Αρχική Blog Σελίδα 2708

«Μία τραγωδία χωρίς κανένα μεγαλείο»

0

Το τελευταίο άρθρο του Σαράντου Καργάκου στο pronews.gr:

Πρίν τρία χρόνια, σέ μιά κλειστή συντροφιά, πού τώρα δέν ὑφίσταται πιά, ἕνας εὐγενικός φίλος μοῦ ἔλεγε τά ἑξῆς στοχαστικά: «Καλά, νά ψηφίσουν τόν ΣΥΡΙΖΑ ἄνθρωποι φτωχοί, παρασυρμένοι ἀπό τά παχειά του λόγια, τό κατανοῶ.

Νά τόν ψηφίσουν νέοι πού κατάπιαν τό δόλωμα τῶν 751 εὐρώ, ἐπίσης τό κατανοῶ, ὅπως κατανοῶ καί τήν περίπτωση τῶν εὐπίστων πού θεωροῦσαν εὔκολη δουλειά τήν κατάργηση τῶν μνημονίων καί τή διαγραφή τῶν δανείων μέ μιά μόνο μονοκονδυλιά.

Ὅμως, τό νά ψηφίσουν τοῦτο τό πολιτικό συνονθύλευμα ἄνθρωποι καλοβαλμένοι, πού εἶχαν τό σπιτάκι τους, τό ἐξοχικούλι τους, τό αὐτοκινητάκι καί τίς αὐτοκινητάρες τους καί πλῆθος ἄλλα ἀγαθά, ἔτσι ἀπό μιά λόξα ἀλλαγῆς, ἐπειδή τά ἄλλα κόμματα τούς μύριζαν “παλιουλίλα”, αὐτό δέν τό κατανοῶ, οὔτε τό συγχωρῶ.

Ἀπεναντίας, τό θεωρῶ ὄχι μόνο παράλογο ἀλλά καί ἠλίθιο». Προσπάθησα νά τοῦ ἐξηγήσω ὅτι ἡ λεγομένη ἀστική τάξη (ἄν καί στήν Ἑλλάδα δέν πιστεύω νά ὡρίμασε τέτοια τάξη), ἔχει μιά τάση αὐτοχειριασμοῦ. Ἔχει, ὅμως, καί τήν πολυτέλεια νά ἐπιλέγει ἡ ἴδια τόν δήμιό της. Γι’ αὐτό καί ὁ Λένιν εἶχε πεῖ μέ τήν ὠμή εἰλικρίνεια πού τόν διέκρινε τό ἑξῆς: «Ἡ ἀστική τάξη θά μᾶς δώσει τά καρφιά, γιά νά καρφώσουμε τό φέρετρό της»!

Προσωπικά, δέν μέ ἐκπλήσσει πού γιά μιά ἀκόμη φορά ἡ φερόμενη ὡς ἀστική τάξη «ὀφλισκάνει μωρίαν», δηλαδή βλακεύει. Αὐτό πού μέ ἐκπλήσσει εἶναι τοῦτο: πῶς δηλαδή δοκιμασμένοι καί μεγάλης πολιτικῆς πείρας παλαιοί Ἀριστεροί πίστεψαν πώς ἕνας ἀδοκίμαστος ἡγέτης, ἐπί κεφαλῆς ἑνός κομματικοῦ συρφετοῦ, μπορεῖ νά κάνει ἀριστερή πολιτική.

Ἡ παροῦσα κυβέρνηση ἔκανε τόσες δεξιές (ἀλλά ἀδέξιες) στροφές, πού δέν θά τολμοῦσε νά κάνει οὐδεμία δεξιά κυβέρνηση. Κανείς δέν ὑπῆρξε τόσο εὐπειθής στά κελεύσματα τῆς κυρίας Μέρκελ καί τοῦ κυρίου Τράμπ, στόν βαθμό πού ὑπῆρξαν ὁ κ. Τσίπρας καί οἱ συνεργάτες του.

Καί ποῦ ἐφθάσαμε τώρα; Ὁ πολιτικός οὐρανός τῆς Ἑλλάδος μοιάζει μέ τοῖχο μπογιατισμένο ἀπό ἀτζαμῆδες ἐλαιοχρωματιστές. Ὁ λόγος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, πού ἄλλοτε κελάρυζε σάν τό νερό βουνίσιας πηγῆς, τώρα ἀντηχεῖ σάν πένθιμη ὠδή πού παίζεται ἀπό γκρανκάσα. 

Πολλά λόγια μέ μπόλικο τίποτα. Ὑπάρχουν ὅμως, ὅπως πάντα, πολλές βαρειές ἐκφράσεις. Κατανοῶ τήν ἀδυναμία του νά ἀπαντήσει ἀλλά δέν τό θεωρῶ συμφέρον του νά ὑποχρεώνεται σέ κάθε δύσκολη στιγμή νά βρίζει. Αὐτός καί τά στελέχη του.

Τώρα ἡ κυβέρνηση, μετά τή διπλή συμφορά τῆς Μάντρας, μετά τό ὁλοκαύτωμα στόν Μπουτζᾶ καί στό Μάτι, μετά τήν κατάπτυστη ὑπογραφή τῶν Πρεσπῶν καί τή διατεταγμένη ὄξυνση τῶν σχέσεών μας μέ τήν Ρωσσία, αἰσθάνεται τόση ἄνεση σάν νά κάθεται πάνω σέ… ἀχινούς! Ἀπό πολλές ἀπόψεις μοιάζει μέ κολυμβητή πού πάνω σ’ ἕναν βράχο τόν ἔχουν ἀποκλείσει τά νερά τῆς παλίρροιας.

Τό κυβερνητικό σχῆμα, ὅσο κι ἄν κατά καιρούς ἀνανεώθηκε (βλ. περίπτωση κ. Κουβέλη), μοιάζει μέ τήν ἑταιρεία «Ἀέρας κοπανιστός καί… Σία»! Ἕνα ἀπό τά πολλά πού διδάσκει ἡ ἱστορία εἶναι πώς οἱ πάντες –ἀκόμη καί οἱ πλέον ὀξυδερκεῖς– ὑπόκεινται σέ διαψεύσεις.

Τό «μπουλούκι» τοῦ ΣΥΡΙΖΑ καί ὁ «μπουλουκσῆς» του πίστευαν ὅτι θά μείνουν ἀρκετό καιρό στήν ἐξουσία ὥστε νά βγάλουν ρίζες. Τά πράγματα δείχνουν ὅτι στίς ἑπόμενες ἐκλογές θά κοποῦν… σύριζα!

Τόν πρῶτο καιρό εἶχαν μιά εὐκολολογία πού τούς ἐπέτρεπε νά πείθουν τούς ὀπαδούς καί λοιπούς προσηλύτους ὅτι μποροῦν νά κάνουν τή γῆ νά σταματήσει νά κινεῖται ἤ ὅτι μποροῦν σάν τόν Μίδα νά πιάνουν τίς πέτρες καί αὐτές νά γίνονται χρυσάφι. Ὅμως, τό μόνο πού μπόρεσαν εἶναι νά κάνουν τό χρυσάφι… πέτρες.

Δυστυχῶς, μιά χώρα σάν τή δική μας, πού εἶναι Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καί ἤθελε ἡγέτη Μωυσῆ, βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ κ. Τσίπρα ἡγέτη χαμηλῆς ὀροφῆς.
Τό δυσάρεστο, ὅμως, δέν εἶναι ἡ ἀποτυχία. Τό δυσάρεστο εἶναι ἡ συνεχής διευρυνόμενη ἀπάθεια τοῦ λαοῦ μας, ἄν ὄχι ὁλικά, πάντως σέ σεβαστό σημεῖο μερικά. Πρόκειται γιά τήν ἀποδοχή τῆς κακομοιριᾶς σάν «κισμέτ». Σάν ἀναπότρεπτη μοῖρα. Θυμᾶμαι ἀπό τά νεανικά μου ἀναγνώσματα μιά φράση τῆς ἀστείρευτης Ἀγκάθα Κρίστι: «Εἶναι σάν κάποιους πού ἔχουν ζήσει πολύν καιρό μέ τήν ἀναπηρία τους, πού σχεδόν τήν ἔχουν ξεχάσει».

Ἤ πού τήν θεωροῦν σάν φυσιολογική κατάσταση, ὅπως οἱ κλοσσάρ, δηλαδή οἱ ἄστεγοι τοῦ Παρισιοῦ, τήν ἀστεγασιά τους. Αὐτό εἶναι μιά νέα μορφή τραγωδίας χωρίς μεγαλεῖο, μιά νέα μορφή δράματος πού δέν γεννᾶ κανένα ρῖγος. Μόνο ἀπάθεια. 
Λυπᾶμαι! Ἀπό ὅλη αὐτή τήν τραγωδία τά μόνα πού θά μᾶς μείνουν εἶναι κάποια ὁμιλία τοῦ κ. Ζουράρι ἤ κάποια δήλωση τοῦ κ. Κουβέλη. Τήν τραγωδία συχνά διαδέχεται ἡ κωμωδία. Μιά κωμωδία χωρίς γέλιο.

*Ο Σαράντος Καργάκος είναι ιστορικός, συγγραφέας.

 

House Dems announce wide-ranging probe of Trump

0

Intelligence panel to restart Russia investigation, ask whether Trump is compromised

The House intelligence committee announced a wide-ranging probe into President Trump’s administration Wednesday, questioning whether he, his children or his businesses have been compromised by foreign agents who have “leverage” over him.

Chairman Adam Schiff’s move defies Mr. Trump, who just a day earlier warned Congress in his State of the Union address that hopes for bipartisan cooperation this year rest on forgoing “ridiculous partisan investigations.”

The California Democrat said not only will his panel restart the Russia election-meddling investigation that Republicans conducted — and said they had concluded — in the last Congress, but he’ll go much broader, looking into whether anyone has managed to “compromise” the president.

“The committee must fulfill its responsibility to provide the American people with a comprehensive accounting of what happened, and what the United States must do to protect itself from future interference and malign influence operations,” the congressman said.

As a first step, he said the committee will release transcripts from the probes conducted in the last Congress, and he said the panel is committed to releasing investigative interview transcripts, though he signaled he will control the timetable.

Mr. Schiff’s five-part investigative plan includes reinvestigating “the scope and scale” of Russia’s election meddling; any “links” to the Trump campaign; whether any foreigner has “sought to compromise or holds leverage” over the president or his family; whether they are vulnerable to blackmail; and whether anyone is trying to interfere with congressional investigations into all of those issues.

– The Washington Times –

Το Κυπριακό Ζήτημα τότε και σήμερα

0
Η σκληρή λογική του Νεοκλασικού Ρεαλισμού στο τρίγωνο Ελλάδος-Τουρκίας-Κύπρου
Ένας στρατονόμος, φρουρός στους τάφους στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στον Τύμβο Μακεδονίτισσας, στην Λευκωσία, στις 19 Ιουλίου 2018. YIANNIS KOURTOGLOU / REUTERS.
Περίληψη:

Παρότι η Κύπρος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού, φαίνεται ότι ένα υπολογίσιμο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν θα ήθελε να πολεμήσει για την Κύπρο επιτιθέμενο στην Τουρκία και, συνεπώς, οι Έλληνες ηγέτες θα δίσταζαν να προχωρήσουν σε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο όπως έπραξαν και το 1964, το 1967 και το 1974. Ωστόσο, τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΡΟΥΝΑΚΟΣ κατέχει MSc στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές από το Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Το Κυπριακό πρόβλημα αποτελεί μια από τις πλέον μακροχρόνιες περιφερειακές συγκρούσεις, ευθέως συγκρινόμενη με το Παλαιστινιακό και το Κουρδικό. Στην κορύφωση της σύγκρουσης, μέσα σε μόλις μια εικοσαετία, το νησί γνώρισε διαδοχικά εθνικοαπελευθερωτική ένοπλη εξέγερση, εγκαθίδρυση ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, διεθνοτικές συγκρούσεις, de facto εθνοτικό διαχωρισμό και τελικά εθνική εκκαθάριση και διχοτόμηση.

Η ιστοριογραφία για την συγκεκριμένη περίοδο εμφανίζεται ακόμη και σήμερα στρατευμένη υπό την σημαία των εκατέρωθεν εθνικισμών. Η εξωτερική πολιτική των δρώντων συνήθως ερμηνεύεται με όρους συνωμοσιολογίας, ειδικά όσον αφορά την συμπεριφορά της ηγεμονικής δύναμης των ΗΠΑ. Εναλλακτικά, η επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τι έγινε εκείνη την ταραγμένη περίοδο και κυρίως γιατί έγινε.

ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ – ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

O όρος «Νεοκλασικός Ρεαλισμός» πρωτοεμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 1998 σε ένα άρθρο του Gideon Rose (νυν διευθυντή του Foreign Affairs στις ΗΠΑ) στην επιθεώρηση World Politics: «Ο Νεοκλασικός Ρεαλισμός υποστηρίζει ότι οι φιλοδοξίες και σκοποί της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας, πηγάζουν από την σχετική ισχύ της σε σχέση με τις άλλες δυνάμεις. Μολαταύτα, οι συντελεστές ισχύος επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική με έμμεσο και πολύπλοκο τρόπο, καθώς οι συστημικές πιέσεις μεταφράζονται σε εξωτερική πολιτική μέσα από ενδιάμεσες μεταβλητές στο επίπεδο του κράτους, όπως είναι οι πεποιθήσεις των ληπτών αποφάσεων (decision makers) και η ίδια η δομή του κράτους».

06022019-1.jpg

Ένας στρατονόμος, φρουρός στους τάφους στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στον Τύμβο Μακεδονίτισσας, στην Λευκωσία, στις 19 Ιουλίου 2018. YIANNIS KOURTOGLOU / REUTERS
——————————————————————————-

Οι πολιτικές που αφορούν την εθνική ασφάλεια και επιβίωση του κράτους, δηλαδή την εξωτερική του πολιτική, συγκροτούνται και εφαρμόζονται από μια κλειστή ομάδα: Τον αρχηγό του κράτους, τους υπουργούς του και τους αρμόδιους γραφειοκράτες, κυρίως διπλωμάτες και στρατιωτικούς. Η ομάδα αυτή έχει προνομιακή πρόσβαση σε πληροφόρηση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, με αποτέλεσμα να είναι καλύτερα εξοπλισμένη στο να λαμβάνει τα συστημικά ερεθίσματα και να «προσλαμβάνει» το εθνικό συμφέρον. Οι ηγέτες αυτοί, έχοντας ορίσει τα εθνικά συμφέροντα με βάση τις παραστάσεις τους, ασκούν την εξωτερική πολιτική με βάση τους υπολογισμούς τους για την σχετική ισχύ του κράτους τους και τις λοιπές προτεραιότητες τους, πάντα όμως λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους τούς περιορισμούς στο εσωτερικό του κράτους. Γιατί είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να διαπραγματεύονται με τους εσωτερικούς δρώντες (νομοθετικά σώματα, πολιτικά κόμματα/ ή αντίπαλες φατρίες σε περίπτωση αυταρχικών καθεστώτων, οικονομικούς κλάδους, κοινωνικές τάξεις ή και την κοινωνία στο σύνολο της), ώστε να μπορούν να ενεργοποιούν πολιτικές και κυρίως να αντλούν τους αναγκαίους πόρους από την κοινωνία για την εφαρμογή τους.

Σύμφωνα με το θεωρητικό υπόδειγμα του νεοκλασικού ρεαλισμού, οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής λαμβάνονται κάτω από την επήρεια της εκάστοτε ισορροπίας δυνάμεων (όπως αυτή προσλαμβάνεται από τους decision makers) και με βάση τις πεποιθήσεις των ελίτ και την εσωτερική πολιτική κατάσταση.

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΤΗ Ν.Α. ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η μεταπολεμική οικονομική μεγέθυνση της Ελλάδας οδήγησε σε οικονομική σύγκλιση έναντι της Τουρκίας, παρά το διευρυνόμενο πληθυσμιακό πλεονέκτημα της τελευταίας. Η Ελλάδα σε όλη την δεκαετία του ’60 και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του ’70, είχε συγκρίσιμο σε απόλυτα μεγέθη ΑΕΠ (άρα και οικονομική ισχύ) σε σχέση με την Τουρκία. Και δαπάνησε για την άμυνά της τα ίδια ποσά που δαπάνησε και η Τουρκία: Οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες κατά την εικοσαετία 1954-1974 ανήλθαν σε σταθερές τιμές στο 89% των αντίστοιχων τουρκικών, εξισορροπώντας το αριθμητικό πλεονέκτημα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων με ποιοτικούς εξοπλισμούς, κυρίως σε αεροπορία (αεροσκάφη 2ης γενιάς) και ναυτικό (υποβρύχια Type 209). Σε συνδυασμό με τα πλεονεκτήματα της γεωγραφίας που διαχρονικά αδυνατίζουν την δυνατότητα προβολής της τουρκικής χερσαίας ισχύος (υδάτινο κώλυμα Έβρου και νησιά Αιγαίου), η Ελλάδα φαίνεται ότι σε όλο το διάστημα της δεκαετίας 1964-1974 αποκαθιστά μια γενική ισορροπία δυνάμεων με την Τουρκία στο θέατρο Αιγαίου και Έβρου.

Όμως, στο θέατρο Κύπρου, η γεωγραφία επιτρέπει στην Τουρκία την δυνατότητα αεροπορικής και ναυτικής υπεροχής. Η ελληνική πλευρά εξισορροπεί προσωρινά το τουρκικό πλεονέκτημα με την ανάπτυξη χερσαίας στρατιωτικής ισχύος επί του πεδίου στην ίδια την Κύπρο, ανάμεσα στο 1964 και το 1967 (μεταφορά ελληνικής μεραρχίας, ίδρυση και στελέχωση τις Εθνικής Φρουράς). Με βάση τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής και την αδυναμία νυχτερινών αεροπορικών επιχειρήσεων, φαίνεται ότι χερσαίες δυνάμεις όπως η ελληνική μεραρχία και η Εθνική Φρουρά θα μπορούσαν να επιβιώσουν και σε περιβάλλον εχθρικής αεροπορικής υπεροχής, με την προϋπόθεση κατάλληλης εκπαίδευσης και την ύπαρξη έγκαιρης προειδοποίησης.

Μολαταύτα, κατά την διάρκεια της κρίσης του 1964, η Ελλάδα δεν προχωρά σε δραστικές ενέργειες (π.χ. ένωση του νησιού με την Ελλάδα) παρά το ότι έχει ουσιαστικά ανατρέψει την τοπική ισορροπία δυνάμεων προς όφελός της, με τη μεταφορά της ελληνικής μεραρχίας στο νησί και ενώ οι Τούρκοι είναι ακόμα ανέτοιμοι για αποβατικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, και κατά την επόμενη κρίση το 1967, ενώ υφίσταται ακόμη ισορροπία δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα (και στο θέατρο Κύπρου), η Ελλάδα γίνεται θύμα της τουρκικής επιβολής (coercion), υποχωρώντας θεαματικά μπροστά στο τουρκικό casus belli και υποβαθμίζοντας την αποτροπή της με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας.

Το επόμενο διάστημα μέχρι το 1974, παρά την συνεχιζόμενη ισορροπία εκτός θεάτρου Κύπρου και την εντατικοποίηση των ελληνικών εξοπλισμών, η Κύπρος καθίσταται στρατηγική όμηρος της Τουρκίας, καθώς η χερσαία αποτροπή της επί του νησιού διαβρώνεται ραγδαία. Η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας το 1967 και η παραμέληση της Εθνικής Φρουράς τα επόμενα χρόνια από το καθεστώς Μακαρίου καθώς και η εμπλοκή της στον κυπριακό εμφύλιο και τον ανταγωνισμό εξουσίας μεταξύ Μακαρίου και χούντας, αποδυναμώνουν καθοριστικά την ελληνική πλευρά στο θέατρο Κύπρου, επιφέροντας νομοτελειακά την στρατηγική ήττα.

Συνοψίζοντας, με βάση την κρατούσα ισορροπία δυνάμεων, η Ελλάδα:

α. θα μπορούσε το 1964 να επιχειρήσει δυναμική ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας την τοπική χερσαία υπεροχή της,

β. δεν χρειαζόταν να υποχωρήσει το 1967 μπροστά στην τουρκική επιβολή καθώς υφίστατο ισορροπία δυνάμεων και στην Κύπρο και στο σύνολο του πεδίου αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα δεν έπραξε τίποτα από τα παραπάνω. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τo γιατί με την βοήθεια του Νεοκλασικού Ρεαλισμού.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Μέχρι το οδυνηρό καλοκαίρι του 1974, η ελληνική πολιτική ήταν σταθερά προσανατολισμένη στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η επιθυμία για ένωση προερχόταν απευθείας από την ίδια την λογική της Μεγάλης Ιδέας, καθώς η Κύπρος μαζί με τη Βόρεια Ήπειρο αποτελούσαν τα τελευταία εδάφη όπου διέμεναν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους. Την ένωση επιδίωκαν ταυτόχρονα Αριστεροί και Δεξιοί, όπου οι Αριστεροί επικαλούνται περαιτέρω και τον ιδεολογικό στόχο της αποτίναξης του βρετανικού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού. Η υπόθεση της Κύπρου συνέγειρε ταυτόχρονα τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των μαζών αλλά και των ελίτ: Αναφέρεται χαρακτηριστικά η περίπτωση του «ρεαλιστή» Ευάγγελου Αβέρωφ, πρωτεργάτη των Συμφωνιών της Ζυρίχης, αλλά και του διπλωμάτη Α. Βλάχου (του πλέον αμφίθυμου από τις ελληνικές ελίτ απέναντι στην σκοπιμότητα του αγώνα της ΕΟΚΑ), οι οποίοι «λυγίζουν» και υποκλίνονται συναισθηματικά μπροστά στον αγώνα (και την θυσία) των νέων της ΕΟΚΑ.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ενώ οι ελληνικές ελίτ συμφωνούσαν ομόθυμα ως προς τον στόχο, ήταν διαιρεμένες όσον αφορά την στρατηγική για την επίτευξη της ένωσης:

-Η Ριζοσπαστική (ή Μαχητική) σχολή, ήθελε την ένωση το συντομότερο δυνατό, προσπαθώντας να την επιφέρει ακόμη και με δυναμικό και ριψοκίνδυνο τρόπο, όπως ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ ή, κατά μια έννοια, και το πραξικόπημα κατά Μακαρίου το 1974.

-Η Πραγματιστική σχολή, ήθελε την ένωση να επέρχεται σε βάθος χρόνου, με προσεκτικές κινήσεις που δεν θα έρχονταν κατά το δυνατόν σε σύγκρουση με τους αντίπαλους της ένωσης, Μ. Βρετανία και Τουρκία. Η πολιτική ουδετερότητας του Ελευθέριου Βενιζέλου ως προς την εξέγερση των Ελληνοκυπρίων το 1931 και η πολιτική Καραμανλή-Αβέρωφ που οδήγησε στις Συμφωνίες της Ζυρίχης ,είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτής της σχολής.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, υπήρξαν κομβικά σημεία στο Κυπριακό (Κρίσεις 1964, 1967), όπου διαφορετικές ελληνικές κυβερνήσεις κλήθηκαν να πάρουν σημαντικές αποφάσεις Πολέμου και Ειρήνης. Ας δούμε τι έγινε σε κάθε μια από αυτές.

ΚΡΙΣΗ 1964 – ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο Δεκέμβριος του 1963 αποτελεί το κρίσιμο σημείο καμπής για τις δυο κοινότητες στην Κύπρο. Η δύσκολη συγκατοίκησή τους από το 1960 έως το 1963 οδηγείται σε ένα αιματηρό διαζύγιο με τις δυο πλευρές εξοπλισμένες και έτοιμες για μια διεθνοτική σύγκρουση με βαθιές ρίζες στην άνοδο των εθνικισμών (που δημιουργούν αρνητικά στερεότυπα εκατέρωθεν), αλλά και στο συναίσθημα ανωτερότητας των Ελληνοκυπρίων (που πηγάζει βέβαια από την πραγματικότητα: Οι Ελληνοκύπριοι είναι πολύ περισσότεροι, πιο πλούσιοι και πιο μορφωμένοι από τους Τουρκοκύπριους). Τους θεωρούν συνεπώς κατώτερους και φυσικά δεν είναι έτοιμοι να τους παραχωρήσουν την πολιτική ισότητα που προβλέπει η Ζυρίχη (ούτε λόγος φυσικά για ομοσπονδοποίηση, η οποία θα σήμαινε και κάποιας έκτασης γεωγραφικό διαχωρισμό, επομένως και πιθανές μετακινήσεις πληθυσμού…). Εξάλλου, η έννοια του consociationality (εθνοτικός συναινετισμός) [1] που περιγράφει καλύτερα το καθεστώς της Ζυρίχης είναι ακόμη πολύ προωθημένη για την εποχή της…

Και η Ελλάδα; Ποιοι και πως καθορίζουν την Κυπριακή πολιτική της;

Οι υπεύθυνοι χάραξης εξωτερικής πολιτικής στην μεταπολεμική Ελλάδα είναι βέβαια οι εκάστοτε πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), αλλά με ισχυρές επιρροές από τους έτερους πόλους εξουσίας: Τον βασιλικό θεσμό και τον στρατό (που ελέγχεται παραδοσιακά από το Παλάτι), ενώ ο υπερατλαντικός ηγεμόνας οπωσδήποτε προσπαθεί να επιβλέπει την διαδικασία παραγωγής εξωτερικής πολιτικής, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θίγονται τα ζωτικά του συμφέροντα. Εξάλλου, και οι υπόλοιποι δρώντες παραδοσιακά χρησιμοποιούν τις ΗΠΑ σαν σημείο αναφοράς και άντλησης επιρροής.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ

Η Ένωση Κέντρου αναλαμβάνει την εξουσία το Νοέμβριο του 1963 ως κυβέρνησης μειοψηφίας, μετά από 11 χρόνια δεξιάς διακυβέρνησης. Οι παραστάσεις εξωτερικής απειλής που έχει η νέα κυβέρνηση είναι ο παραδοσιακός από βορρά κίνδυνος, δηλαδή της Βουλγαρίας [2]. Την βουλγαρική απειλή συμμερίζονται εξάλλου το σύνολο των ελληνικών ελίτ ως την σημαντικότερη εξωτερική απειλή για όλη την διάρκεια από τον Μεσοπόλεμο έως τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Είναι φυσικό, καθώς η Βουλγαρία είναι η παραδοσιακά αναθεωρητική δύναμη στην περιοχή έναντι της Ελλάδας:

-Την διεθνοτική σύγκρουση σε επίπεδο ανταρτοπόλεμου στην αρχή του 20ου αιώνα (Μακεδονικός Αγώνας) διαδέχεται ο αιματηρότατος Β’ Βαλκανικός Πόλεμος με τρόπαιο και πάλι την ανατολική και κεντρική Μακεδονία.

-Την συνακόλουθη εκκαθάριση της συγκεκριμένης περιοχής από το βουλγαρικό στοιχείο και τον αποικισμό της με Μικρασιάτες πρόσφυγες ακολουθεί η δαπανηρότατη προσπάθεια της Ελλάδας την δεκαετία του ’30 για αμυντική της οχύρωση (Γραμμή Μεταξά).

-Η Γραμμή Μεταξά δεν εμποδίζει τελικά την βουλγαρική κατοχή στην ελληνική ανατολική Μακεδονία (1941-1944) που συνοδεύτηκε από εντονότατες προσπάθειες εκβουλγαρισμού και εθνικής εκκαθάρισης.

Την πρόσληψη της απειλής μεγεθύνει περαιτέρω το στρατηγικό μειονέκτημα του μικρού βάθους της ελληνικής ενδοχώρας στην περιοχή [3].

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΛΙΤ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΟΝΤΑΙ

Το ξέσπασμα της διεθνοτικής βίας στην Κύπρο, βρίσκει την Ελλάδα απροετοίμαστη: Οι Καραμανλής και Αβέρωφ είχαν επανειλημμένα πιέσει τους Ελληνοκύπριους μέσα στο 1963 να μην διαταράξουν το status quo στην Κύπρο. Η έλευση της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία μπορεί να ήταν ένα επιπλέον έναυσμα για τον Μακάριο να καταγγείλει την Ζυρίχη: Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε μεν αποδεχθεί την συμφωνία με επιφυλάξεις το 1959, αλλά χρησιμοποίησε πολλές φορές το χαρτί του εθνικισμού και την καταγγελία της (αντιδημοφιλούς) Ζυρίχης για να χτυπήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους της ΕΡΕ κατά την διάρκεια του «Ανένδοτου» την περίοδο 1961-1964. Μολαταύτα, ο έμπειρος ΥΠΕΞ Σοφοκλής Βενιζέλος, παραδοσιακός κεντρώος πολιτικός και συνιδρυτής της Ένωσης Κεντρώων μαζί με τον Γεώργιο Παπανδρέου, καταλαμβάνεται απέναντι στις πρωτοβουλίες των Ελληνοκυπρίων από αισθήματα έκπληξης και έντονης δυσφορίας [4]. Όπως και ο προκάτοχος του Αβέρωφ, θεωρούσε την Τουρκία απαραίτητο σύμμαχο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ για την αντιμετώπιση της απειλής από τον Βορρά. Επομένως, οι ομαλές ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν για την Αθήνα μεγαλύτερη προτεραιότητα από την αναθεώρηση του status quo στην Κύπρο. Την διαφωνία του υπουργού του συμμερίζεται και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο οποίος στην 1η επιστολή του προς Μακάριο, τον Φεβρουάριο, διατυπώνει το Δόγμα του «Εθνικού Κέντρου»: «Εν τη εννοία της ενότητος του Ελληνισμού και της επαυξημένης ευθύνης των Αθηνών,…επιθυμώ…όπως συντελεσθή μεταξύ ημών πλήρης και συνεχή επαφή, συνεννόησις και εναρμόνισις απόψεων».

06022019-2.jpg

Η πύλη της βρετανικής βάσης της RAF, στο Ακρωτήρι της Κύπρου, στις 13 Απριλίου 2018. YIANNIS KOURTOGLOU / REUTERS
————————————————————————-

Πράγματι, οι ραγδαίες εξελίξεις και η στρατιωτικοποίηση της διαμάχης στην Κύπρο, οδήγησαν την Αθήνα σε δίλημμα: Από τη μια, η (σχεδόν αυτόματη) πίεση στην Αθήνα για στρατιωτική αντίδραση και θωράκιση των Ελληνοκυπρίων απέναντι στους Τουρκοκύπριους και την ίδια την Τουρκία, και από την άλλη το ρίσκο της κλιμάκωσης και το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικού πολέμου.

Η πίεση για στρατιωτική αντίδραση πήγαζε βέβαια κυρίως από ιδεολογικούς λόγους: Στην Κύπρο υπήρχαν Έλληνες που τώρα απειλούνταν από τον προαιώνιο εχθρό, τους Τούρκους. Ήταν σαφές ότι οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να δράσει για να προστατεύσει αυτούς τους Έλληνες. Οι υπολογισμοί για την ισορροπία δυνάμεων ήταν επίσης άδηλοι για την ελληνική πλευρά, καθώς η στρατιωτική ενίσχυση της Κύπρου αντιπροσώπευε πρωτόγνωρες προκλήσεις για την Ελλάδα της εποχής.

Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα από μια σύσκεψη της πολιτικής (συμμετέχουν οι αρχηγοί Ένωσης Κέντρου και ΕΡΕ) και στρατιωτικής ηγεσίας υπό τον Διάδοχο στις 25/1/1964 [5].

Ο Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρει:
– «Ήκουσα είμεθα εις σαφή αδυναμίαν συγκρουσθώμεν με Τούρκους εν Κύπρω. (σσ: δεν έχει οργανωθεί ακόμη η Εθνική Φρουρά ούτε έχει σταλεί η ελληνική μεραρχία) … Άποψιν μειονεκτικής μας θέσεως δεν συμμερίζονται διάφοροι αξιωματικοί ΓΕΣ … Εάν πράγματι μειονεκτώμεν … έχομεν συμφέρον αποφύγωμεν δυναμικήν λύσιν και επιδιώξωμεν πολιτικήν … νομίζω επίσης ότι προληπτικώς είναι απαραίτητον δώσωμεν εντύπωσιν ότι είμεθα αποφασισμένοι δια σύγκρουσιν ίνα ούτω προλάβωμεν δυναμικήν λύσιν. Επιβάλλεται, όμως, απόλυτος προσοχή εις εκλογήν τρόπου προληπτικής μεθόδου ίνα αποφευχθή εμπλοκή … πρέπει πεισθούν Κύπριοι ότι δυναμική αναμέτρησης εις Κύπρον είναι καταστρεπτική δι’ αυτούς. Δια τούτο διαπράττουν σφάλμα ανεύθυνοι στρατιωτικοί ενθαρρύνοντες Κυπρίους ότι δυνάμεθα βοηθήσωμεν αυτούς αποτελεσματικώς». (σ.σ: στην ίδια όμως σύσκεψη ο Α/ΓΕΣ σημειώνει ότι «Δύναμις αντιστάσεως εν νήσω όχι μικρά. Υπεροχή πληθυσμού και οργάνωσις Ελληνοκυπρίων …Τούρκοι ικανοί μεταφέρουν μόνον 1 μεραρχίαν και δια τούτο θα χρειασθούν αρκετάς ημέρας»! Και πιο πριν, ο ίδιος τονίζει ότι «…έχομεν εις τάξιν ετοιμότητος με προειδοποίησιν 8 ωρών ελαττουμένην εις 4 ώρας συγκρότημα δύναμης Συντάγματος που περιλαμβάνει μοίρα καταδρομών, δυο ίλες τεθωρακισμένων, αλεξιπτωτιστών κλπ»).
– «Είναι αδιανόητον να σκεπτόμεθα και να μελετώμεν ελληνοτουρκικό πόλεμο» (σ.σ: Σε παρατήρηση του Α/ΓΕΣ ότι «..πρεπει να γίνει σχέδιο δράσης, 1. Προς Κύπρον, 2. Εις Αιγαίον, 3. Εις Θράκην»).

Ο δε Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός τότε της ΕΡΕ, σημειώνει:
-«Επανέρχομαι σε σκέψιν ην είχα διατυπώσει 1-2 Ιανουαρίου όπως έχομεν ετοίμην δύναμιν όχι δια σύγκρουσιν αλλα δι’ ειρηνικήν απόβασιν εις περίπτωσιν τουρκικής αποβάσεως … ο άξιος διπλωμάτης κ. Παλαμάς … συνεφώνησεν ότι τοιαύτη ειρηνική απόβασις και παρουσία ειρηνικού ελληνικού στρατού εις Κύπρον παραλλήλως προς τουρκικόν θα απετέλει σπουδαιότατον atout εις χείρας ελληνικής διπλωματίας..ώστε να υπάρχη δυνατότης πιέσεως (θα φύγωμεν εάν φύγουν οι Τούρκοι)».
-«Τι θα πράξη η ΕΛΔΥΚ εις περίπτωσιν αιματηράς τουρκικής αποβάσεως λαμβάνοντες υπ’όψιν πατριωτισμό και τιμήν Έλληνος στρατιώτου;», όπου ο Γ. Παπανδρέου του απαντά: «…δεν δυνάμεθα εμποδίσωμεν εμπλοκήν ΕΛΔΥΚ αφήνοντες Ελληνοκύπριους να σφάζονται».

Η σύσκεψη κλείνει με τον Έλληνα πρωθυπουργό να συνοψίζει ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται σε περίπτωση τουρκικής αποβάσεως να αποβιβάσει και αυτή ελληνικό στρατό. Και ο Διάδοχος προχωρεί ένα βήμα παραπέρα: «Εάν μεν η τουρκική απόβασις είναι αναίμακτος έχει καλώς, εάν όχι, αποφασίζομεν από τώρα αποστολήν δυνάμεων προς απόβασιν υπό μορφή πολεμικής επιχειρήσεως;».

Οι ανωτέρω στιχομυθίες αντανακλούν ασφαλώς τα διλήμματα και την υπό διαμόρφωσιν στρατηγική σκέψη, καθώς οι ελληνικές ελίτ προσπαθούν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον αστάθειας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Πόσα, όμως, ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει ο Παπανδρέου για την ένωση;
Οι εξελίξεις στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα έδειξαν ότι ο ιστορικός ηγέτης της Ένωσης Κέντρου δεν θα μπορέσει τελικά να βρει τα μέσα για να εξυπηρετήσει την στρατηγική της ένωσης.

-Θα υπάρξει πολύ φειδωλός σε ανταλλάγματα προς την Τουρκία. Ίσως να αναλογίστηκε το προηγούμενο της Ζυρίχης, ενώ σίγουρα δίστασε να αναλάβει το πολιτικό κόστος της αιτιολόγησης αυτών των ανταλλαγμάτων στο εσωτερικό. Η ελληνική πλευρά προσήλθε αρχικά στην διαπραγμάτευση για το Σχέδιο Acheson με την άποψη ότι η Τουρκία πρέπει να αποδεχθεί την ένωση, για το καλό της Ατλαντικής Συμμαχίας, χωρίς κανένα αντάλλαγμα! Αργότερα προσέφερε το Καστελόριζο, και τέλος δέχθηκε την παραχώρηση βάσης όχι σαν κυρίαρχο έδαφος, αλλά υπό καθεστώς εκμίσθωσης.

-Δεν θα ασκήσει καμία πίεση στους Ελληνοκύπριους για αποδοχή του Σχεδίου, αντίθετα θα δεχτεί, σχεδόν παθητικά, την (αντίστροφη) πίεση του Μακαρίου μέσω της ίδιας της εσωκομματικής αντιπολίτευσής του και του συμπολιτευόμενου Τύπου.

Η ειρηνική απόβαση της ΕΛΔΥΚ/Μ (ελληνικής μεραρχίας) στην Κύπρο τον Απρίλιο του 1964 και η αναποφασιστικότητα των Τούρκων να απαντήσουν με το ίδιο νόμισμα (κυρίως λόγω ανετοιμότητάς τους και δευτερευόντως εξαιτίας της αμερικανικής αντίδρασης (επιστολή Johnson), καθορίζουν το σημείο της μέγιστης ελληνικής ισχύος και το σημείο όπου η Ελλάδα πλησιάζει στην ένωση περισσότερο από ποτέ,

Συνοψίζοντας, το καλοκαίρι του 1964:

-Η Ελλάδα είχε χερσαία στρατιωτική κατοχή εδάφους με φίλιο πληθυσμό και έλεγχο των κυρίων λιμένων και αεροδρομίων.
-Η Τουρκία πέραν της δυνατότητας (ημερήσιων) αεροπορικών βομβαρδισμών, στις οποίες πράγματι προχώρησε τον Αύγουστο του 1964, δεν είχε κατάλληλα πλωτά μέσα και εκπαιδευμένες δυνάμεις για να πραγματοποιήσει βίαιη απόβαση.
-Οι ΗΠΑ όχι μόνο ανέχονταν αλλά παρότρυναν την Ελλάδα να προχωρήσει σε ένωση.

Τελικά, ο Μακάριος θα αρνηθεί να συναινέσει στην ένωση. Πέρα από την απροθυμία του για αυτοδιάλυση του κράτους του (ας αναλογιστούμε και την ρήση του Τάσσου Παπαδόπουλου το 2004: «Παραλάβαμεν κράτος και δεν θα παραδώσωμεν κοινότητα»), μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η επικράτησή του στο 95% του εδάφους, καθώς οι Τουρκοκύπριοι είχαν απομονωθεί πλέον στους θύλακες τους και κυρίως η (φραστική) υποστήριξη που έλαβε από την ΕΣΣΔ στις 16/8/1964, του προσέδιδαν αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να αποκρούσει τις μεθοδεύσεις της Αθήνας (και γιατί όχι και των ΗΠΑ και Βρετανίας;), ενώ η Αθήνα θα αποφύγει τελικά να επιδιώξει μονομερή ενέργεια εναντίον του Μακαρίου καθώς θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος αποσταθεροποίησης και εθνικού διχασμού [6]. Και λίγο αργότερα θα απορρίψει και το (βελτιωμένο για την Αθήνα) 2ο Σχέδιο Acheson.

ΚΡΙΣΗ 1967 – Η ΕΛΛΑΔΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ

Η παρέλευση περίπου 3 ετών από τον Αύγουστο του 1964 μέχρι τη νέα κρίση τον Νοέμβριο του ’67 επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην περιοχή, καθώς στην Αθήνα μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών διαμορφώνει τη νέα ηγετική τάξη, σαφώς πιο αμφίθυμη έναντι των Ελληνοκυπρίων, λιγότερο ελεγχόμενη από τον Μακάριο και με ισχυρότερη ροπή προς την ένωση.

Η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση δεν είχε ριζοσπαστικές απόψεις για το Κυπριακό Ζήτημα: Η πολιτική της ήταν συνέχεια της προσπάθειας, στην αρχή του ίδιου του Γεωργίου Παπανδρέου και ακολούθως των ασταθών κυβερνήσεων της Αποστασίας, για αναβίωση μιας συνεννόησης με την Τουρκία στο πλαίσιο μιας ένωσης με ανταλλάγματα. Η συνέχεια αυτή ήταν λογική, καθώς ο βασιλιάς και ο νέος ΥΠΕΞ, Πιπινέλης, που συμμετείχαν ενεργά στην διαμόρφωση της ελληνικής πολιτικής και κατά τα προηγούμενα έτη, ήταν παραδοσιακά υπέρ της προσέγγισης Ελλάδας-Τουρκίας. Το ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Τουρκία ήταν απευκταίο, κυρίως λόγω της εμμονής τους ως προς τον από βορρά κίνδυνο: Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε σύγκρουση ταυτόχρονα στα ανατολικά και στα βόρεια σύνορά της.

Φυσιολογικά, λοιπόν, η νέα κυβέρνηση επιθυμούσε και αυτή μια διευθέτηση τύπου «ένωσης» για το Κυπριακό: Η εξέλιξη αυτή θα προσέδιδε αίγλη στο νέο καθεστώς, ειδικά στο κύριο ακροατήριο του, την παραδοσιακή Δεξιά, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε και την γενικότερη έλξη της ενωτικής ιδεολογίας στο σύνολο του πολιτικού φάσματος, μέχρι και την Αριστερά. Επίσης, θα αποκαθιστούσε φιλικές ελληνοτουρκικές σχέσεις, κάτι που αποτελούσε, όπως είδαμε, επίσης έναν σημαντικό στόχο των ελίτ. Όμως, όπως και οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει υψηλό τίμημα στην Τουρκία. Προφανώς, ανταλλάγματα όπως εκτεταμένη εδαφική κυριαρχία, θα έπλητταν το γόητρο της νέας κυβέρνησης στο εσωτερικό. Η μόνη αλλαγή που κόμιζε η νέα κυβέρνηση ήταν η σαφής βούληση να παραμερίσει δυναμικά τον Μακάριο για την επίτευξη του στόχου της ένωσης [7]. Αυτή τη φορά όμως εμπόδιο στην ένωση δεν ήταν, όπως το 1964, ο Μακάριος αλλά η ίδια η Τουρκία, η οποία αρνήθηκε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να ονομαστεί από την Αθήνα ως Ένωση.

Όταν η Εθνική Φρουρά προσπαθεί να εκκαθαρίσει την διάβαση κοντά στο χωριό Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967, προκαλούνται δυσανάλογες παράπλευρες απώλειες αμάχων Τουρκοκυπρίων και η Άγκυρα αποφασίζει επέμβαση και αρχίζει να συγκεντρώνει στρατεύματα σε Έβρο και Μερσίνα. Οι Τούρκοι ζητούν την απομάκρυνση του Γρίβα και της ΕΛΔΥΚ/Μ από την Κύπρο, καθώς και την διάλυση της Εθνικής Φρουράς. Στην ελληνική πλευρά υπάρχει προς στιγμήν η σκέψη για προληπτικούς βομβαρδισμούς τουρκικών στόχων από την ελληνική αεροπορία, όμως γρήγορα εγκαταλείπεται καθώς οι βασιλέας και Γεώργιος Παπαδόπουλος πιστεύουν ότι αυτό θα οδηγούσε σε γενικευμένο πόλεμο. Σύντομα, μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου, η Αθήνα δέχεται το σύνολο των τουρκικών αιτημάτων και μάλιστα υποχρεώνεται σε ταπεινωτική απόσυρση της μεραρχίας μόλις σε 45 ημέρες.

Η αποχώρηση της ΕΛΔΥΚ/Μ διαταράσσει ανεπανόρθωτα την χερσαία ισορροπία δυνάμεων στην Κύπρο, αποτελώντας μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που το νεοελληνικό κράτος υποχωρεί μπροστά σε απειλή χρήσης βίας (ο βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας το 1923 από την φασιστική Ιταλία είναι το μοναδικό άλλο παράδειγμα μέσα στον 20ο αιώνα, αλλά ακόμη και εκεί ο Έλληνας νομάρχης της Κέρκυρας είχε αρνηθεί την παράδοση του νησιού στους Ιταλούς…). Η ειρωνεία είναι ότι λίγοι στην Ελλάδα αντιλήφθηκαν τις συνέπειες της υποχώρησης κατά το χρονικό σημείο που αυτή έλαβε χώρα. Μεταξύ αυτών ήταν η ελληνική στρατιωτική ηγεσία που αντέδρασε έντονα αλλά μάταια. Το ίδιο συνέβη και με τον Κύπριο πρέσβυ Κρανιδιώτη. Ακόμη και ο Πιπινέλης, του οποίου η συμβολή στην υπόθεση αποχώρησης της μεραρχίας ήταν καθοριστική, περιέγραψε αργότερα με μελανά χρώματα το κενό που επήλθε στην ισορροπία Δυνάμεων [8]:

«…Η διενέργεια (εφεξής) τουρκικής αποβάσεως εν Κύπρω (σ.σ: εξαιτίας της απόσυρσης των ελληνικών δυνάμεων και της αμερικανικής ουδετερότητας) … αναγκαστικώς θα επιφέρει και εμπλοκή της Ελλάδος … είναι αδύνατο να παραμείνωμεν σιωπηλοί θεαταί μιας κατακρεουργήσεως του ελληνικού πληθυσμού της Νήσου. Αλλά μια ουσιαστική αεροπορική ή ναυτική βοήθεια εξ Ελλάδος είναι δια γνωστούς λόγους ανέφικτος … Εμπλοκή μας αφ’ ετέρου εις πόλεμον εν Θράκη προς αντιπερισπασμόν, θα μας εξέθετε εις μεγαλυτέρους κινδύνους, δεδομένου ότι η αναλογία δυνάμεων είναι εις βάρος μας δυο προς ένα, τα δε εντεύθεν του Έβρου μέχρι της Αδριατικής σύνορά μας εκτεθειμένα εις πάσης φύσεως επιδρομές».

Γιατί όμως υποχώρησε η Ελλάδα στο τουρκικό casus belli;

Υπενθυμίζουμε ότι με βάση την ανάλυσή μας υφίστατο ισορροπία δυνάμεων τον Νοέμβριο του 1967 ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, σε τοπικό (θέατρο Κύπρου) και γενικό επίπεδο. Ειδικά στην Κύπρο, η βιωσιμότητα της Μεραρχίας προϋπέθετε έγκαιρη προειδοποίηση και δράση της τη νύκτα, όταν η τουρκική αεροπορία θα επέστρεφε στις βάσεις της. Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις υφίσταντο κατά την διάρκεια της κρίσης. Όπως και το γεγονός ότι λόγω του χειμώνα, η βίαιη ζεύξη του Έβρου θα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα για τους Τούρκους.

Όμως, οι ελληνικές ελίτ υποχωρούν γιατί δεν ήθελαν πόλεμο με την Τουρκία:

-Ο ΥΠΕΞ Πιπινέλης δεν πίστευε ότι υπήρχε ισορροπία δυνάμεων (βλέπε παραπάνω) και συνακόλουθα το ίδιο πίστευε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, τον οποίο ο Πιπινέλης επηρέαζε καθοριστικά. Το ενδεχόμενο τουρκικής εισβολής στον Έβρο τούς έκανε εξαιρετικά ανήσυχους σε συνδυασμό με την απειλή από βορρά. Ο ίδιος ο βασιλέας έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να πείσει άλλα μέλη της κυβέρνησης που διαφωνούσαν [9]. Επιπρόσθετα, ο Πιπινέλης, ήδη από το 1964 πίστευε ότι έπρεπε να αποσυρθεί η μεραρχία από την Κύπρο γιατί αντί η παρουσία της εκεί να βοηθά την Ελλάδα να ελέγχει το νησί, αντίθετα την καθιστούσε όμηρο της πολιτικής του Μακαρίου [10].

-Σύμμαχος του παραδοσιακού πόλου της εξωτερικής πολιτικής ήταν και ο Παπαδόπουλος, ο οποίος δεν επιθυμούσε να ρισκάρει ελληνοτουρκικό πόλεμο και (πιθανή) πτώση του νεοπαγούς καθεστώτος του. Κατά μια μαρτυρία, ανέφερε μετά το πέρας της κρίσης, ότι θεωρούσε επιτυχία την αποφυγή του πολέμου με την Τουρκία, καθώς ακόμη και αν η Ελλάδα τον κέρδιζε, το οικονομικό χάος που μοιραίως θα επέρχετο, θα αποτελούσε καταστροφή για την Ελλάδα. [11]

Αντίθετα, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία (ο πρώην Α/ΓΕΕΘΑ και νυν αντιπρόεδρος Σπαντιδάκης και οι Σωματάρχες Κόλλιας και Περίδης) αντιτάχθηκαν σφόδρα στην απόφαση απόσυρσης της ΕΛΔΥΚ/Μ [12]. Δεν γνωρίζουμε αν η στάση τους οφειλόταν στο ελληνικό φιλότιμο ή σε διαφορετική άποψη για την ισορροπία δυνάμεων. Πάντως, οι στρατηγοί Μπήτος και Πανουργιάς, γνώστες εκ της θέσεώς τους της τακτικής κατάστασης (ο πρώτος ήταν επιτελής της ΕΛΔΥΚ/Μ και ο δεύτερος Δ/ντής του 2ου επιτελικού γραφείου στο ΓΕΣ), υποστηρίζουν αμφότεροι στα βιβλία τους που έγραψαν σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι υπήρχε σαφής ισορροπία με την Τουρκία.

06022019-3.jpg

Στιγμιότυπο από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974. Πηγή: web
———————————————————————————

Σε κάθε περίπτωση, οι πεποιθήσεις της ηγεσίας σε συνδυασμό με το ένστικτο αυτοσυντήρησης του στρατιωτικού καθεστώτος, οδήγησαν σε πολιτική κατευνασμού, η οποία σήμανε και τυπικά το τέλος της ένωσης σαν επίσημης ελληνικής πολιτικής. Έκτοτε καμία αναφορά σε ένωση δεν έγινε από τους Έλληνες ιθύνοντες. Ακόμη και ο ίδιος ο Ιωαννίδης απέφυγε να χρησιμοποιήσει την Ένωση στην επίσημη ρητορική του πραξικοπήματος κατά Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974!

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ

Όπως είδαμε, λοιπόν, παραπάνω, σε κρίσιμες στιγμές μέσα στο σύντομο διάστημα μιας δεκαετίας, η εκάστοτε ελληνική ηγετική ομάδα αποφάσισε να μην πολεμήσει για την Κύπρο. Επαναλαμβάνουμε ότι σύμφωνα με τον Νεοκλασικό Ρεαλισμό, η επιλογή αυτή ερμηνεύεται με βάση τις πεποιθήσεις των ελίτ και την εσωτερική πολιτική κατάσταση.

Πεποιθήσεις ελληνικών ελίτ:

-Κανείς από τους ιθύνοντες δεν ήθελε γενικευμένο πόλεμο με την Τουρκία αλλά και ούτε ανοικτή σύγκρουση με τους Ελληνοκύπριους που επιζητούσαν την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους.
-Η μεγάλη πλειοψηφία των ελίτ είχε αμφιβολίες για την ισορροπία δυνάμεων με την Τουρκία και την έκβαση ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, σε συνδυασμό με τις παραστάσεις κινδύνου που είχαν για την βουλγαρική απειλή. Κατά κανόνα, οι στρατιωτικοί είχαν, λόγω αντικειμένου, πιο καθαρή αντίληψη της ισορροπίας δυνάμεων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την κρίση του ’67, όπου η στρατιωτική ηγεσία υποστήριξε την παραμονή της μεραρχίας στο νησί.
-Αντανακλώντας την κρατούσα ιδεολογία της Εθνικής Ολοκλήρωσης, οι ελίτ θεωρούσαν την ένωση, άνευ ουδεμίας εξαίρεσης, επιθυμητή εξέλιξη, η οποία επιπλέον θα προσέδιδε ιδιαίτερη αίγλη και υστεροφημία σε αυτόν που θα την επιτύγχανε. Αρκετοί, όμως, όπως ο Πιπινέλης, δεν την θεωρούσαν εφικτή, ενώ αρκετοί άλλοι, όπως πχ οι Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ευάγγελος Αβέρωφ και Γεώργιος Παπανδρέου, δεν πίστευαν ότι έπρεπε να καταβάλλουν υψηλό τίμημα για αυτήν.

Εσωτερικοί πολιτικοί περιορισμοί:

Σε δυο περιπτώσεις οι ηγετικές ομάδες που χειρίζονταν την ελληνική εξωτερική πολιτική είχαν περαιτέρω ισχυρούς περιορισμούς στην άσκησή της ,εξαιτίας της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης: Το 1967 ο Γ. Παπαδόπουλος, και το 1974 ο Κ. Καραμανλής, μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος, επέλεξαν να σταθεροποιήσουν την εσωτερική τους θέση παρά να αναλάβουν το ρίσκο ενός πολέμου για την Κύπρο με αβέβαιη έκβαση [13]. Σύμφωνα με τον Νεοκλασικό Ρεαλισμό, τα καθεστώτα τα οποία θεωρούν ότι είναι ευάλωτα στο εσωτερικό τους μέτωπο, έχουν περισσότερες πιθανότητες να προχωρήσουν σε συμβιβασμό στο εξωτερικό. Ως πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται στην βιβλιογραφία η εξωτερική πολιτική των Μπολσεβίκων αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η Κύπρος δεν απετέλεσε ποτέ casus belli για τον μεταπολεμικό ελληνισμό, όπως για παράδειγμα θα ήταν μια τουρκική επίθεση στην Ρόδο ή ακόμη και στο μικροσκοπικό Καστελόριζο.
Εξάλλου, οι μεταπολεμικές στρατηγικές προτεραιότητες των ελληνικών ελίτ, όπως καταγράφονται από την σύγχρονη ιστοριογραφία, ήταν:
-Η κατοχύρωση της εθνικής ασφάλειας και της άμυνας της χώρας.
-Η οικονομική της επιβίωση.
-Η σταθερότητα του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος.
Παρά, λοιπόν, τη μεταπολεμική δημόσια ρητορική στην Ελλάδα για αλλαγή του status quo στην Κύπρο, η Ελλάδα ήταν στη πραγματικότητα μια χώρα που επιζητούσε την ειρήνη, μετά από μια δεκαετία (1940-’49) εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων που επέφερε τεράστιες καταστροφές και βαθιές πληγές στον ψυχισμό της κοινωνίας της.

Ανακεφαλαιώνοντας, η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν ήταν ποτέ για τις μεταπολεμικές ελληνικές ελίτ ένα ζωτικό εθνικό συμφέρον που θα δικαιολογούσε το υψηλό, μεγάλου ρίσκου, τίμημα του πολέμου. Τελικά, η τουρκική αντίδραση και η βαθμιαία απομάκρυνση των ελληνοκυπριακών ελίτ από το ενωτικό αφήγημα, ανέβασε το τίμημα της ένωσης πολύ ψηλά για την Ελλάδα της εποχής και οδήγησε στην Ανεξαρτησία και την Διχοτόμηση.

ΠΡΟΒΟΛΗ ΣΤΗ Ν.Α. ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

Τον Ιανουάριο του 1987, δεκατέσσερα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, ο Α. Παπανδρέου διακηρύττει από το βήμα της ελληνικής Βουλής το ελληνικό casus belli σε περίπτωση περαιτέρω προώθησης της Τουρκίας στην Κύπρο: «…γιατί εάν χαθεί η Κύπρος, τελικά θα χαθεί και η Ελλάδα».

Με δεδομένη πλέον την ύπαρξη ικανών χερσαίων δυνάμεων της Τουρκίας στο νησί, μόνο ένας γενικευμένος πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας θα μπορούσε να παράσχει ικανή αποτροπή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρά τις διακυμάνσεις της δημόσιας ρητορικής σε Αθήνα και Λευκωσία έκτοτε, θεωρούμε δεδομένη την στρατιωτική σύζευξη Ελλάδας και Κύπρου σε κάποιο βαθμό: Σίγουρα υφίσταται και σήμερα στα επιτελεία ένα Σχέδιο «Κ» (Κύπρος), όπως υπήρχε και τα πρώτα ταραγμένα μεταπολεμικά χρόνια. Το τι περιλαμβάνει, είναι φυσικά μη δημόσια ανακοινώσιμο. Μπορούμε, όμως, να κρίνουμε από τις ασκήσεις, τους εξοπλισμούς Ελλάδας και Κύπρου και την διάταξη των δυνάμεων ότι, σε περίπτωση σύρραξης, η Αθήνα θα προσπαθήσει αυτή την φορά να διαρρήξει τον ναυτικό και αεροπορικό αποκλεισμό της Κύπρου που θα επιχειρήσει πάλι η Τουρκία, όπως το ’74.

Τα μέσα από ελληνικής πλευράς για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι, κυρίως, τα F16 με ενσωματωμένες δεξαμενές καυσίμου και όπλα μακράς ακτίνας δράσης, καθοδηγούμενα από ιπτάμενα ραντάρ, καθώς και τα υποβρύχια αναερόβιας πρόωσης και οι στρατιωτικές υποδομές της Κρήτης. Η κριτική επικεντρώνεται στον αν είναι αρκετά σε ποσότητα, με δεδομένο το πλεονέκτημα της τουρκικής αεροπορίας λόγω εγγύτητας στην Κύπρο. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης του ελληνικού casus belli: Αν οι αεροναυτικές επιχειρήσεις επικεντρωθούν μόνο στον κυπριακό εναέριο χώρο, τότε αργά ή γρήγορα η τουρκική αεροπορία θα υπερισχύσει. Μόνο η επέκταση των επιχειρήσεων στο υπόλοιπο ελληνοτουρκικό μέτωπο αντιπαράθεσης θα επιτρέψει μια ισορροπία.

Όσον δε αφορά την ενίσχυση της Λευκωσίας με χερσαίες δυνάμεις, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Πέραν από αερομεταφορά Ειδικών Δυνάμεων, η συνεισφορά της Αθήνας θα είναι η ΕΛΔΥΚ (ίσως η πιο αξιόμαχη μονάδα του ελληνικού στρατού) και προ-τοποθετημένος βαρύς οπλισμός (όπως τα άρματα μάχης που μεταφέρθηκαν στο νησί μετά την κρίση του 1996). Μεταφορά ικανού αριθμού στρατευμάτων στην Κύπρο εν καιρώ πολέμου αποκλείεται λόγω αποστάσεως και έλλειψης μέσων. Αλλά και περαιτέρω διαφαίνεται και μια απροθυμία της Αθήνας να στείλει στρατεύσιμους στην Κύπρο: Χαρακτηριστικά ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ιωάννης Βαρβιτσιώτης δήλωνε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ότι: «…δεν θα αφήσω κανέναν Έλληνα στρατιώτη να σκοτωθεί στην Κύπρο».

06022019-4.jpg

Το αμερικανικό αντιτορπιλικό USS Donald Cook εξοπλισμένο με καθοδηγούμενους πυραύλους, αποπλέει από το λιμάνι της Λάρνακας, στις 9 Απριλίου του 2018. U.S. Navy/Mass Communication Specialist 2nd Class Alyssa Weeks/Handout via REUTERS
————————————————————————————–

Με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται το ερώτημα που μας απασχόλησε πολλές φορές παραπάνω: Παρά την διακήρυξη του casus belli το 1987 και την ύπαρξη στρατιωτικών σχεδίων και μέσων, οι ελληνικές ελίτ θα έπαιρναν σήμερα την απόφαση να πολεμήσουν για την Κύπρο;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα αβίαστο «ναι», ειδικά μετά και την υποχώρηση της Αθήνας και της Λευκωσίας στην επιβολή της Τουρκίας και των Συμμάχων για την υπόθεση των πυραύλων S300 το όχι και τόσο μακρινό 1998… Χαρακτηριστικά, για την εξέλιξη της συγκεκριμένης κρίσης, ο τότε Κύπριος πρόεδρος, Γλαύκος Κληρίδης, υπαινίχθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο ότι η Αθήνα δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση κλιμάκωση και πιθανή γενίκευση της σύγκρουσης, εν’ όψει της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, στόχο υψίστης στρατηγικής προτεραιότητας για τις ελληνικές ελίτ της εποχής.

Πόσο πιθανός, λοιπόν, είναι σήμερα ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος για την Κύπρο;

Η βασική υπόθεση εργασίας που μπορούμε να κάνουμε είναι η ακόλουθη: Θερμή σύρραξη στο θέατρο Κύπρου θα επιφέρει αυτόματη εμπλοκή της ελληνικής αεροπορίας και του ναυτικού. Φαίνεται πραγματικά αδύνατο για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να αρνηθεί να διαθέσει αεροναυτικά μέσα στην Κύπρο, εφόσον αυτά υπάρχουν και προβλέπονται από τα σχέδια. Σε αντίθετη περίπτωση, θα αντιμετώπιζε κατηγορίες εθνικής προδοσίας… Επομένως ,αυτή την φορά τα ελληνικά αεροπλάνα και υποβρύχια, ίσως και μονάδες επιφανείας και σίγουρα μονάδες Ειδικών Δυνάμεων, θα φτάσουν στην Κύπρο.

Η επέκταση, όμως των επιχειρήσεων από πλευράς Ελλάδας, εκτός θεάτρου Κύπρου δεν πρέπει να θεωρείται σε καμία περίπτωση αυτονόητη: Θα εξαρτηθεί (όπως και την ταραγμένη δεκαετία 1964-1974) από τις πεποιθήσεις και προτεραιότητες των Ελλήνων ηγετών. Για παράδειγμα, εθνικιστές όπως ο Αντώνης Σαμαράς ή ο Πάνος Καμμένος, φαίνεται περισσότερο πιθανό να έκλιναν προς αυτή την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, η γενικότερη κατάσταση της χώρας, το επίπεδο ετοιμότητας και ισορροπίας δυνάμεων σε σχέση με την Τουρκία, η ποιότητα και οι πεποιθήσεις της ίδιας της στρατιωτικής ηγεσίας, θα είναι παράγοντες που θα μπουν περαιτέρω στην ζυγαριά της απόφασης.

Και, τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία Δυτικού τύπου, όπως η ελληνική, οι πεποιθήσεις των ληπτών αποφάσεων αντανακλούν σε κάποιο βαθμό και τις ευρύτερες πεποιθήσεις της κοινωνίας. Είναι κοινό μυστικό ότι οι κοινωνίες ευμάρειας διστάζουν να στείλουν τα παιδιά τους στον πόλεμο, ακόμη και αν αυτά είναι επαγγελματίες στρατιώτες: Το πράττουν συνήθως όταν απειλείται η ίδια τους η ύπαρξη.

Το βασικό σενάριό μας λοιπόν είναι ότι ένα υπολογίσιμο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν θα ήθελε να πολεμήσει για την Κύπρο, επιτιθέμενο στην Τουρκία και συνεπώς οι Έλληνες ηγέτες θα δίσταζαν να προχωρήσουν σε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο (όπως έπραξαν και το 1964, το 1967 και το 1974). Μολαταύτα, δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ’ ολοκλήρου και η περίπτωση όπου η συναισθηματική φύση του Έλληνα σε συνδυασμό με μια εθνικιστικών αντανακλαστικών ηγεσία θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη, και μάλιστα αν, όπως το 1974, ο κυπριακός ελληνισμός θα δεχόταν ισχυρά πλήγματα από την Τουρκία, προβαλλόμενα απευθείας στο εθνικό θυμικό διαμέσου των σύγχρονων ΜΜΕ. Το σενάριο αυτό ενισχύεται κατά την περίπτωση όπου η Τουρκία, στο πλαίσιο ενός προληπτικού αεροναυτικού πλήγματος, χτυπούσε ταυτόχρονα με την Κύπρο και στόχους στην ελληνική επικράτεια, ενεργοποιώντας αυτόματα τους κανόνες εμπλοκής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

*To δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 53 (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition και βασίζεται στο ερευνητικό έργο του συγγραφέα στο πλαίσιο της Διπλωματικής Διατριβής του με θέμα: «Ο Γεωπολιτικός Ανταγωνισμός στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο (1955-1974). Χρήση της Θεωρίας του Νεοκλασικού Ρεαλισμού για την Ερμηνεία της Εξωτερικής Πολιτικής των Δρώντων».
[1]Ο όρος αναπτύχθηκε πολύ αργότερα από τον Liphardt την δεκαετία του ’70 για να περιγράψει κοινωνίες τύπου Καναδά, Βελγίου και Ελβετίας.
[2]Βλέπε σχετική αναφορά στο Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, 1961-1964, σ. 182. Ο Ριζάς επικαλείται προγενέστερη μελέτη του Κουλουμπή, όπου Καραμανλής και Παπανδρέου παραμένουν εστιασμένοι στην Βουλγαρία ως κύρια απειλή, σε αντίθεση με τον Σ. Βενιζέλο, ο οποίος εμπιστεύεται περισσότερο στο θέμα αυτό την αποτρεπτική δύναμη που συνεπάγεται η ελληνική συμμετοχή στο ΝΑΤΟ.
[3]Χαρακτηριστικά, μια από τις απαιτήσεις της ελληνικής πλευράς στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, μετά την λήξη του 2ου ΠΠ, ήταν και η παραχώρηση από τη Βουλγαρία εδαφών πέρα από την οροσειρά της Ροδόπης, ώστε να αυξηθεί το στρατηγικό βάθος της ελληνικής αμυντικής γραμμής.
[4]Βλέπε στο Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981 Τόμος Δεύτερος, Εστία, Αθήνα 2001, σ. 157. Σημειώνεται ότι ο Σ. Βενιζέλος ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές του Μακαρίου όσο ζούσε. Απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου 1964 χωρίς να προλάβει να επιβάλλει αλλαγή πλεύσης στην Λευκωσία.
[5]Πρακτικά απόρρητης σύσκεψης στο Υπουργείο Εξωτερικών (25/1/1964). Αναφέρονται στο Π.Πετρίδης, Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό Ζήτημα (1954-1965) Ντοκουμέντα, σ. 274-281.
[6]Οι δισταγμοί για εσωτερικό διχασμό και αποσταθεροποίηση προέρχονταν εξίσου από την κυβέρνηση και τη μείζονα αντιπολίτευση. Βλέπε στο Σ. Ριζάς, Ένωση-Διχοτόμηση- Ανεξαρτησία, σ.154.
[7]Για την πρόταση για ανατροπή Μακαρίου που φέρεται να έκανε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος στον Demirel βλέπε στο Σ. Ριζάς, Ένωση-Διχοτόμηση- Ανεξαρτησία,σ. 221.
[8]Στο Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981,σ. 184.
[9]Στο Α. Παπαχελάς, Ο Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, σ. 403.
[10]Από υπόμνημα του Πιπινέλη προς Καραμανλή στις 24/11/1964 που διασώζεται στο Αρχείο Καραμανλή. Στο Σ. Ριζάς, Ενωση- Διχοτόμηση- Ανεξαρτησία, σ. 226.
[11]Πρόκειται για ιδιωτική συνομιλία του Στρατηγού Μπονάνου με τον Γ. Παπαδόπουλο στις 4 Δεκεμβρίου 1967 αμέσως μετά την λήξη της Κρίσης. Ο Μπονάνος ήταν συμμαθητής του Παπαδόπουλου στην Σχολή Ευελπίδων και διατηρούσε φιλική σχέση με τον δικτάτορα. Στο Γ. Μπονάνος, Η αλήθεια, σ. 60.
[12]Βλέπε στο Α. Παπαχελάς, Ο Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, σ. 406. Την πληροφορία δίνει σε αναφορά του τον Δεκέμβριο του ’67 ο Αμερικανός πρέσβυς Talbot, ο οποίος επίσης σημειώνει ότι η κυβέρνηση σκεπτόταν σοβαρά να εκδιώξει αυτούς τους αξιωματικούς.
[13]Για να είμαστε βέβαια ακριβοδίκαιοι, η ισορροπία δυνάμεων που «κληρονόμησε» η κυβέρνηση Καραμανλή τον Αύγουστο του 1974 ήταν πολύ δυσμενέστερη από αυτή που είχε να αντιμετωπίσει ο Γ. Παπαδόπουλος το 1967.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

ΓΙΑΤΙ ΠΗΓΕ Ο ΤΣΙΠΡΑΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ;

8

του Παντελή Σαββίδη

1.-Καθαρή εικόνα δεν υπάρχει ακόμη απο την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα.. Απο τις δηλώσεις των δύο ηγετών δεν βγαίνει τίποτε ουσιαστικό.

2.-Η διαρροή “διπλωματικών κύκλων” εστιάζει στην επανεκκίνηση της διαδικασίας της “θετικής ατζέντας”. Ως θετική ατζέντα νοείται η επανέναρξη συνομιλιών για ζητήματα χαμηλής πολιτικής. Σε ό,τι αφορά την υψηλή πολιτική οι συνομιλίες εστιάζονται στη συνάντηση των δύο υπουργών Άμυνας και των Γενικών Γραμματέων των ΥΠΕΞ των δύο χωρών. Tίποτε σοβαρό δεν θα προκύψει.  Η Τουρκία δεν θα κάνει σε τίποτε πίσω απο την πολιτική που διαμόρφωσε. Γιατί να την εγκαταλείψει;

3.-Ο κ. Τσίπρας επέμεινε στην προσέγγιση των ζητημάτων που χωρίζουν τις δύο χώρες στη βάση του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία δεν πρόκειται να δεχθεί ποτέ αυτήν την αρχή.

4.-Τότε γιατί πήγε ο κ. Τσίπρας στην Τουρκία; Αν εξαιρέσουμε τους εσωτερικούς (στην Ελλάδα) πολιτικούς λόγους που δεν μπορώ να καταλάβω τι όφελος θα του προσέδιδε μια επίσκεψη, υπάρχουν τα εξής δεδομένα:

-Ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Ε.Ε. έχουν κάποια επιρροή στον Ερντογάν αυτήν την περίοδο ώστε να επηρεάσουν τις αποφάσεις του και να βελτιώσουν, έστω, το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών.

-Η Ελλάδα δεν έχει την στρατιωτική ισχύ να περιορίσει τις φιλοδοξίες του. Μόνο αποτρεπτική δύναμη προβάλλει η Αθήνα. Ο Ερντογάν δεν περνά, προς το παρόν, την κόκκινη γραμμή.

-Άρα τι μπορεί να ισχύει; Δύο πράγματα:

ΠΡΩΤΟΝ, την προηγούμενη εβδομάδα τούρκος αρθρογράφος έγραψε πως η τουρκική οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα του ΔΝΤ. Και πως ως προϋπόθεση για να παρέμβει το Ταμείο έχει τεθεί και η βελτίωση της σχέσης με την Ελλάδα. Θα δούμε, αν αυτό ισχύει με την αλλαγή του κλίματος αντιπαράθεσης ή, ακόμη, και με τις εξελίξεις στη Συρία. Δεν μπορεί να ζητάς την υποστήριξη του Ταμείου και να διεξάγεις πόλεμο.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ το δέλεαρ της συμμετοχής στους υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου. Η κυπριακή ηγεσία δεν απέκλεισε τη συμμετοχή της Τουρκίας στην εξόρυξη υδρογονανθράκων της περιοχής με την προϋπόθεση ότι θα συμβάλλει η Άγκυρα στην επίλυση του κυπριακού.

Ο Ερντογάν στις δηλώσεις του ήταν πολύ προσεκτικός στο κυπριακό. Μίλησε, μόνο για πολιτική ισότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, στο πλαίσιο λύσης και έμεινε εκεί. Την πολιτική ισότητα η ελληνοκυπριακή πλευρά την έχει αποδεχθεί, ήδη.

Άρα, υπο το φώς των νέων οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στην ευρύτερη περιοχή, ο Ερντογάν δεν εγκαταλείπει μεν τις θέσεις του, τις προσαρμόζει, όμως,  σε ορισμένα νέα δεδομένα.

Οι βασικές τουρκικές θέσεις, όμως, θα παραμείνουν ίδιες.

Η Τουρκία μόνο με ήττα σε πόλεμο θα αλλάξει στρατηγικές της επιδιώξεις. Και αυτό, φυσικά, δεν πρόκειται να συμβεί.

Δικαιολογούν όλα αυτά επίσκεψη πρωθυπουργού στην Τουρκία; Δεν χάσαμε τίποτε αλλά δεν φαίνεται και να κερδήθηκε τίποτε ουσιαστικό.

Καλό είναι ο συμβολισμός επισκέψεων υψηλού επιπέδου να διατηρηθεί και να έχει τη σημασία και το νόημα που είχε στο παρελθόν. Να σηματοδοτεί, δηλαδή, κάτι σημαντικό.

Θα δούμε τι θα διαρρεύσει και η απέναντι πλευρά (η Τουρκία) τις επόμενες ώρες ή ημέρες.

A New Americanism

1

Why a Nation Needs a National Story

“We can write history that implicitly denies or ignores the nation-state, but it would be a history that flew in the face of what people who live in a nation-state require and demand,” Degler said that night in Chicago. He issued a warning: “If we historians fail to provide a nationally defined history, others less critical and less informed will take over the job for us.”

The nation-state was in decline, said the wise men of the time. The world had grown global. Why bother to study the nation? Nationalism, an infant in the nineteenth century, had become, in the first half of the twentieth, a monster. But in the second half, it was nearly dead—a stumbling, ghastly wraith, at least outside postcolonial states. And historians seemed to believe that if they stopped studying it, it would die sooner: starved, neglected, and abandoned.

Francis Fukuyama is a political scientist, not a historian. But his 1989 essay “The End of History?” illustrated Degler’s point. Fascism and communism were dead, Fukuyama announced at the end of the Cold War. Nationalism, the greatest remaining threat to liberalism, had been “defanged” in the West, and in other parts of the world where it was still kicking, well, that wasn’t quite nationalism. “The vast majority of the world’s nationalist movements do not have a political program beyond the negative desire of independence from some other group or people, and do not offer anything like a comprehensive agenda for socio-economic organization,” Fukuyama wrote. (Needless to say, he has since had to walk a lot of this back, writing in his most recent book about the “unexpected” populist nationalism of Russia’s Vladimir Putin, Poland’s Jaroslaw Kaczynski, Hungary’s Viktor Orban, Turkey’s Recep Tayyip Erdogan, the Philippines’ Rodrigo Duterte, and the United States’ Donald Trump.)

Fukuyama was hardly alone in pronouncing nationalism all but dead. A lot of other people had, too. That’s what worried Degler.

Nation-states, when they form, imagine a past. That, at least in part, accounts for why modern historical writing arose with the nation-state. For more than a century, the nation-state was the central object of historical inquiry. From George Bancroft in the 1830s through, say, Arthur Schlesinger, Jr., or Richard Hofstadter, studying American history meant studying the American nation. As the historian John Higham put it, “From the middle of the nineteenth century until the 1960s, the nation was the grand subject of American history.” Over that same stretch of time, the United States experienced a civil war, emancipation, reconstruction, segregation, two world wars, and unprecedented immigration—making the task even more essential. “A history in common is fundamental to sustaining the affiliation that constitutes national subjects,” the historian Thomas Bender once observed. “Nations are, among other things, a collective agreement, partly coerced, to affirm a common history as the basis for a shared future.”

Officers of the American Historical Association at their annual meeting in Washington, D.C., December 1889

Officers of the American Historical Association at their annual meeting in Washington, D.C., December 1889

But in the 1970s, studying the nation fell out of favor in the American historical profession. Most historians started looking at either smaller or bigger things, investigating the experiences and cultures of social groups or taking the broad vantage promised by global history. This turn produced excellent scholarship. But meanwhile, who was doing the work of providing a legible past and a plausible future—a nation—to the people who lived in the United States? Charlatans, stooges, and tyrants. The endurance of nationalism proves that there’s never any shortage of blackguards willing to prop up people’s sense of themselves and their destiny with a tissue of myths and prophecies, prejudices and hatreds, or to empty out old rubbish bags full of festering resentments and calls to violence. When historians abandon the study of the nation, when scholars stop trying to write a common history for a people, nationalism doesn’t die. Instead, it eats liberalism.

Maybe it’s too late to restore a common history, too late for historians to make a difference. But is there any option other than to try to craft a new American history—one that could foster a new Americanism?

THE NATION AND THE STATE

The United States is different from other nations—every nation is different from every other—and its nationalism is different, too. To review: a nation is a people with common origins, and a state is a political community governed by laws. A nation-state is a political community governed by laws that unites a people with a supposedly common ancestry. When nation-states arose out of city-states and kingdoms and empires, they explained themselves by telling stories about their origins—stories meant to suggest that everyone in, say, “the French nation” had common ancestors, when they of course did not. As I wrote in my book These Truths, “Very often, histories of nation-states are little more than myths that hide the seams that stitch the nation to the state.”

But in the American case, the origins of the nation can be found in those seams. When the United States declared its independence, in 1776, it became a state, but what made it a nation? The fiction that its people shared a common ancestry was absurd on its face; they came from all over, and, after having waged a war against Great Britain, just about the last thing they wanted to celebrate was their Britishness. Long after independence, most Americans saw the United States not as a nation but, true to the name, as a confederation of states. That’s what made arguing for ratification of the Constitution an uphill battle; it’s also why the Constitution’s advocates called themselves “Federalists,” when they were in fact nationalists, in the sense that they were proposing to replace a federal system, under the Articles of Confederation, with a national system. When John Jay insisted, in The Federalist Papers, no. 2, “that Providence has been pleased to give this one connected country to one united people—a people descended from the same ancestors, speaking the same language, professing the same religion, attached to the same principles of government, very similar in their manners and customs,” he was whistling in the dark.

One way to turn a state into a nation is to write its history.

It was the lack of these similarities that led Federalists such as Noah Webster to attempt to manufacture a national character by urging Americans to adopt distinctive spelling. “Language, as well as government should be national,” Webster wrote in 1789. “America should have her own distinct from all the world.” That got the United States “favor” instead of “favour.” It did not, however, make the United States a nation. And by 1828, when Webster published his monumental American Dictionary of the English Language, he did not include the word “nationalism,” which had no meaning or currency in the United States in the 1820s. Not until the 1840s, when European nations were swept up in what has been called “the age of nationalities,” did Americans come to think of themselves as belonging to a nation, with a destiny.

This course of events is so unusual, in the matter of nation building, that the historian David Armitage has suggested that the United States is something other than a nation-state. “What we mean by nationalism is the desire of nations (however defined) to possess states to create the peculiar hybrid we call the nation-state,” Armitage writes, but “there’s also a beast we might call the state-nation, which arises when the state is formed before the development of any sense of national consciousness. The United States might be seen as a, perhaps the only, spectacular example of the latter”—not a nation-state but a state-nation.

One way to turn a state into a nation is to write its history. The first substantial history of the American nation, Bancroft’s ten-volume History of the United States, From the Discovery of the American Continent, was published between 1834 and 1874. Bancroft wasn’t only a historian; he was also a politician who served in the administrations of three U.S. presidents, including as secretary of war in the age of American continental expansion. An architect of manifest destiny, Bancroft wrote his history in an attempt to make the United States’ founding appear inevitable, its growth inexorable, and its history ancient. De-emphasizing its British inheritance, he celebrated the United States as a pluralistic and cosmopolitan nation, with ancestors all over the world:

The origin of the language we speak carries us to India; our religion is from Palestine; of the hymns sung in our churches, some were first heard in Italy, some in the deserts of Arabia, some on the banks of the Euphrates; our arts come from Greece; our jurisprudence from Rome.

Nineteenth-century nationalism was liberal, a product of the Enlightenment. It rested on an analogy between the individual and the collective. As the American theorist of nationalism Hans Kohn once wrote, “The concept of national self-determination—transferring the ideal of liberty from the individual to the organic collectivity—was raised as the banner of liberalism.”

Liberal nationalism, as an idea, is fundamentally historical. Nineteenth-century Americans understood the nation-state within the context of an emerging set of ideas about human rights: namely, that the power of the state guaranteed everyone eligible for citizenship the same set of irrevocable political rights. The future Massachusetts senator Charles Sumner offered this interpretation in 1849:

Here is the Great Charter of every human being drawing vital breath upon this soil, whatever may be his condition, and whoever may be his parents. He may be poor, weak, humble, or black,—he may be of Caucasian, Jewish, Indian, or Ethiopian race,—he may be of French, German, English, or Irish extraction; but before the Constitution of Massachusetts all these distinctions disappear. . . . He is a MAN, the equal of all his fellow-men. He is one of the children of the State, which, like an impartial parent, regards all of its offspring with an equal care.

Or as the Prussian-born American political philosopher Francis Lieber, a great influence on Sumner, wrote, “Without a national character, states cannot obtain that longevity and continuity of political society which is necessary for our progress.” Lieber’s most influential essay,  “Nationalism: A Fragment of Political Science,” appeared in 1860, on the very eve of the Civil War.

THE UNION AND THE CONFEDERACY

The American Civil War was a struggle over two competing ideas of the nation-state. This struggle has never ended; it has just moved around.

In the antebellum United States, Northerners, and especially northern abolitionists, drew a contrast between (northern) nationalism and (southern) sectionalism. “We must cultivate a national, instead of a sectional patriotism” urged one Michigan congressman in 1850. But Southerners were nationalists, too. It’s just that their nationalism was what would now be termed “illiberal” or “ethnic,” as opposed to the Northerners’ liberal or civic nationalism. This distinction has been subjected to much criticism, on the grounds that it’s nothing more than a way of calling one kind of nationalism good and another bad. But the nationalism of the North and that of the South were in fact different, and much of U.S. history has been a battle between them.

“Ours is the government of the white man,” the American statesman John C. Calhoun declared in 1848, arguing against admitting Mexicans as citizens of the United States. “This Government was made by our fathers on the white basis,” the American politician Stephen Douglas said in 1858. “It was made by white men for the benefit of white men and their posterity forever.”

Abraham Lincoln, building on arguments made by black abolitionists, exposed Douglas’ history as fiction. “I believe the entire records of the world, from the date of the Declaration of Independence up to within three years ago, may be searched in vain for one single affirmation, from one single man, that the negro was not included in the Declaration of Independence,” Lincoln said during a debate with Douglas in Galesburg, Illinois, in 1858. He continued:

I think I may defy Judge Douglas to show that he ever said so, that Washington ever said so, that any President ever said so, that any member of Congress ever said so, or that any living man upon the whole earth ever said so, until the necessities of the present policy of the Democratic party, in regard to slavery, had to invent that affirmation.

No matter, the founders of the Confederacy answered: we will craft a new constitution, based on white supremacy. In 1861, the Confederacy’s newly elected vice president, Alexander Stephens, delivered a speech in Savannah in which he explained that the ideas that lay behind the U.S. Constitution “rested upon the assumption of the equality of races”—here ceding Lincoln’s argument—but that “our new government is founded upon exactly the opposite ideas; its foundations are laid, its cornerstone rests, upon the great truth that the negro is not equal to the white man; that slavery is his natural and moral condition.”

The North won the war. But the battle between liberal and illiberal nationalism raged on, especially during the debates over the 14th and 15th Amendments, which marked a second founding of the United States on terms set by liberal ideas about the rights of citizens and the powers of nation-states—namely, birthright citizenship, equal rights, universal (male) suffrage, and legal protections for noncitizens. These Reconstruction-era amendments also led to debates over immigration, racial and gender equality, and the limits of citizenship. Under the terms of the 14th Amendment, children of Chinese immigrants born in the United States would be U.S. citizens. Few major political figures talked about Chinese immigrants in favorable terms. Typical was the virulent prejudice expressed by William Higby, a one-time miner and Republican congressman from California. “The Chinese are nothing but a pagan race,” Higby said in 1866. “You cannot make good citizens of them.” And opponents of the 15th Amendment found both African American voting and Chinese citizenship scandalous. Fumed Garrett Davis, a Democratic senator from Kentucky: “I want no negro government; I want no Mongolian government; I want the government of the white man which our fathers incorporated.”

The most significant statement in this debate was made by a man born into slavery who had sought his own freedom and fought for decades for emancipation, citizenship, and equal rights. In 1869, in front of audiences across the country, Frederick Douglass delivered one of the most important and least read speeches in American political history, urging the ratification of the 14th and 15th Amendments in the spirit of establishing a “composite nation.” He spoke, he said, “to the question of whether we are the better or the worse for being composed of different races of men.” If nations, which are essential for progress, form from similarity, what of nations like the United States, which are formed out of difference, Native American, African, European, Asian, and every possible mixture, “the most conspicuous example of composite nationality in the world”?

A statue of Frederick Douglass pictured behind U.S. President Barack Obama at a ceremony commemorating the 150th anniversary of the 13th Amendment in Washington, D.C., December 2015

A statue of Frederick Douglass pictured behind U.S. President Barack Obama at a ceremony commemorating the 150th anniversary of the 13th Amendment in Washington, D.C., December 2015

To Republicans like Higby, who objected to Chinese immigration and to birthright citizenship, and to Democrats like Davis, who objected to citizenship and voting rights for anyone other than white men, Douglass offered an impassioned reply. As for the Chinese: “Do you ask, if I would favor such immigration? I answer, I would. Would you have them naturalized, and have them invested with all the rights of American citizenship? I would. Would you allow them to vote? I would.” As for future generations, and future immigrants to the United States, Douglass said, “I want a home here not only for the negro, the mulatto and the Latin races; but I want the Asiatic to find a home here in the United States, and feel at home here, both for his sake and for ours.” For Douglass, progress could only come in this new form of a nation, the composite nation. “We shall spread the network of our science and civilization over all who seek their shelter, whether from Asia, Africa, or the Isles of the sea,” he said, and “all shall here bow to the same law, speak the same language, support the same Government, enjoy the same liberty, vibrate with the same national enthusiasm, and seek the same national ends.” That was Douglass’ new Americanism. It did not prevail.

Emancipation and Reconstruction, the historian and civil rights activist W. E. B. Du Bois would write in 1935, was “the finest effort to achieve democracy . . . this world had ever seen.” But that effort had been betrayed by white Northerners and white Southerners who patched the United States back together by inventing a myth that the war was not a fight over slavery at all but merely a struggle between the nation and the states. “We fell under the leadership of those who would compromise with truth in the past in order to make peace in the present,” Du Bois wrote bitterly. Douglass’ new Americanism was thus forgotten. So was Du Bois’ reckoning with American history.

NATIONAL HISTORIES

The American Historical Association was founded in 1884—two years after the French philosopher Ernest Renan wrote his signal essay, “What Is a Nation?” Nationalism was taking a turn, away from liberalism and toward illiberalism, including in Germany, beginning with the “blood and iron” of Bismarck. A driver of this change was the emergence of mass politics, under whose terms nation-states “depended on the participation of the ordinary citizen to an extent not previously envisaged,” as the historian Eric Hobsbawm once wrote. That “placed the question of the ‘nation,’ and the citizen’s feelings towards whatever he regarded as his ‘nation,’ ‘nationality’ or other centre of loyalty, at the top of the political agenda.”

This transformation began in the United States in the 1880s, with the rise of Jim Crow laws, and with a regime of immigration restriction, starting with the Chinese Exclusion Act, the first federal law restricting immigration, which was passed in 1882. Both betrayed the promises and constitutional guarantees made by the 14th and 15th Amendments. Fighting to realize that promise would be the work of standard-bearers who included Ida B. Wells, who led a campaign against lynching, and Wong Chin Foo, who founded the Chinese Equal Rights League in 1892, insisting, “We claim a common manhood with all other nationalities.”

The uglier and more illiberal nationalism got, the more liberals became convinced of the impossibility of liberal nationalism.

But the white men who delivered speeches at the annual meetings of the American Historical Association during those years had little interest in discussing racial segregation, the disenfranchisement of black men, or immigration restriction. Frederick Jackson Turner drew historians’ attention to the frontier. Others contemplated the challenges of populism and socialism. Progressive-era historians explained the American nation as a product of conflict “between democracy and privilege, the poor versus the rich, the farmers against the monopolists, the workers against the corporations, and, at times, the Free-Soilers against the slaveholders,” as Degler observed. And a great many association presidents, notably Woodrow Wilson, mourned what had come to be called “the Lost Cause of the Confederacy.” All offered national histories that left out the origins and endurance of racial inequality.

Meanwhile, nationalism changed, beginning in the 1910s and especially in the 1930s. And the uglier and more illiberal nationalism got, the more liberals became convinced of the impossibility of liberal nationalism. In the United States, nationalism largely took the form of economic protectionism and isolationism. In 1917, the publishing magnate William Randolph Hearst, opposing U.S. involvement in World War I, began calling for “America first,” and he took the same position in 1938, insisting that “Americans should maintain the traditional policy of our great and independent nation—great largely because it is independent.”

In the years before the United States entered World War II, a fringe even supported Hitler; Charles Coughlin—a priest, near presidential candidate, and wildly popular broadcaster—took to the radio to preach anti-Semitism and admiration for Hitler and the Nazi Party and called on his audience to form a new political party, the Christian Front. In 1939, about 20,000 Americans, some dressed in Nazi uniforms, gathered in Madison Square Garden, decorated with swastikas and American flags, with posters declaring a “Mass Demonstration for True Americanism,” where they denounced the New Deal as the “Jew Deal.” Hitler, for his part, expressed admiration for the Confederacy and regret that “the beginnings of a great new social order based on the principle of slavery and inequality were destroyed by the war.” As one arm of a campaign to widen divisions in the United States and weaken American resolve, Nazi propaganda distributed in the Jim Crow South called for the repeal of the 14th and 15th Amendments.

The “America first” supporter Charles Lindbergh, who, not irrelevantly, had become famous by flying across the Atlantic alone, based his nationalism on geography. “One need only glance at a map to see where our true frontiers lie,” he said in 1939. “What more could we ask than the Atlantic Ocean on the east and the Pacific on the west?” (This President Franklin Roosevelt answered in 1940, declaring the dream that the United States was “a lone island,” to be, in fact, a nightmare, “the nightmare of a people lodged in prison, handcuffed, hungry, and fed through the bars from day to day by the contemptuous, unpitying masters of other continents.”)

In the wake of World War II, American historians wrote the history of the United States as a story of consensus, an unvarying “liberal tradition in America,” according to the political scientist Louis Hartz, that appeared to stretch forward in time into an unvarying liberal future. Schlesinger, writing in 1949, argued that liberals occupied “the vital center” of American politics. These historians had plenty of blind spots—they were especially blind to the forces of conservatism and fundamentalism—but they nevertheless offered an expansive, liberal account of the history of the American nation and the American people.

The last, best single-volume popular history of the United States written in the twentieth century was Degler’s 1959 book, Out of Our Past: The Forces That Shaped Modern America: a stunning, sweeping account that, greatly influenced by Du Bois, placed race, slavery, segregation, and civil rights at the center of the story, alongside liberty, rights, revolution, freedom, and equality. Astonishingly, it was Degler’s first book. It was also the last of its kind.

THE DECLINE OF NATIONAL HISTORY

If love of the nation is what drove American historians to the study of the past in the nineteenth century, hatred for nationalism drove American historians away from it in the second half of the twentieth century.

It had long been clear that nationalism was a contrivance, an artifice, a fiction. After World War II, while Roosevelt was helping establish what came to be called “the liberal international order,” internationalists began predicting the end of the nation-state, with the Harvard political scientist Rupert Emerson declaring that “the nation and the nation-state are anachronisms in the atomic age.” By the 1960s, nationalism looked rather worse than an anachronism. Meanwhile, with the coming of the Vietnam War, American historians stopped studying the nation-state in part out of a fear of complicity with atrocities of U.S. foreign policy and regimes of political oppression at home. “The professional practice of history writing and teaching flourished as the handmaiden of nation-making; the nation provided both support and an appreciative audience,” Bender observed in Rethinking American History in a Global Age in 2002. “Only recently,” he continued, “and because of the uncertain status of the nation-state has it been recognized that history as a professional discipline is part of its own substantive narrative and not at all sufficiently self-conscious about the implications of that circularity.” Since then, historians have only become more self-conscious, to the point of paralysis. If nationalism was a pathology, the thinking went, the writing of national histories was one of its symptoms, just another form of mythmaking.

If love of the nation is what drove American historians to the study of the past in the nineteenth century, hatred for nationalism drove American historians away from it in the second half of the twentieth century.

Something else was going on, too. Beginning in the 1960s, women and people of color entered the historical profession and wrote new, rich, revolutionary histories, asking different questions and drawing different conclusions. Historical scholarship exploded, and got immeasurably richer and more sophisticated. In a there-goes-the-neighborhood moment, many older historians questioned the value of this scholarship. Degler did not; instead, he contributed to it. Most historians who wrote about race were not white and most historians who wrote about women were not men, but Degler, a white man, was one of two male co-founders of the National Organization for Women and won a Pulitzer in 1972 for a book called Neither Black nor White. Still, he shared the concern expressed by Higham that most new American historical scholarship was “not about the United States but merely in the United States.”

By 1986, when Degler rose from his chair to deliver his address before the American Historical Association, a lot of historians in the United States had begun advocating a kind of historical cosmopolitanism, writing global rather than national history. Degler didn’t have much patience for this. A few years later, after the onset of civil war in Bosnia, the political philosopher Michael Walzer grimly announced that “the tribes have returned.” They had never left. They’d only become harder for historians to see, because they weren’t really looking anymore.

A NEW AMERICAN HISTORY

Writing national history creates plenty of problems. But not writing national history creates more problems, and these problems are worse.

What would a new Americanism and a new American history look like? They might look rather a lot like the composite nationalism imagined by Douglass and the clear-eyed histories written by Du Bois. They might take as their starting point the description of the American experiment and its challenges offered by Douglass in 1869:

A Government founded upon justice, and recognizing the equal rights of all men; claiming no higher authority for existence, or sanction for its laws, than nature, reason, and the regularly ascertained will of the people; steadily refusing to put its sword and purse in the service of any religious creed or family, is a standing offense to most of the Governments of the world, and to some narrow and bigoted people among ourselves.

At the close of the Cold War, some commentators concluded that the American experiment had ended in triumph, that the United States had become all the world. But the American experiment had not in fact ended. A nation founded on revolution and universal rights will forever struggle against chaos and the forces of particularism. A nation born in contradiction will forever fight over the meaning of its history. But that doesn’t mean history is meaningless, or that anyone can afford to sit out the fight.

“The history of the United States at the present time does not seek to answer any significant questions,” Degler told his audience some three decades ago. If American historians don’t start asking and answering those sorts of questions, other people will, he warned. They’ll echo Calhoun and Douglas and Father Coughlin. They’ll lament “American carnage.” They’ll call immigrants “animals” and other states “shithole countries.” They’ll adopt the slogan “America first.” They’ll say they can “make America great again.” They’ll call themselves “nationalists.” Their history will be a fiction. They will say that they alone love this country. They will be wrong

https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2019-02-05/new-americanism?utm_campaign=lepore_prerelease_prospects&utm_content=20190205&utm_medium=promo_email&utm_source=special_send

Η γεμάτη κινδύνους σημερινή επίσκεψη Τσίπρα στην Τουρκία!

0

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου* Τρίτη 05 Φεβρουαρίου 2019 liberal.gr

Για τέταρτη φορά από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Πρωθυπουργός και για να μην ξεχνιόμαστε και Υπουργός Εξωτερικών κ. Αλέξης Τσίπρας μεταβαίνει σήμερα Τρίτη στην Τουρκία για συνομιλίες με τον Πρόεδρο Ερντογάν. Πρόκειται για μία επίσκεψη που προγραμματιζόταν αρχικά για τον περασμένο Δεκέμβριο αλλά δεδομένων των τότε συνθηκών η πραγματοποίηση της κρίθηκε «μη σκόπιμη»! Κάτι που σημαίνει ότι τώρα ενάμιση μήνα μετά «κάτι άλλαξε» και κρίθηκε από την Κυβέρνηση… σκόπιμη.

Μετά την βλαπτική για τα εθνικά συμφέροντα (ξέρετε… αυτά με τα οποία δεν «παίζει» ο κ. Θεοχαρόπουλος και ο κ. Θεοδωράκης!) Συμφωνία των Πρεσπών και τα όσα προηγήθηκαν και επακολούθησαν με προχειρότητα, κουτοπονηριά και φυσικά «το αλισβερίσι με εξωτερικούς παράγοντες» φοβόμαστε τα χειρότερα και στα Ελληνοτουρκικά. Όχι μόνο δεν έχει αλλάξει κάτι στην συνεχιζόμενη επιθετική «συμπεριφορά» της Τουρκίας απέναντι στην χώρα μας αλλά έχουμε πλέον και το Δόγμα «της Γαλάζιας Πατρίδας», του οποίου την σημασία μάλλον δεν έχουμε κατανοήσει στην Ελλάδα και Κύπρο. Να τονίσουμε παρεμπιπτόντως ότι η Τουρκία έχει εξαγγείλει την περίοδο 27 Φεβρουαρίου-3 Μαρτίου την μεγαλύτερη αεροναυτική άσκηση που έχει διεξάγει εδώ και 25 χρόνια ως επίδειξη δυνάμεως, με την επωνυμία «Μαβί Βατάν» που σημαίνει «Γαλάζια Πατρίδα». Μία άσκηση που η προσκείμενη στον Ερντογάν εφημερίδα «Γενί Σαφάκ» την χαρακτήρισε εμφατικά ως πρόβα πολέμου απέναντι στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Με αυτές τις συνθήκες πιστεύουμε ότι συνιστά στρατηγικό λάθος η σημερινή, για έβδομη φορά, συνάντηση Τσίπρα-Ερνογάν στην Άγκυρα! Εκτός και αν το χρήσιμο «αριστερό» παιδί πιέζεται από «τον ξένο παράγοντα» να «κλείσει» επιτέλους και τις λεγόμενες ελληνοτουρκικές διαφορές! Ενδεχομένως κάποιος που δεν μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει Τουρκικός Αναθεωρητισμός και διάλογος με την απειλή χρήσεως στρατιωτικής βίας μπορεί δικαιολογημένα να ρωτήσει: «Μα γιατί να μην συζητήσουμε τα προβλήματα μας; Ο διάλογος δεν βλάπτει». Λογικό είναι να έχεις καλές σχέσεις με τον γείτονα σου και τα προβλήματα να τα επιλύεις με ειρηνικό διάλογο. Έλα ντε όμως που τα προβλήματα και οι εντάσεις που υπάρχουν με τον γείτονα προέρχονται από τις αυθαίρετες διεκδικήσεις του! Τα ιστορικά διδάγματα για περιπτώσεις που συνδιαλέχτηκες υπό την απειλή χρήσεως στρατιωτικής βίας είναι… αδυσώπητα.

Αν και Πρωθυπουργός εδώ και 4 χρόνια, ο κ. Τσίπρας συνεχίζει να αγνοεί τις απαιτήσεις και το πλαίσιο των κανόνων λειτουργίας του διεθνούς περιβάλλοντος. Ενδιαφέρεται πρωτίστως για την καθεστωτική του εδραίωση, την στήριξη του από «τους ξένους φίλους» για να πετύχει μία διαχειρίσιμη και «αξιοπρεπή» ήττα στις επερχόμενες εκλογές και μετά να…επανέλθει. Ανησυχούμε λοιπόν για το τι δεσμεύσεις μπορεί να αναλάβει απέναντι στον Ερντογάν μιας και δυστυχώς για την Πατρίδα μας, στον ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρούν περισσότερο σοβαρό έναν συμβιβασμό βλαπτικό για τα εθνικά μας συμφέροντα από την διασύνδεση τους με την εξουσία. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι είδους διπλωματική προετοιμασία έχει γίνει για την συνάντηση Τσίπρα – Ερντογάν! Αν όμως την συγκρίνουμε με αυτήν του Δεκεμβρίου 2017 ίσως και να … «πανικοβληθούμε».

Με διαρροές προς το ΑΠΕ μάθαμε τις τελευταίες ημέρες ότι αναμένεται να συζητηθούν τα διμερή ζητήματα με την ελληνική πλευρά να επιζητά απτές λύσεις που να συμβαδίζουν με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, ενώ σίγουρη θεωρείται και μία συζήτηση για την επανέναρξη του διαλόγου για το Κυπριακό. Μας προετοιμάζουν για κάτι; Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι δεν υπάρχουν διμερή προβλήματα πλην αυτού της οριοθετήσεως της Υφαλοκρηπίδας και όλα τα άλλα είναι μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις. Ποιες είναι οι απτές λύσεις που συμβαδίζουν με τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου όταν μάλιστα η Τουρκία το παραβιάζει παντελώς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο! Όταν ο Τούρκος ΥΠΕΞ Κ. Τσαβούσογλου συχνά πυκνά μας λέει ότι πλέον της διπλωματικής λύσεως στα «προβλήματα» μας υπάρχει και… «άλλη», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς στρατιωτική ενέργεια! Όταν έχουμε πρόσφατη εμφατική επαναφορά του casus belli!

Άλλωστε χθες ο εκπρόσωπος του Τούρκου Προέδρου, Ιμπραϊμ Καλίν δεν άφησε καμία αμφιβολία σχετικά με το κλίμα που θα διεξαχθούν οι σημερινές συνομιλίες αναφερόμενος σε ..«τουρκική μειονότητα» της Δυτικής Θράκης, μειονότητα των Ελλήνων στην Τουρκία, αλλά και στις εξελίξεις στο Αιγαίο, στην υφαλοκρηπίδα και στα …νησιά! «Συμπλήρωσε μάλιστα εμφατικά ότι «η Τουρκία θα εξακολουθήσει να επιδεικνύει αποφασιστική στάση για να προασπίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα είτε στο Αιγαίο είτε στη Μεσόγειο, είτε στη Μαύρη Θάλασσα».

Για όλα τα παραπάνω η σημερινή συνάντηση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τα μείζονα Ελληνικά συμφέροντα. Η γενεσιουργός αιτία της πολυπλοκότητας των Ε/Τ σχέσεων και των εντάσεων στο Αιγαίο και στην ΝΑ Μεσόγειο είναι η άσκηση της μακρόχρονης  τουρκικής αναθεωρητικής και ηγεμονικής πολιτικής. Ποιος Έλληνας πλην των απανταχού «Καρανικαίων» πιστεύει ότι θα μπορούσε ποτέ ο κ. Τσίπρας να πείσει τον Ερντογάν να σεβαστεί τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και να εγκαταλείψει την αναθεωρητική πολιτική του; Αυτό που έμμεσα απαιτεί η Άγκυρα είτε κεμαλική είτε νέο-οθωμανική δηλαδή «να κάτσουμε σε ένα τραπέζι να τα βρούμε και να αφήσουμε τα προβλήματα πίσω μας» είναι μία τεράστια παγίδα. Με απλά λόγια ελάτε να συζητήσετε αυτά που διεκδικούμε εμείς και τότε θα ισχύσει η «καλή γειτονία» και θα έχουμε ειρήνη! Να πετούν δηλαδή τα τούρκικα αεροπλάνα πάνω από την Σύρο και την Μύκονο, να μην τολμήσουμε να επεκτείνουμε τα χωρικά σας ύδατα σε 12ΝΜ, να μην ξαναμιλήσουμε για ΑΟΖ και οτιδήποτε άλλο που μας δυσκολεύει και μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν 152 μικρονησίδες και βραχονησίδες που είναι «γκρίζα». Με δύο λόγια «τα δικά μας, δικά μας και τα δικά σας μοιρασμένα στην μέση»!

Θέλουμε να ελπίζουμε ότι, όταν ο κ. Τσίπρας επισκεφτεί αύριο Τετάρτη την Θεολογική Σχολή της Χάλκης να μην «θριαμβολογήσει» για επικοινωνιακό εντυπωσιασμό για μελλοντική επαναλειτουργία της αποδεχόμενους τους γνωστούς όρους της Άγκυρας για το θέμα των Μουφτήδων. Η απουσία εθνικής στρατηγικής σε συνδυασμό με την καθολική ανεπάρκεια αυτής της Κυβερνήσεως και στο τομέα της εξωτερικής πολιτικής (με πρόσφατο οδυνηρό παράδειγμα την εθνικά επιζήμια συμφωνία των Πρεσπών) ανοίγουν την «όρεξη» στην Τουρκία η οποία επιβάλει πλέον «εποικοδομητικούς διαλόγους» που δεν γνωρίζουμε που θα μας οδηγήσουν. Όπως θέλουμε να ελπίζουμε και ότι δεν θα έχουμε και κάποια κοινή δήλωση Τσίπρα-Ερντογαν υποστήριξης του κοινού τους φίλου Μαδούρο!

Αναντίρρητα πρέπει να παραμείνουν οι δίαυλοι επικοινωνίας ανοικτοί τουλάχιστον σε επίπεδο Υπουργείων Εξωτερικών αλλά και Άμυνας αλλά χωρίς… bulling που είναι απαγορευτικό για οποιοδήποτε έντιμο διάλογο. Επιζητούμε ανενδοίαστα ειρήνη και σχέσεις καλής γειτονίας με την Τουρκία, αλλά αυτές πρέπει να εδράζονται πάνω σε κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο «Παρατηρητήριο Liberal».

liberal.gr

Journalist reveals document destroying gov’t narrative about July 15

0

By  TM February 5, 2019 turkishminute.com

A symbolic photo of İstanbul Bosphorus bridge on the night of the coup attempt on July 15, 2016.

An official document obtained by a Turkish journalist who currently lives in exile has increased suspicions about the way the Turkish government presents a coup attempt in the country on July 15, 2016 and suggests that the events which unfolded on that night were known by state authorities in advance.

The failed coup claimed the lives of 249 people while a thousand others were injured. The Turkish government and President Recep Tayyip Erdoğan immediately put the blame on the Gülen movement for the coup attempt and launched a massive crackdown on the movement’s followers as a result of which more than 150,000 people have been removed from state jobs while 50,000 others have been jailed on terrorism charges.

The Gülen movement strongly denies any involvement in the abortive putsch.

The document was obtained by journalist Ahmet Dönmez, who used to work for the Zaman newspaper, which was closed down following the coup attempt due to its links to the Gülen movement.

Dönmez, who works as a freelance journalist abroad, posted the document on his personal website on Monday.

The document is an official paper written and signed by Ankara public prosecutor Serdar Coşkun. The document concerns the raid on Akıncı Airbase in Ankara by the coup perpetrators on the night of July 15. The date on it reads July 16, 1 a.m., three hours after the coup attempt began to unfold.

In the document, there are references to some incidents on the night of the coup that had yet not taken place. For instance, it talks about the bombing of the Turkish Parliament and the presidential palace by the perpetrators although these incidents took place later in the night.

Photo from Ahmet Dönmez’s website.

According to an indictment concerning the incidents at Akıncı Airbase on the coup night, the first bomb was dropped on the Turkish Parliament by the putschists at 2:35 a.m., while the second was dropped at 3:24 a.m. Although nobody was killed in the attack on Parliament, the paper prepared by Coşkun says people were killed in the attack.

There are also some incidents mentioned in the document but which never took place on the night of the coup. For example, it talks about the siege of National Intelligence Organization (MİT) headquarters in Ankara and the bombing of the Special Forces Command and Security Directorate’s Intelligence Unit by the pro-coup soldiers.

The document also gives inaccurate information about the timing of the incidents that took place that evening. For instance, the document says the Boğaziçi and Fatih Sultan Mehmet bridges over the Bosporus were closed to traffic by the coup soldiers at 22:28 p.m. despite the fact that it was at 9 p.m.

Similarly, the paper says F-16 jets began to fly over Ankara at 9 p.m.; however, according to the Akıncı Airbase indictment, the first F-16 jet used by the coup plotters took off at 22:08 p.m. in Ankara.

The official document also talks about the raid on some private TV stations by the putschists, but no name is mentioned. On the night of the coup, it was only the Doğan Media Center, which hosts the CNN Türk and Kanal D TV stations and the Hürriyet newspaper, which was raided by the pro-coup military troops. The raid on the Doğan Media Center took place at 3:10 a.m., two hours after the paper was written.

The official document’s presentation of incidents around the presidential palace on the night of the coup is also suspicious. It says the presidential palace was besieged by pro-coup soldiers who aimed to “take over the palace,” but only 13 officers, three of whom were high-ranking, and 10 privates, went to the palace that night.

In addition, no bomb was dropped on the presidential complex. It was a car park and overpass near the presidential complex that were bombed on that night. These incidents took place at 6:19 a.m. according to the Akıncı Airbase indictment, five hours after prosecutor Coşkun wrote the document.

In Coşkun’s document, more inaccurate information claims the dropping of noise-generating bombs by military jets in Ankara. However, no such bomb was dropped that night. The sonic boom caused by the speed of the jets and their low altitude were mistaken for the noise-generating bombs.

Another mistake in the document concerns the appointment of new officers as the chief of general staff and force commanders by the putschists, which never happened.

At a time when no evidence had been collected and the incidents were still unfolding, the controversial document names Turkish-Islamic cleric Fethullah Gülen, whose views inspired the Gülen movement, as the instigator of the coup attempt.

“Politicians could make such a statement [accusing Gülen], but a prosecutor preparing such a document without collecting any evidence shows that his work was politically motivated rather than judicial,” says Dönmez.

According to the journalist, so many mistakes on a one-page document is not normal, and almost every single line in the document contains inaccuracies and makes one reach the conclusion that the state knew beforehand of the incidents that would take place on that night and that it was a staged coup attempt.

Many in Turkey believe that Erdoğan knew of the coup attempt or was part of the group who plotted it as he wanted a pretext to launch a crackdown on the Gülen movement as well as all his critics to consolidate his one-man rule.

Journalist reveals document destroying gov’t narrative about July 15

Ο Τραμπ και η θρασύτητα της αμερικανικής ολιγαρχίας

0
  • Του Edward Luce Financial Times/euro2day.gr

Αν ένας δισεκατομμυριούχος κατέβει ως ανεξάρτητος στις εκλογές των ΗΠΑ μπορεί να χαρίσει τη νίκη στον Τραμπ. Η «ασύμμετρη πόλωση», ο μεσαίος χώρος και ο μύθος του επιχειρηματία ως ιδανικού πολιτικού ηγέτη.

Το Δημοκρατικό κόμμα έχει λάβει την προειδοποίηση.Αν επιλέξει ένα υποψήφιο που τάσσεται υπέρ των υψηλών φόρων για να αντιπαρατεθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ την επόμενη χρονιά, ένας δισεκατομμυριούχος πιθανότατα θα μπει σφήνα στην προεδρική κούρσα, επιφέροντας φθορά.

Το κατά πόσον είναι ο Χάουαρντ Σουλτς, ο πρώην CEO των Starbucks ή κάποιος άλλος, είναι δευτερεύον ζήτημα. Οποιοσδήποτε ανεξάρτητος πλουτοκράτης έχει τα μέσα να διασπάσει τη ψήφο και να συμβάλλει στην επανεκλογή του κ. Τραμπ. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής πλουτοκρατίας θα διακινδύνευε μια δεύτερη θητεία Τραμπ για να κρατήσει χαμηλά τη φορολόγηση του.

Δεν πρόκειται για ασήμαντο ζήτημα. Ανεξάρτητοι υποψήφιοι έχουν διαμορφώσει το αποτέλεσμα σε τρεις από τις τελευταίες επτά προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ. Ακόμα και το 1% των ψήφων, όσο έλαβε η Τζιλ Στάιν, υποψήφια του Πράσινου Κόμματος, το 2016, μπορεί να αλλάξει τη σύνθεση του κολεγίου των εκλεκτόρων. Η Xίλαρι Κλίντον κέρδισε περίπου τρία εκατομμύρια ψήφος περισσότερους από τον κ. Τραμπ. Αλλά έχασε το Ουισκόνσιν, την Πενσυλβάνια και το Μίτσιγκαν για 77.000 ψήφους – περίπου όσους συγκέντρωσε στις πολιτείες αυτές η κα. Στάιν. Δαπάνησε μόλις $3,6 εκατ. για την προεκλογική της εκστρατεία. Ήταν αρκετά για να αλλάξουν την ιστορία.

Με περιουσία $3,4 δισ. ο κ. Σουλτς θα μπορούσε να δαπανήσει εκατό φορές περισσότερα από ότι η κα. Στάιν χωρίς να έχει ξοδέψει πάνω από το ένα δέκατο του πλούτου του. Αν οι Δημοκρατικοί δώσουν το χρίσμα σε κάποιον υποψήφιο ο οποίος θα επιβάρυνε ανθρώπους σαν τον κ. Σουλτς με έναν φόρο μεγάλης περιουσίας, η ικανότητα του να εξαλείψει την απειλή αυτή είναι μεγάλη. Ακόμα και αν αποφάσιζε να μην κατέβει ως υποψήφιος, η προοπτική αυτή θα μπορούσε από μόνη της να αναγκάσει τους Δημοκρατικούς να επιλέξουν έναν υποψήφιο πιο φιλικό προς τους πλουτοκράτες.

Είναι αυτό καλό για την αμερικανική δημοκρατία; Ο κ. Σουλτς υποστηρίζει ότι η αμερικανική πολιτική έχει περιέλθει σε τέλμα από την «ακραία» διαρχία του δικομματικού συστήματος. Το κάθε κόμμα είναι εθισμένο στην «πολιτική της εκδίκησης» από ότι στην εύρεση λογικών λύσεων για τα προβλήματα της χώρας. Μόνο κάποιος με το ανάστημα του κ. Σουλτς μπορεί να φέρει την ανατροπή.

Τρεις είναι οι πλάνες της πλατφόρμας του κ. Σουλτς. Η πρώτη είναι οι λάθος συσχετισμοί. Κανένας από όσους ελπίζουν να κερδίσουν το χρίσμα των Δημοκρατικών δεν συγκρίνεται με τον κ. Τραμπ. Μέχρι την εμφάνιση του κ. Τραμπ, κανένα κόμμα δεν έφτασε κοντά στο να επιλέξει κάποιον ο οποίος ήταν διατεθειμένος να καταγγείλει νόθες εκλογές πριν καν αυτές λάβουν χώρα. Αλλά και προτού εμφανιστεί, οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν μετακινηθεί προς τα δεξιά πολύ περισσότερο από ότι είχαν κινηθεί προς τα αριστερά οι Δημοκρατικοί. Οι ακαδημαϊκοί το αποκαλούν αυτό «ασύμμετρη πόλωση». Η εκτίμηση ότι το κεντρικό σημείο ανάμεσα στα δύο κόμματα ισοδυναμεί με πολιτική του κοινού νου συγχέει τη μορφή με το περιεχόμενο.

Δεύτερον, η τόλμη του κ. Σουλτς είναι παραπλανητική. Η μεγάλη του ιδέα είναι να ταράξει ένα τελματωμένο σύστημα. Ωστόσο, όσον αφορά τις πολιτικές που προτείνει, παραμένει πιστός στο status quo. Χαρακτήρισε γελοία την πρόταση για φόρο 2% σε όσους έχουν περιουσία άνω των $50 εκατ. και 3% σε αυτούς που ο πλούτος τους υπερβαίνει το $1 δισ. Παρομοίως, υποστήριξε ότι το σχέδιο ενός «Medicare για όλους» ήταν αντι-αμερικανικό. Συμφωνούν μαζί του και άλλοιδισεκατομμυριούχοι. Ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, ο οποίος έχει περιουσία περίπου $40 δισ., υποστήριξε πως η αναδιανομή πλούτου θα μετατρέψει τις ΗΠΑ σε Βενεζουέλα. Η διαφορά είναι πως ο κ. Bloomberg σκέφτεται να είναι υποψήφιος με τους Δημοκρατικούς.

Η τρίτη πλάνη είναι η ιδέα πως οι άνθρωποι που έχουν διοικήσει μια επιχείρηση έχουν ξεχωριστό ηγετικό χάρισμα. Μένει να φανεί αν τα επιτεύγματα του κ. Τραμπ θα προκαλέσουν αμφιβολίες για τον ισχυρισμό αυτό. Έφτιαξε το όνομα του στις κατασκευές. Ο κ. Σουλτς διοικούσε μια αλυσίδα καφέ. «Έχω εμπειρία πάνω από 30 χρόνια στο να λύνω πολύπλοκα προβλήματα με μοναδικό τρόπο» δήλωσε αυτήν την εβδομάδα στο NPR. Mια από τις μεγάλες επιτυχίες του κ. Σουλτς ήταν να διασφαλίσει ότι η Starbucks πλήρωνε πολύ χαμηλούς φόρους. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πλήρωνε συντελεστή μόλις 2,8% μέχρι που αναγκάστηκε να πληρώσει λίγο παραπάνω μετά από μια καμπάνια κατά της φοροαποφυγής.

Σε κάθε περίπτωση, ο κ. Τραμπ φαίνεται πως εξέφραζε και άλλους δισεκατομμυριούχους όταν ισχυριζόταν πως «εγώ μόνος μου μπορώ να βρω λύση».

Το οποίο μας φέρνει στο ερώτημα, τι είναι αυτό για το οποίο πρέπει να βρούμε λύση; Η αντίληψη του κ. Σουλτς είναι πως μόνο ένας μη επαγγελματίας πολιτικός μπορεί να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ. Οι πολιτικοί είναι υπερβολικά συμβιβασμένοι. Μια άλλη άποψη είναι πως η κατάσταση της αμερικανικής πολιτικής αντανακλά αυτό που συμβαίνει στην αμερικανική οικονομία. Η μεγάλη ανισότητα θρέφει την ολιγαρχία. Όπως η μεσαία τάξη συρρικνώνεται, έτσι και ο μεσαίος πολιτικός χώρος υποχωρεί. Ο κ. Σουλτς αποτελεί την επιτομή αυτής της πραγματικότητας. Το γεγονός ότι ένας δισεκατομμυριούχος μπορεί να διαμορφώσει το αποτέλεσμα σε μια δημοκρατία 330 εκατ. ανθρώπων μπορεί να αποτελεί από μόνο του σημάδι ενός διαλυμένου συστήματος.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Οι ντρίμπλες της Ευρώπης στις κυρώσεις των ΗΠΑ στο Ιράν

0
  • Μετάφραση-Επιμέλεια: Άννα Φαλτάϊτς  Δημοσιεύθηκε: 4 Φεβρουαρίου 2019 Stratfor.com/euro2day.gr

Με τη δημιουργία του INSTEX, η ΕΕ προσπαθεί να στηρίξει το Ιράν, προκειμένου αυτό να μην εγκαταλείψει την πυρηνική συμφωνία. Η στάση της Γαλλίας και οι ανησυχίες των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσαν στις 31 Ιανουαρίου πως δημιούργησαν κανάλι για τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν, το οποίο παρακάμπτει τις αμερικανικές κυρώσεις. Το σύστημα, γνωστό ως εργαλείο στήριξης εμπορικών συναλλαγών (Instrument in Support of Trade Exchanges -INSTEX), θα διευκολύνει το εμπόριο μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και του Ιράν.

Το INSTEX θα είναι ένας κρατικός εμπορικός μεσάζοντας με έδρα στη Γαλλία, τον οποίο θα διαχειρίζεται ένα γερμανικό εποπτικό συμβούλιο με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα επιβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν τω μεταξύ, οι χώρες εκτός του μπλοκ, όπως η Ινδία, η Κίνα ή η Ρωσία θα μπορούν να ενταχθούν αργότερα.

Με το σύστημα INSTEX, μια ιρανική επιχείρηση θα μπορεί να πουλά τα προϊόντα της στην Ευρώπη και να παίρνει πίστωση για να αγοράσει ευρωπαϊκά προϊόντα. Στην αρχή, το εμπόριο θα επικεντρώνεται στα τρόφιμα και τα φάρμακα, στα οποία δεν έχουν επιβληθεί κυρώσεις από τις ΗΠΑ, και πιθανόν θα ωφελήσει περισσότερο τις μικρές και μεσαίες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Όμως το Ιράν πρέπει να στήσει το δικό του αντίστοιχο του INSTEX και αυτό μπορεί να πάρει μήνες.

Είτε δουλέψει είτε όχι, η δημιουργία του INSTEX (μιας νομικής οντότητας γνωστής ως όχημα ειδικού σκοπού ή SPV) δείχνει πως οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Τεχεράνης θέλουν να στηρίξουν την πυρηνική συμφωνία του Ιράν. Οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από τη συμφωνία αυτή, γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), πέρυσι.

Το INSTEX στέλνει επίσης μήνυμα στην Ουάσινγκτον πως οι ευρωπαϊκές χώρες είναι πρόθυμες να εμπορευθούν μονομερώς με το Ιράν παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ μέσω των κυρώσεων. Επιπλέον, είναι αξιοσημείωτο πως η Γαλλία αποφάσισε να φιλοξενήσει τον θεσμό αυτόν (σε κτίριο του υπουργείου Εξωτερικών), όταν, σύμφωνα με πληροφορίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε δυσκολίες στην εύρεση μιας οικοδέσποινας χώρας. Το INSTEX εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας του Παρισιού να υπάρξει μεγαλύτερη «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ και ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, το SVP είναι μια τριμερής πρωτοβουλία από τρεις ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που σημαίνει πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να σκεφτούν διπλά πριν επιβάλουν κυρώσεις σε τόσο σημαντικούς εταίρους.

Ωστόσο, το μέλλον του SPV είναι αβέβαιο. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες μπορεί να φοβηθούν πως το INSTEX δεν θα τους παρέχει αρκετή προστασία από τις αμερικανικές κυρώσεις και έτσι να αρνηθούν να το χρησιμοποιήσουν. Και το Ιράν γνωρίζει την αδυναμία του SPV. Στις 31 Ιανουαρίου, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για πολιτικές υποθέσεις, Abbas Araqchi, δήλωσε πως «οι Αμερικανοί έχουν ήδη απειλήσει πως θα αντιμετωπίσουν αυτόν τον μηχανισμό». Πράγματι, οι ΗΠΑ έχουν πει πως θα βάλουν το SPV στο στόχαστρο, αν διευκολύνει το εμπόριο αγαθών πέραν των τροφίμων, των φαρμάκων και ανθρωπιστικών αγαθών.

Μια άλλη πηγή αβεβαιότητας για το SPV έγκειται στο πώς το βλέπουν οι Ευρωπαίοι και οι Ιρανοί, με την Τεχεράνη να απευθύνει έκκληση για ταχύτερη ανάπτυξη του μηχανισμού. Σύμφωνα με τη γαλλική κυβέρνηση, το INSTEX θα επικεντρώνεται στο αρχικό στάδιο κυρίως στα τρόφιμα και τα φάρμακα. Το Ιράν, όμως, θέλει το κανάλι αυτό να χρησιμοποιείται για αγαθά στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις και με ταχύτερο ρυθμό, δείχνοντας ένα δυνητικό σημείο διαφωνίας μεταξύ της Τεχεράνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να κρατήσει το Ιράν στο Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης από τότε που αποσύρθηκαν οι ΗΠΑ, τον Μάιο του 2018. Ο σχηματισμός του SPV είναι ένας από τους πολλούς παράγοντες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τις λήψεις αποφάσεων του Ιράν. Όμως η Τεχεράνη θα χρειαστεί να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του SPV στο εμπόριο και να «μετρήσει» αν παρέχει τα οικονομικά οφέλη που χρειάζεται.

Αυτές οι αποφάσεις και τα οφέλη θα καθορίσουν το αν η Τεχεράνη θα συνεχίσει να ακολουθεί το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης και να συνεργάζεται με τους Ευρωπαίους συμμάχους της. Οι σύμμαχοι αυτοί ακολουθούν πολύπλευρη προσέγγιση ως προς τον χειρισμό του Ιράν, όπως φάνηκε από την απόφαση της Γαλλίας να φιλοξενήσει το INSTEX. Όμως η Γαλλία τελικά προσπαθεί να συνεχίσει το ανθρωπιστικό της εμπόριο και τους οικονομικούς δεσμούς της με το Ιράν, παρά το ότι η ίδια και άλλες χώρες του μπλοκ έχουν δώσει έμφαση στην ανάγκη περιορισμού των δραστηριοτήτων του Ιράν στους βαλλιστικούς πυραύλους και στην ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής θέσης επί του θέματος αυτού, πριν τη σύνοδο για την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και του Ιράν, που θα πραγματοποιηθεί στα μέσα Φεβρουαρίου.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1663035/oi-ntrimples-ths-eyrophs-stis-kyroseis-ton-hpa-sto.html

Αγγελος Συρίγος: Σαβουάρ βιβρ διαλόγου και επισκέψεων

0

ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Η συνάντηση Τσίπρα – Ερντογάν αυτή την εβδομάδα δημιουργεί ανησυχίες. Υπάρχει το αποτυχημένο προηγούμενο της επισκέψεως Ερντογάν στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2017. Υπάρχουν, όμως, και ορισμένοι κανόνες που διέπουν τις επαφές Ελλάδος – Τουρκίας σταθερά μετά το 1974:

1. Ο διάλογος χρειάζεται. Οταν το ΠΑΣΟΚ ανήλθε στην εξουσία το 1981, δεν ήθελε διάλογο. Με απόφαση της Ελλάδος, οι (καρκινοβατούσες) συναντήσεις των γενικών γραμματέων των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας διεκόπησαν. Ακολούθως, ετέθη ως προϋπόθεση ελληνοτουρκικού διαλόγου η διακοπή των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου για ένα χρονικό διάστημα. Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983 έθεσε την ταφόπλακα σε οποιαδήποτε επαφή σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών. Τον Μάρτιο του 1987 κοντέψαμε να φτάσουμε σε πόλεμο λόγω παρεξηγήσεων και ελλείψεως διαύλων επικοινωνίας των εκατέρωθεν πολιτικών ηγεσιών. Εκτοτε, η ελληνική πλευρά συνειδητοποίησε ότι πρέπει να συζητεί με την Τουρκία.

2. Διάλογος δεν σημαίνει και επίλυση διαφορών. Πολλές φορές το ζητούμενο των επαφών και του διαλόγου είναι να αντιληφθούμε πώς σκέφτεται η άλλη πλευρά ή με ποιον τρόπο μπορούν να αρθούν παρανοήσεις. Η συζήτηση, ο διάλογος, δεν έχει απαραιτήτως σκοπό την επίλυση των διαφορών. Για την ακρίβεια, σπανίως στοχεύει στην επίλυση και ακόμη σπανιότερα την επιτυγχάνει.

3. Η Τουρκία επιδιώκει να καταγράψει σε διμερές επίπεδο όλες τις διεκδικήσεις της. Οι συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών δεν διεξάγονται υπό ανέφελο ουρανό. Οι τουρκικές διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο είναι υπαρκτές και συνεχείς. Στόχος της τουρκικής πλευράς είναι κατά τις διμερείς διαπραγματεύσεις να εγείρει όλα τα θέματα που θεωρεί ότι συνθέτουν το φάσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και να τα καταγράψει σε διμερές επίπεδο.

4. Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει αυστηρά ορισμένη θεματολογία συζητήσεων. Η ελληνική πλευρά μπορεί να αντιδράσει στην τουρκική επιδίωξη ανοίγματος όλων των θεμάτων μόνον μέσα από αυστηρή προετοιμασία της εκάστοτε συναντήσεως. Πρέπει να επιδιώκει δομημένο διάλογο με συγκεκριμένη και απολύτως ορισμένη θεματολογία, που να εμποδίζει την άλλη πλευρά να κινηθεί ελεύθερα. Κατά τεκμήριο προτιμώνται θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος (π.χ. προσφυγικό/μεταναστευτικό).

5. Οι επίσημες επισκέψεις σε επίπεδο κορυφής δεν χρειάζεται να είναι συχνές. Τον Μάιο του 2004 ο Ερντογάν επισκέφθηκε επισήμως την Ελλάδα. Επρόκειτο για την πρώτη επίσκεψη Tούρκου πρωθυπουργού ύστερα από 52 χρόνια. Αντιστοίχως η επίσημη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία το 2008 ήταν η πρώτη μετά το 1959. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρόνια οι ηγέτες των δύο χωρών απέφευγαν ο ένας τον άλλο. Απλώς οι συναντήσεις γίνονταν σε τρίτες χώρες στο περιθώριο διεθνών συναντήσεων. Δεν χρειάζεται να είναι συχνές οι συναντήσεις ανωτάτου επιπέδου στο έδαφος των δύο χωρών. Επιπλέον, αυτές πρέπει να γίνονται όταν το κλίμα είναι σχετικώς καλό. Αντιθέτως, όταν οι σχέσεις είναι οξυμένες, είναι καλύτερο να συναντιούνται οι υπουργοί Εξωτερικών για να παραμένει ακόμη ένα επίπεδο διευθετήσεως διαφορών σε περίπτωση σοβαρού προβλήματος.

Με αυτά τα δεδομένα θα ήταν προτιμότερο να επισκεπτόταν την Τουρκία ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών αντί του πρωθυπουργού. Ο Ερντογάν θα επιδιώξει, όπως και στην Αθήνα το 2017, να θέσει όσο το δυνατόν περισσότερα θέματα. Η ελληνική διπλωματία πρέπει να οριοθετήσει εκ των προτέρων αυστηρά τη θεματολογία. Τέλος, ο πρωθυπουργός πρέπει να αποφύγει να συζητήσει, ελαφρά τη καρδία, θέματα όπως η μειονότητα στη Θράκη.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

“Καθημερινή”

Η ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ… ΤΑΣΣ

2

του Ευάγγελου Νάνιου

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. ΑΠΕ σημαίνει Αθηναΐκό Πρακτορείο ΕΙΔΗΣΕΩΝ και ΜΠΕ, Μακεδονικό Πρακτορείο ΕΙΔΗΣΕΩΝ . Το χθεσινό πάντως τηλεγράφημα τους αναφορικά με την υπόθεση Νοβάρτις μόνο ΕΙΔΗΣΕΙΣ δεν μετέδιδε. Αντιγράφουμε: «Σύμφωνα με πηγές του Εφετείου…»,  «Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις…», «Οι εισαγγελείς είναι ήδη έτοιμοι…», «Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές…». Αλλά οι ενδείξεις σύντροφοι – συγγνώμη, συνάδελφοι ήθελα να πω – δεν συνιστούν ΕΙΔΗΣΗ για έναν κρατικό φορέα, που συντηρείται από τη φορολογία όλων των Ελλήνων και υπηρετεί τα συμφέροντα του Εθνους – συγγνώμη αλλά δεν έχω μαθητεύσει ακόμα στην Νovlangue – και όχι τις κυβερνητικές σκοπιμότητες. Αυτή τη φρασεολογία νομιμοποιείται να τη χρησιμοποιεί ο οποιοσδήποτε δημοσιογράφος επιφορτισμένος το δικαστικό ρεπορτάζ – κακά τα ψέματα, η είδηση δεν βγαίνει με το… Σταυρό στο χέρι – αλλά το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων μεταδίδει μόνο ειδήσεις. Και είδηση είναι μόνο ένα δικαστικό έγγραφο ή μια συνέντευξη επώνυμου εκπροσώπου της Δικαιοσύνης. Είδηση είναι το ΦΩΣ και ποτέ το σκότος, το ημίφως ή η κουκούλα…

Επομένως το τηλεγράφημά σας, πολύ απέχει από το να συνιστά μετάδοση είδησης. Συνιστά παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα και προσπάθεια δημιουργίας πολιτικού κλίματος, με δεδομένο ότι έχουν εμπλακεί σε αυτό οι πρωτεύοντες των αστικών κομμάτων. Μας λέτε ευθέως ..να μην ξεχνιόμαστε: υπάρχει βέβαια η βαρειά ήττα στο Μακεδονικό, η τραγική οικονομική κατάσταση, αλλά πόσο σοβαρότερα είναι από τη Νοβάρτις; Μας υποδεικνύεται ότι ο εχθρός μας , ο εχθρός των Ελλήνων, είναι εσωτερικός: οι αντίπαλοί σας βέβαια, αυτοί που φάγανε… φάγανε από τη Νοβάρτις αλλά περιέργως δεν φάγανε από τις άλλες φαρμακευτικές εταιρίες, τη Bayern παράδειγμα. Και το σοβαρότερο, δημιουργείτε τη στέρεη πεποίθηση ότι η δικαστική εξουσία διαπλέκεται με την κυβέρνηση.  Και αυτό μόνο ως εφιάλτης φαντάζει. Γιατί παραπέμπει σε άλλες εποχές και άλλα καθεστώτα, τα οποία εξακολουθούν να θαυμάζουν οι κυβερνώντες. Δυστυχώς, θυμίζετε το ΤΑΣΣ της προ του 1989 εποχής…

Ε.Δ.Ν.

Eλληνοτουκικά – Κυπριακό: Πολύ μεγάλοι κίνδυνοι αλλά και κάποιες ευκαιρίες

0

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Κατ’ αρχήν, η επίσκεψη Τσίπρα στην Τουρκία πρέπει να θεωρηθεί θετική και αυτό για έναν προπάντων λόγο. Είναι απαραίτητο, για να αποφύγει η Ελλάδα μια τελική καταστροφή, να διατηρηθεί ανοιχτή, απυθείας και όχι μέσω τρίτων, γραμμή με την ‘Αγκυρα (όπως και με τη Μόσχα, το Πεκίνο, τη Δαμασκό, την Τεχεράνη).

Δηλαδή μια δυνατότητα άμεσου, χωρίς παρεμβολές τρίτων, ειλικρινούς και σοβαρού διαλόγου με την ηγεσία της Τουρκίας. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς αναγκαστικά συμφωνία.

Αν τώρα μπορεί ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του να τα κάνουν έστω κι αυτά είναι anybody’s guess. Οι κυβερνητικές επιδόσεις στην εξωτερική πολιτική έχουν καταστεί πλέον κτήμα όλων των Ελλήνων και περιττεύει ο σχολιασμός τους από μας. Τέλος πάντων, όποιες κι αν είναι οι δυνατότητες, αυτή είναι η κυβέρνηση και καλά κάνει και μιλάει απευθείας με τον Ερντογάν.

Αν βέβαια τώρα, ο κ. Τσίπρας εξακολουθεί, όπως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι συμβαίνει, να θέλει να εξυπηρετήσει όλα τα ανθελληνικά χατήρια των Αμερικανών, όπως έκανε στο μακεδονικό, τότε ο Θεός να βάλει το χέρι του. Εκτός του ότι κινδυνεύει να δώσει τη χαριστική βολή στο κόμμα του, αν δεν την έχει ήδη δώσει, κινδυνεύει να δώσει και τη χαριστική βολή στον ελληνικό λαό και το κράτος του.

Οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι

Είναι απλώς εξωφρενικό να διαβάζουμε στις θεωρούμενες ως εγκυρότερες και καλύτερα πληροφορημένες εφημερίδες της χώρας, ότι ο κ. Αποστολάκης χρησιμοποιεί τους Αμερικανούς για να μεταφέρουν τις ιδέες του στην τουρκική στρατιωτική ηγεσία ή ότι το Επιτελείο μαθαίνει από το Ισραήλ τα υποτιθέμενα σχέδια επιχειρήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο. Εμείς παρατηρούμε πάντως με ενδιαφέρον ότι κανένα από αυτά τα σχέδια δεν απεδείχθη ποτέ ότι όντως υπήρξε. Αντιθέτως, όταν μας έλεγαν πολλοί και διάφοροι ότι είναι θέμα χρόνου η κατάληψη του Καστελόριζου, οι βασικές μονάδες του τουρκικού στρατού που θα μπορούσαν θεωρητικά να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο είχαν μετακινηθεί στη … Συρία!

Είναι απολύτως εξωφρενικό και τερατώδες και συνιστά τεράστιο κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια της χώρας να μην γνωρίζουν (ή να συμπεριφέρονται ως να μη γνωρίζουν) οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αρμόδιοι της χώρας τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, του ΝΑΤΟ και των συμμάχων τους στην Ελλάδα, από το 1947 και δώθε και, ιδίως, το ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ήταν οι αρχιτέκτονες και σκηνοθέτες όλων ανεξαιρέτως των ελληνοτουρκικών κρίσεων και ιδίως της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και ντε φάκτο διχοτόμησης του νησιού. Βεβαίως πρέπει να λαμβάνουμε και να αξιολογούμε τις πληροφορίες που παίρνουμε από τους «συμμάχους», αλλά πληροφορίες και ενθαρρύνσεις δόθηκαν κάποτε και από αυτή την κλινική στη Βασιλίσσης Σοφίας, από κει που ξεκίνησε όλη η τραγωδία του 1974. (Ιδιοτελή) Αμνησία έπαθαν οι αρμόδιοι;

Τόχουμε πει, το ξαναλέμε. Δεν προτείνουμε να κηρύξει η χώρα πόλεμο στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Άλλωστε, στον μόνο που μπορούν και έχουν κηρύξει τον πόλεμο οι ‘Ελληνες πολιτικοί, στην πλειοψηφία τους, είναι ο ελληνικός λαός και η χώρα τους. Νάμαστε στοιχειωδώς προσεκτικοί και σοβαροί λέμε όλο κι όλο, αλλά φαίνεται ότι ακόμα και τα αυτονόητα απαιτούν μια επανάσταση κάθε φορά στην Ελλάδα.

Τροποποιήσεις στην ελληνοτουρκική στρατηγική εξίσωση

Ο οικονομικο-κοινωνικός πόλεμος κατά της Ελλάδας και της Κύπρου μετά το 2010 και οι παρενέργειες της «Μεγάλης Σταυροφορίας» των Νεοσυντηρητικών ΗΠΑ-Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την «υπαρξιακή» κρίση της ΕΕ και τον αρχόμενο παγκόσμιο πόλεμο της Δύσης κατά Ρωσίας και Κίνας, έχουν ήδη επηρεάσει βαθειά και τροποποιήσει ουσιαστικά τις παραμέτρους της ελληνοτουρκικής εξίσωσης όπως διαμορφώθηκαν στην περίοδο 1955-2010.

Ουδέποτε στην ιστορία της η Τουρκία επεχείρησε στο εξωτερικό, χωρίς να είναι σίγουρη για το αποτέλεσμα και χωρίς να έχει λάβει τη συγκατάθεση ή την ενθάρρυνση μεγάλων δυνάμεων. Έχει ασφαλώς τις δικές της διεκδικήσεις στο Αιγαίο, τη Θράκη και την Κύπρο, αλλά πάντα ήταν οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους που την έσπρωξαν και την ενθάρρυναν να τις προβάλλει, ενίοτε και manu military. Η Βρετανία έβαλε την Τουρκία στο Κυπριακό το 1955, Άγγλοι και Αμερικανοί ήταν πίσω από τα πογκρόμ των Ελλήνων στην Τουρκία, ο Χένρι Κίσσινγκερ ενορχήστρωσε το προδοτικό πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και την τουρκική εισβολή του 1974 κλπ. κλπ. Τάκαναν για δύο λόγους. Να απαγορεύσουν στους ‘Ελληνες της Κύπρου οποιαδήποτε άσκηση κυριαρχίας σε αυτό το νησί, που το θέλουν για τους ίδιους (όχι βεβαίως για να το δώσουν στην Τουρκία) και για να αρνηθούν στην Ελλάδα τα μέσα της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας της, ιδίως τον έλεγχο του Αιγαίου.

Σήμερα, η ρήξη Δύσης-Ισραήλ με την Τουρκία δημιουργεί εκ των πραγμάτων νέα δεδομένα. Ταυτόχρονα, στον παραδοσιακό ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό προστίθεται και μία άλλη αντικειμενική συνθήκη. Και οι τρεις χώρες, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία, αποτελούν ταυτόχρονα αντικείμενο δυτικής ιμπεριαλιστικής επιβουλής, αν και με διαφορετικές μεθόδους κάθε μία.

Παραμένουν φυσικά εν ισχύ οι τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, δεν αυξήθηκαν όμως στη διάρκεια της διακυβέρνησης Ερντογάν, όπως τεχνηέντως, από αφέλεια ή κάτι χειρότερο, βομβαρδίζουν τον ελληνικό λαό τα μέσα του, ορθόδοξα και εναλλακτικά.

Ο «νέο-οθωμανισμός» του Ερντογάν συνιστά ασφαλώς μια διαρκή απειλή, αλλά δεν είναι εφεύρεση του Ερντογάν αυτή, όπως ανακριβώς ισχυρίζονται οι διάφοροι αυτοσχέδιοι (και συχνά σκεπτόμενοι με το μυαλό και τις πληροφορίες ξένων) «αναλυτές». Νεοθωμανιστής ήταν και ο Ισμαήλ Τζεμ και ο Τουργκούτ Οζάλ ακόμα περισσότερο.

Η Τουρκία ασφαλώς θα ήθελε την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και εγώ να κερδίσω το Λαϊκό Λαχείο. ‘Άλλο αυτό και άλλο να εκτιμά κάποιος σοβαρά ότι επειδή το θέλει, το μπορεί κιόλας και ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα της επιτρέψουν να κυριαρχήσει στην Αν. Μεσόγειο. Αδέρφια μην ανησυχείτε, είμαστε ήδη αποικία άλλων και καμία Τουρκία δεν μπορεί να μας απειλήσει. Οι … άλλοι είναι που μας απειλούν. Η χώρα παραμένει πάντα καταστρεφόμενη αποικία χρέους, με βασικούς δείκτες (χρέος, ΑΕΠ, ανεργία κλπ.) πολύ χειρότερους από το 2010 που μπήκαμε στα Μνημόνια. Με τους όρους των εκθέσεων του ΔΝΤ και με την ψήφο των νέων που εγκαταλείπουν μαζικά την Ελλάδα, απλούστατα η χώρα μας δεν είναι βιώσιμη. Το βασικό της πρόβλημα – πρόβλημα κυριολεκτικά επιβίωσης – είναι η αποκατάσταση της κυριαρχίας της και η οικονομική της σωτηρία.

Επ’ αυτών, καμία πολιτική δύναμη της χώρας δεν έχει σήμερα να προτείνει τίποτα. Τουλάχιστον όμως ας μην ολοκληρώσουμε και σε άλλους τομείς την καταστροφή.

Το να θέλει κανείς, στην κατάσταση που είναι σήμερα η χώρα, να επεκτείνει αύριο το πρωί τα χωρικά ύδατα ή να ανακηρύξει ΑΟΖ, ή να αλλάξει μονομερώς το στάτους κβο των Ιμίων που συνομολόγησε, ατυχέστατα και δουλικότατα, η κυβέρνηση της Ελλάδας το 1996, να λύσει το κυπριακό ή δεν ξέρω τι άλλο, χωρίς να παίρνει στοιχειωδώς υπόψιν του την εσωτερική και διεθνή πραγματικότητα, συνιστά στην καλύτερη περίπτωση ανεύθυνο τυχοδιωκτισμό, στη χειρότερη εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων που μας πάνε για τελικό τερματισμό.

Οι βασικοί κίνδυνοι αυτής της ιστορικής περιόδου

Αυτό το γενικό πλαίσιο εγκυμονεί τρεις πολύ σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα

Πρώτον, για μια ολόκληρη περίοδο θα παραμείνει, όπως φαίνεται, υπαρκτός ο κίνδυνος να σπρώξουν, οι λεγόμενοι «φίλοι, εταίροι και σύμμαχοι» Ελλάδα και Τουρκία σε σύγκρουση, μέσω της επιρροής που διαθέτουν στις δύο χώρες, ενθαρρύνοντας ή και δημιουργώντας ρεύματα που να οδηγούν προς τα κει, εάν αποφασίσουν ότι χρειάζονται κάτι τέτοιο. Η προβοκάτσια θα είναι η πιθανότερη μέθοδος που θα χρησιμοποιήσουν. Δόξα τω Θεώ, γνωρίζουμε πολύ καλά από την ιστορία μας πόσο εύκολα οι «θορυβώδεις» δήθεν «εθνικόφρονες», μπορούν να προκαλέσουν εθνικές καταστροφές, όσο για τους Εφιάλτες κάθε είδους αφθονούν στην Ελλάδα, κανα Λεωνίδα ψάχνουμε συνήθως με τον φακό!

Την πατήσαμε άσχημα με τις αντιμνημονιακές παλληκαριές άνευ περιεχομένου, ως απεδείχθη τελικά, της ψευτο-αριστεράς, δεν χρειάζεται να δοκιμάσουμε τώρα και τον επικίνδυνο, εκτονωτικό «εθνικισμό» μιας «νεοεθνικόφρονος» ακροδεξιάς.

Μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση, όποια κι αν είναι η έκβασή της, θα προκαλέσει την καταστροφή και των δύο χωρών.

Δεύτερον, για μια ολόκληρη περίοδο θα παραμείνει ενεργή η απειλή αυτοδιάλυσης του κυπριακού κράτους και μετατροπής του – και τυπικά – σε αποικία ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Βρετανίας και Ισραήλ, μέσω σχεδίων τύπου Ανάν. Το μόνο που τώρα εμποδίζει μια τέτοια αυτοδιάλυση είναι το ότι το καθεστώς Ερντογάν επέζησε του πραξικοπήματος του 2016 και δεν τα έχει βρει ακόμα ως προς την Κύπρο με τους Δυτικούς και τον Νετανιάχου. Αν ανατραπεί ή αν τα βρει με τους Δυτικούς και το Ισραήλ, η Κύπρος τελείωσε σε πέντε λεπτά.

Ενδεχόμενη διάλυση του κυπριακού κράτους θα σημάνει την ταχεία τελική καταστροφή όχι μόνο του κυπριακού, αλλά του συνόλου του ελληνισμού.

Τρίτο, για μια ολόκληρη περίοδο θα υφίσταται επίσης ο κίνδυνος να προχωρήσουμε, είτε πιεζόμενοι, είτε μέσω μιας τεχνητής κρίσης, σε οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Τουρκία, υπό δυσμενείς όρους για την Ελλάδα, που χρειάζεται στην Exxon για να λεηλατήσει και τα τυχόν υπάρχοντα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, αφαιρώντας από τους ‘Ελληνες το τελευταίο οικονομικό χαρτί που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, όχι βεβαίως μόνο του, για τη σωτηρία της χώρας. Έχουμε εξηγήσει αλλού γιατί υπό καθεστώς αποικίας χρέους, η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων συνιστά πράξη λεηλασίας και καταστροφής της χώρας. Αυτό μπορεί να γίνει με την εφαρμογή π.χ. του πακέτου Ροζάκη (και επί Γιώργου Παπανδρέου και επί Κοτζιά στο ΥΠΕΞ) για «Λύση» των «ελληνοτουρκικών» εις βάρος των ελληνικών και υπέρ των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων, όπως έγινε ήδη και με το μακεδονικό.

Αλλά και μια νέα ευκαιρία

Όπως είπαμε η τωρινή κατάσταση εμπεριέχει επίσης και μια νέα συνθήκη. Ελλάδα, Κύπρος και Τουρκία, παράλληλα με τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, έχουν και μια κοινή ιδιότητα. Είναι και οι τρεις στο στόχαστρο των ίδιων διεθνών κέντρων, με διαφορετικό τρόπο και μεθόδους κάθε μία.

Μια έξυπνη ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί την πολύ μεγάλη ανάγκη του Ερντογάν να μην του ανοίξουν μέτωπο προς δυσμάς Αμερικανοί και Ισραηλινοί.

Πολύ σπουδαία είναι και η πρόταση του Μίκη Θεοδωράκη για την ουδετερότητα της Ελλάδας στον παγκόσμιο πόλεμο που αρχίζει κατά της Ρωσίας, της Κίνας και των συμμάχων τους στη Μέση Ανατολή.

Εκεί θα έπρεπε να κινηθεί η Ελλάδα κι από κει θα κέρδιζε, αντί να παραχωρεί, όπως πράττει τώρα, τον χώρο της και τις ένοπλες δυνάμεις σε επικίνδυνους τρίτους, χωρίς καν κάποιο αντάλλαγμα μάλιστα.

Βέβαια αυτά χρειάζονται ηγέτες και πολιτική και άρχουσα τάξη και μυαλά που δεν υφίσταται αυτή τη στιγμή στη χώρα.

Τουλάχιστον όμως, ας επιχειρήσουμε να διατηρήσουμε το στάτους κβο με την Τουρκία χωρίς περαιτέρω απώλειες κυριαρχίας και χωρίς να τερματίσουμε την εθνική και κρατική μας ύπαρξη είτε με ένα νέο σχέδιο Ανάν, είτε με μια πολεμική καταστροφή.

Δεν απευθυνόμαστε στον πατριωτισμό των Ελλήνων πολιτικών, για τους λόγους που φαντάζεστε. Απευθυνόμαστε στο ιδιοτελές συμφέρον τους, αφού θα χάσουν όπως πάμε και τη χώρα που κυβερνάνε ή θέλουν να κυβερνήσουν.

ΥΓ. Διαπίστωσα από συζητήσεις με Κυπρίους φίλους ότι στη Μεγαλόνησο νομίζουν ότι ζει ακόμα ο στρατηγός Ντε Γκωλ. Τους πληροφορώ ότι μετά την εκλογή Σαρκοζί το 2008, ο κ. Νετανιάχου έχει καθοριστική επιρροή στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της Γαλλίας (όπως και έχει αναλάβει και την αναδιοργάνωση, απότι ακούω, της αστυνομίας της, όπως και αρκετών άλλων ευρωπαϊκών κρατών), ενώ η χώρα επέστρεψε κανονικότατα στο ΝΑΤΟ. Το γεγονός σημειωτέον έχει προκαλέσει την υπόγεια, ενίοτε και επίγεια εξέγερση πολλών στρατιωτικών και διπλωματών της χώρας, που εμφορούνται ακόμα από τα γκωλικά ανεξαρτησιακά ιδεώδη. Ενδεικτική είναι επ’ αυτού και η πρόσφατη σύγκρουση του δημοφιλούς Στρατηγού De Villiers με τον Μακρόν, έστω κι αν επισήμως άλλες ήταν οι αιτίες.