Αρχική Blog Σελίδα 2709

«Γαλάζια Πατρίδα» η φιλοδοξία της Τουρκίας για κυριαρχία σε τρεις θάλασσες

1

Δευτέρα 04 Φεβρουαρίου 2019, 11:47

Του Δημήτρη Τσαϊλά

Στο Πολεμικό Ναυτικό της Τουρκίας προγραμματίζουν τη μεγαλύτερη ναυτική άσκηση των τελευταίων 20 χρόνων στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η άσκηση με την ονομασία “Γαλάζια Πατρίδα” θα πραγματοποιηθεί περί τα τέλη του Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου σε μια τεράστια έκταση περίπου 134.700 τετραγωνικών ναυτικών μιλίων.

Εκτιμάται ότι η άσκηση αυτή θα είναι στην πραγματικότητα ένα μήνυμα προς το Φόρουμ φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου, του συνασπισμού που διαμορφώθηκε πρόσφατα από την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ιορδανία και την Παλαιστινιακή Αρχή. Ο ανωτέρω συνασπισμός σκοπεύει να διερευνήσει όλες τις πηγές ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο Θάλασσα, συμπεριλαμβανομένων και των “αμφισβητούμενων περιοχών” όπως θεωρούνται από την Τουρκία.

Εξετάζοντας την σημερινή περιφερειακή εικόνα του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, μια τέτοια μαζική άσκηση φαίνεται να έχει περιορισμένη ικανότητα επιτυχίας για τους σκοπούς που θέτει. Παρόλο αυτά, με μικρότερες μεικτές ομάδες πλοίων, έχουν την ικανότητα να εκτελούν ασκήσεις περιορισμένων σκοπών, ταυτόχρονα στην ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα, επειδή η Άγκυρα αισθάνεται ότι απαιτείται μια πιο στιβαρή στρατιωτική στάση σε αυτές τις ναυτικές ζώνες, για επίδειξη ναυτικής ισχύος.

Η τελευταία σημαντική άσκηση που είχε πραγματοποιήσει το ναυτικό της Τουρκίας ήταν τον Ιούνιο του 1998. Την είχαν ονομάσει Θαλάσσιο Λύκο, και οι τουρκικές μεικτές ναυτικές ομάδες πλοίων διασκορπίστηκαν στη Μεσόγειο με συμμετοχή αεροπορικών σκαφών. Μια μεικτή ομάδα πλοίων αναπτύχθηκε ανατολικά της Μάλτας και μια άλλη δυτικά της Κρήτης, όπου δοκίμασαν σχέδια αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Ελληνισμού . Αυτή ήταν η μεγαλύτερη άσκηση που διεξήγαγε ποτέ το τουρκικό ναυτικό στη Μεσόγειο και θεωρήθηκε ως αντίδραση στην ένταση με την Ελλάδα, τότε, δύο χρόνια μετά τα Ίμια. Έκτοτε προγραμμάτισαν ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα και δημιούργησαν ένα στόλο με σκοπό να έχουν την ικανότητα να ανταποκρίνονται σε όλο το θαλάσσιο χώρο γύρω από την Τουρκία, εξακολουθώντας να ενισχύει τις θέσεις της στις περιοχές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Τον Δεκέμβριο του 2018 άρχισε η κατασκευή μιας νέας ναυτικής βάσης στην Τραπεζούντα στις ανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Αυτή η βάση θα είναι η ένατη του ναυτικού. Η Τουρκία έχει σήμερα ναυτικές βάσεις στη Μερσίνα και την Αλεξανδρέττα στη Μεσόγειο Θάλασσα, στο Aksaz και τη Φώκαια στο Αιγαίο, στο Golcuk για την Θάλασσα του Μαρμαρά, στο Ερεγλί στη Μαύρη Θάλασσα, στην Κωνσταντινούπολη στο Βόσπορο και στο Canakkale στα Δαρδανέλια.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η κίνηση της Άγκυρας έρχεται μετά από εκθέσεις στις αρχές Δεκεμβρίου, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να στείλουν πλοία στη Μαύρη Θάλασσα μετά το περιστατικό των στενών του Kerch μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Είναι γνωστό ότι το τουρκικό ναυτικό, εκτός από τα καθήκοντα αναγνώρισης και περιπολίας, διατηρεί στενή συνεργασία με χώρες του ΝΑΤΟ και άλλα κράτη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Θα έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε πώς θα αντιδράσει η Μόσχα στη νέα τουρκική ναυτική βάση.

Εκτιμάται, ότι στην πραγματικότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αυτές που θέλουν τη ναυτική βάση στην Τραπεζούντα, διότι για να δημιουργήσουν οι Τούρκοι μια ναυτική βάση στην ανατολική Μαύρη Θάλασσα, πρέπει να υφίσταται απειλή στην περιοχή αυτή. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Γεωργία, η οποία είναι μία από τις πλησιέστερες χώρες, στην περιοχή είναι πολύ καλές. Το μόνο που μένει είναι η Ρωσία. Αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα με τη Ρωσία. Όσον αφορά τη συμφωνία για το αντιαεροπορικό σύστημα S-400 και σε θέματα όπως η Συρία, οι σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας φαίνονται καλές. Είναι γνωστό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούσαν μια βάση του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ΗΠΑ χρειάζονται τη στρατιωτική βάση στη Τραπεζούντα για να κυριαρχήσουν στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, να μεταφέρουν τον πλούτο αυτής της περιοχής στη Δύση, να αδρανοποιήσουν την Τουρκία, και να απομονώσουν το Ιράν. Εφόσον, η Τουρκία φιλοξενήσει ναυτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό θα αναγκάσει σίγουρα τη Μόσχα να αντιδράσει. Οπότε είναι πιθανό η Άγκυρα να αποφασίσει να επωφεληθεί από την κατάσταση στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και να δημιουργήσει μια πρόσθετη βάση.

Μια άλλη εξέλιξη που απογοητεύει σίγουρα τη Μόσχα είναι η πρόσφατη συμφωνία της Ουκρανίας να αγοράσει 12 τουρκικά εναέρια οχήματα USV τύπου Μπαϊρακτάρ γνωστά ως drones για τον ουκρανικό στρατό. Αυτά τα νεότερα USV θα βοηθήσουν τον Ουκρανικό στρατό σε επιχειρησιακά και τακτικά επίπεδα διότι εκτός από τα χαρακτηριστικά υψηλής τεχνολογίας μπορούν να εξοπλιστούν με πρόσθετα σύγχρονα συστήματα πυραύλων υψηλής ακρίβειας για την καταστροφή τεθωρακισμένων μονάδων ή θαλάσσιων στόχων σε οχυρωμένες θέσεις.

Είναι προφανές ότι η Άγκυρα μετατοπίζεται σε περιφερειακή ναυτική ανάπτυξη που θα συνδέσει την ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η Τουρκία, με τη συνεργασία της Ρωσίας, σκοπεύει να ξεπεράσει τον συνασπισμό των κρατών που διενεργούν έρευνες για πηγές ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο και να αντιμετωπίσει την πίεση που αντιμετωπίζει στη Μαύρη Θάλασσα με τη συνεργασία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Αυτή η αυξημένη ναυτική στάση σημαίνει νέες αποστολές και εντατικό ρυθμό όχι για το ναυτικό της Τουρκίας, αλλά και για τους άμεσα εμπλεκομένους.

Από τη δική μας πλευρά μερικοί άνθρωποι φαίνεται να ξεχνούν ότι έχουμε ναυτικό. Πρέπει, συχνά να τους το υπενθυμίζουμε. Το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο της Ελλάδας – το Πολεμικό Ναυτικό – είναι ακόμα ανίκητο. Δεν μιλάμε μόνο για ένα στρατιωτικό πλεονέκτημα. Αντ’ αυτού, εννοούμε μια κουλτούρα ναυτική, η οποία ήταν η κύρια δύναμη της χώρας από την εποχή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Μια στιγμιαία αναστροφή επί Οθωμανοκρατίας δεν θα μπορούσε να σβήσει τη δύναμη που βγάζει ο Ελληνισμός από τη θάλασσα.

Μπορούμε να αναφερόμαστε, σε “θαλασσινά έθνη” και σε “θαλάσσιες δυνάμεις”. Η διαφορά είναι βαθιά. Οι τελευταίοι αποτελούνται από εκείνα τα έθνη που αποφασίζουν, σε μια ή την άλλη στιγμή της ιστορίας τους, να συγκεντρώσουν ένα ισχυρό ναυτικό. Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία έχουν αναφερθεί πολλές φορές ως ναυτικές δυνάμεις. Η Ρωσία, η Κίνα και οι ΗΠΑ είναι σήμερα θαλάσσιες δυνάμεις. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα έθνη δεν ήταν ποτέ ναυτικό. Όμως η Ελλάδα και η Βρετανία, ήταν και είναι έθνη ναυτικά.

Η θαλάσσια ισχύς για ένα ναυτικό έθνος δεν είναι απλώς μια συσσώρευση πλοίων, αλλά μια προσεκτικά κατασκευασμένη ταυτότητα. Αυτό ορίζουμε ως ένα κράτος που επέλεξε να δώσει έμφαση στη θάλασσα, να εξασφαλίσει οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα του ελέγχου της θάλασσας να λειτουργήσει ως μεγάλη δύναμη, μέσα από μια συνειδητά κατασκευασμένη πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις δυνάμεις που στηρίζονται στην ηπειρωτική ηγεμονία. Μπορεί ένα κράτος να έχει ένα μεγάλο ναυτικό (όπως και η αυτοκρατορική Γερμανία), αλλά οι βασικές ανησυχίες τους είναι εδαφικές.

Για την Ελλάδα, ο έλεγχος της θάλασσας είναι υψίστης σημασίας και η εδαφική συγκέντρωση αποτελεί δευτερεύουσα και συχνά ακούσια συνέπεια. Η Ελληνισμός, για παράδειγμα, δεν επιβίωσε εξαιτίας μιας ακόρεστης πείνας για την επικράτεια, αλλά μάλλον λόγω της ανάγκης για ασφαλείς πλόες και φιλικές εμπορικές συμφωνίες.

Για αυτό στη ναυτική δύναμη, ένα πλοίο είναι χρηστικό είναι απλά ένα εργαλείο για να κερδίσει μάχες. Για το ναυτικό έθνος, το πλοίο είναι ιερό η συμβολική του σημασία αντισταθμίζει τη στρατηγική του χρησιμότητα. Μια απεικόνιση αυτής της διχοτόμησης μπορεί να φανεί στις σχετικές δυνάμεις των Περσικών και Ελληνικών ναυτικών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Οι Πέρσες είχαν την ισχυρότερη δύναμη επειδή είχαν περισσότερα και μεγαλύτερα πλοία. Αλλά αυτά τα σκάφη, παρότι εντυπωσιακά ως σύμβολα, δεν είχαν καμιά χρησιμότητα στο είδος του πολέμου που η Ελλάδα είχε επιλέξει να αγωνιστεί.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α. ΠΝ.

liberal.gr

Η Συμφωνία των Πρεσπών από διεθνολογικής απόψεως

0

Δημήτριος Ψωμιάδης

Πολιτικός Επιστήμων,  φοιτητής Msc. International Relations-University of Amsterdam

Εικόνα 1.  Η Μακεδονία του Φιλίππου

Η χρόνια διαμάχη μεταξύ της Ελλάδος και της Π.Γ.Δ.Μ. αποτελούσε ένα από τα ακανθώδη διμερή ζητήματα που δυναμίτιζαν την περιφερειακή σταθερότητα της χερσονήσου του Αίμου.

Καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και οι αιώνες, η αστάθεια και η ανισορροπία, συνέθεταν το βασικότερο χαρακτηριστικό αυτής της νοτιανατολικής πτέρυγας της Ευρώπης. Η επικυριαρχία της Μακεδονίας ήταν από τα βασικά επίδικα της διαμάχης τοπικών και μεγάλων δυνάμεων. Οι νικηφόροι πόλεμοι του 1912-13 επέλυσαν εν πολλοίς και παγίωσαν μια νέα αρχιτεκτονική συνόρων που υπεστήριζε και αντικατόπτριζε μια πραγματικότητα ιστορικής αποδοχής και αλήθειας. Σε γενικές γραμμές η κατάσταση παρέμεινε αναλλοίωτη έως την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού» σοσιαλισμού το 1989-1991. Το τι έγινε από τότε έως τώρα είναι γνωστά και τόνοι μελάνης έχουν χυθεί για την ανάλυση των λαθών και παλινδρομήσεων της ελληνικής πλευράς. Αυτό που ενδιαφέρει το παρόν άρθρο είναι για ποιους λόγους, η Ελλάδα όντας ο ισχυρός παίκτης αναγκάστηκε να ενδώσει και να νομιμοποιήσει τον «μακεδονικό» επεκτατισμό και μια εξόφθαλμη και κατάφωρη παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας.

Είναι σαφές πως η Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ), της οποίας η χώρα είναι μέλος από το 1952, επιζητούσε την ένταξη όλων των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών στους κόλπους της, ώστε να «σφραγίσει» την περιοχή από την ρωσική επιρροή. Είναι ένα ζητούμενο απολύτως ευθυγραμμισμένο και θεμιτό με τα συμφέροντα της ηγέτιδας δύναμης αυτού του συνασπισμού. Μια από αυτές τις χώρες ήτο και η Π.Γ.Δ.Μ. Πως όμως έπρεπε η Ελλάδα να συγκεράσει αυτόν τον στόχο ενώ συγκρουόταν με τα ίδια εθνικά της συμφέροντα; Μέχρι το 2018, απλώς διαπραγματευόταν τους καλύτερους δυνατούς όρους με τον βόρειο γείτονά της, χωρίς βεβαίως κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, λόγω μιας αδιάλλακτης ηγεσίας εκεί. Γιατί η Ελλάδα ανεγνώρισε «μακεδονική» γλώσσα, εθνικότητα και υπαναχώρησε από την απαρέγκλιτη εφαρμογή του erga omnes δεν γνωρίζουμε. Για την απάντηση δυστυχώς έχουμε μόνο ενδείξεις και όχι στοιχεία, οι οποίες εκκινούνται από επίμονες πιέσεις εξωτερικών δυνάμεων έως της σκόπιμης βλάβης των εθνικών συμφερόντων. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα αποκαλύψει την αλήθεια, διότι αν και η ‘‘αλήθεια κρύπτεσθαι φιλεί’’ ουδέν κρυτπόν υπό τον ήλιον. Η υπογραφή και μόνον της Συμφωνίας στο χωριό Ψαράδες, όπου το 1949 ο τότε ηγέτης του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης υπεσχέθη ‘‘την ένωση της Μακεδονίας σε ένα ενιαίο, ανεξάρτητο, ισότιμο μακεδονικό κράτος μέσα στη λαϊκοδημοκρατική ομοσπονδία των βαλκανικών λαών, που είναι η δικαίωση των πολύχρονων αιματηρών αγώνων του”, γεννά πολλές υποψίες.

Κατά την θεωρία του ρεαλισμού τα κράτη επιδιώκουν την επίτευξη των συμφερόντων τους ως την μόνη καθοδηγητική προσταγή στο διεθνές πεδίο. Η Εθνική Ασφάλεια είναι προϋπόθεση για την Ελευθερία και Ανεξαρτησία του. Ένα κράτος για να απολαύει αυτών των αγαθών θέτει σε συνέργεια όλους τους συντελεστές ισχύος του. Επίσης, κατά την θεωρία, το κράτος επιχειρεί να καταστήσει τα ζωτικά του συμφέροντα σεβαστά και κυρίως, εφαρμόσιμα εν σχέσει προς τους άλλους δρώντες του διεθνούς συστήματος. Το μέσον δια του οποίου εξασφαλίζονται τα ανωτέρω είναι η ισχύς, το νόμισμα της διεθνούς πολιτικής. Ποια όμως είναι η οντολογική φύση των διακρατικών σχέσεων. Η σύγχρονη εποχή έθεσε αυτήν την σχέση επί τη βάσει της ισότητας, καλής γειτονίας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Στον αντίποδα, η αρχαία ελληνική θεώρηση, όπως εκφράστηκε από τον Θουκυδίδη ήταν ότι «κατά την ανθρώπινη λογική μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και το αποδέχονται» (Θουκυδίδης, Ε 89). Αναντιλέκτως, αυτή είναι η έσχατη και η στοιχειακή αλήθεια, το μόνο σταθερό και αντλήσιμο δίδαγμα της Ιστορίας. Η συνέχεια ενός έθνους δεν τεκμαίρεται από την καταγωγή μόνο, αλλά κυρίως από πιστή και απαρέγκλιτη τήρηση απεσταγμένων αληθειών τέτοιας φύσεως και διιστορικού βάρους.

Συνεπώς, η Ελλάδα έδρασε ωσάν ο αδύναμος και υποχωρών παίκτης αυτής της διαμάχης. Έτσι θα αποτελεί ένα παράδειγμα-απόκλιση από την ρεαλιστική θεωρία των διεθνών σχέσεων η στάση μας αυτή. Είναι αδήριτη ανάγκη πως τα Σκόπια πρέπει να υπάρχουν ως αναχωματικό κράτος, ενδιάμεσα της υπερφιλόδοξης Αλβανίας και της ιστορικώς εχούσης βλέψεις επί της χώρας, Βουλγαρίας. Είναι προς το ύψιστο συμφέρον της χώρας να διατελεί σε ειρηνικές και ομαλές σχέσεις με την γείτονα. Πως όμως, η Συμφωνία προάγει την ευστάθεια και μακροημέρευση του γειτονικού κράτους; Η ένταξη στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς δεν αποτελεί πανάκεια. Εξάλλου, η ταραγμένη και πολύπλοκη πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί τεκμήριο περί όχι του αντιθέτου αλλά περί μιας απροσδιόριστης δυναμικής με ανοικτό τέλος. Γνωρίζουμε αρτίως πως για να καταστήσει σεβαστή και αξιόπιστη την άποψη και θέση του ένα κράτος πρέπει να διακατέχεται από μια χαλύβδινη πολιτική βούληση, εξυπηρετούσα τους τεθέντες εθνικούς στόχους, μα και ταυτοχρόνως ελαστική ως προς τα διατεθέντα μέσα και μεθόδους.

Η Συμφωνία πλήττει ανεπανόρθωτα την φήμη (reputation) της χώρας, στο επίπεδο της σοβαρότητας και επιμονής της για αποτροπή προς πάσα κατεύθυνση. Διότι τι νόημα έχει να πασχίζεις απορρίπτεις για σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα την μη αποδοχή ενός ψεύδος και μέσα σε ελάχιστο διάστημα να υπαναχωρείς και να αποδέχεσαι με νομικίστικους μανδαρινισμούς αυτά που μέχρι χθες απέρριπτες μετά βδελυγμίας, δηλαδή τον «μακεδονισμό» των Σκοπίων. Πως η Ελλάδα θα συνεχίσει να απορρίπτει τους πάγιους ισχυρισμούς της Τουρκίας, όντας υποχωρούσα έναντι του αδύναμου γειτονικού κρατιδίου; Σε επίπεδο αξιοπιστίας χάσαμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ποια είναι τα οφέλη της χώρας; Μόνο «νεφελοδρόμοι» ισχυρίζονται πως κερδίσαμε την ιστορική ελληνικότητα της Μακεδονίας και αποσοβήσαμε την τουρκική διείσδυση στα Σκόπια.

Ο κ. Μέρτζος αναφέρει πως «Το Μακεδονικό Ζήτημα είναι αμιγώς πολιτικό ζήτημα. Το δημιούργησαν και το αξιοποιούν ξένες ισχυρές Δυνάμεις με πολιτικό σκοπό να ελέγξουν τον κρίσιμο γεωπολιτικό χώρο της Μακεδονίας και τη συνείδηση των Μακεδόνων»  (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Το Μακεδονικό σ. 9).

Έτσι, με την αναγνώριση «μακεδονικής» γλώσσας και ταυτότητας (άρθρο 1 παρ.3 εδ. β΄ και γ΄) και ιδίως με το άρθρο 7 όπου, «Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά», η Ελλάδα νομιμοποιεί την επιτομή του «Μακεδονισμού» των Βουλγάρων και του Τίτο όπως αυτός υπάρχει από τον 19ο αιώνα έως τώρα.

Ας θυμηθούμε τι έγραφε ο τότε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής: «Τέλος, αν τα Σκόπια δεν αποτελούν απειλή αυτή τη στιγμή, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να εγγυηθεί, ιδιαίτερα μέσα στις σημερινές συνθήκες ρευστότητος και αστάθειας, ποιοι συνδυασμοί δυνάμεων θα προκύψουν στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον, στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή. Αν αυτές οι δυνάμεις θελήσουν να χρησιμοποιήσουν και πάλι το “Μακεδονικό”, όπως το έκαναν στο παρελθόν, γιατί η διεθνής κοινότης θα πρέπει να τους έχει δώσει, εκ των προτέρων, έναν τίτλο νομιμότητος για να το πράξουν;»[1]. Μόλο που δεν τους έδωσε αυτόν τον τίτλο η διεθνής κοινότητα αλλά δυστυχώς η ελληνική κυβέρνηση.

Κλείνοντας, το ζήτημα της ονομασίας θέτει ερωτήματα που άπτονται ευρύτερων στοχεύσεων και πορείας της χώρας. Έχει η Ελλάδα στρατηγικό όραμα; Πως αντιλαμβάνεται και τον εαυτό της εντός του νέου διεθνούς συστήματος και πως φιλοδοξεί να διαδραματίσει ρόλο; Αυτά είναι τα μείζονα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντήσει η χώρα αν επιζητεί την συνέχιση της πορείας της στο διάβα του 21ου αιώνος. Έχω την γνώμη πως οι κρατούντες στερούνται όχι μόνο οράματος αλλά και στοιχειώδους γνώσης του διεθνούς περιβάλλοντος. Αυτή η συμφωνία ήταν όχι προϊόν επεξεργασίας στοχεύουσας στην εθνική ασφάλεια, παρά μάλλον ένα κέλευσμα επιτέλεσης αλλότριων συμφερόντων, έτι περαιτέρω δεν εξυπηρετεί κάποιον εσωτερικής πολιτικής φύσεως σκοπό εφ’ όσον η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών είναι αντίθετη, αλλά ούτε και εξωτερικής φύσεως απ’ την στιγμή που δεν συνάδει με τα καλώς εννοούμενα εθνικά συμφέροντα.

Η Συμφωνία των Πρεσπών θα καταστεί προάγγελος δεινών στο εγγύτατο κιόλας μέλλον, «ἥδε ἡ ἡμέρα τοῖς Ἕλλησι μεγάλων κακῶν ἄρξει.» (Θουκυδίδης, 2.12.4).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  1. [1] Αρχείο Κων/νου Καραμανλή, τομ. 12ος, σελ. 618, και 625-626. (10/4/1991)

 

Ελλάδα και ΠΓΔΜ απέναντι στο μέλλον

0
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ  

Η συμφωνία των Πρεσπών θα ενεργοποιηθεί πλήρως όταν ολοκληρωθεί η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως Βόρεια Μακεδονία. Η διαδικασία θα πρέπει να εγκριθεί από τα 29 Κοινοβούλια των χωρών-μελών της Συμμαχίας. Ο χρόνος που απαιτείται μπορεί να υπερβεί το ένα έτος.

Η συμφωνία των Πρεσπών η οποία πέρασε πρόσφατα από την ελληνική Βουλή θέτει σε κίνηση μεταβολές που θα επηρεάσουν καθοριστικά το μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών. Μέσα σε ερωτήσεις και απαντήσεις η «Κ» σκιαγραφεί –με διαφορετική οπτική γωνία– τα υπέρ και τα κατά της συμφωνίας, καθώς και τα πιο κρίσιμα ζητήματα για την υλοποίησή της που θα μας απασχολήσουν στα επόμενα χρόνια  και από τα οποία θα εξαρτηθεί το πρόσημο των ιστορικών εξελίξεων.

1. Πώς σχετίζεται η συμφωνία με την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ;

Η συμφωνία των Πρεσπών θα ενεργοποιηθεί πλήρως όταν ολοκληρωθεί η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως Βόρεια Μακεδονία. Μετά την κύρωση από την ελληνική Βουλή που έγινε στις 25 Ιανουαρίου, η γειτονική χώρα θα λάβει άμεσα πρόσκληση συμμετοχής στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και θα κληθεί να υπογράψει το πρωτόκολλο ένταξης με το νέο της όνομα. Ωστόσο, η διαδικασία ένταξης θα πρέπει να εγκριθεί από τα 29 Κοινοβούλια των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού. Ο χρόνος που απαιτείται μπορεί να υπερβεί το ένα έτος, αν κρίνουμε από τη διαδικασία ένταξης στο ΝΑΤΟ του Μαυροβουνίου που έγινε το 2017.

2. Μπορεί να καταργηθεί η συμφωνία έπειτα από βέτο της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ;

Η συμφωνία δεν τελεί υπό την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της συμφωνίας, το Συμβούλιο Ασφαλείας απλά «χαιρετίζει» την επίτευξή της. Στη συνέχεια η συμφωνία γνωστοποιείται στον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Επομένως, δεν υπάρχει τρόπος άσκησης βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας με το οποίο θα μπορούσε η Ρωσία να προκαλέσει την ακύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών.

3. Μπορεί να καταργήσει τη συμφωνία μία μελλοντική κυβέρνηση;

Μια διαδικασία ανάλογη με την παρεμπόδιση ένταξης στο ΝΑΤΟ (με την απειλή βέτο) του 2008 δεν μπορεί να επαναληφθεί. Το ελληνικό Κοινοβούλιο έχει κυρώσει τη συμφωνία των Πρεσπών, επιβεβαιώνοντας ότι εκλείπει πλέον η μοναδική αιτία της ελληνικής άρνησης του 2008, η οποία ήταν η μη συμφωνία για την ονομασία της γείτονος. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της συμφωνίας, η Ελλάδα έχει δεσμευθεί «να μην αντιταχθεί στην υποψηφιότητα ή στην ένταξη της χώρας σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς Οργανισμούς και θεσμούς, όπου η Ελλάδα είναι μέλος». Επιπλέον, στο άρθρο 20 παρ. 9 καθίσταται σαφές ότι «οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας είναι αμετάκλητες». Ωστόσο, η Ελλάδα μπορεί να θέσει όρους και προϋποθέσεις για την πρόοδο στα 35 κεφάλαια της ενταξιακής διαδικασίας, αλλά η ίδια η συμφωνία εμποδίζει την Ελλάδα από την άσκηση βέτο. Παράλληλα, η διαδικασία παρακολούθησης της προόδου της ενταξιακής διαδικασίας κάθε χώρας, δίνει στα κράτη-μέλη, περιλαμβανομένης, φυσικά, της Ελλάδας, σημαντικά εργαλεία. Ως προς την ένταξη στην Ε.Ε. δεν έχουν αρθεί οι αντιρρήσεις της Γαλλίας και της Ολλανδίας για τη χορήγηση ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Παρ’ όλα αυτά, η ενταξιακή διαδικασία αναμένεται να ξεκινήσει είτε τον Ιούνιο είτε τον Δεκέμβριο και να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Η ενδεικτική χρονολογία ένταξης που έχει δοθεί σε ΠΓΔΜ και Αλβανία (είναι μαζί υποψήφιες) είναι το 2025.

4. Ποιο είναι το όφελος για την Ελλάδα;

Οσοι εκτιμούν ότι η συμφωνία είναι επωφελής για τα εθνικά συμφέροντα επικεντρώνονται στην εκτόνωση ενός εθνικού προβλήματος που δέσμευσε την ελληνική εξωτερική πολιτική για 27 χρόνια. Στην Ελλάδα πιστώνεται καθοριστική συμβολή για την ενίσχυση της Δύσης στα Βαλκάνια, καθώς η ένταξη της ΠΓΔΜ στους δυτικούς θεσμούς ισοδυναμεί με την ανάσχεση της ρωσικής (αλλά και της τουρκικής) επιρροής. Ισως το πιο ουσιώδες όφελος είναι ότι η Ελλάδα επέβαλε θεμελιώδεις αξιώσεις της, όπως να αποδεχθεί η γείτονα σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, κάτι που στοιχειοθετεί την ελληνική «εθνική γραμμή» ήδη από το 2008. Επιπλέον, η Ελλάδα πέτυχε μεταβολές στο σύνταγμα της ΠΓΔΜ με τις οποίες απαλείφθηκαν αλυτρωτικά χαρακτηριστικά. Κατέστη σαφής η διάκριση της αρχαίας ιστορίας της ελληνικής Μακεδονίας και της ιστορίας της Βόρειας Μακεδονίας – όσο κι αν οι γνώστες τονίζουν ότι ο σφετερισμός της αρχαίας μακεδονικής ιστορίας είχε ήδη εγκαταλειφθεί, καθώς ήταν απλώς ένα «τέχνασμα» της εποχής Γκρούεφσκι. Επίσης, η γλώσσα των κατοίκων της Βόρειας Μακεδονίας μπορεί να κατακυρώθηκε ως «μακεδονική», κάτι που θεωρείται παραχώρηση της Αθήνας προς τα Σκόπια χάρη στην οποία έλαβε ως «αντάλλαγμα» τη σύνθετη ονομασία και τη χρήση της εντός και εκτός της χώρας σε όλα τα επίσημα έγγραφα (erga omnes), αλλά από την άλλη, η Ελλάδα «κέρδισε» τη διευκρίνιση ότι η γλώσσα αυτή ανήκει στην οικογένεια των νοτίων σλαβικών γλωσσών (άρθρο 7, παρ.4).

5. Θα γίνουν αλλαγές στα σχολικά βιβλία; Θα απαγορευθεί η εκτέλεση του «Μακεδονία Ξακουστή» στις παρελάσεις ως «πράξη αλυτρωτισμού»;

Η Μεικτή Διεπιστημονική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Ελλάδος – ΠΓΔΜ πρόκειται να συνεδριάσει για δεύτερη φορά εντός του Φεβρουαρίου. Μέλη της επιτροπής διαβεβαιώνουν ότι αλλαγές θα γίνουν μόνον στα βιβλία της γείτονος με την απάλειψη αλυτρωτικών αναφορών. Οι αναφορές των ελληνικών σχολικών βιβλίων για τον Μακεδονικό Αγώνα δεν θα αλλάξουν, καθώς συνάδουν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τη διαχείριση ανάλογων ζητημάτων. Ωστόσο, πολλοί τηρούν στάση αναμονής ώς τις τελικές αποφάσεις. Σε ό,τι αφορά τη «Μακεδονία Ξακουστή», η συμφωνία εξισώνει την Ελλάδα και τη Β. Μακεδονία ως προς την υποχρέωση αποφυγής πράξεων αλυτρωτισμού (άρθρο 4 και 6). Στο πλαίσιο αυτό μπορεί η «Μακεδονία Ξακουστή» να μην απαγορευθεί ρητά, ωστόσο η εκτέλεσή της μπορεί να ερμηνευθεί ως «πράξη αλυτρωτισμού» και γι’ αυτό δεν θα ενθαρρύνεται.

6. Ανοίγονται νέες οικονομικές δυνατότητες για την Ελλάδα;

Η πλήρης ομαλοποίηση των σχέσεων με τα Σκόπια ανοίγει νέες ευκαιρίες οικονομικής δραστηριοποίησης για την Ελλάδα, όχι μόνο στη ΠΓΔΜ, αλλά συνολικά στα Βαλκάνια. Η Βόρεια Ελλάδα αναμένεται να ωφεληθεί οικονομικά καθώς θα δεσπόζει σε σειρά από πρωτοβουλίες με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Οπως αναφέρεται στο άρθρο 12, οι δύο χώρες συμφωνούν να ενισχύσουν περαιτέρω τις διμερείς σχέσεις τους και γι’ αυτό «θα θεσπίσουν Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ) των κυβερνήσεών τους με επικεφαλής τους πρωθυπουργούς τους». Παράλληλα, το άρθρο 14 προβλέπει τη σύσταση Κοινής Υπουργικής Επιτροπής (ΚΥΕ), η οποία θα προωθήσει τη συνεργασία σε ολόκληρο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας, από την ενέργεια, τον τουρισμό και τις μεταφορές, ώς τις τηλεπικοινωνίες, το εμπόριο και τον γεωργικό τομέα.

7. Ποιο είναι το κόστος για την Ελλάδα;

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε διαμορφώσει από το 2008 την εθνική γραμμή περί σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει παραμείνει στην εθνική γραμμή που προέκυψε από το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών του 1992, βάσει της οποίας δεν θα γινόταν δεκτό οποιοδήποτε όνομα που θα περιείχε τη λέξη «Μακεδονία». Η δεύτερη υποχώρηση είναι ότι αποδεχθήκαμε την ονομασία «μακεδονική» για τη σλαβική διάλεκτο την οποία ομιλούν οι γείτονες και ταυτόχρονα επιτρέψαμε την ενσωμάτωση στη συμφωνία του αμφίσημου αγγλικού όρου «nationality» που μεταφράζεται ταυτόχρονα ως «εθνότητα» και ως «ιθαγένεια». Η αμφισημία αυτή θεωρείται ότι ισοδυναμεί με την ελληνική αποδοχή ότι οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ αποτελούν «μακεδονική εθνότητα». Οσο κι αν η «μακεδονικότητα» προκαλεί τη δυσαρέσκεια της αλβανικής μειονότητας της γείτονος (που αυτοπροσδιορίζεται ως «αλβανική»), είναι ένα στοιχείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι τροφοδοτεί τον αλυτρωτισμό. Σημαντικό κόστος για την Ελλάδα είναι το γεγονός ότι καλλιεργήθηκε η εντύπωση μιας λύσης που επιβλήθηκε έξωθεν. Διαλύθηκε ο κυβερνητικός συνασπισμός ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και η χώρα κυβερνάται από κυβέρνηση μειοψηφίας. Θα πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η χρήση του ονόματος εντός και εκτός της χώρας (erga omnes) θα ενεργοποιηθεί πλήρως όταν ολοκληρωθεί η ένταξη στην Ε.Ε. και όχι νωρίτερα.

8. Γιατί η εθνότητα και η γλώσσα θεωρούνται σημαντικές «υποχωρήσεις»;

Οσο και αν διαχωρίζεται η ιστορική κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας που είναι ελληνική με την ιστορία της γεωγραφικής περιοχής που βρίσκεται βόρεια της ελληνικής Μακεδονίας, η εθνότητα και η γλώσσα φαίνεται ότι κατοχυρώνουν τη συμμετοχή των σλαβόφωνων στην έννοια της μακεδονικής πατρίδας. Θεμελιώνεται δηλαδή και επισήμως, τόσο με τη γλώσσα («Μακεδονική») όσο και με την ιθαγένεια/εθνότητα («Μακεδονική») ότι η Μακεδονία δεν είναι μόνο ελληνική. Είναι πολυεθνική. Παρά τους ισχυρισμούς ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε τη μακεδονική γλώσσα το 1977 στο πλαίσιο Διάσκεψης του ΟΗΕ, η πραγματικότητα είναι ότι τότε αναγνωρίστηκε μόνον το «μακεδονικό-κυριλλικό αλφάβητο». Αλλωστε, αν είχε αναγνωριστεί «μακεδονική γλώσσα» το 1977 δεν θα παρέμενε κρίσιμο σημείο διαφωνίας από το 1992 ώς σήμερα. Τέλος, όσοι διαφωνούν και με τη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό (εμμένοντας στην εθνική γραμμή του 1992) υπογραμμίζουν ότι πέρα από τη γλώσσα και την εθνότητα, ο όρος «Μακεδονία» στην κρατική ονομασία επισφραγίζει τη «μακεδονικότητα» που επίμονα διεκδικούσαν τα Σκόπια.

9. Αντιμετωπίζεται πραγματικά ο αλυτρωτισμός;

Οι αισιόδοξοι τονίζουν ότι η αναμενόμενη διεύρυνση των ελληνικών συμμετοχών στην οικονομία της γείτονος προβλέπεται ότι θα αποδυναμώσει τα ρεύματα αλυτρωτισμού. Από την άλλη πλευρά, οι σκεπτικιστές προειδοποιούν ότι η ελληνική αναγνώριση της «μακεδονικότητας» των Σκοπίων αποτελεί εξέλιξη-σταθμό στην κυοφορία του αλυτρωτισμού και στην περαιτέρω εδραίωση του εθνικού ιδεολογήματος των Σλαβομακεδόνων, που είναι το ιδεολόγημα του μακεδονισμού και διαμορφώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με αυτό, η «Μακεδονία του Αιγαίου» βρίσκεται υπό ελληνική κατοχή και η «Μακεδονία του Πιρίν» υπό βουλγαρική κατοχή. Η «Μακεδονία του Βαρδάρη» κατόρθωσε να απελευθερωθεί και να συσταθεί ως ανεξάρτητο κράτος (ΠΓΔΜ) μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Ιστορία είναι ζώσα στο παρόν και επηρεάζει διαρκώς το μέλλον. Η Ιστορία έχει καταγράψει ότι η σύσταση ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους ήταν ο στόχος των Σλαβομακεδόνων που αποτέλεσαν υπολογίσιμο τμήμα των δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Η ήττα ματαίωσε το σχέδιο για μια ενιαία Μακεδονία που θα έφτανε ώς το Αιγαίο και ήταν το αντάλλαγμα για την υποστήριξη των Σλαβομακεδόνων στον αγώνα των Ελλήνων κομμουνιστών. Η εξέλιξη αυτή εξανάγκασε πολλούς Σλαβομακεδόνες σε φυγή από τη Βόρειο Ελλάδα. Οι αισιόδοξοι, πάντως, επιμένουν ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και δεν μπορεί εσαεί να δεσμεύουν το μέλλον.

10. Πώς θα μπορούσε να απειλήσει την Ελλάδα η τελική μετονομασία της ΠΓΔΜ σε Βόρεια Μακεδονία;

Ο ιστορικός χρόνος δεν γίνεται αισθητός με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη ζωή, δηλαδή τα ορατά επόμενα χρόνια. Μέσα στα επόμενα χρόνια η Ελλάδα όχι μόνο δεν απειλείται, αλλά ενισχύεται από την εδραίωση της σταθερότητας στα Βαλκάνια. Ομως, η αναγνώριση «μακεδονικής ταυτότητας» μπορεί να ισοδυναμεί με σπορά μέσα στον ιστορικό χρόνο, διότι το κράτος αυτό αποκτά την ιδιότητα ενός αυτόνομου εκφραστή της μακεδονικής ταυτότητας. Σε μια μελλοντική γεωπολιτική συγκυρία έπειτα από 30, 40 ή 50 χρόνια, ενδέχεται οι μεγάλες δυνάμεις, με αφετηρία τη «Βόρεια Μακεδονία» να υποστηρίξουν τη δημιουργία ενός ενιαίου πολυεθνικού-ομοσπονδιακού μακεδονικού κράτους –εντός ή εκτός του πλαισίου της Ε.Ε.– που θα συσταθεί ως «σφήνα» στα Βαλκάνια. Αυτοί οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί είναι η αιτία που η Βουλγαρία αντιμετώπισε με επιφύλαξη τη συμφωνία των Πρεσπών. Στο κοντινό μέλλον η Αθήνα ίσως εξαναγκαστεί να αναγνωρίσει ως «μακεδονική μειονότητα» άτομα σλαβομακεδονικής καταγωγής που ζουν στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 2005 για «παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δικαστική ακρόαση και του δικαιώματος στη σύσταση σωματείου και συνεταιρισμού», έπειτα από προσφυγή του «Ουράνιου Τόξου». Η ελευθερία μετακινήσεων εντός της Ε.Ε. μπορεί είτε να συμβάλει στη μεγέθυνση της ελληνικής παρουσίας και επιρροής στα Σκόπια είτε να οδηγήσει στην ενίσχυση του σλαβομακεδονικού στοιχείου στη Βόρειο Ελλάδα.

Τι θα συμβεί με τις εμπορικές ονομασίες και τα σήματα

11. Πώς θα διευθετηθούν τα μακεδονικά εμπορικά σήματα;

Ο τίτλος «Μακεδονία» και τα παράγωγά της χρησιμοποιούνται στην επωνυμία 182 ελληνικών επιχειρήσεων όλων των κλάδων και 39 επιχειρήσεων που ανήκουν στον αγροτικό και διατροφικό κλάδο, ενώ πάνω από 4.000 είναι οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τον όρο για κάποιο από τα προϊόντα τους. Είναι σαφές ότι οι επιχειρηματίες της ΠΓΔΜ – Βόρειας Μακεδονίας αποκτούν πλέον το δικαίωμα χρήσης του ονόματος. Γι’ αυτό ακριβώς θα πρέπει να υπάρξει εποικοδομητικός διάλογος και να συμφωνηθούν οι απαραίτητες ρυθμίσεις. Καθώς επικρατεί αυξημένη ασάφεια για σειρά από κρίσιμες λεπτομέρειες, η καλύτερη συμβουλή που δίδεται από τους ειδικούς στους Ελληνες επιχειρηματίες είναι να σπεύσουν να κατοχυρώσουν τα σήματα και τις επωνυμίες τους ακολουθώντας τις ήδη υπάρχουσες ευρωπαϊκές και διεθνείς διαδικασίες. Τα Επιμελητήρια της Βορείου Ελλάδος έχουν ήδη ενεργοποιηθεί και προσφέρουν νομική και συμβουλευτική αρωγή. Επισημαίνεται, πάντως, ότι τα Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και τα Προϊόντα Γεωγραφικής Ενδειξης (ΠΓΕ) είναι «στέρεα». Οι επωνυμίες τους θεωρούνται μη αμφισβητούμενες, αφού έχουν προσδιοριστεί μέσα από τη συμμόρφωση με προβλέψεις, όρους και αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η συμφωνία των Πρεσπών περιέχει μία κρίσιμη πρόβλεψη για το ζήτημα αυτό. Στο άρθρο 1 παρ. 3θ αναφέρεται πως σε ό,τι αφορά «τα εμπορικά σήματα και τις επωνυμίες (trademarks και brand names)», οι δύο χώρες «συμφωνούν να υποστηρίξουν και να ενθαρρύνουν τις επιχειρηματικές κοινότητές τους να θεσμοθετήσουν έναν ειλικρινή, δομημένο και με καλή πίστη διάλογο, στο πλαίσιο του οποίου θα επιδιώξουν και θα βρουν αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις στα θέματα που πηγάζουν από τις εμπορικές ονομασίες (commercial names), τα εμπορικά σήματα και τις επωνυμίες (trademarks και brand names) και όλα τα σχετικά ζητήματα σε διμερές και διεθνές επίπεδο». Προβλέπεται από τη συμφωνία η δημιουργία διεθνούς ομάδας ειδικών μέσα στο 2019, η οποία θα στελεχώνεται από εκπροσώπους των δύο κρατών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ οι εργασίες της θα ολοκληρωθούν εντός τριών ετών – δηλαδή ώς το 2022. Η πρόβλεψη αυτή ενδεχομένως σημαίνει ότι πολλά θέματα επωνυμιών και σημάτων θα αντιμετωπιστούν από μηδενική βάση. Ακόμα κι αν αυτό ισχύει, νομικοί με τους οποίους μίλησε η «Κ» τονίζουν ότι οι επιχειρηματίες που θα έχουν προνοήσει να εξασφαλίσουν ισχυρή κατοχύρωση των εμπορικών σημάτων και των επωνυμιών τους, θα έχουν ισχυρότερη προστασία, όποιες κι αν είναι οι τελικές αποφάσεις της διεθνούς ομάδας ειδικών.

“Καθημερινή”

Πώς η Νότια Αμερική παρέδωσε το πεδίο για την Βενεζουέλα

0
Εξωτερικές δυνάμεις θα αποφασίσουν το αποτέλεσμα στο Καράκας
Ο Βενεζουελάνος πρόεδρος, Nicolás Maduro, συναντάται με στρατιώτες στο Καράκας, τον Ιανουάριο του 2019. REUTERS.
Περίληψη:

Ο Maduro και ο νεαρός αμφισβητίας του γνωρίζουν ότι παρόλο που οι ένοπλες δυνάμεις θα είναι ο αποφασιστικός εγχώριος παίκτης, οι μόνοι εξωτερικοί δρώντες που έχουν πραγματικά σημασία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα και, σε μικρότερο βαθμό, η Κούβα και η Ρωσία.

Ο OLIVER STUENKEL είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Ίδρυμα Getulio Vargas, στην Βραζιλία.

Την περασμένη εβδομάδα, ο νεαρός ηγέτης της αντιπολίτευσης στην Βενεζουέλα, Juan Guaidó, αυτοανακηρύχθηκε προσωρινός πρόεδρος [1] ισχυριζόμενος ότι ο σημερινός πρόεδρος της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, είχε χάσει το δικαίωμά του να κυβερνά με το να νοθεύσει τις εκλογές τον Μάιο του 2018. Λίγο αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, και οι περισσότερες άλλες κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής (με εξαίρεση την Βολιβία, την Γουιάνα, το Σουρινάμ και την Ουρουγουάη) αναγνώρισαν τον Guaidó ως νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας.

Η απόφαση της πλειοψηφίας των κυβερνήσεων της Νότιας Αμερικής να υποστηρίξουν τον Guaidó χαιρετήθηκε από πολλούς ως ένα κρίσιμο βήμα προς τα εμπρός για την αντιμετώπιση του αυταρχισμού του Maduro [2]. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η Νότια Αμερική δεν παίζει πλέον σημαντικό ρόλο στην κρίση της Βενεζουέλας. Ο Maduro και ο νεαρός αμφισβητίας του γνωρίζουν ότι παρόλο που οι ένοπλες δυνάμεις θα είναι ο αποφασιστικός εγχώριος παίκτης, οι μόνοι εξωτερικοί δρώντες που έχουν πραγματικά σημασία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα και, σε μικρότερο βαθμό, η Κούβα και η Ρωσία.

01022019-1.jpg

Ο Βενεζουελάνος πρόεδρος, Nicolás Maduro, συναντάται με στρατιώτες στο Καράκας, τον Ιανουάριο του 2019. REUTERS
————————————————————

Πρόκειται για μια ταπεινωτική σειρά γεγονότων για τις κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής, οι οποίες από την εποχή της μετάβασης της περιοχής στην δημοκρατία την δεκαετία του 1980 έχουν καταστήσει πρωταρχικό στόχο εξωτερικής πολιτικής τους τον περιορισμό των παρεμβάσεων από το εξωτερικό. Ειδικότερα για την Βραζιλία, μια τέτοια ανικανότητα απέναντι σε μια γεωπολιτική κρίση στα σύνορά της, συμβολίζει την δραματική αποτυχία δεκαετιών βραζιλιάνικης εξωτερικής πολιτικής, με την οποία η Μπραζίλια επεδίωκε να καταστεί ο διπλωματικός και πολιτικός ηγέτης της περιοχής. Όπως δείχνει η κρίση στην Βενεζουέλα, η Νότια Αμερική είναι και πάλι η παιδική χαρά των ξένων δυνάμεων.

ΠΩΣ ΦΘΑΣΑΜΕ ΕΔΩ

Η Νότια Αμερική έχει μια μακρά και ταραγμένη ιστορία ξένων παρεμβάσεων –καθ’ όλη την διάρκεια του εικοστού αιώνα, εξωτερικές δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριζαν πραξικοπήματα και στρατιωτικές δικτατορίες σε ολόκληρη την ήπειρο επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα εξωτερικής πολιτικής. Από τη μετάβαση της περιοχής στην δημοκρατία την δεκαετία του 1980, οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να προστατεύσουν τόσο την κυριαρχία τους όσο και την δημοκρατία τους, αναπτύσσοντας ενδοπεριφερειακούς μηχανισμούς για να αντιμετωπίσουν τις μείζονες ιστορικές προκλήσεις της Νότιας Αμερικής: Την δημοκρατική οπισθοδρόμηση και τις πολιτικές κρίσεις που συχνά προέρχονται από αυτήν. Αυτοί οι μηχανισμοί περιλάμβαναν τις αποκαλούμενες δημοκρατικές ρήτρες -κοινές δεσμεύσεις για την τιμωρία των κυβερνήσεων που παραβιάζουν τους δημοκρατικούς κανόνες- όπως ο Διαμερικανικός Δημοκρατικός Χάρτης του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών ή το Πρωτόκολλο της Ushuaia από την κοινή αγορά της Νότιας Κοινής Αγοράς (Mercosur). Περιέλαβαν επίσης την χρήση συγκεκριμένων μέτρων, όπως η αναστολή [της συμμετοχής] από περιφερειακές οργανώσεις όπως η Mercosur, ως απάντηση σε δημοκρατικές ρήξεις. Οι κυβερνήσεις στην περιοχή απέτυχαν να αποτρέψουν ορισμένες περιπτώσεις δημοκρατικής οπισθοδρόμησης – ο πρόεδρος της Ονδούρας, Manuel Zelaya, για παράδειγμα, ανατράπηκε με πραξικόπημα το 2009 και ο Παραγουανός πρόεδρος Fernando Lugo εκδιώχθηκε με μια αμφισβητούμενη μομφή το 2012. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτές οι χώρες υπέστησαν προσωρινή διπλωματική απομόνωση ως απάντηση σε αυτό που οι περιφερειακοί ηγέτες έκριναν ότι ήταν ένα ρήγμα από την κανονική συνταγματική πρακτική.

Η Βραζιλία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό και την επιβολή αυτών των κανόνων –ως τμήμα μιας συνειδητής προσπάθειας των δημοκρατικών ηγετών της χώρας να τοποθετήσουν την Βραζιλία ως τον σημαντικότερο διπλωματικό παίκτη στη Νότια Αμερική και να εμπλακούν ενεργά σε στιγμές περιφερειακής κρίσης. Το 1996, η Βραζιλία βοήθησε να πείσει έναν πεινασμένο για εξουσία στρατηγό της Παραγουάης, τον Lino Oviedo, να μην πραγματοποιήσει πραξικόπημα εναντίον του προέδρου Juan Carlos Wasmosy, του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου πολιτικού της χώρας εδώ και δεκαετίες. Τρία χρόνια αργότερα, βοήθησε και πάλι στην επίλυση μιας πολιτικής κρίσης στην Παραγουάη, αυτή την φορά με την χορήγηση ασύλου (και την οργάνωση της ταχείας αποχώρησης) του πολιορκούμενου προέδρου Raúl Cubas Grau. Και μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του προέδρου της Βενεζουέλας, Hugo Chávez, το 2002, η Βραζιλία οργάνωσε την ομάδα «Φίλοι της Βενεζουέλας», η οποία περιελάμβανε τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Πορτογαλία και την Ισπανία μαζί με κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, για να μεσολαβήσουν μεταξύ του καταπολεμούμενου προέδρου και της αντιπολίτευσης.

Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες για την προστασία της δημοκρατίας στην ήπειρο, αποδείχθηκε ότι δεν ταιριάζουν με τον Τσάβες. Ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας κατανόησε έντονα ότι οι μηχανισμοί που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες σχεδιάστηκαν για να αποτρέψουν ανοιχτές πολιτικές ρήξεις, όπως τα πραξικοπήματα, αντί να σταματούν μια εκλεγμένη κυβέρνηση από το να λαμβάνει σταδιακά μέτρα για να υπονομεύσει την δημοκρατία. Ο Chávez προχώρησε την υπόθεσή του υπογράφοντας σκοτεινές πετρελαϊκές συμφωνίες με πολλές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων της Αργεντινής, της Βολιβίας και αρκετών χωρών στην Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική, και παρέχοντας επικερδείς αλλά εξίσου αδιαφανείς συμβάσεις [κατασκευής] υποδομών σε επιχειρήσεις της Βραζιλίας. Οι αριστερές κυβερνήσεις στο Μπουένος Άιρες και στη Μπραζίλια είχαν κάποιο βαθμό ιδεολογικής συμπάθειας προς τον Τσάβες, αλλά ήταν πάνω απ’ όλα η πετρελαϊκή διπλωματία του προέδρου της Βενεζουέλας και η καλοπροαίρετη μεταχείριση των βραζιλιάνικων εταιρειών που τον κράτησαν στην καλή πλευρά των άλλων κυβερνήσεων. Πράγματι, η Αργεντινή και η Βραζιλία έγιναν υποστηρικτές του Chávez κατά την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα, προστατεύοντάς τον από διεθνείς πιέσεις ενώ έλεγαν στους διπλωμάτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού ότι ήταν σε θέση να ελέγξουν τα γεγονότα στο Καράκας.

Ειδικότερα για την Βραζιλία, οι πρόσφατες εγχώριες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις μείωσαν περαιτέρω την επιρροή της χώρας στην Βενεζουέλα. Από το 2013 -το έτος που ο Maduro ανέλαβε την προεδρία της Βενεζουέλας μετά τον θάνατο του Τσάβεζ λόγω καρκίνου- διαδοχικές κυβερνήσεις της Βραζιλίας, κουρασμένες από την ύφεση και μετά από το ξέσπασμα ενός μεγάλου σκανδάλου διαφθοράς, μείωσαν το αποτύπωμα της εξωτερικής πολιτικής της Μπραζίλια, αφήνοντας την περιοχή εν πολλοίς χωρίς πηδάλιο και επιτρέποντας στην κρίση της Βενεζουέλας να κακοφορμίσει. Εν τω μεταξύ, υψηλόβαθμοι διπλωμάτες σε όλη τη Νότια Αμερική ιδιωτικά έχουν παραδεχτεί σε εμένα ότι η Βενεζουέλα αναπόφευκτα θα κατέρρεε και ότι η πολιτική κατάσταση εκεί είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση δεν θα ήταν παρά κάτι λίγο περισσότερο από προσπάθειες βιτρίνας. Παρόλο που είχαν δίκιο ότι οποιαδήποτε ενέργεια μετά το 2013 πιθανότατα θα ήταν κάτι «πολύ λίγο, πολύ αργά», τόσο η Αργεντινή όσο και η Βραζιλία θα μπορούσαν να έχουν κάνει πολύ περισσότερα κατά τα χρόνια του Τσάβεζ για να πιέσουν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας να σεβαστεί τα βασικά δημοκρατικά πρότυπα –για παράδειγμα, κάνοντας την προσχώρηση της Βενεζουέλας στην Mercosur το 2012 να είναι υπό τον όρο του σεβασμού της δημοκρατίας.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΛΟΚΕΣ

Σήμερα, η Νότια Αμερική πληρώνει το τίμημα για την δραματική αποτυχία της να δράσει στην Βενεζουέλα. Μετά από δύο δεκαετίες κατά τις οποίες οι κυβερνήσεις της ηπείρου προσπάθησαν να μειώσουν την επιρροή των εξωτερικών δρώντων, οι τέσσερις πιο σημαίνουσες χώρες στην Βενεζουέλα είναι, κατά σειράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία και η Κούβα. Άλλα κράτη της περιοχής έχουν περιορισμένη μόνο δυνατότητα να διαμορφώσουν τα γεγονότα στο Καράκας. Αυτό προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία δεδομένου ότι η μετανάστευση από την Βενεζουέλα προκαλεί ήδη ένταση σε γείτονες όπως η Βραζιλία και η Κολομβία. Η συνέχιση -ή η εντατικοποίηση- της κρίσης θα έχει μεταδοτικά φαινόμενα κατά τα επόμενα χρόνια.

Παρά τις πρόσφατες πολιτικές αλλαγές -που συμβολίζονται από την εκλογή του προέδρου Jair Bolsonaro στην Βραζιλία- και μια ανανεωμένη αποφασιστικότητα σε ολόκληρη την περιοχή για την αντιμετώπιση της κρίσης της Βενεζουέλας, οι κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής θα έχουν ελάχιστο λόγο για την επίλυσή τους. Η Κολομβία ίσως να συναινέσει να φιλοξενήσει στρατεύματα των ΗΠΑ [3], αλλά καμία χώρα στην περιοχή δεν είναι πρόθυμη να αντιμετωπίσει άμεσες παρεμβάσεις. Ο Μπολσονάρο, για παράδειγμα, φαίνεται θερμός στο να υποστηρίξει ρητορικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτό είναι απίθανο να φτάσει μέχρι την πρακτική βοήθεια. Ο στρατός της Βραζιλίας δεν θα συμφωνήσει να βάλει στρατιώτες του στο έδαφος της Βενεζουέλας, κάτι που ακόμη και φιλο-αμερικανικές κυβερνήσεις στην περιοχή θα θεωρούσαν ως επικίνδυνο προηγούμενο. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις είναι απίθανο να υπερβούν τα διπλωματικά μέτρα, όπως η αναγνώριση του Guaidó, τα οποία έχουν ήδη υιοθετήσει.

01022019-2.jpg

Ο αυτοαποκαλούμενος προσωρινός πρόεδρος της Βενεζουέλας, Juan Guaidó, με την σύζυγό του, Fabiana Rosales, σε μαζική εκδήλωση στο Καράκας, τον Ιανουάριο του 2019. CARLOS GARCIA RAWLINS / REUTERS
——————————————————-

Ακόμη και αν καταρρεύσει η κυβέρνηση Maduro, τα επόμενα γεγονότα στο Καράκας θα διαμορφωθούν στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο, χάρη στην οικονομική σημασία της τελευταίας για την Βενεζουέλα. (Οι σχέσεις της Μόσχας και της Αβάνας με την Βενεζουέλα είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτικές και θα συρρικνωθούν αν ο Maduro εγκαταλείψει το αξίωμα). Ο διάδοχος του Maduro θα πρέπει να υπογράψει τεράστιες συμφωνίες με Δυτικές και κινεζικές αναπτυξιακές τράπεζες για να ξεκινήσει την ανασυγκρότηση της χώρας -μια οδυνηρή διαδικασία που πιθανόν θα διαρκέσει δεκαετίες. Πράγματι, πολλά από τα προβλήματα της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένης της ακραίας ανισότητας και της εξάρτησης από τα έσοδα από το πετρέλαιο, προηγούνται της ανόδου του Τσάβες [στην εξουσία] και καμία μελλοντική κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να τα λύσει εύκολα. Η ανάκαμψη σε οτιδήποτε μοιάζει με προ της κρίσης επίπεδα είναι πιθανό να διαρκέσει πολλά χρόνια, απαιτώντας συνεχή προσοχή και βοήθεια από τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας.

Οι πιο πιθανοί υποψήφιοι για περιφερειακή ηγεσία, εν τω μεταξύ, είναι απίθανο να προσφέρουν πολλά. Ο πρόεδρος της Αργεντινής, Mauricio Macri, είναι αδύναμος εξαιτίας μιας οικονομίας που παλεύει και ενός εξαντλητικού αγώνα επανεκλογής, ενώ ο Bolsonaro πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να διορθώσει τα εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της Βραζιλίας προτού να μπορέσει να αναλάβει ενεργό ρόλο στο εξωτερικό. Ακόμη και η Κολομβία, ένας στενός σύμμαχος των ΗΠΑ και γείτονας της Βενεζουέλας, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές εγχώριες προκλήσεις -συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης να ενσωματώσει περίπου ένα εκατομμύριο μετανάστες της Βενεζουέλας, ένας αριθμός που θα μπορούσε να αυξηθεί τους προσεχείς μήνες- και δεν διαθέτει ούτε την ικανότητα ούτε και την πολιτική βούληση να αναλάβει την ευθύνη για την ανοικοδόμηση της Βενεζουέλας.

Ρεαλιστικά, υπάρχουν τέσσερις χρήσιμες ενέργειες που οι κυβερνήσεις της Νοτίου Αμερικής μπορούν να κάνουν για να βοηθήσουν. Πρώτον, μπορούν να συντονίσουν καλύτερα την απάντηση στη μεταναστευτική κρίση της Βενεζουέλας σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι ηγέτες θα πρέπει να οργανώσουν μια περιφερειακή σύνοδο κορυφής για να συζητήσουν το ζήτημα και να αποφασίσουν να συντονίσουν από κοινού την καταγραφή, την διανομή και την ενσωμάτωση των μεταναστών της Βενεζουέλας. Θα πρέπει επίσης να δημιουργήσουν ένα ταμείο για την αποζημίωση των χωρών που πλήττονται περισσότερο από τη μεταναστευτική κρίση, όπως η Κολομβία, ο Ισημερινός και το Περού. Δεύτερον, οι περιφερειακές κυβερνήσεις μπορούν να συμβάλουν στον συντονισμό της παροχής ιατρικής και ανθρωπιστικής βοήθειας στην Βενεζουέλα, εφόσον το επιτρέψει η κυβέρνηση Maduro -ή οποιαδήποτε διάδοχη κυβέρνηση.

Τρίτον, τα κράτη της Νότιας Αμερικής πρέπει να προσφέρουν αμνηστία και άσυλο σε ηγετικά πρόσωπα της κυβέρνησης Maduro. Αν και είναι βαθύτατα απογοητευτικό, ένα τέτοιο βήμα θα ήταν πολύ σημαντικό για να πεισθούν οι σημερινοί ηγέτες της Βενεζουέλας ότι δεν πρέπει να πολεμήσουν σε μια αιματηρή μάχη για να παραμείνουν στην εξουσία προκειμένου να αποφύγουν τη μοίρα του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ ή του Μουαμάρ αλ-Καντάφι της Λιβύης -αυταρχικοί ηγέτες που εκτελέστηκαν μόλις έχασαν την εξουσία.

Τέλος, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Χιλή και άλλοι, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν την κατάρρευση του καθεστώτος Maduro ως ευκαιρία για την εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των ενόπλων δυνάμεών τους. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει μέσω υφιστάμενων θεσμών, όπως το Συμβούλιο Άμυνας της Νότιας Αμερικής, και να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων πρωτοβουλιών, κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, κοινές αποστολές για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και κοινή συμμετοχή στις ειρηνευτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η αύξηση της πίεσης από τους ομολόγους των στρατιωτικών δυνάμεων της Βενεζουέλας –οι οποίες πρόκειται να χάσουν από μια μετάβαση στην δημοκρατία, λαμβάνοντας υπόψη τα προνόμια που έχουν συσσωρεύσει υπό τον Maduro- για να παραμείνουν στα στρατόπεδα υπό οποιονδήποτε μελλοντικό ηγέτη. Παρόλο που η συνεργασία αυτή θα είχε μόνο περιορισμένο και έμμεσο αντίκτυπο στον στρατό της Βενεζουέλας, σε μελλοντικές κρίσεις αυτού του είδους θα προσφέρει στις γειτονικές χώρες ένα επιπλέον κανάλι διαλόγου και συντονισμού -μια αναγκαιότητα εάν οι κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής επιθυμούν να επηρεάζουν το τι συμβαίνει στην δική τους αυλή.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/south-america/2019-01-31/how-sou…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/venezuela/venezuelan-oppositions…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/south-america/2018-10-15/venezue…
[3] https://www.usatoday.com/story/news/world/2019/01/28/john-bolton-notepad…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Israel’s Red Lines in Lebanon and Syria

0

 

By

EXECUTIVE SUMMARY: The “War Between Wars” is an ongoing Israeli military and intelligence effort to disrupt the force build-up of the Iranian-Shiite axis throughout the Middle East. This campaign, which has evolved into an entire force activation doctrine, has seen the Israeli defense establishment employ an approach that differentiates between Syria and Lebanon. 

Israel’s low-profile military campaign against the Iranian-Shiite axis in Syria is continuing despite changes in the geo-strategic environment. But the use of Israeli air power to disrupt enemy force build-up has yet to cross into Lebanon. It is possible that this could represent one of the most significant regional escalation scenarios in the near future.

The “War Between Wars” is an ongoing Israeli military and intelligence effort to disrupt the force build-up of the Iranian-Shiite axis throughout the Middle East. This campaign, which has evolved into an entire force activation doctrine, has seen the Israeli defense establishment employ an approach that differentiates between Syria and Lebanon.

In Syria, Israel launches frequent intelligence-fueled air strikes that target Iranian military build-up sites. The strikes also destroy Iranian weapon transfers that use Syria as a transit zone on their way to Hezbollah bases in Lebanon.

The scope of Israel’s preventative air strike campaign in Syria is enormous, as recently outlined by former IDF Chief of Staff Lt.-Gen. Gadi Eisenkot. Eisenkot  told the New York Times that Israeli jets had fired 2,000 air-to-ground munitions at targets in Syria in 2018 alone.

This has clearly disrupted Iran’s plans to build a Shiite army in Syria under its command, made up of 100,000 militia members. Iran was also planning to build missile factories, launch sites, weapons storage facilities, and a network of cross-border attack positions along Syria’s border with Israel.

The January 12, 2019 Israeli air strike on Damascus international airport, apparently targeting a depot housing Iranian-made Fajr 5 rockets and other projectiles, is the latest indication of Jerusalem’s determination to enforce its red lines in Syria against the entrenchment of a radical Shiite axis.

Commentators have eulogized the “War Between Wars,” claiming that it cannot withstand Russian pressure and the growing risk of conflict with a reconstituting Syrian state. They are underestimating Israeli resoluteness.

Israel’s military high command and cabinet are both fully committed to the objective of denying Iran a military foothold in Syria. According to the logic of that objective, the long-term cost of allowing Iran the opportunity to build a second war front on Israel’s border, alongside the Iranian attack base already in place in Lebanon, would be higher than any fallout from “War Between Wars” strikes.

In Lebanon, however, Israel employs a very different approach. Hezbollah, Iran’s primary proxy in the region, enjoys a monopoly of military and political power in Lebanon, with the help of the Iranian Quds Force. The Hezbollah-Iran axis has imported some 130,000 projectiles into Lebanon, turning the country into one big rocket launching base aimed at Israel. This represents an exponential jump compared to the 10,000 rockets that were in Hezbollah’s arsenal on the eve of the Second Lebanon War in 2006.

Most of the projectiles in Hezbollah’s inventory are unguided, and Iran has made a new push in recent months to deliver guidance systems to the group. These would enable Hezbollah to convert some of its projectiles into precision-guided missiles, which could be used to strategically threaten vital Israeli targets like airports, seaports, power plants, military bases, and high-profile buildings.

Israel’s determination to stop Hezbollah from upgrading its firepower in this way found expression on September 17, when Israeli fighter jets struck an Iranian shipment of guidance kit components near Latakia, on the Syrian coastline. That strike triggered massive Syrian anti-aircraft fire, bringing down a Russian intelligence aircraft and killing 15 crew members. The incident sparked a major Russian-Israeli crisis that has yet to be resolved.

The Iranians then appeared to switch tactics, flying guidance components in cargo flights directly into Beirut’s Rafic Hariri International Airport.

At the end of September last year, PM Netanyahu and the IDF Spokesman’s Unit exposed the existence of multiple underground sites for the conversion of unguided rockets into precision missiles. One of the sites was adjacent to the airport.

“Hezbollah’s senior members took a deliberate decision to shift the center of gravity of the precision missile project, which they have been working on for a while, to the civilian area in the heart of Beirut,” the IDF stated on September 27.

Three months after these warnings, Netanyahu said at the end of December 2018 that Hezbollah had shut down these conversion centers, adding that the organization has, “at most, a few dozen precision-guided missiles” at this time.

Netanyahu said that Israel’s security forces have stopped Hezbollah from possessing thousands of such missiles. These developments illustrate the fact that unlike in Syria, Israel is deeply reluctant to employ air power in Lebanon to enforce its red lines, and prefers to rely on messaging and deterrence through speeches and the media as well as through potential alleged activities that are more discreet than air power.

This is an indication that mutual deterrence between Israel and Hezbollah remains in effect. An unwritten agreement between Israel and Hezbollah began to crystallize in 2014, after Israel allegedly struck a Hezbollah weapons convoy on the Syrian-Lebanese border and Hezbollah set off border bombs that targeted an IDF convoy traveling in Har Dov, causing damage but no injuries.

Following the incident, Nasrallah said in an interview that Israeli attacks in or near Lebanon would draw rapid retaliation, hinting that this was not the case regarding strikes in Syria.

This quiet understanding would become irrelevant if Lebanon becomes the site of precision missile conversion operations. Israel’s multiple warnings to Nasrallah and his Iranian backers have delivered that message.

Hezbollah, for its part, felt the need to replenish its own deterrence against Israel by releasing a video at the start of December with Google Earth satellite images and coordinates of sensitive targets across Israel, threatening strikes against them. The video included a snippet from a speech by Nasrallah in which he warned that his organization “will respond” if Israel hits targets in Lebanon.

The ability of Israel and Hezbollah to apparently defuse the “Lebanese [precision] missile crisis” of 2018 without going to war is no guarantee that they will repeat such a de-escalation this year.

It seems safe to assume that the newly appointed IDF Chief of Staff, Lt.-Gen. Aviv Kochavi, who has monitored Hezbollah’s force build-up both as Northern Command chief and as Military Intelligence commander, will remain busy with this issue during his term.

For now, Israel has been able to enforce its red lines on precision missile production in Lebanon through the use of deterrence and messaging. It remains unclear whether those same tactics will be effective the next time the Iranian axis tries to set up precision missile factories on Lebanese soil.

Yaakov Lappin is a Research Associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies. He specializes in Israel’s defense establishment, military affairs, and the Middle Eastern strategic environment.

Μάργκαρετ Κάμπελ –H «βρώμικη δούκισσα» με τους 88 εραστές (υπουργούς, σταρ, βασιλιάδες) που σόκαρε με τη γυμνή φωτό της 

0
Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

Έγινε γνωστή ως η «βρώμικη δούκισσα» με τον σύζυγό της να την κατηγορεί πως είχε κοιμηθεί με 88 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών και μελών της βασιλικής οικογένειας. Ο λόγος για την Μάργκαρετ Κάμπελ, δούκισσα του Αργκίλ.

Φορώντας τίποτε άλλο παρά μόνο ένα μαργαριταρένιο κολιέ, η δούκισσα πόζαρε μαζί με έναν μυστηριώδη άντρα στον καθρέφτη του μπάνιου στο διαμέρισμά της στο Mayfair. Η θολή Polaroid ήταν μόνο μία από τις πολλές πικάντικες φωτογραφίες που βρήκε ο σύζυγός της ως στοιχείο μοιχείας. Ο ίδιος υποστήριζε ότι η δούκισσα σύζυγός του είχε κοιμηθεί με 88 άνδρες! Μεταξύ αυτών, συμπεριλαμβάνονταν υπουργοί, ηθοποιοί του Χόλιγουντ και βασιλείς. Τα βρετανικά Μέσα αμέσως της κόλλησαν το παρατσούκλι-χαρακτηρισμό «η βρώμικη δούκισσα».

Η «βρώμικη δούκισσα»Η «βρώμικη δούκισσα»

Τώρα, η ζωή της πρόκειται να μετατραπεί σε ντοκιμαντέρ της τηλεοπτικής εκπομπής του BBC, « A Very English Scandal» με τον παραγωγό της σειράς Ντομινίκ Τρεντγουέλ Κόλινς να ισχυρίζεται πως η δούκισσα ήταν η πρώτη γυναίκα που ρεζιλεύτηκε δημοσίως. Πήρε, επίσης, το ακριβότερο και πιο άγριο διαζύγιο στην βρετανική ιστορία.

Ο προεδρεύων δικαστής Λόρδος Γουίτλεϊ την είχε αποκαλέσει «μια εντελώς ασύδοτη γυναίκα της οποίας η σεξουαλική όρεξη μπορούσε να ικανοποιηθεί μόνο με… αρκετούς άνδρες. Ενας δεν της αρκούσε».

Ποια ήταν όμως η δούκισσα του Αργκίλ;

Η δούκισσα γεννήθηκε με το όνομα Μάργκαρετ Γουίγκαμ το 1912 και ήταν το μόνο παιδί ενός Σκωτσέζου δισεκατομμυριούχου.

Η βιογράφος της Λίντσι Σπενς, την περιέγραψε ως «ένα κορίτσι του μπαμπά με έναν απών πατέρα, που ζούσε με την ζηλιάρα μητέρα της, η οποία φρόντιζε να υπογραμμίζει κάθε αδυναμία της Μάργκαρετ».

Ως νεαρή γυναίκα, η ομορφιά της ήταν ξακουστή και πολλοί πρίγκιπες και εκατομμυριούχοι την πλησίασαν για τα κάλλη της.

Ήταν μόλις 15 ετών, όταν ο μελλοντικός διάσημος ηθοποιός Ντέιβιντ Νίβεν, δύο χρόνια μεγαλύτερός της, την άφησε έγκυο ενώ ήταν σε διακοπές στη Νήσο Γουάιτ. Ο εξοργισμένος πατέρας της, την έστειλε σε ένα νοσοκομείο του Λονδίνου για να τερματίσει την εγκυμοσύνη της, μυστικά.

Αργότερα, ως νεαρή γυναίκα, από το σπίτι της όμορφης, πνευματώδους socialite πέρασαν μεγάλα ονόματα, όπως ο θεατρικός συγγραφέας Νόελ Κόουαρντ, ο ηθοποιός Κάρι Γκραντ και ο μεγιστάνας πετρελαίου Τζέι Πολ Γκετί.

Μεταξύ των εραστών της λέγεται ότι ήταν και ο ηθοποιός Ντέιβιντ Νεβίν

Η οικογένειά της μπορεί να ήλπιζε ότι θα ηρεμούσε όταν παντρεύτηκε τον Αμερικανό παίκτη του γκολφ Τσαρλς Σουίνεϊ το 1933. Αντ’ αυτού, η αστυνομία αναγκάστηκε να περιφρουρεί τους δρόμους, όταν 3.000 Λονδρέζοι προσπάθησαν να σταματήσουν τον γάμο. Τελικά, απέκτησαν τρία παιδιά, αν και το ένα θνησιγενή, και χώρισαν το 1947.

Το 1951 παντρεύτηκε τον Ίαν Ντάγκλας Κάμπελ, τον 11ο δούκα του Αργκίλ. Για τον δούκα του Αργκίλ ήταν ο τρίτος από τους τέσσερις γάμους του. Αμέσως μετά τον γάμο στο δημαρχείο Κάξτον Χολ, ο δούκας την πήρε μαζί του στην προγονική έδρα του, ποζάροντας μάλιστα να την σηκώνει στα χέρια του στην είσοδο του Κάστρου Inveraray.

Όπως είπε αρκετά χρόνια αργότερα η ίδια: «Είχα πλούτο, είχα ότι ήθελα. Ως νεαρή γυναίκα, με φωτογράφιζαν συνεχώς, μου έγραφαν γράμματα, με φλέρταραν, με θαύμαζαν και με συμπεριέλαβαν στην λίστα με τις 10 πιο καλοντυμένες γυναίκες στον κόσμο’. Είχα κατακτήσει την κορυφή. Είχα γίνει μια δούκισσα και ιδιοκτήτρια ενός ιστορικού κάστρου. Η ζωή ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα».

Ζούσαν μέσα στην πολυτέλεια και την χλιδή, έκαναν σκι στο Σεντ Μόριτζ, ιστιοπλοΐα στο Νασάου στις Μπαχάμες και ηλιοθεραπεία στον νότο της Γαλλίας. Δεν ξυπνούσε ποτέ πριν τις 11 καθημερινά στο παλάτι έρχονταν σχεδιαστές μόδας για να την ράψουν, κομμωτές, μακιγιέζ και μανικιουρίστες για να την περιποιηθούν.

Ωστόσο, το 1954, ο δούκας την κατηγόρησε για μια σειρά σχέσεων. Μεταξύ των εραστών της περιλαμβάνονταν ο Αμερικανός κωμικός Μπομπ Χόουπ και ο Γάλλος τραγουδιστής, Μορίς Σεβαλιέ.

Μια ζεστή μέρα του 1958, ο ντόπιος Μάικλ Θόρντον, τότε 17 ετών, βρέθηκε στο κτήμα του Αργκίλ. Η Μάργκαρετ του πρόσφερε ένα ποτό και ένα μπάνιο. Καθώς αυτός πλενόταν στην μπανιέρα, η δούκισσα μπήκε κι αυτή μέσα – τελείως γυμνή. Οι προθέσεις της ήταν σαφείς.

Εκείνη την περίοδο, ο δούκας και η δούκισσα ζούσαν χωριστές ζωές. Της έδωσε διαταγή να φύγει από το κάστρο – το οποίο είχε ανακαινίσει με 100.000 λίρες από τα δικά της χρήματα – και το 1959, άρχισε η διαδικασία έκδοσης διαζυγίου.

Ο δούκας που αναφερόταν στην γυναίκα του ως «Σ» από την λέξη «Σατανάς» – έριξε το βάρος των προβλημάτων στις σχέσεις της, ενώ η Μάργκαρετ, από την πλευρά της, είπε πως το γεγονός ότι έπινε διαρκώς είχε κάνει την ζωή τους απαράδεκτη.

Με τον δούκα να την κατηγορεί για μοιχεία, η Μάργκαρετ ισχυρίστηκε πως αυτός είχε σχέση με την θετή μητέρα της. Αργότερα απέσυρε τον ισχυρισμό και κατέβαλε 25.000 λίρες ως αποζημίωση μετά από μήνυση.

Ο δούκας μπούκαρε στο γραφείο της στο σπίτι της στο Μayfair, πεπεισμένος ότι θα έβρισκε στοιχεία απιστίας. Και χτύπησε φλέβα χρυσού.

Σε ένα ημερολόγιο, οι ημέρες των παράνομων συναντήσεων σημειώνονταν με ένα V. Βρήκε επίσης ενοχοποιητικά γράμματα και 13 πικάντικες φωτογραφίες Polaroid. Μία από αυτές την έδειχνε γυμνή με ένα μαργαριταρένιο κολιέ, να εκτελεί μια σεξουαλική πράξη σε έναν εραστή της.

Η Μάργκαρετ έζησε μια πλούσια ζωή και χαρακτηρίστηκε ωςμ ία από τις πιο καλοντυμένες στον κόσμο
Μια άλλη φωτογραφία την έδειχνε τελείως γυμνή να κοιτάζει κατευθείαν την κάμερα, δίπλα σε έναν ψηλό και γυμνό άνδρα. Η φωτογραφία αυτή έγινε γνωστή ως ο «Ακέφαλος Άνδρας» διότι το κεφάλι του δεν φαινόταν στο πλάνο.

Οι κουτσομπόληδες ισχυρίστηκαν ότι γνώριζαν την ταυτότητά του και ο δούκας αναγκάστηκε να ποζάρει γυμνός για να αποδείξει ότι δεν ήταν αυτός στην φωτογραφία. Μεταξύ των ονομάτων που ακούστηκαν την εποχή εκείνη, ήταν ο υπουργός Μεταφορών Έρνεστ Μαρπλς, ο Γερμανός διπλωμάτης Σίγκιτμουντ βον Μπράουν και ο φίλος της Πίτερ Κομπ.

Η σεξουαλική της ζωή... έγραψε ιστορία.

Η σεξουαλική της ζωή… έγραψε ιστορία.

Ο Ντάνκαν Σάντις, τότε υφυπουργός για τις Αποικίες και γαμπρός του Ουίνστον Τσόρτσιλ, θεωρήθηκε πως ήταν ο άνδρας στον οποίο έκανε στοματικό σεξ η δούκισσα.

Μετά από τρία χρόνια διαμάχης, η απόφαση εκδόθηκε τον Μάιο του 1963 με τον Λόρδο Γουίτλι να δίνει στον δούκα το διαζύγιο βασιζόμενος στην μοιχεία της δούκισσας με τον Κομπ.
Η δούκισσα του Αργκίλ σε τηλεοπτική εκπομπή το 1988

Η φρίκη του ήταν εμφανής, με τον δικαστή να λέει: «Υπάρχουν αρκετές αποδείξεις και αποδεδειγμένα γεγονότα που να λένε πως μέχρι το 1960 ήταν μια εντελώς ασύδοτη γυναίκα της οποίας η σεξουαλική όρεξη μπορούσε να ικανοποιηθεί με αρκετούς και όχι από έναν άνδρα. Είχε πάψει να είναι ικανοποιημένη με τις συνηθισμένες σχέσεις και είχε αρχίσει  να επιδίδεται σε αηδιαστικές σεξουαλικές δραστηριότητες. Η στάση της απέναντι στον γάμο ήταν αυτό που οι σύγχρονοι θα αποκαλούσαν ‘προχωρημένη’ αλλά που σε απλή γλώσσα ήταν απολύτως ανήθικη».

Τελικά, τα οικονομικά της κατέρρευσαν και η Μάργκαρετ άνοιξε το σπίτι της με τα 13 υπνοδωμάτια για τους τουρίστες, αλλά η επιχείρηση απέτυχε.

Η αχόρταγη δούκισσα

Η αχόρταγη δούκισσα

Φωτογραφίες: AP, Wikipedia

Πηγή:  iefimerida.gr

Obsèques du comte de Paris : l’hommage des têtes couronnées

0

 

 

 

Brigitte Macron et Vladimir Cosma aux obsèques de Michel Legrand

0

Μόνες Ελλάδα και Κύπρος στις απειλές της Τουρκίας; Που είναι οι φίλοι και οι σύμμαχοί μας…

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

The Security Council unanimously extends the mandate of the United Nations Peacekeeping Force in Cyprus (UNFICYP), until 31 July 2019. 30 January 2019, United Nations, New York. UN Photo, Evan Schneider  FEBRUARY 3, 2019

Μετά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, για την ανανέωση της θητείας της Ειρηνευτικής Δύναμης, την περασμένη Τετάρτη, διπλωμάτες και δημοσιογράφοι καθίσαμε και συζητήσαμε το θέαμα που μόλις παρακολουθήσαμε… Έντονα προβληματισμένοι απ’ όσα ακούσαμε, προσπαθήσαμε να καταλάβουμε τι στο καλό συμβαίνει με τους «συμμάχους» μας. Και εξετάσαμε την δράση-αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι Αμερικανοί, είναι (υποτίθεται) οι νέοι φίλοι μας. Συνεργαζόμαστε -και η Ελλάδα και η Κύπρος- αρμονικά ιδιαίτερα στα θέματα ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας και γενικά οι σχέσεις είναι εξαιρετικές. Τουλάχιστον αυτό μας διαβεβαιώνουν και οι δύο πλευρές… Στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ο αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος, Τζόναθαν Κοέν, που γνωρίζει πολύ καλά τα θέματα της Ελλάδας και της Κύπρου, μας «ξέσκισε». Κυριολεκτικά… Αντί να εξαπολύσει την επίθεση του εναντίον της κατοχικής δύναμης Τουρκίας, η οποία δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην Αμερική, στόχευσε την Κυπριακή Δημοκρατία. Διέπραξε μέγα λάθος και το γνωρίζει, διότι μέχρι πρόσφατα ήταν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ξέρει από μέσα τι εστί Ταγίπ Ερντογάν για τα στρατηγικά συμφέροντα της υπερδύναμης.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις ΗΠΑ στη γειτονιά μας. Και όμως, δεν την άγγιξαν οι Αμερικανοί στο Σ.Α. Δεν ευθύνεται προφανώς η κατοχική δύναμη για την κατοχή της Κύπρου! Η Αμερική δείχνει ένα άκρατο κομπλεξισμό έναντι της Τουρκίας, δείχνει να την φοβάται, ενώ -όπως αποδείχθηκε τον περασμένο Αύγουστο- με ένα «τιτίβισμα» του προέδρου Τραμπ μπορεί να καταρρεύσει η τουρκική οικονομία. Είναι τόσο ευάλωτη. Μίλησε το καλοκαίρι ο Τραμπ και κατέρρευσαν τα πάντα στην Τουρκία. Αλλά η Αμερική την φοβάται… Έλεος…

Ο κ. Κοέν ήταν απογοητευτικός και φέρει μεγάλη ευθύνη για το κείμενο που εκφώνησε. Γνωριζόμαστε όλοι καλά σε τούτο τον τόπο (Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ΟΗΕ)… Ο Αμερικανός αντιπρόσωπος δεν γνωρίζει πως τη λύση στην Κύπρο την σταματά η Τουρκία και όχι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι; Δεν είναι «παρθένες» οι Αμερικανοί στο Κυπριακό. Γιατί, λοιπόν, δεν ενοχλούν την Τουρκία; Και γιατί δακτυλοδείχνουν τους Κύπριους ηγέτες, εκ των οποίων ο ένας, ο κατοχικός ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί είναι ένα άβουλο ανδρείκελο της ‘Αγκυρας…

Οι Ρώσοι είναι στενοί σύμμαχοι με την Τουρκία, «φίλοι» με την Κύπρο και αντίπαλοι με την Ελλάδα… Λογικά, ο αντιπρόσωπος της Μόσχας έπρεπε να υποστηρίξει αναφανδόν τις τουρκικές θέσεις, μιας και ο Βλαντιμίρ Πούτιν έγινε …πισινός και βρακί με τον Ταγίπ Ερντογάν. Ζουν τον παράφορο (πολιτικό) έρωτά τους… Παρ’ όλα αυτά στάθηκε στις «θέσεις αρχών» που τηρεί η Μόσχα από την εποχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Και εδώ παίζεται ένα περίεργο παιγνίδι, αλλά λόγω των οικονομικών σχέσεων της Ρωσίας με την Κύπρο, η Μόσχα τηρεί προς το παρόν τα προσχήματα. Την ίδια στιγμή η Μόσχα σηκώνει το γάντι που έριξε η Ουάσιγκτον για τις ειρηνευτικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει αυτός ο κίνδυνος να συγκρουστούν  τον Ιούνιο, στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη, πάνω στο πολιτικό «πτώμα» της Κύπρου.

Πάμε παρακάτω… Την ίδια μέρα που εγκρινόταν το ψήφισμα για την παραμονή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ στο κυπριακό έδαφος, βρισκόταν στη Λευκωσία ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος συμμετείχε σε στρατηγικό διάλογο με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως γνωστό, ο κ. Νίκος Αναστασιάδης σκέφτεται σοβαρά να δώσει μία βάση στους Γάλλους. Και καλά θα κάνει αν πιστεύει ότι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του νησιού. Ο καθένας καταλαβαίνει γιατί δεν επιθυμεί να παραχωρήσει τη βάση στην Αμερική και τη Ρωσία. Για να μην βρεθεί στο στόχαστρο των υπερδυνάμεων. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Γαλλίας που βρισκόταν την Τετάρτη; Απουσίαζε από το Σ.Α.; Γιατί δεν μίλησε; Γιατί δεν υποστήριξε την Κύπρο, μία χώρα σύμμαχό του και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Η Ε.Ε. που βρισκόταν για να συμπαρασταθεί στη χώρα μέλος της; Μόνιμα απούσα η Ε.Ε., είναι ένα συνονθύλευμα κρατών και πολιτισμών, που είναι ανύπαρκτη στη διεθνή πολιτική σκηνή. Και να φανταστείτε ότι ξοδεύει δισεκατομμύρια ευρώ για να εξασφαλίσει επιρροή. Προσφέρει ασύστολα κονδύλια σε κάθε πικραμένο, σε όλα τα μέρη του κόσμου, και την ίδια στιγμή ταλαιπωρεί τους λαούς και τις χώρες που την αποτελούν…

Αυτή, λοιπόν, ήταν η κατάσταση στο εκτελεστικό όργανο των Ηνωμένων Εθνών. Η Τουρκία αλώβητη θα συνεχίσει την κατοχή και θα αποφασίζει και θα διατάζει. Αποφάσισε ότι δεν επιθυμεί συνομιλίες τώρα, αλλά τον Ιούνιο… Όλοι έβγαλαν τον σκασμό. Αν τον Ιούνιο αποφασίσει ότι θέλει συνομιλίες, ο Αντόνιο Γκουτέρες και οι Εγγλέζοι θα «χορέψουν» στο ρυθμό του Ερντογάν. Επειδή το ζητά η Τουρκία.

Αλλά, όλα αυτά συμβαίνουν επειδή η Αθήνα και η Λευκωσία ζουν σε ένα φανταστικό κόσμο. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Πρωθυπουργός Τσίπρας ζουν …μεγάλες στιγμές! Διασκέψεις επί διασκέψεων, επισκέψεις κάθε τρεις και λίγο σε διαφορετική πρωτεύουσα, αλλά όταν φτάνουμε στο δια ταύτα, στην υποστήριξη δηλαδή των συμμάχων μας στα «δίκαια αιτήματα» μας, η ανταπόκριση είναι μηδενική. Ειλικρινά σκέφτομαι μερικές φορές ότι πρόκειται για την ύψιστη ανικανότητα.. Πως είναι δυνατόν, όλες αυτές οι χώρες να έχουν άλλη πολιτική σε διμερές επίπεδο, και όταν φτάνει η ώρα να μας στηρίξουν στον ΟΗΕ, είτε εξαφανίζονται, είτε τάσσονται εναντίον μας.

Η συμπεριφορά της Αμερικής και της Γαλλίας, άφησε άφωνους διπλωμάτες και δημοσιογράφους την περασμένη Τετάρτη. Η αλήθεια είναι ότι βρεθήκαμε στη …σφαίρα του ανεξήγητου και του παράλογου. Στη Λευκωσία, ο κ. Τσίπρας δεν είχε χρόνο επειδή προσπαθούσε να εξηγήσει στους ξένους ότι όσοι διαφωνούν με τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι εθνικιστές και λαϊκιστές! Η πλειοψηφία όσων διαμαρτύρονται ΔΕΝ είναι. Και ο κ. Αναστασιάδης, αντί να ζητήσει από τον Μακρόν (και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους) στήριξη, είχε μοναδικό ενδιαφέρον να υποστηρίξει τον «συμβιβασμό» με τα Σκόπια για να «λαβώσει» τους ιδεολογικούς συμμάχους του της Νέας Δημοκρατίας. Είναι η δεύτερη αστοχία του κ. Αναστασιάδη στο θέμα της Μακεδονίας. Και είναι να απορεί κανείς γιατί σκέφτεται τόσο, μα τόσο λάθος… Έχουμε χάσει την μπάλα. Οι αριστεροί γίνανε ένα με τους Δυτικούς, με τους οποίους έπρεπε να είναι αντίπαλοι… Και οι δεξιοί βρέθηκαν απέναντι στους αιώνιους φίλους τους, τους Αμερικανούς. Και όλοι καταφέρνουν να δικαιολογούν αυτή την στροφή τους: Γίνεται, λένε, για το συμφέρον της χώρας…

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Η διαφθορά σαρώνει την Κύπρο. Και την Ελλάδα. Στα δημοσιογραφικά αυτιά φτάνουν απίστευτες καταγγελίες. Αλλά οι άνθρωποι φοβούνται, όποια διαβεβαίωση και να τους δώσουμε. Οι καταγγελίες αφορούν πολιτικά πρόσωπα και στις δύο χώρες. Στις σοβαρές χώρες προστατεύονται οι λεγόμενοι “whistleblowers”, οι οποίοι έχουν βοηθήσει να κτυπηθεί η διαφθορά. Στην Ελλάδα και την Κύπρο η πλειοψηφία των πολιτικών είναι δειλοί. Είναι μεγάλη μάστιγα οι πολιτικοί που τυγχάνει να είναι και δικηγόροι… Οπότε δεν θα διορθωθεί τίποτα. Ούτε στη «Μητέρα Πατρίδα», ούτε στη «Θυγατέρα»…

Πηγή: Μόνες Ελλάδα και Κύπρος στις απειλές της Τουρκίας; Που είναι οι φίλοι και οι σύμμαχοί μας… https://hellasjournal.com/2019/02/mones-ellada-kai-kypros-stis-apeiles-tis-toyrkias-poy-einai-oi-filoi-kai-oi-symmachoi-mas/

Η λάθος συνταγή αντιμετώπισης της Κίνας από τη Δύση

0
  • του Martin Wolf Financial Times/euro2day.gr

Γιατί μια γενικευμένη έχθρα προς την Κίνα μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερες αναταράξεις απ’ ότι ο ψυχρός πόλεμος. Τα ατού των ΗΠΑ και των συμμάχων τους και η ανάγκη συνεργασίας στο σημερινό περίπλοκο διεθνές περιβάλλον.

Η επιταχυνόμενη κατάρρευση των σχέσεων μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ είναι το σημαντικότερο τρέχον γεγονός. Πώς να το διαχειριστούμε, δεδομένης της σημερινής παγκόσμιας αλληλοεξάρτησης;

Τρία πρόσφατα αποδεικτικά στοιχεία αποκαλύπτουν την ανησυχία για την ανάδυση της Κίνας στο τωρινό status της ως της «μικρής υπερδύναμης» του κόσμου, όπως την περιέγραψε ο Yan Xuetong του Tsinghua University. Το ένα είναι η εκστρατεία κατά της Huawei, του καθιερωμένου φορέα των κινεζικών τεχνολογικών φιλοδοξιών, η οποία πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου των ΗΠΑ με την Κίνα και την περιγραφή της δεύτερης ως «στρατηγικού ανταγωνιστή».

Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο είναι ένα έγγραφο του BDI,  του κορυφαίου γερμανικού συνδέσμου βιομηχανιών που προσανατολίζεται προς το ελεύθερο εμπόριο, όπου η Κίνα χαρακτηρίζεται ως «εταίρος και συστημικός ανταγωνιστής».

Το τελευταίο στοιχείο είναι η περιγραφή της Κίνας του Xi Jinping από τον George Soros ως του «πιο επικίνδυνου αντιπάλου αυτών που πιστεύουν στην ιδέα της ανοικτής κοινωνίας».

Έτσι, η εθνικιστική αμερικανική κυβέρνηση, οι Γερμανοί υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου και ένας αξιόλογος υπέρμαχος των φιλελεύθερων ιδεών συμφωνούν στο εξής: ότι η Κίνα δεν είναι φίλη. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι ένας αμήχανος εταίρος, στην χειρότερη είναι μια εχθρική δύναμη.

Θα πρέπει να συμπεράνουμε πως έχει ξεκινήσει ένας νέος «ψυχρός πόλεμος»; Η απάντηση είναι «και ναι και όχι». Ναι, διότι τόσοι πολλοί Δυτικοί βλέπουν την Κίνα ως μια στρατηγική, οικονομική και ιδεολογική απειλή. Αυτό δεν προέρχεται μόνο από τον Ντόλαντ Τραμπ, ούτε μόνο από το καθεστώς της ασφάλειας, ούτε μόνο από τις ΗΠΑ, ούτε μόνο από τη δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Όμως, η απάντηση είναι και όχι, διότι η σχέση με την Κίνα είναι πολύ διαφορετικήαπό αυτήν με τη Σοβιετική Ένωση. Η Κίνα δεν εξάγει παγκόσμια ιδεολογία, άλλα συμπεριφέρεται σαν μια κανονική μεγάλη δύναμη. Και πάλι, σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, η Κίνα είναι ενσωματωμένη στην παγκόσμια οικονομία.

Το συμπέρασμα είναι πως μια γενικευμένη εχθρότητα προς την Κίνα μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες αναταράξεις απ’ ότι ο ψυχρός πόλεμος. Αν, πάνω απ’ όλα, οι Κινέζοι πειστούν πως ο στόχος της Δύσης είναι να τους σταματήσει από το να χαρούν μια καλύτερη ζωή, η εχθρότητα θα ήταν απύθμενη και ατελείωτη. Η συνεργασία θα κατέρρεε. Ωστόσο, σήμερα καμία χώρα δεν μπορεί να είναι απομονωμένη.

Δεν είναι πολύ αργά για να αποφύγουμε μια τέτοια κατάρρευση. Ο σωστός δρόμος είναι να διαχειριστούμε τις σχέσεις που θα είναι και ανταγωνιστικές και συνεργατικές, αναγνωρίζοντας έτσι πως η Κίνα μπορεί να είναι και εχθρός και φίλος. Με άλλα λόγια, πρέπει να αποδεχθούμε την περιπλοκότητα. Αυτός είναι ο δρόμος της ωριμότητας.

Ως εκ τούτου, πρέπει να παραδεχθούμε πως οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους (αν η πρώτη εξακολουθεί να αναγνωρίζει την αξία των δεύτερων) έχουν τεράστια ατού. Η άνοδος της Κίνας είναι καταπληκτική. Όμως οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, συνολικά, ξοδεύουν πολύ μεγαλύτερα ποσά για την άμυνα, έχουν μεγαλύτερες οικονομίες και αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο μερίδιο των παγκόσμιων εισαγωγών απ’ ότι η Κίνα. Και πάλι, η εξάρτηση της Κίνας από τις αγορές χωρών με υψηλά εισοδήματα, είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι η εξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα. Αυτά τα πλεονεκτήματα είναι πιθανό να έχουν διάρκεια, διότι η Κίνα απομακρύνεται από τον δρόμο της μεταρρύθμισης, όπως υποστηρίζει στο νέο του βιβλίο ο Nicholas Lardy του Peterson Institute for International Economics, και έτσι η οικονομία της θα μπορούσε να επιβραδυνθεί απότομα.

Εξάλλου, παρά την παγκόσμια άνοδο του αυταρχισμού και τα μετα-χρηματοοικονομικής κρίσεως προβλήματα, οι δημοκρατίες με υψηλά εισοδήματα συνεχίσουν να έχουν ελκυστικότερη ιδεολογία περί ελευθερίας, δημοκρατίας και κράτους δικαίου απ’ ότι προσφέρει ο κομμουνισμός της Κίνας. Επιπλέον, είναι προφανές πως η Δύση είναι αυτή που ευθύνεται για τις πρόσφατες αποτυχίες της και δεν πρέπει να κατηγορεί άλλους, όσο ελκυστική και αν είναι αυτή η επιλογή.

Έτσι, η Δύση θα πρέπει να δει την κατάσταση με πολύ μεγαλύτερη ψυχραιμίααπ’ ότι μπορεί η Κίνα, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρήσει το δίκτυο συμμαχιών της, ιδιαίτερα δεδομένης της γεωγραφικής της θέσης και των οικονομικών της δυνατών σημείων. Αν το κάνει, θα μπορούσε επίσης να αναγνωρίσει πως η αλληλεξάρτησή της με την Κίνα είναι μια σταθεροποιητική δύναμη, αφού ενισχύει το ενδιαφέρον και των δυο πλευρών για ειρηνικές σχέσεις.

Ομοίως, οι ΗΠΑ θα αναγνώριζαν πως το να έχουν κοινούς σκοπούς με τους συμμάχους, στο πλαίσιο του εμπορικού συστήματος που δημιούργησαν, θα κλιμακώσει την πίεση προς την Κίνα να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις.

Πράγματι, σε συνέντευξή του στο Νταβός, ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Shinzo Abe, υποστήριξε πως ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η Κίνα είναι ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Το να γίνουν υποχωρήσεις προς στήριξη μιας παγκόσμιας συμφωνίας θα ήταν πολύ ευκολότερο για την Κίνα παρά ως απάντηση στις διμερείς αμερικανικές πιέσεις. Αν αυτό απαιτούσε μεταρρύθμιση των κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, και αυτό θα ήταν εντάξει.

Η συνεργασία είναι τόσο ουσιώδης όσο η αλληλεξάρτηση. Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το παγκόσμιο περιβάλλον ή να διασφαλίσουμε την ευημερία και την ειρήνη χωρίς τη συνεργασία με την Κίνα. Επιπλέον, αν κάθε χώρα αναγκάζονταν να επιλέξει τη μία ή την άλλη πλευρά, θα οδηγούμασταν και πάλι σε βαθύ και ακριβό διχασμό στο εσωτερικό αλλά και μεταξύ των χωρών.

Τίποτα από αυτά δεν υπονοεί πως οι χώρες της Δύσης πρέπει να αποδεχθούν ό,τι θέλει η Κίνα. Οι εξαγορές στρατηγικά σημαντικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν νόμιμα να απαγορευθούν, και στις δυο πλευρές. Ταυτόχρονα, αν υπήρχαν πράγματι αποδείξεις στρατηγικού κινδύνου από την παρουσία ορισμένων εταιρειών στις οικονομίες μας, τότε θα έπρεπε να ληφθούν ενέργειες εναντίον τους. Όμως η λέξη-κλειδί είναι «αποδείξεις».

Τέλος, και για μένα σημαντικότερο, είναι πράγματι ζωτικής σημασίας, όπως υποδήλωσε ο κ. Soros, να προστατεύσουμε την ελευθερία μας και αυτήν των Κινέζων που ζουν στις χώρες μας, από το νέο σύστημα «κοινωνικών credits» της Κίνας και από άλλες μορφές εξωχώριας επιρροής, όσο μπορούμε. Όμως αυτό θα ήταν ευκολότερο να δικαιολογηθεί αν οι ΗΠΑ δεν είχαν και αυτές τέτοια εξωχώρια επιρροή. Πράγματι, η πεποίθηση των ΗΠΑ πως έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τις προτεραιότητές τους στον υπόλοιπο κόσμο, υποχρεωτικά, είναι εξαιρετικά αποσταθεροποιητική.

Μια νέα μεγάλη δύναμη έχει αναδυθεί, μια δύναμη που ποτέ δεν ήταν μέρος του κυριαρχούμενου από τη Δύση συστήματος. Ως απάντηση, πολλοί προσπαθούν να φέρουν τον κόσμο σε μια εποχή αχαλίνωτου στρατηγικού ανταγωνισμού. Η ιστορία δείχνει πως αυτό είναι επικίνδυνο. Αντιθέτως, αυτό που απαιτείται είναι ένας συνδυασμός ανταγωνισμού και συνεργασίας με την αναδυόμενη Κίνα. Η εναλλακτική θα είναι η εμβάθυνση της εχθρότητας και η άνοδος της αταξίας. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα το ήθελε αυτό. Γι’ αυτό, σταματήστε πριν είναι πολύ αργά.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Γιατί η επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν είναι… περίπατος

0

stratfor/euro2day.gr

Τα δεδομένα και οι περιορισμοί σε πιθανή προσπάθεια ανατροπής του Μαδούρο μέσω στρατιωτικής επιχείρησης ξένων δυνάμεων. Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας, ο ρόλος του ανάγλυφου και οι συγκρίσεις με το παρελθόν. Γιατί είναι απαραίτητη η συνδρομή των ΗΠΑ.

Με τις ΗΠΑ και μεγάλο τμήμα της Λατινικής Αμερικής να έχει αναγνωρίσει τον ηγέτη της αντιπολίτευσης στην Βενεζουέλα Χουάν Γκουαϊδό ως προσωρινό πρόεδρο, κηρύσσοντας στην διαδικασία τον πρόεδρο Νικολά Μαδούρο ως «παράνομο», η χώρα φαίνεται πως οδεύει σε μια χαοτική και βίαια, αλλαγή ηγεσίας.
Καθώς κλιμακώνεται η ένταση αυξάνονται και οι πιθανότητες να αντιμετωπίσει η Βενεζουέλα στρατιωτική επέμβαση (μια επιλογή που η Ουάσιγκτον έως τώρα αρνείται να βγάλει από το τραπέζι), ειδικά αν το Καράκας αντιδράσει με μαζική βία κατά των διαδηλωτών της αντιπολίτευσης.

Παρά την αδύναμη θέση στην οποία βρίσκονται οι ένοπλες δυνάμεις της Βενεζουέλας, όμως, μια στρατιωτική επιχείρηση στη χώρα είναι απίθανο να είναι μια απλή και απρόσκοπτη διαδικασία.

Ενας στρατός που αντανακλά την χώρα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Βενεζουέλας βρίσκονται σε σημαντικά εξασθενημένη κατάσταση μετά από χρόνια δυσκολιών και βασάνων στη χώρα. Η κυβέρνηση Μαδούρο μπορεί να έχει την αφοσίωση των ανώτατων αξιωματικών, αλλά δεν μπορεί να εξαρτάται στη στήριξη όλων των βαθμίδων.

Οι άνδρες και οι γυναίκες του στρατού αποτελούν αντανάκλαση της ευρύτερης κοινωνίας της χώρας, η οποία είναι βαθύτατα διχασμένη. Αν η κυβέρνηση διατάξει τον στρατό να προχωρήσει σε βίαια και μεγάλης κλίμακας μέτρα καταστολής των αντικυβερνητικών διαδηλωτών πολλοί στρατιώτες πιθανότατα θα λιποτακτήσουν κατά κύματα. Στην πραγματικότητα, αυτές οι ανησυχίες για την πίστη του στρατού αποθαρρύνουν το Καράκας από το να τον διατάξει να καταστείλει τις διαδηλώσεις και η κυβέρνηση στηρίζεται σε περισσότερο πιστούς, ιδεολογικά, σχηματισμούς, όπως η Εθνική Φρουρά.

Ο στρατός υποφέρει και από ένα κατακλυσμό άλλων προβλημάτων, πολλά από τα οποία υπήρχαν πολύ πριν μπει η χώρα σε κρίση. Η εκπαίδευση, για παράδειγμα, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα εντατική στις Ενοπλες Δυνάμεις, αλλά είναι τώρα ένα εξόφθαλμο πρόβλημα εξαιτίας της έλλειψης σε τρόφιμα και καύσιμα, η οποία κρατά τις στρατιωτικές μονάδες αδρανείς στα στρατόπεδα τους.

Η διαφθορά, ο νεποτισμός και η ευνοιοκρατία έχουν επίσης διαβρώσει την συνολική αποτελεσματικότητα του στρατού. Ο φραξιονισμός παροξύνει αυτά τα μειονεκτήματα, τα οποία έχουν αρχίσει να εμποδίζουν το έλεγχο και τη συνεργασία μεταξύ επιμέρους κλάδων.

Αν εξεταστούν όλες οι παράμετροι ο στρατός ίσως εμφανίζεται ως ένας από τους δυνατότερους στη Λατινική Αμερική, αλλά τα βαθιά προβλήματα που αντιμετωπίζει σημαίνουν ότι έχει περιορισμένη δυνατότητα να υπερασπιστεί τη χώρα αποτελεσματικά σε περίπτωση σοβαρής εξωτερικής επίθεσης. Αντίθετα, είναι πιο πιθανό να συνθλιβεί αν δεχθεί σοβαρή πίεση.

Οι προκλήσεις

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους μια εξωτερική στρατιωτική επέμβαση στην Βενεζουέλα δεν θα είναι «περίπατος». Ακόμα και αν ευμεγέθεις ομάδες στρατιωτών ίσως να αρνηθούν να στρέψουν τα όπλα στους πολίτες της χώρας, μια εισβολή θα μπορούσε να τις κινητοποιήσει ώστε να αντισταθούν στον εξωτερικό εχθρό. Και σε αντίθεση με τις ένοπλες δυνάμεις της Λιβύης στην επέμβαση του 2011 που εν τέλει αποκαθήλωσε τον Μ. Καντάφι, ο στρατός της Βενεζουέλας είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένος και απολαμβάνει πολύ πιο ευνοϊκού γεωγραφικού ανάγλυφου. Επιπλέον, η χώρα θα μπορούσε να λάβει εξωτερική βοήθεια από συμμάχους όπως η Ρωσία, κάτι που θα περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα σχέδια επέμβασης.

Οποιαδήποτε στρατιωτική δράση κατά της Βενεζουέλας θα περιλαμβάνει, κατά πάσα πιθανότητα, μια σημαντική αεροπορική εκστρατεία με πρώτο και σημαντικότερο στόχο να εξασφαλίσει υπεροχή στους αιθέρες.

Η μόνη χώρα που είναι εξοπλισμένη για να διεξάγει τέτοια επιχείρηση είναι οι ΗΠΑ. Κολομβία και Βραζιλία, δυο ισχυρά γειτονικά κράτη που αντιτίθενται στην κυβέρνηση Μαδούρο, δεν έχουν τα κατάλληλα αεροσκάφη ώστε να εξουδετερώσουν την Πολεμική Αεροπορία της Βενεζουέλας και την αντιαεροπορική της άμυνα. Ακόμα και αν οι πιλότοι της Βενεζουέλας υπολείπονται σε ικανότητα των αντίστοιχων της Βραζιλίας και της Κολομβίας, διαθέτουν ένα πλεονέκτημα εξαιτίας των καλύτερων πολεμικών αεροσκαφών, ειδικά των ρωσικών Su-30MK2. Η Βραζιλία, για παράδειγμα, μόλις τώρα άρχισε να αντιμετωπίζει την τεχνολογική ανισορροπία, καθώς θα αποκτήσει φέτος τα πρώτα σουηδικά μαχητικά JAS 39E Gripen.

Μια αεροπορική εκστρατεία των ΗΠΑ χωρίς αμφιβολία θα αποδεκατίσει τις αεροπορικές δυνάμεις της Βενεζουέλας, αλλά θα απαιτηθεί σημαντική προσπάθεια για να καταστείλει και να καταστρέψει τις πυροβολαρχίες εδάφους-αέρος. Αυτό θα είναι μια περίπλοκη προσπάθεια, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τις δυνάμεις του Καντάφι, οι μονάδες αεράμυνας της Βενεζουέλας θα επωφελούνται από το γεγονός ότι είναι κινητές και την αφθονία τόσο αστικού περιβάλλοντος, όσο και ζούγκλας. Επιπρόσθετα, ο στρατός της χώρας, ως σύνολο, είναι πολύ μεγάλος, χωρίς να προστεθούν διάφορες παραστρατιωτικές ομάδες, και σχετικά καλά εξοπλισμένοςμε ελαφρά και βαρέα όπλα. Με αυτές τις δυνάμεις και δεδομένης του εδάφους θα απαιτηθεί παρατεταμένη αεροπορική επιχείρηση για να τις καταστείλει.

Εφιάλτης η διοικητική μέριμνα

Εκτός εάν μια επέμβαση πυροδοτήσει μαζική εξέγερση που θα ανατρέψει γρήγορα την κυβέρνηση, οποιαδήποτε προσπάθεια για εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων θα αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα. Δεδομένου το μεγέθους και του πληθυσμού της Βενεζουέλας θα απαιτηθεί μια ευμεγέθης στρατιωτική δύναμηαπό την χώρα ή τις χώρες που θα εισβάλλουν. Ενας τέτοιος στρατός θα πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πορείας που θα ακολουθήσει στη Βενεζουέλα.

Η απόβαση είναι εγγενώς επικίνδυνη γιατί οι αμφίβιες επιχειρήσεις είναι από τις πλέον περίπλοκες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Χερσαία εισβολή από την Κολομβία ή τη Βραζιλία αντιμετωπίζουν δύσκολο ανάγλυφο, περίπλοκο εφοδιασμό και εκτενείς γραμμές ανεφοδιασμού που θα είναι ευάλωτες σε επιθέσεις ανταρτών. Στην πραγματικότητα μια επέμβαση θα μπορούσε γρήγορα να πάρει διαστάσεις μιας εκ των μεγαλύτερων στρατιωτικών επιχειρήσεων παγκοσμίως μετά την εισβολή στο Ιρακ το 2003.

Όλα τα παραπάνω τονίζουν το γιατί μια στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν συγκρίνεται με προηγούμενες στην περιοχή, όπως στη Γρανάδα (1983), την Αϊτή(1994-1995) ή τον Παναμά (1989-1990). Δε είναι επίσης παρόμοια με αυτή του 2011 στην Λιβύη.

Ο πληθυσμός, το μέγεθος, το ανάγλυφο και ο οπλισμός της Βενεζουέλας «εξασφαλίζουν» ότι μια μακρά στρατιωτική επιχείρηση θα είναι σχεδόν αναπόφευκτη αν η αρχική δράση δεν ανατρέψει γρήγορα την κυβέρνηση Μαδούρο ή δεν προκαλέσει την κατάρρευση των ενόπλων δυνάμεων.

Ακόμα και εάν μια επίθεση ήταν επιτυχημένη, οι επικεφαλής της θα αντιμετωπίσουν μια πολύ μπερδεμένη κατάσταση στην οποία θα πρέπει να στραφούν από τις πολεμικές επιχειρήσεις στην στήριξη μιας νέας κυβέρνησης και τις προσπάθειες ανάταξης της κατεστραμμένης οικονομίας και του συστήματος διανομής τροφίμων, χωρίς να αναφερθούμε στην προοπτική να αντιμετωπίσουν πιθανές επιθέσεις και μια παρατεταμένη εξέγερση από δυνάμεις Chavistas που θα χάσουν τα προνόμιά τους. Και υπάρχουν και άλλα πιεστικά ζητήματα, όπως ένα μεταναστευτικό κύμα, οι συνέπειες της σύρραξης στον ενεργειακό τομέα ή μια δυνητική εξάπλωση της βίας.

Για να το θέσουμε απλά, η ανατροπή του Μαδούρο μέσω εξωτερικής επέμβασης είναι απίθανο να προσφέρει μια παράκαμψη στην επίλυση των αμέτρητων προβλημάτων της Βενεζουέλας.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1663090/giati-h-epemvash-sth-venezoyela-den-einai-peripato.html

Η γεωπολιτική των Βαλκανίων και η γεωστρατηγική της Ελλάδας. *

0

Του Νίκου Καρατουλιώτη Υποστράτηγου ε.α. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη “Μακεδονία της Κυριακής” 3 Φεβρουαρίου 2019.

Βαλκάνια, το μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης , ή πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης. Οι πολιτισμικές , θρησκευτικές και εθνικές προσμίξεις της περιοχής καθώς και οι μειονότητες είχαν σαν αποτέλεσμα να τους αποδοθεί ακόμη και εδεσματολογική ονομασία (βαλκανική σαλάτα).

Σε καμιά περιοχή γεωγραφικά περιορισμένη περιοχή  του κόσμου, δεν θα συναντήσουμε τόσες εθνότητες και γλώσσες.

Η ορεογραφία της περιοχής έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτισμικής πολυπλοκότητας της περιοχής.

Βασικός παράγοντας αυτής της ιδιομορφίας, είναι η γεωγραφία της βαλκανικής. Ενώ στην Ευρώπη, οι Άλπεις την διασχίζουν σε παράλληλο σχηματισμό, στην βαλκανική  η οροσειρά του Αίμου, οι Δυναρικές Άλπεις,   το ορεινό σύμπλεγμα Σαρ, η  οροσειρά της Πίνδου, τα  Ροδόπεια Όρη, τα Ρίλα Πλάνινα και μια σειρά από άλλες οροσειρές μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας, τέμνονται οριζόντια και κάθετα, με αποτέλεσμα την δημιουργία περίκλειστων μικρών ή μεγαλυτέρων περιοχών. Αυτός ο γεωγραφικός κατακερματισμός της περιοχής είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία πολλών μικρών κρατών με τις όποιες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες σε καθένα από αυτά.

Αυτό σε συνδυασμό με τη θρησκευτική πολυπλοκότητα της περιοχής αλλά και τον επικίνδυνο εθνικισμό που αναπτύχθηκε από τον εσωτερικό γεωγραφικό απομονωτισμό, αποτέλεσε διαχρονικό σημείο τριβής και έντασης των λαών. Ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι οι μειονότητες είναι καλά προσανάμματα για την δημιουργία εντάσεων και πολέμων. Οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποίησαν αυτήν την ιδιαιτερότητα της περιοχής, προκειμένου να επιβάλουν τα συμφέροντα τους.

Από πλευράς Γεωπολιτικής είναι ένα κομβικό σημείο συνάντησης δύο ηπείρων (Ασίας – Ευρώπης) και τριών θαλασσών (Αδριατικής- Μαύρης θαάλασσας- Μεσογείου).

Η βαλκανική ως περιοχή της Rimland, θεωρείται στρατηγικό σημείο καθόσον απομονώνει την Ευρασία από την Μεσόγειο. Από την εποχή του Τσάρου και ειδικότερα με την διαθήκη του Μεγάλου Πέτρου (για έξοδο στην θερμή θάλασσα), η Ρωσία προσπάθησε κατ’ επανάληψη την έξοδο της στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά πάντα προσέκρουε στα δυτικά συμφέροντα που είχαν σφραγίσει γεωστρατηγικά την περιοχή, προκειμένου η Ευρασία να παραμείνει στο εσωτερικό της.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης εδώ συγκρούστηκαν τα ενδοϊμπεριαλιστικά  συμφέροντα της Ρωσίας με την Γερμανία αλλά ταυτόχρονα και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόλο που οι Γερμανοί ήταν οι πρώτοι που  ξεκίνησαν τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, εν τούτοις οι Ηνωμένες Πολιτείες την τελευταία στιγμή υφάρπαξαν την μεταπολεμική λεία των Βαλκανίων.

Η γεωστρατηγική αξία των Βαλκανίων στην μετα-Σοβιετική εποχή είναι αναβαθμισμένη και αυτό φαίνεται από την μετακίνηση των αμερικανικών βάσεων από την Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη σε χώρες των Βαλκανίων. Έτσι αλλάζει η εστίαση του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών από την Κεντρική Ευρώπη προς την περιοχή της Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής, όπου εξελίσσεται το μέγα γεωπολιτικό παίγνιο των αγωγών.

Τα βαλκάνια είναι ο ενδιάμεσος κρίκος στον γεωστρατηγικό άξονα Καύκασος – Βαλκάνια – Μεσόγειος – Μέση Ανατολή. Σε αυτή την γραμμή θα δοθεί η μάχη της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης και ο γεωπολιτικός απομονωτισμός της Ρωσίας.

Εδώ παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο, οι ΗΠΑ να ερωτοτροπούν με το Ισλάμ και να δημιουργούν το μουσουλμανικό τόξο των Βαλκανίων, από την Τουρκία μέχρι την Αλβανία, ενώ στην Ανατολή (Αφγανιστάν, Ιράκ, κλπ), το ΝΑΤΟ πολεμά εναντίον του Ισλάμ.

Μέσα σε αυτή την λογική δημιουργήθηκε το κρατίδιο της Fyrom, προκειμένου να μπει ως μαξιλάρι  ανάμεσα στην φίλο Ρωσική Σερβία και την «άτακτη» ενεργειακά Ελλάδα (αγωγός Μπουργκάζ Αλεξανδρούπολη). Η ομόδοξη  Ελλάδα με την Σερβία και «όπισθεν» αυτής η Ρωσία θα μπορούσαν να αποτελέσουν «άξονα», σε βάρος των συμφερόντων της Δύσης ( ΗΠΑ, αλλά και Γερμανίας).

Στη ίδια λογική η Δύση στηρίζει την Fyrom, αλλά και προκειμένου να την «σταθεροποιήσει» την εντάσσει στο ΝΑΤΟ μετά την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών.

Μετά τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την δημιουργία νέων κρατών στην περιοχή τα αμερικανικά συμφέροντα ήταν πιο εύκολο να επιτύχουν τους στόχους τους: Πρώτον, τον απομονωτισμό της Ευρασίας (δηλαδή της Heartland) και δεύτερον, την δημιουργία μιας σφήνας στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης, προκειμένου να αποτελεί ένα αποτρεπτικό παράγοντα αυτονόμησης της Ευρώπης από τα αμερικανικά συμφέροντα.

Η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδος

Η συνομωσία της γεωγραφίας και της ιστορίας τοποθέτησαν την Ελλάδα στον κρισιμότερο γεωπολιτικό σταυροδρόμι, στο σημείο συνάντησης Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής

Στην προσπάθεια να τοποθετηθεί γεωγραφικά η Ελλάδα το μόνο που κατορθώνει κανείς με σαφήνεια είναι οι γεωγραφικές της συντεταγμένες. Ότι δηλαδή η Ελλάδα βρίσκεται στο βόρειο ημισφαίριο της Γης, μεταξύ του 34ου και 41ου παραλλήλου  και ότι αποτελεί το σταυροδρόμι τριών ηπείρων.

Μερικοί την τοποθετούν στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, κάποιο άλλοι στα βαλκάνια και κάποιο άλλοι στο κέντρο της Μεσογείου. Η τελευταία εκδοχή είναι μάλλον και η πιο σωστή από γεωστρατηγικής άποψης.

Η μοναδική γεωγραφική ιδιομορφία του ελλαδικού χώρου, με έναν ορεινό  κατά βάση κορμό που είναι πεπλατυσμένος στον Βορρά για να γίνει μακρόστενος όσο κατεβαίνουμε Νότια. Τα συνεχόμενα παράλια με φυσικά λιμάνια περιμετρικά αυτής με την ταυτόχρονη ύπαρξη πολυάριθμων νησιών, αποτελούν μια χώρα με μοναδική γεωστρατηγική αξία καθόσον είναι η πύλη εισόδου της Ευρώπης προς την Ασία και την Αφρική, αλλά και το αντίστροφο.

Στον ελλαδικό χώρο βρίσκονται δύο από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία στραγγαλισμού (choke points), δηλαδή τα Δαρδανέλια και το Σουέζ. Η ισχύς των Δαρδανελίων ελαχιστοποιείται χωρίς τα ελληνικά νησιά Σαμοθράκη και Λήμνος που ελέγχουν την δίοδο (ταπώνουν) και δίνουν στρατηγικό βάθος στην περιοχή. Είναι αδύνατος η διαφύλαξη της διώρυγας του Σουέζ χωρίς την Κύπρο και την Κρήτη. Η Ελλάδα είναι η τελευταία γραμμή του δακτυλίου σύσφιξης (Rimland),  με αποτέλεσμα να στραγγαλίζει την Ευρασία (Heartland).

Το Αιγαίο με τις τρεις γραμμές αμύνης που χαράζουν τα νησιά:

  • Άνδρος – Μύκονος – Ικαρία – Σάμος
  • Μήλος – Θήρα- Αστυπάλαια- Κως και
  • Κρήτη – Κάσος – Κάρπαθος – Ρόδος,

απαγορεύει την έξοδο στόλου της Ευρασίας προς τη Μεσόγειο και συνεπώς αποτελεί σημαντικό γεωστρατηγικό παράγοντα.

Είναι αδύνατος η οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση προς τις περιοχές κρίσεων της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της Βόρειας Αφρικής χωρίς την χρήση της γεωστρατηγικής αξίας της Ελλάδας.

Από την Μεσόγειο και τα ελληνικά νησιά διέρχεται ο ενεργειακός διάδρομος της Μέσης Ανατολής. Από την Μαύρη Θάλασσα και το Αιγαίο διέρχεται ο (σχεδιαζόμενος)  ενεργειακός διάδρομος της Ρωσίας. Η γραμμή  Καύκασος – Μαύρη Θάλασσα – Μέση Ανατολή – Βόρεια Αφρική, είναι οι δρόμοι της ενέργειας για την Νότια Ευρώπη και συναντούνται στο γεωενεργειακό σταυροδρόμι που λέγεται Ελλάδα. Αυτό επιτάσσει δυνατότητα ελέγχου της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής και Κεντρικής Μεσογείου περιορίζοντας ή ισορροπώντας την ανάλογη τουρκική προσπάθεια.

Η καίρια θέση της Ελλάδας στην υδρόγειο και οι αξιόλογες συγκοινωνίες της, ιδιαίτερα οι θαλάσσιες και εναέριες, καθιστούν την Ελλάδα μια στρατηγική περιοχή παγκόσμιας αξίας.

Η Ευρώπη ένεκα της οργανικής δομής της ως ιμπεριαλιστική δύναμη, επιθυμεί και επιδιώκει την επέκταση της (νέες αγορές, πρώτες ύλες, υδρογονάνθρακες, κλπ.) και επειδή αυτό προς δυσμάς είναι αδύνατο, είναι προφανές ότι μόνο προς ανατολάς είναι εφικτό. Η επεκτατική πολιτική της δυστυχώς περνά μέσα από την Ελλάδα και το ζητούμενο είναι ποιος θα διαχειριστεί προβλήματα τέτοιου μεγέθους, όπου στον συγκεκριμένο χώρο της Μεσογείου η αντιπαράθεση πολυποίκιλων και αντιτιθέμενων συμφερόντων έχουν αιματοκυλήσει την περιοχή. Το ενεργειακό πολιτικό παίγνιο και οι νέες γεωενεργειακές συμμαχίες στην περιοχή σε συνδυασμό με την γεωπολιτική ρευστότητα της Μεσογείου, αλλά και την γεωστρατηγική θέση της Ελλάδος την καθιστούν μοναδική στην παρούσα φάση.

Η σχεδόν βέβαιη ύπαρξη υδρογονανθράκων στην περιοχή, σε συνδυασμό με τα συμφέροντα των αγωγών της Νότιας Διαδρομής, αλλά και τις αντιπαλότητες των δρώντων δυνάμεων στον συγκεκριμένο χώρο, ενισχύουν ακόμη περισσότερο την στρατηγική αξία της Ελλάδας.

Ο καθορισμός, επομένως, των στόχων της γεωπολιτικής της Ελλάδας είναι μια δύσκολη υπόθεση που περνά μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες των συμφερόντων μεγάλων δυνάμεων, αλλά και της «γείτονος» εξ Ανατολών Τουρκίας, η οποία έχει θέσει ως ζωτικούς της χώρους (εναέριο, θαλάσσιο και χερσαίο) τμήματα της Ελλάδας.

Συμπεράσματα

Το γεωστρατηγικό εκτόπισμα της Ελλάδας στην παρούσα φάση είναι μέγιστο και δυνητικά η πατρίδα μας θα μπορούσε να είναι «δρών» παίκτης στη ευρύτερη περιοχή, ως γέφυρα Ανατολής – Δύσης, αλλά και Βορά –Νότου.

Πως όμως είναι δυνατόν να συμβεί αυτό, με μια  χρεωκοπημένη οικονομία; Η γεωστρατηγική αξιοποίηση της χώρας μας, απαιτεί  μιαν ακμαία εθνική οικονομία και ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Το λεχθέν υπό του Δημοσθένη «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων », διαχρονικό.

Πως είναι δυνατόν, η Ελλάδα να αντιμετωπισθεί ισότιμα από τις συμμαχίες της; όσο πίσω της βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι της, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης»;.

Πως είναι δυνατόν η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και το ΝΑΤΟ, να σε πάρουν στα σοβαρά; Όταν έχουν αντιληφθεί, ότι η λογική που λειτουργεί ο νεοέλληνας μέσα στις συμμαχίες είναι: άλλοι να μας ταίζουν και άλλοι να φυλάν τα σύνορα μας;

Η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζει κανέναν όταν πίσω από αυτή, βρίσκεται μια χώρα υποθηκευμένη με δανικά και έναν πλαδαρό λαό που έμαθε στον υπερκαταναλωτισμό.

Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες , που απαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν μπορούν να αξιοποιήσουν την γεωστρατηγική ισχύ της χώρας και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και βάθους.

*Βιβλιογραφία: Γεωπολιτική Σκακιέρα – η Ελλάδα στο κέντρο των γεωστρατηγικών συγκρούσεων. Εκδόσεις Ηρόδοτος, συγγραφέας Νίκος Καρατουλιώτης.

 

Κοζάνη 30/1/19

Νίκος Καρατουλιώτης Υποστράτηγος ΕΑ.