Η νέα ανακοίνωση της Μόσχας για τη Συμφωνία των Πρεσπών δείχνει ότι η πληγή στις ελληνορωσικές σχέσεις δεν έχει ακόμα επουλωθεί. Η απάντηση της Αθήνας ήταν μεν προσεκτική και μετρημένη, αλλά έθεσε μία κόκκινη γραμμή. Ουσιαστικά μίλησε για παρέμβαση της ρωσικής διπλωματίας, η οποία, από την πλευρά της, δεν έχει σταματήσει να αποδίδει τη Συμφωνία των Πρεσπών σε παρεμβάσεις της Δύσης.
Σημαντικό τμήμα της δημόσιας εικόνας του Βλαντιμίρ Πούτιν στο εσωτερικό της Ρωσίας είναι η διασύνδεση με την Ορθοδοξία και το ένδοξο αυτοκρατορικό παρελθόν. Το γεγονός αυτό εκ των πραγμάτων αποτελεί έναν δεσμό με τον Ελληνισμό, που σφραγίζει τις ελληνορωσικές σχέσεις. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι είναι χρόνιος ο ανταγωνισμός με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ανταγωνισμός, που λόγω της Ουκρανικής Εκκλησίας το τελευταίο διάστημα προσέλαβε πολεμικούς τόνους.
Το ανατολικό (και συναισθηματικό) τμήμα της ελληνικής ψυχής, ωστόσο, συνεχίζει να φαντασιώνεται πολύ περισσότερα από όσα πράγματι αντιπροσωπεύουν οι ελληνορωσικές σχέσεις τον 20ο και τον 21ο αιώνα. Άλλωστε, ήδη από το 18ο αιώνα και τη Μεγάλη Αικατερίνη περιμένουμε να έλθει ο «Μόσκοβος» που λέει και το δημοτικό τραγούδι.
Πόσο ρεαλιστικό είναι η Ρωσία να θέλει να έλθει σε εμάς; Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στα Ορλωφικά του 1770, στη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878, όταν η Ρωσία επέλεξε να δημιουργήσει μια Μεγάλη Βουλγαρία στο χώρο της Μακεδονίας, ή στο Κυπριακό τις δεκαετίες του 1960-70. Το 2015, όταν η κυβέρνηση Τσίπρα αναζητούσε εναγωνίως χρηματοδότηση για να απαλλαγεί από τα μνημόνια, η Ρωσία στάθηκε απόμακρη. Έδειξε ότι μας υπολογίζει ως τμήμα της Δύσεως με τα μεγάλα κράτη της οποίας (ειδικά με τη Γερμανία) δεν ενδιαφέρεται να χαλάσει τις σχέσεις της.
Είναι ενδιαφέρον ότι η Ρωσία συνέδραμε ανεπαρκώς την Κυπριακή Δημοκρατία, όταν αυτή βρέθηκε αντιμέτωπη με την οικονομική κρίση, αν και πρέπει να ομολογήσουμε ότι και από την πλευρά της κυβέρνησης Αναστασιάδη δεν έγιναν οι σωστοί χειρισμοί. Όλα αυτά πριν προκύψει το ειδύλλιο Πούτιν-Ερντογάν, το οποίο έχει ανατρέψει τα γεωπολιτικά δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή.
Είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε τη διαφορά μεταξύ αφ’ ενός στρατηγικών συμμάχων και αφ’ ετέρου χωρών που λειτουργούν ως αντίβαρα. Ευρώπη και ΗΠΑ είναι στρατηγικοί μας σύμμαχοι. Σε έναν κόσμο που η μόνη μακροχρόνια σταθερή είναι η αστάθεια και οι ανατροπές, η Δύση έχει δημιουργήσει το πιο πλήρες σύστημα στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής ασφαλείας με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
Στρατηγικοί εταίροι και χώρες-αντίβαρα
Σε αυτό το σύστημα εμείς μετέχουμε, όχι απαραιτήτως με τον τρόπο που θα θέλαμε, αλλά μετέχουμε. Σε μία γειτονιά με πολλά προβλήματα, τα ζωτικά συμφέροντα της ασφάλειας του ελληνικού λαού, της εδαφικής ακεραιότητας και της μακροπρόσθεσμης οικονομικής μας ευημερίας συνδέονται με αυτά των εταίρων και συμμάχων, παρά το γεγονός ότι και οι Ελλαδίτες και οι Ελληνοκύπριοι υπέστησαν βαρύτατα τραύματα από τα Μνημόνια.
Η Ρωσία (όπως η Κίνα και το Ιράν) λειτουργεί ως χώρα-αντίβαρο. Οι χώρες-αντίβαρα μπορούν να βοηθήσουν σε επιμέρους πολιτικές (π.χ. τροφοδοσία με αέριο). Οι καλές σχέσεις μαζί τους είναι αναγκαίες, επειδή μπορούν να μετριάσουν ακρότητες των στρατηγικών συμμάχων μας. Αυτό ισχύει και για τις ελληνορωσικές σχέσεις στην παρούσα συγκυρία, όπου η Μόσχα αναπτύσσει με την Άγκυρα δεσμούς στρατηγικών διαστάσεων. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι και το Κρεμλίνο δεν θα ταχθεί υπέρ της Τουρκίας στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό.
Οι χώρες-αντίβαρα προσφέρουν ερείσματα που καθιστούν λιγότερο προβλέψιμες τις αντιδράσεις των μικρών ή μεσαίων χωρών στις πιέσεις των μεγάλων στρατηγικών τους συμμάχων. Οι χώρες-αντίβαρα, όμως, είναι αυτό που λέει το όνομά τους. Βοηθούν τις ισορροπίες. Δεν είναι στρατηγικοί σύμμαχοι και προφανώς δεν είναι ο «άλλος» πόλος που εναγωνίως αναζητούσαν κάποιοι στην Ελλάδα, έχοντας ξεμείνει στην εποχή του κινήματος των Αδεσμεύτων. Αυτές τις ψευδαισθήσεις δεν τις έχουν πρωτίστως οι ίδιες οι χώρες-αντίβαρα, όπως αποδεικνύεται και από τη διαχρονική στάση της Ρωσίας έναντι της Ελλάδος.
Με αυτά τα δεδομένα και χωρίς φαντασιώσεις, το ρήγμα που προκλήθηκε το περασμένο καλοκαίρι στις ελληνορωσικές σχέσεις καλώς έγινε προσπάθεια να κλείσει. Η Μόσχα, λοιπόν, είναι απαραίτητη στο ευρύτερο σύστημα ισορροπιών. Αυτό το είχαν συνειδητοποιήσει ελληνικές κυβερνήσεις από την πολύ πιο δύσκολη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Υπενθυμίζουμε ότι το 1979, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέφθηκε την τότε Σοβιετική Ένωση και την Κίνα.
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019 Γράφει ο Δρ. Εμμανουήλ Γούναρης*
-Προϋποθέσεις για μια ομαλοποίηση των ελληνοαλβανικών σχέσεων
Ομολογουμένως, τα τελευταία τραγικά γεγονότα στους Βουλιαράτες έδειξαν τις πραγματικές συνθήκες στις οποίες ζουν οι έλληνες Βορειοηπειρώτες στις μειονοτικές περιοχές της Βορείου Ηπείρου και τη σχεδόν εγκατάλειψη της αναγνωρισμένης από διεθνείς συμβάσεις εθνικής ελληνικής μειονότητος από πλευράς Ελλάδος. Ιδιαίτερα δε η απαξίωση της κυβερνήσεως του ΣΥΡΙΖΑ να ασχοληθεί με τα τραγικά γεγονότα στους Βουλιαράτες.
Τα τραγικά αυτά γεγονότα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν η Αλβανική Αστυνομία δεν είχε επιδείξει τέτοια προκλητικότητα απέναντι στον ομογενή Κωνσταντίνο Κατσίφα, το μόνο μέλημα του οποίου ήταν η ανάρτηση ελληνικών σημαιών στους Βουλιαράτες και στο στρατιωτικό νεκροταφείο της μειονοτικής περιοχής, όπου αναπαύονται μερικοί από τους 13.000 έλληνες στρατιώτες που έπεσαν στις μάχες εναντίον των ιταλών φασιστών το 1940, που είχαν αρχικώς καταλάβει την Αλβανία και στη συνέχεια είχαν επιτεθεί εναντίον της Ελλάδος.
Αν η Αλβανική Αστυνομία δεν είχε αποφασίσει την εκτέλεση του Κωνσταντίνου, αφενός θα μπορούσε να τον είχε συλλάβει και αφετέρου θα είχε αποφευχθεί ο εξοπλισμός του, κάτι βέβαια που έπραξε ο Κωνσταντίνος χωρίς να έχει την πρόθεση να πυροβολήσει τους αλβανούς αστυνομικούς, αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά των αλβανικών αρχών έναντι των Βορειοηπειρωτών. Άλλωστε η εκτέλεση αυτού έγινε όταν ο ίδιος είχε αφήσει το όπλο το οποίο έφερε με τα χέρια ψηλά. Ακόμη βέβαια οι αλβανικές αρχές δεν έχουν προβεί στην παρουσίαση των πραγματικών γεγονότων της όλης επιχείρησης με παρουσίαση του σχετικού βίντεο.
Πάντως, από τη στιγμή της εκτέλεσης του Κωνσταντίνου Κατσίφα και μέχρι την ταφή του, οι αλβανικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων του πρωθυπουργού Ράμα και του πρώην πρωθυπουργού Μπερίσα, έδειξαν απάνθρωπη συμπεριφορά όχι μόνο έναντι των Βορειοηπειρωτών αλλά και έναντι των υπολοίπων Ελλήνων.
Δυστυχώς, πολλοί έλληνες πολιτικοί, αγνοώντας τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου και τις συμβάσεις για τις μειονότητες, έφθασαν στο σημείο να συγκρίνουν τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας στη Βόρειο Ήπειρο ή στη Νότιο Αλβανία -όπως θέλετε πείτε την περιοχή αυτή- με τη μουσουλμανική μειονότητα στην ελληνική Θράκη, ξεχνώντας ότι στην ελληνική Θράκη έχουμε να κάνουμε με μία θρησκευτική μειονότητα την καλούμενη ελληνική μουσουλμανική μειονότητα!
Η Τουρκία βέβαια αποκαλεί τη μειονότητα αυτή τουρκική, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης του 1923. Ως γνωστόν, οι μουσουλμάνοι της Θράκης, όπως και οι Τσάμηδες, είναι όλοι Έλληνες, βιαίως εξισλαμισθέντες κυρίως κατά το έτος 1433, προκειμένου να μη χάσουν τα μεγάλα αγροκτήματα που είχαν αντιστοίχως στη Θράκη και στη Θεσπρωτία.
Στη Βόρειο Ήπειρο έχουμε να κάνουμε με μία διεθνώς αναγνωρισμένη εθνική ελληνική μειονότητα, ευρισκόμενη σε ένα ανεξάρτητο κράτος, που δεν παύει όμως να είναι και πατρίδα των Βορειοηπειρωτών. Ακριβώς για τους λόγους αυτούς οι Βορειοηπειρώτες νομίμως μπορούν να αναρτούν ελληνικές σημαίες, να γιορτάζουν τις ελληνικές εθνικές επετείους και να διατηρούν όλα τα ελληνικά έθιμα, ενώ η μουσουλμανική μειονότητα στην ελληνική Θράκη συνεορτάζει τις ελληνικές εθνικές γιορτές, ούσα ελληνική και όχι εθνική μειονότητα της Τουρκίας! Όσοι όμως εξ αυτών αν και ολίγοι αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι προβαίνουν σε τήρηση τουρκικών εθνικών επετείων, χωρίς όμως να εμποδίζονται από τις ελληνικές αρχές.
Από την άλλη πλευρά, όλοι οι μουσουλμάνοι αλβανοί ιθύνοντες καλό είναι να γνωρίζουν ότι όλοι οι Αλβανοί ήταν πριν το 1400 χριστιανοί ορθόδοξοι, σαν τους Έλληνες, βιαίως εξισλαμισθέντες από τους Τούρκους. Γι’ αυτό βλέπουμε τώρα όσοι έφυγαν από την Αλβανία μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και ήταν μουσουλμάνοι ή άθεοι εύκολα να βαπτίζονται χριστιανοί, όπως ήταν οι πρόγονοί τους, πριν φτάσουν οι Τούρκοι στα Βαλκάνια. Άλλωστε δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι το διαφορετικό από τους Έλληνες, αφού οι αρχαίοι Ιλλυρίοι, που ζούσαν στη σημερινή Αλβανία και τους οποίους οι Αλβανοί θεωρούν προγόνους τους, ήταν πρώτα ξαδέλφια των Ελλήνων. Γι’ αυτό όλοι οι ιστορικοί λέγουν ότι οι συγγενείς των Ελλήνων είναι οι Αλβανοί και οι συγγενείς των Αλβανών είναι οι Έλληνες.
Ευτυχώς, τα τραγικά γεγονότα στους Βουλιαράτες δεν οδήγησαν στην Ελλάδα σε κάποια μορφή αντεκδίκησης εναντίον των Αλβανών, οι οποίοι, κατοικούντες στην Ελλάδα, έχουν ήδη ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία και πολλοί από αυτούς έχουν λάβει και την ελληνική υπηκοότητα, εργαζόμενοι σκληρά σε πάσης φύσεως εργασίες, κάτι που όλοι οι Έλληνες αναγνωρίζουν! Ευτυχώς που η πλειονότητα των Αλβανών δεν εχθρεύεται τους Έλληνες, όπως επίσης η πλειονότητα του ελληνικού λαού δεν εχθρεύεται τους Αλβανούς! Οι καιροί πλέον έχουν αλλάξει, μάλλον οι αλβανοί κυβερνώντες δεν το έχουν καταλάβει!
Με την τακτική που ακολουθεί ο αλβανός πρωθυπουργός Ράμα εναντίον της Ελλάδος, ιδιαίτερα δε εναντίον των Βορειοηπειρωτών, το μόνο που κατορθώνει είναι να δυσκολεύει την είσοδο της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού η είσοδος της Αλβανίας στην ΕΕ εξαρτάται απ’ όλα μεν τα κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά ιδιαίτερα από την Ελλάδα.
Μια καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου των Αλβανών μπορεί να γίνει μόνο με την είσοδο της Αλβανίας στην ΕΕ, κάτι που γνωρίζουν όλοι οι Αλβανοί… Ελπίζω η πολιτική του κ. Ράμα να αλλάξει. Μια ομαλοποίηση των ελληνοαλβανικών σχέσεων, προκειμένου να αρχίσουν οι διαδικασίες για την είσοδο της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προϋποθέτει μεταξύ άλλων τη λήψη των κάτωθι μέτρων από την Αλβανία:
1. Να σεβαστεί τα δικαιώματα της εθνικής ελληνικής μειονότητας, κάτι που προβλέπεται σε σωρεία διεθνών συνθηκών, όπως το Πρωτόκολλο της Πρεσβευτικής Διασκέψεως του Λονδίνου που υπεγράφη από τις Δυνάμεις (Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Ιταλίας, Ρωσίας) στις 16.7/29.7.1913, η Διακοίνωση των Δυνάμεων στις 11.4/24.4.1914, ο Χάρτης των ΗΕ, η Πράξη του Ελσίνκι το 1975 κ.ά. (βλέπε Γούναρη Εμμ. «Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα στα πλαίσια της διπλωματικής ιστορίας και του διεθνούς δικαίου: 1912 – 2015», Αθήνα, 2015, σ. 215 επ.).
2. Να σταματήσει κάθε συνεργασία της Αλβανίας με την τουρκική προκλητικότητα σε βάρος της Ελλάδας.
3. Να διαλύσει την τουρκική στρατιωτική βάση στην Αυλώνα, αφού η Αλβανία είναι πλέον κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και δεν χρειάζεται προστασία.
4. Να σταματήσει να δέχεται μουσουλμανική βοήθεια από ισλαμικά κράτη, όπως το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, και από την Τουρκία, που δεν αποβλέπουν στην ανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου του αλβανικού λαού, αλλά στην ισλαμοποίηση του πρώην χριστιανικού αλβανικού λαού, και που, βέβαια, απεχθάνεται η πλειοψηφία των Αλβανών.
5. Να υλοποιήσει την περισυλλογή όλων των οστών των πεσόντων ελλήνων στρατιωτών από τα αλβανικά μέτωπα κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940 – 1941).
6. Να επικυρώσει την ελληνοαλβανική συμφωνία του 2009 για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών των δύο κρατών.
Σε αντιστάθμισμα όλων αυτών, η ελληνική πλευρά μεταξύ άλλων πρέπει να πράξει τα εξής:
1. Να άρει το γνωστό «εμπόλεμο» διά νόμου, το οποίο άλλωστε είχε αρθεί από τον Ανδρέα Παπανδρέου με πολιτική δήλωσή του στις 28.8.1987.
2. Να επιλύσει το θέμα των υπό μεσεγγύηση τελούντων περιουσιών των Αλβανών, των Βορειοηπειρωτών και των Τσάμηδων (βλ. Γούναρης εθν. αν. σ. 181 επ), για όσους εκ των Τσάμηδων δεν είχαν καταδικασθεί για εγκλήματα κατά των Ελλήνων και είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
3. Να εξαλείψει τη γραφειοκρατία για την απόκτηση άδειας παραμονής από αλβανούς υπηκόους στην Ελλάδα, που έρχονται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ή για εγκαταστημένους ή γεννημένους Αλβανούς στην Ελλάδα που δικαιούνται να λάβουν την ελληνική υπηκοότητα.
4. Να παράσχει τεχνολογική και αναπτυξιακή βοήθεια στην Αλβανία για την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου του αλβανικού λαού και να υποστηρίξει τέτοιες πρωτοβουλίες στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί μια ομαλοποίηση των ελληνοαλβανικών σχέσεων, άλλος τρόπος δεν υπάρχει.
* Εμπειρογνώμονας, Πρέσβης ε.τ., Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Βερολίνου (FU Berlin)
Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας (Δ) χειροκροτείται μετά το τέλος της ομιλίας του στην εκδήλωση «Το στοίχημα της συμφωνίας των Πρεσπών», στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα, Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΕΣΙΔΗΣ
JANUARY 15, 2019
Στο απεχθές κοινοβουλευτικό τσίρκο αυτής της χώρας υπάρχουν μερικοί τύποι και ειδικότερα μερικές …κυρίες που σε λίγο δεν θα μπορούν να σταθούν ούτε έξω από το διαμέρισμα της πολυκατοικίας τους. Το γνωστό αξίωμα της πολιτικής «τα δίνω όλα για τη καρέκλα», στην περίπτωση τους, δεν περιγράφει ούτε κατ’ ελάχιστον την ανυποληψία, την φτήνια, αλλά και την απόλυτη αναισθησία που τους διακρίνει. Όχι τον λαό και τους ψηφοφόρους, ούτε τη μάνα τους την ίδια δεν λογαριάζουν για να κρατήσουν τις βουλευτικές παροχές λίγους μήνες ακόμη…
Όμως το ζήτημα είναι άλλο. Ότι ο Τσίπρας πέφτει και ο ΣΥΡΙΖΑ γκρεμίζεται αλλά ο εθνομηδενισμός βρίσκει τρόπους να αποκτά πλειοψηφίες στη Βουλή. Έστω και με ετερόκλητες συμμαχίες κάποιων …περαστικών που είδαν φως στη πολιτική και μπήκαν, χωρίς αξιακό ή ιδεολογικό κώδικα και χωρίς ίχνος τσίπας και επίγνωσης για την εθνική αποστολή τους που σήμερα προδίδουν.
Ασφαλώς και οι συμμαχίες αυτές παραπέμπουν σε πολιτικούς Φρανκεστάιν. Έχει μάτια ο κόσμος και βλέπει. Γνωρίζει καλά ότι όλοι αυτοί που θα δώσουν αύριο ψήφο εμπιστοσύνης ψηφίζουν την Συμφωνία των Πρεσπών και με τα δύο χέρια! Απ΄όπου κι αν προέρχονται. Ακριβώς γιατί δίνουν παράταση ζωής, έστω και λίγων ημερών στην κυβέρνηση για να περάσει με κοινοβουλευτική σφραγίδα την θεμελίωση μιας «μακεδονικής εθνότητας» κατασκευασμένης και τεχνητής, προσβάλλοντας την ιστορική αλήθεια, αλλά και την διακηρυγμένη βούληση της συντριπτικής πλειονότητας των σημερινών Ελλήνων!
Η εξάρτηση της υλοποίησης της Συμφωνίας Πρεσπών από την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον Τσίπρα είναι προφανής και στον τελευταίο Έλληνα. Πρόκειται για δύο απολύτως αλληλένδετες εξελίξεις. Συνεπώς όσοι επιχειρούν να πουν «ψηφίζω το ένα, αλλά όχι το άλλο» ή και ανάποδα, υποτιμούν με τον χυδαιότερο τρόπο την νοημοσύνη μας και είναι άξιοι του πιο αμείλικτου πολιτικού, ακόμη και κοινωνικού αποκλεισμού. Να μην τους λέει στο εξής καλημέρα ούτε ο ιδιοκτήτης του mini market της γειτονιάς. Το ίδιο όμως φοβούμαι ότι θα πρέπει να ισχύσει και γι αυτούς που δημόσια διαφώνησαν με την Συμφωνία, αλλά άφησαν να κυλήσει …το νερό στ΄ αυλάκι. Για να κερδίσουν μερικούς μήνες στην εξουσία με την φρούδα ελπίδα ότι οι Σκοπιανοί …θα αυτοκτονήσουν. Κυρίως όμως για εκείνους που παριστάνουν τους Μακεδονομάχους, αλλά από μέσα τους προσεύχονται να κάνει το «delivery» o Τσίπρας για να μην έρθει η καυτή πατάτα στους ίδιους. Θα επανέλθω…
Η τελευταία επίσκεψη της καγκελαρίου Μέρκελ στη χώρα μας, η ευγνωμοσύνη που έκφρασε προς τον Αλέξη Τσίπρα για τη συμφωνία των Πρεσπών , όπως και τα εύσημα που απέδωσε ταυτόχρονα ο πρόεδρος της Κομισιόν «εντυπωσιασμένος από το θάρρος των δύο πρωθυπουργών» Ελλάδας και Σκοπίων, επανέφεραν εύλογα ερωτήματα στο προσκήνιο: Πού οφείλεται το αμείωτο ενδιαφέρον του Βερολίνου για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ; Διότι δεν πληρούν ούτε στον ελάχιστο βαθμό τις προϋποθέσεις ένταξης ενώ κυκλώματα τζιχαντιστών τροφοδοτούσαν τον ISIS από τη Βοσνία, το Κόσσοβο, την Αλβανία αλλά και τα Σκόπια. Κι όμως, πριν τη Σύνοδο Κορυφής που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη στις 27 Αυγούστου 2015 για τα Δυτικά Βαλκάνια (Διαδικασία του Βερολίνου), οι ΥΠΕΞ της Γερμανίας και της Αυστρίας κ.κ Σταινμάγερ και Κουρτς δημοσίευσαν από κοινού άρθρο με τίτλο: «Χωρίς τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι ημιτελής»!!
Μάλιστα από το 2015 οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ στα εσωτερικά των Σκοπίων ήσαν τόσο απρόκλητες που κατέλυαν κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας του κρατιδίου: Κατακεραύνωναν τον πρωθυπουργό Γκρούεφσκι και υπερθεμάτιζαν τις κατηγορίες του τότε αρχηγού της αντιπολίτευσης Ζάεφ εναντίον του, δεν επέτρεψαν στον Γκρούεφσκι να διεξαγάγει εκλογές στις 24 Απριλίου 2016 διότι κατά την άποψή τους δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις! Για να φθάσουμε στην περιφρόνηση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για τη συμφωνία των Πρεσπών και την εκβιαστική συγκέντρωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας των 80 βουλευτών για τη συνταγματική αναθεώρηση, όλα αυτά με την επιδοκιμασία, ίσως και τη συνέργεια του Βερολίνου και της Ουάσινγκτον. Τόση αξία έχουν λοιπόν τα Δυτικά Βαλκάνια και μάλιστα ένα κρατίδιο όπως τα Σκόπια;
Από την άλλη μεριά η Ελλάδα που άρχισε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο και να εξαπλώνεται οικονομικά στα Βαλκάνια μετά το 1990 ως η μοναδική χώρα μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, εξοστρακίστηκε εύσχημα από τα δρώμενα και τις εξελίξεις στα Βαλκάνια με πρόσχημα την κρίση. Αντί η κρίση να εντείνει την ελληνική δραστηριότητα στα Βαλκάνια ώστε με την εξωστρέφεια να αμβλυνθούν οι συνέπειές της, αυτή μειώθηκε κατ’ απαίτηση των “θεσμών” με τη συρρίκνωση μέχρι μηδενισμού της τραπεζικής παρουσίας μας. Χειρότερη όμως ήταν η πολιτική απαξίωση της χώρας μας στην περιοχή. Διότι αγνοήθηκε πλήρως από τη Γερμανία και δεν συμμετείχε στη Διαδικασία του Βερολίνου για την ένταξη των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, από το 2014 που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της Άγκελα Μέρκελ μέχρις τον περασμένο Ιούνιο ενώ συμμετείχαν Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία, Κροατία, Σλοβενία.
Είναι προφανές πλέον ότι με το ενδιαφέρον της Γερμανίας για τα Δυτικά Βαλκάνια συνδέεται η πρωτοβουλία της το 1991 για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, που αιματοκύλισε την περιοχή, και την κατακερμάτισε σε προτεκτοράτα τα οποία κατόρθωσε να χειραγωγήσει στην προσφυγική κρίση ανακόπτοντας την πορεία των προσφύγων προς το έδαφός της και εγκλωβίζοντάς τους στη χώρα μας. Ο ρόλος μάλιστα του Βερολίνου στη διαμόρφωση του χάρτη των Βαλκανίων ανάγεται ιστορικά από το 1878, στο Συνέδριο του Βερολίνου, όπου ανατράπηκε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και χαράχτηκαν τα σύνορα της περιοχής ερήμην των λαών της. Επομένως οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Γερμανίας στα Βαλκάνια είναι διαχρονικές, γιαυτό δεν θα πρέπει να εξωραΐζεται η πολιτική της Άγκελας Μέρκελ, όπως συνέβη στην πρόσφατη επίσκεψή της στην Αθήνα.
Οι ΗΠΑ επιθυμούν να αποτελέσουν τα Βαλκάνια ενιαίο νατοικό χώρο ώστε να εξοστρακίσουν τη ρωσική επιρροή, να ελέγχουν τις ενεργειακές ροές και κυρίως να προστατεύσουν τις ροές του δικού τους LNG προς τις βαλκανικές χώρες και την Ευρώπη. Που όμως αποσκοπεί το Βερολίνο; Προφανώς συμπίπτουν οι σκοπιμότητές του αφού η εκτόπιση της Μόσχας από τα Δυτικά Βαλκάνια δημιουργεί χώρο για τη γερμανική επέκταση με το δέλεαρ της ένταξης στην ΕΕ. Δηλαδή δεν είναι τυχαίο ότι κάθε προσπάθεια ρωσικής επένδυσης στη χώρα μας ακυρώθηκε από τις Βρυξέλλες (ΔΕΠΑ, ΔΕΣΦΑ, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, South Stream, Αγωγός Μπουργκάς – Αλεξ/πολης).
Όμως τη σκοπιμότητα του εναγκαλισμού των Δυτικών Βαλκανίων από τη Γερμανία αποκαλύπτει ουσιαστικά η άρνηση της Γαλλίας για την ένταξή τους στην ΕΕ.. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κατά την πρώτη ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είχε ταχθεί σαφώς κατά της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε., επικαλούμενος εύσχημα λειτουργικούς λόγους: «…δεν θέλω, είπε, μια Ευρώπη που, ενώ λειτουργεί με δυσκολία με 28 και αύριο με 27μέλη, αποφασίζει παρ’ όλα αυτά να καλπάσει με 30 ή με 32 μέλη κρατώντας τους ίδιους κανόνες». Όμως είτε πρόκειται για την “Ευρώπη των 27” είτε για την “Ευρώπη των 32”, οι δυσλειτουργίες της ΕΕ και η αδυναμία εμβάθυνσης είναι εξίσου αδιέξοδες; Πού εστιάζεται λοιπόν η άρνηση της Γαλλίας;
Η ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την επιρροή του Βερολίνου στην Ε.Ε., θα διευρύνει το χάσμα πολιτικής επιρροής μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας ανατρέποντας περαιτέρω τους συσχετισμούς. Μέχρι το τέλος του Ψυχρού πολέμου, το Παρίσι είχε το πρόσταγμα στον γαλλογερμανικό άξονα αλλά με την ενοποίηση της Γερμανίας και τη διεύρυνση της Ε.Ε. με την ένταξη των κρατών της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης, δορυφόρων του Βερολίνου, ανατράπηκαν βαθμιαία οι συσχετισμοί. Με την ένταξη και των Δυτικών Βαλκανίων θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο ο ρόλος της Γαλλίας ενώ αντίθετα η Γερμανία θα ηγείται μιας “γερμανικής αυτοκρατορίας” μέσα στην ΕΕ. Μάλιστα, αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ Γαλλίας – Γερμανίας αποτυπώνεται και στην απόρριψη των προτάσεων Μακρόν για τη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης στο όνομα της “αλληλεγγύης” και της “σύγκλισης”. Η Άγκελα Μέρκελ δεν επιθυμεί να διαμοιράσει μέρος της γερμανικής ισχύος στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν προσπαθεί, προωθώντας τη σύγκλιση στην Ευρωζώνη, να αφαιρέσει τμήμα της ευρωπαϊκής ισχύος από το Βερολίνο.
Δεύτερη επιδίωξη της Γερμανίας με την προσθήκη και των αδύναμων Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ είναι να συμπεριληφθεί εντός των ορίων της ΕΕ το όλον του παγκόσμιου καπιταλισμού, δηλαδή να συνυπάρχουν τόσο η μητρόπολη με ηγεμονεύουσα τη Γερμανία όσο και οι «νέες αποικίες». Όπου τα αδύναμα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας θα εξασφαλίζουν τις άνισες ανταλλαγές, φθηνές πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα και φθηνή εργασία. Πρόκειται για αναγκαίο μετασχηματισμό της ΕΕ λόγω της βαθμιαίας περιθωριοποίησης του ρόλου της στο διεθνές προσκήνιο μετά την ανάδειξη νέων οικονομικών δυνάμεων παγκόσμια και της συνεχιζόμενης στρατιωτικής υποταγής της στο ΝΑΤΟ. Οι προσπάθειες της Γερμανίας για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων αποσκοπούν στην περαιτέρω ενίσχυση της ηγεμονία της στη νέα Ευρώπη.
On Jan. 7, the New York Times published an opinion piece by Turkish President Recep Tayyip Erdogan that is a masterpiece in historical revisionism better suited to Turkey’s state-controlled media. Erdogan relies upon most Americans’ lack of awareness of the situation on the ground in Syria and makes bold claims with outright falsehoods.
For example, Erdogan begins by stating: “In 2016, Turkey became the first country to deploy ground combat troops to fight the so-called Islamic State in Syria.” This is wrong on two levels.
First, the United States deployed special forces to assist the outgunned Kurds in northern Syria in repulsing Islamic State fighters in October 2015, and is widely suspected of having dispatched covert forces to combat ISIS in Syria as early as October 2014.
Second, when Erdogan deployed troops to Syria, the enemy the Turks were fighting in August 2016 was primarily America’s Kurdish allies, who Ankara defines as “terrorists.” These Syrian Kurds had just infuriated Turkey by capturing ISIS’s primary springboard for launching attacks against Turkey and Europe — the northern Syrian town of Manbij. Yet Erdogan bizarrely claims it was Turkish forces who “impeded [ISIS’s] ability to carry out terror attacks in Turkey and Europe.” The Kurdish conquest of Manbij thrilled the CIA, which gained a treasure trove of intel on ISIS, but sadly it also gave Turkey a pretext to launch a war on the Syrian Kurds.
Equally outrageous is Erdogan’s statement that, “Unlike coalition operations in Raqqa and Mosul, which relied heavily on airstrikes that were carried out with little or no regard for civilian casualties, Turkish troops and fighters of the Free Syrian Army went door to door to root out insurgents in al-Bab, a former stronghold of the so-called Islamic State.” The reality is that al-Bab was conquered by the Turks only because of U.S. close air support and bloody fights that turned many neighborhoods into rubble.
It should be noted that the United States and its Iraqi Army and Syrian Kurdish-Arab-Assyrian ground partners went to extraordinary lengths to prevent civilian casualties among populations they were trying to liberate. And contrary to the assertion that Turkish soldiers went “door to door” gently fighting ISIS, the Turks deployed their air force, artillery and tanks to defeat entrenched ISIS fighters in al-Bab. The openly stated objective of the Turkish invasion of al-Bab was to create a buffer zone, which would prevent the advancing Kurds of northern Syria from uniting their three democratic cantons into one homeland to be known as Rojava, “The Land of the Setting Sun.”
Erdogan also writes of al-Bab: “Today, children are back at school, a Turkish-funded hospital treats the sick, and new business projects create jobs and bolster the local economy. This stable environment is the only cure for terrorism.” This could just as easily describe the situation in the North Syrian Democratic Federation, which has been liberated from ISIS by Kurdish-led Syrian Democratic Forces (SDF). There, organic, democratic councils are ruling. Security is being maintained, schools and hospitals are being rebuilt with U.S. support, and there is rare harmony among peoples.
According to Erdogan, “Under Turkey’s watch, the Syrian territories that are under the control of the YPG [Socialist Kurdish fighters, a component of the SDF] or the so-called Islamic State will be governed by popularly elected councils.” The reality is that councils have been elected to govern in areas liberated by the SDF. There is no need for Turkey to invade this stable land, destroy the grassroots councils through mass arrests, as happened in Afrin in northwestern Syria, and put pro-Turkish jihadist fighters in power.
Erdogan incorrectly states, “Militarily speaking, the so-called Islamic State has been defeated in Syria.” This is an effort to remove the rationale for U.S. troops to stay in Syria and it refutes findings by the Pentagon, United Nations, British, French, Kurds and Iraqis that ISIS has regrouped and still has 30,000 fighters in the field. Clearly, Erdogan wants President Trumpto fulfill his Dec. 19 decision to withdraw 2,000 U.S. troops from Syria so that Turkey can launch a planned attack on the Kurds.
If U.S. troops leave, Erdogan promises, “Turkey proposes a comprehensive strategy to eliminate the root causes of radicalization.” Yet Turkey’s invasion of Afrin (where there was no ISIS presence) resulted in ethnic cleansing of Kurdish inhabitants. This sort of brutal anti-Kurdish repression will lead to the sort of radicalization seen among Kurds in Turkey.
Erdogan essentially has promised to turn the homeland of America’s stalwart allies into a cemetery. He portrays himself as an above-the-fray leader of a country that he falsely depicts as a benign player in Syria. The sinister reality is that Turkey has promised to bury the Kurds “in their ditches.”
These facts are known to national security adviser John Bolton, who is working to undo the damage done by Trump’s Dec. 19 tweet that stunned the world. On Jan. 7, Bolton told Ibrahim Kalin, Turkey’s deputy head of security and foreign policies board, that Erdogan’s New York Times piece was “wrong and offensive.” A day earlier, Bolton had warned: “We don’t think the Turks ought to undertake military action [in Syria] that’s not fully coordinated with, and agreed to by, the United States, at a minimum so they don’t endanger our troops but also so that they meet the president’s requirement that the Syrian opposition forces that have fought with us are not endangered.” Bolton’s statements are long overdue messages of support to the SDF, and they boldly defy Erdogan’s threats to the Syrian Kurds.
The stateless Kurds, the largest ethnic group in the world without their own nation, have loyally fought alongside the United States since the 1991 Gulf War. They have a bitter saying that captures their sense of betrayal by the world: “We have no friends but the mountains.” It seems they have at least one friend in Bolton, who is willing to put out his neck out to rebut the Turkish leader’s disinformation campaign and honorably establish preconditions to protect them from catastrophe as U.S. troops withdraw.
Πλανάται εις τους Έλληνες η πεποίθησις ότι η Συμφωνία των Πρεσπών θα ψηφισθεί, όταν έλθει στην Βουλή, με οριακή πλειοψηφία. Ταυτοχρόνως, η πλειονότητα των Ελλήνων (εντός της επικράτειας και στην αλλοδαπή) αισθάνεται απόγνωση και οργή δια το ενδεχόμενον αυτό, το οποίον θα κληθεί να επωμισθεί στην συνέχεια, ως τετελεσμένο, μαζί με τις άκρως αρνητικές εθνικώς συνέπειές του. Θεωρεί εαυτόν εξαπατηθέντα, εφόσον η συγκεκριμένη αυτή επιλογή της κυβερνήσεως Τσίπρα ουδέποτε εκρίθη δια της λαϊκής ψήφου. Τουναντίον, οι συγκυβερνώντες των ΑΝΕΛ είχαν σαφώς και ανέκαθεν διακηρυγμένη, μάλιστα, με τρόπο που συνιστούσε τη μία εκ των δύο βασικών πολιτικών της αναφορών (η ετέρα ήτο η αντιμνημονιακή θέσις των), αντίθετον άποψη.
Επίσης, αισθάνεται δυσαρεστημένος ο ελληνικός λαός διότι θεωρεί, και δικαίως, ότι οι ΑΝΕΛ είχαν δώσει άλλες εντυπώσεις αναφορικώς με την στάση τους στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Και αυτό διότι εάν οι ΑΝΕΛ δεν παρείχαν, μέχρι τις προηγούμενες ημέρες, την στήριξή των εις την παρούσαν κυβέρνηση, και την είχαν άρει ήδη από τον Ιούνιον του 2018, ο Πρωθυπουργός ουδεπόποτε θα ηδύνατο να οδηγήσει την χώρα ενώπιον αυτού του τετελεσμένου.
Το μόνιμο ερώτημα, λοιπόν, του οποίου γίνομαι συχνότατα δέκτης είναι: «Εάν η Συμφωνία κυρωθεί εις το Ελληνικό Κοινοβούλιο, είναι δυνατόν να ακυρωθεί;» H απάντηση, κατά την κρίση μου, είναι καταφατική. Τι είδους, λοιπόν, πολιτικοί χειρισμοί απαιτούνται προς τούτο, εάν η κυβέρνησις Τσίπρα εξασφαλίσει, όπως προβλέπεται, ψήφο εμπιστοσύνης;
Απαιτείται σθεναρά πολιτική απόφαση από την επομένη κυβέρνηση (μέσω διευρυμένης κοινοβουλευτικής συνεργασίας και συνθέσεως από κόμματα της σημερινής αντιπολιτεύσεως), ενεργό και σύντονη διπλωματικήν δράση, πίστη εις τον στόχον και αξιοποίηση κάποιων σημαντικών παραλείψεων και σφαλμάτων που ενετοπίσθησαν κατά την διάρκεια της διαδικασίας της διαπραγματεύσεως και της υπογραφής και τα οποία θα εντοπισθούν κατά τα επικείμενα στάδια, ήτοι της κυρώσεως αυτής της Συμφωνίας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Απάντηση σε δύο επίπεδα για τη Συμφωνία των Πρεσπών
Η καταστροφολογία από την πλευρά των υποστηρικτών της Συμφωνίας ήτις χαρακτηρίζει τον αντίλογον εις μίαν ανάλογον σκέψη, έχει ιστορικήν, αλλά και στρατηγικής οπτικής, απάντηση.
Η ιστορική απάντηση αφορά εις την υπενθύμιση της αντιστοίχου καταστροφολογίας για την Κυπριακή Δημοκρατία όταν οι Ελληνοκύπριοι εκαλούντο να επιλέξουν ή όχι το Σχέδιον Ανάν. Τότε ηκούσθησαν τα πλέον φρικτά και απαίσια δεινά, τα οποία θα επέπιπτον επί της κεφαλής της Κυπριακής Δημοκρατίας εάν η ελληνοκυπριακή πλευρά απέρριπτε το Σχέδιον Ανάν. Τίποτε, όμως, το τοιούτον δεν συνέβη! Απεναντίας έκτοτε η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της ΕΕ, οριοθέτησε ΑΟΖ, απέκτησε ισχυρούς οικονομικούς και πολιτικούς συμμάχους (Ισραήλ, Αίγυπτος) και αναβάθμισε τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.
Επίσης, εξεχώρησε βυθοτεμάχια της ΑΟΖ της προς εκμετάλλευση εις ενεργειακούς κολοσσούς, οι οποίοι μέχρι σήμερον λειτουργούν και ως στρατηγική ασπίδα εναντίον των τουρκικών προκλήσεων. Εάν, αξιοποιώντας την συγκυρία, υιοθετήσει και πλέον νευρώδη πολιτική έναντι των τουρκικών απαιτήσεων (π.χ. αίτημα εντάξεώς της εις το ΝΑΤΟ, αναθεώρηση της Δικοινοτικής-Διζωνικής με στόχευση σε μια Ευρωπαϊκή Λύση δια μίαν ενιαία και αδιαίρετη Κύπρο) θα δυνηθεί να επιτύχει πολλά περισσότερα.
H, στρατηγικής οπτικής, απάντηση αφορά εις το δεδομένον του τουρκικού στρατηγικού και στρατιωτικού αδιεξόδου της Τουρκίας εις την Συρίαν. Επίσης, τις κάθε άλλο παρά καλές αμερικανοτουρκικές, τουρκοαραβικές και τουρκοϊσραηλινές σχέσεις, τις άριστες τουρκοϊρανικές και τουρκορωσικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν τεράστιες αντιδράσεις στην Δύση (Ουάσιγκτον και ΕΕ). Τέλος, την ιδιαιτέρως οχληρά δια την Δύσιν ανάμειξη της Άγκυρας εις το ιδιαιτέρως ασταθές και μεταβαλλόμενον, εθνογεννετικώς, περιβάλλον των Κεντροδυτικών Βαλκανίων (1).
Συνεπώς, η αντίστοιχος καταστροφολογία στην περίπτωσιν της επιδιώξεως ακυρώσεως της ζημιογόνου Συμφωνίας των Πρεσπών από την μελλοντικήν κυβέρνηση δεν ευσταθεί. Το μόνο, όμως, που αποδεικνύει είναι αδυναμία γεωπολιτικής αντιλήψεως του νέου Ευρωμεσογειακού Συστήματος και πλήρη άγνοια των δυναμικών γεωστρατικών τάσεων εις το εν λόγω γεωπολιτικό Σύμπλοκον.
Αυτά τα αρνητικά γνωρίσματα ευχόμεθα να μην χαρακτηρίζουν την επομένη κυβέρνηση. Ορισμένες επισημάνσεις της Ακαδημίας Αθηνών και του «Διπλωματικού Κύκλου» επί του θέματος της ονομασίας της Μακεδονίας και των εξ αυτής εκπηγαζόντων εθνικών κινδύνων είναι χαρακτηριστικές (θα τις βρείτε μαζί με τις άλλες υποσημειώσεις στο PDF που βρίσκεται στο κάτω μέρος του κειμένου).
Στόχοι του παρόντος κειμένου
Εις το παρόν κείμενο, θα προσπαθήσουμε να αναδείξομε σειράν επιχειρημάτων δυναμένων να αποτελέσουν βάση επαναδιαπραγματεύσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών από πλευράς μιας επομένης ελληνικής κυβερνήσεως, εάν αυτή κυρωθεί με τις υποδεικνυόμενες και συντελεσθείσες ατέλειες και παραλήψεις από τα Σκόπια και την Αθήνα. Τα επιχειρήματα αυτά κατανέμονται εις δύο μέρη. Το πρώτον μέρος εξετάζει τα επιχειρήματα από την παραβίαση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1913. Το δεύτερον μέρος εξετάζει παραλείψεις και σφάλματα προερχόμενα από το ίδιο το κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών (και της συναφούς διαπραγματεύσεως) κρινόμενον βάσει της Συνθήκης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών του 1969.
Η, από πλευράς της επομένης κυβερνήσεως, εξέταση της δυνατότητος ακυρώσεως της διατρήτου ήδη Συμφωνίας των Πρεσπών (συνταγματικώς αλλά και από πλευράς παραβάσεων των προβλεπομένων από την Σύμβαση της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών του 1969) με ευρεία κοινοβουλευτική συμμετοχή και ευρεία συναίνεση είναι επιβεβλημένη.
Και τούτο διότι, μόνον δια της επιδείξεως αυτής της σθεναρώς προσανατολισμένης, προς τα εθνικά συμφέροντα, κοινοβουλευτικής και δημοκρατικής βουλήσεως θα αποτρέψει σημαντικό μέρος του 80% περίπου των Ελλήνων (εντός και εκτός Ελλάδος) των εχόντων ηυξημένες εθνικές ευαισθησίες από το να καταστούν έρμαια λαϊκιστικών και ακροδεξιών μορφωμάτων υποθηκεύοντας το μέλλον του Ελληνισμού και της Ελλάδος. Ιδιαιτέρως όταν το φάσμα του ευρωσκεπτικισμού έχει αρχίσει εδώ και αρκετόν καιρό να πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Μιαν Ευρώπη οφείλουσα επιτακτικώς να αναστοχαστεί το μέλλον της και να ανασυγκροτηθεί κατά τις αρχές των Ντ’ Εσταίν, Χέλμουτ Σμιτ και Βίλλυ Μπραντ.
Iστορικά-διπλωματικά σημεία ακυρότητος της Συμφωνίας των Πρεσπών
Σε πρόσφατα κείμενά μου είχα αναφερθεί εις τον βασικόν λόγον νομικής ακυρότητος abinitio της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο οποίος συνίσταται εις το ότι οι προβλέψεις της αντίκεινται ευθέως εις την Συνθήκην Ειρήνης του Βουκουρεστίου του 1913, η οποία τελεί ακόμη εν ισχύι και των Συμφωνητικών που την συνοδεύουν. Το σχετικό σκεπτικόν έχει ως εξής:
Κατά την συζήτηση επί της Συμφωνίας των Πρεσπών, της 16ης Ιουνίου 2018, εις το Ελληνικό Κοινοβούλιο, o τότε ΥΠΕΞ Ν. Κοτζιάς, ανεφέρθη μετ’ επιτάσεως, προς στήριξιν της Συμφωνίας των Πρεσπών, ως αναγκαίας (sic) δια τη συμβατικήν ρύθμιση και ιστορικήν αποκατάσταση του καθεστώτος τριπλού διαμοιρασμού των εδαφών της περιοχής της Μακεδονίας, εις τα ποσοστά μάλιστα που (κατά Κοτζιά) προβλέπει(!) και άρα επιτάσσει η Συμφωνία του Βουκουρεστίου της 10ης Αυγούστου του 1913 (ΦΕΚ Α’, 217/2, 8/10/1913). Αυτό όμως περιέργως δεν ισχύει και δεν ίσχυε ποτέ. Ο Υπουργός ή δεν το κατενόησε, ή δεν εμελέτησε μετά προσοχής την Συμφωνίαν του Βουκουρεστίου του 1913, ούτε τους συνοδούς χάρτες. Θα το πράξομε, λοιπόν, εμείς για λογαριασμό του.
Χάρτης 1-2
Εις τον Χάρτη ο οποίος ακολούθησε το επίσημο κείμενο της εν λόγω Συνθήκης (βλέπε Χάρτης 1 και 2) εμφανίζεται ο όρος «Μακεδονία» αλλά πώς; Εμφανίζεται με την ακριβώς αντίθετη σημασία από ότι του έδωσε ο πρώην ΥΠΕΞ. Δηλαδή, μάλλον ευνοώντας την ελληνική πλευρά, με ακριβώς καθορισμένα τα ελληνοσερβικά σύνορα (Χάρτης 2), νοτίως της γραμμής Αχρίδος-Μοναστηρίου-Γευγελής. Συγκεκριμένα, στον Χάρτη αποτυπώνεται ο όρος «Μακεδονία», ως τοπωνύμιον της περιοχής της εξολοκλήρου ευρισκομένης εις τα εδάφη τα προσδιοριζόμενα ως ελληνικά εκ της συνοριογραμμής. (Οι Χάρτες αυτοί ευρίσκονται και εις την οικίαν Ελευθερίου Βενιζέλου εις την Χαλέπα Χανίων).
Εδάφη προσδιοριζόμενα και τοπογραφικώς επί του Χάρτη ως «ελληνικά», όπως αυτά διευθετήθησαν άλλωστε από το Πρωτόκολλον των Αθηνών Κορομηλά-Μπόσκοβιτς της 5ης Μαίου 1913 και από το Πρακτικό προσδιορισμού της ελληνοσερβικής μεθορίου γραμμής της 21ης Ιουλίου 1913, επτά μόλις ημέρες πριν από την εν λόγω Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Εκεί, εις το Άρθρον 3, αναφέρεται ρητώς και χωρίς καμμία αναφορά εις τον όρο Μακεδονία το εξής:
«ARTICLE 3: The two high contracting parties, considering that it is to the vital interest of their kingdoms that no other state should interpose between their respective possessions to the west of the Axios (Vardar) river, declare that they will mutually assist one another in order that Greece and Serbia may have a common boundary line. This boundary line, based on the principle of effective occupation (Σ.Σ.: uti possidetis)[1], shall start from the highest summit of the mountain range of Kamna, delimiting the basin of the Upper Schkoumbi, it shall pass round the lake Achris (Ochrida), shall reach the western shore of the Prespa lake in the Kousko village and the eastern shore to the Lower Dupliani (Dolni Dupliani), shall run near Rahmanli, shall follow the line of separation of the waters between the Erigon (Tserna) river and Moglenica and shall reach the Axios (Vardar) river at a distance of nearly three kilometers to the south of Ghevgheli, according to the line drawn in detail in Annex I of the present treaty».
Η λεζάντα του Χάρτου 2 είναι σαφής: «Boundaries according to the Treaty of Bucarest», δηλ. «Σύνορα [χαραχθέντα] κατά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου». (Βλ. Χάρτες 1 και 2). Οι κατωτέρω είναι οι επίσημοι χάρτες της «Εκθέσεως της Διεθνούς Επιτροπής για την αναζήτηση των Αιτιών και της Συμπεριφοράς των Βαλκανικών Πολέμων» του 1914.
Αποψη: Ακύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών μετά την επικύρωση;
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*
“Καθημερινή”
Κατά καιρούς αναφέρεται στον δημόσιο λόγο ότι η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να αποδεσμευθεί από τη συμφωνία των Πρεσπών με μία απλή καταγγελία. Κατ’ αρχήν η συμφωνία παράγει ήδη αποτελέσματα και χωρίς την κύρωσή της. Αμέσως μετά την υπογραφή της η Ελλάδα δέχθηκε να επανεκκινήσει η διαδικασία εντάξεως της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Αφ’ ης στιγμής η Βουλή των Σκοπίων προχωρήσει στις συνταγματικές αλλαγές, το ΝΑΤΟ θα συντάξει το πρωτόκολλο εντάξεως της γειτονικής χώρας στη Συμμαχία.
Το έγγραφο αυτό αποτελεί ξεχωριστό διεθνές κείμενο από το κείμενο των Πρεσπών. Θα έλθει στη ελληνική Βουλή προς κύρωση ανεξαρτήτως της πορείας της συμφωνίας των Πρεσπών. Επειδή η αίτηση για ένταξη έχει υποβληθεί με το προσωρινό όνομα ΠΓΔΜ, η Ελλάδα βαρύνεται από την ενδιάμεση συμφωνία (και μία σχετική καταδίκη στο Διεθνές Δικαστήριο) να κυρώσει το Πρωτόκολλο (ανεξαρτήτως του τι θα πράξει με τη συμφωνία των Πρεσπών).
Ως προς το θέμα της καταγγελίας, λύσεως ή τέλος πάντων «απαλλαγής» από τη συμφωνία των Πρεσπών, αφού αυτή κυρωθεί, τα πράγματα είναι (επώδυνα) προβληματικά. Το θέμα ρυθμίζεται από τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) που δεσμεύει τόσο την Ελλάδα όσο και την ΠΓΔΜ. Εκεί περιλαμβάνονται οι εξής δυνατότητες: (α) ακύρωση, (β) καταγγελία και (γ) λήξη/αναστολή εφαρμογής μιας συνθήκης σε περίπτωση ουσιώδους παραβιάσεως των όρων της.
Η Σύμβαση της Βιέννης ορίζει περιοριστικά τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η ακύρωση μιας συμφωνίας. Πρέπει να επικαλεσθούμε πλάνη, απάτη, δωροδοκία, εξαναγκασμό με απειλή ή χρήση βίας και άλλα ανάλογα κατά την υπογραφή της συμφωνίας… Δεν προκύπτει ότι κάτι τέτοιο ίσχυσε, οπότε η πιθανότητα να χαρακτηρισθεί η συμφωνία άκυρη, δεν έχει βάσεις.
Δεύτερη πιθανότητα που πρέπει να εξετασθεί είναι αυτή της καταγγελίας. Η συμφωνία των Πρεσπών αναφέρει στο άρθρο 20 ότι οι διατάξεις της «θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα και είναι αμετάκλητες. Δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας που περιέχεται στο άρθρο 1 (3) και στο άρθρο 1 (4)». Επομένως, κατ’ αρχήν προκύπτει ότι τα δύο κράτη θέλησαν να είναι αμετάκλητες οι διατάξεις της συμφωνίας. Επιπλέον, οι επίμαχες διατάξεις για το όνομα «Βόρεια Μακεδονία», για την υπηκοότητα του κράτους που ορίσθηκε ως «μακεδονική/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας» και για την αναγνώριση «μακεδονικής» γλώσσας, περιβάλλονται με ιδιαίτερο κύρος και δεν τροποποιούνται. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 56 της Συμβάσεως της Βιέννης που ορίζει ρητώς ότι συνθήκη που δεν περιέχει διάταξη για καταγγελία «δεν δύναται να καταγγελθή ή να λυθή διά αποχωρήσεως».
Μοναδική εξαίρεση είναι να θεωρηθεί η φύση της συνθήκης των Πρεσπών τέτοια, που να δικαιολογεί την καταγγελία. Πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα. Στο διεθνές δίκαιο αναφέρονται οι κατηγορίες των συνθηκών που δικαιολογούν την καταγγελία. Δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η συμφωνία των Πρεσπών θα μπορούσε να υπάγεται σε κάποια από αυτές.
Στην πραγματικότητα, μετά την κύρωση της συμφωνίας θα ισχύει ο γενικός κανόνας του διεθνούς δικαίου που ορίζει ότι «τα συμπεφωνημένα πρέπει να τηρούνται».
Τέλος, υπάρχει η δυνατότητα λήξεως ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης σε περίπτωση ουσιώδους παραβιάσεως των όρων της (άρθρο 60). Η Ελλάδα καλείται να παρακολουθεί προσεκτικά την εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν διαπιστώσει ουσιώδη παραβίαση, θα μπορεί να κινηθεί για να απαλλαγεί από τη συμφωνία. Δεν είναι κάτι απλό.
Η συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί συνέχεια και ολοκλήρωση της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995. Επιδιώκει να επιλύσει μία διεθνή διαφορά, όπως την ορίζουν τα Ψηφίσματα 817 και 845 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Για αυτόν άλλωστε τον λόγο τη συνυπέγραψε ως μάρτυρας ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς. Σε περίπτωση κυρώσεώς της και από την Ελλάδα, λήγει η ενδιάμεση συμφωνία και παύει η εκκρεμότητα γύρω από το όνομα της γειτονικής μας χώρας. Με την επιφύλαξη της ρωσικής στάσεως, το Συμβούλιο Ασφαλείας κανονικά θα πρέπει να αποφασίσει ότι έληξε η διεθνής διαφορά. Τα Σκόπια θα χρησιμοποιούν το όνομα «Βόρεια Μακεδονία».
Σε περίπτωση όμως «απαλλαγής» για οποιονδήποτε λόγο από τη συμφωνία των Πρεσπών, θα λήξει αντιστοίχως και η υποχρέωσή τους να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο όνομα. Επιπλέον το κεκτημένο του σημερινού προσωρινού ονόματος ΠΓΔΜ θα έχει χαθεί. Τα Σκόπια θα προχωρήσουν σε νέα συνταγματική αλλαγή, θα επιστρέψουν στο όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και θα ενημερώσουν απλώς τους διεθνείς οργανισμούς για την αλλαγή. Αρκεί μία απλή ανακοίνωση. Οι συνέπειες απεμπλοκής θα είναι πιθανότατα πολύ πιο σοβαρές από την κατάσταση που θα έχει διαμορφωθεί. Το συμπέρασμα είναι πως, για να αποφευχθούν τα χειρότερα, το καλύτερο είναι να μην κυρώσει η Ελλάδα τη συμφωνία.
* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Manipur Governor Dr Najma Heptulla addressing the fourth Convocation of Central Agricultural University (CAU), Imphal at its Iroishemba campus near Imphal on January 10, 2019. Photo: Northeast Now
The Northeast should be developed as an exclusive economic zone for organic products as the advantage of organic farming needs to be exploited suitably through technical and institutional interventions.
This was disclosed by the Manipur Governor Dr Najma A Heptulla while addressing the fourth Convocation of Central Agricultural University (CAU), Imphal at its Iroishemba campus near Imphal on Thursday.
In her convocation address, Governor Dr Heptulla said agriculture is the biggest private sector economic activity in the country.
Informing that farmers should be looked at as agri-preneurs who interact with corporate entrepreneurs, needing business models to be worked out to provide win-win options, she said the region has tremendous potential in organic agriculture, food processing, horticulture, commercial cultivation of medicinal and aromatic plants, floriculture and minor forest products.
She continued that agriculture has a significant role in the emergence and development of human civilization. It remains the lifeline and livelihood for more than 70 per cent of the country’s population.
It is true that agriculture receives top priority in our policy formulation ever since independence and our Agricultural Universities are the focal points of agricultural growth and change, the Governor maintained.
Chancellor Dr S Ayyappan of the CAU, Imphal and the Vice Chancellor Prof M Premjit of the Agricultural University attending the convocation session also spoke on certain areas.
The dignitaries attending the function conferred degrees, admission of degrees gold medals and memorial medals to the candidates, in absentia, during the day’s function.
The programme was also attended by former Vice Chancellors, Deans from different Agricultural Universities of the north-eastern states, faculty members, parents of the students.
CAU, Imphal which spearheaded agricultural education in the north-eastern India for the last 25 years, had made significant contributions in research and technology development in the region.
In a DER SPIEGEL interview, German Foreign Minister Heiko Maas laments America’s rejection of multilateralism and says that Donald Trump does not view the U.S. as the leading power among liberal democracies. He’s hoping to save the INF.
DER SPIEGEL: Mr. Minister, United States President Donald Trump has turned against a global order based on international rules and agreements. In response, you called for the creation of an “Alliance of Multilateralists” last summer. How is that alliance coming along?
Maas: It’s growing. Many countries are seriously concerned that the principle of might makes right is once again being applied internationally.
DER SPIEGEL: What concrete steps are you taking?
Maas: We have taken initial steps together with France and Canada and are now working on specific issues. All those who have an interest in a reliable international world order must now do more for it. The alliance should be an open network for all those who value the power of law and who feel bound by a rules-based order so as to cooperate even more closely in international organizations, at the United Nations, in the Human Rights Council.
DER SPIEGEL: Thus far, the alliance has hardly been visible.
Maas: Diplomatic agreements don’t always take place in the public spotlight. We are in contact with many European partners, we have spoken about it with our Japanese counterparts, my Australian counterpart called me about it, South Africa is interested — to name just a few. The demand is significant, which is why we are currently in the process of flushing out the alliance.
DER SPIEGEL: Is it an anti-Trump alliance?
Maas: No, but our purpose is to stand in opposition to those who have declared war on the multilateral world. In the face of globally rising nationalism, we want to show the value and concrete benefit that international cooperation still has.
DER SPIEGEL: How realistic is a multilateral order that does not include the most economically and politically powerful countries — the U.S., Russia and China?
Maas: We aren’t interested in multilateralism as an end unto itself, but as the best way to address the huge challenges facing us in the 21st century. On many issues, that is something that the big countries also have an interest in. We will try to take the initiative and work together, so we can exert pressure and, for example, get our issues on the agenda of international organizations.
DER SPIEGEL: One issue where Trump has abandoned multilateralism is Iran policy. The U.S. has withdrawn from the nuclear deal and reimposed sanctions. In response, the EU would like to establish a payment system that is independent of the dollar, to enable continued economic cooperation with Iran. How far along is this payment system?
Maas: I am hopeful that we will be able to finalize the payment channel in the coming weeks. We are working urgently to clarify the final requirements — such as determining the country where the mechanism will be headquartered. That isn’t easy in a confrontative situation with the U.S. because it is, of course, trying to exert pressure.
DER SPIEGEL: How reliable are the Americans as a partner for Germany and Europe? Can we still depend on the U.S. when it comes to our external security?
Maas: We certainly can no longer assume that we will be involved in decisions, that we will be consulted. The most recent example is the announcement that American troops are to be withdrawn from Syria. We were not informed in advance of the abrupt change in course. The UN was in the process of establishing a political process for Syria, we were engaged in negotiations about a constitution committee and things were actually looking quite positive. Trump could hardly have chosen a worse moment.
DER SPIEGEL: Do you think the U.S. might also pull out of Europe?
Maas: For Trump, the U.S. is no longer the leading power among liberal democracies. He is more representative of unilateralism. That has long since become reality and it is something we have to deal with. Our response can only be that of a unified and sovereign Europe. None of our countries are strong enough on their own to tackle the current challenges. It is in our innate interests that we Europeans take on more responsibility for our own security.
DER SPIEGEL: Is that something Europe is able to do?
Maas: We have further developed the EU’s joint security and defense policy. Within Permanent Structured Cooperation (PESCO), we have taken important steps in the military sphere. For the first time, member states have expressed their willingness to improve their military capabilities jointly and in cooperation. The process is underway and must continue. And we want to become more involved in crisis prevention and establish a center for that purpose in Germany. Security is not exclusively a military question. That tends to be where you end up when it is already too late.
DER SPIEGEL: Closer cooperation with countries like France has failed due to, for example, divergent standards for military exports. Does Germany have to be more prepared to compromise on such issues?
Maas: On joint projects, we can’t just transfer responsibility and act like we no longer have any accountability. We cannot be indifferent about where defense exports end up. Compared to others in Europe, our standards are very restrictive. And we want to keep it that way. That too is part of the large degree of trust we encounter internationally.
DER SPIEGEL: Do you expect the French or other European countries to conform to German standards?
Maas: No, but those who join us for projects will have to accept the fact there are good reasons we take a close look at such decisions and must retain a certain degree of authority over them.
DER SPIEGEL: The Americans have announced their intention to withdraw from the INF Treaty, which regulates ground-based, intermediate-range nuclear missiles. What consequence will that have for European security?
Maas: First of all, we are doing all we can to salvage the treaty. But unfortunately, the chances for doing so don’t look good. Russia has been violating the treaty for years, which is something Barack Obama also criticized. At the last meeting of NATO foreign ministers, we officially declared Russia in violation of the treaty.
DER SPIEGEL: The U.S. has given Russia until Feb. 2 to return to compliance. What has Germany, what have you personally, done to salvage the treaty?
Maas: In weeks of negotiations, we were able to secure this 60-day deadline. That has made further talks feasible. And Russia has since declared its willingness to talk. Now, the focus is on getting the Russian side to clarify the accusations and return to treaty compliance. That is something on which we will continue to insist.
DER SPIEGEL: Will shuttle diplomacy between Washington and Moscow become necessary?
Maas: We are in talks with the U.S. and Russia at all levels. I have already spoken with Russian Foreign Minister Sergey Lavrov about the issue on several occasions. And I will certainly continue talking with him about it. At the same time, it is also true that we must develop new, global rules for transparency and control, independent of the INF. The issue of medium-range missiles has long since expanded beyond just the U.S. and Russia. And that is why we are promoting a dialogue that also includes China and other countries.
DER SPIEGEL: If the INF no longer reflects current realities, isn’t withdrawal a legitimate response?
Maas: We would like to retain the treaty while at the same time using our seat on the United Nations Security Council to launch an initiative for a new international arms-control architecture. Modern, automated weapons systems have emerged in the last decades that are barely mentioned in international treaties. As such, the treaty focusing on medium-range missiles is no longer sufficient.
DER SPIEGEL: Are you not worried about a 1980s-style rearmament debate if the effort fails?
Maas: The Cold War times have passed. We don’t need an rearmament debate, we need a debate about disarming. We cannot answer today’s security questions with the deterrence ideologies from last century.
DER SPIEGEL: What is the alternative?
Maas: All countries that are in possession of nuclear deterrence, not just the U.S. and Russia, must sit down at the same table and talk about how we can establish a new arms-control architecture. After all, everyone ultimately wants a world without nuclear weapons.
DER SPIEGEL: Let’s be realistic: That’s completely illusory. Neither China nor the U.S. have thus far indicated any interest in such a conference, much less in global arms control.
Maas: We will doggedly ensure that the issue finds a place on the agenda. Even if we are unable to save the INF Treaty, we cannot allow the result to be a renewed arms race. We cannot establish peace and security against one another, only with one another.
DER SPIEGEL: If Russia is in possession of medium-range missiles, doesn’t the West have to respond?
Maas: European security will not be improved by deploying more nuclear-armed, medium-range missiles. I believe that is the wrong answer.
DER SPIEGEL: Other countries, particularly Eastern European members of NATO, are likely to have a different viewpoint.
Maas: Thus far, we in NATO have always managed to reach agreement because all of us know that unity is extremely valuable. We should resist being forced into sham debates. The alliance has continually shown that we take seriously the interests of Eastern Europeans, who feel more threatened by Russia than others. That is why we strengthened troop presence in Poland and the Baltic countries following Russia’s occupation of Crimea. Germany in particular is highly involved.
DER SPIEGEL: Could an arms debate lead to a conflict within Germany’s governing coalition, which pairs your center-left Social Democrats (SPD) with Chancellor Angela Merkel’s center-right Christian Democratic Union (CDU)?
Maas: That will depend on how the CDU positions itself. But the issue is too sensitive for tactical political games. It is about a solution, and my position is extremely clear: Germany must remain a power for peace.
DER SPIEGEL: Do you believe that the coalition will survive until the end of the legislative period?
Maas: Yes. The reports of its death have been greatly exaggerated. We must successfully emphasize what we are doing to provide concrete improvement to people’s lives. When it comes to labor and education, we have introduced a lot of different things. But there is still a lot to do.
DER SPIEGEL: The party is set to decide this summer if it wants to remain a part of the current coalition with the CDU or abandon it altogether. Do you think the party will choose to remain?
Maas: I will certainly fight for that. With an election result of 20 percent, we have step-by-step improved the situation of the people in Germany. In foreign policy, we have positioned Germany as a reliable partner in the world. It is a debate I look forward to. Simply abandoning the coalition is not a strategy.
DER SPIEGEL: Your popularity has risen since you became foreign minister. But support for your party continues to fall.
Maas: I wish it was the other way around.
DER SPIEGEL: You come from the tiny state of Saarland, as does the new head of the CDU, Annegret Kramp-Karrenbauer. Are you happy that she was chosen to lead the conservatives?
Maas: I have known Annegret Kramp-Karrenbauer for a long time. Despite all of our political differences, I respect her personally and believe she is a reliable politician. And in politics, I consider reliability to be a valuable commodity.
DER SPIEGEL: Would you vote for Ms. Kramp-Karrenbauer for chancellor?
Maas: I would really like to have the chance to vote for someone from the SPD for chancellor.
DER SPIEGEL: Who?
Maas: We’ll find someone good.
DER SPIEGEL: Mr. Minister, we thank you for this interview.
Since arriving in Berlin as U.S. ambassador to Germany, Richard Grenell has flouted diplomatic conventions and attempted to interfere in domestic politics. He has since become politically isolated in the German capital.
Reto Klar/ Berliner Morgenpost/ FUNKE Foto Services
Tucker Carlson’s worldview doesn’t come across as particularly complex. It can be summed up in three words: Foreigners threaten America. That’s all that’s needed for good ratings.
His show on the right-wing Fox News channel is among the most successful political shows on American cable TV. The mouthpiece of the American neo-Nazis, the Daily Stormer, has described him as “literally our greatest ally.” His most prominent viewer is Donald Trump.
In late November, “Tucker Carlson Tonight” once again tackled the subject of immigration, and, not for the first time, Germany. On the show, “Lessons from Germany” appeared in big red letters next to a photo of a grim German Chancellor Angela Merkel, her face framed by a Russian and a Turkish flag.
Carlson was joined by a special guest from Berlin, a man with short, gelled hair sitting before a backdrop of the nighttime Brandenburg Gate dressed in a suit jacket but no tie: U.S. Ambassador Richard Grenell. The 52-year-old has been Trump’s man in the German capital since May.
Carlson was happy to cede the spotlight for the interview. After all, Grenell didn’t need much encouragement. He had been a pundit on Fox News for a long time and knew what was expected of him. He is not known for keeping his opinions to himself.
The ambassador made it clear in just a few sentences how little he thought of the chancellor’s refugee policy. “There was no plan in place,” he said, “so the policy really fell apart.” He claimed that anyone calling for secure borders in Germany today faces an “overreaction.” The discourse, he said, is largely being controlled by “elites in Berlin” and he argued that anyone who speaks openly about the issue runs the risk of being portrayed as being part of the “radical far-right” by the German media.
Sebastian Kurz, Grenell said, “won in a very big way” in Austria because he called for clear immigration rules. As a result, he said, the young chancellor was becoming popular “throughout Germany,” adding that everyday Germans and Europeans were yearning for leaders who want secure borders.
Grenell’s TV interview was a thinly veiled call for a change of government in Berlin. It was akin to a German ambassador in Washington attacking the American president’s immigration policy on German public television and then touting Canadian Prime Minister Justin Trudeau as a role model.
Refrain from Meddling
Article 41 of the Vienna Convention on diplomatic relationships obligates diplomats to refrain from meddling in their guest country’s domestic affairs. Their duty is to cultivate discreet contacts within the country’s government apparatus and to further their own government’s positions.
In Berlin, the representatives of Germany’s most important ally usually have the easiest jobs. Many previous U.S. ambassadors were major political and social figures in the capital, enjoying excellent connections to the Chancellery and federal ministries, and playing host to the most powerful and influential personalities in Germany.
Barack Obama’s ambassador, Philip Murphy, invited longtime adversaries Helmut Kohl and Merkel to his dining room in 2012 for discreet talks aimed at reducing the tensions between them. By the time his tenure was over after four years, he had made so many friends he had to rent out the Olympic Stadium for his goodbye party.
Grenell has taken a different path. On the day he took up his post, he tweeted that “German companies doing business in Iran should wind down operations immediately.” Martin Schulz, the former head of the center-left Social Democratic Party, compared his behavior to that of “a right-wing extremist colonial officer.” Four weeks later in Breitbart, the main organ of the pro-Trump, right-wing “alt-right” movement, Grenell essentially called for regime change. “I absolutely want to empower other conservatives throughout Europe,” he said.
These days, the spotlight on Grenell seems to have grown dimmer, though not necessarily by choice. He still tweets assiduously and he never seems to say no when Fox News calls, but in Berlin, he has largely become isolated. The powerful avoid him. Doors have been shut. Few politicians to the left of the right-wing populist Alternative for Germany (AFD) and the populist-conservative Christian Social Union (CSU), the Bavarian sister party of Merkel’s center-right Christian Democrats (CDU), want to be seen with him.
Anti-Americanism
In the week before Christmas, Grenell wrote a letter to DER SPIEGEL about the Relotius case, in which longtime DER SPIEGEL journalist Claas Relotius was revealed to have invented reporting for several of his stories, including about the United States. Grenell was justifiably angry, but he didn’t stop there. He accused DER SPIEGEL of anti-Americanism, writing that the United States was clearly “targeted by institutional bias.”
DER SPIEGEL editors and reporters, he argued, had regularly published reports “which could have been proven untrue if they had checked the facts with the Embassy first.” He also wrote that “unfortunately, it is common practice for Spiegel reporters to not even call us before writing.”
DER SPIEGEL has been reporting this article since October and sent multiple interview requests to Grenell since early December, to no avail. On Thursday, the embassy answered a list of questions with a written statement: “All seven of your questions are based on fabricated stories that are not true. Every one of the questions assumes something that is false. Konstantin von Hammerstein uses the same tactics as Claas Relotius by pushing a false narrative with anonymous sources.”
Because the ambassador was unwilling to grant an interview, DER SPIEGEL focused its reporting on conversations with more than 30 sources who have come into contact with Grenell. These include numerous American and German diplomats, cabinet members, lawmakers, high-ranking officials, lobbyists and think tank experts. They were all willing to speak openly but did not want to be quoted by name.
Almost all of these sources paint an unflattering portrait of the ambassador, one remarkably similar to Donald Trump, the man who sent him to Berlin. A majority of them describe Grenell as a vain, narcissistic person who dishes out aggressively, but can barely handle criticism. His brash demeanor, some claim, hides a deep insecurity, and they say he thirsts for the approval of others. After one of his appearances, we were told, he asked almost shyly how he had done.
They also say Grenell knows little about Germany and Europe, that he ignores most of the dossiers his colleagues at the embassy write for him, and that his knowledge of the subject matter is superficial. “Ric only scratches the surface,” said one person who regularly interacts with him.
Keeping Him at a Distance
The chancellor keeps him at a distance. Grenell was present during her meeting with Trump in the White House last spring, but she has not received him in Berlin. Her advisers note that it is unconventional for the head of government to personally receive an ambassador because of their different ranks, but that is only half the truth. She was constantly in close contact with Murphy during his stint in Berlin, and former Israeli ambassador Shimon Stein has been a close friend of Merkel’s since his time in Berlin.
Murphy came to Berlin in mid-October. The Democrat is now the governor of New Jersey, and, unlike Grenell, he is still liked and well-connected in Germany. Through his friend Christoph Heusgen, the German ambassador to the U.N. in New York, he sent out feelers about whether the chancellor might want to meet him for a brief coffee.
Merkel politely declined. She didn’t want to annoy Trump unnecessarily by inviting one of his most prominent critics into the Chancellery. And then there was Grenell: How was she to credibly brush him off after meeting with one of his predecessors? Murphy understood. Maybe next time.
Anyone who doesn’t absolutely need to meet Grenell avoids it. “I have no interest in people who are going through Europe with a wrecking ball,” says former Green Party co-chair Cem Özdemir. He is one of several prominent politicians who keep their contact to the American ambassador to a minimum.
In conversations with parliamentarians, the ambassador apparently pushed hard for invitations to visit lawmakers in their constituencies. Many said no. Who, after all, wants to be seen in their home district with Grenell? And those who did invite him, didn’t all have the best things to say about the experience.
In early September, the ambassador visited the electoral district of CDU lawmaker Peter Beyer, who is also the German government’s trans-Atlantic coordinator. Press was not invited on the trip to Ratingen, located near the Western Germany city of Düsseldorf.
A Reunion of Friends
During the visit, executives from a mid-sized company told the ambassador about the difficulties they were facing because of the U.S. sanctions on Iran. Shortly thereafter, Grenell tweeted: “Another industry leader leaves Iran. #sanctionsareworking.”
On Oct. 3, Emily Haber, the German ambassador in Washington, invited guests to the embassy’s annual party celebrating the anniversary of German unification in the garden of her residence. The embassy grounds are located on a steep hillside, and on that warm autumn evening, the lights of the capital sparkled in the darkness below. The U.S. Air Force band played rock n’ roll while Germans and Americans stood in line waiting for beer at the Bavarian stand.
Everything seemed as it always had been — a reunion of good, old friends — but there was a shadow hanging over the event. Crises are a normal part of the trans-Atlantic relationship, much like arguments in any marriage. But ever since Trump came to power, many people in Berlin political circles believe Washington is pushing them into the arms of a divorce lawyer.
That afternoon, a high-ranking official from the German Foreign Ministry unwittingly demonstrated just how broken the relationship has become. After mentioning the “German-American community of values,” she suddenly paused and had to laugh. A community of values with Trump? What an absurd idea!
The American president has called the European Union a “foe,” but many people in Berlin believe he means Germany when he says Europe. Trump has a strange obsession with the country of his ancestors — with German cars, German economic power, the German chancellor. And Grenell, his man in Berlin, seems happy to be his mouthpiece.
He was also at the party that evening. The ambassador happened to be in Washington and, in accordance with the dictates of politesse, received an invitation. But people weren’t particularly happy to see him. Those working in the German Foreign Ministry and Defense Ministry haven’t forgotten his catastrophic early days as ambassador and now believe he is unapologetically trying to force himself into all kinds of German-American conversations. Why, for example, did the U.S. ambassador need to be present when the German defense minister visited her American counterpart at the Pentagon?
First Among Equals
Many people who have encountered Grenell in the last few months believe he only wanted to come to Berlin to further his career in Washington. Germany is considered the most important country in Europe, and those wishing — like Trump — to erode Europe must pull the initial lever in Berlin.
Grenell seems to see himself as the first among equals of U.S. ambassadors in Europe. In mid-December, he commented on the protest movement in France on Fox News and received the president of Kosovo in Berlin. His counterparts in other EU countries follow these appearances warily. They aren’t planning on subordinating themselves to him.
Thus far, his posting in Berlin hasn’t done much to help his career in Washington. In Trump’s world, the only people who matter are those he takes notice of. Germany is geographically much too far away — and it wasn’t long before Grenell seemed to be spending more time in Washington than in Berlin.
As an ambassador, he is theoretically meant to sell American positions to the Germans via public appearances and interviews. Grenell has taken the opposite tack. Germany, and the American public, seem to be less important to him than the person sitting in the Oval Office.
Reaching Trump requires appearing on Fox News, and Grenell seems to use every opportunity to go on one of its shows. Sometimes he appears from Berlin, commenting on the political situation in Germany and Europe like a foreign correspondent, and sometimes he is in Washington, fawning over his president.
“I saw him up close today,” he said after the chancellor’s visit to the White House in late April. Grenell closed his eyes, apparently moved, then looked at the blonde host. “He is a master negotiator,” he said, “watching him up close today for me just really solidified why I early on wanted to support Donald Trump.”
Grenell spent eight years as a spokesman for the US Permanent Representative to the UN in New York, some of which under John Bolton, the right-wing hardliner selected by Trump as national security adviser. But Grenell markets his experience in the international community so aggressively he makes it sound like he himself was the UN ambassador.
Lukewarm Evening
Indeed, when the American ambassador to the UN, Nikki Haley, announced her resignation, Grenell’s conservative allies brought him up as a potential successor. But it didn’t work. In December, Trump nominated State Department spokeswoman Heather Nauert to replace Haley and Grenell instead remained in Berlin. There, though, he is politically isolated, the price for his undiplomatic tweets and TV appearances meant to impress Trump.
At the German ambassador’s party that lukewarm autumn evening in Washington, he didn’t mingle with the guests. When a renowned American diplomat raised the topic of his failed early days in Berlin, he tried to justify his aggressive behavior. The German-American relationship, he supposedly said, is strong enough that it can handle a bit of excitement and disruption.
Too bad his friend Jens Spahn had already left. The conservative member of the CDU and high-profile Merkel critic had visited Washington only a short time before and his visit was one of the subjects being discussed at the party. The diplomats were surprised that the health minister had been received by Bolton in the White House.
The article you are reading originally appeared in German in issue 3/2019 (January 12th, 2019) of DER SPIEGEL.
Grenell supposedly initiated the meeting with his old boss. The ambassador carefully cultivates the impression in Berlin that he has a direct line to the White House and that he can arrange sought-after meetings in Washington at any time. But is that true?
The German Embassy in Washington ultimately had to help arrange Spahn’s visit with Bolton. Only an official inquiry from the German diplomats was able to secure the meeting Spahn so badly wanted, in the hopes it might help him in the CDU power struggle.
Spahn and Grenell have been highly public about their friendship. When the ambassador took up his duties in Berlin, Spahn’s husband Daniel Funke, head of the Berlin offices of the gossip magazine Bunte, published a photo spread and story about Grenell and his partner Matt Lashey. The article quoted Grenell as saying that a bout of cancer in 2013 had brought him “closer to God” and that his dog helped him defeat the illness.
‘Actually Really Nice’
“Lola could tell that I was sick when I came back home from chemotherapy and collapsed exhausted on the couch,” Bunte quoted him as saying (Eds note: Quotes from Bunte have been translated back into English from the German-language article). “She would cuddle up to me and even licked my bald head. It may sound strange, but I think she wanted to lick away the chemo.” The cancer, Grenell said, made him a “better man” and “gave me the strength to not care what others think about me.”
Spahn is among the few important politicians in Berlin to stand up for Grenell. “He wins you over on second impression,” he has said, according to other CDU members. “He’s actually really nice.”
And the ambassador stands up for Spahn. In November, Grenell met with a small group of people interested in foreign policy for an under-the-radar meal. One of those present says the ambassador was uncommonly critical of the German Defense Minister Ursula von der Leyen, saying she was incompetent and sanctimonious — and that she had to go. He explained that a successor was ready and waiting. Who? Jens, of course. That, at least, is how the story was related.
When reached for comment by DER SPIEGEL, the U.S. Embassy denied that version of events. “Ambassador Grenell has never said a bad word about Minister von der Leyen — ever. Neither in private nor in public. He likes her very much. This is complete nonsense and printing it is unworthy of real journalism.”
Grenell is well-liked among the right-wing populist party Alternative for Germany. When he visited the Committee on the Affairs of the European Union in the German parliament last October, he was welcomed with applause by AfD members, and AfD parliamentarians posed for selfies with the ambassador at the Embassy’s Fourth of July party in Berlin. Petr Bystron, a foreign policy specialist for the AfD, immediately posted his photo with Grenell on Twitter, along with the hashtag #conservative_revolution.
Consorting with the Right Wing
Embassy staff made it clear to the ambassador that it would be counterproductive to set up an official meeting with the AfD. But Grenell isn’t shy about consorting with the right wing. In early September, he was a guest at an annual dinner held by the Achse des Guten, or Axis of Good, a blog run by the journalists Henryk M. Broder and Dirk Maxeiner that sees itself as a counterbalance to the allegedly left-wing mainstream media. It offers an intellectual home to Islamophobes, Merkel-haters and EU-skeptics.
The event took place in Berlin’s Moabit neighborhood, in a historic tram depot now filled with classic cars. The audience listening to Grenell’s address that evening included Thilo Sarrazin, infamous for authoring a bitingly critical book about Islam in Germany, and the former East German human rights activist Vera Lengsfeld, who left the CDU out of hatred for Merkel and now supports the AfD.
Such appearances have not been well-received in political Berlin. In late October, he sent out invitations to a Halloween party at his residence in the tony neighborhood of Dahlem. The theme for the evening was “super heroes.” Grenell invited several prominent Berlin political figures, but many politicians declined to attend.
One of the most prominent invitees who did choose to attend was Henryk M. Broder from the Axis of Good. He came dressed as a Muslim woman in a burka.
File Photo: European Union foreign policy chief Federica Mogherini (L) and Albanian President Ilir Meta during their meeting in Tirana, Albania. EPA, MALTON DIBRA
JANUARY 14, 2019
Περίοδο… αλληλοσπαραγµού εµφανίζεται να διανύει η κεντρική πολιτική σκηνή της ΝΑΤΟϊκής Αλβανίας, µε δύο πάλαι ποτέ «συντρόφους», τον πρωθυπουργό Εντι Ράµα από τη µία πλευρά και τον πρόεδρο Ιλίρ Μέτα από την άλλη, να ανταλλάσσουν… τρικλοποδιές στον δρόµο προς την επιδιωκόµενη έναρξη των ενταξιακών διαπραγµατεύσεων της χώρας µε την ΕΕ.
Ειδικά στην περίπτωση της Αλβανίας, ωστόσο, ο αλληλοσπαραγµός ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω και από την εξωτερική πολιτική, επηρεάζοντας τις εξελίξεις όχι µόνο εντός, αλλά και εκτός των συνόρων.
Ο πρόεδρος της Αλβανίας, Ιλίρ Μέτα, εµφανίζεται αποφασισµένος να κάνει αντιπολίτευση στον Εντι Ράµα, αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία. Κάποιοι µάλιστα υποστηρίζουν ότι εκείνος είναι επί της ουσίας και «η µόνη αντιπολίτευση» σήµερα, σε µια χώρα η οποία έχει άλλωστε συνηθίσει να πορεύεται µε όρους µηδενικής πολιτικής συναίνεσης.
Σηµειώνεται ότι η σύζυγος του Μέτα, Μόνικα Κριεµάντι, τυχαίνει να είναι και ηγέτις του αντιπολιτευόµενου Σοσιαλιστικού Κινήµατος για την Ενσωµάτωση (LSI), το οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Μέτα το 2004, όταν αποχώρησε από το Σοσιαλιστικό Κόµµα (PS) του Εντι Ράµα.
Στις αρχές του 21ου αιώνα Μέτα και Ράµα βρίσκονταν στο ίδιο κοµµατικό στρατόπεδο, ο πρώτος τότε ως πρωθυπουργός και ο δεύτερος ως υπουργός Πολιτισµού και εν συνεχεία δήµαρχος της πόλης των Τιράνων. Σχεδόν δύο δεκαετίες µετά, οι δυο τους βρίσκονται να συγκρούονται ακόµη και σε θέµατα εξωτερικής πολιτικής, τα οποία όµως επιµένουν να προσεγγίζουν µε όρους στενού κοµµατικού συµφέροντος, ενίοτε και µε έξωθεν παρότρυνση.
Μόλις στα τέλη του περασµένου ∆εκεµβρίου ο Εντι Ράµα, πρωθυπουργός και πρόεδρος του κυβερνώντος Σοσιαλιστικού Κόµµατος (PS), προχώρησε σε έναν σαρωτικό ανασχηµατισµό, αντικαθιστώντας επτά από τους συνολικά 14 υπουργούς του, µεταξύ αυτών και τον υπουργό Εξωτερικών Ντιτµίρ Μπουσάτι, στη θέση του οποίου θέλησε να διορίσει έναν… 28χρονο Κοσοβάρο ονόµατι Γκεντ Τσάκαϊ.
Ο πρόεδρος της Αλβανίας, Ιλίρ Μέτα, έρχεται ωστόσο τώρα να µπλοκάρει την υπουργοποίηση του 28χρονου Κοσοβάρου, τον οποίο κατηγορεί «ότι όχι µόνο στερείται αποδεδειγµένης εµπειρίας στον τοµέα της εξωτερικής πολιτικής αλλά και ότι οι δηµόσιες τοποθετήσεις του αναφορικά µε ουσιώδη θέµατα της περιφερειακής πολιτικής είναι απαράδεκτες».
Ο Αλβανός πρόεδρος έδωσε µάλιστα στη δηµοσιότητα και µακροσκελή επιστολή, απευθυνόµενη στον πρωθυπουργό Ράµα, στην οποία αναλύει τις ενστάσεις του, υποστηρίζοντας ότι «το αξίωµα του ΥΠΕΞ είναι από τα σηµαντικότερα στο κυβερνητικό σχήµα». Σηµειώνει, επίσης, ότι «οι επόµενες ηµέρες, εβδοµάδες και µήνες κρίνονται ως αποφασιστικής σηµασίας, διότι η Αλβανία βρίσκεται ενώπιον της απόφασης ζωτικής σηµασίας για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγµατεύσεων µε την ΕΕ τον Ιούνιο του 2019» αλλά και επειδή η χώρα αναµένεται να αναλάβει «σε λιγότερο από έναν χρόνο» την προεδρία του ΟΑΣΕ.
Ο Μέτα επιτίθεται στον Αλβανοκοσοβάρο Γκεντ Τσάκαϊ, επειδή ο τελευταίος, που έχει διπλή υπηκοότητα, εµφανίστηκε µε δηλώσεις του να διάκειται θετικά απέναντι στην προοπτική ανταλλαγής εδαφών ή «διόρθωσης» των συνόρων ανάµεσα στη Σερβία και το Κόσοβο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Ιλίρ Μέτα βρίσκεται πιο κοντά στη γερµανική πλευρά, που απορρίπτει εµφατικά τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια, ενώ αντιθέτως ο Ράµα βρίσκεται πιο κοντά στους Αµερικανούς που θέλουν να κρατούν όλες τις επιλογές ανοιχτές.
Όσο για την απάντηση του πρωθυπουργού Εντι Ράµα στις αιτιάσεις του προέδρου της Αλβανίας, εκείνη θα ερχόταν υπό µορφή καυστικών ειρωνειών και σκληρών χαρακτηρισµών, φανερώνοντας πόσο συγκρουσιακή είναι η κατάσταση στο εσωτερικό της κεντρικής πολιτικής σκηνής µιας χώρας, που θα ήθελε να θεωρείται ευρωπαϊκή.
Η άρνηση του προέδρου για τον διορισµό του νέου ΥΠΕΞ είναι όχι µόνο αντισυνταγµατική, αλλά και επαίσχυντη. Τα επιχειρήµατα που έδωσε ο κ. πρόεδρος είναι φρικαλέα και ντροπιαστικά για τον θεσµό. Συγνώµη από το Κόσοβο για αυτό το αίσχος» σηµείωσε ο Ράµα, ειρωνευόµενος µάλιστα τον Μέτα που «ποδοπατά έναν νεαρό, τουλάχιστον 1.000 φορές περισσότερο µορφωµένο από αυτόν».
In the first half of the 20th century, excessive nationalism, radical ideologies and misguided isolationism plunged Europe into two major wars that set half the world on fire. Today, as these trends are again on the rise, it is instructive to recall how an idealistic pacifist came to the conclusion that a collective defence pact between like-minded countries was the only way to keep the peace.
When 12 foreign ministers from Canada, the United States and ten Western European countries met in Washington on 4 April 1949 to sign a mutual defence treaty, not all observers grasped the significance of the event. The Washington Post quipped that the ceremony may turn out to be “more spectacular than the act itself”. Ironically, the State Department band, paying homage to the First Lady, Bess Truman, played a medley from the musical “Porgy and Bess” that featured “It ain’t necessarily so” and “I got plenty of nothin’”.
Others, however, understood the ceremony’s historic importance. Count Sforza – the Italian foreign minister who had refused to work for Mussolini – compared the pact to the English Magna Carta: “on one side intangible, on the other side a continuous creation.” In a similar vein, the famous US political commentator, Walter Lippman, argued that “the treaty recognises and proclaims a community of interest which is much older than the conflict with the Soviet Union, and come what may, will survive it.”
Beyond the headlines, the new defence pact had yet another prominent supporter: Sir Norman Angell (1872-1967), economist, journalist, peace activist, bestselling author, and Nobel Peace Prize Laureate of 1933. His support of a defence community of Western democracies to contain the Soviet Union marked the end of a lifelong journey dedicated to the prevention of war by non-military means.
Angell’s political life – during which he transformed from a idealistic pacifist to a believer in collective security schemes and, finally, to a supporter of a transatlantic collective defence alliance – is, in many ways, a mirror of the turbulent first half of the 20th century. Having witnessed two world wars and seen the mayhem inflicted by excessive nationalism and totalitarian ideologies, the world’s best known peace activist realised that an alliance between the Western democracies was the best model on offer.
From idealistic pacifist…
Ralph Norman Angell (Lane), a polyglot Brit who had also lived in France and the United States, achieved fame with his book “The Great Illusion”, published in 1911. In this work, which later earned him the Nobel Peace Prize, he argued that the costs of wars had become so high as to outweigh any prospective gains. Nations, he argued, had become too economically interdependent to make war between them a profitable exercise. Angell’s arguments received enormous attention. As Europe’s major powers appeared to be inching ever closer to war, Angell seemed to demonstrate by way of rational economic argument why that major war would be folly.
“The Great Illusion” was translated into more than 15 languages and sold almost two million copies. W. M. Hughes, the Acting Premier of Australia, called it “a glorious book to read … pregnant with the brightest promise to the future of civilized man.” At major universities, enthusiastic ‘Angellists’ spread the message of the end of war. Lord Esher, President of the Imperial Defence Committee, held the opinion that war “becomes every day more difficult and improbable.” He also was convinced that Germany “is as receptive as Great Britain to the doctrine of Norman Angell.” This was clearly at odds with the political realities in Germany – as Angell’s turbulent speaking tour through that country in 1913 should have revealed – but many British liberals felt that warnings of German militarism were exaggerated.
Angell’s thesis was far from uncontested. Alfred Thayer Mahan, the United States’ leading thinker on maritime strategy, criticised Angell for having ignored non-quantifiable factors. He agreed with Angell about the questionable cost-benefit ratio of major wars but warned that wars did not originate just for economic reasons: “Nations are under no illusion as to the unprofitableness of war in itself; but they recognise that different views of right and wrong in international transactions may provoke collision, against which the only safeguard is armament.” Mahan agreed with Angell that the disruption of the international economic system caused by a major war would also strike back at the aggressor. Yet even this would not mean the end of war, for “… ambition, self-respect, resentment of injustice, sympathy with the oppressed, hatred of oppression” were more than enough reasons why war would not disappear.
“The Great Illusion” had been Angell’s attempt to use rational arguments in his struggle against the widespread fatalism about an ‘inevitable’ war with Germany. Yet his powerful prose could not hide the fact that his arguments hardly amounted to more than an interesting compilation of facts and reflections. With respect to Anglo-German relations, Angell made too much of the cultural similarities between the two nations, underestimating their differing strategic interests.
Worse, although Angell never claimed that war had become impossible, only non-profitable, he became a victim of his own journalistic penchant for hyperbole. In October 1913, the American journal “Life” quoted him as saying: “The cessation of military conflict between powers like France and Germany, or Germany and England, or Russia and Germany <…> has come already. <…> Armed Europe is at present engaged in spending most of its time and energy rehearsing a performance which all concerned know is never likely to come off.”
…to realistic pacifist
In the eyes of many observers, the outbreak of the First World War thoroughly discredited Angell and his followers. Economic arguments had not prevented this massive conflagration from occurring. However, the unprecedented devastation caused by that war also affirmed Angell’s thesis that war no longer made economic sense. Consequently, Angell’s attempts to deromanticise war and his plea for enlightened statecraft did not go out of fashion. He continued his struggle for international peace and détente between the major powers, and remained an international celebrity – by the 1930s, “The Great Illusion” had been published in six editions, and Angell had maintained a tremendous literary output. He was knighted and, in 1933, received the Nobel Peace Prize. However, the 1930s provided some hard lessons for Angell and his faith in human rationality. The growth of fascism and communism worried him. He also realised that by appeasing those who were prepared to use military force to achieve their aims, the European democracies were effectively lowering the cost of aggression.
Against this background, Angell’s political thought went through an important evolution. He no longer dwelled on the war-preventing power of economic interdependence. Instead, he devoted more attention to the principle of collective security – a system that included the potential use of force against a violator. In this way, Angell changed from being an idealistic pacifist to a realistic pacifist. He warned against Hitler’s belligerence and he supported Britain’s rearmament. In 1914, he had hastily founded a “Neutrality League” to keep Britain out of the war. At the beginning of the Second World War, by contrast, he supported his country’s cause.
Angell was keenly aware that Britain’s victory in the Second World War was largely the result of the United States’ engagement. Consequently, in the immediate post-war era, he lashed out against the anti-Americanism that was growing within Britain’s political left, but also against the rising isolationism in the United States. With the Soviet Union emerging as another totalitarian challenge to the Western democracies, Angell considered the unity of the English-speaking countries a prerequisite for peace in Europe.
For this reason, when the negotiations on a collective defence treaty between North America and Europe commenced, he supported the project. A North Atlantic Security Pact, he argued a few weeks before the signing of the Washington Treaty, could act as a bulwark against Soviet expansionism. Had Germany known the strength of the alliance that would be mobilised against it, he argued, the two world wars probably would not have occurred. Similarly, if the Soviet Union knew about the effective resistance it would face, a third world war would probably be avoided. This unabashed argument for peace through military deterrence was a far cry from his former pacifist beliefs.
Angell’s preference for an inclusive system of collective security, which he had championed after the First World War, remained unchanged. Yet, just as Germany could not be included in such a system in the 1930s, he saw little hope in incorporating the Soviet Union into such an arrangement in the late 1940s. Such a system, he believed, could only work between like-minded powers. By bringing together the major democracies, the emerging transatlantic defence community came closer to his ideal of a system of war prevention. He still held on to his view about the devastating consequences of modern wars but his once optimistic belief in the intellectual progress of mankind had been replaced by a profound scepticism.
Norman Angell may forever be remembered for something he never actually said: that war had become impossible. Yet, just as scholars are now considering him an early pioneer of international relations theory, Angell should also be remembered as a man who managed to acknowledge that preserving peace in a changing world means leaving outdated dogmas behind.
Michael Rühle heads the Energy Security Section of NATO’s Emerging Security Challenges Division. Previously, he served as a speechwriter for six NATO Secretaries General. The views expressed are his own.
Οι περισσότεροι γνωρίζουν πλέον το περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών και τους εθνικά απαράδεκτους όρους της. Έχουν γραφτεί πολλές αναλύσεις και άρθρα γι’ αυτήν. Στο βιβλίο μου «Στρατηγικές Επιλογές Επιβίωσης του Ελληνισμού», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Στοχαστής», έχω γράψει και εγώ για το Σκοπιανό δύο κεφάλαια. Γι’ αυτό δε θα κάνω μια ακόμα ανάλυση της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει όλους μας είναι γιατί η Ελλάδα υπέγραψε αυτήν την κατάπτυστη Συμφωνία, εγκαταλείποντας όλες τις κόκκινες γραμμές υπεράσπισης των έσχατων εθνικών συμφερόντων, και έδωσε γην και ύδωρ στους Σκοπιανούς. Μήπως ηττηθήκαμε σε κάποιο πόλεμο από τους βόρειους γείτονές μας;
Πολλοί από το χώρο των κομμάτων της μνημονιακής αντιπολίτευσης, δηλαδή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζουν ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι το αποτέλεσμα των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων της σημερινής «αριστερής» κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μιας κυβέρνησης που έχει στο DNA της τα ιδεολογήματα της Αριστεράς της εποχής του Μεσοπολέμου ή στην καλύτερη περίπτωση αυτά της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Έτσι τα κόμματα αυτά, για ψηφοθηρικούς λόγους, υποτίθεται ότι αντιτίθενται στη Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ από παλιά έχουν αποδεχτεί τη σύνθετη ονομασία που περιλαμβάνει το όνομα της Μακεδονίας. Αυτό το πολιτικό θέατρο μοιάζει μ’ αυτό που παρακολουθήσαμε πριν μερικά χρόνια όταν η ΝΔ διαφωνούσε με το πρώτο Μνημόνιο αλλά, όταν ήρθε η ώρα της, έβαλε πλάτη και ψήφισε το δεύτερο και μετά το τρίτο. Για το ΠΑΣΟΚ πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι ήταν απόλυτα συνεπές, ψήφισε και τα τρία Μνημόνια.
Όλα αυτά τα κόμματα ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και οι παραφυάδες τους έχουν ενταχθεί στο μπλοκ των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης, όχι μόνο στον τομέα της οικονομικής πολιτικής αλλά και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Κυβέρνηση και μνημονιακή αντιπολίτευση – όλο το κύριο πολιτικό σύστημα – δεν αντιλαμβάνεται τον σημερινό πολύ-πολικό και κρατο-κεντρικό κόσμο και φαντασιώνεται ότι υπερεθνικές δομές και ολοκληρώσεις – τύπου ΝΑΤΟ και Ε.Ε. – θα λύσουν όλα τα προβλήματα. Θεωρούν ότι το έθνος και τα ιδιαίτερα συμφέροντά του έχουν υποβαθμιστεί, αν όχι εξαλειφθεί, στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης και όσοι αντιδρούν σ’ αυτό χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως ακροδεξιοί λαϊκιστές, φασίστες, ρατσιστές ή ετερόκλητος όχλος.
Σε πρόσφατη συζήτηση μ’ ένα φίλο η κουβέντα ήρθε στο διάλογο Αθηναίων με Μηλίους που καταγράφει ο Θουκυδίδης. Σας θυμίζω ότι οι Αθηναίοι είχαν πει στους Μηλίους: «Συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για το τι είναι σωστό και δίκαιο γίνονται μόνο μεταξύ ισοδύναμων, αλλιώς ο ισχυρότερος επιβάλλει αυτά που η ισχύς του επιτρέπει να επιβάλλει, ο δε αδύναμος υπομένει αυτά που η αδυναμία του τον αναγκάζει να αποδέχεται». Ο φίλος μου, μου απάντησε ότι ο Θουκυδίδης μάλλον κάνει λάθος, αν κρίνουμε από τη Συμφωνία μεταξύ Αθηνών – Σκοπίων. Και εκ πρώτης όψεως είχε δίκαιο.
Η Ελλάδα έχει πέντε φορές περισσότερο πληθυσμό από τα Σκόπια, έχει ένα Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) 18 φορές μεγαλύτερο, έχει συντριπτικά ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, έχει π.χ. 180 μαχητικά αεροσκάφη πρώτης γραμμής έναντι μηδέν των Σκοπιανών και όμως με τη Συμφωνία των Πρεσπών «ξεβρακώθηκε». Γιατί έγινε αυτό; Είναι τόσο λάθος τα θεωρούμενα ως αξιώματα του Θουκυδίδη;
Όχι ο Θουκυδίδης έχει δίκαιο υπό την προϋπόθεση ότι οι εμπλεκόμενοι σε μια αντιπαράθεση μπορούν να χρησιμοποιήσουν ελεύθερα τη δύναμή τους προς όφελος των συμφερόντων τους. Με την Ελλάδα όμως δε συμβαίνει αυτό γιατί, εδώ και χρόνια, έχει απολέσει την εθνική κυριαρχία της. Η Ελλάδα είναι μια χώρα υπό ξένη κατοχή. Τη χώρα μας κατέχουν αυτοί που κατέχουν το δημόσιο χρέος της, δηλαδή, οι δανειστές της. Γι’ αυτό η κατοχή δεν γίνεται εύκολα κατανοητή από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Είναι μια αφανής κατοχή όπως είναι ο τίτλος ενός πρόσφατου άρθρου μου.
Πολλοί θα σκεφτούν ότι χρέος είχαμε πάντοτε και χρέος έχουν όλες οι χώρες άρα όλες οι χώρες είναι υπό κατοχή; Στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Το δημόσιο χρέος δεν είναι μόνο δυσθεώρητο, 356 δις ή 192% του ΑΕΠ, αλλά στο σύνολό του είναι συναλλαγματικό. Είναι χρέος σε ευρώ, ένα ξένο νόμισμα που δεν μπορεί να εκδώσει η χώρα μας. Γι’ αυτό για την εξυπηρέτηση του (όχι την αποπληρωμή του) πρέπει να δανειζόμαστε αλλιώς θα χρεοκοπήσουμε ως κράτος.
Στο τέλος του 2001 το 75% του δημόσιου χρέους ήταν σε δραχμές και μόνο το 25% σε ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα). Σε μια νύχτα, το 2002, το χρέος σε δραχμές έγινε χρέος σε ευρώ και έτσι το σύνολο του χρέους έγινε συναλλαγματικό. Αυτό το συναλλαγματικό χρέος χρεοκόπησε το 2010 και στη συνέχεια υποδούλωσε την πατρίδα μας. Μια χώρα δε χρεοκοπεί ποτέ όταν χρωστάει, όσα και να χρωστάει, στο εθνικό νόμισμά της, τυπώνει χρήμα και πληρώνει. Μια χώρα χρεοκοπεί όταν χρωστάει σε συνάλλαγμα που δεν έχει. Να θυμίσω επίσης ότι, από το 2002, που η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη, μέχρι σήμερα, το χρέος της υπερδιπλασιάστηκε, αυξήθηκε πάνω από 128% ή κατά 200 δις μέσα σε μόνο 17 χρόνια. Αυτό έγινε παρά το PSI του 2012 και παρά τη λιτότητα που επέβαλαν επί οκτώ χρόνια τα Μνημόνια.
Συμπέρασμα η Ελλάδα έχει γίνει μια αποικία χρέους που ελέγχουν αυτοί που εκδίδουν το νόμισμά της και κατέχουν το χρέος της σ’ αυτό το νόμισμα. Γι’ αυτό η χώρα μας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη θεωρητικά μεγαλύτερη ισχύ της ούτε απέναντι σ’ έναν αδύναμο γείτονα, όπως είναι το κράτος των Σκοπίων. Κάθε ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν της τα συμφέροντα των επικυρίαρχων της χώρας. Ο γερμανός νεοφιλελεύθερος οικονομολόγος Ντάνιελ Γκρος, σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, παρομοίασε τη χώρα μας με το Πουέρτο Ρίκο. Η διαφορά είναι ότι το Πουέρτο Ρίκο είναι αμερικανικό προτεκτοράτο ενώ η Ελλάδα γερμανικό. Όλες οι κυβερνήσεις όχι μόνο η σημερινή αλλά και οι προηγούμενες και οι επόμενες γνωρίζουν τα ασφυκτικά όρια τους μέσα στη φυλακή «υψίστης ασφαλείας» που έχει δημιουργήσει το ευρω-χρέος.
Η Ελλάδα μετά το τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων βρίσκεται σε καθεστώς αυξημένης επιτήρησης. Αρκεί μια επικριτική δήλωση της Κομισιόν ή του γερμανικού υπουργείου των Οικονομικών για να ανέβουν τα επιτόκια και η χώρα μας να μην μπορεί να δανειστεί από τις αγορές. Θυμίζω επίσης ότι με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, τον Ιούνιο του 2018, οι δανειστές αποδέχτηκαν να μας επιστρέψουν 4,8 δις – σε 8 εξαμηνιαίες δόσεις των 600 εκατ. έκαστη – που προέρχονται από την κερδοσκοπία επί των ελληνικών ομολόγων, τα οποία είχαν εξαιρεθεί από το PSI, και να καταργήσουν την πρόσθετη επιβάρυνση του επιτοκίου για ένα μικρό τμήμα των δανείων της δεύτερης Δανειακής Σύμβασης υπό την προϋπόθεση η χώρα μας να συμμορφώνεται με τις επιταγές τους.
Αυτό το πλαίσιο καθορίζει τις ελληνικές δυνατότητες άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής. Η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη υλοποιούν τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης στη ευρωπαϊκή ήπειρο. Τα Σκόπια και γενικότερα τα Δυτικά Βαλκάνια απαιτείται να ενταχθούν και αυτά στο ζωτικό χώρο του γερμανικού imperium. Ένα χώρο ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, προϊόντων και ανθρώπων όπως επιβάλλουν οι πολιτικές της παγκοσμιοποίησης προς όφελος του μεγάλου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Μια υδάτινη οδός χρειάζεται να δημιουργηθεί από τις εκβολές του Αξιού στη Θεσσαλονίκη μέχρι το Δούναβη για τις εξαγωγές και τις εισαγωγές της γερμανικής βιομηχανίας. Γι’ αυτό η Άνγκελα Μέρκελ στηρίζει, με τόση θέρμη, τη Συμφωνία των Πρεσπών. Τη στηρίζουν βέβαια και οι Αμερικανοί στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με τη Ρωσία.
Απέναντι σ’ αυτές τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης η κατεστραμμένη οικονομικά Ελλάδα, έχοντας χάσει τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας της, δεμένη χειροπόδαρα με τα δεσμά του ευρω-χρέους δεν μπορεί να αντισταθεί. Είναι αυτός ο συσχετισμός, πέρα από τις όποιες ιδεολογικές και εθνικομηδενιστικές θέσεις, που οδήγησε τη σημερινή κυβέρνηση να υπογράψει τη Συμφωνία των Πρεσπών. Όπως το καλοκαίρι του 2015 έτσι και τώρα οι επικυρίαρχοι δανειστές επιβάλουν τη θέληση τους στην ελληνική αποικία, εξαναγκάζοντας τον Αλέξη Τσίπρα σε πολιτική ευθανασία.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι όλα τα θέματα είναι συνάρτηση των συντελεστών ισχύος μιας χώρας. Συντελεστές ισχύος είναι η πολιτική κυριαρχία, η νομισματική και οικονομική ανεξαρτησία, η δημογραφική ομοιογένεια, η κοινωνική συναίνεση, η ισχύς των ενόπλων δυνάμεων και η ικανότητα της ηγεσίας ενός έθνους. Αποσπασματική αντιμετώπιση ενός μόνο θέματος, όπως το Σκοπιανό, οδηγεί μετά βεβαιότητας στην ήττα. Απαιτείται μια ολιστική αντιμετώπιση του «Ελληνικού Ζητήματος» γιατί όλα τα θέματα, η πολιτική κυριαρχία, η οικονομική ευρωστία, οι εθνικές απειλές και η δημογραφική συρρίκνωση και αλλοίωση του πληθυσμού είναι αλληλένδετα.
Η ομιλία αυτή έγινε σε εκδήλωση της Παμμακεδονικής Συνομοσπονδίας (Ελλάδας – Αθηνών) στις 13-1-19 στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής. Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Ι. Αθανασιάδης, ο καθηγητής Κ. Γρίβας και ο δημοσιογράφος Στ. Λυγερός.