Αρχική Blog Σελίδα 2710

Το αναφομοίωτο μάθημα των Ιμίων

5

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Είκοσι τρία χρόνια μετά τα Ίμια, το μάθημα από την κρίση που έφερε Ελλάδα και Τουρκία στα πρόθυρα ενός επικίνδυνου θερμού επεισοδίου, αν όχι μιας σύντομης πολεμικής αναμέτρησης, έμεινε αναφομοίωτο. Οι βασικές συνιστώσες που διέπουν την αντίληψη της ελληνικής ασφάλειας όχι μόνο παραμένουν ίδιες, αλλά επιδεινώθηκαν.

Επιδεινώθηκε, κυρίως, η αντίληψη περί του τρόπου προστασίας της χώρας και του λαού της.

Κυριαρχεί η λογική πως δεν χρειάζεται η προβολή σκληρής ισχύος – αυτά είναι εθνικιστικές αντιλήψεις που πρέπει να εκλείψουν. Με τέτοιες νοοτροπίες και με καταλύτη την οικονομική κρίση, η χώρα δεν έχει κατορθώσει να βελτιώσει το οπλοστάσιό της στο βαθμό που χρειάζεται, με αποτέλεσμα να έχει μόλις δύο με τρία χρόνια περιθώριο προβολής αποτρεπτικής ισχύος. Μετά θα είναι αργά αν δεν ληφθούν από τώρα μέτρα.

Έχει γίνει πάντως συνείδηση πως με τα λόγια δεν εξασφαλίζονται η άμυνα και η ασφάλεια. Εκτός από εκσυγχρονισμός των οπλικών συστημάτων απαιτείται και αλλαγή δομών και νοοτροπίας.

Παρόλο που το κυρίαρχο μάθημα από την κρίση των Ιμίων ήταν η ασυνεννοησία μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η ελληνική πολιτεία δεν έχει ακόμη αλλάξει τις δομές που θα εκτιμήσουν τους κινδύνους και θα λάβουν αποφάσεις. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, μια σύγχρονη αντίληψη δομής, λειτουργίας και ρόλου ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.

Ούτε έχει αλλάξει η νοοτροπία της τοποθέτησης επικεφαλής του στρατεύματος των αρεστών και όχι των αρίστων. Η ηγεσία του στρατεύματος δεν είναι χώρος που επιλέγονται οι ημέτεροι. Αν υπάρξει ανάγκη, θα την πληρώσει αυτήν τη νοοτροπία ακριβά η χώρα.

Αυτό βεβαίως ισχύει και για την πολιτική ηγεσία σε στιγμές κρίσης, όπως είναι οι σημερινές. Και εδώ η ευθύνη είναι του λαού που ψηφίζει και αναδεικνύει τους ηγέτες του.

Ο πρωθυπουργός των Ιμίων Κ. Σημίτης το πιθανότερο είναι ότι δεν καταλάβαινε την κρίσιμη νύκτα τι εννοούσε ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ όταν του ζητούσε απελευθέρωση κανόνων εμπλοκής. Σήμερα τα πράγματα είναι χειρότερα.

Η Τουρκία, παρόλο που είναι απασχολημένη στη Μέση Ανατολή, δεν παραλείπει συχνά να υπογραμμίζει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αμφισβητεί τη Λοζάνη και το έχει τονίσει πολλές φορές. Και ο Ερντογάν δεν αλλάζει εύκολα γνώμη. Γι’ αυτό είναι λάθος η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Κωνσταντινούπολη.

Η Τουρκία είναι ανικανοποίητη διότι διεκδικεί πέραν των όσων έχει και της αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο· η Ελλάδα επίσης είναι ανικανοποίητη, διότι δεν μπορεί να υποστηρίξει όσα δικαιούται με βάση πάλι το Διεθνές Δίκαιο, στη Μεσόγειο και κυρίως στο Αιγαίο.

Η Τουρκία διδάχθηκε από τα Ίμια. Δύο χρόνια μετά, το 1998, πραγματοποίησε μια μεγάλη άσκηση και κατέγραψε τις ελλείψεις της. Στη συνέχεια εξήγγειλε και ακολούθησε ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα το οποίο προβάλλει σήμερα και στην ξηρά και στη θάλασσα. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου ξεκινά μια άσκηση που περιλαμβάνει τον θαλάσσιο χώρο από τη Μάλτα μέχρι και τον Εύξεινο.

Διεκδικεί αλλά και προκαλεί. Οι προκλήσεις της είναι ενοχλητικές, και γι’ αυτό την έχουν οδηγήσει τεχνηέντως στα πρόθυρα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Δεν αποκλείεται να πέσει στην «Παγίδα του Θουκυδίδη».

Μόλις την Τετάρτη, Τούρκος αρθρογράφος έγραφε πως ο Ερντογάν βρίσκεται σε δύσκολη θέση λόγω των οικονομικών και δεν αποκλείεται να ανταλλάξει την οικονομική σωτηρία με την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Τουρκία είναι δύσκολη χώρα, και ο Ερντογάν ακόμη πιο απρόβλεπτος ηγέτης.

Ορισμένοι θέλουν να συνδυάσουν την επίσκεψη Τσίπρα στην Κωνσταντινούπολη με την παράμετρο του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, λένε, θα πάρει ανταλλάγματα για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Από ποιόν θα τα πάρει; Από τον Ερντογάν; Όχι μόνο δεν θα τα δώσει, αλλά και αν τα δώσει θα έχει την τύχη του Μεντερές. Υπάρχει κάποιος στην Αμερική που διαμορφώνει πολιτική; Μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη στον Αμερικανό πρόεδρο.

Ο υπεύθυνος του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών για την Ευρώπη Γουές Μίτσελ παραιτήθηκε από πριν λίγες μέρες κι αυτό θεωρείται πλήγμα για τις συνεργασίες που αναπτύχθηκαν στην περιοχή. Το ενθαρρυντικό είναι ότι οι συνεργασίες αυτές εμβαθύνουν, παρά το κενό της Ουάσινγκτον. Διαμορφώνεται μια κατάσταση στην περιοχή που ευνοεί και την Ελλάδα. Αλλά χρειάζεται προσοχή.

Πλανητάρχης ή dealer;

0

Του Λάμπρου Ροϊλού{*}

 Η έννοια του dealer έχει δύο σημασίες. Αποδίδει αυτόν που κλείνει συμφωνίες (κυρίως εμπορικές-οικονομικές), όμως και αυτόν που μοιράζει τα  τραπουλόχαρτα σε χαρτοπαίγνιο. Και οι δύο αυτές συμπληρώνουν την εικόνα του «πλανητάρχη» Τραμπ. Εικόνα σαν πλανητάρχη, που με τις συμπεριφορές του, αποφάσεις, δηλώσεις, παλινωδίες, κυβιστήσεις, την έχει κάνει να ξεθωριάζει.

Την 12/12/2018 ο Ερντογάν εκδηλώνει εκ νέου την παλιά πρόθεση του να εισβάλει στο Μαμπίζ της Συρίας, για να εκδιώξει από εκεί τους Κούρδους μαχητές του YPG, που χαρακτηρίζει τρομοκράτες.

Η απόσυρση και το deal με Τουρκία:

Την 19/12/2018 δημοσιεύεται ότι ο Τραμπ μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τον Ερντογάν ανακοινώνει (παρά τις αντίθετες γνώμες του πενταγώνου) την άμεση απόσυρση των Αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία «γιατί το Ισλαμικό κράτος (ISIS) νικήθηκε». Την προηγούμενη ημέρα του τηλεφωνήματος ανακοινώθηκε η υπογραφή συμφωνίας ΗΠΑ-Τουρκίας για την αγορά του εξελιγμένου Αμερικανικού συστήματος Patriot αξίας 3,5 δις Δολαρίων.

Ο Τραμπ τότε ίσως νομίζει ότι αυτό θα σήμαινε και την ακύρωση της προμήθειας του αντίστοιχου του Ρωσικού S400, που θα συνεπήγετο και την απρόσκοπτη παραλαβή των Αμερικανικών αεροπλάνωνF35 στην συνέχεια. Πράγμα που η Τουρκία μετά διαψεύδει, εξηγώντας ότι θα χρειαστεί και τα δύο αμυντικά συστήματα.

Εν συνεχεία στον απόηχο των συνεχιζόμενων αντιδράσεων και δέκα ημέρες μετά την αρχική δήλωση, ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν φεύγει άμεσα από τη Συρία, αλλά σε εύθετο χρόνο.

Τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου δηλώνει ότι θα γίνει συντονισμός με τους Τούρκους να μην εισβάλουν πριν αποχωρήσουν οι Αμερικανοί στρατιώτες, αλλά και πριν συμφωνήσει με την Τουρκία ότι θα τηρηθούν δύο όροι: (α) Η καταπολέμηση και εξαφάνιση των υπολειμμάτων του ISIS και (β) η υπόσχεση του Ερντογάν ότι δεν θα πλήξει τους Κούρδους του YPG, τους οποίους οι ΗΠΑ σωστά θεωρούν συμμάχους που πολέμησαν αποτελεσματικά το ISIS.

Η προστασία όμως των Κούρδων μαχητών αποτελεί κόκκινη γραμμή για την Τουρκία και δεν θα δεχθεί ποτέ τέτοιο όρο. Το μόνο που θα μπορούσε να δεχθεί είναι να μην πληγούν Κούρδοι άμαχοι κάτοικοι της περιοχής από Τούρκους στρατιώτες. Πράγμα, που αν κρίνει κανείς από τις βαρβαρότητες που έγιναν στην κατάληψη του Αφρίν, όπου ο Κούρδος εκπρόσωπος τύπου N. Mahmoud μίλησε για εθνοκάθαρση, φαντάζει ανέφικτο. Ήδη οι Κούρδοι συνδιαλέγονται με τον Άσαντ για την προστασία τους και την αντικατάσταση δυνάμεων τους από τον Συριακό στρατό στο Μαμπίζ.

Ο 1ος όρος να καταπολεμήσουν οι Τούρκοι (όπως υπόσχονται άλλωστε) τα υπολείμματα του ISIS στην νοτιοανατολική Συρία σε απόσταση 300 χιλιομέτρων από το Μαμπίζ, μοιάζει και αυτός προβληματικός.

Άλλωστε με τα χιλιάδες μέλη του ISIS (μαχητές και οικογένειες τους) που κρατούνται αιχμάλωτοι στην ελεγχόμενη από τους Κούρδους περιοχή, τι θα γινόταν; Η αποχώρηση των Κούρδων θα σήμαινε την ανεξέλεγκτη απελευθέρωσή τους.

Τον Τραμπ όμως δεν τον απασχολούν ιδιαίτερα αυτά. Αυτός απέβλεψε να κλείσει το νέο deal των 3,5 δις με τον Ερντογάν για το αμυντικό πυραυλικό σύστημα Patriot, ίσως και με την πιο πάνω πλάνη για τα S400  και F35.

Διασφάλιση του deal με Σαουδική Αραβία:

Σημαντικότερο όμως αυτών φρονούμε, ήταν να διασφαλίσει μέσω του Ερντογάν την άλλη συμφωνία της 20/5/2017 με τον Σαουδάραβα διάδοχο του θρόνου πρίγκηπα Mohamed Bin Salman ( ουσιαστικό κυβερνήτη τα τελευταία χρόνια της Σαουδικής Αραβίας). Το deal αυτό αφορούσε εξοπλιστικά προγράμματα σε βάθος δεκαετίας ύψους 350 δις δολαρίων και άμεσης εφαρμογής 110 δις. Επιπλέον είχε κλειστεί στο τότε ταξίδι του Τραμπ στην Σαουδική Αραβία εκτός από το πιο πάνω και ένα μπουκέτο συμφωνιών με Αμερικανικές ιδιωτικές επιχειρήσεις δεκάδων δις δολαρίων.

Τι σχέση έχουν αυτά με την Τουρκία και την απόσυρση;;;

Διότι απλούστατα ο Ερντογάν και οι Τουρκικές εισαγγελικές δικαστικές αρχές έχουν στο χέρι τον Σαουδάραβα πρίγκηπα, για την προμελετημένη άγρια δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Kashoggi που έγινε στις 2/10/2018 στην Σαουδαραβική πρεσβεία της Κωνσταντινουπόλεως.

Από τον Νοέμβριο οι Τούρκοι επισείουν αυτό το διαπραγματευτικό «χαρτί» προς όλους, αλλά αποφεύγουν να εκθέσουν με συγκεκριμένα στοιχεία άμεσα την ενοχή του πρίγκηπα.

Επίσης η Σαουδική Αραβία αποτελεί (πέραν των οικονομικών συμφερόντων) σύμμαχο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Ο Ερντογάν μπορεί να φιλτράρει και να πνίξει τα στοιχεία που οδηγούν στην ενοχή του Σαουδάραβα διαδόχου. Όπως έχει κάνει μέχρι τώρα.

Η έκδοση του Γκιουλέν και ο πρίγκιπας M.B.Salman:

Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ μέχρι πρότινος το αίτημα του Ερντογάν προς τις ΗΠΑ για έκδοση του Γκιουλέν (που εκκρεμεί από το 2014) απορριπτόταν, από τον Νοέμβριο 2018 ευρίσκεται υπό διερεύνηση και συζήτηση. Ούτε επίσης είναι τυχαία η μετά την δήλωση του Τραμπ περί απόσυρσης από τη Συρία, επίσκεψη των επιτελών του Αμερικανικού υπουργείου δικαιοσύνης και του FBI στην Τουρκία (3-4/1/19) για συζητήσεις με τους ομολόγους Τούρκους.

Το περιεχόμενο της συνάντησης αυτής καλύπτεται από νέφος, χωρίς καμία επίσημη ενημέρωση γι’ αυτήν από τις Αμερικανικές αρχές. Είναι όμως διαπιστωμένη από την ίδια την Αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα και από ΜΜΕ. Εικάζεται ότι αφορά τα στοιχεία ενοχής του Γκιουλέν για το πραξικόπημα του 2016 και τις πιθανότητες έκδοσης του, αλλά και την συγκεκριμενοποίηση του τρόπου κάλυψης της ενοχής του Σαουδάραβα πρίγκηπα.

Προφανώς απετέλεσε και αυτό όπως όλα τα πιο πάνω αντικείμενο συζητήσεων του Τραμπ με τον Ερντογάν αρχής γενομένης και από την συνάντησή τους την 1/12/2018 κατά την συνεδρίαση του G20.

Ακολούθησε αργότερα την 8-1-2019η μετάβαση του συμβούλου ασφαλείας του κ. Τραμπ, Μπόλτον στην Τουρκία, για την συνεννόηση και διασφάλιση τηρήσεως των δύο πιο πάνω όρων απόσυρσης. Παράλληλα εξελισσόταν η περιοδεία στη Μέση Ανατολή του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Πομπέο με κατάληξη την Σαουδική Αραβία την 14/1/2019. Εκεί, μεταξύ άλλων (προβλημάτων Συρίας, Ιράκ και Ιράν) διαπιστωμένα συζήτησε και με τον ίδιο τον πρίγκηπα για τα στοιχεία ενοχής και τους υπεύθυνους όσον αφορά τη δολοφονία του δημοσιογράφου Kashoggi. Τoν οποίoν πρίγκηπα προφανώς θα ενημερώσει και για τις πιο πάνω συζητήσεις που έγιναν νωρίτερα με τους επιτελείς του υπουργείου δικαιοσύνης της Τουρκίας. Δεν συζητάς άλλωστε «στο σπίτι του κρεμασμένου για σχοινί» αν δεν παρέχεις επιπροσθέτως και εγγυήσεις για την ασφάλεια του φίλου σου υπόπτου.

Η αλλαγή της στάσης επομένως του Τραμπ από την άμεση απόσυρση σε καθυστερημένη και υπό όρους, πέραν των αντιδράσεων για γεωπολιτικούς λόγους, οφείλεται και στην συγκεκριμενοποίηση και διασφάλιση των πιο πάνω deals με τους Τούρκους και τους Σαουδάραβες. (Τελευταία κυκλοφορεί και η πληροφορία ότι ο ανακριτής Μιούλερ εξετάζει και το ενδεχόμενο της  τυχόν χρηματοδότησης της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ από αλλοδαπές πηγές, μεταξύ άλλων, από την Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ).

 Ο Τραμπ ως dealer:

Όταν ο απόστρατος στρατηγός Marc Hertling (που πολέμησε το ISIS στο Ιράκ), έμαθε για την αρχική ανακοίνωση περί απόσυρσης, δήλωσε ότι θεωρεί ότι αυτή υπήρξε προϊόν συναλλαγής με Τούρκους και Ρώσους.

Στα πιο πάνω συνηγορούν η εν γένει νοοτροπία και ψυχοσύνθεση του Τραμπ να βλέπει τις διεθνείς σχέσεις σαν επωφελείς οικονομικά συμφωνίες, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις γεωπολιτικές προεκτάσεις και συνέπειες των λόγων και ενεργειών του.

Ο Τραμπ συμπεριφέρεται και αποφασίζει σαν dealer/παίκτης σε χαρτοπαίγνιο. Δεν φαίνεται να έχει μία εκ των προτέρων αποφασισμένη και ιεραρχημένη στρατηγική ενεργειών. Ανάλογα με το μοίρασμα της τράπουλας και ποια τραπουλόχαρτα εμφανίζονται, αποφασίζει την επόμενη κίνηση του και την διαφοροποιεί ανάλογα με την εξέλιξη της παρτίδας. Οι υπουργοί και σύμβουλοι που μέχρι τώρα τον συγκρατούσαν έχουν παραιτηθεί.

Τρανό παράδειγμα η περιφρόνηση των μέτρων για την κλιματική αλλαγή, αφού αντιβαίνουν στα πετρελαϊκά/ βιομηχανικά συμφέροντα των Αμερικανών και των πολυεθνικών εταιριών. Με έξοδο από την συνθήκη των Παρισίων του 2015.Με αδιαφορία για τις συνέπειες από τυφώνες/κυκλώνες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην ίδια του την χώρα. Mε περιφρόνηση προς τις σχετικές επιστημονικές μελέτες που προφανώς τις θεωρεί fake news.

Άλλο παράδειγμα η καταγγελία της συνθήκης του 2015 (JCPOA) για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων του Ιράν, υποκύπτοντας στις επιθυμίες των Εβραίων χρηματοδοτών της προεκλογικής (και όχι μόνο) εκστρατείας του και του Νετανιάχου που βλέπουν τη χώρα αυτή σαν την μοναδική πλέον απειλή για το Ισραήλ. Αλλά και ικανοποιώντας έτσι και τις διαθέσεις της Σαουδικής Αραβίας, που βλέπει το Ιράν σαν ανταγωνιστική πετρελαιοπαραγωγό χώρα, ανταγωνίστρια της επιρροής της στην Μέση Ανατολή και αρωγό των Χούτι στην Υεμένη που μάχεται.

Οι Μπόλτον και Πομπέο διορίστηκαν με κριτήριο τα αντι-Ιρανικά τους πιστεύω. Η τωρινή περιοδεία τους μήπως προμηνύει επίθεση στο Ιράν;

Ο Τραμπ επανειλημμένα έχει απειλήσει ότι θα βγει από το ΝΑΤΟ αν οι άλλες συμμετέχουσες χώρες δεν αυξήσουν την οικονομική τους συνδρομή σε αυτό.

Επίλογος:

Στην συνάντηση Τραμπ-Κιμ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πήγε με την αυτοπεποίθηση ότι είναι έμπειρος, ειδικός και μοναδικός να κλείνει deals, έχοντας γράψει σχετικό βιβλίο γι’ αυτό. Μάλιστα παρατήρησε στον Κιμ ότι έχει μια αξιοθαύμαστη ακτογραμμή, που μπορεί να αξιοποιηθεί τουριστικά και να αποφέρει τα μέγιστα.

Αυτά θεωρεί πρωτεύοντα ο πλανητάρχης – dealer και σε όποιον δεν αρέσει «η γαία πυρί μειχθήτω». Έφυγε από την συνάντηση με τον Κιμ, ικανοποιημένος ότι τον έπεισε για την αποπυρηνικοποίηση της Κορεατικής χερσονήσου. Και ας έχει διαπιστωθεί πρόσφατα, ότι ο Κιμ συνέχισε μετά την συνάντηση και συνεχίζει την παραγωγή πυρηνικών όπλων και βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

Δεν ξέρω στο μυαλό σας κε Τραμπ πόσο έχετε μεγαλώσει την Αμερική, αλλά στο μυαλό του πλανήτη πολύ την έχετε μικρύνει.

{*} δικηγόρος  παρ’ ΑρείωΠάγω-συγγραφέας-ερευνητής.

 

 

Kurdish lobby struggles to slow US pullout from Syria

0

ARTICLE SUMMARY
An upstart Syrian Kurdish delegation urging the Donald Trump administration to slow the Pentagon pullout from Syria faces significant hurdles to get its message in front of a wary US administration.
Reeling from President Donald Trump’s decision to pull US troops out of Syria, the political wing of the Pentagon-backed Kurdish group that has spent the past four years fighting the Islamic State started the public portion of their 13-day tour of Washington with a bang on Monday, greeting the commander in chief at Trump International Hotel.

It’s not clear how the delegation, led by Ilham Ahmed, happened upon the president. Trump told the group “I love the Kurds” and promised that the US allies are “not going to be killed” by Turkish forces, the Syrian Democratic Committee co-president recalled at a panel earlier this week. The Wall Street Journal reported that the president also said he loved the Turks, the sworn enemy of the group.

The Trump encounter, captured on Twitter by Kurdish allies, reflected the challenges the low-budget outfit faces to get their message in front of the Trump administration as the Pentagon proceeds with a conditions-based withdrawal from Syria.

“It’s kind of like a scrappy gubernatorial campaign,” Nick Heras, a Middle East fellow at the Center for a New American Security, told Al-Monitor. “That’s what people forget.”

Ahmed’s visit, which a spokesman said was organized by volunteers, is run out of the organization’s three-story townhouse near the Washington waterfront. Old boxes are stacked in the entryway and the office is lined with tributes to slain Americans who fought for the group in Syria.

When this reporter arrived at the facility, workers were scrambling to file paperwork to get the Syrian official into meetings with other Pentagon officials. This is the first visit by an SDC leader to Washington since the group registered to lobby last year.

Ahmed, who said she learned of the news of the US pullout by surprise while on a trip in Paris, regretted not coming sooner. The group’s message to Washington policymakers has centered around slowing the US withdrawal, and stopping Turkish plans to police a safe zone on the border of northern Syria, which the SDC sees as a potentially deadly repeat of the 2018 incursion into the Kurdish-held city of Afrin.

“I should have come earlier actually, but I postponed my visit,” Ahmed told Al-Monitor, speaking through a Kurdish-language interpreter. “But after the decision of the withdrawal, we thought it was urgent to come over so we can actually put forward our position to the public and the government of the US.”

It’s not clear how the visit is being treated by US officials. The group’s leaders parried questions about their meeting schedule, choosing instead to release it bit-by-bit on social media.

The delegation didn’t get in the door to see some of Washington’s heavy hitters inside the administration, such as acting Defense Secretary Pat Shanahan, according to a senior defense official. Yet Facebook photos from a US-based fixer for the group showed Ahmed in meetings with Sens. Chris Van Hollen, D-Md., Tim Kaine, D-Va., Rick Scott, R-Fla., Marco Rubio, R-Fla., Ron Johnson, R-Wis., and Joni Ernst, R-Iowa.

Even though the visit is mostly missing the sleek graphics and plated dinners that characterize Washington lobbying, the group still appears to be getting its way on several of its priorities. The Wall Street Journal reported Wednesday that the US administration is pushing for Western nations to patrol a 20-mile buffer zone on the Syria-Turkey border, a potential rebuke of a Turkish-patrolled zone the SDC has lobbied against.

And in Congress, a non-binding resolution led by Senate Majority Leader Mitch McConnell, R-Ky., warning of a “precipitous withdrawal from Syria and Afghanistan,” passed this weekwith the support of more than two-thirds of the chamber. Sen. John Kennedy, R-La., also pushed for a Senate amendment to call on the Trump administration to protect the Kurds, which was followed up by a letter from Sens. Marsha Blackburn, R-Tenn., and Tammy Duckworth, D-Ill.

But the initial euphoria from the impromptu Trump meeting may have done little to change the president’s mind on Syria. Though President Trump has backed off of his original 30-day timeline for US troops to leave Syria after a snap withdrawal decision in December, it’s not clear that congressional efforts or the upstart lobbying campaign will change the pullout timeline.

“We will soon have destroyed 100% of the Caliphate, but will be watching them closely,” Trump tweeted this morning. “It is now time to start coming home and, after many years, spending our money wisely.”

Experts tracking the US negotiations over the safe zone say Mazlum Kobani, the commander of the US-backed Syrian Democratic Forces, is intent on keeping US forces inside the country.

“Mazlum is counter-offering, saying that they’ll disarm in a zone if the US stays,” said Aaron Stein, director of the Middle East program at the Foreign Policy Research Institute.

During the visit, Ahmed seemed to be bracing for the worst, warning that the Syrian Democratic Forces would integrate with Bashar al-Assad’s regime as an alternative option if they can’t secure guarantees of US protection. She told Al-Monitor that she’d met with the Russian minister of defense in December.

With the talks over a potential safe zone facing significant obstacles, some experts, such as Stein, see that as inevitable.

“The smart money is on a US-Turkish negotiation failure, opening the way for a Kurdish deal with the regime, and then Russians and regime on the border,” Stein said.

Found in:LOBBYING, DONALD TRUMP, US PULLOUT, SYRIAN DEMOCRATIC COUNCIL, KURDS

Jack Detsch is Al-Monitor’s Pentagon correspondent. Based in Washington, Detsch examines US-Middle East relations through the lens of the Defense Department. Detsch previously covered cybersecurity for Passcode, the Christian Science Monitor’s project on security and privacy in the Digital Age. Detsch also served as editorial assistant at The Diplomat Magazine and worked for NPR-affiliated stations in San Francisco. On Twitter: @JackDetsch_ALM, Email: [email protected].

Read more: http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2019/02/kurdish-lobby-struggle-slow-us-pullout-syria.html#ixzz5eRMgy8io

Ελληνική ΑΟΖ: Αναζητώντας την Αλήθεια

0

Γράφει ο Ηλίας από Κομοτηνή

Το ζήτημα της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης / Υφαλοκρηπίδας έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας τα τελευταία έτη, με αφορμή κατ’ αρχάς τις οριοθετήσεις της ΑΟΖ που πραγματοποίησε η Κύπρος με γειτονικά της κράτη και στη συνέχεια με την έναρξη των διαδικασιών εκ μέρους της Ελλάδας για έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, ενώ πρόσφατα νοτίως της Κύπρου ξεκίνησαν οι πρώτες ερευνητικές γεωτρήσεις από διεθνείς εταιρείες και μαζί και η έντονη τουρκική αντίδραση. Έχοντας διαβάσει σχετικά κείμενα και άρθρα του ειδικού και μη τύπου, παρακολουθήσει διαδικτυακές παρουσιάσεις και συμμετάσχει σε διαδικτυακές συζητήσεις έχω διαμορφώσει την άποψη, αν και μη ειδικός, πως στο ζήτημα αυτό υπάρχουν γερές δόσεις άγνοιας και παραπληροφόρησης, προερχόμενες ακόμη και από θεωρούμενους «ειδήμονες». Έτσι, το παρακάτω κείμενο είναι μια προσπάθεια να παρουσιαστούν κάποιες σημαντικές πτυχές του θέματος που παραμένουν άγνωστες. Η συγγραφή του έγινε κατόπιν προτροπής του Βελισάριου, τον οποίον ευχαριστώ που μου δίνει το βήμα να παραθέσω τις απόψεις μου.

Εισαγωγή

Το ζήτημα της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης/Υφαλοκρηπίδας παρουσιάζεται, κατά κύριο λόγο, ως μια μεγάλη ευκαιρία αύξησης της πολιτικής, οικονομικής και ενεργειακής ισχύος της Ελλάδας και φυσικά ως άλλος ένας τρόπος εύκολου και ανέξοδου προσπορισμού πακτωλών χρημάτων από την ελληνική πολιτεία τα οποία θα προέλθουν από την άντληση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Η πεποίθηση αυτή αποτυπώνεται στον ακόλουθο χάρτη και τις διάφορες παραλλαγές του, ο οποίος απεικονίζει την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα που θεωρείται ότι δικαιούται η Ελλάδα.

watermarked-Εικ.1

Εικόνα 1              Πηγή: http://www.voria.gr

 

Έχει πολλάκις αναφερθεί κατά καιρούς, τόσο στον Τύπο όσο και σε σχετικές παρουσιάσεις και ομιλίες, ότι τα όρια της ελληνικής ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στον ανωτέρω χάρτη έχουν κατασκευαστεί με βάση τη μέση γραμμή. Έχουν επίσης αναφερθεί οι θεωρούμενες ως αυθαίρετες θέσεις της Τουρκίας, βάσει των οποίων το Καστελόριζο δεν πρέπει να διαθέτει ΑΟΖ, ότι τα ελληνικά νησιά επίσης δεν δικαιούνται ΑΟΖ ή δικαιούνται μόνο μειωμένης γιατί το Αιγαίο αποτελεί ειδική περίπτωση κ.λπ. Λαμβάνεται επίσης ως δεδομένο ότι οι ελληνικές θέσεις είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο ενώ οι τουρκικές το παραβιάζουν, με συνέπεια να διακινούνται σενάρια αναφορικά με την προδοτική/ενδοτική/δουλική στάση των εκάστοτε εγχώριων κυβερνήσεων οι οποίες δεν ανακηρύσσουν την ΑΟΖ γιατί φοβούνται την Τουρκία ή δε θέλουν να δυσαρεστήσουν τρίτες χώρες που έχουν τα δικά τους συμφέροντα.

Οι απόψεις αυτές, ωστόσο, οι οποίες έχουν καλλιεργηθεί επί μακρόν στην ελληνική κοινή γνώμη, τίθενται τουλάχιστον εν αμφιβόλω λαμβάνοντας υπόψη δύο καίρια στοιχεία: α) τις ίδιες τις ισχύουσες διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου και ειδικά αυτές που αφορούν την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα και β) τις αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων αναφορικά με την οριοθέτηση των ζωνών αυτών. Η εξέταση των σχετικών νομικών διατάξεων και της συναφούς νομολογίας μπορεί να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα:

  • Ποια η σχετική νομοθεσία για την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα σε διεθνές και εθνικό επίπεδο;
  • Τι ακριβώς είναι η ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα; Τι δικαιώματα κατέχει ένα κράτος εντός των θαλάσσιων αυτών ζωνών;
  • Τι προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο για την οριοθέτηση της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας; Τι είναι η μέση γραμμή και πώς εφαρμόζεται στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών;
  • Με ποια διαδικασία γίνεται η οριοθέτηση εάν τμήματα ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας διεκδικούνται από περισσότερα του ενός κράτη, όπως συμβαίνει στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο;
  • Τι ισχύει αναφορικά με την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα του Καστελόριζου και την οριοθέτηση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου;
  • Τι ισχύει αναφορικά με την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο και ειδικά όσον αφορά στα ανατολικότερα ελληνικά νησιά;
  • Τι πρέπει να αναμένεται ότι θα συμβεί σε περίπτωση οριοθέτησης από Διεθνές Δικαστήριο; Υπάρχουν δεδικασμένα που ευνοούν ή αποδυναμώνουν τις ελληνικές θέσεις;
  • Πώς επηρεάζει η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια την οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας; Γιατί η Ελλάδα διαπραγματεύεται αυτό το δικαίωμά της με την Τουρκία;

Τα ανωτέρω ερωτήματα θα γίνει προσπάθεια να απαντηθούν στη συνέχεια, προκειμένου να σχηματιστεί μια κατά το δυνατόν σαφής εικόνα γύρω από το ζήτημα της οριοθέτησης των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών.

Το Δίκαιο της Θάλασσας: ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία

Η πρώτη χρονολογικά ρύθμιση που αφορούσε τις θαλάσσιες ζώνες του πλανήτη ήταν η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Υφαλοκρηπίδα, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 29 Απριλίου 1958 και η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Νομοθετικό Διάταγμα 1182 (ΦΕΚ 111/Α/1958) «Περί κυρώσεως της υπογραφείσης εν Γενεύη την 29ην Απριλίου 1958 υπό την αιγίδα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών Συμβάσεως περί της υφαλοκρηπίδος». Η Σύμβαση αυτή εισήγαγε ρυθμίσεις αποκλειστικά για την Υφαλοκρηπίδα και υπογράφηκε από πληθώρα κρατών, της Τουρκίας μη συμπεριλαμβανομένης.

Η Σύμβαση αυτή αντικαταστάθηκε από την ισχύουσα σήμερα Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea – UNCLOS, εφεξής αναφερόμενη απλώς ως Σύμβαση εντός του κειμένου) η οποία υπεγράφη το 1982 στο Μοντέγκο Μπέυ της Τζαμάικα και τέθηκε σε ισχύ το 1994, έχοντας κυρωθεί έως το τέλος του 2018 από 167 χώρες. Στην Ελλάδα αυτό έγινε με το Νόμο 2321/1995 (ΦΕΚ 136/Α/1995) «Κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και της Συμφωνίας που αφορά στην εφαρμογή του Μέρους ΧΙ της Σύμβασης». Οι ρυθμίσεις για την ΑΟΖ, η οποία ως έννοια εισήχθη για πρώτη φορά με τη Σύμβαση αυτήν, περιλαμβάνονται στο Μέρος V (στο κείμενο του νόμου 2321/1995 αναφέρεται λανθασμένα ως Τμήμα), άρθρα 55 έως 75, και αυτές για την υφαλοκρηπίδα στο Μέρος VI, άρθρα 76 έως 85. Όπως και στην περίπτωση της Σύμβασης του 1958, η Τουρκία δεν έχει επικυρώσει ούτε τη Σύμβαση του 1982.

Επιπλέον όμως της Σύμβασης αυτής καθ’ εαυτής, καθοριστικής σημασίας είναι η εξέταση των αποφάσεων οριοθέτησης ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας των διεθνών δικαστηρίων, καθώς σε αυτές ερμηνεύονται διατάξεις που βρίσκουν εφαρμογή στην περίπτωση της Ελλάδας. Οι αποφάσεις αυτές έχουν εκδοθεί είτε (στην πλειοψηφία τους) από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (International Court of Justice – ICJ) με έδρα την ομώνυμη πόλη, είτε από το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας (International Tribunal for the Law of the Sea – ITLOS) με έδρα το Αμβούργο, είτε από διαιτητικά δικαστήρια που συστήθηκαν κατά περίπτωση κατόπιν συμφωνίας των αντιδικούντων κρατών. Ειδικά για τα ζητήματα του Δικαίου της Θάλασσας η Ελλάδα έχει αποδεχτεί την αρμοδιότητα του ITLOS, σύμφωνα με σχετική δήλωση που κατέθεσε μετά την επικύρωση της Σύμβασης.

Από τη θέσπιση της αρχικής Σύμβασης του 1958 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δεκάδες αποφάσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών από διεθνή δικαστήρια, με αποτέλεσμα να υφίσταται εκτεταμένη νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία των επιμέρους διατάξεων, τόσο της αρχικής Σύμβασης όσο και αυτής του 1982.

 

ΑΟΖ, Υφαλοκρηπίδα και δικαιώματα του παράκτιου κράτους και λοιπών κρατών

Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, όπως προκύπτει από το άρθρο 56 της Σύμβασης, αποτελείται από το θαλάσσιο βυθό, το υπέδαφός του και την υπερκείμενη στήλη υδάτων, το δε εύρος της μπορεί να φτάνει έως 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές. Εντός της ΑΟΖ το παράκτιο κράτος έχει α) κυριαρχικά δικαιώματα σχετικά με τους φυσικούς πόρους (ζωντανούς ή μη) και την οικονομική εκμετάλλευση μέσω παραγωγής ενέργειας και β) δικαιοδοσία για την εγκατάσταση τεχνητών νήσων και κατασκευών, την επιστημονική έρευνα και την προστασία του περιβάλλοντος.

Η Υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με το άρθρο 76 της Σύμβασης, αποτελείται από το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφός του. Το εύρος της μπορεί να φτάνει, υπό προϋποθέσεις, έως 350 ναυτικά μίλια από τις ακτές. Εντός της υφαλοκρηπίδας το παράκτιο κράτος έχει κυριαρχικά δικαιώματα αναφορικά με την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων αυτής τα οποία είναι αποκλειστικά, δηλαδή, εάν το παράκτιο κράτος δεν εκμεταλλεύεται τους υφιστάμενους φυσικούς πόρους, κανένα άλλο κράτος δεν μπορεί να το πράξει χωρίς τη συγκατάθεσή του. Τα δικαιώματα αυτά δεν εξαρτώνται από οποιαδήποτε διακήρυξη αλλά υπάρχουν αυτοδικαίως και εξ υπαρχής (ipso facto et ab initio).

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η ΑΟΖ αποτελεί ουσιαστικά «εμπλουτισμό» του καθεστώτος της Υφαλοκρηπίδας με την προσθήκη της υδάτινης στήλης άνωθεν του θαλάσσιου πυθμένα. Ωστόσο, όπως έχει υπογραμμίσει το ICJ στην παρ. 33 της απόφασης για την οριοθέτηση της Υφαλοκρηπίδας μεταξύ Λιβύης – Μάλτας, η έννοια της ΑΟΖ δεν έχει «απορροφήσει» αυτήν της Υφαλοκρηπίδας, όπως έχει λανθασμένα αναφερθεί πολλάκις στη σχετική αρθρογραφία, αλλά οι δύο νομικές έννοιες παραμένουν διακριτές:

  1. (…) Όπως η Σύμβαση του 1982 δηλώνει, οι δύο θεσμοί -υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη – συνδέονται μαζί στο σύγχρονο δίκαιο. Δεδομένου ότι τα δικαιώματα που κατέχει ένα Κράτος επί της υφαλοκρηπίδας του θα κατέχονταν επίσης από αυτό επί του βυθού και του υπεδάφους της όποιας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης θα μπορούσε να ανακηρύξει, μια από τις συναφείς περιστάσεις που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Κράτους είναι η νομικά επιτρεπόμενη έκταση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης που ανήκει στο Κράτος αυτό. Αυτό δε σημαίνει ότι η έννοια της υφαλοκρηπίδας έχει απορροφηθεί από αυτήν της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης – σημαίνει ωστόσο ότι μεγαλύτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί σε στοιχεία, όπως η απόσταση από την ακτή, που είναι κοινά και για τις δύο έννοιες.

Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών ενισχύεται, πέρα από το διαφορετικό μέγιστο εύρος κάθε ζώνης (200 έναντι 350 ν.μ.), από τη σημαντική διαφοροποίηση αναφορικά με το καθεστώς θέσπισής τους: η ΑΟΖ απαιτείται να ανακηρυχθεί από το παράκτιο κράτος, ενώ για την Υφαλοκρηπίδα δεν απαιτείται καμία σχετική διαδικασία, όπως επισήμανε το ICJ το 1969 στην παράγραφο 19 της Απόφασης για την οριοθέτηση της Βόρειας Θάλασσας μεταξύ Γερμανίας, Δανίας και Ολλανδίας:

  1. Περισσότερο σημαντικό είναι το γεγονός ότι το δόγμα των εύλογων και δίκαιων μεριδίων (ενν. της υφαλοκρηπίδας) φαίνεται να είναι εξολοκλήρου σε αντίθεση με αυτό που το Δικαστήριο θεωρεί αναμφίβολα ότι είναι ο πιο θεμελιώδης από όλους τους κανόνες δικαίου που σχετίζονται με την υφαλοκρηπίδα, κατοχυρωμένων με το άρθρο 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1958, αν και ανεξάρτητο από αυτήν – όπως ότι τα δικαιώματα του παράκτιου Κράτους αναφορικά με την περιοχή της υφαλοκρηπίδας η οποία συνιστά μια φυσική προέκταση της χερσαίας επικράτειάς του εντός και κάτωθεν της θάλασσας υπάρχουν αυτοδικαίως (ipso facto) και εξ υπαρχής (ab initio) εξαιτίας της κυριαρχίας του επί της ξηράς, και σαν επέκταση αυτής αναφορικά με την εξάσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων για τους σκοπούς της εξερεύνησης του θαλάσσιου βυθού και της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του. Εν συντομία, υπάρχει εδώ ένα αυθύπαρκτο δικαίωμα. Προκειμένου να το εξασκήσει, καμία ειδική νομική διαδικασία δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί, ούτε πρέπει να ασκηθούν κάποιες ειδικές νομικές πράξεις. Η ύπαρξή του (ενν. του δικαιώματος) μπορεί να διακηρυχθεί (και πολλά κράτη το έχουν πράξει) αλλά δε χρειάζεται να συσταθεί. Επιπλέον, το δικαίωμα αυτό δεν εξαρτάται από το εάν έχει ασκηθεί. Χρησιμοποιώντας την ορολογία της Σύμβασης της Γενεύης, είναι ‘αποκλειστικό’ με την έννοια ότι εάν το παράκτιο Κράτος δεν επιλέγει να εξερευνήσει ή να εκμεταλλευτεί τις περιοχές της υφαλοκρηπίδας που του ανήκουν, αυτό είναι δικό του θέμα, αλλά κανείς άλλος δεν μπορεί να το πράξει χωρίς τη ρητή συναίνεσή του.

Επισημαίνεται ότι, δεδομένου πως το εύρος της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας μετράται από τις ακτές, εάν ένα κράτος έχει χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων και αποκτήσει ΑΟΖ έως τα 200 ν.μ., η ζώνη αυτή θα έχει προφανώς εύρος 194 ν.μ. Σημειώνεται επίσης πως, βάσει του άρθρου 58 της Σύμβασης, εντός της ΑΟΖ όλα τα Κράτη έχουν δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υπέρπτησης (επομένως και αεροναυτικών ασκήσεων), τοποθέτησης υποβρυχίων αγωγών, καλωδίων και συναφών ενεργειών, εφόσον βεβαίως δε βλάπτουν τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους όπως αυτά περιγράφονται στα σχετικά άρθρα, δεν προκαλούν βλάβη σε υποδομές, στο περιβάλλον κλπ., ενώ αντίστοιχη πρόβλεψη για υποβρύχια καλώδια και αγωγούς υπάρχει και για την Υφαλοκρηπίδα (άρθρο 79). Επομένως εντός των θαλασσίων αυτών ζωνών δεν ασκείται κυριαρχία από το παράκτιο κράτος, όπως γίνεται στα χωρικά του ύδατα, οπότε είναι λανθασμένη η χρήση του όρου «θαλάσσια σύνορα» στις σχετικές έντυπες και διαδικτυακές αναφορές.

Οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας και μέση γραμμή

Η θέσπιση της ΑΟΖ από το παράκτιο κράτος είναι το πρώτο βήμα προκειμένου αυτή να αποκτήσει πλήρη υπόσταση, βήμα που, όπως αναφέρθηκε, δεν είναι απαραίτητο στην περίπτωση της Υφαλοκρηπίδας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις ωστόσο απαιτείται η οριοθέτηση των ζωνών αυτών. Είναι πρόδηλο πως όταν οι ακτές των παράκτιων κρατών απέχουν περισσότερο από 400 ή 700 ν.μ., για την ΑΟΖ ή Υφαλοκρηπίδα αντίστοιχα, η διαδικασία οριοθέτησης είναι απλή. Τα δεδομένα όμως αλλάζουν όταν οι αποστάσεις αυτές μειώνονται, με αποτέλεσμα να προκύπτουν επικαλυπτόμενες εκτάσεις οι οποίες διεκδικούνται από δύο ή περισσότερα παράκτια κράτη. Οι ακτές αυτές μπορεί να είναι είτε έναντι (opposite) είτε προσκείμενες (adjacent). Η περίπτωση αυτή αποτελεί τον κανόνα στην περιοχή της Μεσογείου, όπου τα όρια ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας αναπόφευκτα θα συμπίπτουν. Στην περίπτωση αυτή για την οριοθέτηση της ΑΟΖ ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 74 το οποίο αναφέρει:

Άρθρο 74: Οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης μεταξύ Κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές

  1. Η οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης μεταξύ Κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας με βάση το Διεθνές Δίκαιο όπως ορίζεται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης.
  2. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τα ενδιαφερόμενα Κράτη προσφεύγουν στις διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος XV.

Η ίδια διαδικασία ισχύει για την Υφαλοκρηπίδα, στο σχεδόν ταυτόσημο άρθρο 83 της Σύμβασης (το Μέρος XV της οποίας τιτλοφορείται «Επίλυση Διαφορών»).

Τα ανωτέρω σημαίνουν ότι για την οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας απαιτείται η συμφωνία μεταξύ των αντιδικούντων κρατών. Εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία σε εύλογο χρονικό διάστημα τα κράτη πρέπει να καταφύγουν σε Διεθνή Διαιτησία για τον καθορισμό των ορίων των θαλάσσιων ζωνών τους. Έτσι, προκύπτει καταρχήν το συμπέρασμα ότι οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες για το θέμα αυτό προβλέπονται σαφώς από το ισχύον δίκαιο. Επιπλέον καταδεικνύεται πως, εφόσον δεν υπάρξει τελικά διακρατική συμφωνία, μόνο τα Διεθνή Δικαστήρια είναι αρμόδια για την ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου και άρα για τη χάραξη της οριοθετικής γραμμής, συνεπώς όλες οι δηλώσεις, διακηρύξεις, δημοσιεύσεις χαρτών κλπ. από τα ενδιαφερόμενα ή τρίτα κράτη και διεθνείς οργανισμούς δεν έχουν καμία νομική ισχύ.

Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη για κάποιον που έχει διαβάσει πλείστα όσα κείμενα στον Τύπο και το Διαδίκτυο αλλά όχι και την ίδια τη Σύμβαση, είναι πως στα άρθρα 74 και 83, αλλά και γενικά σε όλα τα άρθρα που αναφέρονται στην ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην περίφημη «μέση γραμμή» ως μέθοδο οριοθέτησης. Κατά συνέπεια, χάρτες όπως αυτός στην αρχή του κειμένου, που βασίζονται στη μέση γραμμή για τη χάραξη των ορίων των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών «βάσει του Διεθνούς Δικαίου», είναι ασύμβατοι με τις προβλέψεις του ίδιου αυτού Δικαίου. Είναι ενδεικτικό εξάλλου ότι τα άρθρα 74 και 83 συνήθως λάμπουν διά της απουσίας τους από τη σχετική δημόσια συζήτηση.

Αξίζει εδώ να διευκρινιστεί πως η εφαρμογή της μέσης γραμμής βάσει της Σύμβασης περιορίζεται στον καθορισμό των χωρικών υδάτων. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 15 αναφέρεται:

Άρθρο 15: Οριοθέτηση της χωρικής θάλασσας μεταξύ Κρατών με έναντι κείμενες ή προσκείμενες ακτές

Στην περίπτωση που οι ακτές δύο Κρατών κείνται έναντι αλλήλων ή συνορεύουν, κανένα από τα δύο Κράτη δε δικαιούται, ελλείψει αντιθέτου συμφωνίας μεταξύ τους, να εκτείνει την χωρική του θάλασσα πέραν της μέσης γραμμής της οποίας όλα τα σημεία βρίσκονται σε ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσεως από τις οποίες μετράται το εύρος της χωρικής θάλασσας καθενός από τα δύο Κράτη. Η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται όμως όπου λόγω ιστορικού τίτλου ή άλλων ειδικών περιστάσεων παρίσταται ανάγκη να οριοθετηθούν οι χωρικές θάλασσες των δύο Κρατών κατά διαφορετικό τρόπο.

Στην πραγματικότητα η μέση γραμμή είναι υποπερίπτωση της «γραμμής ισαπόστασης». Γραμμές ισαπόστασης είναι οι γραμμές των οποίων κάθε σημείο ισαπέχει από το πλησιέστερο σημείο της ακτής κάθε κράτους. Όταν οι ακτές αυτές βρίσκονται έναντι η μια με την άλλη (ενίοτε χρησιμοποιούνται και οι όροι «αντικρινές» ή «αντικείμενες») τότε η γραμμή ισαπόστασης βρίσκεται στη «μέση» μεταξύ των ακτών αυτών, εξ ου και η ονομασία μέση γραμμή. Υπάρχουν όμως και γραμμές ισαπόστασης που δεν είναι μέσες, καθώς δεν είναι όλες οι ακτές αντικρινές αλλά μπορεί να είναι και προσκείμενες ή παρακείμενες, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα.

watermarked-Εικ.2

Εικόνα 2                        Πηγή: Google Maps, ιδία επεξεργασία

Οι ελληνικές ακτές απεικονίζονται με μπλε χρώμα, οι τουρκικές με κόκκινο και οι γραμμές ισαπόστασης (οι οποίες είναι βεβαίως ενδεικτικές) με κίτρινο. Οι ακτές των δύο χωρών εκατέρωθεν του χερσαίου συνόρου του Έβρου είναι προσκείμενες και βάσει αυτών έχει σχεδιαστεί η γραμμή ισαπόστασης Α. Η νοτιοανατολική ακτή της Σαμοθράκης και η βόρεια ακτή της Ίμβρου είναι αντικρινές (ή αντικείμενες), συνεπώς στην περίπτωση αυτή η γραμμή ισαπόστασης Β μπορεί να χαρακτηριστεί και ως μέση γραμμή. Η νότια ακτή της Ίμβρου και η ανατολική ακτή της Λήμνου είναι παρακείμενες, καθώς «προβάλλονται» στην ίδια θαλάσσια έκταση χωρίς να είναι αντικρινές, οπότε προκύπτει η γραμμή ισαπόστασης Γ.

(Σε διάφορα κείμενα οι όροι «προσκείμενες» και «παρακείμενες» ακτές χρησιμοποιούνται κάποιες φορές εναλλακτικά προκειμένου να αποδώσουν τον αγγλικό όρο «adjacent». Για λόγους απλότητας θα χρησιμοποιείται στο εξής μόνον ο όρος «παρακείμενες»,  εκτός εάν γίνεται αυτούσια μεταφορά τμημάτων άλλων κειμένων).

Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η μέση γραμμή προβλεπόταν σαφώς ως διαδικασία οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας στην προγενέστερη Σύμβαση του 1958, όπως αναφερόταν στο άρθρο 6 αυτής:

Άρθρο 6

  1. Εις ην περίπτωσιν η αυτή υφαλοκρηπίς παράκειται εις τα εδάφη δύο ή περισσοτέρων Κρατών των οποίων αι ακταί ευρίσκονται έναντι αλλήλων, τα όρια της υφαλοκρηπίδος μεταξύ των Κρατών τούτων καθορίζονται διά συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω Κρατών. Εν ελλείψει συμφωνίας, και εφ’ όσον ειδικαί περιστάσεις δεν δικαιολογούσι διάφορον καθορισμόν των ορίων, ταύτας καθορίζονται υπό της μέσης γραμμής παν σημείον της οποίας ευρίσκεται εις ίσην απόστασιν από των εγγυτέρων σημείων των γραμμών βάσεως εφ’ ων μετρείται το πλάτος της αιγιαλίτιδος ζώνης εκάστου των Κρατών τούτων.
  2. Εις ην περίπτωσιν η αυτή υφαλοκρηπίς παράκειται εις τα εδάφη δύο ομόρων Κρατών, τα όρια της υφαλοκρηπίδος καθορίζονται διά συμφωνίας μεταξύ των Κρατών τούτων. Εν ελλείψει συμφωνίας, και εφ’ όσον ειδικαί περιστάσεις δεν δικαιολογούσι διάφορον καθορισμόν των ορίων, ο καθορισμός ούτος διενεργείται διά της εφαρμογής της αρχής της ίσης αποστάσεως των εγγυτέρων σημείων των γραμμών βάσεως εφ’ ων μετρείται το πλάτους της αιγιαλίτιδος ζώνης εκάστου των Κρατών αυτών.

Επομένως η ισχύουσα σήμερα Σύμβαση του 1982 καθιερώνει δυσμενέστερη για τα ελληνικά συμφέροντα μέθοδο οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας σε σχέση με αυτήν που προβλεπόταν στην καταργηθείσα Σύμβαση του 1958.

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η ανακήρυξη της ΑΟΖ εκ μέρους της Ελλάδας, ενέργεια προφανώς μονομερής, δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα δεδομένου ότι απαιτείται και οριοθέτηση, η οποία είτε θα έχει τη σύμφωνη γνώμη των γειτονικών παράκτιων κρατών, είτε θα προκύψει από κοινή προσφυγή όλων των ενδιαφερομένων χωρών σε διεθνή διαιτησία. Για την Υφαλοκρηπίδα δεν απαιτείται οποιαδήποτε νομική ενέργεια, εξακολουθεί πάντως να υφίσταται η ανάγκη οριοθέτησής της. Η απαίτηση αυτή ωστόσο μπορεί εν μέρει να παρακαμφθεί εφόσον το παράκτιο κράτος θεωρεί, βασισμένο σε συναφείς αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων, πως υπάρχουν τμήματα της Υφαλοκρηπίδας του τα οποία δε διεκδικούνται από άλλο κράτος ή πως αυτά είναι σχεδόν σίγουρο πως θα του αποδοθούν σε περίπτωση προσφυγής σε διεθνή διαιτησία. Αυτό είναι το σκεπτικό πίσω από τη χάραξη θαλάσσιων οικοπέδων στις περιοχές νοτίως της Κρήτης, όπως θα φανεί και στη συνέχεια.

Οριοθέτηση επικαλυπτόμενων θαλάσσιων ζωνών

Αναφέρθηκε ήδη ότι η Σύμβαση καθορίζει πως, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία μεταξύ των αντιδικούντων κρατών όσον αφορά επικαλυπτόμενες θαλάσσιες εκτάσεις, η οριοθέτηση γίνεται από Διεθνές Δικαστήριο. Επειδή στα σχετικά άρθρα 74 και 83 για ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδα αντίστοιχα δεν καθορίζεται κάποια μεθοδολογία οριοθέτησης, έχει επισημανθεί επανειλημμένα σε σχετικές αποφάσεις διαιτητικών οργάνων πως επαφίεται στο εκάστοτε δικαστήριο να προσδιορίσει μια διαδικασία με σκοπό να φτάσει σε δίκαιη λύση (equitable solution). Έχει επίσης τονιστεί πολλές φορές ότι κάθε περίπτωση οριοθέτησης είναι μοναδική. Ωστόσο τα Διεθνή Δικαστήρια έχουν προσπαθήσει,  κατά την εκδίκαση των υποθέσεων, να αποκρυσταλλώσουν μια διαδικασία η οποία θα μπορούσε να έχει εφαρμογή σε περισσότερες από μια υποθέσεις εφόσον σε αυτές υπάρχουν κοινά σημεία. Έχει διακηρυχθεί π.χ. ότι η μέση γραμμή μπορεί να οδηγήσει σε δίκαιο αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις όπου υπάρχουν κράτη με αποκλειστικά αντικρινές ακτές, εφόσον δεν υπάρχουν ενδιάμεσα των ακτών αυτών άλλα νησιωτικά εδάφη. Η Ελλάδα λοιπόν θεωρεί πως σε περίπτωση οριοθέτησης της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας της νοτίως της Κρήτης με Αίγυπτο και Λιβύη, είτε μέσω διακρατικής συμφωνίας είτε μέσω προσφυγής από κοινού σε διαιτησία, η μέθοδος που θα εφαρμοστεί για την κατασκευή του ορίου θα είναι αυτή της μέσης γραμμής, έστω και με μικρές προσαρμογές λόγω π.χ. της Γαύδου, καθώς οι νότιες κρητικές ακτές και οι αντίστοιχες λιβυκές και αιγυπτιακές είναι κατά κανόνα αντικρινές. Με βάση αυτήν την εκτίμηση έχουν χαραχθεί τα όρια των οικοπέδων και προωθείται η σχετική διαδικασία για την άντληση υδρογονανθράκων στην περιοχή. Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς σκεπτικό (αποκλειστικά αντικρινές ακτές χωρίς παρεμβολή νησιωτικών εδαφών και οριοθέτηση με βάση την αρχή της μέσης γραμμής) έγινε αποδεκτό από όλες τις πλευρές στις διακρατικές συμφωνίες οριοθέτησης της Κυπριακής ΑΟΖ με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και το Λίβανο.

Το ενδιαφέρον των διαιτητικών οργάνων για εύρεση μιας μεθόδου οριοθέτησης που να μπορεί να εφαρμοστεί σε πληθώρα περιπτώσεων οδήγησε, με την εξέλιξη της ερμηνείας των διατάξεων της Σύμβασης, στην ακόλουθη διαδικασία η οποία, χωρίς να είναι υποχρεωτική, έχει τύχει εφαρμογής από τα Διεθνή Δικαστήρια σε αρκετές περιπτώσεις και περιλαμβάνει τρία στάδια:

  • Στάδιο 1ο: Σχεδιάζεται μια προσωρινή γραμμή οριοθέτησης. Ο σχεδιασμός της γίνεται επιλέγοντας σημεία των ακτών των αντιδικούντων κρατών, τα λεγόμενα «σημεία βάσης», και χαράσσοντας, συνήθως αλλά όχι υποχρεωτικά, με βάση τα σημεία αυτά, μια γραμμή ισαπόστασης. Καίριας σημασίας εδώ είναι η επιλογή των ακτών από τις οποίες θα προέλθουν τα σημεία τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για τη σχεδίαση της γραμμής αυτής. Επομένως στην ελληνική περίπτωση θα είναι κρίσιμο το εάν θα επιλεγούν σημεία στις ακτές όλων των ελληνικών νησιών του Αιγαίου ή εάν π.χ. τα ανατολικά ελληνικά νησιά εξαιρεθούν από τη διαδικασία αυτή, με αποτέλεσμα η προσωρινή γραμμή οριοθέτησης να μετατοπιστεί προς τα δυτικά, αυξάνοντας την έκταση των θαλάσσιων ζωνών που θα αποδίδονται, στο αρχικό αυτό στάδιο, στην Τουρκία.
  • Στάδιο 2ο: Εξετάζεται εάν υπάρχουν οι λεγόμενες «συναφείς περιστάσεις» που να δικαιολογούν μετατόπιση της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης υπέρ του ενός ή του άλλου κράτους. Τέτοιες περιστάσεις μπορεί να είναι π.χ. η παρουσία ενός μεμονωμένου νησιού ή ενός συμπλέγματος νησιών πλησίον της ακτής του ενός ή του άλλου κράτους.
  • Στάδιο 3ο: Εξετάζεται η ύπαρξη δυσαναλογικότητας μεταξύ του λόγου των μηκών των συναφών ακτών των κρατών προς το λόγο των εμβαδών των αποδιδόμενων θαλάσσιων εκτάσεων σε κάθε κράτος. Συναφείς ακτές είναι αυτές οι οποίες «προβάλλονται» σε θαλάσσιες εκτάσεις οι οποίες διεκδικούνται από περισσότερα του ενός κράτη. Επισημαίνεται πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαθηματική σχέση η οποία να καθορίζει πως υπάρχει δυσαναλογικότητα, αλλά το εκάστοτε Δικαστήριο κρίνει σύμφωνα με τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης.

Πρέπει να επισημανθεί εδώ πως, κατά το 1ο Στάδιο της διαδικασίας, τα Διεθνή Δικαστήρια δεν περιορίζονται στα σημεία βάσης των ακτών που υποβάλλονται από τα αντιδικούντα κράτη αλλά μπορούν να επιλέγουν (τα Δικαστήρια) και σημεία τα οποία κατά την κρίση τους είναι κατάλληλα για τη χάραξη της προσωρινής οριοθετικής γραμμής. Στην απόφαση του ITLOS για την οριοθέτηση μεταξύ Μπαγκλαντές – Μυανμάρ η παρ. 264 αναφέρει:

  1. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, ενώ τα παράκτια Κράτη δικαιούνται να καθορίσουν σημεία βάσης για τους σκοπούς της οριοθέτησης, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται, όταν καλείται να οριοθετήσει το θαλάσσιο όριο μεταξύ των μερών σε μια διαφωνία, να αποδεχθεί τα σημεία βάσης που υποδεικνύονται από κάθε ένα ή και από τα δύο μέρη. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει δικά του σημεία βάσης, βασισμένα στα γεωγραφικά δεδομένα της υπόθεσης.

Επομένως, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής προσφυγής σε Διεθνές Δικαστήριο, δεν πρόκειται απλώς να υιοθετηθούν τα σημεία βάσης που θα προτείνει η Ελλάδα και να απορριφθούν τα αντίστοιχα που θα προτείνει η Τουρκία ή το αντίστροφο, αλλά ενδεχομένως κάποια από αμφότερα να απορριφθούν και το Δικαστήριο να υιοθετήσει και νέα, ανάλογα με τη γεωγραφική πραγματικότητα.

Αναφορικά με τις απόψεις που διακινούνται στη δημόσια συζήτηση για την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας, από τα άρθρα 74 και 83 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, πως η μέση γραμμή ως μέθοδος οριοθέτησης δεν αναφέρεται πουθενά και συνεπώς η χρήση της για τη χάραξη των ορίων των θαλάσσιων ζωνών είναι αυθαίρετη. Παράλληλα όμως διατυπώνεται και η άποψη πως η οριοθέτηση τελικά θα βασιστεί, έστω κατά το 1ο στάδιο της περιγραφείσας διαδικασίας, στη μέση γραμμή, ή γενικότερα στη γραμμή ισαπόστασης, η οποία κατόπιν θα υποστεί περιορισμένες προσαρμογές οι οποίες δε θα θίξουν το συνολικά ευνοϊκό για την Ελλάδα αποτέλεσμα. Η θέση αυτή είναι επίσης αυθαίρετη. Χαρακτηριστικά, το ICJ στην παρ. 43 της απόφασης οριοθέτησης μεταξύ Λιβύης και Μάλτας του 1985 ανέφερε:

  1. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχτεί ότι, ακόμα και ως προκαταρκτικό και προσωρινό βήμα για τη σχεδίαση μιας οριοθετικής γραμμής, η μέθοδος της ισαπόστασης είναι αυτή που πρέπει να χρησιμοποιηθεί (η έμφαση στο «πρέπει» δίνεται στο πρωτότυπο κείμενο), ή ότι το Δικαστήριο ‘απαιτείται, ως πρώτο βήμα, να εξετάσει τις επιπτώσεις μιας οριοθέτησης με εφαρμογή της μεθόδου της ισαπόστασης’. (…) Το ότι ένα παράκτιο Κράτος μπορεί να δικαιούται δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας λόγω της απόστασης από την ακτή, και ανεξαρτήτως των φυσικών χαρακτηριστικών του παρεμβαλλόμενου θαλάσσιου πυθμένα και υπεδάφους, δε συνεπάγεται ότι η ισαπόσταση είναι η μόνη κατάλληλη μέθοδος οριοθέτησης, ακόμη και μεταξύ αντικρινών ή μερικώς αντικρινών ακτών, ούτε καν το μόνο επιτρεπόμενο σημείο εκκίνησης. Η εφαρμογή των δίκαιων αρχών στις συγκεκριμένες συναφείς περιστάσεις μπορεί ακόμη και να απαιτήσει την υιοθέτηση μιας άλλης μεθόδου, ή συνδυασμού μεθόδων, οριοθέτησης, ακόμη και από την αρχή.

Επισημαίνεται επίσης κατ’ επανάληψη το «λάθος» που έκανε η Τουρκία οριοθετώντας θαλάσσιες ζώνες στη Μαύρη Θάλασσα με τις άλλες χώρες της περιοχής χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της μέσης γραμμής, πρακτική που θεωρείται πως τη «δεσμεύει» ως προς την εφαρμογή της μεθόδου αυτής και στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Φυσικά, δεν πρόκειται για κανένα λάθος αλλά για κίνηση που έγινε αφού μελετήθηκε η σχετική νομολογία, όπως αυτή εκφράστηκε στην υπόθεση οριοθέτησης μεταξύ Γροιλανδίας (Δανία) και νήσου Γιαν Μάγιεν (Νορβηγία). Κατά την επιχειρηματολογία της η Δανία επικαλέστηκε υφιστάμενες συμφωνίες του 1980 και 1981 μεταξύ Νορβηγίας και Ισλανδίας, σύμφωνα με τις οποίες η Νορβηγία αποδέχθηκε πως η ισλανδική θαλάσσια «οικονομική ζώνη» θα εκτείνεται έως τα 200 ν.μ. ανάμεσα στην Ισλανδία και τη νήσο Γιαν Μάγιεν, αποδεχόμενη έτσι για τις ισλανδικές ακτές πλήρη επήρεια και για αυτές της νήσου μειωμένη. Έτσι, η Δανία επισήμανε πως το Γιαν Μάγιεν θα πρέπει να τύχει ανάλογης μεταχείρισης και έναντι της Γροιλανδίας. Το ICJ ωστόσο κατά την έκδοση της απόφασης το 1993 σημείωσε:

  1. (…) Επικαλούμενη κατά της Νορβηγίας τις Συμφωνίες του 1980 και 1981, η Δανία επιζητεί να λάβει, με νομικά μέσα, ισότητα όσον αφορά τη μεταχείριση με την Ισλανδία. Είναι κατανοητό ότι η Δανία θα επιζητούσε τέτοια ισότητα μεταχείρισης. Αλλά αναφορικά με τις σχέσεις που διέπονται από συνθήκες, αφορά πάντα στα εμπλεκόμενα μέρη να αποφασίσουν, με συμφωνία, υπό ποιους όρους μπορούν οι αμοιβαίες σχέσεις τους να εξισορροπηθούν. Στην ιδιαίτερη περίπτωση της θαλάσσιας οριοθέτησης, το διεθνές δίκαιο δεν υπαγορεύει, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης, την οριοθέτηση μιας μοναδικής μεθόδου για την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών σε όλες τις πλευρές ενός νησιού, ή για το σύνολο του θαλάσσιου μετώπου ενός συγκεκριμένου Κράτους, αλλά μάλλον, εάν κρίνεται επιθυμητό, ποικίλες μεθόδους οριοθέτησης για τα διάφορα τμήματα της ακτής. Η συμπεριφορά των μερών επομένως σε διάφορες περιπτώσεις δε θα έχει επιρροή σε μια τέτοια οριοθέτηση. (…) Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο καταλήγει πως η συμπεριφορά των Κρατών δε συνιστά στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία της οριοθέτησης στην παρούσα υπόθεση.

Επιπρόσθετα, διατυπώνεται η άποψη πως η οριοθέτηση στην περιοχή του Ανατολικού Αιγαίου, μεταξύ των ελληνικών νησιών και της τουρκικής μικρασιατικής ακτής, αφορά αποκλειστικά αντικρινές ακτές οπότε μπορεί να ακολουθηθεί μια διαδικασία αντίστοιχη με αυτήν που έγινε για την Κυπριακή ΑΟΖ. Αυτό όμως δεν ισχύει, καθώς η γεωγραφική πραγματικότητα υποδεικνύει πως οι αντικρινές ακτές στο Ανατολικό Αιγαίο είναι λίγο – πολύ συγκεκριμένες περιλαμβάνοντας κυρίως:

α) τη βορειοανατολική ακτή της Σαμοθράκης με την τουρκική ακτή νοτίως των εκβολών του Έβρου,

β) τη νοτιοανατολική ακτή της Σαμοθράκης με τη βορειοδυτική ακτή της Ίμβρου,

γ) την ανατολική ακτή της Λήμνου με την απέναντι τουρκική ακτή,

δ) τη βόρεια, ανατολική και νοτιοανατολική ακτή της Λέσβου με τις απέναντι τουρκικές ακτές,

ε) την ανατολική ακτή της Χίου με τις απέναντι τουρκικές ακτές,

στ) τη βόρεια, ανατολική και νοτιοανατολική ακτή της Σάμου με τις απέναντι τουρκικές ακτές,

ζ) τη βορειοανατολική και νοτιοανατολική ακτή της Κω με τις απέναντι τουρκικές ακτές,

η) τμήμα της βόρειας ακτής της Ρόδου με τις απέναντι τουρκικές ακτές,

θ) τη βόρεια και βορειοανατολική ακτή του Καστελόριζου με τις απέναντι τουρκικές ακτές.

Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές οι αποστάσεις είναι μικρότερες των 24 ή και 12 ν.μ., οπότε προκύπτει ζήτημα οριοθέτησης των χωρικών υδάτων, το οποίο βεβαίως διευθετείται με τη μέθοδο της μέσης γραμμής εκτός εάν υπάρχει ιστορικός τίτλος ή ειδικές περιστάσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 της Σύμβασης.

Στις υπόλοιπες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου οι ελληνικές ακτές που «παράγουν» διεκδικούμενες θαλάσσιες εκτάσεις δεν είναι αντικρινές με τις τουρκικές αλλά παρακείμενες σε αυτές. Για την περίπτωση αυτή, ήδη από το 1969 και την απόφαση οριοθέτησης της Βόρειας Θάλασσας μεταξύ Δανίας, Γερμανίας και Ολλανδίας, το ICJ διακήρυξε:

  1. Εάν από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση με τη θέση που εκφράστηκε στην προηγούμενη παράγραφο, ήταν σωστό να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά στην οριοθέτηση περιοχών υφαλοκρηπίδας ανάμεσα σε αντικρινά (opposite) Κράτη και στην οριοθέτηση ανάμεσα σε παρακείμενα (adjacent) Κράτη, τότε τα αποτελέσματα επί της αρχής θα έπρεπε να είναι τα ίδια ή τουλάχιστον συγκρίσιμα. Ωστόσο στην πράξη, ενώ η μέση γραμμή διαχωρίζει εξ ίσου ανάμεσα σε δύο αντικρινές χώρες τις περιοχές που θεωρούνται ότι είναι η φυσική προέκταση της επικράτειας της καθεμιάς από τις χώρες αυτές, μια παράπλευρη γραμμή ισαπόστασης συχνά αποδίδει σε ένα από τα Κράτη αμφισβητούμενες περιοχές που είναι φυσική προέκταση της επικράτειας του άλλου.

Στο ανατολικό Αιγαίο μια τέτοια περίπτωση, αλλά προφανώς όχι η μοναδική, είναι η νοτιοανατολική ακτή της Χίου και η νότια ακτή της χερσονήσου της Ερυθραίας, ενώ στην ανατολική Μεσόγειο αντίστοιχη περίπτωση είναι η ανατολική – νοτιοανατολική ακτή της Ρόδου και η τουρκική ακτή που εκτείνεται δυτικότερα του συμπλέγματος του Καστελόριζου, όπως απεικονίζεται απλουστευμένα στις παρακάτω εικόνες. Με μπλε και κόκκινη γραμμή συμβολίζονται οι – παράπλευρες και όχι αντικρινές μεταξύ τους – ελληνικές και τουρκικές ακτές αντίστοιχα, με μπλε και κόκκινη διακεκομμένη γραμμή τα όρια των προβολών των ακτών των δύο χωρών επί των θαλάσσιων εκτάσεων και με κίτρινη διαγράμμιση οι επικαλυπτόμενες ζώνες που «παράγουν» οι εν λόγω ακτές.

 

watermarked-Εικ.3

Εικόνα 3              Πηγή: Google Maps, ιδία επεξεργασία

 

watermarked-Εικ.4

Εικόνα 4                     Πηγή: Google Maps, ιδία επεξεργασία

Σε αυτές τις περιπτώσεις και όλες τις υπόλοιπες αντίστοιχες, όπου ελληνικές και τουρκικές ακτές είναι παράπλευρες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι μια γραμμή ισαπόστασης θα αποτελέσει όντως την αφετηρία κατά την ελληνοτουρκική διαδικασία οριοθέτησης, όπως προκύπτει και από προαναφερθέν σχόλιο του ICJ στην απόφαση οριοθέτησης μεταξύ Λιβύης – Μάλτας: «… Η εφαρμογή των δίκαιων αρχών στις συγκεκριμένες συναφείς περιστάσεις μπορεί ακόμη και να απαιτήσει την υιοθέτηση μιας άλλης μεθόδου, ή συνδυασμού μεθόδων, οριοθέτησης, ακόμη και από την αρχή…». Συνεπώς, η απεικόνιση των ορίων της ελληνικής ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας βάσει της γραμμής ισαπόστασης αποκλειστικά, για το Ανατολικό Αιγαίο, είναι ασύμβατη με τη διεθνή νομολογία – αποτελεί, ουσιαστικά, το μέγιστο όριο των ελληνικών διεκδικήσεων, οι οποίες όμως είναι τουλάχιστον αμφίβολο πως θα εκπληρωθούν εξ ολοκλήρου.

 

Οριοθέτηση γύρω από το Καστελόριζο

Το Καστελόριζο και οι θαλάσσιες ζώνες πέριξ αυτού αποτελούν το πλέον προβεβλημένο επιμέρους ζήτημα της ελληνοτουρκικής διαφοράς για την οριοθέτηση ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας καθώς η παρουσία του φαίνεται να αυξάνει κατά πολύ τις εκτάσεις που θεωρείται πως δικαιούται η Ελλάδα αλλά και να ενώνει αυτές με τις αντίστοιχες κυπριακές. Η Τουρκία υποστηρίζει πως το νησί δε δικαιούται θαλάσσιες ζώνες λόγω του πολύ μικρού μήκους των ακτών του και του γεγονότος πως βρίσκεται πολύ μακριά από ελληνικές ακτές και μπροστά από τις τουρκικές, αποκόπτοντας αυτές από τις εκτάσεις ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας που δικαιούνται. Αντίθετα η Ελλάδα θεωρεί πως το Καστελόριζο δικαιούται σαφώς θαλάσσιες ζώνες με βάση το άρθρο 121 της Σύμβασης, το οποίο αναφέρει:

Άρθρο 121: Καθεστώς των νήσων

  1. Νήσος είναι μια φυσικά διαμορφωμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων κατά τη μέγιστη πλημμυρίδα.
  2. Εκτός όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, η χωρική θάλασσα, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η υφαλοκρηπίδα μιας νήσου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης που εφαρμόζονται στις άλλες ηπειρωτικές περιοχές.
  3. Οι βράχοι οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα.

Η ανάγνωση του άρθρου μπορεί να οδηγήσει καταρχήν στο συμπέρασμα πως, δεδομένου ότι το Καστελόριζο είναι νησί το οποίο συντηρεί ανθρώπινη διαβίωση και έχει δική του οικονομική ζωή, δικαιούται οπωσδήποτε ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα. Ωστόσο, όπως έχει αποδειχθεί βάσει της νομολογίας των Διεθνών Δικαστηρίων, η ύπαρξη νήσων μικρού μεγέθους, αναλόγως της θέσης τους και του μήκους των ακτών τους σε σχέση με ακτές ξένων κρατών, μπορεί να μη ληφθεί καθόλου υπόψη κατά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών ή να τους αποδοθούν εκτάσεις ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας πολύ μικρότερες από ότι θα δικαιούνταν με βάση τη μέθοδο της γραμμής ισαπόστασης/μέσης γραμμής.

Μια τέτοια περίπτωση αποτελούν τα βρετανικά Νησιά της Μάγχης (Channel Islands), η επίδραση των οποίων εξετάστηκε από το ICJ κατά την οριοθέτηση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας το 1977. Η παράγραφος 199 της απόφασης οριοθέτησης αναφέρει:

  1. (…) Η παρουσία των Νησιών της Μάγχης πλησίον της Γαλλικής ακτής, εάν αφεθεί να διαφοροποιήσει την πορεία της μέσης γραμμής διαμέσου της Μάγχης, δημιουργεί μια ριζική παραμόρφωση του ορίου παράγοντας ανισότητα. Η περίπτωση είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη μικρών νησιών στη σωστή πλευρά ή πλησίον της μέσης γραμμής, και είναι επίσης αρκετά διαφορετική από την περίπτωση όπου αριθμός νησιών απλώνεται το ένα μετά το άλλο σε μεγάλη απόσταση από την ηπειρωτική χώρα. Τα νομικά προηγούμενα των ημι-θυλάκων, που προκύπτουν από αυτές τις υποθέσεις, τα οποία επικαλείται το Ηνωμένο Βασίλειο, δε φαίνεται, συνεπώς, στο Δικαστήριο ότι έχουν σχέση. Τα Νησιά της Μάγχης δεν είναι απλώς «στη λάθος πλευρά» της μέσης γραμμής που βρίσκεται στο μέσο της Μάγχης αλλά είναι τελείως αποκομμένα γεωγραφικά από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η κατάληξη ήταν το ICJ να μη λάβει υπόψη τα νησιά της Μάγχης κατά τον καθορισμό των ορίων της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας και να τους αποδώσει απλώς μια ζώνη υφαλοκρηπίδας εύρους 12 ν.μ. στα βόρεια και δυτικά τους (νότια και νοτιοδυτικά προέκυπτε ζήτημα καθορισμού του ορίου των χωρικών υδάτων μεταξύ των νησιών και της γαλλικής ακτής το οποίο ήταν εκτός αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση), όπως φαίνεται στην ακόλουθη εικόνα. Διακρίνεται με έντονο μαύρο χρώμα η οριοθετική γραμμή μεταξύ των υφαλοκρηπίδων των δύο χωρών και νότια αυτής ο θύλακας υφαλοκρηπίδας των νησιών της Μάγχης που σχηματίζεται από τα σημεία Χ-Χ1-Χ2-Χ3-Χ4-Υ.

 

Εικόνα 5       Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η απόφαση του ICJ για τη θαλάσσια οριοθέτηση στη Μαύρη Θάλασσα μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας το 2009 και ειδικά το τμήμα της που αφορά στο ουκρανικό Νησί των Φιδιών (Serpents’ Island). Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη διαδικασία τριών σταδίων που περιγράφηκε προηγουμένως, έκρινε από το πρώτο στάδιο πως το Νησί των Φιδιών δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη όσον αφορά την επιλογή σημείων βάσης μέσω των οποίων θα σχεδιαζόταν η προσωρινή γραμμή οριοθέτησης. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 149 της απόφασης του ICJ αναφέρεται:

  1. Το Νησί των Φιδιών απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για τον καθορισμό της προσωρινής γραμμής ισαπόστασης. Αναφορικά με την επιλογή σημείων βάσης, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου νησιά έχουν θεωρηθεί ως τμήμα της ακτής ενός κράτους, ειδικά όταν η ακτή αυτή σχηματίζεται από μια συστάδα νησιών παρυφής. (…) Ωστόσο, το Νησί των Φιδιών, ευρισκόμενο μόνο του και περίπου 20 ναυτικά μίλια μακριά από την ηπειρωτική χώρα, δεν είναι ένα από μια συστάδα νησιών που αποτελούν την «ακτή» της Ουκρανίας.

Το να θεωρηθεί το Νησί των Φιδιών ως συναφές τμήμα της ακτής θα ισοδυναμούσε με τη μεταμόσχευση ενός εξωγενούς στοιχείου στην ακτογραμμή της Ουκρανίας﮲ η συνέπεια θα ήταν μια δικαστική αναδιαμόρφωση της γεωγραφίας, την οποία ούτε το Δίκαιο ούτε η πρακτική της θαλάσσιας οριοθέτησης επιτρέπουν. Το Δικαστήριο είναι συνεπώς της άποψης ότι το Νησί των Φιδιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράγοντας που διαμορφώνει την ουκρανική ακτογραμμή.

Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο θεωρεί ανάρμοστο να επιλέξει σημεία βάσης στο Νησί των Φιδιών για την κατασκευή μιας προσωρινής γραμμής ισαπόστασης μεταξύ των ακτών της Ρουμανίας και της Ουκρανίας. (…)

Έτσι απορρίφθηκε η αξίωση της Ουκρανίας (απεικονίζεται με μπλε γραμμή στην ακόλουθη εικόνα) να επιλεγούν σημεία βάσης στο Νησί των Φιδιών και συνεπώς να του αποδοθεί τελικά οποιαδήποτε επήρεια στην οριοθέτηση.

 

watermarked-Εικ.6

Εικόνα 6               Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας τριών σταδίων το Δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσον η ύπαρξη του Νησιού των Φιδιών αποτελεί συναφή περίσταση για τη μετατόπιση της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης υπέρ της Ουκρανίας, επισήμανε ότι:

  1. (…) Όπως έχει αποδείξει η νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί κατά περίπτωση να αποφασίσει να μη λάβει υπόψη του πολύ μικρά νησιά ή να αποφασίσει να μην τους αποδώσει το πλήρες δυνητικό δικαίωμά τους σε θαλάσσιες ζώνες, εάν αυτή η προσέγγιση έχει δυσανάλογη επιρροή στην οριοθετική γραμμή υπό εξέταση. (…)

Και εν τέλει το Δικαστήριο αποφάσισε να μη ληφθεί υπόψη το Νησί των Φιδιών ως συναφής περίσταση για τη μετατόπιση της προσωρινής γραμμής ισαπόστασης, όπως φαίνεται στην ακόλουθη εικόνα με την τελική οριοθετική γραμμή.

 

watermarked-Εικ.7

Εικόνα 7                     Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Παρόμοιο σκεπτικό ακολουθήθηκε στην απόφαση του ITLOS για την οριοθέτηση μεταξύ Μπανγκλαντές – Μυανμάρ το 2012, όσον αφορά στην επίδραση του Νησιού του Αγίου Μαρτίνου (St. Martin’s Island) που ανήκει στο Μπανγκλαντές και βρίσκεται μπροστά από την ηπειρωτική ακτή της Μυανμάρ (εντός του κόκκινου κύκλου στην παρακάτω εικόνα).

 

watermarked-Εικ.8

Εικόνα 8               Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Σχετικά με την επιλογή ή όχι σημείων βάσης επί του νησιού αυτού για την κατασκευή της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης το Δικαστήριο σημείωσε:

  1. Αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσον το νησί του Αγίου Μαρτίνου θα μπορούσε να επιλεγεί ως πηγή ενός σημείου βάσης, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι, επειδή βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την ηπειρωτική ακτή και στην πλευρά της Μυανμάρ εμπρός από το τερματικό συνοριακό σημείο των δύο κρατών στον ποταμό Νάαφ, η επιλογή ενός σημείου βάσης στο νησί του Αγίου Μαρτίνου θα είχε ως αποτέλεσμα μια γραμμή που εμποδίζει την προβολή προς τη θάλασσα από την ακτή της Μυανμάρ. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτό θα οδηγούσε σε μια αδικαιολόγητη διαστρέβλωση της οριοθετικής γραμμής, και θα συνέβαλε σε «μια δικαστική επανασχεδίαση της γεωγραφίας» (…). Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο εξαιρεί το νησί του Αγίου Μαρτίνου ως πηγή οποιουδήποτε σημείου βάσης.

Στη συνέχεια εξετάστηκε εάν η παρουσία του Νησιού του Αγίου Μαρτίνου συνιστούσε συναφή περίσταση για τη μετατόπιση της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης υπέρ του Μπανγκλαντές, και το ITLOS έκρινε αρνητικά, βάσει του ακόλουθου σκεπτικού:

  1. Το Νησί του Αγίου Μαρτίνου είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συναφής περίσταση στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, εξαιτίας της θέσης του, η απόδοση επήρειας στο Νησί του Αγίου Μαρτίνου κατά την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της Υφαλοκρηπίδας θα είχε ως αποτέλεσμα μια γραμμή η οποία θα εμπόδιζε την προβολή προς τη θάλασσα της ακτής της Μυανμάρ με τρόπο που θα προκαλούσε μια αδικαιολόγητη παραμόρφωση της οριοθετικής γραμμής. Η παραμορφωτική επίδραση ενός νησιού σε μια γραμμή ισαπόστασης μπορεί να αυξηθεί σημαντικά καθώς η γραμμή εκτείνεται πέραν των 12 ν.μ. από την ακτή.

 

watermarked-Εικ.9

Εικόνα 9            Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Έτσι η οριοθετική γραμμή διαμορφώθηκε από το Δικαστήριο όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 9 με το Νησί του Αγίου Μαρτίνου να αποκτά μόνο χωρικά ύδατα, εξ ου και η καμπύλη που διαμορφώνεται από τα σημεία 1, 8 και 9.

Οι ανωτέρω αποφάσεις δημιουργούν σαφές αρνητικό προηγούμενο για την Ελλάδα αναφορικά με το Καστελόριζο. Το Νησί των Φιδιών απέχει σχεδόν εξίσου από τη φίλια ουκρανική ακτή και από την ξένη ρουμανική, ενώ το Νησί του Αγίου Μαρτίνου βρίσκεται πλησίον φίλιας ακτής και της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας αυτής. Το Καστελόριζο είναι σε ακόμη πιο δυσμενή θέση, καθώς απέχει ελάχιστα από τις πολύ μεγαλύτερου μήκους τουρκικές ακτές και ταυτόχρονα βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τις αντίστοιχες φίλιες. Εφόσον η Ελλάδα ζητήσει από Διεθνές Δικαστήριο να του αποδοθεί ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα, η Τουρκία θα ισχυριστεί πως έτσι θα εμποδίζεται η προβολή προς τη θάλασσα των νότιων ακτών της, κατά την ορολογία του ITLOS αναφορικά με το Νησί του Αγίου Μαρτίνου. Καθώς κάθε περίπτωση είναι μοναδική για τα Διεθνή Δικαστήρια δεν μπορεί να αποκλειστεί τελεσίδικα καμία δυνητική έκβαση, αλλά η απόδοση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στο Καστελόριζο, έστω και περιορισμένης έκτασης, είναι μη συμβατή με το σκεπτικό αποφάσεων όπως αυτές που παρατέθηκαν προηγουμένως και θα πρέπει μάλλον να θεωρείται απίθανη.

Στην εγχώρια διαδικτυακή συζήτηση διατυπώνεται συχνά το επιχείρημα πως το Καστελόριζο δικαιούται ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα γιατί είναι κατοικημένο από αιώνες, με πληθυσμό που έχει παράδοση στην αλιεία και εξαρτάται από αυτήν κλπ. Παρόμοια επιχειρήματα έχουν διατυπωθεί και στην υπόθεση οριοθέτησης μεταξύ Γροιλανδίας (Δανία) και νήσου Γιαν Μάγιεν (Νορβηγία). Η Δανία επικαλέστηκε ως επιχείρημα υπέρ της απόδοσης μεγαλύτερης έκτασης θαλάσσιων ζωνών στη Γροιλανδία πως ο πληθυσμός της τελευταίας ανέρχεται σε δεκάδες χιλιάδες ενώ του νορβηγικού νησιού σε λίγες δεκάδες επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού. Επισήμανε επίσης την οικονομική εξάρτηση του γροιλανδικού πληθυσμού από την αλιεία και τις συναφείς δραστηριότητες αλλά και τον «πολιτισμικό παράγοντα» (cultural factor) που αφορά στη σχέση των κατοίκων με την ξηρά και την παρακείμενη θαλάσσια έκταση. Το ICJ απέρριψε την άποψη πως τα προηγούμενα αποτελούν συναφείς περιστάσεις για τη μετατόπιση της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης υπέρ της Γροιλανδίας, επισημαίνοντας (παρ. 80):

  1. (…) Το Δικαστήριο θα παρατηρούσε ότι η απόδοση θαλάσσιων περιοχών στην επικράτεια ενός Κράτους, η οποία, εκ φύσεως, προορίζεται να είναι μόνιμη, είναι μια νομική διαδικασία που βασίζεται αποκλειστικά στην κατοχή, από την εν λόγω επικράτεια, μιας ακτογραμμής. (…)

Πάντως, ως επιχείρημα υπέρ της απόδοσης ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στο Καστελόριζο η Ελλάδα θα μπορούσε να επικαλεστεί το σκεπτικό της απόφασης οριοθέτησης μεταξύ των νήσων Νέας Γης (Καναδάς) και Σαιντ Πιερ και Μικελόν (Γαλλία) το 1992. Το ειδικό Δικαστήριο που συστάθηκε για την περίπτωση απέδωσε, πέραν μιας ζώνης ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας 12 έως 24 ν.μ. βόρεια και δυτικά των δύο γαλλικών νησιών, και μια αντίστοιχη ζώνη μήκους 188 ν.μ. προς το νότο, όπως φαίνεται στην ακόλουθη εικόνα.

 

watermarked-Εικ.10

Εικόνα 10             Πηγή: http://www.en.wikipedia.org

 

Ωστόσο, ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο του πλάτους της ζώνης που αποδόθηκε στα γαλλικά νησιά βασίστηκε στην προβολή της μάζας ξηράς τους προς το νότο, εύρους 10,5 ναυτικών μιλίων περίπου. Στην περίπτωση του Καστελόριζου το πλάτος μιας αντίστοιχης ζώνης θα ήταν πολύ βραχύτερο, περίπου 2,6 ν.μ., με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ΑΟΖ η αξιοποίηση της οποίας, λόγω περιορισμένου εύρους, θα είναι δυσχερής για αλιευτικούς ή εξορυκτικούς σκοπούς, καθιστώντας μη λειτουργική μια λύση όπως η ανωτέρω και συνεπώς μάλλον δύσκολο να υιοθετηθεί από τα Διεθνή Δικαστήρια.

Παρεμπιπτόντως, η μελέτη των ανωτέρω αποφάσεων και η κατανόηση του σκεπτικού τους ήταν αυτή ακριβώς που οδήγησε την ελληνική πλευρά να υποδείξει στην Κύπρο να οριοθετήσει την ΑΟΖ της με την Αίγυπτο χωρίς να λάβει υπόψη την ύπαρξη του Καστελόριζου, αλλά και την Κύπρο να αποδεχθεί την υπόδειξη αυτή. Το αποτέλεσμα είναι η συμφωνία οριοθέτησης των δύο κρατών να καθίσταται απρόσβλητη από νομικές καταγγελίες τρίτων χωρών, διαμορφώνοντας έτσι ένα ξεκάθαρο πλαίσιο για τη δραστηριοποίηση στην περιοχή των εταιρειών εξόρυξης υδρογονανθράκων.

Καταληκτικά, η ισχύουσα νομολογία δείχνει ότι η πλέον πιθανή κατάληξη είναι να μην αποδοθεί ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα στο Καστελόριζο, παρά μόνο χωρικά ύδατα, τα οποία βεβαίως δικαιούται  κάθε νησί, νησίδα και βράχος του νησιωτικού συμπλέγματος.

Οριοθέτηση στην Ανατολική Μεσόγειο

Στην περίπτωση που το αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο δεν επιλέξει σημεία βάσης στο Καστελόριζο, όπως είναι και το πιθανότερο, οι ελληνικές ακτές που θα «παράγουν» δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο θα είναι οι ανατολικές – νοτιοανατολικές ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κρήτης. Οι τουρκικές ακτές που προβάλλονται στις ίδιες θαλάσσιες περιοχές έχουν γενικά νότιο προσανατολισμό, με αποτέλεσμα οι ακτές των δύο χωρών να μην είναι αντικρινές αλλά παρακείμενες. Στην περίπτωση που η προσωρινή γραμμή που θα σχεδιαστεί είναι μια γραμμή ισαπόστασης είναι σχεδόν σίγουρο πως η Τουρκία, επικαλούμενη πως έτσι αποκόπτεται από θαλάσσιες περιοχές που είναι φυσική προέκταση των νότιων ακτών της, θα ζητήσει να αγνοηθούν πλήρως τα ελληνικά νησιά της περιοχής ή τουλάχιστον να μετατοπιστεί η γραμμή αυτή δυτικότερα. Το αποτέλεσμα θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα,  η γραμμή αυτή να μετατοπιστεί προς τα δυτικά αυξάνοντας τις θαλάσσιες ζώνες που θα αποδοθούν, πάντα κατά το στάδιο αυτό, στην Τουρκία. Η μέθοδος με την οποία θα γίνει αυτό και το αποτέλεσμα που θα επιφέρει δεν μπορούν να προκαθοριστούν με βεβαιότητα. Σε προηγούμενες αποφάσεις τα Διεθνή Δικαστήρια εφάρμοσαν διάφορες μεθόδους σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως η προαναφερθείσα οριοθέτηση μεταξύ των νησιωτικών ακτών του Καναδά και των γαλλικών νησιών Σαιντ Πιερ και Μικελόν όπου η ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα που αποδόθηκε στα δύο νησιά κατασκευάστηκε με βάση την προβολή των ακτών τους προς το νότο, ή η οριοθέτηση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου – Γαλλίας (1977) όσον αφορά ειδικά τα νησιά Σίλλυ, αποκαλούμενη και «μέθοδος της διχοτόμου γωνίας». Στην τελευταία περίπτωση, όπως φαίνεται στην ακόλουθη εικόνα (με τα νησιά εντός του κόκκινου κύκλου), το Δικαστήριο χάραξε δύο γραμμές, την πρώτη εξ αυτών χωρίς να λάβει υπόψη του την ύπαρξη των Σίλλυ (απεικονίζεται με παύλα – τελεία – παύλα) και τη δεύτερη αποδίδοντάς τους πλήρη επήρεια (απεικονίζεται με παύλα – τελεία – τελεία –παύλα). Στη συνέχεια χάραξε την τελική οριοθετική γραμμή μεταξύ των σημείων Μ και Ν, η οποία διχοτομεί τη γωνία που δημιουργούν οι δύο προηγούμενες, αποδίδοντας έτσι στα νησιά Σίλλυ το ήμισυ της μέγιστης επήρειας που θα μπορούσαν να έχουν.

 

watermarked-Εικ.11

Εικόνα 11       Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Παρόμοια προσέγγιση εφαρμόστηκε από το ICJ πολύ πρόσφατα, το Φεβρουάριο του 2018, στην οριοθέτηση ανάμεσα σε Κόστα Ρίκα και Νικαράγουα στον Ειρηνικό Ωκεανό. Κατά την εξέταση των συναφών περιστάσεων για τη μετατόπιση ή μη της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης αναδύθηκε το ζήτημα της επίδρασης της χερσονήσου της Αγίας Ελένης λόγω της θέσης της και του σχήματός της. Αφού το ICJ επεσήμανε ότι τα σημεία βάσης επί της χερσονήσου αυτής επηρεάζουν το σχήμα της οριοθετικής γραμμής σε απόσταση έως 120 ν.μ. από τις ακτές των δύο κρατών, υπογράμμισε:

  1. (…) «Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοια σημεία βάσης έχουν δυσανάλογη επιρροή στην κατεύθυνση της προσωρινής γραμμής ισαπόστασης. Το Δικαστήριο επίσης θεωρεί ότι, πέραν της χωρικής θάλασσας, η επιρροή της Χερσονήσου της Αγίας Ελένης επί της προσωρινής γραμμής ισαπόστασης συνεπάγεται μια μείζονα αποκοπή των προβολών των ακτογραμμών της Νικαράγουα. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτό το φαινόμενο αποκοπής είναι άδικο.

Για την αποκατάσταση αυτού του «άδικου» (inequitable) φαινομένου αποκοπής των προβολών των ακτογραμμών της Νικαράγουα από τις θαλάσσιες εκτάσεις, πραγματοποιήθηκε η μετατόπιση της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης με παρόμοια μέθοδο με αυτήν που έγινε για τα νησιά της Μάγχης. Με τον τρόπο αυτό αποδόθηκε στη χερσόνησο της Αγίας Ελένης το ήμισυ της μέγιστης επίδρασης που αυτή θα μπορούσε να έχει επί της γραμμής αυτής, ή διαφορετικά, μοιράστηκε εξίσου μεταξύ των δύο χωρών το διαφιλονικούμενο τμήμα θαλάσσιας έκτασης που προέκυψε μετά την κατασκευή δύο οριοθετικών γραμμών βάσει μηδενικής και πλήρους επήρειας της χερσονήσου αντίστοιχα, όπως φαίνεται στην επόμενη εικόνα.

 

watermarked-Εικ.12

Εικόνα 12                    Πηγή: http://www.icj-cij.org

 

Στην περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου, εφόσον υιοθετηθεί μια παρόμοια προσέγγιση, το αποτέλεσμα θα προσομοιάζει με αυτό της ακόλουθης εικόνας.

 

watermarked-Εικ.13

Εικόνα 13               Πηγή: Google Maps, ιδία επεξεργασία

 

Η κόκκινη γραμμή είναι η γραμμή με μηδενική επήρεια των ακτών των ελληνικών νησιών (δηλαδή η μαξιμαλιστική τουρκική θέση), η μπλε γραμμή είναι η μέγιστη επήρεια των ελληνικών νησιών (ήτοι η μαξιμαλιστική ελληνική θέση βάσει της γραμμής ισαπόστασης) και η κίτρινη γραμμή είναι η διχοτόμος της γωνίας που δημιουργούν οι δύο πρώτες, με την έκταση δυτικά αυτής να αποδίδεται στην Ελλάδα και ανατολικά αυτής στην Τουρκία. Σε περίπτωση που η οριοθέτηση γίνει με βάση την προβολή των τουρκικών ακτών προς νότο, όπως στην οριοθέτηση των νησιών Σαιντ Πιερ και Μικελόν, η αντίστοιχη οριοθετική γραμμή (με γκρι χρώμα) θα διέρχεται από το ανατολικότερο σημείο της ακτογραμμής της Ρόδου. Παρεμπιπτόντως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι φανερό πως η τουρκική ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα θα βρίσκεται σε επαφή με την αντίστοιχη αιγυπτιακή. Δεν μπορεί να αποκλειστεί επίσης η εφαρμογή παραλλαγών των ανωτέρω μεθόδων, όπως π.χ. η τριχοτόμηση της δημιουργούμενης γωνίας και η απόδοση του ενός τρίτου και των δύο τρίτων της διεκδικούμενης έκτασης σε Ελλάδα και Τουρκία ή αντιστρόφως, ή και να προκριθεί μια διαδικασία οριοθέτησης διαφορετική από τις ανωτέρω. Βεβαίως, οποιαδήποτε λύση και εάν επιλεγεί, θα υπόκειται και στον έλεγχο αναφορικά με την ύπαρξη δυσαναλογικότητας μεταξύ του λόγου του μήκους των συναφών ακτών των δύο χωρών και του λόγου των αποδιδόμενων εκτάσεων.

Οριοθέτηση στο Αιγαίο

Η θέση της Τουρκίας αναφορικά με την οριοθέτηση στο χώρο του Αιγαίου είναι όμοια με αυτή για την Ανατολική Μεσόγειο: θεωρεί καταρχήν πως τα ανατολικά ευρισκόμενα ελληνικά νησιά φράσσουν την προβολή της Μικρασιατικής ακτής προς τη θάλασσα, με αποτέλεσμα να μην πρέπει να τους αποδοθεί ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα παρά μόνο χωρικά ύδατα. Η ελληνική θέση είναι πως τα νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες τα οποία πρέπει να καθοριστούν με τη μέθοδο της μέσης γραμμής/γραμμής ισαπόστασης. Όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενη ενότητα, σε περίπτωση προσφυγής των δύο χωρών σε διαιτησία κρίσιμης σημασίας είναι εάν θα επιλεγούν σημεία βάσης για την κατασκευή της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης στα ανατολικά νησιά του Αιγαίου. Είναι γεγονός πως, βάσει της γεωγραφικής πραγματικότητας, η προβολή προς τη θάλασσα των τουρκικών ακτών όντως φράσσεται από τα ελληνικά νησιά, με αποτέλεσμα να είναι λίαν πιθανό πως αυτά θα αγνοηθούν όσον αφορά την επιλογή σημείων βάσης για την κατασκευή της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης από το αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο, κυρίως λόγω της μεγάλης απόστασής τους από τις ελληνικές ηπειρωτικές ακτές και, σε κάποιες περιπτώσεις, της αντίστοιχης πολύ μικρής από τις αντίστοιχες τουρκικές. Ο λόγος γίνεται βεβαίως για τα νησιά της Σαμοθράκης, της Λήμνου, του Αγίου Ευστρατίου, της Λέσβου, της Χίου, των Ψαρών, της Σάμου, της Ικαρίας και των Δωδεκανήσων.

Είναι όμως επίσης γεγονός πως η περίπτωση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου διαφέρει ριζικά από αυτήν του Καστελόριζου: τα ελληνικά νησιά δεν είναι απομονωμένα αλλά διεσπαρμένα σε όλο το μήκος του Αιγαίου απέναντι από τη Μικρασιατική ακτή, ενώ σε σχέση με αυτήν, λόγω του μεγέθους τους, δεν υστερούν δραματικά ως προς το μήκος των ακτών τους. Συνεπώς δε φαίνεται πιθανό ότι θα «περικυκλωθούν» από τουρκική ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα, αλλά μάλλον θα απαιτηθεί διαφορετική αντιμετώπιση στην περίπτωσή τους, π.χ. η απόδοση σε αυτά θαλάσσιων ζωνών αποκλειστικά προς δυσμάς, εφαρμόζοντας μια διαδικασία παρόμοια με την περίπτωση των νησιών Σαιντ Πιερ και Μικελόν.

Η Τουρκία βέβαια δεν περιορίζεται στα ανατολικότερα ελληνικά νησιά αλλά ισχυρίζεται πως πρέπει να αγνοηθούν γενικά όλα τα νησιά του Αιγαίου και η οριοθετική γραμμή να σχεδιαστεί χρησιμοποιώντας σημεία βάσης αποκλειστικά στις ηπειρωτικές ακτές των δύο χωρών. Ο λόγος είναι ότι η Ελλάδα κατέχει αριθμό νησιών ή νησιωτικών συμπλεγμάτων σε περιορισμένη απόσταση από την ηπειρωτική ακτή της, γεγονός που μπορεί να της προσδώσει πλεονέκτημα κατά τη χάραξη της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης, όπως αποδεικνύεται από την αντιμετώπιση που χρήζουν από τη νομολογία τα νησιά που βρίσκονται πλησίον φίλιας ακτής – τα λεγόμενα «νησιά παρυφής» (frindge islands).

Μια τέτοια περίπτωση αφορά την οριοθέτηση από ένα Διαιτητικό Δικαστήριο των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ερυθραίας και Υεμένης το 1996. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την επιλογή σημείων βάσης στην ακτή της Υεμένης τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για τη χάραξη της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης, αποφάσισε καταρχήν να λάβει υπόψη του την ύπαρξη του σχετικά μεγάλου και κατοικημένου νησιού του Καμαράν ως τμήματος της ακτής της Υεμένης, η θέση του οποίου φαίνεται στην ακόλουθη εικόνα.

 

watermarked-Εικ.14

Εικόνα 14                   Πηγή: http://www.pca-cpa.org

 

Στη συνέχεια το Δικαστήριο προβληματίστηκε για τα μικρότερα νησιά βορειότερα του Καμαράν, για να καταλήξει:

151.Το ερώτημα παραμένει αναφορικά με τα νησιά βόρεια του Καμαράν. Η σχετικά μεγάλη νησίδα Τικφάς, και τα μικρότερα νησιά Καταμά και Ουκμπάν δυτικότερα, όλα φαίνεται να αποτελούν μέρος ενός σύνθετου συστήματος νησιών, νησίδων και υφάλων που φρουρούν αυτό το τμήμα της ακτής. Αυτό είναι όντως, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ένα «σύστημα παρυφής» του είδους που εξετάζεται στο άρθρο 7 της Σύμβασης, παρόλο που η Υεμένη δε φαίνεται να το έχει χαρακτηρίσει ως τέτοιο. (…) Είναι ωστόσο η θέση του Δικαστηρίου ότι είναι ορθό να χρησιμοποιηθούν ως σημεία βάσης της μέσης γραμμής όχι μόνο το Καμαράν και τα νησιά-δορυφόροι του που εμφανίζονται στο Χάρτη 12.1 της Υεμένης, αλλά επίσης και οι νησίδες στα βορειοδυτικά ονόματι Ουκμπάν και Καταμά.

Βάσει λοιπόν του ανωτέρω δεδικασμένου είναι πολύ πιθανό πως τελικά θα επιλεγούν σημεία βάσης για τη χάραξη της προσωρινής γραμμής οριοθέτησης όχι μόνο επί της ελληνικής ηπειρωτικής ακτής αλλά και επί μεμονωμένων ελληνικών νησιών ή νησιωτικών συμπλεγμάτων στο Αιγαίο, ειδικά εφόσον αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη απόσταση από αυτήν. Τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι η Θάσος, οι Σποράδες, η Σκύρος και οι Κυκλάδες, ενώ για την Τουρκία κάτι ανάλογο θα ίσχυε για την Ίμβρο και την Τένεδο. Εφόσον επιλεγεί αυτή η μέθοδος η προσωρινή γραμμή (με κίτρινο χρώμα) θα έχει μια μορφή παρόμοια με αυτήν που φαίνεται στην ακόλουθη εικόνα.

 

watermarked-Εικ.15

Εικόνα 15                   Πηγή: Google Maps, ιδία επεξεργασία

 

Η προσωρινή γραμμή οριοθέτησης θα ήταν ουσιαστικά μια γραμμή ισαπόστασης η οποία θα σχεδιαζόταν με σημεία βάσης στις ελληνικές ακτές της Θράκης, τη Θάσο, το ανατολικό άκρο της χερσονήσου του Αγίου Όρους, το ανατολικότερο νησί των Σποράδων, τη Σκύρο, το ανατολικότερο άκρο της Εύβοιας και τα ανατολικότερα νησιά των Κυκλάδων. Αντίστοιχα, τα κυριότερα σημεία βάσης στις τουρκικές ακτές θα ήταν στην Ανατολική Θράκη, την Ίμβρο, το εξέχον ακρωτήριο βόρεια της Λέσβου, τη χερσόνησο της Ερυθραίας και τα ακρωτήρια απέναντι από τα Δωδεκάνησα. Εάν η αντιμετώπιση των ανατολικότερων νησιών του Αιγαίου είναι παρόμοια με αυτή των νησιών Σαιντ Πιερ και Μικελόν, η προβολή των τουρκικών ακτών θα περιορίζεται στις εκτάσεις μεταξύ των νησιών αυτών, τα οποία έτσι δε θα περιβληθούν από τουρκική ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα αλλά οι θαλάσσιες ζώνες δυτικά αυτών (με μπλε διαγράμμιση στην προηγούμενη εικόνα) θα αποδοθούν στην Ελλάδα. Νοτίως της γραμμής Σάμου – Ικαρίας η θέση και ο αριθμός των Δωδεκανησιακών νησιών φαίνεται να αποκλείει την πιθανότητα να αποδοθεί στην Τουρκία ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα στα δυτικά τους, λόγω και της παρουσίας του συμπλέγματος των Κυκλάδων. Θα ακολουθήσει βεβαίως η εξέταση συναφών περιστάσεων για τη μετατόπιση της γραμμής ανατολικότερα ή δυτικότερα και σε τρίτο στάδιο η δοκιμή δυσαναλογικότητας μεταξύ του λόγου των μηκών των συναφών ακτών Ελλάδας και Τουρκίας και του λόγου των αποδιδόμενων θαλάσσιων εκτάσεων σε κάθε χώρα. Επισημαίνεται πως στην παραπάνω εικόνα δεν έχουν αποδοθεί τα χωρικά ύδατα των δύο χωρών, τα οποία θα μεταβάλλουν το όριο της οριοθετικής γραμμής σε απόσταση 6 ή και 12 ν.μ. από τις ακτές των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Οριοθέτηση και χωρικά ύδατα: Να επεκτείνει κανείς ή να μην επεκτείνει;

Η δυνατότητα της επέκτασης των χωρικών υδάτων από τα 6 έως στα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας το οποίο μπορεί να ασκηθεί χωρίς καμία προϋπόθεση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το γεγονός ωστόσο ότι δεν ασκείται και ακόμη περισσότερο ότι έχει ενταχθεί στην ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών έχει επισύρει πολλές αρνητικές αντιδράσεις. Λαμβάνοντας ως υπόθεση εργασίας ότι μια ελληνοτουρκική συμφωνία, βασισμένη στο σκεπτικό των Διεθνών Δικαστηρίων όπως αυτό αναφέρθηκε προηγουμένως, θα έχει ως αποτέλεσμα μια οριοθετική γραμμή παρόμοια με αυτήν της εικόνας 15, είναι ενδιαφέρον να καταδειχθεί τι θα ισχύει σε περίπτωση που η συμφωνία αυτή γίνει με το εύρος των χωρικών υδάτων των δύο χωρών στα 6 ή στα 12 ν.μ. Οι δύο εκδοχές παρουσιάζονται κατά προσέγγιση στους ακόλουθους χάρτες.

watermarked-Εικ.16

Εικόνα 16                           Πηγή: http://www.slpress.gr, ιδία επεξεργασία

Στο χάρτη Α τα χωρικά ύδατα των δύο χωρών έχουν εύρος 6 ν.μ. ενώ στο χάρτη Β εύρος 12 ν.μ. Τα ελληνικά χωρικά ύδατα συμβολίζονται με μπλε χρώμα, τα τουρκικά με κόκκινο και η γραμμή με κίτρινο χρώμα είναι το όριο των θαλάσσιων ζωνών, με τις εκτάσεις λευκού χρώματος δυτικά αυτού να αποτελούν την ελληνική ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα και ανατολικά αυτού την αντίστοιχη τουρκική.

Είναι προφανής η συνέπεια της επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στο Ανατολικό Αιγαίο: καθώς, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, το δικαίωμα σε χωρικά ύδατα ενός κράτους υπερισχύει του δικαιώματος σε ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα ενός άλλου κράτους, μεγάλες περιοχές που στο χάρτη Α ανήκουν στις τουρκικές θαλάσσιες ζώνες θα ενταχθούν στα χωρικά ύδατα των ελληνικών νησιών μετά την επέκταση αυτών, όπως φαίνεται στο χάρτη Β. Πιο απλά, η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων θα μειώσει κατά πολύ την έκταση που θα απομένει για να αποδοθεί στην τουρκική ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα.

Προκύπτει συνεπώς το ερώτημα, για ποιο λόγο η Ελλάδα ενέταξε στη διαπραγμάτευση για τις θαλάσσιες ζώνες ένα δικαίωμα που της αποδίδει μόνο πλεονεκτήματα. Η απάντηση είναι ότι, σε αντίθεση με το Αιγαίο, η υφιστάμενη νομολογία αποδίδει σαφές προβάδισμα στις τουρκικές θέσεις όσον αφορά στην οριοθέτηση πέριξ του Καστελόριζου και στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως αναλύθηκε στις σχετικές ενότητες του παρόντος κειμένου. Επομένως η Ελλάδα φαίνεται να εξετάζει την «ανταλλαγή» της περιορισμένης ή και καθόλου επέκτασης των χωρικών της υδάτων, τουλάχιστον στο Ανατολικό Αιγαίο, με ευνοϊκότερη για τις ελληνικές θέσεις συμφωνία για την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα σε άλλα σημεία του Αιγαίου ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από έγγραφο της Δ1 Διευθύνσεως του Υπουργείου Εξωτερικών με τίτλο «Απεικόνιση των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο», αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν σε άρθρο των Σ. Λυγερού και Δ. Κωνσταντακόπουλου το Νοέμβριο του 2010 στην εφημερίδα «Κόσμος του Επενδυτή». Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων:

«Στο πλαίσιο της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών με την Τουρκία, δεν είναι σκόπιμο να γίνεται διάκριση μεταξύ της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου και της υφαλοκρηπίδας της Ανατολικής Μεσογείου, όπως επιδιώκεται από την τουρκική πλευρά… Τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας επί της υφαλοκρηπίδας της Ανατολικής Μεσογείου θα πρέπει να ενταχθούν στη συνολική διαπραγμάτευση (ή δικαστική επίλυση της διαφοράς) με την Τουρκία. Ενδεχόμενη δε αποσπασματική εξέταση της υφαλοκρηπίδας του Καστελόριζου δεν θα είναι προς όφελος της Χώρας… Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι σχεδόν βέβαιη η αναγνώριση ‘μειωμένης επήρειας’ στο Καστελόριζο, ενώ θα έχει χαθεί το διαπραγματευτικό χαρτί των χωρικών υδάτων, αλλά και το ενδεχόμενο ‘συμψηφισμού’ με τις διεκδικήσεις μας στο Αιγαίο».

Έτσι γίνεται κατανοητός και ο λόγος που η Τουρκία επιδιώκει ξεχωριστή διαπραγμάτευση για το Καστελόριζο και την Ανατολική Μεσόγειο: θεωρώντας ότι στην περιοχή αυτή θα της αποδοθεί η μεγάλη πλειοψηφία των διαφιλονικούμενων θαλάσσιων εκτάσεων, εκτιμά πως το γεγονός αυτό η Ελλάδα θα επιχειρήσει να το αντισταθμίσει ζητώντας περισσότερες εκτάσεις στο Αιγαίο, ενώ σε περίπτωση διεθνούς διαιτησίας είναι πιθανό, ειδικά μετά από τη δοκιμή δυσαναλογικότητας κατά το τρίτο στάδιο της διαδικασίας οριοθέτησης, το αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο να αποφασίσει επίσης την απόδοση στη χώρα μας μεγαλύτερης έκτασης ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο. Όπως προκύπτει από το ανωτέρω έγγραφο η ελληνική πλευρά δεν αποδέχεται τη θέση αυτή, ενώ στο θέμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων κρίνει ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως «διαπραγματευτικό χαρτί» για την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων, όπως έχει κάθε δικαίωμα να κάνει προκειμένου να επιτύχει την καλύτερη δυνατή συμφωνία για τα εθνικά συμφέροντα.

Ελληνοτουρκική οριοθέτηση: Διακρατική συμφωνία, διεθνής διαιτησία ή μη λύση

Οι τρεις δυνατές εκδοχές, μεσοπρόθεσμα, αναφορικά με την οριοθέτηση της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας Ελλάδας – Τουρκίας είναι α) η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, β) η προσφυγή από κοινού σε Διεθνές Δικαστήριο και γ) η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή η μη οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών. Αναλυτικότερα:

α) Η επίτευξη διακρατικής συμφωνίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας φαίνεται προς στιγμήν η λιγότερο πιθανή εξέλιξη. Θα πρόκειται για εντυπωσιακή στροφή στην εξωτερική πολιτική των δύο χωρών και σε αντίθεση με το επικρατούν κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ θα πρέπει να εξηγηθεί στην εγχώρια κοινή γνώμη η οπισθοχώρηση από θέσεις οι οποίες, αν και ουσιαστικά μαξιμαλιστικές, προωθούνταν επί μακρόν στο εσωτερικό τους ως «δίκαιες», «σωστές» ή «νόμιμες». Επίσης, η επίτευξη του όποιου συμβιβασμού ίσως κρινόταν πως θα θεωρηθεί ως υποχωρητικότητα ή αδυναμία από την άλλη πλευρά ή τρίτα κράτη.

β) Η προσφυγή των δύο χωρών σε Διεθνή Διαιτησία, περισσότερο πιθανό σενάριο, θα έχει ως αποτέλεσμα την οριοθέτηση της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας από το αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο. Στις προηγούμενες ενότητες του κειμένου έχει γίνει αναφορά στο σκεπτικό των Δικαστηρίων και την ισχύουσα νομολογία για τις περιοχές του Καστελόριζου, της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Είναι δεδομένο ότι κάθε υπόθεση είναι μοναδική, επομένως δεν μπορεί να προεξοφληθεί κανένα αποτέλεσμα, το σίγουρο όμως είναι πως οι πιθανότητες να οριοθετηθεί η ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα με βάση τη μέση γραμμή, κάτι που θεωρείται βέβαιο από την κοινή γνώμη, είναι ελάχιστες όσον αφορά στο ζήτημα του Καστελόριζου και σημαντικά μειωμένες για την Ανατολική Μεσόγειο και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Βεβαίως η συντριπτική πλειοψηφία των περιοχών στο σύνολο του Αιγαίου θα αποδιδόταν στην ελληνική ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα. Είναι επίσης μάλλον σίγουρο πως τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία θα έσπευδαν να δηλώσουν κατά την από κοινού προσφυγή τους στο Δικαστήριο ως εύρος των χωρικών υδάτων τους τα 12 ν.μ. προσπαθώντας να διασφαλίσουν εξαρχής το μέγιστο των δικαιωμάτων τους επί των διεκδικούμενων περιοχών.

γ) Η παράταση της ισχύουσας κατάστασης με τη μη οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στο ορατό μέλλον μοιάζει να είναι η επικρατέστερη εκδοχή. Πέρα από την αποφυγή του πολιτικού κόστους από τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και στις δύο χώρες, η Τουρκία ειδικά θα ήθελε να αποφύγει οποιουδήποτε είδους συμφωνία που αντιτίθεται στο καθεστώς διαρκούς «γκριζαρίσματος», ασάφειας και συνδιεκδικήσεων που προσπαθεί να επιβάλλει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις προκειμένου να μεγιστοποιήσει τις απαιτήσεις της. Είναι φανερό πως οι Τούρκοι επενδύουν στο σενάριο της αξιοποίησης των ενεργειακών κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου όχι μέσω οριοθέτησης αλλά κατά κύριο λόγο με τη χρήση της στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος της χώρας τους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η οριοθέτηση της ΑΟΖ θα επιτρέπει στον αλιευτικό στόλο της κάθε χώρας να δραστηριοποιείται μόνον εντός αυτής, ενώ σήμερα τα ελληνικά και τουρκικά αλιευτικά μπορούν νομίμως να δραστηριοποιούνται έως και 6 ν.μ. από τις ακτές των δύο χωρών (αλλά και τις ακτές όσων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου δεν έχουν ανακηρύξει και οριοθετήσει την ΑΟΖ τους). Δεν είναι εξάλλου τυχαία η μέχρι στιγμής απροθυμία της Ιταλίας να «αναβαθμίσει» το ισχύον όριο της Υφαλοκρηπίδας της με την Ελλάδα σε όριο και της ΑΟΖ. Προβλήματα ενδεχομένως να προκύψουν και από την ύπαρξη τουρκικής ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας κάτωθεν του ελληνικού FIR. Τέλος, η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, είτε με διακρατική συμφωνία είτε με απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου, ειδικά εφόσον επαληθευτούν οι εκτιμήσεις για την περιοχή του Καστελόριζου και της Ανατολικής Μεσογείου βάσει της ισχύουσας νομολογίας, θα έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα και Τουρκία να ασκήσουν αμέσως τα κυριαρχικά τους δικαιώματα επί των πολύ ελπιδοφόρων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της περιοχής τα οποία θα κατανεμηθούν σε αμφότερες. Και εάν η Ελλάδα αποτελεί ένα κράτος με προβλέψιμη έως υποτακτική συμπεριφορά, πλήρως ενταγμένο στις αμυντικές και διπλωματικές δομές του Δυτικού κόσμου, η απόκτηση και εκμετάλλευση τεράστιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη μη ελεγχόμενη, απρόβλεπτη, ταραχοποιό Τουρκία μάλλον θα προξενούσε ανησυχία σε όλους τους μεγάλους παίκτες της περιοχής (ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία, Ισραήλ, αραβικές χώρες με πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων).

Επίλογος

Οι διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου και οι συναφείς αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων για τις οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών αποδεικνύουν πως η πραγματικότητα είναι διαφορετική σε σχέση με όσα ακούει εδώ και χρόνια για το θέμα αυτό η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, κυρίως όσον αφορά στο κρίσιμο ζήτημα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και του Καστελόριζου. Η διεθνής νομολογία, αν και μπορεί να οδηγήσει σε σχετικά ασφαλείς εκτιμήσεις για πτυχές της οριοθέτησης μέσω της νομικής οδού, έχει φροντίσει να ξεκαθαρίσει πως κάθε περίπτωση είναι μοναδική, συνεπώς αυτό που μπορεί να υποστηριχθεί, έστω και με μια δόση υπερβολής, είναι ότι το μόνο δεδομένο είναι πως τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Πάντως, από τεχνικής και νομικής άποψης η διαδικασία οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η ύπαρξη παρακείμενων και αντικρινών ηπειρωτικών και νησιωτικών ακτών, ο μεγάλος αριθμός νησιών ποικίλου μεγέθους και θέσης, η ύπαρξη νησιών παρυφής και μεμονωμένων νήσων κοντά σε φίλια ή ξένη ακτή, είναι όλοι παράγοντες που θα αυξήσουν σημαντικά το βαθμό δυσκολίας για την εύρεση δίκαιης λύσης σε περίπτωση δικαστικής επίλυσης. Εφόσον επιλεγεί ο δρόμος αυτός η κοινή γνώμη θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για μακροχρόνια διαδικασία η οποία είναι πιθανό να καταλήξει σε αποτέλεσμα που θα απέχει από αυτό που σήμερα θεωρείται δίκαιο ή έστω επιθυμητό. Εν τέλει, το ζήτημα της οριοθέτησης της ελληνοτουρκικής ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας αποτελεί ένα ακόμη πεδίο όπου θα κριθεί, μεταξύ άλλων, το επίπεδο ενημέρωσης αλλά και ωριμότητας της ελληνικής κοινωνίας όσον αφορά καίριας σημασίας ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία της χώρας το πρώτο μισό του 21ου αιώνα.

Τον πρόσφατα εκλιπόντα δημοσιογράφο Βαγγέλη Παγώτση, εκδότη και διευθυντή του περιοδικού «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ» και συγγραφέα πολλών άρθρων και μονογραφιών για ναυτικά θέματα, τον γνώρισα αποκλειστικά και μόνο μέσω των κειμένων του. Ωστόσο, τα άρθρα του σχετικά με το θέμα της ΑΟΖ σε αριθμό τευχών της ΕΑ&Τ και κυρίως η εμβληματική μονογραφία του με τίτλο «ΑΟΖ και ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ – ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ» συνέβαλαν καθοριστικά στο να διαμορφώσω την άποψή μου για το ζήτημα αυτό, να συνειδητοποιήσω τη σημασία της έρευνας για πράγματα που άλλοι θεωρούν θέσφατα αλλά και να κατανοήσω πόσο προβληματική είναι η παρεχόμενη ενημέρωση και πληροφόρηση. Πάνω από όλα, συνέβαλλαν ώστε να απαλλαγώ από το μύθο και να αντικρίσω την πραγματικότητα. Για το λόγο αυτό αφιερώνω στην μνήμη του το παρόν κείμενο, ανταποκρινόμενος στην προτροπή του στο τέλος της ανωτέρω μονογραφίας όσον αφορά στην απαίτηση ωριμότητας κατά την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσιμων εθνικών θεμάτων: «Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνον τους πολιτικούς αλλά και τους πολίτες».

Πηγές

 

Ελληνική ΑΟΖ: Αναζητώντας την Αλήθεια

Είμαστε υπεράνω: Να αφήσουμε  τον Ταγίπ να κάνει γεωτρήσεις: Όλοι έχουν συμφέροντα στην περιοχή αλλά δεν μας το λένε

0

Ο Ταγίπ Ερντογάν. Φωτογραφία τουρκική Προεδρία

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η Τουρκία περικυκλώνει την Κύπρο από θαλάσσης, ενώ κατέχει από το 1974 και εντεύθεν μεγάλο τμήμα του εδάφους της χώρας. Επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ασφυκτικό κλοιό. Οι κινήσεις της Άγκυρας με τις αλλεπάλληλες Navtex που εκδίδει δημιουργούν κλίμα έντασης στην περιοχή, πρωτίστως όμως, η Τουρκία επιχειρεί την επιβολή τετελεσμένων.

  • Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζονται οι τουρκικές προκλήσεις με τοποθετήσεις που ουσιαστικά υποβαθμίζουν τις επεκτατικές ενέργειες του καθεστώτος Ερντογάν. Η αναφορά ότι «δεν θα ακολουθήσουμε την Τουρκία στη λογική της έντασης» έχει μια λογική, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν μέτρα αποτροπής και πολιτικές ανατροπής. Γιατί το «δεν τους ακολουθούμε», όταν δεν πράττουμε τίποτε το αποτρεπτικό, σημαίνει πως αφήνονται οι Τούρκοι να εφαρμόσουν τους σχεδιασμούς τους ανενόχλητα.

Εκτός κι εάν αναμένουν κάποιοι ένα θαύμα από το υπερπέραν για να σταματήσουν οι σχεδιασμοί της Τουρκίας, για επέκτασή της από το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο, τη Συρία, το Κουρδιστάν. Εκτός κι εάν κάποιοι αναμένουν χρησμούς ή προφητείες να εφαρμοστούν για να διασωθεί η χώρα.

  • Διαχρονικά η Τουρκία διά της ισχύος τινάζει στον αέρα τη σταθερότητα με στόχο να επιβάλλει τα συμφέροντά της. Δεν λαμβάνει υπόψη τις διεθνείς συμβάσεις, το Διεθνές Δίκαιο καθώς εφαρμόζει ένα… δικό της. Διεκδικεί ετσιθελικά τα δικαιώματα των άλλων. Αυτό συμβαίνει με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Κυρίως σε ό,τι αφορά την Κύπρο, έχοντας την ανοχή της λεγόμενης Διεθνούς Κοινότητας και «σύμμαχο» την αδράνεια, αφέλεια κάποιων συνθηματολόγων στη Λευκωσία, εδραιώνει την παρανομία της. Εδραιώνει τα «θέλω» της.

Η Τουρκία έχει επιτύχει το εξής, που θα πρέπει να διδάσκεται στις διεθνείς σχέσεις:

  • Εισέβαλε στην Κύπρο, κατέβαλε στρατιωτικά έδαφος, έκανε εθνοκάθαρση και μετέφερε τις ευθύνες στις «δυο κοινότητες». Οι δυο κοινότητες συζητούν συνταγματικά θέματα διαμοιρασμού εξουσιών, ενώ το πρόβλημα είναι η συνεχιζόμενη κατοχή. Συζητούν οι δυο κοινότητες ενώ το πρόβλημα είναι ο τουρκικός επεκτατισμός.

Η τουρκική πολιτική δεν αντιμετωπίζεται με αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Χάθηκαν πολλά χρόνια αναμένοντας τον νεοσουλτάνο να εδραιωθεί στην εσωτερική πολιτική της χώρας του και να κάνει… κινήσεις στο Κυπριακό. Τώρα που έχει εδραιωθεί διά πυρός και σιδήρου, δεν μας βγάζει απλά τη γλώσσα του περιπαικτικά, αλλά απειλεί με πόλεμο και αμφισβητεί την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδος.

  • Η Τουρκία δεν είναι ανίκητη, το απέδειξε η πρόσφατη σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Η Κύπρος και η Ελλάδα δεν είναι βέβαια υπερδυνάμεις και ούτε πρόκειται να κηρύξουν πόλεμο.

Όμως, όλες αυτές οι φωτογραφίσεις, οι συναναστροφές με συμμάχους, εταίρους θα έχουν σημασία εάν σταλούν μηνύματα προς την Άγκυρα πως δεν μπορεί να παίζει μόνη της.

Για παράδειγμα, η Γαλλία αποκτώντας στρατιωτική βάση στην Κύπρο, θα έχει επιπλέον συμφέροντα. Σήμερα έχει συμφέροντα στην ΑΟΖ, μέσω της TOTAL, με τη στρατιωτική βάση τα συμφέροντα επεκτείνονται και στο έδαφος. Η Exxon Mobil έχει συμφέροντα στην ΑΟΖ, εάν και εφόσον κατασκευάσει τερματικό σταθμό θα έχει και στο έδαφος της Κύπρου.

Οι συνεργασίες, οι τριμερείς, το φυσικό αέριο, η παρουσία της χώρας στην Ε.Ε. αποτελούν εργαλεία άσκησης μιας διεκδικητικής πολιτικής. Οι επιλογές άλλωστε, δεν είναι πολλές. Είτε διαμορφώνεται μια πολιτική αποτροπής είτε θα επιβληθούν από την Τουρκία νέα τετελεσμένα (με τις γεωτρήσεις κ.λπ.).

  • Είναι σαφές πως δεν θα μας σώσουν ούτε οι Αμερικάνοι, οι Ρώσοι, οι Γάλλοι, οι Ισραηλινοί. Μόνοι θα αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους. Ωστόσο, όλοι αυτοί που καλοβλέπουν την Κύπρο για το συμφέρον τους, προς τους οποίους προσφέρονται διευκολύνσεις (ή και ό,τι άλλο ζητήσουν), θα πρέπει να λειτουργήσουν διαφορετικά. Να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους μέσα από τη διασφάλιση των δικών μας.

Αυτό μπορεί να γίνει με τακτικές κινήσεις που θα διαμορφώσει η Λευκωσία, καθώς από μηχανής Θεοί δεν υπάρχουν. Και σε αυτή τη φάση, υπάρχουν πολλές δυνατότητες και ευκαιρίες.

https://www.apopseis.com/eimaste-yperano-na-afisoyme-ton-tagip-na-kanei-geotriseis-oloi-echoyn-symferonta-stin-periochi-alla-den-mas-to-lene/

ΣAΡIA: Παράλληλο Δίκαιο ντε φάκτο στη Βρετανία

0


[Oι Ευρωπαίοι νεωτεριστές ήταν τόσο βέβαιοι ότι η εκτυφλωτική λάμψη των «Φώτων» και των ανθρώπινων δικαιωμάτων θα θάμπωνε τους μουσουλμάνους μετανάστες, ώστε θα εγκατέλειπαν αμέσως την πίστη τους, με το που θα πατούσαν το πόδι τους σε ευρωπαϊκό έδαφος. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Στη Βρετανία λειτουργούν τουλάχιστο 85 δικαστήρια της σαρία (φωτο) και έτσι, στην κοιτίδα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, παντρεύονται παρά τη θέλησή τους ανήλικα κορίτσια, αποπέμπονται ή και αποκληρώνονται σύζυγοι και ρυθμίζονται εμπορικές διαφορές εκτός του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Και το μεν Φεμινιστικό κίνημα δεν βγάζει άχνα, το δε Συμβούλιο της Ευρώπης αρκείται στο να εκφράζει την ανησυχία του και συστήνει τη νομική τους ρύθμιση, δηλ. την καθιέρωση δύο παράλληλων δικαιϊκών συστημάτων…με συνέπεια την αναίρεση των ίδιων των ανθρώπινων δικαιωμάτων.Αυτή η κατάληξη προδιαγραφόταν από τότε που τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μετατράπηκαν σε «δικαιώματα του ανθρώπου για…», υπερασπιζόμενα κάθε ανθρώπινη αδυναμία και πάθος ενάντια στη χριστιανική ηθική...Ε.Δ.Ν.]

 του Grégor Puppinck*

 Παρά τα πολλά εμπόδια και αναβολές, το ψήφισμα για τη “Σαρία, τη Διακήρυξη του Καΐρου και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα” εγκρίθηκε τελικά στις 22 Ιανουαρίου στο Στρασβούργο από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης (καταψήφισαν οι 14 Τούρκοι και Αζέροι βουλευτές).

Το ψήφισμα αυτό – αν και μη δεσμευτικό – έχει μεγάλη πολιτική σημασία: αποδεικνύει την επίγνωση ότι ο ισλαμικός νόμος αποτελεί νομικο-θρησκευτική τάξη ανταγωνιστική του νόμου που απορρέει από τη δυτική νεωτερικότητα τόσο στην Ευρώπη όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο… Αποκαλύπτει επίσης την αδυναμία της Ευρώπης έναντι αυτού του πολιτικο-θρησκευτικού φαινομένου.

Καταρχάς, η Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης “ανησυχεί ιδιαίτερα” για ‘’το γεγονός ότι ο νόμος της Σαρία, περιλαμβάνει διατάξεις σαφώς αντίθετες με τη Σύμβαση [Ανθρώπινων Δικαιωμάτων], και εφαρμόζεται επίσημα ή ανεπίσημα σε πολλά κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Την Ευρώπη, στο σύνολο ή σε μέρος της επικράτειάς τους “. Πρόκειται κυρίως για την Ελλάδα, την Τσετσενία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές δεν έχουν ακόμη καταργήσει την εφαρμογή του νόμου της Σαρία στην Θράκη… και για το ότι τα ελληνικά δικαστήρια ΄΄επικυρώνουν το 99% των αποφάσεων που τους υποβάλλονται».

Βρετανία

Η Συνέλευση δηλώνει ότι “ανησυχεί εξίσου και για τις« δικαστικές» δραστηριότητες των « συμβουλίων της Σαρία » στο Ηνωμένο Βασίλειο». Αυτοί οι ιδιωτικοί και ανεπίσημοι φορείς παρέχουν συμβουλές και εκδίδουν αποφάσεις κυρίως σε θέματα διαζυγίου (καθώς και φύλαξης τέκνων και οικονομικών θεμάτων), όπως και κληρονομιών και εμπορικού δικαίου. Η λειτουργία τους είναι ακόμη πιο αδιαφανής από ό, τι στην Ελλάδα. Συνδεδεμένα κυρίως με τζαμιά, είναι κοντά στα 85 μόνο στην Αγγλία και την Ουαλία. Παρόλο που δεν έχουν επίσημη δικαιοδοσία, αυτά τα παράλληλα “δικαστήρια” θεωρούνται νόμιμες αρχές εντός της “κοινότητας” τους. Στην πραγματικότητα, μόνο αυτά μπορούν να αποφανθούν για ένα ισλαμικό διαζύγιο· ωστόσο, πολλά μουσουλμανικά ζευγάρια έκαναν μόνο θρησκευτικό γάμο, στερώντας τη σύζυγο – ορισμένες φορές πολύ νεαρή – των εγγυήσεων που προσφέρονται από τις διαδικασίες αστικού διαζυγίου. Δηλαδή είναι δέσμια του γάμου, της κοινότητας και του ισλαμικού νόμου επειδή συχνά αγνοεί τα πολιτικά της δικαιώματα και τα ένδικα μέσα ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων. Στην Ελλάδα, άλλα συμβούλια αυτού του τύπου “επέτρεψαν πολλούς μουσουλμανικούς γάμους που συνάφθηκαν με πληρεξούσιο, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των γυναικών“, μερικές φορές ανήλικων.

Η Συνέλευση προειδοποιεί ότι «άτυπα ισλαμικά δικαστήρια μπορούν επίσης να υπάρχουν σε άλλα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης»… Ετσι και εγκατασταθούν στην “κοινότητα” τους, είναι πολύ δύσκολο να καταργηθούν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το Κοινοβούλιο πρέπει τώρα να επιλέξει μεταξύ της απαγόρευσής τους, με κίνδυνο να λειτουργούν παράνομα και της νομοθετικής ρύθμισης, δηλ. να τους παραχωρήσει επίσημη δικαιοδοτική δικαιοδοσία.

Περιέργως, η Συνέλευση δεν ζητά από το Ηνωμένο Βασίλειο να θέσει τέλος στην εφαρμογή της σαρία στην επικράτειά του (όπως έκανε στην Ελλάδα), αλλά το καλεί να «επαγρυπνεί ώστε τα συμβούλια της Σαρία να λειτουργούν στο πλαίσιο του σεβασμού της νομοθεσίας, ιδιαίτερα όσον αφορά στην απαγόρευση των διακρίσεων κατά των γυναικών, και να σέβονται όλα τα διαδικαστικά δικαιώματα ». Καλεί επίσης το Ηνωμένο Βασίλειο να “επιβάλει στα μουσουλμανικά ζευγάρια τη νομική υποχρέωση να καταγράφουν τους μουσουλμανικούς γάμους τους στα δημοτολόγια“. Αυτή η διαφορά προσέγγισης  μπορεί να εξηγηθεί από τη δημογραφική βαρύτητα μουσουλμανικών κοινοτήτων: εκατομμύρια στη Βρετανία έναντι εκατό χιλιάδων στη Θράκη.

Ελληνική κυβέρνηση: Σεβασμός στην πολυπολιτισμικότητα

Συνεπώς, η Συνέλευση καλεί το Ηνωμένο Βασίλειο να επιλέξει την καθιέρωση. Ακριβώς για τις προϋποθέσεις αυτής της καθιέρωσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 19 Δεκεμβρίου στην περίπτωση Moλά Σαλί κατά της Ελλάδας. Με την απόφαση εκείνη, δέχθηκε την ίδια την αρχή της ύπαρξης ενός ομολογιακού πολυσύνθετου συστήματος και καθόρισε τους όρους του. Το Δικαστήριο δήλωσε ότι τα κράτη δεν δεσμεύονται από τη θρησκευτική ελευθερία, αλλά μπορούν, εάν το επιθυμούν, «να δημιουργήσουν ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την παροχή ειδικών καθεστώτων στις θρησκευτικές κοινότητες». Έθεσε γι’ αυτό τρεις προϋποθέσεις.

Tο Δικαστήριο υποδεικνύει επίσης στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πώς να επιτρέψουν την επίσημη εφαρμογή των κανόνων της Σαρία στην επικράτειά τους, αν δεν θέλουν ή μπορούν να το απαγορεύσουν. Μια σαφής εντύπωση συμβιβασμού προκύπτει από το ψήφισμα της Συνέλευσης και από την απόφαση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο ακολούθησε σ’ αυτό τη σύσταση της ελληνικής κυβέρνησης η οποία το καλούσε να «εξετάσει, κατά περίπτωση, κάθε κανόνα του νόμου της Σαρία που ισχύει σε συγκεκριμένες υποθέσεις κατά μουσουλμάνων που διαμένουν σε μη μουσουλμανικά κράτη», ώστε να « ληφθούν υπόψη κριτήρια όπως ο σεβασμός της πολυπολιτισμικότητας στη σημερινή Ευρώπη ».

Ο ισλαμικός νόμος, τουλάχιστον όσον αφορά το οικογενειακό δίκαιο, θα μπορούσε να γίνει δεκτός στην Ευρώπη λόγω της πολυπολιτισμικότητας. Με ένα τέτοιο πολυ-νομικό σύστημα, οι υποστηρικτές του φιλελευθερισμού μπορούν να ελπίζουν ότι θα εξουδετερώσουν τη σαρία μέσω της επίσημης αναγνώρισης, ενώ οι ισλαμιστές μπορούν αντίθετα να ελπίζουν ότι θα διευρύνουν σταδιακά την εφαρμογή της και, κατά συνέπεια, την αυτονομία της κοινότητάς τους.

Ολοι οι άνθρωποι γεννιούνται μουσουλμάνοι!…

Το πρόβλημα της εφαρμογής του νόμου της σαρία στην Ευρώπη αφορά και στα κράτη. Είναι πράγματι “εξαιρετικά ανησυχητικό“, επισημαίνει η Συνέλευση, ότι τρία κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Αλβανία, το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία “ενέκριναν ρητά ή σιωπηρά τη Διακήρυξη του Καΐρου του 1990 ” του Οργανισμού Ισλαμικών Κρατών (ΟΙΚ). Ωστόσο, αυτή η “Δήλωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Ισλάμ” αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται μουσουλμάνοι και ότι “όλα τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διατυπώνονται στην παρούσα Διακήρυξη υπόκεινται στις διατάξεις της Σαρία“. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνείται την ισότητα των ανθρώπων ανεξάρτητα από το φύλο και τη θρησκεία και δεν εγγυάται την ελευθερία έκφρασης, θρησκείας ή γάμου.

Ο ΟΙΚ περιλαμβάνει 57 κράτη με πλειοψηφία των Μουσουλμάνων και αντιπροσωπεύει πληθυσμό άνω των 1,3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που κατανέμονται σε περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής έκτασης. Στοχεύει κυρίως στην “ενίσχυση των δεσμών ενότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των Μουσουλμάνων λαών και των κρατών μελών“, “να βοηθήσει τις μουσουλμανικές κοινότητες που ζουν σε μη μουσουλμανικές χώρες να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και την πολιτιστική και θρησκευτική τους ταυτότητα “.

Το καταστατικό του, που εγκρίθηκε το 1986, προβλέπει ότι η σαρία είναι ο «βασικός νόμος» της, ενώ το διεθνές δίκαιο αποτελεί δευτερεύουσα πηγή από την οποία «μπορεί να αντλήσει». Ο ΟΙΚ έχει επίσης ορίσει μια ανεξάρτητη Επιτροπή Μόνιμων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την προώθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων “σύμφωνα με τις ισλαμικές αξίες“. Με άλλα λόγια, η διπλή ιδιότητα του OIΚ και του Συμβουλίου της Ευρώπης θέτει ένα πραγματικό πρόβλημα, δεδομένου ότι αυτοί οι οργανισμοί βασίζονται σε αντιτιθέμενες και ανταγωνιστικές αξίες. Ωστόσο, η Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν ζήτησε από την Αλβανία, το Αζερμπαϊτζάν ή την Τουρκία να αποχωρήσουν από τον ΟΙΚ, αλλά τους κάλεσε να «προβλέψουν την απόσυρσή τους από τη Διακήρυξη του Καΐρου “και να καθιερώσουν με σαφήνεια και επίσημη υπεροχή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου πάνω από αυτή τη Διακήρυξη’’.

Εκτιμήσεις – προτάσεις

Εχουμε λοιπόν δύο παγκόσμιες αντιλήψεις που αντιπαρατίθενται μεταξύ τους, μία φιλελεύθερη και αγνωστικιστική (και μάλιστα αθεϊστική), την άλλη ολοκληρωτική και θρησκευτική. Ωστόσο, και οι δύο συμμερίζονται την άρνηση της ίδιας της βάσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή την ύπαρξη ενός φυσικού δικαιώματος που υπάρχει ανεξάρτητα από την αυθαίρετη βούληση του “Αλλάχ” ή των ατόμων.  Αν δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, γιατί να αρνούμαστε την ισλαμική πολυγαμία όταν δεχόμαστε το γάμο του ίδιου φύλου; Γιατί να αρνούμαστε την αποπομπή της συζύγου όταν διευκολύνουμε το απευθείας και μονομερές διαζύγιο; Γιατί να αρνούμαστε την “εκούσια κλειτοριδεκτομή” όταν η εκούσια έκτρωση και ευθανασία είναι δικαιώματα; Εάν είναι δικαίωμα να θέτει κανείς τέλος στη ζωή του, γιατί να μην είναι ο ακρωτηριασμός; Αν μπορούμε να κάνουμε τα περισσότερα, μπορούμε και τα λιγότερα. Έτσι, από αντίθετους δρόμους, ο αγνωστικός φιλελευθερισμός και η ισλαμική σαρία καταλήγουν μερικές φορές στο ίδιο αποτέλεσμα. Και είναι σοβαρό ενδεχόμενο ο πρώτος  να ανοίξει τον δρόμο στο δεύτερο, σε ένα πλαίσιο ανοχής και πλουραλισμού.

Μόνο η επιστροφή στη ήπια και αντικειμενική κατανόηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βασισμένη στον φυσικό νόμο, θα επέτρεπε την αποφυγή αυτής της σύγκρουσης πολιτισμών. Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα επανακτήσουν τότε την οικουμενικότητά τους, επειδή η ανθρώπινη φύση είναι μοναδική. Αυτό ίσχυε πριν από 70 χρόνια όταν εγκρίθηκε η Οικουμενική Διακήρυξη. Το Ισλάμ δεν είχε ακόμη εκραγεί και οι δυτικές χώρες δεν είχαν ακόμη εγκολπωθεί τον αθεϊσμό και τον ατομικισμό, γνώριζαν ακόμη ότι ο άνθρωπος είναι φυσικά θρησκευτικός, κοινοτικός και παραδοσιακός και μπορούσε ακόμα να καταλαβαίνει τον υπόλοιπο κόσμο.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης ιδρύθηκε πριν 70 χρόνια για να προστατεύσει την «ελεύθερη Ευρώπη» από τον κομμουνιστικό κίνδυνο, εσωτερικό και εξωτερικό. Το έκανε αυτό με την προώθηση της δημοκρατίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων. Σήμερα καλείται να  αντιμετωπίσει έναν άλλο κίνδυνο, τόσο εσωτερικό όσο και εξωτερικό: το πολιτικό Ισλάμ. Και οι παγκόσμιες αξίες, αυτή τη φορά, μάλλον δεν αρκούν. Η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει αν δεν ανακτήσει τη δική της χριστιανική ταυτότητα.

https://www.valeursactuelles.com/societe/le-conseil-de-leurope-sinquiete-grandement-de-lapplication-de-la-charia-en-europe-103284

*Ο Grégor Puppinck είναι διδάκτωρ του Δικαίου, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δικαίου και Δικαιοσύνης, μέλος της ομάδας ειδικών του ΟΑΣΕ για τη θρησκευτική ελευθερία. Πρόσφατα εξέδωσε το βιβλίο  Les droits de l’homme dénaturé,  στο οποίο ασκεί κριτική στις αλλαγές των δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Παγκόσμια Διακήρυξη του 1848 μέχρι σήμερα. 

 

Πώς η Νότια Αμερική παρέδωσε το πεδίο για την Βενεζουέλα

0
Εξωτερικές δυνάμεις θα αποφασίσουν το αποτέλεσμα στο Καράκας
Ο Βενεζουελάνος πρόεδρος, Nicolás Maduro, συναντάται με στρατιώτες στο Καράκας, τον Ιανουάριο του 2019. REUTERS
Περίληψη:

Ο Maduro και ο νεαρός αμφισβητίας του γνωρίζουν ότι παρόλο που οι ένοπλες δυνάμεις θα είναι ο αποφασιστικός εγχώριος παίκτης, οι μόνοι εξωτερικοί δρώντες που έχουν πραγματικά σημασία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα και, σε μικρότερο βαθμό, η Κούβα και η Ρωσία.

Ο OLIVER STUENKEL είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Ίδρυμα Getulio Vargas, στην Βραζιλία.

Την περασμένη εβδομάδα, ο νεαρός ηγέτης της αντιπολίτευσης στην Βενεζουέλα, Juan Guaidó, αυτοανακηρύχθηκε προσωρινός πρόεδρος [1] ισχυριζόμενος ότι ο σημερινός πρόεδρος της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, είχε χάσει το δικαίωμά του να κυβερνά με το να νοθεύσει τις εκλογές τον Μάιο του 2018. Λίγο αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, και οι περισσότερες άλλες κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής (με εξαίρεση την Βολιβία, την Γουιάνα, το Σουρινάμ και την Ουρουγουάη) αναγνώρισαν τον Guaidó ως νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας.

Η απόφαση της πλειοψηφίας των κυβερνήσεων της Νότιας Αμερικής να υποστηρίξουν τον Guaidó χαιρετήθηκε από πολλούς ως ένα κρίσιμο βήμα προς τα εμπρός για την αντιμετώπιση του αυταρχισμού του Maduro [2]. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η Νότια Αμερική δεν παίζει πλέον σημαντικό ρόλο στην κρίση της Βενεζουέλας. Ο Maduro και ο νεαρός αμφισβητίας του γνωρίζουν ότι παρόλο που οι ένοπλες δυνάμεις θα είναι ο αποφασιστικός εγχώριος παίκτης, οι μόνοι εξωτερικοί δρώντες που έχουν πραγματικά σημασία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα και, σε μικρότερο βαθμό, η Κούβα και η Ρωσία.

01022019-1.jpg

Ο Βενεζουελάνος πρόεδρος, Nicolás Maduro, συναντάται με στρατιώτες στο Καράκας, τον Ιανουάριο του 2019. REUTERS
————————————————————

Πρόκειται για μια ταπεινωτική σειρά γεγονότων για τις κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής, οι οποίες από την εποχή της μετάβασης της περιοχής στην δημοκρατία την δεκαετία του 1980 έχουν καταστήσει πρωταρχικό στόχο εξωτερικής πολιτικής τους τον περιορισμό των παρεμβάσεων από το εξωτερικό. Ειδικότερα για την Βραζιλία, μια τέτοια ανικανότητα απέναντι σε μια γεωπολιτική κρίση στα σύνορά της, συμβολίζει την δραματική αποτυχία δεκαετιών βραζιλιάνικης εξωτερικής πολιτικής, με την οποία η Μπραζίλια επεδίωκε να καταστεί ο διπλωματικός και πολιτικός ηγέτης της περιοχής. Όπως δείχνει η κρίση στην Βενεζουέλα, η Νότια Αμερική είναι και πάλι η παιδική χαρά των ξένων δυνάμεων.

ΠΩΣ ΦΘΑΣΑΜΕ ΕΔΩ

Η Νότια Αμερική έχει μια μακρά και ταραγμένη ιστορία ξένων παρεμβάσεων –καθ’ όλη την διάρκεια του εικοστού αιώνα, εξωτερικές δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριζαν πραξικοπήματα και στρατιωτικές δικτατορίες σε ολόκληρη την ήπειρο επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα εξωτερικής πολιτικής. Από τη μετάβαση της περιοχής στην δημοκρατία την δεκαετία του 1980, οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να προστατεύσουν τόσο την κυριαρχία τους όσο και την δημοκρατία τους, αναπτύσσοντας ενδοπεριφερειακούς μηχανισμούς για να αντιμετωπίσουν τις μείζονες ιστορικές προκλήσεις της Νότιας Αμερικής: Την δημοκρατική οπισθοδρόμηση και τις πολιτικές κρίσεις που συχνά προέρχονται από αυτήν. Αυτοί οι μηχανισμοί περιλάμβαναν τις αποκαλούμενες δημοκρατικές ρήτρες -κοινές δεσμεύσεις για την τιμωρία των κυβερνήσεων που παραβιάζουν τους δημοκρατικούς κανόνες- όπως ο Διαμερικανικός Δημοκρατικός Χάρτης του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών ή το Πρωτόκολλο της Ushuaia από την κοινή αγορά της Νότιας Κοινής Αγοράς (Mercosur). Περιέλαβαν επίσης την χρήση συγκεκριμένων μέτρων, όπως η αναστολή [της συμμετοχής] από περιφερειακές οργανώσεις όπως η Mercosur, ως απάντηση σε δημοκρατικές ρήξεις. Οι κυβερνήσεις στην περιοχή απέτυχαν να αποτρέψουν ορισμένες περιπτώσεις δημοκρατικής οπισθοδρόμησης – ο πρόεδρος της Ονδούρας, Manuel Zelaya, για παράδειγμα, ανατράπηκε με πραξικόπημα το 2009 και ο Παραγουανός πρόεδρος Fernando Lugo εκδιώχθηκε με μια αμφισβητούμενη μομφή το 2012. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτές οι χώρες υπέστησαν προσωρινή διπλωματική απομόνωση ως απάντηση σε αυτό που οι περιφερειακοί ηγέτες έκριναν ότι ήταν ένα ρήγμα από την κανονική συνταγματική πρακτική.

Η Βραζιλία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό και την επιβολή αυτών των κανόνων –ως τμήμα μιας συνειδητής προσπάθειας των δημοκρατικών ηγετών της χώρας να τοποθετήσουν την Βραζιλία ως τον σημαντικότερο διπλωματικό παίκτη στη Νότια Αμερική και να εμπλακούν ενεργά σε στιγμές περιφερειακής κρίσης. Το 1996, η Βραζιλία βοήθησε να πείσει έναν πεινασμένο για εξουσία στρατηγό της Παραγουάης, τον Lino Oviedo, να μην πραγματοποιήσει πραξικόπημα εναντίον του προέδρου Juan Carlos Wasmosy, του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου πολιτικού της χώρας εδώ και δεκαετίες. Τρία χρόνια αργότερα, βοήθησε και πάλι στην επίλυση μιας πολιτικής κρίσης στην Παραγουάη, αυτή την φορά με την χορήγηση ασύλου (και την οργάνωση της ταχείας αποχώρησης) του πολιορκούμενου προέδρου Raúl Cubas Grau. Και μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του προέδρου της Βενεζουέλας, Hugo Chávez, το 2002, η Βραζιλία οργάνωσε την ομάδα «Φίλοι της Βενεζουέλας», η οποία περιελάμβανε τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Πορτογαλία και την Ισπανία μαζί με κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, για να μεσολαβήσουν μεταξύ του καταπολεμούμενου προέδρου και της αντιπολίτευσης.

Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες για την προστασία της δημοκρατίας στην ήπειρο, αποδείχθηκε ότι δεν ταιριάζουν με τον Τσάβες. Ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας κατανόησε έντονα ότι οι μηχανισμοί που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες σχεδιάστηκαν για να αποτρέψουν ανοιχτές πολιτικές ρήξεις, όπως τα πραξικοπήματα, αντί να σταματούν μια εκλεγμένη κυβέρνηση από το να λαμβάνει σταδιακά μέτρα για να υπονομεύσει την δημοκρατία. Ο Chávez προχώρησε την υπόθεσή του υπογράφοντας σκοτεινές πετρελαϊκές συμφωνίες με πολλές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων της Αργεντινής, της Βολιβίας και αρκετών χωρών στην Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική, και παρέχοντας επικερδείς αλλά εξίσου αδιαφανείς συμβάσεις [κατασκευής] υποδομών σε επιχειρήσεις της Βραζιλίας. Οι αριστερές κυβερνήσεις στο Μπουένος Άιρες και στη Μπραζίλια είχαν κάποιο βαθμό ιδεολογικής συμπάθειας προς τον Τσάβες, αλλά ήταν πάνω απ’ όλα η πετρελαϊκή διπλωματία του προέδρου της Βενεζουέλας και η καλοπροαίρετη μεταχείριση των βραζιλιάνικων εταιρειών που τον κράτησαν στην καλή πλευρά των άλλων κυβερνήσεων. Πράγματι, η Αργεντινή και η Βραζιλία έγιναν υποστηρικτές του Chávez κατά την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα, προστατεύοντάς τον από διεθνείς πιέσεις ενώ έλεγαν στους διπλωμάτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού ότι ήταν σε θέση να ελέγξουν τα γεγονότα στο Καράκας.

Ειδικότερα για την Βραζιλία, οι πρόσφατες εγχώριες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις μείωσαν περαιτέρω την επιρροή της χώρας στην Βενεζουέλα. Από το 2013 -το έτος που ο Maduro ανέλαβε την προεδρία της Βενεζουέλας μετά τον θάνατο του Τσάβεζ λόγω καρκίνου- διαδοχικές κυβερνήσεις της Βραζιλίας, κουρασμένες από την ύφεση και μετά από το ξέσπασμα ενός μεγάλου σκανδάλου διαφθοράς, μείωσαν το αποτύπωμα της εξωτερικής πολιτικής της Μπραζίλια, αφήνοντας την περιοχή εν πολλοίς χωρίς πηδάλιο και επιτρέποντας στην κρίση της Βενεζουέλας να κακοφορμίσει. Εν τω μεταξύ, υψηλόβαθμοι διπλωμάτες σε όλη τη Νότια Αμερική ιδιωτικά έχουν παραδεχτεί σε εμένα ότι η Βενεζουέλα αναπόφευκτα θα κατέρρεε και ότι η πολιτική κατάσταση εκεί είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση δεν θα ήταν παρά κάτι λίγο περισσότερο από προσπάθειες βιτρίνας. Παρόλο που είχαν δίκιο ότι οποιαδήποτε ενέργεια μετά το 2013 πιθανότατα θα ήταν κάτι «πολύ λίγο, πολύ αργά», τόσο η Αργεντινή όσο και η Βραζιλία θα μπορούσαν να έχουν κάνει πολύ περισσότερα κατά τα χρόνια του Τσάβεζ για να πιέσουν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας να σεβαστεί τα βασικά δημοκρατικά πρότυπα –για παράδειγμα, κάνοντας την προσχώρηση της Βενεζουέλας στην Mercosur το 2012 να είναι υπό τον όρο του σεβασμού της δημοκρατίας.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΛΟΚΕΣ

Σήμερα, η Νότια Αμερική πληρώνει το τίμημα για την δραματική αποτυχία της να δράσει στην Βενεζουέλα. Μετά από δύο δεκαετίες κατά τις οποίες οι κυβερνήσεις της ηπείρου προσπάθησαν να μειώσουν την επιρροή των εξωτερικών δρώντων, οι τέσσερις πιο σημαίνουσες χώρες στην Βενεζουέλα είναι, κατά σειράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία και η Κούβα. Άλλα κράτη της περιοχής έχουν περιορισμένη μόνο δυνατότητα να διαμορφώσουν τα γεγονότα στο Καράκας. Αυτό προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία δεδομένου ότι η μετανάστευση από την Βενεζουέλα προκαλεί ήδη ένταση σε γείτονες όπως η Βραζιλία και η Κολομβία. Η συνέχιση -ή η εντατικοποίηση- της κρίσης θα έχει μεταδοτικά φαινόμενα κατά τα επόμενα χρόνια.

Παρά τις πρόσφατες πολιτικές αλλαγές -που συμβολίζονται από την εκλογή του προέδρου Jair Bolsonaro στην Βραζιλία- και μια ανανεωμένη αποφασιστικότητα σε ολόκληρη την περιοχή για την αντιμετώπιση της κρίσης της Βενεζουέλας, οι κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής θα έχουν ελάχιστο λόγο για την επίλυσή τους. Η Κολομβία ίσως να συναινέσει να φιλοξενήσει στρατεύματα των ΗΠΑ [3], αλλά καμία χώρα στην περιοχή δεν είναι πρόθυμη να αντιμετωπίσει άμεσες παρεμβάσεις. Ο Μπολσονάρο, για παράδειγμα, φαίνεται θερμός στο να υποστηρίξει ρητορικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτό είναι απίθανο να φτάσει μέχρι την πρακτική βοήθεια. Ο στρατός της Βραζιλίας δεν θα συμφωνήσει να βάλει στρατιώτες του στο έδαφος της Βενεζουέλας, κάτι που ακόμη και φιλο-αμερικανικές κυβερνήσεις στην περιοχή θα θεωρούσαν ως επικίνδυνο προηγούμενο. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις είναι απίθανο να υπερβούν τα διπλωματικά μέτρα, όπως η αναγνώριση του Guaidó, τα οποία έχουν ήδη υιοθετήσει.

01022019-2.jpg

Ο αυτοαποκαλούμενος προσωρινός πρόεδρος της Βενεζουέλας, Juan Guaidó, με την σύζυγό του, Fabiana Rosales, σε μαζική εκδήλωση στο Καράκας, τον Ιανουάριο του 2019. CARLOS GARCIA RAWLINS / REUTERS
——————————————————-

Ακόμη και αν καταρρεύσει η κυβέρνηση Maduro, τα επόμενα γεγονότα στο Καράκας θα διαμορφωθούν στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο, χάρη στην οικονομική σημασία της τελευταίας για την Βενεζουέλα. (Οι σχέσεις της Μόσχας και της Αβάνας με την Βενεζουέλα είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτικές και θα συρρικνωθούν αν ο Maduro εγκαταλείψει το αξίωμα). Ο διάδοχος του Maduro θα πρέπει να υπογράψει τεράστιες συμφωνίες με Δυτικές και κινεζικές αναπτυξιακές τράπεζες για να ξεκινήσει την ανασυγκρότηση της χώρας -μια οδυνηρή διαδικασία που πιθανόν θα διαρκέσει δεκαετίες. Πράγματι, πολλά από τα προβλήματα της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένης της ακραίας ανισότητας και της εξάρτησης από τα έσοδα από το πετρέλαιο, προηγούνται της ανόδου του Τσάβες [στην εξουσία] και καμία μελλοντική κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να τα λύσει εύκολα. Η ανάκαμψη σε οτιδήποτε μοιάζει με προ της κρίσης επίπεδα είναι πιθανό να διαρκέσει πολλά χρόνια, απαιτώντας συνεχή προσοχή και βοήθεια από τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας.

Οι πιο πιθανοί υποψήφιοι για περιφερειακή ηγεσία, εν τω μεταξύ, είναι απίθανο να προσφέρουν πολλά. Ο πρόεδρος της Αργεντινής, Mauricio Macri, είναι αδύναμος εξαιτίας μιας οικονομίας που παλεύει και ενός εξαντλητικού αγώνα επανεκλογής, ενώ ο Bolsonaro πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να διορθώσει τα εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της Βραζιλίας προτού να μπορέσει να αναλάβει ενεργό ρόλο στο εξωτερικό. Ακόμη και η Κολομβία, ένας στενός σύμμαχος των ΗΠΑ και γείτονας της Βενεζουέλας, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές εγχώριες προκλήσεις -συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης να ενσωματώσει περίπου ένα εκατομμύριο μετανάστες της Βενεζουέλας, ένας αριθμός που θα μπορούσε να αυξηθεί τους προσεχείς μήνες- και δεν διαθέτει ούτε την ικανότητα ούτε και την πολιτική βούληση να αναλάβει την ευθύνη για την ανοικοδόμηση της Βενεζουέλας.

Ρεαλιστικά, υπάρχουν τέσσερις χρήσιμες ενέργειες που οι κυβερνήσεις της Νοτίου Αμερικής μπορούν να κάνουν για να βοηθήσουν. Πρώτον, μπορούν να συντονίσουν καλύτερα την απάντηση στη μεταναστευτική κρίση της Βενεζουέλας σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι ηγέτες θα πρέπει να οργανώσουν μια περιφερειακή σύνοδο κορυφής για να συζητήσουν το ζήτημα και να αποφασίσουν να συντονίσουν από κοινού την καταγραφή, την διανομή και την ενσωμάτωση των μεταναστών της Βενεζουέλας. Θα πρέπει επίσης να δημιουργήσουν ένα ταμείο για την αποζημίωση των χωρών που πλήττονται περισσότερο από τη μεταναστευτική κρίση, όπως η Κολομβία, ο Ισημερινός και το Περού. Δεύτερον, οι περιφερειακές κυβερνήσεις μπορούν να συμβάλουν στον συντονισμό της παροχής ιατρικής και ανθρωπιστικής βοήθειας στην Βενεζουέλα, εφόσον το επιτρέψει η κυβέρνηση Maduro -ή οποιαδήποτε διάδοχη κυβέρνηση.

Τρίτον, τα κράτη της Νότιας Αμερικής πρέπει να προσφέρουν αμνηστία και άσυλο σε ηγετικά πρόσωπα της κυβέρνησης Maduro. Αν και είναι βαθύτατα απογοητευτικό, ένα τέτοιο βήμα θα ήταν πολύ σημαντικό για να πεισθούν οι σημερινοί ηγέτες της Βενεζουέλας ότι δεν πρέπει να πολεμήσουν σε μια αιματηρή μάχη για να παραμείνουν στην εξουσία προκειμένου να αποφύγουν τη μοίρα του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ ή του Μουαμάρ αλ-Καντάφι της Λιβύης -αυταρχικοί ηγέτες που εκτελέστηκαν μόλις έχασαν την εξουσία.

Τέλος, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Χιλή και άλλοι, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν την κατάρρευση του καθεστώτος Maduro ως ευκαιρία για την εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των ενόπλων δυνάμεών τους. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει μέσω υφιστάμενων θεσμών, όπως το Συμβούλιο Άμυνας της Νότιας Αμερικής, και να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων πρωτοβουλιών, κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, κοινές αποστολές για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και κοινή συμμετοχή στις ειρηνευτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η αύξηση της πίεσης από τους ομολόγους των στρατιωτικών δυνάμεων της Βενεζουέλας –οι οποίες πρόκειται να χάσουν από μια μετάβαση στην δημοκρατία, λαμβάνοντας υπόψη τα προνόμια που έχουν συσσωρεύσει υπό τον Maduro- για να παραμείνουν στα στρατόπεδα υπό οποιονδήποτε μελλοντικό ηγέτη. Παρόλο που η συνεργασία αυτή θα είχε μόνο περιορισμένο και έμμεσο αντίκτυπο στον στρατό της Βενεζουέλας, σε μελλοντικές κρίσεις αυτού του είδους θα προσφέρει στις γειτονικές χώρες ένα επιπλέον κανάλι διαλόγου και συντονισμού -μια αναγκαιότητα εάν οι κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής επιθυμούν να επηρεάζουν το τι συμβαίνει στην δική τους αυλή.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/south-america/2019-01-31/how-sou…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/venezuela/venezuelan-oppositions…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/south-america/2018-10-15/venezue…
[3] https://www.usatoday.com/story/news/world/2019/01/28/john-bolton-notepad…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Πούλησαν γεωπολιτική αξία, αγόρασαν παραμονή στην εξουσία

3

Απόστολος Αποστολόπουλος

Η κυβέρνηση ελέγχει τους μηχανισμούς πληροφόρησης και προπαγάνδας αλλά έχει ηττηθεί κατά κράτος. Οι πιο φιλικές της δημοσκοπήσεις δίνουν περίπου 70% εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών ενώ γύρω στο 30% την υποστηρίζουν. Υπάρχει μια σημαντική αντιστοιχία: Το ποσοστό εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι περίπου ισοδύναμο με το ποσοστό που συγκέντρωνε σε ποικίλες εκλογικές αναμετρήσεις η λεγόμενη «δημοκρατική παράταξη», δηλαδή αθροιστικά οι κεντρώοι και οι αριστεροί ψηφοφόροι, ενώ το υπόλοιπο στοιχίζεται στην αμιγώς δεξιά πλευρά.

Οι κομματικές διαιρέσεις και συμμαχίες, ο ηγέτης και η συγκυρία δίνουν τον νικητή στις εκλογές, ιδίως μετά την πτώση της χούντας. Αλλά σε θέματα εθνικής σημασίας ο πατριωτισμός διασχίζει τις κομματικές παρατάξεις συσπειρώνοντας δεξιούς, αριστερούς, συντηρητικούς και προοδευτικούς, σε ένα χώρο. Έχει λεχθεί ότι με σημαία μόνο τα εθνικά θέματα κανείς δεν κερδίζει εκλογές αλλά όποιος τα αγνοεί ή τα υποτιμά τις χάνει.

Και είναι παράλογο να ελπίζεις να κερδίσεις τους νέους όταν τους κατηγορείς ότι είναι φασίστες και ακροδεξιοί επειδή διαδηλώνουν εναντίον των «Πρεσπών» δίνοντας ως αντάλλαγμα δεκάρες. Αυτά δεν είναι καν θέμα πατριωτισμού. Είναι ζήτημα λογικής. Αλλά όταν είναι κανείς απελπισμένος χάνει το μυαλό του.

Το αγαπημένο παιδί των ελίτ

Η εκάστοτε ηγεσία επιβάλλει τη γραμμή της χωρίς αναγκαστικά να αποτελεί την πλειοψηφία στο σύνολο της παράταξης. Πχ ο «καραμανλισμός», η λαϊκή δεξιά, δεν ήταν ποτέ πλειοψηφία στο επίπεδο της ελίτ. Ο δε ιδρυτής της ΝΔ Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ήταν καν συμπαθής. Του καταλόγιζαν «σοσιαλμανία», δηλαδή την απαίτησή του να συμβάλλει και η ελίτ στην οικονομική άνοδο της χώρας.

Αντίστροφα,ο σημιτισμός υιοθετήθηκε ως αγαπημένο τέκνο από την ελίτ της χώρας αλλά στους «απλούς» οπαδούς ήταν μειοψηφία. Το κομματικό ρουσφέτι είχε, σε κάθε περίπτωση, τον πρώτο λόγο έναντι της οργανωμένης, κρατικής, πολιτικής ανεξάρτητα από το κόμμα στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ κληρονόμησε και ενίσχυσε το ρουσφετολογικό σύστημα για τη νομή της κυβερνητικής εξουσίας με το ζήλο του νεοφώτιστου.

Το σύστημα αυτό βάδιζε μακάριο απορροφώντας τις «ανήσυχες στιγμές» πχ όταν πήρε τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ αρχές του 1980 ή όταν πρόσφατα έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ. Η μοναδική σοβαρή ενόχληση ήταν η ήττα στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά αλλά και αυτό το θέμα μπήκε σε μια σταδιακή φθορά, απώλεια ισχύος της ελληνικής πλευράς και διάχυση των ευθυνών με συνέπεια να μην προκληθούν αξιοσημείωτες αναστατώσεις. Στην περίοδο Σημίτη μπήκαν τα θεμέλια για τη σύμπλευση των κομματικών ηγεσιών και συνολικά της ελίτ.

Ξεπουλώντας γεωπολιτική αξία

Επικράτησε ως «ιερός μόσχος» η λεγόμενη «κοινωνική ειρήνη» με τη συγκατάθεση ή την ανοχή όλων των πλευρών, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ, των κοινωνικών τάξεων, των συνδικαλιστών κλπ. Ποιος θα πείραζε την κότα που γεννάει καθημερινά φρέσκα αυγά; Ο ένας παράγων, λοιπόν, ήταν η ευμάρεια. Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε προσδιορίσει, πριν από τριάντα χρόνια, τον άλλο καθοριστικό παράγοντα: Θεωρούσε ότι η ελίτ συνολικά ξεπουλούσε την γεωπολιτική αξία της χώρας και τελικά την ίδια τη χώρα για να διατηρηθεί στην εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ φροντίζει στοργικά αυτό το καθεστώς ως αναπόσπαστο οργανικό μέλος του. Και το καθεστώς, του το αναγνωρίζει και το ανταποδίδει.

Συνοπτικά: Η καθολική συμμετοχή και στήριξη στην «κοινωνική ειρήνη», από τις κορυφές ως και τη λαϊκή βάση, είχε συνέπεια την κοινωνική αδράνεια. Με επακόλουθο την αδιαφορία και την αδυναμία επίλυσης προβλημάτων να υποκαθιστά η φραστική οξύτητα μεταξύ των κομμάτων. Καυγάδες χωρίς περιεχόμενο. Δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, αλλά όλο το πολιτικό/κομματικό σύστημα για το ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις περιορίζονται σε ήρεμους, μικρής διάρκειας, περιπάτους Σύνταγμα-Ομόνοια.

Ακόμα και το Σκοπιανό κινητοποίησε μεν τεράστιο όγκο διαδηλωτών αλλά χωρίς στοιχειώδη αντοχή στο χρόνο. Τα κίτρινα γιλέκα πχ δίνουν αγώνα από βδομάδα σε βδομάδα, συζητούν, αντιγνωμούν, ωριμάζουν, μπορεί και να διαλυθούν, αναδύεται ηγεσία, όπως έγινε και στην Ιταλία με τους 5 Αστέρες ή τη Λέγκα του Βορρά. Όσο ο πατριωτισμός έχει την εφήμερη ζωή της πεταλούδας, θα γοητεύει αλλά στο δειλινό θα αφήνει απλώς την ανάμνησή του.

ΥΓ. Η είδηση πέρασε «στο ντούκου» αλλά δεν είναι για πέταμα. Οι Αμερικανοί αναρωτιούνται, λέει, αν η Καβάλα ανήκει στους (Βόρειο) Μακεδόνες ή στους Έλληνες. Ίσως ήξεραν ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν διατεθειμένος το 1915, υπό την πίεση των Άγγλων, να παραχωρήσει την πόλη στη Βουλγαρία με αντάλλαγμα περιοχές της Μ. Ασίας, τη δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας. Τώρα, φυσικά, δεν υπάρχει θέμα Μεγάλης Ελλάδας ενώ είναι γνωστός ο διακαής πόθος των «Μακεδόνων» για έξοδο στο Αιγαίο.

Τα ερωτήματα είναι τουλάχιστον δυο: Πρώτον γιατί οι Αμερικανοί φρόντισαν να δώσουν δημοσιότητα στην «απορία» τους; Δεύτερον: Έχουν άραγε στο νου τους να κάνουν κάτι για να μην τους βασανίζει η συγκεκριμένη απορία; Η τρίτη ερώτηση είναι: Ο πρωθυπουργός, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναρωτιούνται για τις απορίες που υπάρχουν στην Ουάσιγκτον; Είναι αυτονόητο ότι τις απαντήσεις θα τις δούμε εν τω γίγνεσθαι.

Πούλησαν γεωπολιτική αξία, αγόρασαν παραμονή στην εξουσία

Καταδίκη Αμβρόσιου σήμερα. Αύριο ποιος και τι;

3

anarchypress.gr

Πολλοί ήταν αυτοί που χάρηκαν στο άκουσμα της είδησης ότι ο γνωστός για τις μισάνθρωπες απόψεις του μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος καταδικάστηκε εξ αιτίας κάποιων αναρτήσεων του στα social media που ήταν κατά των ομοφυλoφίλων. Ο Αμβρόσιος καταδικάστηκε με την κατηγορία της δημόσιας υποκίνησης βίας ή μίσους και για κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος με συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών με τριετή αναστολή.

Σαφώς και δεν υποστηρίζουμε τον Αμβρόσιο και κάθε μισάνθρωπο που έχει παρόμοιες εξουσιαστικές απόψεις, που κινούνται ανάμεσα στα όρια του κοινωνικού διαχωρισμού και του ρατσισμού, ούτε προφανώς μας καίγεται καρφί για την κατηγορία της κατάχρησης εκκλησιαστικού αξιώματος. Νομίζουμε, όμως, πως ο καθένας θα πρέπει να νοιώθει ανησυχία, αν όχι τρόμο, με την καταδίκη για υποκίνηση βίας μέσω αναρτήσεων στα social media! Ποιος άνθρωπος, που θέλει να λέγεται και να είναι ελεύθερος, στο πεδίο του λόγου και της σκέψεως, δεν τρομάζει όταν διαπιστώνει ότι οι απόψεις του και μόνο είναι αρκετές για την καταδίκη του από το κράτος; Σήμερα είναι ο «μισητός» Αμβρόσιος, αύριο ποιος θα είναι; Σε ποιον θα δώσει αύριο το κράτος τον ρόλο του «μισητού»; Τέλος, αφού το κράτος σήμερα πέτυχε και προχώρησε ένα βήμα πιο μπροστά στην καταστολή, γιατί στο μέλλον να μην την διευρύνει και σε περισσότερα πράγματα που θα απαγορεύεται να λέγονται ή ακόμα (με την βοήθεια της τεχνολογίας) και να τα σκέφτονται κάποιοι;

Για να το ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά. Οι νόμοι, οι φυλακές, οι καταδίκες και τα δικαστήρια δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Είναι συνυφασμένα με τους εκάστοτε εξουσιαστές και σάρκα από την σάρκα τους που τα διαμορφώνουν ανάλογα το πολιτικό και εξουσιαστικό τους συμφέρον, κατά το δοκούν και κατά περίπτωση.

Οπότε, σ’ αυτή την χρονική συγκυρία, ο Αμβρόσιος καταδικάστηκε με τον συγκεκριμένο νόμο, αλλά σ’ άλλη χρονική συγκυρία με τον ίδιο νόμο, μπορεί να πάρει σειρά κάποιος, που σήμερα χαίρεται με αυτή την καταδίκη.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με κάποιους που χαίρονται και ουσιαστικά πιστεύουν και στηρίζουν την άποψη ότι οι φυλακές και καταδίκες ανθρώπων και απόψεων δημιουργούν ένα καλύτερο κόσμο, οι αναρχικοί συνεχίζουν να μην χαίρονται με όλα αυτά και θεωρούν ότι τέτοιες αποφάσεις και αντιλήψεις πάνε πολλά βήματα πίσω τους ανθρώπους και την απελευθερωτική τους σκέψη και δράση και οδηγούν στην εδραίωση της εξουσίας και του κράτους έναντι των καταπιεζομένων, που απλά θα μπορούν να καταδικάζονται για την άποψη τους και μόνο, γραπτή ή προφορική.

Ο μόνος, λοιπόν, που μπορεί να χαίρεται με τέτοιες καταδικαστικές αποφάσεις είναι το κράτος η κάθε εξουσία και οι υποστηρικτές τους.

Ελευθερόκοκκος

Καταδίκη Αμβρόσιου σήμερα. Αύριο ποιος και τι;

AG rejects Netanyahu call to delay indictment announcement until after elections

0
NO IMPEDIMENT TO PUBLISHING A DECISION, HOWEVER IMPACTFUL’

Mandelblit says decision before April ballot is in the ‘public interest’; PM accuses him of caving to ‘pressure from the left and the media,’ ignoring new witnesses

Prime Minister, Benjamin Netanyahu, left, and then-cabinet secretary Avichai Mandelblit at a cabinet meeting on January 4, 2015. (Marc Israel Sellem/Pool/Flash90)

In a decision that could have a far-reaching impact on the future of Israeli politics, Attorney General Avichai Mandelblit said Friday he has rejected a request from Benjamin Netanyahu to delay an announcement regarding the possible indictment of the prime minister on corruption charges until after election day.

Netanyahu’s attorneys met with Mandelblit last week and asked him not to announce whether he intends to file indictments in three corruption cases against Netanyahu before the April 9 ballot, insisting that doing so would amount to “intervention” in the elections.

In a letter sent to Netanyahu’s legal team, however, Mandelblit said there was “no impediment whatsoever to publishing a decision, however impactful it may be, on filing an indictment against the prime minister, subject to a hearing, before the election date.”

Rather, he said, he had a responsibility to finish the process as quickly as possible and that it was “in the public interest” for that to take place before the elections.

The letter stressed that the state prosecutors are acting out of legal considerations alone, and cannot allow political considerations to play a role in the progress or handling of the case.

Mandelblit argued that delaying the announcement of his decision because of Netanyahu’s concern that it could hurt him politically would itself amount to intervention in the elections.

Hinting that the decision to call elections may have even been an attempt by Netanyahu to push off the decision, the attorney general noted that the Knesset vote to set early elections came just days after he and the team of prosecutors working on the cases said they were beginning a final review of the material.

“This process has already been decided, even before the decision to advance the elections, and there is no justification to deviate from it,” Mandelblit said of the timetable.

Mandelblit said he has now finished examining the evidence and is nearing a decision on whether to indict, which is expected to be announced next month.

Police have recommended Netanyahu be indicted for bribery in three separate cases, including one which involves accusations he gave out regulatory favors in exchange for positive media coverage.

Prime Minister Benjamin Netanyahu reviews a drill of the Armored Corps at the Shizafon Base, in southern Israel on January 23, 2019. (Flash90)

Israelis will head to the polls on April 9, in an election largely seen as a referendum on Netanyahu, who has served as prime minister for nearly a decade. He has denied the accusations against him and characterized the investigations as a witch hunt driven by the media, the left and the police, meant to remove him from power by undemocratic means.

Former Israeli chief of staff Benny Gantz arrives to deliver his first electoral speech, in Tel Aviv on January 29, 2019. (Jack GUEZ / AFP)

Netanyahu had seemed on course to a smooth re-election, but the entry into the campaign this week of former chief of staff Benny Gantz has changed the picture. Polls now show that Gantz could pose an electoral threat to Netanyahu, especially if he were to arrange to head an alliance between his new Israeli Resilience Party and Yair Lapid’s centrist Yesh Atid.

“It looks like the attorney general has given in to the pressure from the left and the media to file indictments against Prime Minister Netanyahu no matter what — and during the campaign,” Netanyahu said in a statement Thursday night responding to media reports ahead of Mandelblit’s letter.

He claimed Mandelblit had made the decision despite his own legal team giving the attorney general’s office some 60 names of “significant witnesses” to probe before making a decision.

“The ink [on the request] has not yet dried when the prosecution rushed this evening to leak to they have no intention to examine these vital witnesses,” Netanyahu’s statement said.

In his statement, Netanyahu repeated a previous accusation that the indictment process was being rushed in order to hurt his campaign. “In the most fateful decision in the history of Israeli law, a process that takes a year and a half is being squeezed into a few days,” he claimed.

If Mandelblit announces he intends to indict, Netanyahu would be granted a hearing to argue against the charges, a process that may take months. A final indictment decision would thus likely come only after election day.

Netanyahu is a suspect in three separate corruption investigations.

In Case 4000, reportedly the most serious of the three, he is suspected of having advanced regulatory decisions as communications minister and prime minister from 2015 to 2017 that benefited Shaul Elovitch, the controlling shareholder in Bezeq, the country’s largest telecommunications firm, in exchange for positive coverage from Elovitch’s Walla news site.

Case 2000 involves a suspected illicit quid pro quo deal between Netanyahu and Yedioth Ahronoth publisher Arnon Mozes.

Protesters outside the Prime Minister’s Residence in Jerusalem awaiting the arrival of police investigators coming to question Prime Minister Benjamin Netanyahu in a graft investigation, June 12, 2018. (Hadas Parush/Flash90)

In Case 1000, Netanyahu is suspected of receiving benefits and gifts worth about NIS 1 million ($282,000) from billionaire benefactors, including Israeli Hollywood producer Arnon Milchan, in exchange for assistance on various issues. Some reports have suggested that Mandelblit is leaning toward a charge of breach of trust in this case.

Netanyahu has vowed not to step down if Mandelblit announces that he intends to indict him, pending a hearing, in any of the cases against him, asserting that the law does not require him to do so. Mandelblit has confirmed that this is the case.

Israeli law only requires that a prime minister step down if convicted, but experts have suggested that Netanyahu could have a “problem” if he sought to stay in office after a formal indictment was filed at the completion of a hearing process. Under law and High Court of Justice precedent, ministers other than the prime minister are required to step down in such a situation. There is no clear legal rule regarding the prime minister.

Times of Israel staff contributed to this report.

Macron : Élysée Confidential

0

Pour la première fois de son mandat, le président Macron a reçu des journalistes pour une conversation libre dans son bureau. Nous y étions.

Alexis Tsirpas – Western Thrace to revert back to their original toponyms.

0

February 17, 2015

Posted by Yilan in Yunanistan.  

Alexis Tsirpas speaking with local Turkish leaders in the Western Thrace city of Komotini promised that his party Syrzia will look into a draft law to revert back to old Turkish placenames renamed over 65 years ago.

Newly elected Prime Minister of Greece Alexis Tsirpas was keen on the idea to rename toponyms in Western Thrace to their previous toponyms bearing Turkish names in an effort to boost friendly relations with Turkey which has been pressuring Greece for many years to provide human rights for the Muslim Turkish minority in Greece..

Alexis Tsirpas indicated that he and his Syriza party will back the draft-law for restoring authentic toponyms in Thrace be brought in through Greece’s Legislative parliamentary commission.

A two-third majority is required in order the draft-law on restoring authentic toponyms to be enacted, which means that opposition MPs need to be in favour of the document.

“In the entire region of Bati Trakya (Western Thrace) no one uses the Hellenised name of the municipalities or the other names of places… for us and for our ancestors and future generations it has been and will always be Turkish names such as Gümülcine for Komitini or İskeçe for Xanthi. In 1949 a decision had been reached against the will of the Turks in Western Thrace to change the toponyms. In recent years, the Turkish language is in use thus they are written in Turkish with the Turkish Alphabet,” says former Member of Parliament and ex PASOK MP, Cetin Mandaci.

Alexis Tsirpas – Western Thrace to revert back to their original toponyms.