου στο Μέριλαντ, που θεωρείται η μεγαλύτερη ισλαμική εκπαιδευτική έκταση (campus) στο Δυτικό ημισφαίριο. Τον Σεπτέμβριο άνοιξε ένα από τα μεγαλύτερα τεμένη της Ευρώπης στην γερμανική πόλη της Κολωνίας, η οποία φιλοξενεί μια μεγάλη τουρκική κοινότητα. Έχει σχέδια να κατασκευάσει τζαμιά στην Κούβα, την Ρουμανία και την Βενεζουέλα.
Το τουρκικό κράτος υποστηρίζει αυτά τα έργα μέσω του Ιδρύματος Diyanet [3], το οποίο λειτουργεί υπό την Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet). Η Diyanet ιδρύθηκε το 1924 για να προωθήσει μια εκκοσμικευμένη έκδοση του Ισλάμ καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε και γεννήθηκε το σύγχρονο τουρκικό κράτος. Εντός της Τουρκίας, εκτός από την κατασκευή και την συντήρηση τεμενών, η Diyanet προσλαμβάνει ιμάμηδες, προσφέρει θρησκευτική εκπαίδευση στο κοινό, ερμηνεύει Ισλαμικούς κανόνες και γράφει κηρύγματα που διαβάζονται κάθε εβδομάδα στα τζαμιά της χώρας. Μέχρι την δεκαετία του 1980, η Diyanet δεν διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο εκτός των συνόρων της Τουρκίας. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 και την διασπορά που προέκυψε, τόσο οι ισλαμιστικές όσο και οι αριστερές οργανώσεις άρχισαν να αποκτούν επιρροή στις τουρκικές μεταναστευτικές κοινότητες στην Δυτική Ευρώπη. Η στρατιωτική κυβέρνηση, που χρειαζόταν έναν τρόπο να ανταγωνιστεί με τα αντίστοιχα μηνύματά της, επέκτεινε τις επιχειρήσεις της Diyanet στην Ευρώπη. Εκεί, χρησιμοποίησε την οργάνωση για την προώθηση μιας εκκοσμικευμένης εκδοχής του Ισλάμ στους Τούρκους μετανάστες, προκειμένου να αποφευχθεί η ριζοσπαστικοποίησή τους.
Το AKP έχει διευρύνει την διεθνή αποστολή της Diyanet και την έκανε πιο ξεκάθαρα ένα όργανο της πολιτικής και ιδεολογικής ατζέντας του κόμματος. Από το 2010, αυτό που κάποτε ήταν ένα ημιαυτόνομο θεσμικό όργανο περιήλθε σταθερά υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Εκείνο το έτος, το κυβερνών κόμμα διόρισε έναν νέο πρόεδρο στην Diyanet ο οποίος ήταν πιο αφοσιωμένος στην εκπλήρωση των απαιτήσεων του ΑΚΡ από όσο ο προκάτοχός του. Νομοθετικές μεταρρυθμίσεις επέκτειναν σημαντικά την αποστολή του οργανισμού και ενίσχυαν την γραφειοκρατική και διοικητική του ικανότητα -συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής του στην εξωτερική πολιτική. Το Ίδρυμα Diyanet λειτουργεί τώρα σε όλο τον κόσμο, από την Λατινική Αμερική έως την Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, προσφέροντας θρησκευτικές υπηρεσίες σε μουσουλμανικές κοινότητες: Διοργανώνοντας εκδρομές στο haj, εκπαιδεύοντας ιερείς, εκδίδοντας βιβλία και μεταφράζοντας το Κοράνι σε τοπικές γλώσσες. Παρέχει επίσης υποτροφίες για σπουδαστές από την Αφρική, τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ασία και την Λατινική Αμερική για να μελετήσουν την θρησκεία στην Τουρκία.
Αλλά το Ίδρυμα Diyanet δεν είναι το μόνο τέτοιο όργανο της τουρκικής θρησκευτικής ήπιας ισχύος. Ο Τουρκικός Οργανισμός Συνεργασίας και Συντονισμού, ένα άλλο κρατικό όργανο, έχει επίσης επεκτείνει σημαντικά την διεθνή παρουσία του υπό το AKP. Έχει αναλάβει την αποκατάσταση των χώρων της οθωμανικής κληρονομιάς σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων δεκάδων μνημείων στα Βαλκάνια˙ το ιστορικό μαυσωλείο του Gul Baba, ενός διάσημου Οθωμανού πολεμιστή και ποιητή, στην Ουγγαρία˙ ένα παζάρι στην ιρακινή πόλη Kirkuk˙ και ένα προξενικό κτίριο στην Αιθιοπία.
Οι ανθρωπιστικές μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) με ισλαμική τάση προήγαγαν περαιτέρω την τουρκική επιρροή σε τμήματα της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής που κάποτε ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτές οι ομάδες προσφέρουν βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών προμηθειών και των τροφίμων, και βοηθούν στην ανάπτυξη υποδομών όπως πηγάδια, ορφανοτροφεία και σχολεία. Από τότε που ήρθε στην εξουσία πριν από 16 χρόνια, το AKP έχει χαλαρώσει τους γραφειοκρατικούς περιορισμούς σε αυτές τις ΜΚΟ, επιτρέποντάς τους να λάβουν περισσότερες δωρεές και να επεκτείνουν την δουλειά τους στο εξωτερικό. Πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι του AKP έχουν στενούς δεσμούς με ανθρωπιστικές οργανώσεις. Οι ηγέτες των ΜΚΟ, από την πλευρά τους, θεωρούν τους εαυτούς τους σημαντικούς παράγοντες στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Συχνά επικαλούνται την ευθύνη της Τουρκίας προς τα πρώην οθωμανικά εδάφη και τον ρόλο της ως ηγέτιδας του ισλαμικού πολιτισμού.
Πουθενά η θρησκευτική διπλωματία της Τουρκίας δεν ήταν αποτελεσματικότερη από όσο στην Σομαλία. Στην κορύφωση ενός καταστροφικού λιμού τον Αύγουστο του 2011, που τα Δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης γενικώς αγνόησαν, ο Ερντογάν οδήγησε μια αντιπροσωπεία ανώτερων υπουργών, ηγετών ΜΚΟ, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων και διασημοτήτων για να επισκεφθούν ένα στρατόπεδο γεμάτο από πεινασμένα παιδιά στη Μογκαντίσου. Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια του ιερού μήνα του Ραμαζανιού και το μήνυμα του Ερντογάν ήταν σαφές: Η Τουρκία δεν θα εγκαταλείψει τους Μουσουλμάνους αδελφούς και αδελφές. Από τότε, η Τουρκία έχει δαπανήσει περισσότερα από 1 δισ. δολάρια για βοήθεια στην Σομαλία. Μια τουρκική εταιρεία διαχειρίζεται το αεροδρόμιο Mogadishu, και η Turkish Airlines είναι ο μόνος διεθνής αερομεταφορέας που πετά εκεί. Το Ίδρυμα Diyanet και άλλες ισλαμικές ΜΚΟ διοικούν θρησκευτικές σχολές. Υπάρχει ένα νοσοκομείο στην Σομαλία με το όνομα του Ερντογάν. Η υπηρεσία βοήθειας της Τουρκίας είναι υπεύθυνη για την συλλογή απορριμμάτων. Οι Σομαλοί εμπιστεύονται [4] τις τουρκικές μουσουλμανικές οργανώσεις περισσότερο από όσο τις Δυτικές. Ίσως ως φυσική συνέπεια αυτής της εμπιστοσύνης, το εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών έχει επεκταθεί ταχύτατα και η Τουρκία έχει εδραιώσει τη μεγαλύτερη υπερπόντια στρατιωτική βάση της στην Σομαλία.
Η τουρκικού τύπου θρησκευτική εκπαίδευση είναι δημοφιλής σε άλλα μέρη της Αφρικής, όπως το Τσαντ, η Αιθιοπία, η Γκάνα, ο Νίγηρας και η Νιγηρία. Ισλαμικές οργανώσεις, όπως το Ίδρυμα Hudayi και το Suleymancilar, λειτουργούν θρησκευτικές σχολές που ονομάζονται σχολές Imam Hatip, οι οποίες συνδυάζουν ισλαμικές και επιστημονικές διδασκαλίες. Ο Ερντογάν είναι ένας από τους σημαντικότερους αποφοίτους αυτών των σχολείων. Αυξάνουν την δημοτικότητά τους μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, επειδή πολλές μουσουλμανικές χώρες έχουν δει το τουρκικό Ισλάμ ως εναλλακτική λύση στα πιο ριζοσπαστικά ρεύματα. Οι αρχές του Αφγανιστάν, του Τσαντ, του Νίγηρα, του Πακιστάν και της Σομαλίας έχουν εκφράσει το ενδιαφέρον τους για την υιοθέτηση του τουρκο-ισλαμικού μοντέλου εκπαίδευσης που παρέχεται από τα σχολεία Ιμάμ Χατίπ για τον λόγο αυτό.
Η Τουρκία φέρνει επίσης μαθητές από άλλες χώρες να λάβουν θρησκευτική εκπαίδευση σε διεθνή σχολεία Imam Hatip στις πόλεις Κωνσταντινούπολη, Καισάρεια και Ικόνιο. Περισσότεροι από 1.000 φοιτητές από 76 χώρες φοίτησαν σε αυτά τα σχολεία από το 2014 έως το 2015. Ένας συνδεδεμένος με το κράτος εκπαιδευτικός σύλλογος που ονομάζεται Ίδρυμα Maarif έχει επίσης διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην προώθηση της τουρκικού τύπου θρησκευτικής παιδείας στο εξωτερικό -προσφέροντας υποτροφίες, οικοδομώντας σχολεία και κοιτώνες, και εκπαιδεύοντας δασκάλους.
Λόγω των ιστορικών εχθροτήτων, τα κράτη της Μέσης Ανατολής ήταν λιγότερο δεκτικά στις δραστηριότητες θρησκευτικής εξωστρέφειας της Τουρκίας από όσο τα αφρικανικά. Πολλές αραβικές χώρες που κάποτε κυβερνώντο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούν να βλέπουν την Τουρκία ως αυτοκρατορική δύναμη. Πολλοί Τούρκοι, από την πλευρά τους, βλέπουν τις αραβικές χώρες ως προδοτικές επειδή συμμάχησαν με τους Βρετανούς ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την άνοδο του ισλαμιστικών ριζών ΑΚΡ το 2002 στην εξουσία, η εχθρότητα άρχισε σιγά-σιγά να δίνει την θέση της στην πολιτισμική προσέγγιση. Για να ενισχύσει την ήπια ισχύ του στη Μέση Ανατολή, το ΑΚΡ βασίστηκε κυρίως στους δεσμούς του με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία δεν έχει παράρτημα στην Τουρκία αλλά είναι ιδεολογικά ευθυγραμμισμένη στενά με το ΑΚΡ. Ο Νετσμετίν Ερμπακάν, ο ιδρυτής του προδρόμου κόμματος του ΑΚΡ και με πολλούς τρόπους ο πνευματικός του πατέρας, είχε ισχυρές σχέσεις με τους ηγέτες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας σε ολόκληρη την περιοχή. Στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, οι θρησκευτικές ΜΚΟ που συνδέονται με το ΑΚΡ συνέχισαν να βασίζονται σε αυτούς τους δεσμούς, διοργανώνοντας διεθνή συνέδρια και φόρουμ για το μέλλον του μουσουλμανικού κόσμου στην Κωνσταντινούπολη και καθιστώντας την πόλη ένα σημαντικό κέντρο της Αδελφότητας. Το, υποστηριζόμενο από το Κατάρ, Al Jazeera, το μεγαλύτερο δίκτυο ειδήσεων στη Μέση Ανατολή, βοήθησε επίσης στην προώθηση της εικόνας της Τουρκίας ως μοντέλου μουσουλμανικής χώρας.
Μετά τις αραβικές εξεγέρσεις, όμως, η Μέση Ανατολή έχει γίνει ίσως η περιοχή που είναι η πιο βαθιά σκεπτικιστική σχετικά με την τουρκική ηγεσία. Η καταστροφική εμπλοκή της Τουρκίας στην Συρία και η αυταρχική στροφή της υπό τον Ερντογάν, έχουν θρυμματίσει την εικόνα της στις γειτονικές χώρες. Επιπλέον, η Μουσουλμανική Αδελφότητα -στην οποία βασίζεται η Τουρκία για να επιτύχει τους στόχους της- θεωρείται τώρα από πολλούς Μουσουλμάνους ως μια αποτυχία, και χαρακτηρίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση στην Αίγυπτο, την Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η εντατικοποίηση της εθνικιστικής ρητορικής της Τουρκίας και οι συχνές αναφορές στο οθωμανικό παρελθόν ταράζουν καθεστώτα όπως η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που βλέπουν μια αυτοκρατορική ατζέντα πίσω από την θρησκευτική διπλωματία της Τουρκίας.
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν επίσης ανησυχήσει για τις δραστηριότητες της θρησκευτικής εξωστρέφειας της Τουρκίας. Μέσω της Diyanet, ο πρόεδρος Ερντογάν μπόρεσε να επεκτείνει την επιρροή του μεταξύ της τουρκικής διασποράς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Diyanet πληρώνει τους μισθούς των ιμάμηδων που αποστέλλονται από την Τουρκία και ελέγχει αυστηρά τα μηνύματα που εκπέμπουν. Τα εβδομαδιαία κηρύγματα της Παρασκευής είναι τα ίδια με αυτά που εκφωνούνται στην Τουρκία, τα οποία εκδίδονται από την έδρα της Diyanet στην Άγκυρα. Αυτό ήταν βαθύτατα ανησυχητικό για τους Ευρωπαίους αξιωματούχους, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η παρέμβαση της Τουρκίας στην θρησκευτική ζωή των μεταναστών αποτρέπει την επιτυχή ενσωμάτωσή τους.
ΕΞΑΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η θρησκευτική επέκταση της Τουρκίας έχει αποφέρει μικτά αποτελέσματα. Στην διαλυμένη από τον πόλεμο Σομαλία, τόσο η πολιτική ελίτ όσο και ο τοπικός πληθυσμός έχουν εκτιμήσει τις προσπάθειες της Τουρκίας, κάτι που έχει οικοδομήσει εμπιστοσύνη και προετοίμασε τον δρόμο για μελλοντική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών. Στα Βαλκάνια, η επίκληση της οθωμανικής κληρονομιάς και η εμφάνιση της Τουρκίας ως προστάτιδας των Μουσουλμάνων προβλέψιμα έχει παίξει καλά με τις μουσουλμανικές κοινότητες και λιγότερο με τις μη μουσουλμανικές. Η Τουρκία βρήκε λίγους αποδέκτες στις τουρκικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο κοσμικές.
Τα ανοίγματά της στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη αντιμετωπίστηκαν με αυξανόμενο σκεπτικισμό. Τα εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα που κερδίζουν σε όλη την Ευρώπη είναι εχθρικά προς την θρησκευτική επέκταση της Τουρκίας. Στη Μέση Ανατολή, η ανάμιξη του Ισλάμ και του τουρκικού εθνικισμού θα συνεχίσει να προκαλεί δυσάρεστες αναμνήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εφόσον κυβερνάται από ένα κόμμα με ισλαμικές ρίζες, η Τουρκία θα συνεχίσει να διεξάγει μια εξωτερική πολιτική στην οποία η θρησκεία είναι αναπόσπαστη. Όμως, καθώς οι εθνικισμοί κερδίζουν έδαφος σε παγκόσμιο επίπεδο, το τουρκικό συγκεκριμένο είδος θρησκευτικής επέκτασης θα μπορούσε να γίνει πιο δύσκολο να πουλήσει.
Το περιοδικό Le Point είναι ένα από τα κυριότερα όργανα της γαλλικής συντηρητικής δεξιάς. Πρόσφατα κυκλοφόρησε με τίτλο στο εξώφυλλο: «Η Γαλλία μπροστά στην ιστορία της» και υπότιτλο «1648, 1789, 1830, 1848, 1871… Τέσσερις αιώνες επαναστάσεων».
Το εξώφυλλο διακοσμείται με έναν πίνακα του Πιερ-Ζερόμ Λορντόν, που εμφανίζει τους διαδηλωτές και τον στρατό να συγκρούονται στη Rue de Babylone του Παρισιού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1830. Ίσως να έδωσε ιδέες στον πρώην Υπουργό του Σιράκ, τον Φερύ, που βγήκε πριν από δύο ημέρες και ζήτησε να αρχίσουν οι αστυνομικοί να πυροβολούν και να σκοτώνουν τα κίτρινα γιλέκα.
Μην απορείτε αν δεν το ακούσατε αυτό από την τηλεόρασή σας, ούτε γιατί δεν γνωρίζετε ότι η αστυνομική καταστολή στη Γαλλία, σε βία, νεκρούς, τραυματίες και συλληφθέντες έχει υπερβεί κάθε επίπεδο που γνώρισε η χώρα μετά το 1968. Ούτε ότι αγνοείτε πιθανώς τη νέα καμπάνια που άρχισαν μερικά Γιλέκα καλώντας τους συμπολίτες τους να αποσύρουν τα λεφτά τους από τις τράπεζες. Ούτε ότι σας έχουν αφήσει να πιστεύετε ότι η όλη υπόθεση έχει να κάνει με το φόρο της βενζίνης ή την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών «μέσων ενημέρωσης» δεν έχει μπει καν στον κόπο να ενημερώσει τους αναγνώστες ή τηλεθεατές τους, για τα κύρια πολιτικά αιτήματα των Κίτρινων Γιλέκων. Καμμιά προσπάθεια σοβαρής ερμηνείας σε βάθος όσων συμβαίνουν στη Γαλλία, ελάχιστα σοβαρά ρεπορτάζ επί τόπου, στα χωριά και τους αυτοκινητοδρόμους της Γαλλίας.
Ολοκληρωτισμός
Μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις συνέπηξαν την Ιερά Συμμαχία και απηγόρευσαν τις Επαναστάσεις.
Στη σημερινή εποχή, οι Επαναστάσεις έχουν απλώς κηρυχθεί αδιανόητες (ο Σόρος και όχι μόνο κάνει τεράστιο αγώνα να τις βγάλει και από τα σχολικά βιβλία ιστορίας). Αφού είναι αδιανόητες δεν μπορούν να συμβούν. Αφού δεν μπορούν να συμβούν δεν συμβαίνουν.
Πάνε τώρα τα ευρωπαϊκά Μέσα στη Γαλλία, μετράνε τους διαδηλωτές ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και τους βρίσκουν λίγους. Φυσικά δεν μετράνε τους 150.000 αστυνομικούς και στρατιώτες που παρέταξε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ο Μακρόν. Μετά φροντίζουν να μην πάρουν τα ίδια θέση, απλώς συγκρίνουν αριθμό διαδηλωτών, υποβάλλοντας στους τηλεθεατές την εντύπωση ότι όπου νάναι τελειώνουμε, μπόρα ήταν και πέρασε.
Διαβάζω σε μία από τις πιο «σοβαρές» ελληνικές εφημερίδες, στις 30.12, ένα άρθρο μιας ολόκληρης σελίδας για την Ευρώπη. Μισή φράση μόνο, κι αυτή χωρίς νόημα, για τα γιλέκα. Αντιθέτως, η εφημερίδα βρίσκει τον τρόπο να χώσει στο άρθρο την εντελώς βλακώδη δήλωση ενός παράγοντα της Ευρωπαϊκής Δεξιάς που αποδίδει περίπου την ευρωπαϊκή κρίση στην … ύπαρξη του Russia Today και του Sputnik! Κι όταν επιτέλους βρήκα σε ένα σάιτ ένα κάπως σοβαρότερο άρθρο για τη Γαλλία, διαπίστωσα ότι είχε γραφτεί για να μας πείσει ότι όσα συμβαίνουν στη Γαλλία δεν έχουν ασφαλώς καμιά σχέση με το 1789 ή το 1968;
Κρίμα μόνο που οι … ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, οι Γάλλοι δεν διαβάζουν ελληνικά. Θα καταλάβαιναν ότι δεν έχει νόημα να γράφουν «Επανάσταση» στα γιλέκα τους, να μην τραγουδάνε το τραγούδι του 1789 στις διαδηλώσεις τους, να μην οργανώνουν συμβολικές τελετές δημόσιου «αποκεφαλισμού» του Μακρόν, αλά Λουδοβίκος 16ος. Δεν θα συνέκρινε ο γαλλικός αστικός τύπος κάθε μέρα αυτά που γίνονται στη χώρα με αυτά που έγιναν και το 1968 και το 1789.
Ο ολοκληρωτισμός δεν μας απειλεί. Είναι ήδη παρών, απλώς φρόντισε να μην μας το ανακοινώσει.
Ο τρόμος της μπουρζουαζίας
Η γαλλική μπουρζουαζία είναι η πολιτικά πιο πεπειραμένη της Ευρώπης. Δεν έχει αυταπάτες για την πρόκληση που αντιμετωπίζει. Το Point τιτλοφορεί τον σχετικό φάκελο για τα Κίτρινα Γιλέκα με τον εύγλωττο τίτλο «Τι μας περιμένει».
Πριν από μερικούς μήνες ακόμα, μόνο επαίνους διαβάζαμε εντός και εκτός Γαλλίας για τον Μακρόν, το ανερχόμενο αστέρι της ευρωπαϊκής πολιτικής, τον άνθρωπο που πέρναγε τη μια μεταρρύθμιση μετά την άλλη, που καμιά αντίσταση δεν μπορούσε να τον σταματήσει, που θα έσωζε και θα επανίδρυε την Ευρώπη. Μέχρι κι ο Βαρουφάκης τον θαύμαζε και τον υποστήριζε, ήδη από τον πρώτο γύρο των εκλογών του 2017.
Τώρα, ο εκλεκτός έχει γίνει βάρος για αυτούς που τον τοποθέτησαν στη θέση τους. Μερικοί θέλουν να απαλλαγούν όσο πιο γρήγορα μπορούν από δαύτον, να τον αντικαταστήσουν με κάποιον άλλο, αλλά δεν είναι και τόσο εύκολο, πολύ περισσότερο με τις μοναρχικές εξουσίες που δίνει το γαλλικό σύνταγμα στον Πρόεδρο. Το σύνταγμα είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ενός Προέδρου που πρέπει να υπερασπιστεί την εξουσία του από τον λαό, όχι για να δυσκολέψει την Ολιγαρχία να τον … απολύσει.
Αλλά και ποιος τολμάει να κάνει βουλευτικές, για να μην πούμε προεδρικές εκλογές σε τέτοια κατάσταση, σαν αυτή της Γαλλίας σήμερα; Ποιος μπορεί να ξέρει τι θα βγει από δαύτες; Ο Μακρόν άλλωστε δεν έχει κόμμα, με την έννοια της πολιτικής δύναμης. Έχει μια ομοσπονδία φίλων που ωφελούνται όσο είναι στην εξουσία, αλλά βλάπτονται όταν καταρρέει.
Ο Βασιλιάς είναι γυμνός
«Ο Βασιλιάς είναι γυμνός», διαπιστώνει το editorial του Point, προτού θέσει με σαδιστική ωμότητα το ερώτημα: «τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση όταν ένα αξιοσημείωτο τμήμα του λαού την κάνει εμετό;»
Αλλά δεν είναι μόνο ο Βασιλιάς που είναι γυμνός. Όλο το σύστημα είναι γυμνό. Στις πολλές σελίδες που αφιερώνει το περιοδικό, για να αποδείξει ότι είναι ανέφικτα αυτά που θέλουν τα Γιλέκα, δεν υπάρχει ούτε μισή ιδέα για το πως μπορούν να αντιμετωπιστούν οι βαθιές αιτίες που οδήγησαν τους Γάλλους να επαναστατήσουν. Ο σημερινός καπιταλισμός, του Μακρόν, της Μέρκελ, του Τραμπ, δεν παράγει Ρούζβελτ και Νιου Ντηλ, δεν παράγει Λαϊκά Μέτωπα, θα δούμε αν μπορεί να παράξει Χίτλερ, όπως κάποιοι το προσπαθούν, προς το παρόν παράγει όμως Γιλέκα!
Το πρόβλεπαν, το έβλεπαν, δεν το πίστευαν!
Κι όμως, θα μπορούσαν να τα έχουν προβλέψει όλα αυτά. Θα αρκούσε να πάρουν στα σοβαρά και να μελετήσουν ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2016 στη Γαλλία, έξη μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές, υπογραμμίζοντας τον εκρηκτικό χαρακτήρα της κοινωνικής κατάστασης και προειδοποιώντας για τον κίνδυνο επανάστασης και εμφυλίου πολέμου.
Ο τίτλος του βιβλίου ήταν «Επανάσταση». Ο συγγραφέας του δεν ήταν άλλος από τον Εμμανουέλ Μακρόν τον ίδιο. Θα γινόταν, έξη μήνες μετά, Πρόεδρος της Γαλλίας, για να επαληθευθούν τελικά και μάλλον θεαματικά οι προβλέψεις του. Μάλλον όμως, ούτε ο ίδιος πήρε πολύ στα σοβαρά αυτά που έγραφε για να κερδίσει τις εκλογές.
Λέγοντας διαρκώς ψέματα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και οι διανοούμενοί μας λογικά κατέληξαν να πιστεύουν ότι και τα δικά τους λόγια δεν έχουν καμιά σημασία. ‘Ότι μπορούν να λένε δηλαδή και να κάνουν ότι θέλουν, χωρίς συνέπειες.
Στο αριστούργημα του Όσκαρ Ουάιλντ «Ντόριαν Γκρέυ», ο ήρωας κοιτάει κάθε βράδυ το απαίσιο πραγματικό είδωλό του στον καθρέφτη. Αλλά το κοιτάει μόνος του.
Εκεί ακριβώς έκανε το μοιραίο σφάλμα ο Μακρόν, αλαζών, αποκομμένος όσο κανείς άλλος από την πραγματικότητα, με τη σιγουριά των ισχυρών δυνάμεων που τον επέλεξαν και τον επέβαλαν και την περιφρόνηση για τον λαουτζίκο που τον διακρίνει.
Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρυφτεί, τόσο σίγουρος ήταν για τον εαυτό του, τόσο το περιβάλλον του είχε πεισθεί ότι θα μπορούσε επ’ άπειρον να κάνει ότι θέλει χωρίς συνέπειες (το ίδιο που έχει νομίσει και ο δικός μας, ο Τσίπρας).
Άφησε έτσι, Άφρων και Αλαζών, μερικά εκατομμύρια μάτια να δουν το πραγματικό του πρόσωπο. Ήταν η σταγόνα που έλειπε στον γαλλικό λαό, για να οριστικοποιήσει τα συμπεράσματα που είχε αρχίσει να βγάζει και προηγουμένως, επί Σαρκοζί και Ολάντ, αν όχι και πολύ πιο πίσω. Κατάλαβε τι τον περιμένει. Ένοιωσε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, ότι δεν είχε παρά τον εαυτό του να στηριχτεί, ότι έπρεπε ο ίδιος να αναλάβει δράση να σώσει τον εαυτό του και τη χώρα του.
Ο Μακρόν ως Προβοκάτορας και ο τρόμος στην Πομπηία
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η ιστορική λειτουργία του Μακρόν ολοκληρώθηκε. Ολοκληρώνοντας την κυριαρχία του Χρήματος στην Πολιτική, προκάλεσε την Επανάσταση.
Τότε ακριβώς, από τα βάθη της ιστορικής μνήμης ξεπήδησε, χωρίς καβαλάρη, ο Βουκεφάλας, έτοιμος να σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά του.
Τον κοιτάει τώρα έντρομη η εξουσία, έντρομη όμως τον κοιτάει και η «ριζοσπαστική δεξιά» και η «ριζοσπαστική αριστερά». Η Λεπέν κάλεσε ήδη τους διαδηλωτές να γυρίσουν στα σπίτια τους και να της δώσουν ονόματα να κατεβάσει στις ευρωεκλογές!
Ο Μελανσόν υποστηρίζει τα Γιλέκα, αλλά δεν έχει τολμήσει κι αυτός να ζητήσει την παραίτηση του Μακρόν, υιοθετώντας την ουρανομήκη, πλην ορφανή κραυγή που δονεί απ’ άκρου εις άκρον τη Γαλλία: «Μακρόν παραιτήσου»! Ίσως και να μην νοιώθει ότι έχει πίσω του την ατσάλινη δύναμη και θέληση που χρειάζεται κάποιος για να δοκιμάσει να ηγηθεί ενός τέτοιου κινήματος.
Η ηγεσία των συνδικάτων κάνει ότι μπορεί για να κρατήσει μακριά την εργατική τάξη από τα Γιλέκα, προκαλώντας όμως την εντεινόμενη εξέγερση της βάσης της.
Κοιτάνε κατατρομαγμένοι τώρα τον οργισμένο Βουκεφάλα που τρέχει και πολλοί καθιερωμένοι «αριστεροί» ή «ριζοσπάστες» διανοούμενοι, που περνούσαν γενεές δεκατέσσερις τον καπιταλισμό, αλλά που το τελευταίο πράγμα που ήθελαν ήταν να ξεσπάσει μια αληθινή επανάσταση κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Θέλουν έναν σταθερό καπιταλισμό, του οποίου να αποτελούν τη «συνείδηση», βγάζοντας βιβλία, εμφανιζόμενοι σε εκπομπές και δίνοντας διαλέξεις, αναλύοντας τις κρίσεις του και εξηγώντας τα δεινά που προκαλεί. Ούτε κι απ’ αυτών το μυαλό πέρασε η ιδέα ότι ο ίδιος ο Λαός θα έπαιρνε κάποια στιγμή στα σοβαρά αυτά που τούλεγαν!
Στην πραγματικότητα είναι κι αυτό μια επιβεβαίωση του βάθους του ξεσηκωμού. Ο Λένιν, που τέλος πάντων από επαναστάσεις κάτι ήξερε, έγραψε το 1917: “Σε μια επαναστατική κατάσταση, το Κόμμα είναι εκατό φορές πιο αριστερά από την Κεντρική Επιτροπή, οι εργάτες εκατό φορές πιο αριστερά από το Κόμμα».
«Επαναστατική Κατάσταση» και Κενό Εξουσίας
Σήμερα τέσσερις στους πέντε Γάλλους αποδοκιμάζουν την πολιτική Μακρόν και ένας στους δύο ζητάει να φύγει αμέσως. Υποθέτουμε ότι αυτό το ποσοστό είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό των Ρώσων που ήθελαν την απομάκρυνση του Τσάρου Νικολάου του Β’ τον Φεβρουάριο του 1917.
Η Γαλλία είναι σήμερα σε κατάσταση περίπου κενούεξουσίας. Ο Πρόεδρος και η κυβέρνηση δεν μπορούν ουσιαστικά να ασκήσουν την εξουσία τους, ο λαός δεν μπορεί να τους ανεχθεί. Δεν πρόκειται για κατάσταση δυαδικής εξουσίας, αλλά για κατάσταση δυαδικήςνομιμότητας, κατά την προσφυή έκφραση του Μελανσόν.
Αυτός είναι ο τυπικός ορισμός μιας επαναστατικήςκατάστασης. ‘Όπως μας μαθαίνει η Ιστορία, η εμφάνιση μιας τέτοιας κατάστασης είναι αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη για μια νικηφόρα Επανάσταση. Για να μεταβληθεί μια εξέγερση σε επανάσταση και να νικήσει, χρειάζεται να εμφανισθεί ικανή ηγεσία με επαρκή στρατηγική και πρόγραμμα. Προς το παρόν τουλάχιστον, αυτό το στοιχείο δεν υπάρχει στη σημερινή Γαλλία, όπως δεν υπήρξε ούτε τον Μάιο του 1968, ούτε κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης του Φλεβάρη 1917. Γι’ αυτό η παρούσα κατάσταση παραμένει ανοιχτή σε όλα τα δυνατά τελικά ενδεχόμενα, ταυτόχρονα όμως δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ανοίγει μια περίοδο εντονότατων πολιτικών και ταξικών συγκρούσεων στην Ευρώπη, κι ότι επίσης, η Ευρώπη που ξέραμε αποτελεί ήδη παρελθόν.
Η Λαϊκή Κυριαρχία στο κέντρο των αιτημάτων
Από τον φόρο της βενζίνης που τους απασχολούσε, οι ξεσηκωμένοι Γάλλοι έχουν τώρα θέσει στο κέντρο των αιτημάτων τους, εκτός από την παραίτηση του Μακρόν,
τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των φτωχότερων στρωμάτων, π.χ. με την κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωση όλου του πληθυσμού,
το δικαίωμα των πολιτών να ζητάνε τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για οποιοδήποτε ζήτημα, το δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας (RIC), περιλαμβανομένων και δημοψηφισμάτων για την ανάκληση των αιρετών εκπροσώπων (Προέδρου, βουλευτών, δημάρχων κλπ.) όταν παραβιάζουν την εντολή τους, το όλο στα πλαίσια εγκαθίδρυσης μιας ‘Εκτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
Ζητάνε δηλαδή την ριζική, εκ βάθρων, «μεταρρύθμιση» του καθεστώτος της δυτικής, αστικής δημοκρατίας, όπως τη γνωρίζουμε, προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας, ώστε να πάρουν πίσω το κράτος, που έχει ολοκληρωτικά, αν και δημοκρατικοφανώς, περάσει σταδιακά στον άμεσο, πλήρη έλεγχο του Χρηματιστικού Κεφαλαίου και των υπαλλήλων του. ‘Η τουλάχιστο, να αποκτήσουν έναν αποτελεσματικό τρόπο ελέγχου της κρατικής εξουσίας.
Αυτά δεν τα υποστηρίζει κανένας σύλλογος οπαδών του Πρωταγόρα ή της Αυτοδιαχείρισης, κάποιο γκρουπούσκουλο της αριστεράς ή της δεξιάς, κάποιο κλαμπ διανοουμένων. Ούτε καν μόνο τα πιο φτωχά στρώματα του γαλλικού λαού.
Τα υποστηρίζουν τα τρία τέταρτα τουλάχιστον των Γάλλων πολιτών, δηλαδή και ένα σημαντικό τμήμα των λιγότερο φτωχών στρωμάτων. Συγκροτούν στην πραγματικότητα την ίδια τη Βούληση του Λαού και του Έθνους.
Τα Γιλέκα δεν είναι παρά η μαχητική πρωτοπορία του. Κι επειδή ακριβώς είναι η απόλυτη πλειοψηφία του λαού που νοιώθει ότι τα χρειάζεται, έστω κι αν έχει μειωθεί το ποσοστό της, από τις αρχές Δεκέμβρη μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να τα θέλει τα Γιλέκα στους δρόμους.
Αντιστρέφοντας την περίφημη φόρμουλα του Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, οι ιδέες της άρχουσας τάξης δεν άρχουν, δεν κυριαρχούν στην Κοινωνία. Γι’ αυτό τον λόγο η κατάσταση μπορεί να περιγραφεί ως επαναστατική.
Και επίσης γιατί δεν έχει χρεωκοπήσει, ή τουλάχιστο απονομιμοποιηθεί, σε μεγάλο βαθμό, μόνο ο ίδιος ο Πρόεδρος και η κυβέρνηση, αλλά και όλοι οι κρατικοί και πολιτικοί Θεσμοί, τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα Μέσα «ενημέρωσης», οι «ιδεολόγοι» του καθεστώτος.
Η αμφισβήτηση του καθεστώτος είναι τόσο βαθειά, που τα επιχειρήματα περί βίας και των διαδηλωτών, δεν μειώνουν την υποστήριξη της κοινωνίας προς αυτούς. Πολλοί – όχι όλοι – καταδικάζουν μεν τη βία, δεν υπάρχουν όμως πολλοί που να μην προσθέτουν, αμέσως μετά την υπενθύμιση της κοινωνικής βίας του καθεστώτος κατά του λαού. ‘Όταν ένας διάσημος πυγμάχος έχασε την ψυχραιμία του και πλάκωσε μερικούς βιαιοπραγούντες χωροφύλακες στο ξύλο, έκαναν μέσω Ίντερνετ λογαριασμό για να ενισχύσουν την νομική υπεράσπισή του. Σε δύο ώρες μαζεύτηκαν 120.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να επέμβουν οι αρχές και να κλείσουν τον λογαριασμό, απειλώντας ότι θα αρχίσουν να φακελώνουν όσους δίνουν λεφτά για τέτοιους σκοπούς.
Μέχρι τώρα, η μεγάλη πλειοψηφία του γαλλικού λαού υποστηρίζει τα αιτήματα, και μια απόλυτη πλειοψηφία τις διαδηλώσεις, αλλά φυσικά δύσκολα μια τέτοια αδιέξοδη προς το παρόν κατάσταση ισορροπίας και κενού εξουσίας μπορεί να διατηρηθεί επί πολύ. Αργά ή γρήγορα θα ζητήσει τη λύση της και είναι συνήθης η γοργή μετατόπιση της κοινής γνώμης από το ένα άκρο στο άλλο του πολιτικού φάσματος και τούμπαλιν, σε τέτοιες καταστάσεις, ανάλογα με το ποια δύναμη εμφανίζεται πιο αποφασιστική και ικανή να βγάλει την κοινωνία από την κρίση.
Η οργάνωση του Κινήματος
Επειδή οι ξεσηκωμένοι δεν έχουν εμπιστοσύνη ούτε στα κόμματα, ούτε στα συνδικάτα, ούτε και σε κανέναν άλλο, η ανάγκη τους σπρώχνει να αυτοοργανωθούν και αυτό ήδη κάνουν με Συνελεύσεις Πολιτών που ξεφυτρώνουν τώρα σε χωριά, σε πόλεις και στους καταυλισμούς των αυτοκινητοδρόμων. Στα τέλη του μήνα θα κάνουν μάλιστα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, την πρώτη «ΣυνέλευσητωνΣυνελεύσεων».
Αυτό έχει επίσης παρατηρηθεί σε πολλά επαναστατικά κινήματα τέτοιου τύπου σε διάφορες χώρες. Κλασικό παράδειγμα η αυθόρμητη δημιουργία συμβουλίων (Σοβιέτ) κατά τη διάρκεια των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και του 1917.
Αν και είναι πολύ δύσκολο να σχηματίσει κανείς από μακριά μια γνώμη για την εξέλιξη της κατάστασης, η δημιουργία ενός τέτοιου ενιαίουΜετώπου από τη βάση θα μπορούσε ίσως να δώσει και διέξοδο στην ανάγκη πολιτικής διεύθυνσης του κινήματος, αν όχι και επεξεργασίας ενός μεταβατικού οικονομικού προγράμματος για τη Γαλλία, που πρέπει αναγκαστικά να είναι και μεταβατικό πρόγραμμα για την Ευρώπη.
Σε αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από έναν αιώνα, το μορφωτικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων, η ύπαρξη ενός αριθμού κριτικών, ριζοσπαστών διανοουμένων που έχουν τα αναγκαία πνευματικά εφόδια και το ‘Ιντερνετ, καθιστούν πολύ πιο ρεαλιστική σήμερα μια τέτοια προοπτική.
Γιατί αυτή είναι η Αχίλλειος Πτέρνα του κινήματος. Σχηματίζει ήδη πολιτική πρόταση, δεν διαθέτει όμως προς το παρόν μια οικονομική εναλλακτική, ούτε μια συγκροτημένη πολιτική διεύθυνση, δημοκρατικά ελεγχόμενη από τη βάση.
Η ουσιαστική Δημοκρατία είναι εντελώς απαραίτητη σε ένα τέτοιο μέτωπο, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να συντεθούν τα αναπόφευκτα διαφορετικάεπίπεδασυνείδησης μέσα στον ίδιο τον Λαό, και να αποφευχθεί η διάσπαση του κινήματος «προς τα αριστερά» και «προς τα δεξιά», ανάμεσα σε αυτούς που είναι έτοιμοι να προσφύγουν στη βία για να πετύχουν τους σκοπούς τους και αυτούς που προτιμάνε πιο ειρηνικές, σταδιακές διαδικασίες.
Ένα τέτοιο «μέτωπο», μπορεί ίσως να γίνει και ο φορέας αποκρυστάλλωσης ενός προγράμματος και ενός οράματος, όπως ήρθαν τα πράγματα, όπου τα διάφορα κόμματα και οι πολιτικές οργανώσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν.
Στην Κριτική της Ρωσικής Επανάστασης, η εκ των ηγετών της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, Ρόζα Λούξεμπουργκ ασκεί δριμύτατη, ίσως και λίγο άδικη σε μερικά σημεία, κριτική στους Μπολσεβίκους. Τελειώνει όμως το κείμενό της με μια φράση: «Αυτοί τουλάχιστον τόλμησαν».
Σπρωγμένος από την αδήριτη Ανάγκη, καθοδηγούμενος από την ιστορική του συγκρότηση, διαθέτοντας ένα Πλεόνασμα Συνείδησης, δηλαδή συνθέτοντας τα συμπεράσματα από τις πληροφορίες που όλοι έχουμε για τους κινδύνους που απειλούν τις χώρες και το γένος μας, ο γαλλικός λαός διέβη ήδη τον Ρουβίκωνα.
Έκανε ήδη, θέτοντας εμπράκτως και μαζικά, τα αιτήματα που θέτει, ένα γιγαντιαίο βήμα προς τα εμπρός και προς τα πάνω, ανεξαρτήτως της συνέχειας, και ξαναβρέθηκε, για άλλη μια φορά στην ιστορία του, στη θέση μιας παγκόσμιας πρωτοπορίας στην προσπάθεια αντιμετώπισης των φοβερών οικονομικών, οικολογικών, πυρηνικών και τεχνολογικών απειλών κατά του ανθρώπινου πολιτισμού και της ίδιας της επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Χωρίς την ενσυνείδητη είσοδο μεγάλων μαζών στο ιστορικό προσκήνιο, με όλους τους κινδύνους και τις αβεβαιότητες που αναγκαστικά συνεπάγεται κάτι τέτοιο, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα επιβιώσει η ανθρωπότητα.
Είναι τέτοιο το μίσος και η ψηφιακή βία που κυριαρχεί σήμερα στη Γαλλία που μεγάλες μερίδες της γαλλικής κοινωνίας έχουν χωριστεί διαδικτυακά σε αντίπαλες ομάδεςτρολ (κάτι που θα πρέπει να προσέξουμε και στη χώρα μας ως ενδεχόμενο φαινόμενο να συμβεί), διοργανώνοντας ψηφιακούς «εράνους» (κανιόττες) για να υποστηρίξουν οικονομικά τους δικούς τους, πληρώνοντας τα δικαστικά τους έξοδα, όταν είναι υπόδικοι ή τις οικογένειες των τραυματιών αστυνομικών κατά τη διάρκεια των εκτρόπων των Μπαχαλάκηδων. Για παράδειγμα αναφέρω την περίπτωση του εκ δεξιών επαγγελματία μποξαδόρουChristophe Dettinger . Τι έγινε με αυτόν ; Αναρτήθηκε ένας τέτοιος ψηφιακός έρανος (κανιόττα-cagnotte) στον εξειδικευμένο ιστότοπο https://www.leetchi.com/ από υποστηρικτές των «κίτρινων γιλέκων» υπέρ του εν λόγω κυρίου ο οποίος κρατείται προσωρινά από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Παρισιού, μέχρι τις 13 Φεβρουαρίου 2019 που θα δικαστεί, αφού παραδόθηκε οικειοθελώς στις αστυνομικές αρχές, όταν δόθηκε στη δημοσιότητα ένα βίντεο που τον έδειχνε να γρονθοκοπεί βάναυσα το περασμένο Σάββατο έναν ματατζή πάνω σε μια παριζιάνικη γέφυρα. Το ομολόγησε εξάλλου ο ίδιος με την ανάρτησή του στα μέσα κοινωνική δικτύωσης, ζητώντας συγγνώμη για την πράξη του. Μέχρι τις 8 η ώρα το πρωί προχθές μαζεύτηκαν 116.423,43 euros (17,50 ανά δωρητή) από περισσότερους από 6.818 δότες ! Μια ώρα αργότερα το ποσό δεν ήταν ορατό πια γιατί προκαλούσε πολλές αντιδράσεις στην κοινή γνώμη, ως επιβράβευση ενός άγριου ξυλοδαρμού. Οι δότες όμως είχαν ξεπεράσει ήδη τους 7.100 !, όπως έγραψε ο Gaël Vaillant στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche και μετέδιδαν διαρκώς όλα τα γαλλικά ΜΜΕ, προκαλώντας τον εκνευρισμό της κυβέρνησης και σημαντικής μερίδας της γαλλικής κοινής γνώμης. Άλλοι ήταν κατά, άλλοι ήταν υπέρ αυτού του εράνου σε μια βαθύτατα διχασμένη Γαλλία. Δεν πέρασε ένα 24ωρο καιξεφύτρωσε ένας άλλος υποστηρικτικός έρανος σε απάντηση της κανιόττας υπέρ του μποξαδόρου. Αυτός ο έρανος μάζεψε 1.208.889,63 ευρώ όπως δείχνει η διπλανή εικόνα. Αυτήν τη φορά από την ευρεία γαλλική κοινή γνώμη υπέρ των δυνάμεων της τάξεως στην ίδια πλατφόρμα Leetchi, σύμφωνα με το δημοσίευμα της Anne-Charlotte Dusseaulx στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche στις 10-1-2019. Στις 7 το απόγευμα της Πέμπτης πάνω από 44.000 άτομα συνεισέφεραν στον εν λόγω λογαριασμό που άνοιξε ο πρώην υφυπουργός εξωτερικών Renaud Muselier. Μάλιστα στο τηλεοπτικό κανάλι LCI ειπώθηκε ότι το 74% των Γάλλων εκφράζουν τη συμπάθειά τους στους αστυνομικούς.
Κι έτσι έχουμε σήμερα έρανο εναντίον εράνου που επαληθεύει το μίσος που κυριαρχεί στη Γαλλία, κάτι που είναι σχεδόν αδύνατο να οδηγήσει σε μια θετική προοπτική αυτής της χώρας. Οι διάφοροι αναλυτές λένε στα κανάλια που παρακολουθώ ότι έχουνε δυο Γαλλίες (κι ο Σημίτης είχε πει κάποτε «έχουμε δυο Ελλάδες») : μια Γαλλία της οποίας οι πολίτες τα καταφέρνουν και την θέλουν ανοιχτή στην παγκοσμιοποίηση και αυτή της οποίας οι πολίτες δεν τα βγάζουν πέρα και την θέλουν περίκλειστο Κάστρο (ό,τι υποστηρίζει δηλαδή η Λεπέν), ή μια Γαλλία των μεγάλων αστικών κέντρων που ψήφισε κυρίως Μακρόν και την ξεχασμένη Γαλλία της επαρχίας που ψήφισε κυρίως την Λεπέν και τον Μελανσόν.
Το ζήσαμε και στην Ελλάδα το φαινόμενο, όταν οι συριζαίοι βρίσκονταν στην αντιπολίτευση να προπηλακίζουν τους υπουργούς και τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, όταν πήγαιναν να μιλήσουν κάπου. Σήμερα δε που απολαμβάνουν την εξουσία λούζονται και οι ίδιοι τους δυσάρεστους προπηλακισμούς και τους τραμπουκισμούς που τους φιλοδωρεί η απογοητευμένη αριστερίστική τους πτέρυγα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα και στη Γαλλία με τους φιλοκυβερνητικούςβουλευτές, ιδιαίτερα τους έγχρωμους. «Ο πολλαπλασιασμός της βίας κατά των βουλευτών δεν έχει ισοδύναμο κατά την ισχύουσα 5η γαλλική Δημοκρατία», αναφέρει σε συνέντευξή του ο ιστορικός Christophe Bellon σχετικά με το κύμα εκφοβισμού που πλήττει τους βουλευτές της «Γαλλίας Εμπρός», στο περιθώριο του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», στην δημοσιογράφο Manon Rescan στις 9-1-2019 στην εφημερίδας Le journal de dimanche. Από την αρχή του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», τους βουλευτές, ιδιαίτερα μέλη του κόμματος του Μακρόν η «Δημοκρατία Εμπρός» (LRM), τους έχουν επιτεθεί βίαια. Μια βουλευτίνα του Μακρόν είδε το αυτοκίνητό της να καίγεται από διαδηλωτές, το σπίτι ενός
άλλου να βάφεται τρεις φορές με συνθήματα, πολλοί έλαβαν θλιβερά μηνύματα και απειλές θανάτου. Ένα φαινόμενο πρωτόγνωρης κλίμακας, σύμφωνα με τον ιστορικό Christophe Bellon, λέκτορα της σύγχρονης ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λίλλης και ειδικό στην κοινοβουλευτική ιστορία στη σχολή Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι. Ένα από τα ερωτήματα που του έθεσε η εν λόγω δημοσιογράφος ήταν αν αυτός ο τύπος βιαιοτήτων ενάντια στους βουλευτές ήταν συχνός στην πρόσφατη γαλλική ιστορία, δηλαδή στοχευμένες επιθέσεις σε κατοικίες, πολιτικά γραφεία (όπως δείχνει η διπλανή φωτό) κυβερνητικών βουλευτών, υβριστικές επιστολές (και μάλιστα σεξιστικές αν είναι γυναίκα βουλευτής), απειλές, κλπ ; Παρόλο ότι ανέφερε ο καθηγητής παραδείγματα επιθέσεων εναντίον αιρετών του παρελθόντος, η απάντησή του ήταν ότι η παρούσα βία είναι πρωτόγνωρη. Όταν συνδυάζονται με κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις και ένα εξαιρετικά τεταμένο διεθνές πλαίσιο, υπάρχει πάντα ένα υπόβαθρο αντικοινοβουλευτικό που εκφράζεται. Ωστόσο, αυτός ο πολλαπλασιασμός της βίας κατά των βουλευτώνδεν έχειπροηγούμενο κατά την 5η γαλλική Δημοκρατία, ανέφερε ο παραπάνω καθηγητής.
Όμως οι προπηλακισμοί, η βία και το μίσος δεν απευθύνονται μόνο ενάντια στους φιλοκυβερνητικούς βουλευτές ή υπουργούς, όπως έγινε το περασμένο Σάββατο : είδαμε δηλαδή στα γαλλικά ΜΜΕ την εισβολή ενός μικρού ανυψωτικού μηχανήματος (συνοδευόμενο από 15ριά άτομα) στην οικοδομή και να σπάει την πόρτα του πολιτικούγραφείου του κυβερνητικού εκπροσώπουBinjamin Grivaux. Ο γράφων παρακολούθησε σήμερα το πρωί (11-1-2019) στην τηλεοπτική εκπομπή Audrey et Co του ειδησεογραφικού καναλιού LCIδύο βίντεο, αναρτημένα στα κοινωνικά δίκτυα που επιβεβαιώνουν την αυθαιρεσία και τη βία που ασκούν ορισμένα μέλη των «κίτρινων γιλέκων» που εμφανίζονται «ως δημοσιογράφοι του δρόμου» και αμαυρώνουν τον αγώνα και των υπολοίπων. Το 1ο λοιπόν, 6λεπτο, βίντεο δείχνει τον δημοσιογράφο χρονογράφο Jean-Michel Apathie (αριστερά) να βγαίνει από το κτίριο του καναλιού και να κατευθύνεται στο παρκαρισμένο αυτοκίνητό του. Τον πλησιάζει τότε ένας αυτόκλητος «δημοσιογράφος των κίτρινων γιλέκων» που η καθ’ημάς αριστερά θα αποκαλούσε «ασφαλίτη», τον φιλμάρει αυθαίρετα με το κινητό του τηλέφωνο και τον ρωτάει με ύφος 7 καρδιναλίων : «εσύ είσαι αυτός που αναφέρεσαι μόνο στο γρονθοκόπημα του μποξαδόρου κι όχι στο γρονθοκόπημα του μπασκίνα εναντίον ενός κίτρινου γιλέκου ; Εσύ που έκανες εκατομμύρια από τα ΜΜΕ και διαθέτεις πολυτελές διαμέρισμα στο σικάτο 16ο Διαμέρισμα του Παρισιού ; Ο δημοσιογράφος με κρύο αίμα τον διαψεύδει επί τόπου ότι δήθεν δεν αναφέρθηκε και στον μπασκίνα που γρονθοκόπησε τον κιτρινογιλεκά, ότι δεν είναι εκατομμυριούχοςούτε ότι μένει στο πολυτελές 16ο Διαμέρισμα του Παρισιού. Όμως το εν λόγω βίντεο είναι αναρτημένο στα ψηφιακά μέσα.
Το 2ο βίντεο αφορά τον Bernard Tapie, πρώην υφυπουργό των Σοσιαλιστών, πρώην μεγαλο-αθλητικό παράγοντα της Μασσαλίας και νυν εκδότη κάποιων περιφερειακών εφημερίδων τις οποίες άλλος «δημοσιογράφος των κίτρινων γιλέκων» θεωρεί ότι δεν τους υποστηρίζουν και ότι ο Tapie παζαρεύει με τον Μακρόν την αθώωσή του από τη δικαιοσύνη. Τον πλησιάζει την ώρα που πάει να μπει στο αυτοκίνητό του ο Tapie και τον φιλμάρει αυθαίρετα με το κινητό του με την ίδια σχεδόν σκηνοθεσία με το προηγούμενο περιστατικό που σας διηγήθηκα. Η διαφορά εδώ ήταν ότι ο Bernard Tapie δεν είχε κρύο αίμα. «Στόλισε» τον αυτόκλητο δημοσιογράφο σε άπταιστα «γαλλικά», μπήκε στο αυτοκίνητό του κι έφυγε. Με την ευκαιρία να σημειώσω, όπως έχω διαβάσει, ότι τα «κίτρινα γιλέκα» σκέφτονται να δημιουργήσουν τα δικά τους ΜΜΕ (τις «ντουντούκες τους δηλαδή), ενώ εγώ καθημερινά βλέπω ότι μέλη τους παρελαύνουν σε όλα τα τηλεοπτικά πλατό ή στα ραδιοφωνικά στούντιο, ωσάν να αποτελούσαν ένα κανονικό κόμμα, όπου διατυπώνουν ό,τι θέλουν στα πλαίσια μιας πολυφωνικής δημοκρατίας σαν τη γαλλική. Τον ίδιο μύθο πιπιλίζουν διαρκώς η Λεπέν κι ο Μελανσόν ο οποίος έχει δημιουργήσει τη δική του WEB-TV, όπως είχα γράψει στις Ανιχνεύσεις στις 10-10-2017 http://www.anixneuseis.gr/?p=176810.
Τώρα μέσα σε αυτήν «την πολύ ωραία ατμόσφαιρα» που θα έλεγε κι ο αείμνηστος Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μακρόν ετοιμάζει να στείλει μια ατομική επιστολή στους συμπατριώτες του πριν ξεκινήσει την έναρξη του «Ευρύ Διαλόγου» (Grand Debat) την ερχόμενη Τρίτη 15-1-2019 ο οποίος θα πρέπει να διαρκέσει (;) μέχρι τις 15 Μαρτίου, ενώ τα «κίτρινα γιλέκα» του φωνάζουν «Μακρόν παραιτήσου» και εξήγγειλαν για αύριο Σάββατο 12-1-2019 την 9η Πράξη τους αυτήν την φορά (αν λένε αλήθεια) στην πόλη της κεντρικής Γαλλίας Bourges (εξ ου κι ο τόσο φορτισμένος πολιτικά όρος bourgeois-αστός που κατά λέξη σημαίνει ο κάτοικος της εν λόγω πόλης.
Δεν είναι σουρεαλιστική η Γαλλία ;
Όταν το 41% των Γάλλων θέλουν να συμμετάσχουν στον εν λόγω διάλογο, το 40% δεν θέλουν και το 19% δεν ξέρουν, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της L’opinion en direct για λογαριασμό του καναλιού BFM-TV που έγινε στις 10-1-2019.
Όταν άκουσα χθες 10-1-2019 στην εκπομπή L’heure de Bachelot του καναλιού LCI ότι το 75% των τηλεθεατών κρίνουν τις νέες διαδηλώσεις απαράδεκτες, το 18% κατανοητές, το 7% ότι «τα ήθελε ο πισινός του Μακρόν».
Όταν σε σημερινό γκάλοπ στην εφημερίδα Figaro το 69% των Γάλλων δεν εμπιστεύεται ή αηδιάζει με τους πολιτικούς.
Όταν το 80% των Γάλλων δεν εμπιστεύεται τον Mélenchon (τον ηγέτη της «Ανυπότακτης Γαλλίας»), το 77% τον Laurant Waulquier (τον ηγέτη των Ρεπουμπλικάνων) και το 70% την πασίγνωστη Marine Le Pin.
Ποια είναι αλήθεια η λυτρωτική διέξοδος της Γαλλίας ;
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, όχι μόνο από αντιμαχόμενους εντός της Συρίας, αλλά και από περιφερειακά κράτη που προσβλέπουν στην εκπλήρωση των εθνικών προσδοκιών τους μέσα από τις εξελίξεις εκεί. Δημιούργησε όμως αντιδράσεις και εντός των ΗΠΑ. Είναι το εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ που έχει την ισχύ να επηρεάζει την αμερικανική πολιτική. Διότι είναι γνωστό ότι το Τελ Αβίβ είχε ταχθεί ανεπιφύλακτα υπέρ της δημιουργίας ανεξάρτητου κουρδικού κράτους κατά το δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου 2017 στο Β. Ιράκ που θα δημιουργούσε ανάλογους συνειρμούς στις κουρδικές μειονότητες της Τουρκίας και του Ιράν. Ποιές όμως ήσαν οι παράμετροι της απόφασης Τραμπ όσον αφορά τα αμερικανικά συμφέροντα;
1) Μπορεί η Ουάσινγκτον να κατήγγειλε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν επαναφέροντας μάλιστα και τις κυρώσεις, όμως προκειμένου να υπάρχει ένα αξιόπιστο αντίβαρο έναντι της Τεχεράνης στην περιοχή, είναι απαραίτητη η ύπαρξη μια ισχυρής και όχι κατακερματισμένης Τουρκίας, η οποία σημειωτέον ασκεί ισχυρή επιρροή στον Αραβικό κόσμο μέσω της στήριξης των Παλαιστινίων, του οθωμανικού της παρελθόντος και της θρησκείας.. Γιαυτό, παρά τη ρήξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων μετά το πραξικόπημα του 2016 εναντίον του Ερντογάν και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων από την Ουάσιγκτον με αφορμή τη φυλάκιση του πάστορα Άντριου Μπράνσον, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις αποκαθίστανται τάχιστα μετά την απελευθέρωση του πάστορα σε σημείο ώστε να συζητείται ακόμη και η παράδοση του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία ως ηθικού αυτουργού του πραξικοπήματος του 2016.
2) Το επιχείρημα του Τράμπ για την απόσυρση της στρατιωτικής δύναμης από τη Μανμπίτζ ήταν η ήττα του ISIS. Αναμφισβήτητα, ο ISIS έχει ηττηθεί χωρίς καμιά δυνατότητα ανάκαμψης. Εξ άλλου η ήττα του ήταν προδιαγεγραμμένη εξ αρχής. Δεν θα ήταν δυνατό χωρίς αεροπορική υποστήριξη να ανταπεξέλθει νικηφόρα απέναντι σε ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο ISIS δεν πρόκειται να ηττηθεί ολοκληρωτικά στο ορατό μέλλον. Πάντα θα επιβιώνουν κάποια υπολείμματά του για να υφίσταται η αιτιολογία παραμονής στην Εγγύς Ανατολή κρατών, όπως η Γαλλία και η Βρετανία, που πάσχιζαν να βρουν αφορμή να επανέλθουν στην περιοχή. Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη βόρεια Συρία με αφορμή τον ISIS “νομιμοποιούσε” και τη δική τους παρουσία και την αναγκαιότητα της εμπλοκής τους εκεί. Γιαυτό αντέδρασαν στην απόφαση του Τραμπ διότι κατέρρευσαν τα επιχειρήματά τους και θα επιβαρυνθούν περισσότερο οικονομικά. Όμως θα παραμένουν εκεί λόγω του γεωπολιτικού ενδιαφέροντός τους αλλά και των ενεργειακών προσδοκιών στην Ανατολική Μεσόγειο για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των εταιρειών τους που είναι ανταγωνιστικά.
3) Είναι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αξιόπιστοι εταίροι των ΗΠΑ; Η τελευταία εμπειρία της Ουάσινγκτον από τον εμφύλιο της Λιβύης είναι αρνητική. Σύμφωνα με δηλώσεις του Μπαράκ Ομπάμα στο αμερικανικό δίκτυο Fox News, η στήριξη που προσέφερε στη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη υπήρξε το μεγαλύτερο σφάλμα της θητείας του. Κατέληξε σε αυτή, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, εξαιτίας της πεποίθησής του ότι Βρετανία και Γαλλία θα επωμίζονταν μεγαλύτερο βάρος της στρατιωτικής επιχείρησης. Ο ίδιος, σε σειρά συνεντεύξεων στο περιοδικό «The Atlantic» αποκάλεσε «τζαμπατζήδες» πολλούς συμμάχους των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο και την Ευρώπη, λέγοντας ότι είναι πρόθυμοι να παρασύρουν τη χώρα σε μακρόσυρτες συρράξεις, που συχνά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τα αμερικανικά συμφέροντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Συρία και η Εγγύς Ανατολή, αποτελούν πεδίο ευρωτουρκικού ανταγωνισμού: Το 1956 με απαίτηση των δύο –τότε- υπερδυνάμεων είχαν αποχωρήσει από την περιοχή η Γαλλία και η Βρετανία όπου είχαν εγκατασταθεί με τη συμφωνία Σάιλς – Πικό και τις Εντολές της Κοινωνίας των Εθνών. Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου όταν η Μόσχα αποσύρθηκε από την περιοχή, το κενό αναπληρώθηκε από την Τουρκία ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία. Με πρόσχημα τον εμφύλιο στη Συρία τους δόθηκε η ευκαιρία να επανέλθουν με αποτέλεσμα τον ευρωτουρκικό ανταγωνισμό στην Εγγύς Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Προς τι να υπεισέρχονται σε αυτό τον ανταγωνισμό οι ΗΠΑ όταν τα συμφέροντά τους είναι αδιαμφισβήτητα;
4) Είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ από τις μέρες ακόμη του Ομπάμα μετέθεσαν το γεωστρατηγικό τους ενδιαφέρον στον Ειρηνικό Ωκεανό λόγω του ανταγωνισμού με την Κίνα Δεν μπορούν να είναι παντού παρούσες. Διότι κινδυνεύουν από το σύνδρομο που ο ιστορικός Πολ Κένεντι αναγνωρίζει ως γεροντική ασθένεια όλων των αυτοκρατοριών από την εποχή της Ρώμης: Δηλαδή, την ιμπεριαλιστική τους υπερεπέκταση, πέρα από τις οικονομικές τους δυνάμεις. Υπό αυτό το πρίσμα επιδιώκουν να μειώσουν και το οικονομικό βάρος της αμερικανικής συμβολής στο ΝΑΤΟ, μετατοπίζοντας μέρος του στους Ευρωπαίους συμμάχους και να τερματίσουν την ατελέσφορη αμερικανική εμπλοκή σε ορισμένες στρατιωτικές περιπέτειες, όπως εν προκειμένω η Συρία.
5) Οι ΗΠΑ με την παραγωγή του σχιστολιθικού πετρελαίου και αερίου δεν έχουν διασφαλίσει μόνον την ενεργειακή τους αυτάρκεια “για έναν αιώνα”, όπως είπε ο πρόεδρος Ομπάμα στην ομιλία του για την Πορεία του Έθνους το 2012, αλλά είναι πλέον και εξαγωγέας ώστε να μην εξαρτάται η ενεργειακή τους ασφάλεια από τη Μ. Ανατολή. Όμως θα συνεχίσει να τους ενδιαφέρει ο έλεγχος της ροής του πετρελαίου ώστε να ελέγχουν το βαθμό ανάπτυξης των ανταγωνιστών τους. Αυτός θα συνεχίσει να υφίστασαι μέσα από τις αμερικανικές βάσεις που είναι εγκατεστημένες στην ευρύτερη περιοχή.
The U.S. Air Force awarded Boeing the tanker contract in 2011. (Boeing photo)
The U.S. Air Force is expected to announce Thursday that after more than two years of glitches and testing delays, Boeing is finally ready to deliver the next-generation air refueling tanker, bringing to an end a saga that has dragged on for almost two decades, two sources tell Foreign Policy.
Today, Boeing’s tanker, called the KC-46 Pegasus, is one of the Pentagon’s most closely watched programs, drawing fire from top Department of Defense officials and senior lawmakers such as the late Republican Sen. John McCain. Air Force Secretary Heather Wilson last year slammed Boeing for focusing on their commercial business at the expense of the new tanker.
“We have asked them to put their A-team on this to get these problems fixed and get this aircraft to the Air Force,” Wilson told Congress in March 2018.
The situation was further complicated when President Donald Trump abruptly pushed out Secretary of Defense James Mattis on Dec. 31, 2018, leaving Deputy Secretary of Defense Patrick Shanahan, a former Boeing executive, to run the Pentagon in an acting capacity. Shanahan has recused himself from all decisions involving the company.
The first 18 new tankers will cost the Air Force $4.9 billion under a fixed-price contract signed in 2011; as of October 2018, Boeing has eaten $3.5 billion in overrun charges.
The Air Force’s effort to replace its oldest tanker aircraft, the KC-135, is a long and sordid tale that dates back to 2001. Initially, the service intended to use Boeing’s KC-767, a commercial jet refigured for aerial refueling and military transport, to replace the aging KC-135, which first flew in the 1950s and is still operating today. But the Pentagon froze the program in 2003 when a top Air Force official involved in the project, who went on to take a high-paying job with Boeing, was accused of corruption. The official was eventually convicted and jailed; the scandal led to the firing of Boeing’s CFO and CEO, and Boeing ended up paying a $615 million fine.
But the Air Force still needed to replace its oldest tankers. The service began a new program in 2006, and in 2008 it chose a team of Northrop Grumman and European aerospace firm Airbus (then known as EADS) over Boeing to build the new airplane. But Boeing protested the contract award and began a public relations war against Northrop’s tanker. The Government Accountability Office eventually upheld the protest; the Air Force cancelled the contract and opened a new competition in 2009. Northrop declined to submit a bid, and Boeing won the contract in February 2011.
The new KC-46 is meant to be a leap ahead in technology. Among other advances, the tanker is equipped with modern cameras and sensors that allow the operator of the “boom”—an appendage that extends from the back of the tanker to deliver fuel to the receiving airplane—to control it remotely. It is also equipped with state-of-the-art protective systems that allow it to fly in war zones.
But from the start of the development program, there were design and schedule challenges, including on the complex camera system. Boeing planned to deliver the first tanker in the spring of 2016, before a contractually obligated deadline of August 2017, to deliver the first 18 tankers to the Air Force. Boeing missed that deadline, incurring penalties, and the Air Force pushed the deadline to October 2018; the company missed that deadline as well. As of Oct. 24, Boeing had racked up more than $3.5 billion in cost overruns on the program.
Now finally, the Air Force has accepted the KC-46—in other words, deemed it ready for delivery. The first tankers will be based at McConnell Air Force Base in Wichita, Kansas, which will host the formal delivery ceremony as early as late January, according to Air Force spokesperson Capt. Hope Cronin. Japan also plans to buy the KC-46. The Air Force must finish training pilots and operators on the new airplane before it can deploy.
READ MORE
U.S. Air Force Seeks Largest Expansion Since Cold War
The increase reflects a shift in focus away from counterterrorism and toward possible conflict with China or Russia.
“This is a major milestone for our next generation tanker and will allow our Airmen to begin operational testing and flight training,” Cronin said in a statement announcing the event.
However, Cronin noted that there are still some technical problems left to resolve. Boeing has agreed to fix, at its expense, “deficiencies” discovered during developmental testing of the “remote vision system,” the camera.
“The Air Force has mechanisms in place to ensure Boeing meets its contractual obligations while we continue with initial operational testing and evaluation,” Cronin said.
Pentagon spokesperson Lt. Col. Mike Andrews noted that the department “is in complete agreement” regarding moving forward with delivery.
“The department remains committed to providing the most cost-effective platforms for the U.S. taxpayer, while still delivering the best capabilities to our men and women serving in uniform,” Andrews said.
Update, Jan. 10, 2019: This story was updated to include comment from the Pentagon and the Air Force.
Lara Seligman is Foreign Policy‘s Pentagon correspondent. @laraseligman
You will receive occasional promotional offers for programs that support The Nation’s journalism. You can read our Privacy Policy here.
In May 2016, at a conference for Germany’s left-wing Die Linke party, Torten für Menschenfeinde (“Pies for Misanthropes”) struck again. Sneaking up the side of the conference hall, a member of the anti-fascist organization threw a piece of cake at Sahra Wagenknecht, a prominent Die Linke member in the Bundestag. It was a direct hit: Wagenknecht’s face was covered in chocolate frosting, a streak of whipped cream extending from ear to ear.
Torten für Menschenfeinde targeted Wagenknecht for her vocal position against an open-border policy for Germany. Earlier that year, she challenged Chancellor Angela Merkel’s decision to accept more than 1 million refugees, arguing that Germany should impose limits on entry and deport those who abused German “hospitality.” The cake attack—which followed a cream-pie offensive against a member of the far-right Alternative for Germany—isolated Wagenknecht in her party, which had otherwise pledged support for Merkel’s policy.
Nearly three years later, however, Wagenknecht and her views on migration have gone mainstream, in Germany and across Europe. In September 2018, Wagenknecht and her husband, Oskar Lafontaine, founded Aufstehen (“Rise Up”), a political movement combining left-wing economic policy with exclusionary social protections. The movement has garnered over 170,000 members since its official launch; according to a recent poll, more than a third of German voters “could see themselves” supporting Wagenknecht’s initiative.
“I am tired of surrendering the streets to the [anti-Islam movement] Pegida and the Alternative for Germany,” Wagenknecht said at the launch event. Onstage, she was joined by allies in Germany’s Green Party and the Social Democratic Party. “As many followers of the political left as possible should join,” several Social Democratic politicians wrote in a joint statement.
By founding Aufstehen, Wagenknecht became a member of the new vanguard of left politics in Europe. In France, Jean-Luc Mélenchon leads La France Insoumise, a left-populist movement that has been critical of mass migration. “I’ve never been in favor of freedom of arrival,” Mélenchon has said, claiming that migrants “are stealing the bread” of French workers. He is now the most popular politician on the French left, widely considered the face of the opposition to President Emmanuel Macron and a champion of the Yellow Vest movement.
In the United Kingdom, Jeremy Corbyn leads the Labour Party and offers a radical vision of socialist transformation. And yet, although he was a vocal advocate for migrant rights during his tenure at Westminster, Corbyn has expressed deep skepticism about open borders as the party’s leader. “Labour is not wedded to freedom of movement for EU citizens as a point of principle,” Corbyn said, committing Labour to a policy of “reasonable management” based on “our economic needs.”
The rise of these left-nationalist leaders marks a momentous turn against free movement in Europe, where it has long been accepted as a basic right of citizenship.
Forget The Communist Manifesto’s refrain that “the working men have no country”; the new face of the European left takes a radically different view. Free movement is, to quote Wagenknecht, “the opposite of what is left-wing”: It encourages exploitation, erodes community, and denies popular sovereignty. To advocate open borders, in this view, is to oppose the interests of the working class.
By popularizing this argument, these new movements are not just challenging migration policy in Europe; they are redefining the boundaries of left politics in a dangerous, and inopportune, direction. Over the next few decades, global migration is set to explode: By 2100, up to 1 million migrants will be applying to enter the European Union each year.
Right-wing populists have already begun their assault on migrants: In Italy, Deputy Prime Minister Matteo Salvini has called for “mass cleaning,” while Hungarian Prime Minister Viktor Orbán has proposed that recent arrivals should be sent “back to Africa.” As left-nationalist movements charge ahead in the polls, it is not immediately clear who will challenge their pessimistic view of migration and fight for the right to free movement.
In April 1870, Karl Marx wrote a letter to two German migrants in New York City, imploring them to “pay particular attention” to what he called “the Irish question.”
“I have come to the conclusion,” Marx wrote, “that the decisive blow against the English ruling classes cannot be delivered in England but only in Ireland.” For Marx, Ireland would play a decisive role because of its mass emigration—the Mexico of its time. “Ireland constantly sends her own surplus to the English labor market, and thus forces down wages and lowers the material and moral position of the English working class,” Marx continued. “It is the secret by which the capitalist class maintains its power.”
In the century and a half since, Marx’s letter has become a key reference point for the left critique of free movement. The passage is cited as evidence of a fundamental tension between the traditional goals of the left—equality, solidarity, working-class power—and a policy of open borders. “Karl Marx identified that fact a long time ago,” announced Len McCluskey, general secretary of Britain’s Unite the Union and a close ally of Jeremy Corbyn, in 2016.
But critics of free movement often neglect to mention Marx’s conclusions: “Given this state of affairs,” he wrote, “if the working class wishes to continue its struggle with some chance of success, the national organizations must become international.”
Marx’s analysis of mass migration did not lead him to advocate harder borders. Instead, it made him support international mobilization to protect workers’ rights in a world of free movement.
After all, Marx himself was a triple émigré: He fled Prussia to Paris, faced exile from Paris to Brussels, and—after a brief incarceration by the Belgian authorities—found his way to London. And he was hardly a model immigrant: Poor, sick, and a notorious procrastinator, Marx was much more of a scrounger than a striver, leeching off the largesse of Friedrich Engels.
As such, Marx had little sympathy for the “ordinary English worker,” who “hates the Irish worker as a competitor who lowers his standards of life.” The solution to the Irish question was not to bow to these prejudices, he argued, but to dissolve the antagonism between the various camps of the working class. “A coalition of German workers with the Irish workers—and of course also with the English and American workers who are prepared to accede to it—is the greatest achievement you could bring about now,” he advised.
Following Marx, the concept of left internationalism came to be associated with support for free movement on both ethical and strategic grounds. Ethically, open borders gave equal opportunity to workers of all nationalities. More important, the movement of people across borders created new opportunities for a coordinated challenge to capitalism. Internationalists like Marx supported free movement for the same reasons they supported free trade: It hastened the pace of history and heightened capitalism’s contradictions.
“There can be no doubt that dire poverty alone compels people to abandon their native land, and that the capitalists exploit the immigrant workers in the most shameless manner,” wrote Vladimir Lenin in 1913. “But only reactionaries can shut their eyes to the progressive significance of this modern migration of nations…. Capitalism is drawing the masses of the working people of the whole world…breaking down national barriers and prejudices, uniting workers from all countries.”
Back in Lenin’s day, a very similar debate over the merits of migration was roiling through the European left. But while the pessimistic view of Wagenknecht and other left nationalists has now taken hold in many parts of the continent, Lenin’s, at the time, prevailed.
At the 1907 Congress of the Second International in Stuttgart, Germany, leaders of the Socialist Party of America introduced a resolution to end “the willful importation of cheap foreign labor.” Morris Hillquit, a founder of the party, argued that migrants from Asia—the “yellow races,” unlike those from Europe—amounted to a “pool of unconscious strikebreakers.” The convention rejected the resolution: “The congress does not seek a remedy to the potentially impending consequences for the workers from immigration and emigration in any economic or political exclusionary rules, because these are fruitless and reactionary by nature.”
Lenin would never forget the incident. In a 1915 letter to the Socialist Propaganda League of America, he called out the American socialists for their efforts to restrict Chinese and Japanese migration. “We think that one can not be internationalist and be at the same time in favor of such restrictions,” he wrote. “Such socialists are in reality jingoes.”
By the time of Lenin’s letter, of course, Europe’s great powers had been whipped into a frenzy of nationalist violence. In the First World War, British soldiers sang “Rule, Britannia,” the Germans sang “Deutschlandlied,” and they all marched to their deaths. Even the Social Democratic Party of Germany—a key player in the Second International—voted in favor of the war. Citing the need for national self-defense, large swaths of the European left abandoned the cause of open borders.
But by the end of the next world war—which left another 80 million people dead and 60 million more displaced—support for free movement had moved from the margins of the left into the heart of the postwar political establishment. When the United Nations convened in Paris to draft its Declaration of Human Rights in November 1948, the committee considered mobility a matter of “vital importance.” “Freedom of movement was the sacred right of every human being,” commented the representative from Chile. “The world belongs to all mankind,” added the representative from Haiti.
The architects of the European Union took this view of free movement as fundamental to the project of European integration. In the 1957 Treaty of Rome, which laid the foundations for a union in Europe, diplomats and ministers included the “freedom of movement for workers” as one of the four freedoms—alongside those of goods, services, and capital—that would govern the European Economic Community. This decision sought to encourage Europe’s reconstruction by enabling workers to move where they were needed most.
Over the next three decades, this fourth freedom shifted from a provisional economic measure to a right of European citizenship. The 1985 Schengen Agreement eliminated internal borders and the customs checks that went along with them; the 1992 Maastricht Treaty established a European Union citizenship that guaranteed free movement on the basis of personhood, not participation in the labor force.
Such was the grand ambition of the Socialist French president François Mitterrand. “It is to turn the whole of Europe into one space,” he announced in a televised Bastille Day interview in 1990. “Now the barriers and the walls have collapsed. The storm is not over…but we are getting there.”
The transformation of free movement from a radical demand to a pillar of EU governance was critical to the emergence of left nationalism in Europe. Since the Maastricht Treaty—signed and celebrated by socialists like Mitterrand—the hope for the European Single Market as a force of social cohesion has largely failed. Today, the European Union looks less like a workers’ utopia and more like a neoliberal fortress: demanding, enforcing, and policing a free-market order. Banks, corporations, and investors may be free to move their capital across the continent, but national governments are not free to implement policies that address their local needs. It is out of this contradiction—and Mélenchon’s view that the EU is a “totalitarian project”—that the new left vanguard has formed.
In short, the terms of radicalism have changed. A century ago, left movements advocated international integration as the answer to “bourgeois chauvinism under the guise of patriotism,” as Lenin put it. Today, they advocate national devolution as the answer to the unfettered power of globalized capital.
Both approaches aim to challenge capitalism and advocate a fairer redistribution of resources; the latter, though, views international institutions as instruments of capitalism rather than as potential vehicles for worker power. Its goal, best expressed by the left-wing advocates of Brexit, is to take back control from those institutions: “a once-in-a-lifetime window of opportunity” for a “radical break with neoliberalism,” as Thomas Fazi and William Mitchell, authors of Reclaiming the State, wrote in their 2018 Jacobin article “Why the Left Should Embrace Brexit.” As a result, for these critics, the right to free movement is the sacrificial lamb in a radical break with the European Union.
Fazi and Mitchell, for example, don’t mention migration once in their 3,000-word brief for embracing Brexit. In their framework, the priority is first and foremost to build a socialist economy, which they claim is impossible within the constraints of the single market. Migrants, then, are collateral damage.
Most left nationalists in Europe don’t stop there, however; they view the demise of free movement as a worthy end in itself. These critiques can be broadly divided into three types: economic, cultural, and political. And all of them aim to justify the introduction of new border controls.
The most prominent of these critiques, building on Marx’s 1870 letter, rejects free movement on the basis of worker exploitation. “The state has a duty to protect men and women from foreign workers who take their jobs away for lower pay,” said Oskar Lafontaine, co-founder of Aufstehen, in a defense of border controls in 2005. Likewise, in a Guardian op-ed supporting Jean-Luc Mélenchon’s 2017 presidential bid, Cambridge lecturer Olivier Tonneau asserted that the “noble principle of freedom of movement” had been “perverted into forced economic migration, which undercut wages and stirred tension between peoples.”
Jeremy Corbyn makes a similar argument. After the Brexit referendum, Corbyn laid out his opposition to free movement in the European Union. “If freedom of movement means the freedom to exploit cheap labor in a race to the bottom, it will never be accepted in any future relationship with Europe,” he wrote.
The problem is that there is virtually no evidence to support the claim that foreign workers depress wages and discourage the employment of native workers. In a landmark report in September 2018, the United Kingdom’s Migration Advisory Committee found that “migrants have no or little impact on the overall employment and unemployment outcomes of the UK-born workforce.” In fact, it added, “there is some evidence to suggest that skilled migrants have a positive impact on the quantity of training available to the UK-born workforce.” The findings in Britain echoed those of the Organization for Economic Cooperation and Development, which found in 2014 that migration “contributes to spur innovation and economic growth” and that migrants give more in taxes than they take in benefits.
“Crudely,” wrote economist Jonathan Portes in a recent articlesummarizing two decades of his research, “immigrants are not taking our jobs.”
The real threat to labor standards is not freedom of movement, but rather its restriction. And as countries like the United States have learned time and time again, harsh border controls are not effective deterrents to migration: According to a 2007 study in the journal Regulation & Governance, border enforcement has had “remarkably little influence on the propensity [of people] to migrate illegally to the USA.”
Upon their arrival, unauthorized migrants are vulnerable to exploitation, undermining the entire labor market—exactly the problem that the restrictionists identify. Unauthorized labor is largely off the books, and without legal protections, the people performing it lack bargaining power against their employers. One wide-ranging study found that 37 percent of unauthorized migrants in the United States suffered minimum-wage violations, compared with 21 percent of authorized migrants, while 85 percent of unauthorized migrants were not paid overtime, compared with 67 percent of their documented counterparts.
On a more conceptual level, the economic critique fails to hold together. In making the case for managed migration, many people distinguish between two classes of migrants: economic migrants in search of work, and asylum seekers in need of refuge. The latter pose a humanitarian concern, which many left nationalists are (for good reason) happy to accommodate, while the former threaten the labor market and therefore merit tighter regulation. “When we are talking about economic migration,” Labour MP and UK shadow secretary for international trade Barry Gardiner told the BBC, “the economy has to work in favor of the British people and the British public.”
Under closer examination, this distinction falls apart. Every day, scores of young men arrive in Southern Europe after harrowing journeys from their homes. But the European Union draws a hard line between those worthy of asylum and those migrating for economic opportunity. Boys from Syria—who are recognized as refugees of war—tend to receive asylum swiftly, while boys from Pakistan have little hope of it, despite the fact that many have fled similar levels of violence. “Migration is something that people do to try to survive,” Jeremy Corbyn once told the House of Commons. “Every case is a human story.”
The cultural critique doesn’t bother with this distinction. Rather, it takes aim at all migration on the basis that it erodes, dilutes, or otherwise undermines national culture. Free movement is “not also a principle of socialism,” wrote the left-wing British journalist Paul Mason in 2017. “It says to people with strong cultural traditions, a strong sense of place and community (sometimes all they have left from the industrial era) that ‘your past does not matter.’” By calling their heritage into question, then, migration threatens to incite even stronger xenophobia among working-class communities.
Yet there is very little empirical basis for these claims, either. In case after case—from the Brexit vote to Germany’s general election last year—areas with the fewest migrants have expressed the strongest cultural grievances. And research suggests that contact between different communities—gay and straight, black and white, Shia and Sunni—is actually a route to more solidarity, not less. A meta-analysis of 713 independent samples from 515 studies concluded that contact “typically reduces intergroup prejudice.” In other words, if the goal is to reduce xenophobia, borders are not the solution; interaction is.
The very fact of anti-immigrant attitudes in Europe often leads to a political critique: European citizens never had a full say on the rules that would govern their union, whether on immigration or environmental regulation. The principle of free movement is meaningless in the absence of democratic support for it, this argument goes. And, once again, we find a rationale for exiting the European Union: Only then will voters be able to shape their own political future.
But while some people advocate exit as a pretext to curb migration, others, like Costas Lapavitsas, a former member of the Greek Parliament for Syriza and author of The Left Case Against the EU, view it as a way to reconstitute a fairer, more global kind of free movement. The freedom to move within the EU is, in fact, premised on restricting free movement into it—a system known as “Fortress Europe.” Rather than reforming the EU from the inside and defending and extending the principle of free movement, these critics believe that exit is the best route to a more humane immigration policy. In other words, they want to destroy free movement in order to save it.
Such critics often consider themselves to be internationalists, tweeting support for sister parties and crisscrossing the continent to speak on their panels. But make no mistake: This isn’t your grandfather’s internationalism. It has little in common with Lenin’s optimistic view of migration “uniting workers from all countries.” It hinges on a decidedly nationalist desire to claw back national sovereignty, to undo the excesses of liberalization, and to reclaim the borders of the nation-state.
Mélenchon, for his part, has stopped playing the “Internationale” at his public rallies. He prefers to fly the Tricolore and sing “La Marseillaise” instead.
The new left-nationalist vision emerging in Europe is not shared worldwide. Over the last decade, pundits and politicians have frequently pointed out the similar trajectories in Europe and the United States. The 2008 financial crisis exposed the deep interconnections between their banking systems, while the populist earthquake of 2016 revealed the shared fault lines in their democracies.
But one of the most striking patterns in the migration debate is the divergence in attitudes on the two sides of the Atlantic. While the left vanguard in Europe backtracks on its support for immigration, support on the American left is surging. In 2006, 37 percent of Democrats believed that immigration to the United States should decrease, while 20 percent believed that it should increase. In 2018, only 16 percent of Democrats believed that immigration should decrease, while a whopping 40 supported its increase. Compare that with Britain, where 49 percent of Labour voters think that immigration is too high, and a microscopic 5 percent think it’s too low.
The rapid rise in support for immigration on the American left marks a historic role reversal. Recall the 1907 Congress of the Second International, where the Socialist Party of America’s motion to restrict immigration was dismissed by its European counterparts.
Today, there is virtually no Democratic politician who offers a tough line on immigration. Within the Democratic Party’s progressive wing, in particular, we find a vigorous defense of migrant rights and a call to abolish immigration-enforcement agencies altogether—a far cry from the criticism of free movement flourishing in Europe. As Labour MP and shadow home secretary Diane Abbott stressed in her remarks at the Labour Party’s conference in September: “Real border security…that is what Labour stands for.”
What explains this sudden divergence in transatlantic attitudes? And what can it tell us about the left-nationalist case against free movement?
One plausible driver is demographics. Much has been made of the United States’ transition from a predominantly white country to a majority-minority one within the next three decades. Meanwhile, the fast-growing Latino community is also the most active in its pro-immigration movement. It is possible, therefore, that public opinion is simply shifting with the tides of American demography.
But the demographic story is insufficient to explain this transatlantic divergence. After all, the percentage of foreign-born residents in the United States is almost exactly the same as that in Germany or France—13.1 percent, 12.8 percent, and 11.7 percent, respectively. A country’s demographic profile, therefore, does not necessarily dictate its attitudes toward immigration. In any case, it is difficult to see how these long-term trends could produce such a sudden shift in attitudes.
Instead, the key factor is the electoral system around which these demographics change. In the United States, a polarizing two-party system has laid the groundwork for a full-throated defense of immigration from the left. As Republicans vow to “build the wall,” Democrats advocate breaking it down. As President Trump radicalizes the Immigration and Customs Enforcement agency, senators like Elizabeth Warren and Kirsten Gillibrand call for its abolition. As a Republican administration detains migrant children, the Democratic Party demands amnesty for them. In short, the politics of immigration is a politics of opposition.
“America’s views on immigration have changed more over this short period than at any time in any other country in history,” says political scientist Rob Ford of the University of Manchester. “It would suggest, paradoxically, that harsh migration policies create the conditions for a radical turn in a pro-immigration direction.”
Ford’s comments should provide a measure of cold solace to immigration advocates in Europe. As far-right parties come to power across the continent—creating an anti-immigrant “axis” from Berlin to Vienna to Rome, as Austrian Chancellor Sebastian Kurz eerily described it—so the terms of left opposition may once again tilt in favor of free movement. In their own way, by seeking to destroy the right to freedom of movement, the European alt-right may end up saving it.
But the extent of the divergence between the European and American cases raises fundamental questions about how we define the left today. What does it mean that Democrats associate the European economic critique of free movement with their Republican enemies, or that they associate the European cultural critique of free movement with the emergent alt-right marching through cities like Charlottesville, Virginia?
On International Human Rights day in 2017, Jeremy Corbyn delivered a speech at the United Nations’ Geneva headquarters in which he laid out his vision for a new global system based on “cooperation, solidarity, and collective action.” The present migration crisis, he argued, has been fueled by a mix of economic inequality, war, and climate destruction, and its solution lies in addressing those underlying causes.
“European countries can, and must, do more as the death rate of migrants and refugees crossing the Mediterranean continues to rise,” Corbyn said. “But let us be clear: The long-term answer is genuine international cooperation based on human rights, which confronts the root causes of conflict, persecution, and inequality.”
Yet even in this vision, freedom of movement still appears suspect. At best, it distracts us from the true solution—a Band-Aid under which the real problems of the world continue to fester. At worst, it numbs us to injustice by celebrating migration instead of condemning the conditions that force people to migrate. “People do not leave for pleasure,” Jean-Luc Mélenchon said in 2017. “Exile is suffering.”
Mélenchon is certainly correct, as is Corbyn in his insistence that we must tackle the root causes of the crisis. The big problem here is that no amount of international coordination will significantly reduce migration in our lifetime. Before the end of this century, up to 2 billion people could be forced to migrate on account of rising sea levels alone. Even if Europe’s entire left vanguard were to come to power and make good on its promises, families around the world would continue in their relentless pursuit of a safer or better life abroad.
Sahra Wagenknecht has described the policy of free movement as “naïve.” But the evidence suggests that hard borders threaten international solidarity, not strengthen it; fortify inequality, not decrease it; and inflame xenophobia, not reduce it. Europe’s new left nationalists may not grasp the likely results of their attempts to curtail free movement: scores of deaths on the sea, an explosion of slums at the borderlands, the continued economic exploitation of desperate migrants, and an increasingly militarized system of passport apartheid.
This is Corbyn’s formulation flipped on its head. In the short term, migration controls might win some votes and throw some sand in the gears of international capitalism. But over the long term, such controls can become their own root causes of conflict, persecution, and inequality.
For now, activists—not political parties—are shouting the loudest in support of open borders. At the Labour conference in September, the Labour Campaign for Free Movement passed out thousands of flyers to attendees. In Berlin, demonstrators marched against the far right under the banner of “Global Freedom of Movement.” For their part, the pie throwers have called for a Tortaler Krieg—total cake warfare—until Germany’s leaders heed their call. “No activist wants to throw a pie at a politician,” they insist. “But a cream pie is a last resort…. The pie throw is the last measure at the border of humanity.” N
David AdlerDavid Adler is a writer and researcher based in Athens, Greece.
For Erdogan and his team, the United States is the primary threat to Turkey.
by Michael Rubin
President Donald Trump’s about-face toward his Turkish counterpart Recep Tayyip Erdoğan is enough to give whiplash. Just five months ago, Trump was criticizing Turkey and undercutting its economy to bring Erdoğan to his knees over the imprisonment of Pastor Andrew Brunson. Behind-the-scenes, American officials and U.S. intelligence had grown exacerbated with Erdoğan for his enabling of the Islamic State as well as terrorist groups ranging from Hamas to Boko Haram . Now, of course, Erdoğan is Trump’s confidant and friend. The irony of this about-face is the prickly Trump has absolutely no idea the disdain with which Erdoğan and the Turkish press view him. Erdoğan may be an enigma to many diplomats and analysts who do not want to believe the worst about him, but certain Turkish newspapers that are allowed to publish and have grown more prominent during Erdoğan’s reign provide a window into his mind. The reason is simple: any journalist who dares contradict what Erdoğan says or thinks is fired, imprisoned or worse. As columnist Zeynep Gurcanli observed in one of Turkey’s last secular newspapers, “The journalists who said that ‘the AKP’s Syrian policy is wrong’ have been externalized, marginalized, and fired.” In contrast, Erdoğan cheerleaders like İbrahim Karagül at Yeni Şafak , however, have only grown more prominent and, indeed, have found the doors to wealth and the highly-restricted Turkish airwaves open to them.
So what do these journalists say about the United States and Trump? While Washington may navel-gaze and assume all anti-American animus has to do with Trump, it’s important to recognize that Trump is not the cause of anti-Americanism in Turkey; it long predates him. According to the Pew Research Center’s annual surveys of anti-Americanism, Turks’ favorability toward the United States declined from around 50 percent in 1999 to just 30 percent in the wake of the 9/11 attacks, and that was before the U.S. war in Iraq. Those numbers have since plummeted.
When President Barack Obama ordered a drone strike in Yemen that killed Al Qaeda preacher Anwar al-Awlaki, preacher to three 9/11 hijackers and mentor to Fort Hood shooter Nidal Hassan, Yeni Şafak compared the U.S. president to Hitler. When Obama subsequently declared that the United States was not at war with Islam, Yeni Şafak calledhis statement an outright lie, and suggested that the United States sought to wage war against Islam since it had plotted the September 11, 2001, attacks and subsequently created the Islamic State. In 2017, Karagül, whose conspiracies won him promotion to editor of Yeni Şafak , spun one to suggest that every development in the Middle East since the 1991 Gulf War was actually a plot by the United States to destroy Islam.
But what about Erdoğan’s views toward Trump? Just a year ago, Karagül declared that “The United States is no longer a trustworthy country for Turkey. It is no partner, nor ally—it cannot be and will not be.” Because Erdoğan promises to defeat the Islamic State, it is essential to understand that he sees the Islamic State as a puppet of the United States or, as Yeni Şafak calls it, America’s “illegitimate child.” Such rhetoric isn’t just a one-time occasion, nor is it just the creation of Turkish newspapers; rather, it is a reflection of Erdoğan himself. At the height of the battle against the Islamic State, for example, it was Erdoğan himself who speculated to his political followers that the United States created the Islamic State in order to have an excuse both to intervene in the region and to further Islamophobia.
To defeat the Islamic State, in Erdoğan’s fevered mind, therefore, means defeating the United States. Even if Erdoğan’s believes that Trump’s about-face on Syria is a dream come true, those reflecting Erdoğan’s vision pity Trump because of his weakness. “Erdoğan has a stronger hand… because, Trump does not yet have control over the established system,” Karagül wrote in the wake of the 2017 summit between the two leaders. Hence, for the current Turkish regime, the United States cannot be trusted because it is a democracy. Nor should Erdoğan pay heed to a country which, contrary to Trump’s statements, Erdoğan’s followers see in decline. “The U.S. and the West are in a period of regress. The economic order they control is in a deadlock and can no longer move,” Yeni Şafak declared.
Trump may make concessions, and Erdoğan may pocket them, but none of that changes the fact that, in the worldview of Erdoğan and his team, the United States is “the primary threat for Turkey.” As Karagül explained, the clash between United States and Turkish interests is part of “a century-old showdown.” That Turkey is still shy of its one-hundred-year mark underscores how Erdoğan sees himself as representing global Islamism in a battle against Western liberalism. Trump himself can’t hope to change Turkish minds: when he spoke before the UN General Assembly, the pro-Erdoğan press called his ideas the epitome of “introversion” and “peevishness.”
Trump would not be the first leader to put all his eggs in Erdoğan’s basket. In 2012, Obama declared Erdoğan to be among the five international leaders to whom he felt closest, even talking about the advice he solicited about raising daughters from Turkey’s leader. By Obama’s second term, however, he learned what folly it was to trust Erdoğan. He recognized Erdoğan for what he was: a deeply corrupt ideologue dedicated to the destruction of the post-World War II liberal order, an enabler of terrorism and anti–Semitism.
Trump may feel leadership means defying conventional wisdom in Washington. Certainly, he is right to challenge much of that. But, with his embrace of Erdoğan, he not only wields power to a man complicit in the Islamic State’s rise and survival, but also a man whose closest circle ridicules Trump if not to his face than behind-his-back to his own people. In Washington, Trump may see it as creative disruption. In Ankara, however, they will call it the humiliation of America and its president.
Aυτόν τον χρόνο το σύστημα της Δυτικής Συμμαχίας δέχεται ενισχυόμενο σφυροκόπημα και το οικοδόμημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης απειλεί να επιφέρει την κατάρρευση του παλαιού διεθνούς καθεστώτος.
«Το γεωπολιτικό περιβάλλον είναι πιο επικίνδυνο από όσο ποτέ επί δεκαετίες», προειδοποιεί η Ευρασιατική Ομάδα συμβούλων πολιτικού κινδύνου των διεθνών «ελίτ» και φερέφωνο της ιδεολογίας της παγκοσμιοποίησης.
Η Pax Americana διαλύεται. Η διατλαντική συμφωνία που υποστύλωνε την Δύση από την δεκαετία του 1950 πνέει τα λοίσθια. Το ΝΑΤΟ, οι G7, οι G20, ο Οργανισμός Διεθνούς Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, βρίσκονται σε διάφορων βαθμών κρίση, η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν έχει απροσδιόριστους στόχους. «Κάθε ένα από αυτά τα πεδία έχει αρνητική πορεία εξέλιξης». Και τα πλείστα, κατά τρόπο πρωτοφανή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.», αναφέρει.
Αυταρχικοί αντιφιλελεύθεροι ηγέτες τραβούν προς τα έξω από τις άκρες, στην Τουρκία, στην Βραζιλία, στην Ουγγαρία. Ορισμένοι, στις ζώνες του λυκόφωτος του δημοκρατικού κόσμου, συμπαρασύρονται –προς το στρατόπεδο Πούτιν-Ξι Ζι Πινγκ.
«Οι συμμαχίες των ΗΠΑ εξασθενίζουν παντού. Η περιορισμένη εμπιστοσύνη που έμοιαζε να στηρίζει την σχέση ΗΠΑ-Κίνας έχει εξατμιστεί», λέει η Eurasia στην ετήσια πρόγνωσή της.
Η χαώδης εικόνα είναι αρκετά σκοτεινή σε αυτό το καταληκτικό στάδιο της διεθνούς οικονομικής ανάπτυξης, γεγονός που εγείρει το ερώτημα: τι θα μπορούσε να συμβεί σε μιαν βαθιά ύφεση, με μαζική ανεργία;
Η Eurasia Group προειδοποίησε ότι το 2019 μπορεί « να αποδειχτεί ο χρόνος όπου ο κόσμος κομματιάζεται», αν και δεν είναι αυτή η κεντρική της πρόγνωση. Η κατάληξη μπορεί να πάρει λίγο περισσότερο χρόνο. Υπάρχουν πολλά ερείπια σε μια μεγάλης έκτασης γεωπολιτική τάξη, για να παραφράσουμε τον ΄Ανταμ Σμιθ.
Όταν ένα σύστημα αξιών και θεσμών έχει εξελιχθεί επί δεκαετίες είναι κολλώδες.
«Εάν δεν συμβεί κακοτυχία (όπως στο Σαράγεβο το 1914), παίρνει χρόνια, ακόμη και δεκαετίες, η κατεδάφιση μιας γεωπολιτικής τάξης. Αυτή η διαδικασία διάβρωσης είναι σε ανάπτυξη γύρω στον κόσμο σήμερα», επισημαίνει η έκθεση.
Είναι ένας κόσμος όπου τα γάντια πετιούνται στον κυβερνοπόλεμο, κινώντας ένα κύκλο « δράσης- αντίδρασης», που θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει του ελέγχου.
Η διοίκηση ηλεκτρονικού πολέμου του Πενταγώνου ετοιμάζεται για «προληπτικά πλήγματα». Υπάρχουν διερευνητικά σχέδια να επιτρέψουν σε ιδιωτικές εταιρείες τα ηλεκτρονικά αντίποινα σε περίπτωση που υφίστανται εισβολές χάκινκ (υποκλοπής στοιχείων).
Οι παγκόσμιες αγορές μετοχών τελούν σε νευρική αναμονή καθώς αρχίζει ο νέος χρόνος. Παράλληλα, πλησιάζει ένας « παγκόσμιος τεχνολογικός ψυχρός πόλεμος». Τα κράτη περικόπτουν την εξάρτησή τους από ξένες εισαγωγές, όπου διακυβεύεται η εθνική ασφάλεια. Η Δύση κλείνει την πόρτα σε Κινέζους παραγωγούς ηλεκτρονικού εξοπλισμού μεγάλης ταχύτητας 5G. Η ψηφιακή παγκοσμιοποίηση υποχωρεί.
Κατά την γνώμη της Eurasia, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο κεντρικός καταλύτης των όσων πηγαίνουν στραβά σήμερα στον κόσμο. Αφετηρία όλων είναι η Ουάσιγκτον. «Προκαλείται ζημιά στην νομιμότητα των δημοκρατικών θεσμών στην μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου», αναφέρει.
Η Ευρασία προβλέπει ότι οι Δημοκρατικοί θα υποβάλουν προτάσεις παραπομπής του προέδρου για παρακώλυση λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Αυτό δεν θα λύσει τίποτα. Η Γερουσία θα αντισταθεί. Η μάχη δεν θα λήξει όπως στο Γουώτεργκέϊτ, με μιαν υπάκουη παραίτηση προς το συμφέρον του έθνους. Ο κ. Τραμπ δεν είναι Ρίτσαρντ Νίξον. Θα πολεμήσει με τα νύχια και με τα δόντια, και θα προκαλέσει μια συνταγματική κρίση. Η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να καταλάβει το κενό ηγεσίας, καθώς η Αμερική στρέφει την ράχη της προς το σύστημα της φιλελεύθερης συμμαχίας και στον δεσμό των κοινών αξιών.
Οι μωρές ελπίδες ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν θα μπορούσε να διαλύσει τις ορδές του εξεγερμένου λαϊκισμού στην Ευρώπη, μετά τον θρίαμβό του (!) το 2017, έχουν εξανεμιστεί. Το ποσοστό δημοτικότητάς του έχει πέσει στο 23 % ( λάθος :στο 18%). Αντιμετωπίζει μια κατάσταση εθνικής ανάγκης με τα κίτρινα γιλέκα. Οι μεταρρυθμίσεις που σχεδίαζε στο εσωτερικό και στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση είναι νεκρό γράμμα.
Η « Ευρασία» προβλέπει ότι οι ευρωσκεπτικιστικές/λαϊκιστικές δυνάμεις θα συγκεντρώσουν 37% των εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάιο, έναντι του 28% το 2014. Το νέο σώμα, που θα συγκροτηθεί αργότερα το 2019, θα βρεθεί σε κρίση, πριν ακόμη αρχίσει την λειτουργία του.Εφέτος θα είναι ο χρόνος στον οποίο οι λαϊκιστές θα αποκτήσουν πραγματική εξουσία στην μεγαλύτερη ευρωπαϊκή σκηνή, αναφέρει. Και αυτό προτού χτυπήσει η αναπόφευκτη νέα ύφεση. Όταν έρθει, οι πολιτικοί μηχανισμοί απορρόφησης του συγκλονισμού θα είναι επικίνδυνα εξασθενημένοι. Η λιτότητα θα αποχαλινώσει πολλούς αντιπληθωριστικούς δαίμονες.
Η «Ευρασία» λέει ότι η συνεχιζόμενη έριδα ΗΠΑ-Κίνας είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος της διεθνούς οικονομίας.
« Ο λόγος για τον οποίο πολλοί στην Βρετανία ψήφισαν την αποχώρηση από την ΕΕ ήταν γιατί αναγνώρισαν πως δεν ήταν κατάλληλη για μακροπρόθεσμα σχέδια. Από αυτή την άποψη φαίνεται να έχουν δίκιο», αποφαίνεται η ομάδα συμβούλων.
Ο μεγαλύτερος τελικά κίνδυνος είναι μια σινο-αμερικανική ρήξη να απολήξει σε παγκόσμια οικονομική στασιμότητα, οξεία διαμάχη και έναν κύκλο κλιμάκωσης «στο πεδίο δράσης». Κατά την «Ευρασία», οι σχέσεις έχουν ήδη επιδεινωθεί σε σημείο μη επανόδου. Ούτε υφίσταται ένα λειτουργικό κοινό έδαφος για συμβιβασμό.. Αυτό που κρίνεται είναι η τεχνολογική κυριαρχία στον 21ο Αιώνα –όχι το εμπόριο.«Το ενισχυόμενο εθνικιστικό συναίσθημα καθιστά απίθανο ότι το Πεκίνο θα αγνοήσει τις αμερικανικές προκλήσεις.», προσθέτει.
Το ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι ότι ο κόσμος θα διασχίσει, τσάτρα-πάτρα το 2019, χωρίς να εκραγεί κάποια από αυτές τις νάρκες. Αλλά η ροή των γεγονότων είναι φανερή. Η Δυτική φιλελεύθερη τάξη, την οποία θεωρούσαμε δεδομένη στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή.
«Πηγαίνουμε σε τρικυμίες, πιο κάτω στον δρόμο. Μεγάλες τρικυμίες», γράφει η έκθεση των προγνώσεων των συμβούλων της Διεθνούς του Κεφαλαίου.
Waste of money? Donald Trump and first lady Melania Trump with members of the U.S. military during an unannounced trip to Al Asad Air Base in Iraq on December 26, 2018.SAUL LOEB/AFP/GETTY
Ignoring officials’ advice, he declared victory over the undefeated Islamic State group (ISIS) last month and ordered the withdrawal of 2,000 U.S. troops from Syria. He also significantly cut American forces in Afghanistan by instructing the Pentagon to rotate home 7,000 service members in early 2019.
Like George W. Bush declaring “Mission Accomplished,” Trump has asserted that American forces will come home under a banner of victory. He argued on Twitter that if his predecessors brought troops home and crippled militant extremists, they would have been hailed as national heroes.
Growing public fatigue with endless wars was a significant factor in Trump’s election, research suggests. Voters are frustrated with foreign policies that commit U.S. troops and money but lack a clear definition of victory—with no exit strategy, in other words. Senator Elizabeth Warren, a 2020 presidential candidate and normally a scorching Trump critic, has told reporters she agreed with him on withdrawing from Syria and Afghanistan. And the military—that 1 percent of U.S. citizens who bear the burden—doesn’t disagree. Current and former Pentagon officials tell Newsweek that Trump isn’t wrong to want an end to those wars and that the president has a point that some of the criticism he has received is unfair.
Fifty-six percent of current and former U.S. service members approve of the job Trump is doing, while 43 percent disapprove, according to a recent nationwide survey from the Associated Press. (The AP polled more than 4,000 current U.S. military personnel and veterans.) Fifty-one percent said they believe the Trump administration has made the U.S. safer from terrorism; 35 percent said they do not.
But military officials say Trump’s search for immediate results in long-term national security strategies are getting the better of him: Wars do not end in iconic moments (except in World War II, perhaps). And victory, especially in Afghanistan, is an illusion.
Reveille Comes Whether You Want It To or Not
The tweet landed a minute after midnight Eastern time on January 1. The announcement was from the Defense Department: Patrick Shanahan, a former Boeing executive with no military experience and a year and a half in government, was now acting secretary of defense.
Donald J. Trump
✔@realDonaldTrump
We have defeated ISIS in Syria, my only reason for being there during the Trump Presidency.
Reveille comes whether you want it to or not, a fellow Marine once told me. Translation: We knew this was coming, and here it is. The tweet made clear that James Mattis, last of the generals touted as the “adults” in the administration—and an outspoken opponent of the Syrian withdrawal—was gone.
Since the U.S. first intervened in the Syrian civil war in 2014, the American footprint has grown, now around 2,000 strong. As for ISIS, estimates suggest its numbers range between 25,000 to 30,000 fighters and sympathizers who are embedded in the local population.
A senior Defense Department source, speaking three days before Mattis’s departure, tells Newsweek no U.S. general was happy with the decision to pull back U.S. troops from Syria. The withdrawal could spark an ISIS resurgence similar to the Taliban’s growing influence and territory in Afghanistan. Time spent forging alliances in the region and training the Syrian Democratic Forces feels wasted, the official says. What was all the bloodshed and sacrifice for if, in the end, America was simply going to leave the Kurds open to slaughter? Not to mention the costs among individuals and nations.
“The generals right now are working on making sure that the withdrawal is orderly, safe and with the least amount of exposure for current and future operations and relationships with our local partners,” says the source, who has knowledge of the Syria plans. “Were [military leaders] caught off guard with [Trump’s] decision? Yes. But the president ordered something, and their job is to provide him with the best way to do that something. They don’t make policy.”
The president’s decision to withdraw was not communicated through proper channels before he tweeted about it, the source says. The conversation before a decision normally involves the secretary of defense, the chairman of the Joint Chiefs of Staff, the National Security Council and the State Department. That did not occur, fueling concern among the brass—and U.S. allies—about the many unknowns and the mercurial president.
U.S. officials tell Newsweek the sudden withdrawal of forces would undercut strategic U.S. alliances with regional allies; free Russia and Iran to re-establish a full military presence and solid footing in the Mediterranean; and leave U.S.-backed Kurdish fighters vulnerable to being decimated by a Turkish air campaign. A complete withdrawal would mean giving up a valuable regional position to forces that threaten U.S. interests in the area, including the interests of allies such as Israel and, to some extent, Jordan.
“It takes time to ensure you have appropriate checks and balances when you decide to withdraw your presence in such a manner. Alliances—past, current and future—may be permanently jeopardized. Strategy and priorities may change, but we need to concern ourselves with the effects of every decision,” the senior Defense Department source says.
Senator Lindsey Graham of South Carolina persuaded the frustrated president to slow the withdrawal from Syria, expanding the timeline from 30 days to four months, Newsweek confirmed. The news was first reported by The New York Times.
Voters are tired of endless wars. Protesters gather outside the White House and speak out against the strike in Syria on April 14, 2018.TASOS KATOPODIS/GETTY
Graham outlined the conditions the president will meet before U.S. forces pull out. Among them is the permanent destruction of ISIS, deterring Iranian operations and protecting Kurdish fighters. Pentagon officials were uncomfortable with the short timeline and tentative objectives.
National security adviser John Bolton said U.S. forces would remain in Syria until ISIS was defeated and Turkey gave assurances not to attack the Kurds. In short, it’s a work in progress.
The caveats were omitted from the president’s original December 19 announcement that took the Pentagon by surprise prompting Mattis’s exit. On January 5, Kevin Sweeney, the Defense Department chief of staff, resigned.
On Tuesday, Turkey requested that U.S. bases in Syria be cleared out and handed over to local elements, according to Reuters. Newsweek confirmed the reporting through Pentagon sources, who added that no official action has been taken on the request.
Turkish President Recep Tayyip Erdoğan said Bolton had made a “serious mistake” for trying to slow down the U.S. withdraw in a pre-scheduled speech to parliament. Ibrahim Kalin, a spokesman for Erdoğan, told reporters Turkey will not seek permission from allies to conduct offensive operations against Syrian Kurdish fighters.
Afghanistan Is a Failed War
U.S. troops have been in Syria for just four years. They’ve been in Afghanistan for 17—and withdrawing from America’s longest war is correspondingly more complicated.
In the short term, U.S. officials fear a complete pullout would undo the current political negotiations aimed at reconciling differences between Kabul, the Taliban and the U.S., while also reinforcing the view that America’s word cannot be relied on.
But the post-9/11 wars have outlasted back-to-back two-term presidential administrations, and the majority opinion in U.S. military and veteran circles—despite recent declarations of progress—is that Afghanistan is a failed war that rolls on, racking up futile foreign policies, American lives and taxpayer dollars.
Some Afghanistan vets say they’d be glad to see the war come to a close, but many have wondered what their comrades died for—was it for nothing? It’s a question that haunts. Already, those who fought early in the war have seen the Taliban retake territory for which American blood was shed.
“I agree with those who feel it’s a good move [to withdraw],” says former U.S. Marine Staff Sergeant Lucas Dyer, a 13-year veteran of the infantry and Afghanistan. “But the question lingers: What was it all for? I know what my part was for, and I know why my Marines died. To close a chapter on this war or any war is hard.”
Former U.S. Marine Sergeant Matthew Moores, a medically retired tank commander and Afghanistan vet, tells Newsweek he blames the architects of the war, not the troops. “They were professionals who died doing their jobs. They didn’t die for nothing; they died to protect and support the men and women to their left and right,” says Moores. “There is nobility in that, and nothing can take it away from them. What does piss me off, though, is that those people died trusting that there was a plan better than ‘I don’t know, muddle around for a few years,’ but there wasn’t.”
“Muddle” refers to comments last month from retired U.S. Army General Stanley McChrystal, the former commander of NATO forces in Afghanistan. He told Secretary of State Mike Pompeo that his “best suggestion” was for a small number of American forces to remain in Afghanistan and “muddle along,” according to leaked audio obtained by Task & Purpose, an online news website covering the U.S. military and veteran communities.
In the meantime, any change in U.S. commitment is not visible on the ground. “There is nothing going on with Afghanistan right now,” says the senior Defense Department official. “I think that the administration did not anticipate all the flak from the GOP leadership regarding withdrawal.”
A work in progress: Members of the Syrian pro-government forces inspect the damage of a street in the Yarmuk Palestinian refugee camp on the southern outskirts of the capital Damascus on May 22, 2018.LOUAI BESHARA/AFP/GETTY
Many current and former U.S. service members believe the Defense Department had found a new line to justify keeping the so-called “forever war” going, replacing talking points such as “We’re turning a corner,” and “We’re making progress.”
I first heard Graham’s language in September 2018 from U.S. Marine Brigadier General Roger Turner, the former commander of Task Force Southwest in Afghanistan. “We are preventing a return to pre-9/11 conditions,” Turner said. Marines who served with the one-star general in 2017 tell me that statement, on the ground, translates to, “Make a shitty situation less shitty.” Turner had led the first Marine deployment back to southern Helmand province since 2014, as part of Trump’s new strategy.
“The stronger the Afghan security forces become, the less we will have to do,” Trump said when outlining his administration’s policy in August 2017. “Afghans will secure and build their own nation, and define their own future. We want them to succeed.”
At the time, Trump said he understood Americans’ dissatisfaction: “I also share their frustration over a foreign policy that has spent too much time, energy, money and, most importantly, lives trying to rebuild countries in our own image, instead of pursuing our security interests above all other considerations.”
Trump’s campaign rhetoric often focused on succeeding where his predecessors failed—asserting that he could put an end to both terrorist groups and legacy foreign-policy mistakes, quickly. Trump didn’t explicitly promise to get out of Afghanistan, The Washington Post’s Aaron Blake wrote, but having made a point of his opposition to the Iraq war, he did appear to be noninterventionist.
Trump has said the wars of Presidents George W. Bush and Barack Obama have been a waste of money. And although his administration has used the same congressional legislation that started the wars in Iraq and Afghanistan to expand or revitalize armed conflicts in Yemen, Somalia, Libya, Iraq and Niger, it’s hard to say he’s wrong.
In August 2017, Trump seemed to understand what his predecessor, Obama, had learned when trying to end the war in Iraq: “A hasty withdrawal would create a vacuum that terrorists, including ISIS and Al-Qaeda, would instantly fill, just as happened before September 11.” But the following April, he struck a different note at a Michigan rally. “We have spent $7 trillion—trillion with a t—$7 trillion in the Middle East,” he said, citing an inflated estimate. “You know what we have for it? Nothing. Nothing.”
Donald J. Trump
✔@realDonaldTrump
Endless Wars, especially those which are fought out of judgement mistakes that were made many years ago, & those where we are getting little financial or military help from the rich countries that so greatly benefit from what we are doing, will eventually come to a glorious end!
Strong leadership and strategy are more important than ever, if the U.S. is to clear out. “A complete withdrawal from Afghanistan would leave the fractious nation to the intrigues of a theocratic Iran, a rising China and especially Vladimir Putin’s Russia, not to mention Pakistan and India, in yet another iteration of the 200-year-old ‘Great Game’ for influence in the region,” Newsweek’s Jeff Stein reported in September.
“Mattis leaving is a big blow,” a second Defense Department official tells Newsweek. “It’s becoming harder to defend Trump, even among the Trumpkins at the Pentagon. We’re professionals and rolling with the punches, but the concern is that we are in chaos with Chaos gone,” a reference to Mattis’s military call sign.
Acting Defense Secretary Patrick Shanahan (2nd R) attends a Cabinet meeting with U.S. President Donald Trump at the White House January 02, 2019 in Washington, DC. A partial federal government shutdown entered its 12th day as Trump and House Democrats are at an impasse over funding for border security, including the president’s demand for $5 billion for a wall along the U.S.-Mexico border.CHIP SOMODEVILLA/GETTY
Shanahan and his commander in chief are facing an enormous challenge. The U.S. hasn’t won a major war in 30 years—but the country has been at war, in one place or another, nearly all the time since. Soldiers never want to cut and run. But is it better to wait for victory, or simply to declare victory and come home?
By ENERGY TOMORROW BLOGon January 09, 2019 at 10:00 AM
In many ways, the truest measure of U.S. energy is America itself – the country’s economic health and its security in the world, the individual prosperity of its citizens and the nation’s ability to meet significant challenges. Energy, led by natural gas and oil, is driving progress in all of these areas. No less important is the role abundant, secure energy plays in expanding concepts of what’s possible, what Americans can achieve.
API President and CEO Mike Sommers said this Generation Energy – the generation of Americans with unprecedented opportunity to dream and achieve thanks to plentiful natural gas and oil – is ready to achieve big things:
“[T]his generation, Generation Energy, is making history – reshaping the global energy balance, fueling a manufacturing revival, and leading the world in environmental progress. With the same skill and innovation that made history, Generation Energy is poised to shape the future.”
The annual report tells the stories of 13 women and men of the industry whose careers show the span of innovative technologies at work in natural gas and oil today, as well as industry’s commitment to continue lowering emissions, protect the environment and advance safety.
The event included a panel discussion by industry leaders – Susan Dio, chairman and president of BP America; Gretchen Watkins, Shell Oil president; Dave Hager, Devon Energy president and CEO; and Karen Wright, Ariel Corporation president and CEO – discussing current energy issues, ranging from infrastructure needs and increased access to natural gas and oil reserves to overhauling the Renewable Fuel Standard.
America, Energy Superpower: “We are a world away from an era when our entire economy seemed to depend on the changing moods and interests of an oil cartel. … [I]n global energy markets, we’re playing with a very different hand, to the advantage of this country and many others. … They prefer America as the foremost energy power, because they know how that power gets used in other hands.”
U.S. Energy Leadership: “The world is going to rely on traditional fuels far into the future. Here in more developed nations, it can be easy to overlook that nearly a billion people elsewhere still have to get by without consistent, or any, electricity. In those societies, more access to energy is what’s going to make everything else possible – in public health, safety, jobs, mobility, and advancement of just about every kind. … As the world’s leading natural gas and oil producer, our nation is in a position of strength, after decades of feeling captive to faraway events and to the decisions of others.”
Climate Progress: “Generation Energy is succeeding in protecting the environment and achieving cleaner air. … The risks of climate change are real. Industrial activity around the globe impacts the climate. And America’s natural gas and oil industry is meeting the climate challenge head-on. … When it comes to carbon, no nation has reduced emissions more than America has over the last decade. Smart policy explains only part of that progress. The single greatest factor is clean natural gas. Not only has it altered the economic landscape; it makes progress possible in renewable energy as well.”
Smart Regulation: “There are few industries more regulated than ours. … The key to energy regulations is to keep them grounded in common sense and hard science, while letting this industry deliver on the next wave of innovation. Do that, and we’ll continue to meet the challenges of climate change. Do that, and there will be no end to the energy opportunities for this country.”
Energy Drives Economic Growth: “In our own country too, there is no overstating how much today’s energy revolution is changing life for the better. Stable, affordable energy is reviving American manufacturing, restoring jobs we used to hear were gone forever. Manufacturers have saved tens of billions of dollars in energy costs – a lot of capital freed up for investment.”
Industry Technology and Innovation: “Big trends in our industry are touching everyone. And it’s important to remember that trends on this scale don’t happen by themselves and simply carry us along. They are set in motion by the effort and ingenuity of a workforce we support that includes 10 million-plus women and men. We call them Generation Energy, to capture their relentless way of outthinking problems and overcoming technical obstacles of every kind. As much as any industry, we are showing all that can happen when resourceful people meet tough, seemingly intractable challenges.”
Energy Tomorrow is brought to you by the American Petroleum Institute (API), which is the only national trade association that represents all aspects of America’s oil and natural gas industry. Our more than 500 corporate members, from the largest major oil company to the smallest of independents, come from all segments of the industry. They are producers, refiners, suppliers, pipeline operators and marine transporters, as well as service and supply companies that support all segments of the industry.
Οι “έξι” πρόθυμοι να στηρίξουν τον Τσίπρα στη βουλή, αν ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, εξελέγησαν με τα κόμματά τους απο τα οποία αποστατούν. Η αποστασία είναι μια, πολιτικά, απεχθής πράξη που καταδικάστηκε σε όλη την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας, όχι μόνο της ελληνικής.
Ο πολιτικός αποστάτης θεωρείται ότι προδίδει το λαό που τον ψήφισε με όσα του υποσχόταν διεκδικώντας την ψήφο του. Οι επίδοξοι αποστάτες δεν έχουν δικαίωμα να πράξουν τέτοια ατιμία..
Η ενέργεια απαξιώνεται ακόμη περισσότερο αφού είναι βέβαιο ότι γίνεται έναντι ανταμοιβής. Είτε πολιτικής είτε όποιας άλλης.
Ας έχουν υπόψη τους οι έξι ότι τα ονόματα τους θα γραφούν με γράμματα ανεξίτηλα στην ελληνική πολιτική ιστορία και θα υπαχθούν στην κατηγορία των επαχθών πράξεων σε κρίσιμη στιγμή της ελληνικής κοινωνίας.