Αρχική Blog Σελίδα 2681

Οι σχέσεις των ΗΠΑ και της Τουρκίας τελειώνουν σήμερα στη Μόσχα;

0

Από ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

The White House at dusk in Washington, DC, USA. EPA, JIM LO SCALZO Ο δρόμος προς την “κόλαση”! APRIL 8, 2019

Την ύστατη προσπάθεια, για να διασωθεί η παραδοσιακή τους σχέση, κάνουν οι κυβερνήσεις της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται αλλαγή των θέσεων τους. Οι Τούρκοι άδραξαν την ευκαιρία της απόφασης της Αμερικής και της Δύσης, για να μην απωλεστεί η γειτονική μας χώρα και κατέθεσαν πρόταση επίλυσης των διαφορών, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Πεντάγωνο. Έτσι το αδιέξοδο παραμένει ως η πλέον ισχυρή πιθανότητα, εκτός αν μία εκ των δύο πλευρών υποχωρήσει μέχρι σήμερα Δευτέρα.

Οι δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν, την Παρασκευή, δείχνουν ότι δεν είναι αυτός που θα υποχωρήσει, αλλά επειδή παραμένει απρόβλεπτος και προβληματικός, πρέπει κανείς «να κρατά μικρό καλάθι». Διπλωματική πηγή μας έλεγε ότι οι δύο χώρες παραμένουν ερμητικά στις θέσεις τους και εάν δεν λυγίσει η Τουρκία, θα εισέλθουν στην περίοδο πριν από την οριστική ρήξη, η οποία θα χαρακτηριστεί από απειλές και εκβιασμούς.

Οι δηλώσεις του αντιπροέδρου Μάικ Πένς πρέπει να μελετηθούν από τους Τούρκους, διότι μέσα από αυτές εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει η Αμερική, στην περίπτωση που δεν ακυρωθεί η αγορά των ρωσικών συστημάτων S-400.

Η Ουάσιγκτον, κυβέρνηση και Κογκρέσο, έχουν εξηγήσει δημόσια ότι οι κυρώσεις «είναι στη γωνία του δρόμου». Ο στόχος των Αμερικανών είναι να λυγίσει ο Ταγίπ Ερντογάν, διότι θεωρούν ότι στη συνέχεια λόγω της ταπεινωτικής υποχώρησής του, θα ακολουθήσει η πλήρης απαξίωσή του, η οποία σε συνδυασμό με την ήττα στις τοπικές εκλογές, θα τον οδηγήσει στην πολιτική συνταξιοδότηση.

Χωρίς τον πρόεδρο της Τουρκίας στα πράγματα, οι Αμερικανοί πιστεύουν ότι θα ελέγξουν όλες τις εξελίξεις. Παράλληλα, ομολογούν ότι η κατάσταση -αυτή τη στιγμή- είναι εξαιρετικά δύσκολη, διότι ο Ερντογάν έχει την στήριξη του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τις πρώτες δυσκολίες. Εικάζουν ότι ο λόγος για τον οποίο ο πρόεδρος της Τουρκίας παρουσιάζεται «ήρεμος» και «ψύχραιμος» είναι η συναλλαγή του με τη Ρωσία, η οποία τουλάχιστον, αυτές τις μέρες, του προσφέρει απεριόριστη στήριξη.

Εάν σήμερα στη Μόσχα, ο κ. Ερντογάν εξασφαλίσει την προστασία της εύθραυστης οικονομίας του, θα προχωρήσει σε ρήξη με την Αμερική και πιθανότατα θα αποχωρήσει και από το ΝΑΤΟ, διότι να τον διώξουν είναι εξαιρετικά δύσκολο σύμφωνα με τους κανόνες, τους οποίους βεβαίως παραβιάζει. Άλλωστε είναι γνωστός για τις ακραίες αποφάσεις του. Εάν, όμως, δεν τον ικανοποιήσει ο ισχυρός άνδρας της Ρωσίας, τότε θα αναζητήσει μία «διευθέτηση» με την Ουάσιγκτον, με τρόπο που δεν θα ταπεινωθεί, αν και οι Αμερικανοί έχουν κάνει ήδη τα κουμάντα τους και θα ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι, εάν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο -χωρίς να καταφύγουν σε παράνομες ενέργειες- εξαφανιζόταν από την τουρκική πολιτική σκηνή.

Στην Ουάσιγκτον έχουν δίκιο να πιστεύουν ότι όλα συμβαίνουν στο πλαίσιο της απέχθειας του Ερντογάν προς τη Δύση -και ειδικά την Αμερική- καθώς είναι πεπεισμένος ότι η Ουάσιγκτον συνωμότησε με το Ισραήλ για να τον ανατρέψουν. Ο κ. Ερντογάν υποστηρίζει ακόμα και σήμερα ότι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016, ήταν μία συνωμοσία που σχεδίασαν οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί. Ο λόγος για τον οποίο δεν γίνεται πιστευτή η καταγγελία του είναι ότι ουδείς δέχεται ότι ο τότε πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα θα έδινε την άδεια για την ανατροπή ενός ηγέτη εκλεγμένου από το λαό, ακόμα και εάν επρόκειτο για τον Ερντογάν, ο οποίος καταπάτησε τα δικαιώματα των Τούρκων πολιτών και είναι εχθρός της Δύσης.

Εάν ο ηγέτης της Τουρκίας λυγίσει και συνθηκολογήσει με τους Αμερικανούς, θα ανταμειφθεί, αν και θα απαιτηθεί χρόνος για να κερδηθεί ξανά η αλληλοεμπιστοσύνη. Στο πλαίσιο αυτό θα πάρει και το σύστημα των Πάτριοτ, και τα μαχητικά F-35, ενώ θα αλλάξει στάση όλο το σύστημα που έχει ταχθεί ομαδικά εναντίον της Τουρκίας.

Εάν συμβούν τα παραπάνω, τότε θα επηρεαστούν η Ελλάδα και η Κύπρος. Το Ισραήλ θα έχει και αυτό κάποιες επιπτώσεις, αλλά είναι μεγάλη περιφερειακή δύναμη, και θα συνεχίσει τον πετροπόλεμο με τον Ερντογάν.

Εάν ο κ. Ερντογάν δεν υποκύψει, και αντίθετα ενισχύσει τη στρατιωτική συνεργασία του με τους Ρώσους, τότε θα ζήσει την προσωπική του κόλαση. Όταν εκδικούνται οι Αμερικανοί συμβαίνει αυτό που συνηθίσαμε να λέμε το απόλυτο χάος. Οι κυρώσεις στο πλαίσιο του νόμου CAATSA είναι τόσο ισχυρές που η Τουρκία θα θυμίζει την προσφιλή χώρα του εκλεκτού του κ. Ερντογάν, του Μαδούρο της Βενεζουέλας.

Μερικές φορές οι Αμερικανοί δίνουν την εντύπωση ότι η Τουρκία είναι το παν για τη Δύση -αυτή η θεωρία δεν επιβεβαιώνεται με επίσημα στοιχεία-, και άλλες φορές ομιλούν για την κατοχική δύναμη ως να είναι χειρότερη και από τη Βόρεια Κορέα. Σε αυτή τη φάση οι Αμερικανοί δείχνουν μία αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, καθώς επικρατεί η λογική του κ. Πενς ότι όσοι δεν είναι υπέρ της Ουάσιγκτον είναι εναντίον της. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος επιβλήθηκε όλων των παραγόντων και έτσι επικράτησε η θέση του ότι πρέπει να εφαρμοστεί ξανά το «πείραμα Μπράνσον», όταν η Αμερική κέρδισε την απελευθέρωση του Αμερικανού Πάστορα κτυπώντας αλύπητα την τουρκική οικονομία. Εάν, λοιπόν, η απάντηση του κ. Ερντογάν από τη Μόσχα είναι αρνητική και η Τουρκία προχωρήσει στην αγορά των S-400, η τουρκική οικονομία θα βαδίσει το δρόμο προς τη «κόλαση»…

Πηγή: Οι σχέσεις των ΗΠΑ και της Τουρκίας τελειώνουν σήμερα στη Μόσχα; Ο δρόμος προς την “κόλαση”! https://hellasjournal.com/2019/04/oi-scheseis-ton-ipa-kai-tis-toyrkias-teleionoyn-simera-sti-moscha-o-dromos-pros-tin-quot-kolasi-quot/

Ιστορικός εθνικός κίνδυνος η πρόσβαση του Ιράν στη Μεσόγειο: «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται»

2

Του Δρ. ΣΩΤΗΡΗ Ν. ΚΑΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ* Hellas Journal

Iranian President Hassan Rouhani (2-L) with Iraqi Prime Minister Abed Abdul Mahdi (C) during a welcome ceremony in Tehran, Iran, 06 April 2019. EPA, IRANIAN PRESIDENTIAL OFFICE   APRIL 8, 2019 7

Στα μαθηματικά, υπάρχουν τα αποκαλούμενα «μοντέλα πρόβλεψης» τα οποία χρησιμοποιούν χρονοσειρές με τη βοήθεια των οποίων μετατρέπονται πληροφορίες από κανονικά χρονικά διαστήµατα σε στατιστικά µέτρα. Με τον τρόπο αυτό πχ. γίνεται η πρόβλεψη για τις μελλοντικές πωλήσεις προϊόντων στη βάση πιθανοτήτων κλπ. Στην ουσία, γίνεται χρήση ιστορικών δεδομένων των πωλήσεων ώστε να προβλεφθούν οι μελλοντικές πωλήσεις.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση της γεωπολιτικής με τη βοήθεια της Ιστορίας. Για όσους λοιπόν έχουν απορία τί εννοεί η φράση «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται» ή η φράση «Αυτοί που δεν ξέρουν Ιστορία είναι καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουν τα λάθη του παρελθόντος» ας γνωρίζουν ότι όλα, στο τέλος, είναι μαθηματικά. Στα οποία οι Πέρσες ήταν άριστοι.

Σύμφωνα λοιπόν με πρόσφατες αναφορές, [1], το Ιράν φέρεται ότι θα αποκτήσει πρόσβαση στο λιμάνι της Λαττάκειας της Συρίας. Εάν συμβεί αυτό, τότε θα πρόκειται για ιστορικό γεγονός με απίστευτες γεωπολιτικές επιπτώσεις.

Αυτή είναι η πρώτη φορά στη νεώτερη Ιστορία κατά την οποία το Ιράν θα αποκτά πρόσβαση στη Μεσόγειο. Πότε ήταν η τελευταία φορά κατά την οποία το Ιράν είχε πρόσβαση στη Μεσόγειο; Πριν 2500 χρόνια: την εποχή των Περσικών πολέμων. Στα Μηδικά.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2014 είχα αναφερθεί στην πιθανότητα να ζήσουμε τα Σύγχρονα Μηδικά, [2]. Πιο συγκεκριμένα είχα αναφέρει: “….Όσο αφορά το Ισλαμικό Κράτος: αναρωτιέστε ποιά ήταν η τελευταία παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης; Ήταν οι Περσικοί πόλεμοι πριν από 2500 χρόνια.Τα Μηδικά. Ήταν μία παγκόσμια σύγκρουση Πολιτισμών…Σε εκείνη την παγκόσμια σύγκρουση επικράτησε ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός. Ο οποίος με τη σειρά του οδήγησε στη δημιουργία του Δυτικού πολιτισμού, του Διαφωτισμού, της Αναγέννησης…

Σε ποιές περιοχές είχαν διεξαχθεί οι Περσικοί πόλεμοι; Σε Ελλάδα, Μικρά Ασία, Αίγυπτο και Κύπρο. Οι Περσικοί πόλεμοι διήρκησαν περίπου 30 χρόνια…Προσωπικά θεωρώ ως έναρξη των «σύγχρονων Μηδικών» το έτος 2001. Και το ερώτημα είναι: πού θα διεξαχθεί η τελική φάση  των «σύγχρονων Μηδικών»;

Στις 6 Οκτωβρίου 2014, δέκα μέρες μετά από εκείνη την εκτίμηση κινδύνου, υποστήριξε το ίδιο ακριβώς ο Λίο Πανέτα, πρώην αρχηγός της CIA, [3]:

«…I think we‘re looking at kind of a 30-year war,” (…) one that will have to extend beyond Islamic State to include emerging threats in Nigeria, Somalia, Yemen, Libya and elsewhere…» .

Την ίδια ακριβώς ημέρα (6 Οκτωβρίου 2014) σε άλλο άρθρο μου είχα αναφέρει, [4]: «…Το 1832 κατά τη διάρκεια του Τουρκοαιγυπτιακού πολέμου, και όταν πλέον διαφαίνονταν πως οι Τούρκοι έχαναν ολοκληρωτικά τον πόλεμο από τους Αιγύπτιους (οι Αιγύπτιοι κόντεψαν να μπουν στην Κωνσταντινούπολη) οι Ρώσοι συμμάχησαν με τους Τούρκους στη μάχη στο Ικόνιο και ο Τσάρος Νικόλαος Ι τους έστειλε στρατιωτική βοήθεια. (Αυτό σε απάντηση σε όσους νομίζουν πως Ρωσία και Τουρκία δεν έχουν υπάρξει σύμμαχοι και πως τα συμφέροντα της Ρωσίας είναι παράλληλα με αυτά της Ελλάδας…)».

Σήμερα, μετά από 187 χρόνια, διαπιστώνουμε μία ειρωνική Ιστορική ομοιότητα: η Ρωσία είναι έτοιμη να στείλει τους S-400 στην Τουρκία ενώ η Τουρκία και η Αίγυπτος βρίσκονται σε έντονη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Στη Μεσόγειο συμβαίνουν κοσμογονικές αλλαγές με βασικό διακύβευμα τα ενεργειακά θέματα και τους ορυκτούς πόρους γενικότερα.

Η πιθανή πρόσβαση του δικτατορικού-θεοκρατικού-αιμοσταγούς καθεστώτος του Ιράν στα παράλια της Μεσογείου, σε συνδυασμό με το τρίγωνο της ανελευθερίας που έχει αρχίσει να σχηματίζεται (Τουρκία, Ιράν, Ρωσία) θα αποτελέσει σοβαρή απειλή για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων της Μεσογείου. Αυτή η απειλή δεν θα αφορά μόνο τις πλωτές εξέδρες εξόρυξης υδρογονανθράκων: θα αφορά την ίδια την υπόσταση και την ασφάλεια των Μεσογειακών κρατών. Τη φιλελεύθερη Αστική Δημοκρατία στη Μεσόγειο θάλασσα. Ως εκ τούτου, θα ήταν αδιανόητο να υπάρχουν εντός Ελλάδας οι παραμικρές αμφιβολίες σχετικές με το τεράστιο μέγεθος αυτού του εθνικού κινδύνου. Αυτό αφορά τόσο το κυβερνών κόμμα, αλλά, κυρίως την Αξιωματική Αντιπολίτευση…

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ [1] https://www.asiatimes.com/2019/04/article/syria-leases-mediterranean-port-to-iran-raising-alarms/ [2] https://energypress.gr/news/syghrona-midika [3] http://www.usatoday.com/story/news/politics/2014/10/06/leon-panetta-memoir-worthy-fights/16737615/ [4] https://energypress.gr/news/Synergasia-Elladas-Israhl

Πηγή: Ιστορικός εθνικός κίνδυνος η πρόσβαση του Ιράν στη Μεσόγειο: «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται» https://hellasjournal.com/2019/04/istorikos-ethnikos-kindynos-i-prosvasi-toy-iran-sti-mesogeio-i-istoria-epanalamvanetai/

SOS για την κατάσταση των Ενόπλων Δυνάμεων από δέκα ανώνατους εν αποστρατεία αξιωματικούς και των τριών Οπλων

3
Εθνική άμυνα και ασφάλεια: επένδυση ευθύνης
 

«Ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις κάνουν τη χώρα ευυπόληπτη στους φίλους και σεβαστή στους αντιπάλους» γράφουν δέκα απόστρατοι ανώτατοι αξιωματικοί κρούοντας κώδωνα κινδύνου.

Γράφουν οι:

Επίτιμοι Αρχηγοί ΓΕΣ:

Κωνσταντίνος Ζιαζιάς Στρατηγός (ε.α., Α/ΓΕΣ 2011-2012)
Κωνσταντίνος Γκίνης Στρατηγός (ε.α., Α/ΓΕΣ 2012-2013)
Αθανάσιος Τσέλιος Στρατηγός (ε.α., Α/ΓΕΣ 2013-2014)
Βασίλειος Τελλίδης Στρατηγός (ε.α., Α/ΓΕΣ 2015-2017)

Επίτιµοι Αρχηγοί ΓΕΝ:

Κοσµάς Χρηστίδης Ναύαρχος (ε.α., Π.Ν., Α/ΓΕΝ 2011-2013)
Γεώργιος Γιακουµάκης Ναύαρχος (ε.α., Π.Ν., Α/ΓΕΝ 2015-2017)

Επίτιµοι Αρχηγοί ΓΕΑ:

Βασίλειος Κλόκοζας Πτέραρχος (ε.α., Α/ΓΕΑ 2009-2011)
Αντώνιος Τσαντηράκης Πτέραρχος (ε.α., Α/ΓΕΑ 2011-2013)

Επίτιµος Αρχηγός Στόλου:

Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν Αντιναύαρχος (ε.α., Π.Ν., Α.Σ. 2011-2013)

Επίτιµος Υπαρχηγός Στόλου:

Σπυρίδων Κονιδάρης Αντιναύαρχος (ε.α., Π.Ν., Υ.Σ. 2013-2014)

Το αγαθό της εθνικής άμυνας και της ασφάλειας είναι βασική προϋπόθεση για την ευημερία της χώρας, ωστόσο σπανίως μας απασχολεί ως κοινωνία. Θεωρείται βασικό κεκτημένο, χωρίς να αξιολογείται η ποιότητα αλλά και η επάρκειά του. Πάντοτε απασχολεί τις κοινωνίες αν οι επενδύσεις στον παράγοντα εθνική άμυνα και ασφάλεια και ειδικότερα η σχέση κόστους – οφέλους, είναι παραγωγικές και προσφέρουν το ανάλογο ανταποδοτικό όφελος. Λογικό και επιβεβλημένο είναι να απασχολεί και την ελληνική κοινωνία και ειδικά τη δεκαετή αυτή περίοδο της οικονομικής κρίσεως.

Αν για άλλες κοινωνίες αυτό αποτελεί θέμα προβληματισμού, για την ελληνική συνιστά υπαρξιακό ζήτημα και αυτό γιατί έχει να αντιμετωπίσει την  αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας. Η τουρκική επεκτατικότητα δεν είναι ένα θεωρητικό ή ιδεολογικό κατασκεύασμα, αλλά εδράζεται στην  πρακτική της γείτονος και σε απτά γεγονότα.

Δεν επέτρεψε στην Κύπρο να προσδιορίσει μόνη της τη μετά-αποικιακή πορεία της, εκδίωξε το σύνολο των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης από τις πατρογονικές εστίες τους, κατέλαβε το 37% του κυπριακού εδάφους, άλλαξε την πληθυσμιακή σύνθεση της Κύπρου και αμφισβητεί το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιήσει τους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους. Παρεμποδίζει συστηματικά την Ελλάδα να ενασκήσει τα δικαιώματά της που απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο, ακόμη και με την απειλή πολέμου από τη δεκαετία του 1970 και ιδίως μετά τα Iμια αμφισβητεί κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο και έχει θέσει επί τάπητος με τον πλέον εμφατικό τρόπο, από τον ίδιο τον πρόεδρο Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα τον Δεκέμβριο 2017, την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Σε αυτή την αντιπαράθεση η επίκληση από ελληνικής πλευράς διαρκώς του διεθνούς δικαίου δεν είναι επαρκής για την αντιμετώπιση της επιθετικότητας της Τουρκίας, η οποία με τη στάση και  τη συμπεριφορά της στην ευρύτερη περιοχή δείχνει να αντιλαμβάνεται μόνο τη γλώσσα της ισχύος.

«Δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν». (Θουκυδίδης, Ε΄ 89)

Ο Θουκυδίδης, στον περίφημο διάλογο Αθηναίων – Μηλίων διατυπώνει μια μεγάλη αλήθεια: «Το επιχείρημα της δικαιοσύνης έχει αξία μόνο μεταξύ ίσων. Αλλιώς, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του».

Δυστυχώς οι δυνατότητες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων την τελευταία δεκαπενταετία βρίσκονται σε συνεχή διολίσθηση, η οποία διαρκώς επιταχύνεται κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσεως. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας να μεταβάλλεται σταθερά υπέρ της δεύτερης. Η υποχώρηση της σχετικής μαχητικής ικανότητας των Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί να οδηγήσει σε εθνικές απώλειες που μπορεί να φθάσουν μέχρι και το επίπεδο της εθνικής καταστροφής με τον πιο άμεσο και απόλυτο τρόπο, όπως έγινε το 1897.

Αποτελεί ευτύχημα ότι αντίθετα από το 1897, παρά τις αναλογίες σε ό,τι αφορά τη χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, οι διεθνείς συγκυρίες συνδυαζόμενες και με κατάλληλες πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, έχουν δημιουργήσει συνθήκες σύγκλισης των εθνικών συμφερόντων με εκείνα αρκετών χωρών της ευρύτερης περιοχής, καθώς και με ζωτικά συμφέροντα ισχυρών διεθνών παραγόντων. Αυτό όμως δυστυχώς από μόνο του δεν αρκεί, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη αμυντικές συμμαχίες με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και αμοιβαίες υποχρεώσεις. Κανείς δεν εξασφαλίζει απόλυτα την άμυνά του μέσα από διεθνείς συμμαχίες που συνάπτονται στη βάση κυρίως ή αποκλειστικά οικονομικών συμφερόντων. Επίσης, οι εταίροι μας είναι αμφίβολο κατά πόσον μπορούν να συμπήξουν σταθερή και μακροχρόνια εταιρική και κυρίως αμυντική σχέση με μια χώρα που δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να συνεισφέρει θετικά στην κοινή υπόθεση. Πρέπει να είμαστε στρατιωτικά ισχυροί.

Απαιτείται ιδιαίτερα υψηλή ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς η πρωτοβουλία της πρώτης ενέργειας αφήνεται στον αντίπαλο. Για την επιτυχία της αποτροπής, πρέπει εκείνος να έχει πεισθεί είτε ότι η όποια επιθετική του ενέργεια δεν έχει τύχη ή ότι ακόμη και σε περίπτωση που την αποτολμήσει, θα πληρώσει βαρύ τίμημα και θα τον οδηγήσει στην αποτυχία του τελικού του στόχου.

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση, το δημογραφικό πρόβλημα, μα πάνω από όλα οι πολιτικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί από διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν οδηγήσει τις Ενοπλες Δυνάμεις σε υποστελέχωση, γήρανση του προσωπικού, υποχρηματοδότηση και μείωση του επιπέδου κρίσιμων εφοδίων και υλικών. Αποτέλεσμα αυτών είναι ο περιορισμός της λειτουργικότητας των μονάδων, της διαθεσιμότητας των μέσων, της επιχειρησιακής εκπαιδεύσεως, της προωθημένης εθνικής παρουσίας και της υποστηρίξεως των δυνάμεων και δραστηριοτήτων.

Η άμυνα χρηματοδοτείται για το 2019 μόλις με το 1,7% του ΑΕΠ έναντι του προβλεπομένου 2%. Τα αναφερόμενα για 2% του ΑΕΠ και πλέον, προβαλλόμενα ενίοτε με στόμφο και με υπερηφάνεια, είναι πλασματικά και γίνονται για να καλυφθεί η υποχρέωση προς το ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβάνοντας τις συντάξεις των αποστράτων στελεχών και συνταξιούχων πολιτικών υπαλλήλων των Ενόπλων Δυνάμεων. Το δραματικότερο όμως είναι ότι και αυτό το ποσοστό είναι κατανεμημένο λόγω της οικονομικής κρίσεως με τρόπο ανορθολογικό. Το 70% περίπου καλύπτει αποδοχές του προσωπικού και μόλις από 15% καλύπτουν λειτουργικές και αναπτυξιακές ανάγκες. Η συνέχιση αυτού του μοντέλου χρηματοδότησης οδηγεί τις Ενοπλες Δυνάμεις επιταχυνόμενα στο χείλος του γκρεμού και στην ελεύθερη πτώση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την άμυνα της χώρας.

Πρέπει κατ’ ελάχιστο το επόμενο οικονομικό έτος η χρηματοδότηση να ανέλθει στο 2% του ΑΕΠ σε πραγματικούς αριθμούς και να εκπονηθεί ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα που θα οδηγήσει τη χρηματοδότηση σε 50% αποδοχές και από 25% σε λειτουργικό και αναπτυξιακό προϋπολογισμό. Επειδή οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια στην άμυνα είναι μεγάλες, καλό θα ήταν την προσεχή τετραετία να διατεθεί εκτός του προϋπολογισμού των Ε.Δ. ένα σημαντικό ποσό ετησίως από τα πρωτογενή πλεονάσματα, αποκλειστικά για τη συντήρηση των οπλικών συστημάτων και τη συμπλήρωση εφοδίων και υλικών υπό αυστηρό διακομματικό έλεγχο και προτεραιότητα και με ταχείες διαδικασίες προμηθειών. Εκείνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω περικοπής των αποδοχών του προσωπικού, το οποίο έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα, και έχει οδηγήσει σημαντικό μέρος αυτού στα όρια της επιβίωσης με τις όποιες συνέπειες στην προσήλωση στο επιχειρησιακό του έργο.

Σε ό,τι αφορά τη στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεων και τα θέματα που σχετίζονται με αυτήν, αποτελεί ευθύνη των κυβερνήσεων όπως και η άμυνα συνολικά, οι οποίες έχουν αναλάβει την υποχρέωση να διαθέσουν στις Ενοπλες Δυνάμεις συγκεκριμένο αριθμό προσωπικού, με την έγκριση από το ΚΥΣΕΑ της δομής δυνάμεων σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Δυστυχώς στο πλέγμα των πελατειακών σχέσεων λαμβάνονται από τις κυβερνήσεις αποφάσεις μειώσεως του προσωπικού, χωρίς αυτές να αντισταθμίζονται ή να αναπροσαρμόζονται τα έργα, οι αποστολές και η δομή των Ενόπλων Δυνάμεων. Βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια των Ε.Δ. αποτελούν σειρά διοικητικών αποφάσεων που ελήφθησαν ειδικά στην περίοδο της οικονομικής κρίσεως, οι οποίες αποδυναμώνουν τη λειτουργικότητα και δημιουργούν κλίμα και αίσθημα αδικίας, ανισότητας αλλά και αντίληψης στελεχών πολλαπλών ταχυτήτων.

Πέραν αυτών πρέπει να τεθούν επί τάπητος θέματα εθνικής στρατηγικής, οργάνων (Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας) και διαδικασιών διαχειρίσεως αυτής, δόγματος, δομής και καταλληλότητας των δυνάμεων, διαδικασιών προμηθειών, διαχειρίσεως του δημοσίου χρήματος, διαφάνειας και λογοδοσίας και να γίνουν ευρείες μεταρρυθμίσεις.

Θεμελιώδης παράγοντας για την άμυνα είναι η λειτουργία της αμυντικής βιομηχανικής και ερευνητικής βάσεως της χώρας. Χρειάζεται χάραξη στρατηγικής με όραμα για την ανάπτυξη σε βάθος χρόνου τεχνογνωσίας με τη συνεπή υποστήριξη των πανεπιστημίων, της εγχώριας βιομηχανικής, ναυπηγικής και αεροναυπηγικής, ιδιωτικής και δημόσιας επιχειρηματικότητας, με όρους πραγματικής και όχι πλασματικής βιωσιμότητας, με διεθνείς συνεργασίες στη βάση διακρατικών συμφωνιών και με τη συνδρομή μη κρατικών φορέων όπως η εμπορική ναυτιλία και η βιομηχανική καινοτομία που αποτελούν αδιαμφισβήτητους πολλαπλασιαστές ισχύος. Μέχρι σήμερα, δυστυχώς, δεν έχει γίνει ποτέ τέτοια ευρεία προσπάθεια. Οι αποφάσεις σχετίζονται με όρους μυωπικής κομματικής και μικροπολιτικής σκοπιμότητας και όχι με όρους στρατηγικής ανάπτυξης, βιωσιμότητας και ανταγωνιστικού αποτελέσματος. Τα θέματα αυτά λόγω έλλειψης θάρρους ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν σε μια ενιαία στρατηγική μετεξέλιξης, με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας σε σχέση με το κόστος στην εθνική άμυνα.

Επείγουν θαρραλέες αποφάσεις. Τα θέματα εθνικής άμυνας και ασφάλειας απαιτούν ευρύτατη κοινωνική αποδοχή και συνεκτική – συλλογική προσπάθεια όλων των κρατικών φορέων και κοινωνικών δυνάμεων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι κυβερνήσεις χωρίς ευρεία συναίνεση από την εκάστοτε αντιπολίτευση δεν είναι ικανές να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το ζήτημα. Κατανοούμε ότι η παρούσα χρονική συγκυρία δεν επιτρέπει συγκλίσεις και συναινέσεις για αντιμετώπιση μεγάλων θεμάτων, όμως όποια κυβέρνηση προκύψει από τις επόμενες εθνικές εκλογές απαιτείται να θέσει ως εθνικό ζήτημα άμεσης προτεραιότητας την άμυνα και την ασφάλεια της πατρίδας και να εφαρμόσει άμεσες λύσεις με εποικοδομητική συμβολή και ευθύνη από το σύνολο του πολιτικού συστήματος, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινωνίας ευρύτερα.

Η ελληνική κοινωνία και εν προκειμένω η μεταπολιτευτική, πρέπει να αποφασίσει αν θα προχωρήσει προς ένα καλύτερο μέλλον με ορμητικότητα και ζωντάνια ή θα περιέλθει στην ύφεση, τη συρρίκνωση και την παρακμή. Αν θέλουμε μια Ελλάδα η οποία να εξασφαλίζει ειρήνη και συνθήκες σταθερότητας, ασφάλειας, οικονομικής προκοπής και ευημερίας στους πολίτες της, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της άμυνας της χώρας. Ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις κάνουν τη χώρα ευυπόληπτη στους φίλους και σεβαστή στους αντιπάλους. Η συνειδητή επιμονή στην αντιμετώπιση του ζητήματος της εθνικής άμυνας και ασφάλειας με τους σημερινούς όρους, σημαίνει ένα εκ των δύο: είτε έχουμε αποφασίσει υποχώρηση σε αυτά που αποκαλούνται «ζωτικά συμφέροντα» της χώρας, ή παίζουμε με τη φωτιά, ελπίζοντας ότι όπως άλλα προβλήματα και αυτό θα «σκάσει» στα χέρια των επομένων.

«Αἴσχιον δὲ ἔχοντας ἀφαιρεθῆναι ἢ κτωμένους ἀτυχῆσαι» (Θουκυδίδης Β΄ 62)

«Είναι πολύ μεγαλύτερη ντροπή να χάσει κανείς κάτι που έχει στην κατοχή του παρά ν’ ατυχήσει ενώ αγωνίζεται να το κατακτήσει».

“Καθημερινή”

Ράγισε ο μύθος του αήττητου Ερντογάν

0

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 

Υστερα από 16 χρόνια στην εξουσία, ο Ταγίπ Ερντογάν υπέστη το πρώτο εκλογικό ράπισμα στις εκλογές της περασμένης Κυριακής. Το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ έχασε την Αγκυρα, την Κωνσταντινούπολη και σειρά άλλων μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αττάλεια, τα Αδανα και η Μερσίνη. Το γεγονός ότι επρόκειτο περί δημοτικών εκλογών θα μπορούσε να παρηγορήσει οποιονδήποτε άλλον ηγέτη εκτός από τον πρόεδρο της Τουρκίας. Ο ίδιος έδωσε ξεκάθαρα πολιτικό χαρακτήρα στην αναμέτρηση, αναγορεύοντάς την σε μάχη «εθνικής επιβίωσης» απέναντι σε καταχθόνιους συνωμότες. Επιπλέον, έθεσε το προσωπικό του κύρος στο τραπέζι με μια φρενήρη προεκλογική εκστρατεία σε όλη τη χώρα και κατέβασε τον πρώην πρωθυπουργό του Μπεναλί Γιλντιρίμ στην Κωνσταντινούπολη. Υπό αυτό το πρίσμα, το εκλογικό αποτέλεσμα αποτέλεσε επώδυνο πολιτικό πλήγμα για το ΑΚΡ και για τον ίδιο τον πρόεδρο.

Και μόνο η απώλεια της Κωνσταντινούπολης θα αρκούσε για να κάνει εφιαλτική τη νύχτα της περασμένης Κυριακής για τον Ερντογάν. Η γενέτειρά του, αυτή η μεγαλούπολη των 15 εκατομμυρίων, έγινε η πλατφόρμα εκτόξευσής του στο εθνικό πολιτικό στερέωμα μετά τη νίκη του στις δημοτικές εκλογές του 1994. Η παλιά πρωτεύουσα των σουλτάνων καταλαμβάνει κεντρική θέση στις νεοθωμανικές φαντασιώσεις του ισλαμοεθνικισμού. Επιπλέον, αποτελεί τον ισχυρότερο οικονομικό κινητήρα της χώρας, καθώς προσφέρει το 40% των φορολογικών εσόδων της. Η απώλειά της, σε συνδυασμό με τις ήττες του ΑΚΡ σε άλλες δυναμικές πόλεις, σημαίνει ότι το κυβερνών κόμμα θα χάσει τον έλεγχο σειράς μεγάλων έργων και των πελατειακών δικτύων που παρασιτούν πάνω τους.

Ο Εκρέμ Ιμάμογλου

Η προσωπικότητα και η προϊστορία του Εκρέμ Ιμάμογλου, υποψήφιου του Κεμαλικού Κόμματος CHP και νικητή των εκλογών στην Κωνσταντινούπολη, γεννούν δυσοίωνους συνειρμούς στο ΑΚΡ. Οπως ο Ταγίπ Ερντογάν, έτσι και ο Ιμάμογλου έχει ρίζες στον Πόντο, δηλώνει πιστός μουσουλμάνος και συμπεριφέρεται ως αιρετικό στοιχείο μέσα στην παράταξή του, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα να διεμβολίσει το αντίπαλο στρατόπεδο. Κερδίζοντας οριακά, και πάλι όπως ο Ερντογάν, τη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης, φιλοδοξεί να δώσει δυναμική νίκης σε μια μέχρι χθες αναξιόπιστη αντιπολίτευση, με γερασμένη ηγεσία. Τις αναλογίες αυτές επικαλούνται όσοι εκτιμούν ότι το 2019 θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα αντεστραμμένο 1994: την αρχή του τέλους για το καθεστώς Ερντογάν-ΑΚΡ. Πολλοί αναλυτές έγραψαν σε ανύποπτο χρόνο ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας δεν απειλούνταν παρά μόνο από δύο επίφοβους εχθρούς: μια ενδεχόμενη οικονομική κρίση και τον κακό εαυτό του. Αυτές οι εκλογές το επιβεβαίωσαν. Η κρίση ήρθε το 2018, με αποτέλεσμα η λίρα να χάσει το 30% της αξίας της, η ανεργία να ανέβει στο 13,5% και ο πληθωρισμός στο 20%, στέλνοντας πλήθη πολιτών στις ουρές των δημοτικών πάγκων για την προμήθεια φτηνών, επιδοτούμενων οπωροκηπευτικών. Ο πολιτικός βολονταρισμός του Ερντογάν έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα καθώς, αντί για ορθολογικά μέτρα σταθεροποίησης και ανάταξης της οικονομίας, κατέφυγε σε εθνικιστικό παραλήρημα: η Τουρκία απειλείται από τους «τρομοκράτες» του Γκιουλέν και του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, οι κεμαλικοί είναι συνοδοιπόροι των τρομοκρατών και των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης που θέλουν να μας συρρικνώσουν, και πάει λέγοντας.

Αυτή η ακραία διχαστική στρατηγική έχει αρχίσει να κουράζει μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, όπως έδειξε το εκλογικό αποτέλεσμα. Καταλυτικό ρόλο στην έκβαση της αναμέτρησης έπαιξε το κουρδικό στοιχείο. Παρά τον απηνή διωγμό που δέχεται, το HDP κυριάρχησε και πάλι στις περισσότερες πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας, με μόνη σημαντική εξαίρεση το Σιρνάκ, που ισοπεδώθηκε από τον τουρκικό στρατό το 2015-16 και στο οποίο ψήφισαν 16.000 Τούρκοι στρατιωτικοί και αστυνομικοί. Στις άλλες πόλεις, της δυτικής και νότιας Τουρκίας, με μεγάλους κουρδικούς πληθυσμούς (Κωνσταντινούπολη, Αττάλεια, Αδανα, Μερσίνη), το HDP δεν κατέβασε υποψήφιους, αλλά έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της αντιπολίτευσης, ακολουθώντας την προτροπή του φυλακισμένου ηγέτη του, Σελαχατίν Ντεμιρτάς.

Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν πρόωρο να μιλήσει κανείς για τέλος εποχής. Το γεγονός ότι το ΑΚΡ κέρδισε, σε περίοδο οικονομικής δυσπραγίας, το 44% των ψήφων σε πανεθνική κλίμακα έναντι 30% του CHP μαρτυρά ότι διατηρεί, για την ώρα, ισχυρή κοινωνική βάση. Αλλωστε, οι αντίπαλοι του Ερντογάν είχαν βιαστεί να μιλήσουν για «αρχή του τέλους» πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν: με την εξέγερση της πλατείας Ταξίμ, τον Ιούνιο του 2013, με την υπόθεση των μεγάλων σκανδάλων και τη ρήξη με τον Γκιουλέν, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, με την απώλεια αυτοδυναμίας από το ΑΚΡ τον Ιούνιο του 2015 και με το πραξικόπημα του επόμενου χρόνου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο Ερντογάν κατάφερε να αντέξει στη θύελλα και να βγει στην αντεπίθεση.

Ανοιχτά όλα τα σενάρια

Το βέβαιο είναι ότι μετά την περασμένη Κυριακή, ο μύθος του αήττητου Ερντογάν αποτελεί παρελθόν και ο Τούρκος πρόεδρος βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων. Η σταθεροποίηση της οικονομίας ενδέχεται να τον οδηγήσει σε επώδυνα μέτρα λιτότητας, ίσως ακόμη και σε προσφυγή στο ΔΝΤ, ενώ πιέζει για κάποιας μορφής συνδιαλλαγή με τη Δύση, ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ. Είναι έτοιμος ο Ερντογάν για μια τέτοια πραγματιστική στροφή; Στο παρελθόν έχει δώσει δείγματα πραγματισμού, αλλά τίποτα δεν αποκλείει μια φυγή προς τα εμπρός, με κυνήγι μαγισσών εναντίον της αντιπολίτευσης και εξωτερικούς τυχοδιωκτισμούς. Η αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος σε Κωνσταντινούπολη και Αγκυρα από το ΑΚΡ, που ελπίζει να κερδίζει στα δικαστήρια ό,τι δεν κέρδισε στις κάλπες συνιστά έναν πρώτο, άσχημο οιωνό και εγγράφει στην ημερήσια διάταξη τον κίνδυνο εκρηκτικής πυράκτωσης της πολιτικής ατμόσφαιρας.

Το θετικό για τον Ερντογάν είναι ότι δεν έχει μπροστά του καμία εκλογική αναμέτρηση έως το 2023. Μέχρι τότε, όμως, είναι πιθανό να αντιμετωπίσει ισχυρή αμφισβήτηση μέσα από το ίδιο το ισλαμικό στρατόπεδο, αν επιβεβαιωθούν οι φήμες που θέλουν τους παροπλισμένους βαρώνους του χώρου, όπως ο Αμπντουλάχ Γκιουλ και ο Αχμέτ Νταβούτογλου, να δημιουργούν καινούργιο κόμμα.

Οι S-400 και η βόμβα Πενς

Βρίσκοντας τον Ερντογάν τραυματισμένο από το εκλογικό αποτέλεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βάλθηκαν σε χρόνο μηδέν να στείλουν προειδοποιητικά μηνύματα, ελέγχοντας τα αντανακλαστικά του. Tη Δευτέρα, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι αναστέλλει την αποστολή στην Τουρκία εκπαιδευτικού υλικού που συνδέεται με τα F-35, απειλώντας ότι το επόμενο βήμα θα είναι να ματαιώσει την πώληση των αεροσκαφών, αν δεν ακυρωθεί η αγορά ρωσικών πυραύλων S-400. Παρότι ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Μάικ Πενς επανήλθε, την Τετάρτη, με μια δήλωση-βόμβα. «Η Τουρκία οφείλει να διαλέξει. Θέλει να παραμείνει σημαντικός εταίρος στην πιο πετυχημένη στρατιωτική συμμαχία της Ιστορίας ή είναι διατεθειμένη να ρισκάρει τα οφέλη αυτής της εταιρικής σχέσης με τέτοιες, ανεύθυνες αποφάσεις, που υπονομεύουν τη συμμαχία μας;», δήλωσε ο Πενς στη διάρκεια υπουργικής συνόδου που συνέπεσε με τα 70 χρόνια του ΝΑΤΟ, στην Ουάσιγκτον. Με άλλα λόγια, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος απείλησε την Τουρκία όχι απλώς με τη ματαίωση της πώλησης F-35, αλλά ακόμη και με τον εξοστρακισμό από το ΝΑΤΟ. Αν συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο, θα προκαλούσε ατμόσφαιρα εθνικής κρίσης στην Τουρκία και ιδιαίτερα στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Ας προσθέσουμε τις προειδοποιήσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις επιπτώσεις που θα έχουν τυχόν ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος στην Κωνσταντινούπολη και μια μονομερής ενέργεια εναντίον των Κούρδων στη Συρία. Ωστόσο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε την Παρασκευή ότι δεν υπάρχει περίπτωση ακύρωσης της αγοράς των S-400 και ετοιμάζεται να συναντήσει αύριο τον Βλαντιμίρ Πούτιν στη Μόσχα, διακινδυνεύοντας μια μετωπική ρήξη με την Ουάσιγκτον.

“Καθημερινή”

Μετά τις εκλογές, που οδηγείται η Τουρκία;

1

Του Γιώργου Μουρουζίδη, Ταξιάρχου ε.α.

Το εκκρεμές του Ανατολικού ζητήματος – δηλαδή το τουρκικό πρόβλημα -επανήλθε στο διεθνές προσκήνιο, ιδιαίτερα μετά την διαφοροποίηση της Τουρκίας, από την πολιτική της δύσης, στην προσπάθεια εκμετάλλευσης της ρευστότητας στη Συρία και το Ιράκ. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος, που τόσο οι ΗΠΑ, όσο και το Ισραήλ, από τα μέσα του 2015 διεύρυναν τις σχέσεις με τους Κούρδους.

Για τις ΗΠΑ, η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί έναν ευρύ και  πολύτιμο γεωπολιτικό χώρο, τον οποίο επιθυμούν να διατηρήσουν προσδεδεμένo στα συμφέροντα του δυτικού κόσμου. Στην Ελλάδα ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός  της Τουρκίας, καλλιέργησε ψεύτικες ελπίδες ότι μια δυτικότροπη Τουρκία, θα απαλλαχθεί από τα σύνδρομα του παρελθόντος, θα σεβαστεί το διεθνές δίκαιο και θα πάψει να διεκδικεί κραδαίνοντας την απειλή του πολέμου. Η άποψη αυτή, την οποία υποστηρίζει ακόμα μερίδα του πολιτικού μας συστήματος, αποδείχθηκε από τα πράγματα αβάσιμη, δεδομένου ότι τα τελευταία εκατό χρόνια η Ελλάδα υφίσταται συνεχή πίεση από τα Ανατολικά της σύνορα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι, παρά την σχεδόν ταυτόχρονη ένταξη των δύο χωρών στη συμμαχία του ΝΑΤΟ το 1952, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών δεν βελτιώθηκαν,  όπως έδειξε το ανθελληνικό πογκρόμ του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, οι απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων του 1964-65, και η παράνομη στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο το 1974 που αποτέλεσε την αφετηρία και την επίδειξη αποφασιστικότητας των Τούρκων να διεκδικήσουν μερίδιο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.  Ακόμα επισημαίνεται η ερευνητική δραστηριότητα των Τούρκων στο Αιγαίο το 1976-77 και 1988, λόγω της οποίας η Ελλάδα προσέφυγε στο διπλωματικό τραπέζι όπου ατυχώς δεσμεύτηκε ότι θα απέχει από οποιαδήποτε έρευνα στα διεθνή ύδατα του Αιγαίο, μέχρις ότου λυθεί το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Τέλος μετά την κρίση των Ιμίων του 1996 και την κατάληψη εθνικού εδάφους, αναγνωρίζονται για πρώτη φορά «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο. Η προσπάθεια κατευνασμού από τις ελληνικές κυβερνήσεις ενίσχυαν τις συνεχείς διεκδικήσεις της Τουρκίας.

Η Τουρκία ασφυκτιά, διότι παρά την έκταση των ακτών της δεν έχει ΄΄θάλασσα΄΄ και κατά συνέπεια δεν έχει ΑΟΖ (λόγω Καστελορίζου), άρα δεν έχει δικαιώματα στον διαμορφούμενο ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Η οικονομία της καταρρέει, το ΑΕΠ της το 2018 συρρικνώθηκε κατά 3,5 % σε σχέση με το 2017, η ανεργία αγγίζει το 15 % και η λίρα διολίσθησε κατά 30 % σε σχέση με το δολάριο κατά την διάρκεια του περασμένου έτους.  Το κάδρο του Ερτογάν ραγίζει και κινδυνεύει να κομματιαστεί μετά και την ήττα του στις δημοτικές εκλογές- τι πρώτες εκλογές που χάνει από το 2002. Εάν η Τουρκική οικονομία συνεχίσει να συρρικνώνεται, η προσφυγή της στο ΔΝΤ θα είναι αναπόφευκτη, η εξέλιξη της πλήρως εξαρτώμενη, και η πολιτική της χώρας θα καταστεί πλήρως χειραγωγούμενη.          Οι περιορισμοί  που επιβλήθηκαν  στην Τουρκία από την Δύση, σε ό,τι αφορά την  επεκτατική της πολιτική στην Συρία, το Ιράκ, τη Μεσόγειο και το Αιγαίο, ήταν ορισμένοι από τους λόγους που την έστρεψαν στην Ρωσία, προκειμένου και τα συμφέροντα της να ικανοποιήσει, αλλά και την Δύση να εκβιάσει.

Η ραγδαία άνοδος της Κίνας, επιβάλει τον τελευταίο καιρό την αναθεώρηση της Ευρασιατικής πολιτικής της δύσης. Το οικονομικό θαύμα το οποίο συντελείται στην Κίνα από το 1978 – όταν η χώρα πέρασε από την κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία στην οικονομία της αγοράς, της επιτρέπει να διεκδικεί τα σκήπτρα της παγκόσμιας οικονομίας.  Εκτιμήσεις πολλών αξιόπιστων δεξαμενών σκέψης συμφωνούν πως σε λιγότερο από μια 15ετία η Κίνα θα είναι η πρώτη οικονομία στον κόσμο.

Η προσπάθεια την οποία κατέβαλε το ΝΑΤΟ, ασκώντας ασφυκτική πίεση στις συνορεύουσες με την Ρωσία χώρες, φαίνεται ότι αδυνατεί να αποδώσει τον στόχο του εξαναγκασμού της Ρωσίας, να υποκύψει στη Δύση, χωρίς μάλιστα ανταλλάγματα. Η πολιτική διαχωρισμού του ψυχρού πολέμου, του ενιαίου ιστορικού χώρου της Ευρασίας, σε Ευρώπη και Ασία, υποκρύπτει πλέον τον κίνδυνο του εναγκαλισμού της Ρωσίας από την Κίνα. Εν κατακλείδι, λοιπόν, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη είναι αντιμέτωπες με δύο επιλογές : ή θα αναγκάσουν την Ρωσία να ταχθεί στο πλευρό της Κίνας, με αποτέλεσμα η Ευρώπη να απολέσει έναν γεωγραφικό της εταίρο με τον οποίο συμμάχησε πολλές φορές κατά το παρελθόν, ή θα επιδιώξουν την προσέγγιση της Μόσχας, προκειμένου να διατηρήσουν ζωντανή τη δυναμική και την ιστορική συνέχεια της δύσης, εμποδίζοντας παράλληλα την εξάπλωση της κινεζικής παγκοσμιοποίησης. Η κρυφή διπλωματία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας στο Συριακό ζήτημα ενισχύει την προοπτική αυτή και αμβλύνει τον φαύλο κύκλο της αμοιβαίας μεταξύ τους δυσπιστίας.

Στη Δύση ακούγονται πλέον απόψεις που υποστηρίζουν πώς η Ευρώπη θα εξελιχθεί σε μια γεωγραφική απόληξη της Ασίας, εάν η Ρωσία δεν συνεργαστεί μαζί της. Αντίθετα στη Ρωσία πιστεύεται ότι το μόνο καθήκον του σημερινού ΝΑΤΟ είναι η διατήρηση της  αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, προσυπογράφοντας την ιδέα ότι «χωρίς τη Ρωσία, δεν θα υπάρχει ΝΑΤΟ».

Η αλληλεπίδραση των αγορών και των εθνοτήτων, από την Ευρώπη και την Ασία που χωρίστηκαν κάποτε, δημιουργεί μια νέα υπερ-ηπειρωτική κλίμακα αλληλεξάρτησης.
Εν τω μεταξύ, η Μόσχα εκδηλώνει έναν νέο ζήλο για την ανάκτηση της θέσης της ως αρχέτυπου Ευρασιατικού παίκτη. Καθώς αυτές οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες συγκρούονται και συγχωνεύονται, είναι σαφές ότι η Ανατολή και η Δύση θα θέσουν νέους όρους εμπλοκής, όπου η συνεργασία θα βελτιώνεται.

Μετά την ήττα του Ερτογάν στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, φαινομενικά δημιουργείται η ανάγκη επιστροφής της Τουρκίας στη Δύση. Η προοπτική αυτή όμως προσκρούει σε ορισμένα εμπόδια, όπως :

α. Στους ισχυρούς  δεσμούς  που καλλιεργηθήκαν με την Ρωσία, τα χρόνια που ακολούθησαν την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016.

β. Τον ασιατικό ιδεολογικό προσανατολισμό θυλάκων, στις Ένοπλες Δυνάμεις και την διπλωματία της Τουρκίας.

γ.  Στα ανταλλάγματα που θα ζητήσει η Τουρκία από την Δύση, τα οποία εξόφθαλμα αφορούν τις διεκδικήσεις της στα ενεργειακά αποθέματα του ελληνισμού.

δ.  Στην προοπτική της δημιουργίας Κουρδικού κράτους που θα ακρωτηριάσει την Τουρκία.

ε.  Στο κλίμα αμοιβαίας δυσπιστίας που καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια.

στ. Στις αντιδράσεις των σουνιτών που χειραφετήθηκαν από τις κυβερνήσεις του Ερτογάν.

ζ.  Στην υψηλή πολιτική μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας που δεν θα ανεχθεί τον εκβιασμό από μια φιλόδοξη ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη.

Σε τακτικό επίπεδο, η οικονομική κρίση της Τουρκίας ξεχωρίζει ως η κύρια πρόκληση για την κυβέρνηση.  Χωρίς την εκλογική πίεση, η Άγκυρα αναμένεται να υιοθετήσει μέτρα λιτότητας και πιθανόν να επιδιώξει τη μείωση των εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες Δυτικές δυνάμεις, για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η άτακτη υποχώρηση του Ερτογάν στα κελεύσματα της Δύσης, θα προκαλούσε πανωλεθρία στον ίδιο και το κόμμα του, έτσι θα εστιάσει στην ανάκαμψη της οικονομίας, χωρίς να διακόψει την στενή συνεργασία με τη Ρωσία. Η παραλαβή των S-400 θα καθυστερήσει επί του παρόντος, προκειμένου ο Ερτογάν να κερδίσει πολιτικό χρόνο, τον οποίον θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει πολιτικά, κυρίως για την ανάκαμψη της οικονομίας. Η πιθανή βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ, ποτέ δεν θα αγγίξει το επίπεδο εμπιστοσύνης της προηγούμενης πρόσφατης εποχής, μετά τον Β΄ΠΠ.

Οι διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα επιταθούν, καθόσον αποτελούν μονόδρομο της υπαρξιακής υπόστασης της Τουρκίας, είτε βρίσκονται στην εξουσία οι ισλαμιστές, είτε οι κεμαλιστές.  Οι επιλογές αυτές θα είναι οι λιγότερο οδυνηρές για το πολιτικό του τέλος.

Πολλά από αυτά που θεωρούμε ως δεδομένα στις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων μπορεί να ανατραπούν απότομα τα επόμενα λίγα χρόνια, και η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε ετοιμότητα να εκμεταλλευθεί τις νέες συνθήκες για να αποτρέψει την Τουρκία (έστω και κατακερματισμένη),  η οποία θα έχει και την στήριξη του αναβαθμισμένου Ρωσικού παράγοντα να  αποκτήσει θέση στο νέο ενεργειακό πλέγμα της περιοχής, που την περίοδο αυτή εξυφαίνεται.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Who is Libyan National Army leader Khalifa Hifter?

0

By Emily Tamkinbill  April 6 The Washington Post

Forces led by Khalifa Hifter, known as the Libyan National Army, pushed west toward Tripoli on Friday, after Hifter announced his intention to seize the city. Tripoli is controlled by the Presidential Council and Government of National Accord, which is backed by the United Nations.

Militia groups that support the accord government have reportedly captured 100 of Hifter’s soldiers, but the fighting risks returning the country to the worst violence seen since the 2011 civil war.

But who is Hifter? And why has he sent troops toward Tripoli?

Hifter, 75, first became a military man in 1966 under King Idris I. Just three years later, he joined Moammar Gaddafi’s coup against the crown. Hifter spent the next two decades rising through the ranks of the Libyan military, and in the 1980s he was a commander in the country’s conflict with Chad. But Chadian forces took him captive, and in 1987 he defected, pledging his loyalty to the National Front for the Salvation of Libya, which was U.S.-backed.

East Libyan troops close on Tripoli, clashes near former airport

The National Salvation Front for Libya called for Gaddafi to be overthrown. Hifter became prominent in the Front’s military component — the Libyan National Army. President Ronald Reagan, who hoped to use Libyan dissidents to oust Gaddafi, dubbed Hifter “the mad dog of the Middle East.” He eventually settled in Langley, Va., where he maintained ties with Gaddafi foes as a U.S. citizen — but returned to Libya after the start of 2011 civil war in which Gaddafi was ousted and killed.

But Hifter failed to become the country’s new military leader and returned to Virginia.

Then, in 2014, he announced a military coup via video address, complaining that the central government had not done enough to take on increasingly powerful armed Islamist groups.

The coup failed, but Hifter wasn’t done. A few months later, Hifter launched “Operation Dignity,” which was meant to clear the country’s east of militant groups. Hifter gained support in the east, as well as from the United Arab Emirates and Egypt — but despite claiming to have liberated Benghazi, he left the city in ruins and deepened divisions in Libya.

Those divisions are arguably made worse by the fact that Hifter, flouting the requirements of a U.N. peace deal, refused to recognize the unity government in Tripoli. Hifter’s refusal to recognize that government has for years been seen as a major obstacle to Libya’s achieving stability. Hifter’s precondition is that the unity government secure the backing of lawmakers in Tobruk, a city in eastern Libya that has vied for power with Tripoli since 2014.

On Saturday, the U.N. Security Council tried once more to move Hifter. It called on Hifter’s military forces to stop their movements and for “all parties to resume dialogue and deliver on their commitments to engage constructively with the U.N. political process.”

 

It Is Time to Revise Russia–Turkey Relations for a More Stable Future

0

Timur Akhmetov

Published

With ongoing debates on Russian-made S-400 deliveries to Turkey, fate of continuing cooperation of Russia, Turkey and Iran in Syria and future of Ankara’s relations with the European Union and NATO, it is high time to make an honest review of Russian-Turkish relations, define weaknesses of bilateral cooperation and try to sketch a framework for a better future. Inspection of historical legacy and nature of current ties may be of big value for those who want to grasp contours of common future. Analysis of existing political constellations in both countries, study of actors who shape or strive to shape bilateral relations and investigation of today’s cases of regional cooperation between Turkey and Russia may further contribute to explaining trajectory of bilateral relations.

Historical background

During the first years of the Russia–Turkey relations after the collapse of the Soviet Union were defined by views of leaderships that were formed during the Cold war era. In the aftermath of the Independence War, Kemalist regime viewed its ties with the Soviet Union as a political alternative for Ankara’s relations with the European countries. The balanced approach in cooperation with the Soviets was gradually complicated by Moscow’s insistence upon Ataturk to redesign Turkey’s political regime according to the socialist principles. Left-leaning members of the Kemalist establishment came to support this idea.

Relations with Moscow were further marred after 1945 with the USSR threatening to reconsider the Straits regime and change Turkey’s eastern borders. Later, Soviet officials in later did confirm that Stalin’s insistence was a primary reason for Turkey’s decision to ally itself with Western powers. The Soviet Union interpreted Turkish participation in the Marshall plan, membership in the NATO under the Eisenhower Doctrine were as a further step to get security guarantees in face of the Soviet threats. On the other hand, it also prompted Moscow to consider Turkey’s foreign policy as being to a large extent defined by the NATO strategic plans rather than national interests.

The crisis in Turkey’s relations with its traditional allies over the Cyprus issue in 1964 and later in 1974 showed the Soviets that Turkey was increasingly diverging from the western line. The Soviets saw this situation as an opportunity to relaunch contacts with Ankara. From the mid 1970-s, the relations between the USSR and Turkey started gaining their own logic and that was largely expressed in trade, gas, and technology exchange cooperation. Soviet invasion of Afghanistan and Moscow’s support for the Workers’ Party of Kurdistan, on the other hand, didn’t allow these improvements to gain larger potency.

Gradual transformation from competition to cooperation

It is against this background that bilateral relations were developing in the 1990s. Political elites in both countries were still thinking in terms of bipolar confrontation and felt a lot of distrust towards each other. On the other hand, both countries were experiencing profound difficulty in finding their places in a new world defined by instability around their borders and lack of acceptable set of rules of global political engagement.

Areas that Russian elites viewed as Russia’s traditional sphere of influence were witnessing increased involvement of Western and global players. Growing instability in the Caucasus, Central Asia, the Balkans did not allow both countries to reshape their perception of each other and find a common ground. Relations were further complicated by the fact that Russia perceived Turkey as a tool in the hands of Western powers to minimize Russian presence.

With regard to the Caucasus and Central Asia, Turkey had very good potential to become a driver of positive political and economic changes. With the fall of the Soviet Union and collapse of bipolar competition Turkey lost its strategic importance in the Western eyes and this fact made Turkish elites look for areas where Turkey could be again an important ally.

By the 1990s it was evident that the countries’ elites were gradually moving from confrontation and competition, concentrating on areas that were mutually benefiting. Two points should be stressed here: this decision was a result of political will and had non-partisan character meaning that this approach enjoyed legitimacy among broader groups of political elites. Secondly, problematic areas in bilateral relations were not resolved or given increased attention but rather mitigated and pushed from the agenda.

Since the later years of the Cold war, certain areas have been pushing both countries to more cooperation and trust. These areas became relevant in the Russia–Turkey relations as well. Trade agreements on gas were a primary area where both countries had a chance to prove themselves as reliable partners. For Turkey, it was important to get stable contracts on gas deliveries for its growing economy during 1990s. For Russia, it was important to have Turkey as a reliable transit partner for its gas supplies to the European markets.

Economic cooperation and increasing mutual interdependence stimulated contacts in other areas, including construction. Turkish companies became especially famous in Russia for their road building technologies, and Russian companies were welcomed in Turkey due to their know-hows in building of large infrastructure objects like factories, dams, channels, or nuclear plants. Further areas included production and manufacture facilities in Russia, especially in culturally affiliated republics like Tatarstan.

Political leadership

It is important to note that since 2000s cooperation in these areas didn’t lead to increasing influence or effectiveness of lobbying among economic groups. Many experts point to the considerable control of formal politics over the business in both countries: with exemption big economic projects like Akkuyu NPP or TurkStream gas pipeline, economic and business ties don’t define political agenda between Turkey and Russia, commercial activity heavily dependent on political decisions and rapport. Although, this is less relevant for Turkish case since in Turkish export to Russia dominate goods and products produced by a large number of smaller local producers.

Predominance of political leadership in channelling of the bilateral relations is another dimension. Heads of state in Turkey and Russia are viewed as key actors who define bilateral relations. This also suggests that relations lack deeper institutionalization despite rich scope of agreements signed in the last 15 years: Moscow and Ankara are struggling to bring bilateral relations onto more stable and rigid foundation, which makes relations susceptible to situational politics. The establishment of the High-Level Cooperation Council in 2010, i.e. 20 years after the collapse of the Soviet Union, shows how slow the progress in this direction really is.

The lack of stable institutional base is coupled with the lack of unity in ideological views on a series of issues dealing with global and regional agendas. Turkey’s foreign policy is defined by personal interests of the country’s leadership, who has been trying to consolidate power within close circle of people loyal to Erdogan. Foreign policy decision-making process in both countries is very personalized: even though bilateral relations are not driven by common values and norms, as in the Turkey–NATO relations in their best years, both Moscow and Ankara may pursue personal political gains.

Nevertheless, it is important to underline that principle shift towards more cooperation may have deeper roots than solely the will of political leadership: rapprochement between Turkey and Russia started in 1997–1998, i.e. before Putin and Erdogan came to power. This observation is further confirmed by the fact that during these years both Ankara and Moscow decided to give up on using Chechen and Kurdish issues to pressure each other in other political questions.

Eurasianism and other groups of influence in Russia–Turkey ties

One of the ideological premises that many observers attribute to bilateral cooperation is the idea of Eurasianism. The concept is widely used in discussions on current state and the future of bilateral relations. The analysis of how elites understand Eurasianism in both countries reveals that there are both commonalities and differences. Russian and Turkish elites tend to view Eurasianism as a suitable ideological semantic tool to express their common desire to put their relations on ideational base. Further commonality includes the idea that Eurasian powers are destined to unite in order to challenge the West or at least to resist the pressure from the Western liberal democracies.

At the same time, there are considerable differences in what the elites understand under Eurasianism. In Russian case, Eurasianism was an ideological tool to protect Russian traditional sphere of influence by bringing local societies together under Russia’s guidance. For Turkish elites, primarily among left-leaning anti-imperialist politicians, Eurasianism is a way to challenge Turkey’s overly serious dependence from the West and to seek support from non-Western powers in resolving existing problems. Eurasianism is also popular among some of pan-Turanists and pan-Turkists, who channel their attention to the geographical regions covered by Eurasian ideology.

It can be said that Eurasianism is supported by small part of political elites in Turkey: after the 1990s, Turkey realized that it has a very limited scope of influence in the core of Eurasia, Central Asia and Russia, meaning that Turkey can be a part of Eurasia, but not its leading power.

Another aspect that defines bilateral relations is the attitudes to power and ability to influence regional politics is also. Both Turkey and Russia can be considered as rising powers who want to redefine rules of game of global and regional politics, established after the Cold war largely without much involvement and contribution of the latter two. These rising power demand recognition as rightful players in global politics. With consolidation of political regimes in Turkey and Russia, elites in both countries are becoming increasingly allergic to Western pressure and criticism and, therefore, tend to counter-balance these challenges by improving their own international stance and by developing closer ties with other rising powers.

Still, it is important to emphasize several crucial points. Eurasianists include very different political groups with different understanding of this ideology itself. In Turkey, the label Eurasianist may unite anti-Western and pro-Russian groups. However, this does not imply that being anti-Western automatically refers to being pro-Russian. On the other hand, the group is attractive for left-leaning activists, even though there are aspects of right ideology of pan-Turanism and pan-Turkism in it.

Another important point is a scope of real influence of the Eurasianists. For decades, the group around Perinçek has managed to consolidate around its political platform many influential former military officers and wage successful media campaigns, their influence and, most importantly, access to the decision-making process remains, however, very limited. The fact that this group failed to prevent escalation between Turkey and Russian right after the jet crisis in November 2015 despite all its mediation efforts and alleged contacts with Russian side may indicate their limited influence on politics in Turkey. The influence of this political group may depend on current reforms of the Armed Forces where Turkish government is trying to establish new rules of the game making it harder for the officers to exert their political influence.

Thirdly, it is important to understand why Perinçek group in Turkey is popular today and enjoys benevolence of the ruling party despite its criticism of the current Turkish foreign policy and domestic policies of the AKP. One way to answer this question is to consider assumption that AKP doesn’t attach to ties with Russia strategic importance, using it merely as an instrument, implying that today’s rapprochement is driven by current international conditions where Turkey is experiencing lack of dialogue with its Western partners and, thus, feels increasingly isolated. On the other hand, it is fair to say as well, that Erdogan may be allowing the Perinçek group as much freedom mainly to communicate to the Russians red lines of cooperation that Turkey may have in many areas of mutual interests like Kurdish issue in Syria.

It is important to mention the role that other groups are playing in formation of bilateral official dialogue, be it negative or positive. Business circles represent the most potent forces that can in theory exert a level of influence. A number of Turkish construction companies like Ant Yapi, Renaissance Construstion, Enka, Limak, Costa Group are working and successfully expand its presence in the Russian market: in 1972–2016 Turkish companies participated in 8755 projects around the world with total value of USD 325 billion among them 1939 projects worth $64.8 billion in the Russian Federation. Naturally, Turkish companies operating in Russia have gained experience in handling with local political establishment and bureaucracy, sometimes engaging in non-transparent business schemes. This laid a foundation for further ties and connections with politicians on federal level.

But still, even if Turkish companies have limited influence in Russia, they are unlikely to have a say in strategic decision-making process, especially on security related issues. This could be seen from their participation in construction of very profitable objects. Russian business circles, with exception of energy and automobile giants like Gazprom, Rosatom, Gaz, is very poorly represented in Turkey and has very limited experience in dealing with Turkish clients with their own cultural specifics.

Another group that can influence bilateral relations are ethnic minorities. Historically, Turkey hosted refugees and emigrants from Russian Empire, Soviet Union and later Russian Federation. Today, groups like Crimean Tatars, Circassians, North Caucasian diasporas influence public opinion on Russia in Turkey, though their activity is limited due do strict Turkish nationalism and firm grip of current ruling party on media and public demonstrations. These groups may find themselves in the center of new frictions between Russia and Turkey, especially considering the ongoing migration of foreign fighters from Syria back to Turkey and Western Ukraine. Religious groups like South Caucasian Salafist networks still can pose a danger to Russian national security from Turkey thought its presence in Georgia and western Ukraine. Existence of sympathizers to the groups’ cause among Turkish bureaucracy may further complicate Russian-Turkish rapprochement and attempts to strengthen anti-terrorism cooperation.

The role of the West and third countries in dynamics of bilateral relations

Russia and Turkey perceive bilateral cooperation over gas supplies and Akkuyu nuclear plant as almost an ideal platform to improve their negotiating positions vis-à-vis the European Union. For Turkey, better terms for gas deliveries from Russia and Russian assistance in building of the nuclear facilities have direct implications for the long-term economic development plans, as Turkish government is expecting a rise in energy demands. On the other hand, Russia gets stable revenues from its exports to Turkey, a good asset for its budget stability in times of Western sanctions and pressures on domestic economic plans. All of this indicates that economic cooperation contributes to advancement of their negotiating positions via-a-vis Europe and the US.

By the same token, Russia has been using Turkey’s support on multiple issues as a very effective asset in its own competition against the NATO. For Russian elites, Turkey’s independence from the Western alliance is very important. A number of Turkish experts emphasized the fact that Turkey didn’t join Western sanctions imposed on Russia in 2014.

While both leading actors want to gain more influence in the global politics, this transformation, however, will not come without problems for bilateral relations. Turkish elites seem to have accepted the fact that without considerable Western backing Turkey has very limited room for action in the Central Asia. This approach is further nuanced by claims that Turkey is aware that its relations with Russia are uneven, especially in military and diplomatic terms, therefore, when and where possible, Ankara would like to counteract Russian dominance through soft-balancing, expanding discussions of NATO–Turkey cooperation, for example, in Georgia or Azerbaijan. Russian military build-up in the Black Sea is also causing concerns in Turkey. This claim can be related to the ongoing efforts of the Turkish government to increase navy capacities in territorial waters.

Another interesting point in terms of influence of the third parties in the bilateral relations is the role of the Central Asian leaders in this process. These leaders are forced to mediate between the two because of their political reliance on Russia and cultural affinity to Turkey. There are, however, tendencies in Russian policies to minimize Turkic solidarity with Turkey among Russian Turkic communities.

Informal dimension of bilateral relations

Despite political elites’ vocal support for and visible official efforts to strengthen non-official bilateral ties, connections between private parties, NGOs, and academia exert limited influence on official relations between Russia and Turkey. Primary reason behind this lies in systemic position of civil society in decision-making process in each country. According to experts, scholars, who make research on bilateral relations, often lack necessary linguistic skills. There is still ideological bias in many academic circles, both in Russia and Turkey as well. For example, sometimes, scholars, who write on bilateral relations, do it in a form to confirm their personal, professional, political loyalty to institutions or movements, meaning that the scope and tone of analysis may eventually change according to the agenda. That is why many Turkish or Russian speaking scholar prefer engaging in history and culture studies rather than doing research on current political affairs. There are problems of insufficient funding and institutionalization between academia in Turkey and Russia as well.

Civil war in Syria

Nowadays, Russia seems to be rediscovering itself as a global power again. Russian elites are eagerly engaged in the Middle East, and state-supported energy and military companies increase their impact in the regional political landscape. On the other hand, Middle East became by the matter of choice an area of foreign policy activism of Turkish elites.The AKP government has been increasing gaining self-confidence in dealing with regional issues, possibly, hoping that cultural and geographical proximity to local population may be translated into real life political and economic gains for Turkey.

Syria was possibly the prime example of recent regional activism of Turkey, but civil war changed this approach with rising instability threatening Turkish security and coming of many new global and regional players in the conflict. The problem for the Russian-Turkish relations is that Syria turned out to be an area where Russian and Turkish interests clashed. But eventually increasing number of challenges transformed foreign policy dynamics in Turkey, and securitization of the process led to re-evalutation of priorities, where closer contacts with Russia became to be seen as one of the channels to enhance security situation on Turkish borders. Moscow positively reacted to Turkish concerns over the PKK/Kurdish issues, seeing them as a legitimate topic of discussions with Turkey.

As far as we can see today, Turkish elites are trying to adapt to new realities by getting used to Russian presence. Watching NATO allies increasingly abandon Ankara, Turkish elites are trying to become more active in broadening areas of cooperation with Russia and Iran. Judging by the lessons from the past, Turkey and Russia are able to find a common solution and acknowledge their corresponding legitimate interests and concerns. Turkey’s cooperation with Russia is a tactical phenomenon that was caused by Western partners’ inability to show solidarity on many occasions and to act against Russia.

Differences over political issues like the fate of Assad’s regime or scope of rights for Kurds may be pushed from the agenda in the mid-term, allowing bilateral cooperation on Syria to be focused on economic matters like reconstruction, trade, energy projects. These are the areas that are important for Russian plans to rebuild Syria and that Turkey can be interested in as well. Still, Turkey would like to keep supporting opposition, because, otherwise it would have to deal with Assad through Russian mediation therefore falling into more dependence on Moscow.

Conclusion

Even though one may witness rapid development of political ties between Turkey and Russia in recent years, relations are not immune to unforeseeable shocks. Heavy accent on political dialogue, political connections and consultations between the governments may be of great importance in general, but at times reveal that it is insufficient for development of full-fledged relations. Today’s cooperation between Moscow and Ankara in Syria serves as a good platform for both to test their political trust and to learn to listen to each other’s concerns, which so far have been largely ignored or pushed out of the agenda. Despite current existing moods in Europe and the United States on Turkey planning to leave the NATO, analysis of historical legacy and present situation in the world suggest that Turkey neither would prefer nor would afford to leave the Western security and political structures. On the other hand, Turkey’s rapprochement with the West would not be necessarily against interests of Russia. Interconnectedness of Turkey with Europe and USA may be of good utility for Russian global foreign policy. Current positive dialogue, however, should be used to include non-state non-official players and give them space to direct and shape bilateral relations. Their presence and contribution would be a best guarantee against political fluctuations which we will definitely witness in the future.

First published in our partner RIAC

It Is Time to Revise Russia–Turkey Relations for a More Stable Future

Οι αινιγματικές εκλογές του Ισραήλ

0
Τα μεγάλα θέματα της χώρας πνίγηκαν στην σκανδαλολογία
Ισραηλινοί διαδηλωτές φορούν κίτρινα γιλέκα διαμαρτυρόμενοι κατά του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου, λόγω του αυξημένου κόστους ζωής, στο Τελ Αβίβ, στις 22 Δεκεμβρίου 2018. Corinna Kern/REUTERS.
Περίληψη:

Οι ισραηλινές βουλευτικές εκλογές της 9ης Απριλίου θα αναδείξουν την κυβέρνηση που θα κληθεί να διαπραγματευθεί το πολυαναμενόμενο σχέδιο Τραμπ. Ωστόσο, καθ’ όλη την μακρά προεκλογική περίοδο, που άρχισε άτυπα από την τελευταία εβδομάδα του 2018, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας αποφάσισαν να αγνοήσουν τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», δηλαδή το Παλαιστινιακό.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Ινστιτούτο Μπεν-Γκουριόν του Πανεπιστημίου Μπεν-Γκουριόν στο Ισραήλ. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Παραμονές των Χριστουγέννων του 2018 προκηρύχθηκαν πρόωρες βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ. Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Νετανιάχου ότι είχαν καταστεί ανυπέρβλητες οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν την στράτευση των Υπερορθόδοξων Εβραίων και την αντιμετώπιση της έντασης στη μεθόριο με την Γάζα, ο Λευκός Οίκος έσπευσε να διασφαλίσει για τον εαυτό του για πολλοστή φορά περαιτέρω πίστωση χρόνου προτού ανακοινωθεί το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ για το Παλαιστινιακό και την ειρήνευση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, με την αινιγματική ανακοίνωση ότι «οι ΗΠΑ, προτού ανακοινώσουν το ειρηνευτικό τους σχέδιο, θα λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τον χρόνο διενέργειας των πρόωρων ισραηλινών εκλογών». Εν πρώτοις, ουδείς κατάλαβε εάν αυτό σημαίνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα περίμενε τον σχηματισμό της νέας ισραηλινής κυβέρνησης για να το ανακοινώσει, ή εάν ήθελε ενισχύσει την δημοτικότητα του Νετανιάχου, γνωστοποιώντας κάποιους από τους όρους της προτεινόμενης λύσης, πριν την ώρα της κάλπης.

07042019-1.jpg

Ισραηλινοί διαδηλωτές φορούν κίτρινα γιλέκα διαμαρτυρόμενοι κατά του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου, λόγω του αυξημένου κόστους ζωής, στο Τελ Αβίβ, στις 22 Δεκεμβρίου 2018. Corinna Kern/REUTERS
——————————————————————————

Στο ίδιο το Ισραήλ ακούστηκαν πολλά σχετικά με την σκοπιμότητα της απόφασης της προσφυγής στις κάλπες, αποδίδοντάς την στην ανησυχία του Ισραηλινού πρωθυπουργού ότι οι δικαστικές διαδικασίες που θα τον ενέπλεκαν σε υποθέσεις διαφθοράς, θα τον ανάγκαζαν τελικά σε παραίτηση –και ως εκ τούτου, οι πρόωρες εκλογές θα του «δώριζαν» μια σημαντική πίστωση χρόνου για να διατηρηθεί στην εξουσία. Αν και αυτή η εκτίμηση δεν στερείτο λογικής βάσης, ωστόσο, η άμεση αντίδραση του Λευκού Οίκου έδωσε από πολύ νωρίς το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών της 9ης Απριλίου 2019: Η νέα ισραηλινή κυβέρνηση, ανεξαρτήτως της σύνθεσής της και του χρόνου σχηματισμού της, θα καλείτο να αποφασίσει ποια στάση θα λάβει η χώρα στους όρους που θα έθετε η Ουάσινγκτον για τον σχηματισμό των νέων ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, ως προς τα χρόνια ζητήματα κυριαρχίας που εκκρεμούν με τους Παλαιστινίους και τον αραβικό κόσμο –αλλά και τα γενικότερα ζητήματα ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, τα οποία σαφώς και θα επηρεάσουν τις ισορροπίες και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κατά τις πρώτες εβδομάδες της άτυπης προεκλογικής περιόδου, όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές παρατάξεις της χώρας επικεντρώθηκαν πρωτίστως στα του οίκου τους. Ενδοκομματικές ζυμώσεις σε συμπολίτευση και αντιπολίτευση, σύσταση νέων κομμάτων, σχηματισμοί νέων κομματικών συμμαχιών ενόψει των εκλογών μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Και όλα αυτά συνέβαιναν εν αναμονή του πορίσματος του Νομικού Επιτρόπου παρά τη κυβερνήσει, Αβιχάι Μάντελμπλιτ, με τα ΜΜΕ της χώρας να διανθίζουν την επικαιρότητα με πλείστες διαρροές που ενοχοποιούσαν τόσο τον Νετανιάχου όσο και το άμεσο πολιτικό και οικογενειακό του περιβάλλον για διαφθορά. Η περίοδος εκείνη, για την Δεξιά περιγραφόταν ως ένα άδικο «κυνήγι μαγισσών», ενώ η αντιπολίτευση της Αριστεράς προσδοκούσε να έρθει επιτέλους η στιγμή της καταδίκης του ιθύνοντα νου της πολιτικής διαφθοράς –δηλαδή του πρωθυπουργού Νετανιάχου.

Το Ισραήλ είναι μια χώρα μικρή και η ανακύκλωση προσώπων στην κομματική σκηνή δεν εξέπληξε κανέναν. Έτσι, τα αποτελέσματα των κομματικών ανακατατάξεων δεν άργησαν να φανούν, με πάλαι ποτέ κυβερνητικούς και κομματικούς εταίρους να αλλάζουν ταμπέλες. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η κομματική μετατόπιση του Ναφτάλι Μπένετ και της Αϊέλετ Σακέντ (στην απερχόμενη κυβέρνηση διετέλεσαν Υπουργοί Παιδείας και Δικαιοσύνης αντίστοιχα), οι οποίοι αποχώρησαν από το κόμμα «Εβραϊκή Εστία» που οι ίδιοι είχαν ιδρύσει και συνίδρυσαν το κόμμα «Νέα Δεξιά», θέλοντας να προσελκύσουν κεντροδεξιές συντηρητικές ψήφους που δεν θα ανήκαν μόνο στον χώρο της εθνοθρηκευτικής δεξιάς. Το ίδιο συνέβη και στον χώρο της κεντροαριστεράς, με την ξαφνική αποπομπή της Τσίπι Λίβνι (πρώην Υπουργού Εξωτερικών και Δικαιοσύνης στις κυβερνήσεις του Αριέλ Σαρόν) από το Κόμμα των Εργατικών. Ο αρχηγός του κόμματος, Άβι Γκάμπαϊ, ο οποίος κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου, μιλώντας μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, ξάφνιασε την κομματική του εταίρο, δίνοντάς της την ευχή του για «καλή συνέχεια στην νέα της πολιτική πορεία». Η ευχή δεν έπιασε, μιας και λίγες εβδομάδες αργότερα, η Λίβνι ανακοίνωσε την οριστική της αποχώρηση από την πολιτική, μιας και καμία παράταξη δεν την δέχθηκε στις τάξεις της. Και πράγματι, το Κόμμα των Εργατικών, μπορεί να ανέκτησε την ιδεολογική του ομοιομορφία, αποπέμποντας την Λίβνι λόγω της κεντροδεξιάς πολιτικής της διαδρομής, ωστόσο οι δημοσκοπήσεις έδειχναν σαφέστατα ότι ο μέσος κεντροαριστερός Ισραηλινός ψηφοφόρος δεν ανέκτησε την εμπιστοσύνη του στο «φυσικό του σπίτι»: Τα ποσοστά των Εργατικών όχι μόνο δεν αυξήθηκαν μετά από την «ιδεολογική κάθαρσή» του, αλλά συνέχιζαν να καταρρέουν. Στις δημοσκοπήσεις, οι Εργατικοί δεν κέρδιζαν απολύτως τίποτα από την ολοένα και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης κατά του Νετανιάχου, για τον οποίον νυχθημερόν οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί διέρρεαν λεπτομέρειες για το πρόκειται ακριβώς να ανακοινώσει ο Νομικός Επίτροπος στο πόρισμά του σχετικά με την εμπλοκή του σε σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς. Η απουσία ενός αξιόπιστου «αντίπαλου δέους» έναντι του δεξιού Λικούντ και του αρχηγού του, ήταν πλέον ολοφάνερη.

Και όμως, το «αντίπαλο δέος» δεν άργησε να φανεί: Ήταν ο Μπένι Γκαντς, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού, ο οποίος συσπείρωσε γύρω του άλλους δύο προκατόχους του, τον Μοσέ Γιααλόν και τον Γκάμπι Ασκενάζι. Στην συνέχεια, οι τρεις στρατηγοί αποφάσισαν να κατέλθουν στις εκλογές υπό τον πολιτικό σχηματισμό ονόματι «Γαλανόλευκο», ενώνοντας τις δυνάμεις τους με το κεντροαριστερό κόμμα «Υπάρχει Μέλλον», υπό τον Γιαΐρ Λαπίντ. Ο Λαπίντ, άνθρωπος των ΜΜΕ επί σειρά ετών, είναι γνωστός για τις απόψεις του κατά του ραββινικού κατεστημένου, ένθερμος υποστηρικτής του χωρισμού Θρησκείας-Κράτους και αντλεί ψήφους από τα μέσα και ανώτερα εισοδηματικά στρώματα της (ευπορότερης) ευρύτερης περιοχής του Τελ Αβίβ. Ο Μπένι Γκαντς ετέθη επικεφαλής του «Γαλανόλευκου» υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση που το κόμμα του θα αποτελέσει τον κύριο κορμό της επόμενης κυβέρνησης συνασπισμού, όταν θα έχει συμπληρωθεί η διετία της πρωθυπουργικής του θητείας, θα παραδώσει τα καθήκοντά του στον κομματικό του εταίρο, Γιαΐρ Λαπίντ. Μια τέτοια προεκλογική συμφωνία δεν απαγορεύεται στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα. Άλλωστε, ταυτόσημη συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ του Λικούντ και των Εργατικών στις εκλογές του 1984, όταν ο Ιτσχάκ Σαμίρ και ο Σιμόν Πέρες σχημάτισαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας με αυτόν τον όρο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού της μεγάλη κρίση πληθωρισμού που είχε αποδομήσει την ισραηλινή οικονομία –και η κυβέρνησή τους εκείνη αποδείχθηκε ως μια από τις μακροβιότερες στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας.

Καθ’ όλη την διάρκεια της μακράς ανεπίσημης προεκλογικής περιόδου των τελευταίων τεσσάρων μηνών, το «Γαλανόλευκο» πλασάρεται τις περισσότερες φορές ως το δεύτερο κόμμα σε κοινοβουλευτικές έδρες –ενώ κάποιες φορές καταφέρνει να ξεπερνά το Λικούντ έως και κατά τέσσερις έδρες στην νέα Κνέσετ. Μάλιστα, παραμονές της ανακοίνωσης του πορίσματος του Νομικού Επιτρόπου σχετικά με τις αποχρώσες ενδείξεις για εμπλοκή του πρωθυπουργού Νετανιάχου σε υποθέσεις διαφθοράς, η άνοδος των ποσοστών του «Γαλανόλευκου» στις δημοσκοπήσεις ήταν σημαντική.

07042019-2.jpg

Αφίσες των ηγετών του πολιτικού σχηματισμού «Γαλανόλευκο», Benny Gantz, Yair Lapid, Moshe Yaalon και Gaby Ashkenazi, δίπλα σε αφίσες του Βενιαμίν Νετανιάχου με μέλη του ακροδεξιού κόμματος «Εβραϊκή Ισχύς», σε κεντρικό οδικό άξονα της Ιερουσαλήμ, στις 27 Μαρτίου 2019. Ammar Awad/REUTERS
————————————————————————–

Στις 28/2 ο Νομικός Επίτροπος ανακοίνωσε το πόρισμά του, στο οποίο εισηγείτο την παραπομπή του Νετανιάχου στην δικαιοσύνη, αφού όμως κληθεί να καταθέσει διευκρινήσεις επ’ αυτού μετά τις εκλογές –κάτι που αναμένεται να συμβεί στα τέλη του ερχόμενου καλοκαιριού. Παραδόξως, όμως, η άνοδος της δημοτικότητας του Γκαντς και του κόμματός του όχι μόνο σταμάτησε, αλλά παρουσίασε κάμψη. Αιτία γι’ αυτό ήταν οι ασυνήθιστα ήπιοι τόνοι που διατήρησε ο ίδιος ο Γκαντς έναντι του Νετανιάχου (κάτι που προφανώς οφείλετο στην έλλειψης πολιτικής πείρας. Υπήρχε όμως και ένας άλλος λόγος, πολύ σημαντικότερος: Η επιτυχής προεκλογική εκστρατεία του Βενιαμίν Νετανιάχου, που επικεντρωνόταν στα επιτεύγματα της θητείας του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής). Μόνο κατά τις τελευταίες εβδομάδες – οπότε και το «Γαλανόλευκο» υιοθέτησε περισσότερο επιθετική επικοινωνιακή πρακτική κατόπιν έντονων υποδείξεων του Γιαΐρ Λαπίντ –άρχισε και πάλι να ανακτά την ανοδική του τάση στις δημοσκοπήσεις, αλλά χωρίς να ενισχύονται και τα υπόλοιπα κόμματα της κεντροαριστεράς (Εργατικοί και «Μέρετς») με τα οποία το «Γαλανόλευκο» θα ήταν σε θέση να σχηματίσει μια κεντροαριστερή κυβέρνηση. Τέσσερις μέρες πριν την διενέργεια των εκλογών της 9ης Απριλίου, το Γαλανόλευκο φέρεται να ξεπερνά κατά 3 με 4 έδρες το Λικούντ. Από την άλλη, όμως, η συνολική κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων της Δεξιάς φέρεται να ξεπερνά τις 60 από τις συνολικά 120 έδρες του κοινοβουλίου. Έτσι, ακόμα και στην περίπτωση που το «Γαλανόλευκο» έρθει πρώτο κόμμα σε έδρες, δύσκολα θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση που θα κερδίζει την απόλυτη πλειοψηφία της Κνέσετ.

Το ισχυρό χαρτί του Νετανιάχου είναι οι σημαντικές επιδόσεις της απερχόμενης κυβέρνησης στον τομέα της διαχείρισης των διεθνών σχέσεων της χώρας. Αν και η στήριξη των ΗΠΑ στο Ισραήλ είναι δεδομένη, ανεξάρτητα από το ποιο πρόσωπο θα αναλάβει την πρωθυπουργία, είναι η πρώτη φορά που Αμερικανός πρόεδρος εμπλέκεται τόσο έντονα σε επικοινωνιακό επίπεδο κατά την προεκλογική εκστρατεία. Χαρακτηριστική ήταν η γιγαντοαφίσα που αναρτήθηκε σε όλη την χώρα, απεικονίζοντας την θερμή χειραψία μεταξύ του προέδρου Τραμπ και του Βενιαμίν Νετανιάχου, με τον πρώτο να δηλώνει στα διεθνή ΜΜΕ ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός «κάνει εξαιρετική δουλειά για την πατρίδα του». Δεν είναι τυχαίο μάλιστα, ότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, όταν μετέβη στην Ιερουσαλήμ για να συμμετάσχει στην Τριμερή Διάσκεψη Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ, δεν επεδίωξε ούτε καν να συναντηθεί με τον Μπένι Γκαντς.

ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα επιτεύγματα της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής που πέτυχε ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία, δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν πολιτικό του αντίπαλο. Ενδεικτικά, αναφέρονται τα εξής: Μεταφορά της έδρας της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ με ταυτόχρονη αναγνώριση της πόλης ως «πρωτεύουσας του Κράτους του Ισραήλ». Αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία με το Ιράν σχετικά με την διεθνή εποπτεία του πυρηνικού του προγράμματος. Δημιουργία διαύλου επικοινωνίας μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου (και κυρίως με την Σαουδική Αραβία), που συνοδεύθηκε από την επίσημη επίσκεψη του Ισραηλινού πρωθυπουργού στο Σουλτανάτο του Ομάν, το οποίο δηλώνει έτοιμο να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο στην επανέναρξη των αραβοϊσραηλινών συνομιλιών. Δημιουργία διαύλου επικοινωνίας μεταξύ Ισραήλ και Κατάρ, το οποίο, εδώ και ένα χρόνο, έχει καταστεί ο ανεπίσημος διαπραγματευτής ανάμεσα στο Ισραήλ και την Χαμάς, καταβάλλοντας προς την ηγεσία της σημαντικά χρηματικά ποσά για την αποπληρωμή των δημοσίων υπαλλήλων της οργάνωσης στην Γάζα με αντάλλαγμα την ηρεμία στην μεθόριο με το Ισραήλ. Αγαστή συνεργασία με την Αίγυπτο στην αντιμετώπιση ακραίων ισλαμιστικών στοιχείων στην Χερσόνησο του Σινά (πολλοί μιλούν και για ενεργό στρατιωτική δράση των δύο χωρών, γεγονός που επιμελώς κρατείται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας). Ενδυνάμωση του διαπραγματευτικού ρόλου της Αιγύπτου μεταξύ Ισραήλ-Χαμάς, με ταυτόχρονη σταδιακή απομόνωση της εξαιρετικά αμήχανης Παλαιστινιακής Αρχής, ο ηγέτης της οποίας, Μαχμούντ Αμπάς, αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας. Συνέχιση της άτυπης συνεργασίας του Ισραήλ με την Ιορδανία, τόσο στο εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα της διαχείρισης των Ιερών Προσκυνημάτων στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ όσο και στην εν γένει αντιμετώπιση της συριακής κρίσης σε περιφερειακό επίπεδο, ως επίσης και στον τομέα της ενέργειας. Ενδυνάμωση του ρόλου του Ισραήλ στον ενεργειακό χάρτη, με εταίρους της Αίγυπτο, και τρεις χώρες-μέλη της ΕΕ (Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία) –γεγονός που ενισχύει την ανεκτικότητα της Ευρωπαϊκή Ένωσης ως προς την απροθυμία του Ισραήλ να επανεκκινηθεί η διαπραγματευτική διαδικασία με την Παλαιστινιακή Αρχή. Αποκατάσταση της διπλωματικής παρουσίας του Ισραήλ στις χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής και περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών με το νεοσύστατο Νότιο Σουδάν. Στρατηγική συνεργασία στον στρατιωτικό και αναπτυξιακό τομέα με την Ινδία (με αποκορύφωμα την επίσημη επίσκεψη του Ναρέντρα Μόντι στο Ισραήλ) και με τις Φιλιππίνες. Πλήρης αποκατάσταση των άλλοτε ταραγμένων σχέσεων του Ισραήλ με την Βραζιλία (ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος της χώρας επισκέφθηκε το Ισραήλ μόλις δέκα μέρες πριν τις εκλογές της 9/4, υπονοώντας ότι δεν θα αργήσει η μέρα που και η πρεσβεία της χώρας του θα μεταφερθεί από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ). Ενίσχυση των δεσμών του Ισραήλ με τις χώρες του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία) –με το διπλωματικό επεισόδιο που δημιουργήθηκε πρόσφατα με την πολωνική κυβέρνηση σχετικά με τη σύμπραξη Πολωνών πολιτών στο ναζιστικό Ολοκαύτωμα να έχει ήδη ξεχαστεί.

Πέραν των ανωτέρω, σημαντικές είναι και οι επιτυχίες που παρουσίασε η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου στο ανοιχτό «βόρειο μέτωπο» με την Συρία και τον Λίβανο. Συγκεκριμένα, το Ισραήλ έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένο από την αναγνώριση εκ μέρους των ΗΠΑ της κυριαρχίας του επί των Υψωμάτων του Γκολάν, που είχαν καταληφθεί το 1967 από την Συρία και στην συνέχεια προσαρτήθηκαν το 1981 –μια κίνηση που τόσο ο ΟΗΕ, όσο και η διεθνής κοινότητα ουδέποτε αναγνώρισαν. Παράλληλα, όμως, το Ισραήλ κατάφερε να μην διαταραχθούν ουσιαστικά οι σχέσεις του με την Ρωσία, η οποία δείχνει αξιοσημείωτη ανοχή στις συχνές αεροπορικές επιχειρήσεις του Ισραήλ κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων τόσο του καθεστώτος Άσαντ, όσο και στρατιωτικών βάσεων του Ιράν και της Χεζμπολάχ εντός του συριακού εδάφους. Παρά τις επίσημες επικρίσεις της Μόσχας κατά του Ισραήλ, στην πράξη οι ρωσο-ισραηλινές σχέσεις δεν διαταράχθηκαν ουσιαστικά. Απόδειξη γι’ αυτό αποτέλεσε η επίσημη επίσκεψη Νετανιάχου στην ρωσική πρωτεύουσα, μια μόλις εβδομάδα πριν τις εκλογές της 9ης Απριλίου, που πλαισιώθηκε από μια σημαντική κίνηση αβρότητας: Την επιστροφή της σορού ενός Ισραηλινού αγνοουμένου στρατιώτη, που ήταν θαμμένος σε περιοχή πλησίον της Δαμασκού –και που οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις παρέδωσαν στο Ισραήλ, λίγα μόνο εικοσιτετράωρα πριν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός συναντήσει τον πρόεδρο Πούτιν. Τέλος, το Ισραήλ δεν αμελεί να υπενθυμίζει προς την διεθνή κοινότητα ότι η οργάνωση Χεζμπολάχ, που υποστηρίζεται από το Ιράν, συγκαταλέγεται στους βασικούς παράγοντες αποσταθεροποίησης της περιοχής –και ως προς το επιχείρημα αυτό, καμία χώρα (πλην του Ιράν και του καθεστώτος Άσαντ) δεν αντιτάσσεται φανερά– συμπεριλαμβανομένης ακόμα και της Ρωσίας.

Κανένα εβραϊκό πολιτικό κόμμα της αντιπολίτευσης –ακόμα και το Γαλανόλευκο «κόμμα των στρατηγών»– δεν άρθρωσε κριτική κατά των χειρισμών του Νετανιάχου στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην απουσία αντίθετων επιχειρημάτων, αλλά και στο γεγονός ότι καμία πολιτική προσωπικότητα στο Ισραήλ σήμερα δεν έχει σημαντικό «διεθνές προφίλ». Η μοναδική που θα μπορούσε να εκφράσει ουσιαστική κριτική (ακόμα και ως προς τον τρόπο που το Ισραήλ διαχειρίζεται την διπλωματική ένταση με την Τουρκία) ήταν η Τσίπι Λίβνι, η οποία είχε παίξει κατά το παρελθόν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της στάσης του Ισραήλ ως προς την ειρηνευτική διαδικασία με την Παλαιστινιακή Αρχή. Λίγες ημέρες πριν δηλώσει ότι αποχωρεί από την πολιτική σκηνή, η Λίβνι είχε εκφράσει την άποψη (και δικαίως) ότι το μόνο ουσιαστικό θέμα που θα έπρεπε να αναδείξει η προεκλογική εκστρατεία και επί του οποίου το εκλογικό σώμα θα πρέπει να εκφράσει ξεκάθαρη θέση, είναι η επίλυση των διαφορών με την παλαιστινιακή πλευρά. Κάλεσε μάλιστα την κυβέρνηση των ΗΠΑ να ανακοινώσει το ειρηνευτικό της σχέδιο πριν τις εκλογές της 9ης Απριλίου, προκειμένου οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας να καθορίσουν ποια στάση θα τηρήσουν επ’ αυτού. Η απόσυρση της Τσίπι Λίβνι από τον προεκλογικό αγώνα καταδεικνύει ότι δεν βρήκε κάποια πολιτική δύναμη στο Ισραήλ που να δηλώνει διατεθειμένη να διαχειριστεί αυτό το ευαίσθητο θέμα. Η απόφασή της να μην συμπράξει στην προεκλογική σκανδαλολογία αποτιμάται ως μια κίνηση έντιμη, μιας και το Παλαιστινιακό ουσιαστικά δεν συζητήθηκε ποτέ τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Αντιθέτως, η προεκλογική αντιπαράθεση διατηρήθηκε σε στείρο επίπεδο, αγόμενη και φερόμενη στο τι θα περιέχεται στην έκθεση του Νομικού Επιτρόπου περί πιθανών ποινικών ευθυνών του Νετανιάχου –γεγονός που ούτως ή άλλως, θα κριθεί σε βάθος χρόνου δύο ετών από σήμερα, εάν και εφόσον τελικά ο Νετανιάχου παραπεμφθεί σε δίκη– κάτι που, ακόμα τουλάχιστον, δεν είναι σίγουρο. Υπενθυμίζεται δε, ότι η απολογία του Νετανιάχου επί των αιτιάσεων της έκθεσης του Νομικού Επιτρόπου προσδιορίζεται να συμβεί χρονικά περί τα τέλη του ερχομένου καλοκαιριού, και τότε μόνο θα μπορεί κανείς με σχετική βεβαιότητα να εκτιμήσει εάν πράγματι η πολιτική πορεία του Βενιαμίν Νετανιάχου θα πλησιάζει είτε στο οριστικό της τέλος, είτε στην απαρχή ενός ακόμα νέου κεφαλαίου της.

07042019-3.jpg

Η Tzipi Livni, πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, σε συνέντευξη Τύπου στο Τελ Αβίβ, στις 18 Φεβρουαρίου 2019. Ammar Awad/REUTERS
—————————————————————————–

Έτσι, λοιπόν, αποτιμώντας το δίπολο Νετανιάχου – Γκαντς , εύκολα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι, κατά την διάρκεια μιας μακράς και θορυβώδους προεκλογικής εκστρατείας, αμφότεροι επέλεξαν να αγνοήσουν τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», που δεν είναι άλλος παρά η διένεξη Ισραήλ-Παλαιστινίων, η λύση δύο εθνών-δύο κρατών και, βέβαια, ποιες είναι οι δυσάρεστες εκπλήξεις που πιθανότατα επιφυλάσσει για το Ισραήλ το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου ουδείς γνωρίζει σήμερα. Η Ουάσινγκτον φρόντισε να φανερώσει τα σημεία του ειρηνευτικού της σχεδίου που αναμφίβολα ικανοποιούν την ισραηλινή πλευρά (αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και αναγνώρισή της ως πρωτεύουσα του κράτους, αποχώρηση από την συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψώματα του Γκολάν). Ωστόσο, ένα σχέδιο ειρήνευσης δεν είναι δυνατόν να ικανοποιεί μόνο την μια από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Όλα δείχνουν ότι το σχέδιο Τραμπ θα ενθαρρύνει την αναθεώρηση του παρόντος modus vivendi στην Ιερουσαλήμ και στην Δυτική Όχθη. Και τότε, η κυβέρνηση, ανεξαρτήτως σύνθεσης και ιδεολογικής τοποθέτησης, θα είναι αναγκασμένη να διαχειριστεί ανάλογα τον μέσο Ισραηλινό πολίτη, ο οποίος, όμως, θα έχει ήδη ψηφίσει ποιοι θα τον κυβερνούν, χωρίς προηγουμένως να γνωρίζει ξεκάθαρα τι ακριβώς είχε διακυβευθεί δια της δικής του ψήφου.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Αποτιμώντας την προεκλογική περίοδο στο Ισραήλ ενόψει των εκλογών της 9ης Απριλίου, αξίζει να σημειωθεί ότι τα βασικά ερωτήματα που ετέθησαν επίμονα και πολλαπλώς στον μέσο ψηφοφόρο ήταν τα εξής: Μπορεί η ηθική να συμβαδίσει με την πολιτική; Μήπως ένας ηθικά άμεμπτος -πλην όμως άπειρος πολιτικά- στρατιωτικός είναι προτιμότερος από έναν λιγότερο ηθικό –αλλά έμπειρο– πολιτικό;

Πρόκειται για ένα δίλημμα-παγίδα, ενώ τελικά δεν αποκλείεται να αποτελέσει και την απαρχή μιας μακράς περιόδου απαξίωσης του πολιτικού συστήματος της χώρας, σε περίπτωση μάλιστα που ο Βενιαμίν Νετανιάχου παραπεμφθεί στην δικαιοσύνη μετά τις διευκρινίσεις που θα κληθεί να καταθέσει στα τέλη του ερχόμενου καλοκαιριού.

Για πρώτη φορά στο Ισραήλ, μια χώρα στην οποία ο στρατός αποτελεί τον θεσμό που ο μέσος πολίτης εμπιστεύεται όσο κανέναν άλλον, σημαίνοντα στελέχη των ενόπλων του δυνάμεων χρησιμοποιούν την στρατιωτική τους ιδιότητα για να επικρίνουν σε επίπεδο ηθικής το (διεφθαρμένο) πολιτικό κατεστημένο. Τα επιχειρήματα που προέβαλε το Γαλανόλευκο «κόμμα των στρατηγών» έναντι του Βενιαμίν Νετανιάχου απευθύνθηκαν λιγότερο στην λογική και πρωτίστως στο θυμικό του μέσου ψηφοφόρου -ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, περνάει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του φορώντας τα χακί. Το «Γαλανόλευκο» δεν πρότεινε συγκεκριμένο πρόγραμμα, συγκεκριμένη πολιτική και λύσεις. Εν τέλει, δεν απέκλεισε ούτε το ενδεχόμενο να συγκατοικήσει με το Λικούντ στην κυβέρνηση. Έτι περαιτέρω, απέφυγε επί μακρόν και επίμονα να αυτοκαθορισθεί ιδεολογικά –βάλλοντας τον πρωθυπουργό Νετανιάχου σε καθαρά προσωπικό επίπεδο. Είτε άθελά τους, είτε και σκόπιμα, οι τρεις απόστρατοι στρατηγοί του Γαλανόλευκου «έσπρωξαν» τις ένοπλες δυνάμεις στα βαθιά θολά νερά της πολιτικής. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα, που βρίσκεται σε μόνιμη στρατιωτική ετοιμότητα και έχει ανάγκη να εμπιστεύεται την στρατιωτική ηγεσία, χωρίς κομματικές παρωπίδες.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο θεσμός του στρατού, αντί να ενώνει την κοινή γνώμη –κάτι που πάντα έκανε– τελικά, χάριν, κομματικών σκοπιμοτήτων, να φθάσει στο σημείο κάποτε να την διχάσει; Κάθε πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αφήνει σίγουρα μια πικρή γεύση –είτε ο Νετανιάχου αποδειχθεί τελικά ένοχος, είτε αθώος.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η ”δουλειά”της Τουρκίας στην Ελλάδα και το “ευχαριστώ” στο Twitter: ”Εθνικό είναι το αληθές”

1

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΔΡΙΒΑ,  Διεθνολόγος*

Πολεμικά αεροσκάφη πετούν επάνω από την Ακρόπολη συμμετέχοντας στην πολυεθνική άσκηση «Ηνίοχος 2019», με τα μαχητικά αεροσκάφη της Ελλάδας, των ΗΠΑ, της Ιταλίας, του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να επιχειρούν σε όλο το FIR Αθηνών. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΕΑ, STR

APRIL 7, 2019

Ένας από τους λόγους που η Ελλάδα δεν ανέπτυξε στο παρελθόν ανεπτυγμένο και ολοκληρωμένο διεθνολογικό υπόβαθρο, (τόσο ως κοινωνία όσο και σαν κράτος) είναι ο εγκλεισμός του διεθνολογικού δυναμικού σε δύο ζητήματα: Ελληνοτουρκικά (μαζί με Κυπριακό) και Σκοπιανό. Τα εθνικά ζητήματα της χώρας θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν όπως μετά το 2009. Με περιφερειακές πρωτοβουλίες οι οποίες θα εγκιβώτιζαν εντός τους αυτά. Ο λόγος που και τα δύο εθνικά ζητήματα, δεν είχαν κατά την κρίσιμη δεκαετία του 90’* την πρέπουσα διαχείριση εκ μέρους της Ελλάδας, ήταν η αποσπασματική αντιμετώπισή τους, η υιοθέτησή τους ως ”ξεχωριστά ζητήματα” από τις περιφερειακές εξελίξεις.

Σήμερα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι στο σπίτι μας, κάθε μέρα και το ζήτημα είναι το αν όντως η εικόνα της γειτονικής χώρας είναι η πραγματική, ακολουθώντας το ”εθνικό είναι ό,τι είναι αληθές”. Το θέμα της Τουρκίας είναι ακόμη προβληματικό τόσο στη σύλληψή του, όσο και στην παρουσίασή του. Πότε έχουμε την ορθή εχθρογνωσία και πότε όχι; Πότε η Τουρκία μπαίνει στο σπίτι του Έλληνα πολίτη και του λέει όσα εκείνη θέλει; Πώς αντιμετωπίζεται αυτό το ολοένα και σημαντικότερο πρόβλημα;

Εικόνες χωρίς φίλτρο.      

Η Τουρκία είναι μια χώρα που δεν έχει πάψει να κοιτάει τον εαυτό της ως διάδοχη πολιτειακή κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, χρησιμοποιεί όλες εκείνες τις μεθόδους που κληρονόμησε από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία καθώς οι Σελτζούκοι, είχαν πολύ πριν καταλύσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ανεπτυγμένη στρατιωτική δύναμη για την εποχή αλλά όχι διπλωματία, όχι κουλτούρα υψηλής στρατηγικής που μετουσιώνεται σε πολιτική και αντίστροφα.

Σήμερα η Τουρκία είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν μια φωτοτυπία από την εποχή των αυτοκρατοριών. Ο Σουλεϊμάν είναι ο Ερντογάν και ο εκάστοτε Βεζίρης του, είτε λέγεται Νταβούτογλου, είτε λέγεται Γιλντιρίμ, είτε Τσαβούσογλου, με το που αποκτήσει κάποια δύναμη, αντικαθίσταται. Επίσης, η Τουρκία συνεχώς διεκδικεί, συνεχώς ανασταίνει μια “πορεία προς τη Βιέννη”. Διεκδικεί την …Τροία, τον Όμηρο, την Αμερική την ίδια. Η προπαγάνδα και η ίντριγκα ήταν (και είναι) αναπόσπαστα κομμάτια της οθωμανικής κουλτούρας η οποία λόγω της παραπάνω έλλειψης διπλωματικής κουλτούρας, ήταν λογικό να είναι πιο επιρρεπής στην βία και στις κτηνωδίες.

Το ψέμα και η υπερβολή της σημερινής Τουρκίας, μπαίνει κάθε μέρα στο σπίτι του Έλληνα πολίτη. Χωρίς φίλτρο. Οι υπερβολές και τα ψέματα που καθημερινά βγαίνουν από τα σπλάχνα του τουρκικού κράτους, θα ήταν καλό αν πήγαιναν σε ειδικό θεσμό ο οποίος θα μπορούσε να τα φιλτράρει αυτά τα “μηνύματα” και να τα διανείμει μετά (αφού τα επεξεργαστεί) σε αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτά όμως γίνονται σε οργανωμένα κράτη. Σε κράτη που δε θεωρούν ”ακροδεξιά” την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, στα κράτη που δε θεωρούν ”λεπτομέρειες επουσιώδους χαρακτήρα” τις οργανωτικές αρετές. Πύραυλοι, βόμβες, παλάτια, αεροδρόμια, μεγαλεία και άλλα πολλά, μπαίνουν καθημερινά στα ελληνικά σπίτια, κάνοντας την τουρκική δουλειά. Η Τουρκία επιθυμεί να εκφοβίσει και σταδιακά να γκριζάρει όχι πλέον το Αιγαίο, αλλά την ίδια την συνείδηση των γειτονικών της χωρών, προβάλλοντας με ψυχωτικό τρόπο τον εαυτό της κάτι σαν ”αναγκαίο κακό της περιοχής”.

Μη νομίζετε. Το σύνθημα ”Τίποτε δε λύνεται σε Αιγαίο και Μεσόγειο χωρίς την Τουρκία” αυτό ακριβώς περιγράφει.

“Εχθρογνωσία” με τηλεθέαση.   

Το λάθος είναι η πρώτη μορφή διδαχής. Καλύτερος καθηγητής πανεπιστημίου από το λάθος, δεν υπάρχει. Και αυτό καθώς ακολουθεί το λάθος, η διόρθωση και η βελτίωση. Η Ελλάδα στην κρίση των Ιμίων δεν έμαθε τίποτε. Ούτε συνολικά, ούτε στα επιμέρους.

Μια πτυχή της κρίσης των Ιμίων, ήταν ο ρόλος των ΜΜΕ. Κάθε κάμερα, εκείνες τις μέρες που κορυφωνόταν η κρίση στα Ίμια, ήταν και ένας “διπλωμάτης”. Ήταν και ένας “στρατηγός”. Η εχθρογνωσία που επικαλούνται όσοι υπερπροβάλλουν την Τουρκία και τους βρυχηθμούς της, δεν υφίσταται ως επιχείρημα. Η εχθρογνωσία αφορά την αναζήτηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων ενός αντιπάλου και πώς αυτός μπορεί να κινητοποιήσει τους πόρους του εναντίον σου. Με άλλα λόγια, εχθρογνωσία δεν είναι να προβάλλεις τις τουρκικές εφημερίδες και τα εξώφυλλά τους, δεν είναι η τήρηση ίσων αποστάσεων από κάτι που είναι εκ θεμελίων ”άνισο” ( η Τουρκία παρανομεί κάθε μέρα, όχι μόνο εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά και εις βάρος άλλων χωρών και πλέον, εις βάρος όλου του δυτικού κόσμου).

Εχθρογνωσία είναι το να μελετήσει κανείς πόσες μέρες μπορεί να κάνει πόλεμο η Τουρκία. Ποιές είναι οι τροφοδοτικές της ικανότητες. Πόσο “πουλάει” ο ανθελληνισμός στην Τουρκία. Παραδόξως: Η Ελλάδα και το μίσος έναντι αυτής, δεν πουλάει τόσο στην Τουρκία. Πουλάει όμως, εδώ! Το εύλογο ερώτημα είναι: Αφού ο ανθελληνικός φανατισμός στη γειτονική χώρα δεν προχωράει, και αφού οι ίδιοι οι Τούρκοι πολίτες, δεν ενδιαφέρονται τόσο, γιατί να ενδιαφερθούν δυσανάλογα οι Έλληνες;

Μπορούμε να μιλάμε για τους μύδρους και τις ιταμές δηλώσεις Τούρκων πολιτικών κατά της Ελλάδας και ταυτόχρονα να παινεύουμε (στην ίδια παρουσίαση) το τσαϊ ή κάθε τουρκική συνήθεια; Ποιός ο σκοπός; Ποιό το μήνυμα στον Έλληνα πολίτη;

Η Τουρκία του λευκού κελιού και των παράνομων εγκλεισμών δημοσιογράφων και χριστιανών ιερέων ή εικόνα των τουρκικών σήριαλ όπου ”είναι άνθρωποι σαν εμάς”;   Ποιά είναι τελικά η εικόνα της Τουρκίας;Η Ελλάδα όμως αντιστέκεται. Κανένα απολύτως φίλτρο σε τίποτε, για μια χώρα που επιβουλεύεται τα συμφέροντα της Ελλάδας νύχτα-μέρα σε Αιγαίο και Κύπρο. Είτε με παλιούς “τουρκοφάγους”, είτε με οπαδούς της όποιας λύσης, συνεχίζει να μην της αρέσει τίποτε που να βαδίζει στο μέτρο.

Μούδιασμα και φόβος αλλά πάλι καλά που υπάρχει και το Twitter.  

Η συναισθηματική σύλληψη της εξωτερικής πολιτικής, είναι καταστροφική. Αυτή είναι άλλωστε και η επιδίωξη της Τουρκίας. Να κερδίσει έναν ακήρυχτο πόλεμο, στο ψυχολογικό πεδίο. Οι απειλές του Σουλτάνου, με το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται (όπως άλλωστε προστάζει η θεωρία της προπαγάνδας) ως “θα σας πετάξουμε στη θάλασσα”, προβάλλονται καθημερινά σε μέσα με μουσικά χαλιά με μουσική epic και για όσους γνωρίζουν, σκηνοθετείται καθημερινά ένα μούδιασμα το οποίο θα ολοκληρωθεί όταν προκαλέσει παράλυση και αδράνεια. Μη μας κάνουν εντύπωση δηλώσεις πολιτικών περί Καστελόριζου και του πού αυτό ανήκει. Μη μας κάνουν εντύπωση δηλώσεις-επιθυμίες για το ποιά τούρκικη λέξη θα μας προσδιορίζει (γκιαούρ ή καρντάς). Τέλος, μη μας κάνει εντύπωση οτι ακόμη και όταν σφυγμομετρήσεις δείχνουν οτι οι πολίτες ευρωπαϊκών κρατών στηρίζουν συντριπτικά την στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα, (καθώς κράτη και κοινωνίες της Δύσης μας θέτουν ξανά ως σύνορο του δυτικού κόσμου) φωνές πολιτικών τινάζουν το σύνορο στον αέρα προκειμένου να χαρακτηριστούμε ως ”γέφυρα” της Τουρκίας με τη Δύση.

O παράδοξος σύμμαχος της Ελλάδας, είναι το Tweeter. Αυτό συμβαίνει καθώς κανείς δε θα είχε δει το πραγματικό μέγεθος της Τουρκίας, αν ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε κάνει εκείνο το περιβόητο tweet το οποίο έστειλε στα Τάρταρα την Τουρκία και μετά από μέρες, ξεκίνησαν στην Τουρκία οι συζητήσεις για την αγκινάρα, τα κρεμμύδια και όλα όσα μας θυμίζουν πως στη σημερινή παγκόσμια οικονομία, το να είσαι το Νο. 17 στον κόσμο, σημαίνει όσα ένα tweet. Πολλές χώρες στο παρελθόν που χαρακτηρίστηκαν ”τίγρεις” (λόγω ραγδαίας ανάπτυξης) όπως της Ανατολικής Ασίας, με μια κρίση, είδαν τα νομίσματά τους να υποτιμούνται κατά 25% σε ένα βράδυ.

Η Τουρκία έκανε πολλά βήματα μπροστά από το 2003 και μετά. Παραμένει όμως σε μεγάλο βαθμό και σε πολλούς δείκτες χώρα του Τρίτου Κόσμου (με τη σύγχρονη πολιτική ορθότητα, αναπτυσσόμενου κόσμου). Η Άγκυρα έχει τόση ισχύ όσο μια δήλωση του Αμερικανού αντιπροέδρου Mike Pence, ο οποίος λίγες μέρες πριν έθεσε εν αμφιβόλω το μέλλον της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.

Μέχρι να δημιουργήσουμε εκείνες τις δομές που θα λειτουργούν υποβοηθητικά για την εξωτερική μας πολιτική και οι οποίες θα φιλτράρουν το τουρκικό ”θέαμα”, καλό είναι να θυμόμαστε την ρεαλιστική σχολή σκέψης. Όσο υπάρχουν τέτοιες υπερπροβολές για τα μεγαλεία μιας χώρας η οποία αναπτύχθηκε με ”κονδύλια” τα οποία αναζητούνται σε ιρανικές ή και σε άλλες ”τράπεζες”, η εξισορρόπηση αυτής της υπερβολής θα έρχεται με τον μηδενισμό. Έτσι, το εκκρεμές των άκρων θα συνεχίζει να υπάρχει στο αέναον. Θα βγαίνουν άλλοι οι οποίοι θα λένε κάθε μέρα (όπως το λένε από το 1993) οτι η Τουρκία θα διαλυθεί και οτι δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτε εμείς. Κατά …περίεργο τρόπο, και οι δύο ”πτέρυγες ανάλυσης” όσο αντίθετες και αν φαίνονται, στο τέλος τέμνονται.

Αδράνεια προκαλεί και η εισβολή του φόβου στο καθιστικό κάθε Έλληνα πολίτη, αδράνεια προκαλεί και ο ”προφητικός” εφησυχασμός οτι η Τουρκία θα διαλυθεί από μόνη της.

Τέλος, μέχρι να καταλάβουμε οτι δεν υπάρχουν ίσες αποστάσεις και αντικειμενική κάλυψη για κράτη που εισβάλλουν παράνομα και κατέχουν εδάφη άλλων χωρών, (βλ. Κύπρος) που κρατούν έναν ακήρυχτο πόλεμο καθημερινά στο Αιγαίο, που επικηρύσσουν Τούρκους πολίτες την ώρα που ο Έλληνας πρωθυπουργός επισκέπτεται την Κωνσταντινούπολη, ας είμαστε τουλάχιστον αισιόδοξοι για το οτι οι δυτικές χώρες και κυρίως οι ΗΠΑ, έχουν πολύ διαφορετική εικόνα από αυτήν που έχουμε εμείς για την Τουρκία και οτι οι ”προφήτες” της όποιας λύσης (οι οποίοι κάναν καριέρες στα 90’ς) έχουν πάει να βρούν άλλη Γη Επαγγελίας, καθώς τα περί ”φιλελεύθερης” Τουρκίας αφηγήματα, πήγαν περίπατο.

Ας ελπίσουμε οτι μέχρι να λυθούν τα παραπάνω, δε θα καταφέρουμε να χαλάσουμε την πορεία των εξελίξεων που είναι ευνοϊκότατη για την Ελλάδα και την Κύπρο.

*Η δεκαετία του 1990 ήταν μια ”παραφωνία” για το διεθνές σύστημα. Η μονοκρατορία των ΗΠΑ, ταυτιζόταν ουσιαστικά με την μετάβαση από το διπολικό σύστημα (Ψυχρός Πόλεμος) σε μια μορφή πολυπολικού συστήματος. Ήταν η κρίσιμη δεκαετία για τον επαναπροσδιορισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. *Alexander Th. Drivas: PhD IR (Candidate at Panteion-Hellenic American Relations). Secretary AHEPA Solon HJ04.

Πηγή: Η ”δουλειά”της Τουρκίας στην Ελλάδα και το “ευχαριστώ” στο Twitter: ”Εθνικό είναι το αληθές” https://hellasjournal.com/2019/04/i-doyleia-quot-tis-toyrkias-stin-ellada-kai-to-quot-eycharisto-quot-sto-twitter-ethniko-einai-to-alithes-quot/

Η Τουρκία δεν είναι ένας απείθαρχος σύμμαχος αλλά ένα κρίσιμο κομμάτι στο γεωπολιτικό παζλ

0

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

μέλους της ΠΓ της ΔΗ.ΠΟ.Σ “ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ”

Η εξίσωση της Τουρκίας και η προβολή της στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, είναι ένα σύνθετο γεωπολιτικό πρόβλημα, και οι απαντήσεις που το αφορούν δεν είναι μονοδιάστατες και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να προσεγγίζονται απλουστευτικά…

Η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας απείθαρχος σύμμαχος που θα τον συνετίσει η κατσάδα των Αμερικανών αξιωματούχων.

  • Είναι ένα κρίσιμο κομμάτι στο γεωπολιτικό πάζλ της Ευρασίας…
  • Ένα κομμάτι τοποθετημένο στο πλέον ευαίσθητο σημείο συνάντησης των γεωστρατηγικών συμφερόντων των τριών ισχυρών πόλων του σύγχρονου κόσμου (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα)…

Και το σημαντικότερο απ’ όλα, είναι πως η ίδια η Τουρκία, έχει επίγνωση ΚΑΙ της θέσης της αλλά ΚΑΙ του ιδιαίτερου ρόλου της ως ισχυρή περιφερειακή δύναμη, η οποία επιπροσθέτως επιδιώκει να δραπετεύσει από την γεωπολιτική της φυλακή.

Ως εκ τούτου οι απλουστευτικές προσεγγίσεις του στυλ: «Σε τεντωμένο σκοινί έτοιμο να σπάσει οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας» ή «Όλοι περιμένουν το σύνθημα του Τραμπ που θα οδηγήσει στην απόλυτη κατάρρευση την Τουρκική οικονομία», είναι εντελώς επιπόλαιες προσεγγίσεις, και προφανώς δεν αντέχουν σε κανενός είδους σοβαρή κριτική.


Ας κρατήσουμε κάπου
, πως η ιδιαίτερη δυσκολία αυτής της εξίσωσης, έγκειται στο γεγονός πως… 

  • Ενώ οι κανόνες επίλυσης, παραμένουν απελπιστικά αμετάβλητοι στα μυαλά των ανθρώπων…
  • Η άγνωστη παράμετρος αυτής της εξίσωσης είναι ταυτόχρονα, εκτός από άγνωστο, και ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο μέγεθος.

Αυτή είναι μια πρόσθετη δυσκολία, που όλα δείχνουν πως θα πάρει αρκετό χρόνο προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε επαρκώς την πραγματική της διάσταση.

Αυτό το πολυσύνθετο μπρα ντε φερ, τυπικά διαδραματίζεται σε αυτό το κρίσιμο σημείο συνάντησης που είναι η Μέση Ανατολή και η ευρύτερη γεωπολιτική της περιφέρεια.

Υπάρχουν όμως δυο πολύ σημαντικά ζητήματα τα οποία προσδιορίζουν την φυσιογνωμία της συγκεκριμένης εξίσωσης και εν πολλοίς θα κρίνουν και την τελική έκβαση των προσπαθειών.

  • Το πρώτο είναι το διακύβευμα. Το πραγματικό διακύβευμα. Και προφανώς μόνο αφελείς μπορούν να πιστέψουν ότι η Αμερικανοτουρκική αντιπαράθεση έχει ως επίδικο, το απαράδεκτο της συνύπαρξης των αμερικανικών F-35 με τους ρωσικούς S-400.

Το πραγματικό διακύβευμα είναι πως η αυτονόμηση της Τουρκικής γεωστρατηγικής, δείχνει να είναι αμετάκλητη απόφαση της Τουρκικής πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας, και αυτό δημιουργεί μια σειρά από καινούρια δεδομένα για όλους τους εμπλεκόμενους.


Για την ίδια την Τουρκία,
 αυτό που επιδιώκεται είναι να εκβιάσει, να παζαρέψει και εν τέλει να αποσπάσει Αμερικανικές παραχωρήσεις που θα της επιτρέπουν να αξιοποιεί προς όφελός της αποσπασματικά, πότε τα ωφελήματα της ΝΑΤΟικής της παρακαταθήκης και πότε τις επιπρόσθετες δυνατότητες που μπορεί να της διασφαλίσει η εργαλειοποίησή της για λογαριασμό της Ρωσικής Γεωστρατηγικής.

Είναι φανερό ότι στη βάση αυτού του παζαριού, η Τουρκία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει αυτοτελώς και ως μακρύ χέρι των ΗΠΑ για την βρώμικη δουλειά, εκεί όπου δεν είναι σκόπιμο για λόγους ισορροπιών να εμπλέκονται ΝΑΤΟικές δυνάμεις.

Πρόκειται για ένα σενάριο που η ευόδωσή του, για την ίδια θα σημαίνει λυμένα χέρια με στόχο την ισχυροποίηση του μεταμοντέρνου Τουρκικού imperium, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελεί και εργαλείο εκδούλευσης, τόσο έναντι των ΗΠΑ όσο και έναντι της Ρωσίας.

 

  • Το δεύτερο στοιχείο, είναι η τακτικές που εισβάλουν στο περιβάλλον αυτής της αντιπαράθεσης. Και εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα στην αποτύπωσή τους.

Η Ρωσία επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την σχέση που οικοδομεί με τον Τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό, προσβλέποντας να δημιουργήσει ρήγματα στην ενότητα του ΝΑΤΟικού στρατηγικού σχεδιασμού και αναδιατάξεις στην Νοτιοανατολική του πτέρυγα…

Μια ενδεχόμενα επιτυχημένη εξέλιξη που να ικανοποιεί αυτή την επιδίωξη, έχει πολλαπλά οφέλη για την Ρωσική Γεωστρατηγική αφού…

  • Απομακρύνει την Αμερικανονατοϊκή απειλή από το μαλακό της υπογάστριο…
  • Αγοράζει χρόνο αλλά και προϋποθέσεις ευνοϊκές προκειμένου να οικοδομήσει το δικό της Σύστημα Συλλογικής Ασφάλειας στον αντίποδα του ΝΑΤΟ…
  • Ισχυροποιεί την θέση της στη διεθνή σκακιέρα, υπαγορεύοντας ή και επιβάλλοντας ευρύτερες συμμαχίες γεωπολιτικές, στο πλαίσιο ΚΑΙ της οικοδόμησης αυτού του Συστήματος Συλλογικής Ασφάλειας.

Οι ΗΠΑ έχουν απόλυτη επίγνωση πως η γεωστρατηγική αυτονόμηση της Τουρκίας με την μια ή με την άλλη μορφή είναι μη αναστρέψιμη…

Προφανώς έχουν επίσης επίγνωση ότι οριστική ρήξη με μια ανεξέλεγκτη Τουρκία, δημιουργεί ένα απρόβλεπτο ανάχωμα ανάμεσα στις ίδιες και στη Ρωσία, που δυσκολεύει τους σχεδιασμούς για τον στρατιωτικό της στραγγαλισμό, και αυτό δεν θα το ήθελαν…

Και φυσικά έχουν επίγνωση, ότι το ΝΑΤΟ με τη δομή, τους μηχανισμούς, τον τρόπο της λειτουργίας του, αλλά κυρίως με τις ανταγωνιστικές στρατηγικές αντιθέσεις που συνυπάρχουν πλέον στο εσωτερικό του, ΕΙΝΑΙ μεν ένα εργαλείο, αλλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ το καλύτερο εργαλείο που θα ήθελαν.


Επομένως ΚΑΙ οι ΗΠΑ
, στο πλαίσιο του γεωπολιτικού μεταμορφισμού που συντελείται στον πλανήτη, αισθάνονται την ανάγκη να επανασχεδιάσουν με τρόπο επικαιροποιημένο και ουσιαστικό το δικό τους Σύστημα Συλλογικής Ασφάλειας, μια μετανατοϊκή υπέρβαση δηλαδή προς το ακόμη αποκρουστικότερο, κατά τρόπο και σε έκταση αλλά και με σύνθεση που να μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες γεωστρατηγικές απαιτήσεις.

Αυτό λοιπόν είναι το περιβάλλον με πραγματικούς όρους, και καλό θα είναι η γεωπολιτική ανάλυση να μην παρασύρεται από τα επικοινωνιακά τερτίπια των πρωταγωνιστών.

Η Τουρκία, μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναγορεύεται σε αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια, διότι συμπίπτει να συνυπάρχουν για λογαριασμό της δυο αδιαφιλονίκητα ατού.

  • Το ένα είναι η προνομιακή γεωπολιτική της θέση που στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία ενσωματώνει στοιχεία πρωταγωνιστικά. Και…
  • Το δεύτερο είναι η πολιτική της ηγεσία. Μια ηγεσία η οποία διαθέτει όραμα, αποφασιστικότητα, απόλυτη επίγνωση των συγκυριακών της πλεονεκτημάτων και αδιαμφισβήτητη ικανότητα να τα διαχειρίζεται αποτελεσματικά.

Αυτή είναι η αλήθεια… Πικρή… Δυσάρεστη.. Άβολη… Στενάχωρη… Αλλά αυτή είναι η αλήθεια και οφείλουμε να την δούμε κατάματα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς επιθυμίες. Είναι πόθοι που θα θέλαμε να γίνουν πραγματικότητα, αλλά δυστυχώς η ζωή και η πολιτική έχει τους δικούς της κανόνες και αυτοί οι κανόνες είναι αμείλικτοι.

Απέναντι σε αυτή την αλήθεια, οι ισχυροί πρωταγωνιστές, έχουν επίγνωση για το ποιο είναι το πραγματικό μέγεθος της Τουρκίας που έχουν απέναντί τους. Κανένας από τους δυο δεν θα επιλέξει να την παραδώσει στην αγκαλιά του άλλου, και αυτό η Τουρκία το ξέρει καλά.

Οι αμερικανικοί λεονταρισμοί θα παραμείνουν λεονταρισμοί και επιβάλλεται να υπάρχουν ως τέτοιοι για να δικαιολογούν τον ρόλο της υπερδύναμης. Αλλά η πραγματική πολιτική, δεν είναι οι λεονταρισμοί. Στην προηγούμενη συναλλαγματική επίθεση που εξαπέλυσε το Τραμπ, την ίδια στιγμή έσπευσε το Κατάρ με την συγκατάθεση – παρότρυνση του Τραμπ, να στηρίξει από την πίσω πόρτα με 25 δις την Τουρκική οικονομία. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Ερντογάν παραδίδει μαθήματα γεωπολιτικής (μέχρι ενδεχομένως να τον ανατρέψουν ή να τον δολοφονήσουν) αλλά το κεκτημένο που θα αφήσει πίσω του, θα το παραλάβει και θα το διευρύνει η όποια επόμενη Τουρκική πολιτική ηγεσία.Και αυτό είναι κάτι που επίσης το γνωρίζουν καλά και οι Ρώσοι αλλά και οι Αμερικανοί.

Το πραγματικό διακύβευμα λοιπόν και για τους δύο, είναι να χρησιμοποιήσουν τον Τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό συνδυασμένα. Πότε για να αποσπούν ΚΑΙ δικά τους γεωπολιτικά ωφελήματα, και πότε στην αντιπαράθεσή τους με τον τρίτο πόλο –την Κίνα- που σε κάθε περίπτωση παραμένει επίκαιρη και ύψιστης προτεραιότητας στόχευση.

Είναι προφανές ότι προσβλέπουν και οι δυο σε αυτήν την δυνατότητα. Σε διαφορετική περίπτωση, τουλάχιστον οι Αμερικανοί, θα είχαν ενεργοποιήσει διαδικασίες διαμελισμού της Τουρκίας.

Διότι μια ισχυρή Τουρκία, ή την χρησιμοποιείς ως ένα σημαντικό γεωπολιτικό εργαλείο προκειμένου να μην καταστεί ανεξέλεγκτη… ή ανασύρεις από το συρτάρι την επιλογή του διαμελισμού αν τα πράγματα ξεφύγουν από κάθε έλεγχο…

Το σενάριο των εξοντωτικών κυρώσεων, δηλαδή της παράδοσής της στον αντίπαλο, δεν παίζει στην ζωή. Παίζει μόνο στα μυαλά και στα όνειρα, όλων αυτών που δεν αποτολμούν να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια.

Υ.Γ. Προφανώς οι αυταπάτες είναι διάχυτες και στην Ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο βεβαίως και της αντίληψης του παρασιτικού προστατευτισμού, στον οποίο έχει παραδοθεί η χώρα. Μόνο που το πανηγυράκι με τις πολυμερείς και τις σικέ εμπλοκές στο ελικόπτερο του ατρόμητου πρωθυπουργού, δεν θα κρατήσει για πάντα.

Σε αυτό το περιβάλλον, πάρα πολύ σύντομα δεν θα υπάρχει χώρος για ουδέτερους και αμαθείς. Όποιος δεν έχει στόχο… Όποιος δεν έχει σχέδιο να να τον υπηρετεί αυτό το στόχο… Τότε απλά θα αφανίζεται. Κι εδώ κύριοι μιλούμε για τη χώρα… Όχι για την προίκα που φέρατε από το σπίτι σας.

 

Τουρκική μεταπολίτευση;

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Εξελίξεις που θα καθορίσουν το μέλλον της περιοχής

Οι τοπικές εκλογές στην Τουρκία έστειλαν μηνύματα με πολλούς αποδέκτες και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Εκείνο, όμως, που έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον της περιοχής είναι η εξέλιξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν μεγάλη επιμονή στο να κρατήσουν την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο αλλά, όπως έχουμε γράψει επανειλημμένως, αυτό δεν είναι σίγουρο ότι θα συμβεί. Θα το δούμε τις επόμενες ημέρες.

Πρόκριμα, οι S-400. Ο κόμπος έφθασε στο χτένι και Άγκυρα και Ουάσιγκτον θα πρέπει να λάβουν τις τελικές αποφάσεις τους. Προς το παρόν, ο ένας απειλεί τον άλλο.

Οι Τούρκοι επιμένουν ότι το θέμα έχει λήξει και θα πάρουν τους S-400 σε συνδυασμό με τα F-35 και θα φροντίσουν να μην υπάρξει πρόβλημα. Οι αμερικανοί τους διαμηνύουν, δια του αντιπροέδρου τους, μάλιστα, πως αν τους πάρουν, θα φύγουν από το ΝΑΤΟ.

Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Ο Ερντογάν βρίσκεται στριμωγμένος, όχι μόνο, μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Όπως επανειλημμένως έχουμε επισημάνει ο τούρκος πρόεδρος συγκυβερνά αυτήν τη στιγμή με θύλακες του βαθέως κράτους ευρασιατικού, και όχι Δυτικού, προσανατολισμού.  Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως οι θύλακες αυτοί θα ήθελαν μια επανασύνδεση των σχέσεων με τη Δύση. Ο λόγος είναι το κουρδικό. Ο Ερντογάν και ένα μέρος της τουρκικής στρατιωτικογραφειοκρατίας θεωρούν πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να υπαναχωρήσουν από την απόφασή τους να δημιουργήσουν, σταδιακά, κουρδικό κράτος, με τη μορφή αυτόνομων περιοχών. Στο Ιράκ υπάρχει, στη Συρία θα δημιουργηθεί και έρχεται η σειρά της Τουρκίας. Αυτός είναι ο εφιάλτης της φανερής και βαθιάς ηγεσίας της γειτονικής χώρας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος της αμερικανοτουρκικής διάστασης.

Ο πολυσυζητημένος από το 2006 χάρτης του απόστρατου, σήμερα, αμερικανού συνταγματάρχη Ralph Peters που εμφανίστηκε, μάλιστα, και σε αμερικανικές σχολές, αποκόπτει τις Νοτιοανατολικές περιοχές της Τουρκίας από τη χώρα και δημιουργεί κουρδικό κράτος. Βεβαίως, οι εντυπώσεις επιχειρήθηκε να διασκεδαστούν αλλά οι εξελίξεις έκλιναν, μάλλον, προς την πλευρά των μηνυμάτων του χάρτη.

Τα μηνύματα των εκλογών, τώρα,  δεν είναι ενθαρρυντικά για τον τούρκο πρόεδρο. Σε απόλυτο αριθμό ψήφων κράτησε τις δυνάμεις του αλλά σε συμβολικό πολιτικό επίπεδο έχασε τους μεγαλύτερους δήμους της χώρας.

Η Τουρκία ζει τη δική της μεταπολίτευση. Από την επομένη των εκλογών αρχίζει και διαμορφώνεται ένα νέο πολιτικό σκηνικό. Οι δυνάμεις που αναμένεται να αναδυθούν προέρχονται τόσο από το κυβερνών κόμμα του Ερντογάν το οποίο έχει περιθωριοποιήσει προσωπικότητες όπως ο Γκιούλ, όσο και από τους κεμαλιστές στους οποίους όλα δείχνουν πως η νέα γενιά αναζητά μερίδιο εξουσίας και στο κόμμα και στη χώρα.

Οι επόμενες αντιθέσεις, λοιπόν, στην Τουρκία θα είναι ηλικιακές εντός των κομμάτων, ιδεολογικές, εντός των ευρύτερων πολιτικών χώρων και προσανατολισμού της χώρας: Δύση ή Ανατολή. Τα μέτωπα, δηλαδή, είναι πολλά και ανοικτά και τίποτε δεν εγγυάται πως η περί τον χαρισματικό Ερντογάν ομάδα θα μπορέσει να τα διαχειριστεί.

Εκείνο, όμως, που ενδιαφέρει την Ελλάδα είναι ο τουρκικός αναθεωρητισμός και επιθετικότητα.

Το αν θα μπει η Τουρκία στο ενεργειακό παιχνίδι της περιοχής εξαρτάται από την ίδια.  Με την τακτική που ακολουθεί σήμερα, μάλλον, δεν θα το πετύχει, όσο και να προσπαθεί η διακατεχόμενη από φοβικά σύνδρομα Αθήνα. Υπάρχουν παίκτες της περιοχής με μεγαλύτερη επιρροή που δεν θέλουν την Τουρκία στα πόδια τους με τη σημερινή της συμπεριφορά.  Βεβαίως, τα πράγματα θα είναι, ακόμη, χειρότερα για την Τουρκία  αν απομακρυνθεί από τη Δύση μετά τη ρήξη της με τις ΗΠΑ.

Ποια εξέλιξη ευνοεί την Ελλάδα; Οι, γενικώς, φοβισμένοι θέλουν την Τουρκία στη δυτική σφαίρα επιρροής για να επηρεάζεται από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Μια επιστροφή της Τουρκίας στις δυτικές αγκάλες, θα σημάνει στρατιωτική ενίσχυσή της και με Patriot και με F-35  αλλά και με ζωντανές τις αναθεωρητικές της απαιτήσεις.

Υπάρχει και η άλλη προσέγγιση που υποστηρίζει πως μια απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση και το ΝΑΤΟ θα ευνοήσει την Ελλάδα. Ούσα εκτός συμμαχίας, η Τουρκία θα είναι αδύνατον να απειλήσει μια χώρα του ΝΑΤΟ.

Πάντως, όπως και να έχουν τα πράγματα, η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να ενισχύσει την αποτρεπτική της δύναμη, να διευρύνει τις συμμαχίες της αλλά, σε κοινωνικό επίπεδο να επιχειρήσει και μια προσέγγιση προς κοινωνικές δυνάμεις στη γειτονική  χώρα που θα ευνοούσαν μια γενικότερη προσπάθεια διατήρησης της ειρήνης στην περιοχή.  Και τέτοιες δυνάμεις φαίνεται να αναδύονται στην Τουρκία μετά και τις εκλογές.

 

Ξανά η Τουρκία

0

Αυγερινός Θεόδωρος 06.04.2019 – 08:08 “Το Βήμα”

Η Τουρκία κατάντησε ο μόνιμος βραχνάς της Ελλάδας, ώστε κάθε φορά που οι Τούρκοι εξαπολύουν απειλές και κεραυνούς εναντίον μας , εμφανίζονται πολιτικοί, διεθνολόγοι, απόστρατοι στρατιωτικοί και δημοσιογράφοι που παίρνουν θέση επί των λεγομένων τους. Όλοι όμως κινούνται στον ίδιο τρόπο αντιμετώπισης. Πρώτα προσπαθούν να αναλύσουν την επικρατούσα κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας και μετά επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο, νομίζοντας ότι με αυτήν την επιχειρηματολογία αντιμετωπίζουν το θέμα των Τούρκων. Ο μόνος που στάθηκε στο ύψος του είναι ο νυν Υπουργός Άμυνας, που απάντησε στην ίδια γλώσσα με αυτήν που χρησιμοποιούν οι γείτονές μας.

Κακά όμως τα ψέματα, γιατί με τέτοιες επιχειρηματολογίες δεν αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι που διαγράφονται στον ορίζοντα.
Ιστορικά, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την ηπειρωτική Ελλάδα πολύ πιο πριν από την πτώση της βυζαντινής Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Μας νίκησαν το 1897 στον «Ατυχή Πόλεμο», μας κατατρόπωσαν το 1922, όπου έδιωξαν από τη γη της πατρίδας τους 2 εκατομμύρια περίπου Έλληνες Μικρασιάτες, που ήταν εκεί από το 700 π.Χ., διέλυσαν το 1955 τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης και το 1974 διαμέλισαν την Κύπρο. Σήμερα ζητούν την επικαιροποίηση της Συνθήκης της Λωζάνης, διεκδικούν νησιά του Αιγαίου και την αξιοποίηση ελληνικών και κυπριακών ΑΟΖ. Μιλούν δε για αναφαίρετα δικαιώματα στο Αιγαίο Πέλαγος. Επίσης θεωρούν πως η τουρκική μειονότητα στην ελληνική Θράκη καταπιέζεται. Ταυτόχρονα υπογείως και χαμηλοφώνως ετοιμάζουν στη βουλγαρική Θράκη τον ξεσηκωμό 750 χιλιάδων Τούρκων , οι οποίοι με τους 150 χιλιάδες Τούρκους της Ελλάδας, θα ζητήσουν την κήρυξη ανεξάρτητου κράτους . Συχνά – πυκνά δε κυκλοφορούν στη Βουλγαρία χάρτες με το εν λόγω κρατίδιο. Οι Τούρκοι δουλεύουν μεθοδικά, χωρίς να βιάζονται.

Από την άλλη μεριά η Τουρκία έφτασε να έχει σήμερα 83 εκατομμύρια κατοίκους, με τάση να ξεπεράσουν τα 100. Ταυτόχρονα διατηρεί 600 χιλιάδες άνδρες υπό τα όπλα, ώστε είναι η δεύτερη μεγάλη δύναμη μέσα στο ΝΑΤΟ, ενώ συγχρόνως παράγουν πολεμικά αεροπλάνα και μαχητικά τανκς. Ακόμη ακολουθούν μεθοδευμένα βήματα, για να περάσουν στο κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων. Προς τούτο κατασκευάζουν το πρώτο από τα τρία πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, με τη βοήθεια και χρηματοδότηση κατά 50% των Ρώσων, που είναι το προστάδιο για την κατασκευή ατομικής βόμβας. Παράλληλα έστειλαν προς εκπαίδευση για πολλά χρόνια φυσικούς επιστήμονες στη Ρωσία.

Και τι ποιούμε εμείς μπροστά σε αυτήν την κατάσταση της Τουρκίας ; Απλά, λέμε ένα σωρό χοντρές αερολογίες.
Ιστορικά ο ελληνικός λαός υπέστη πανωλεθρίες, όσες φορές κάποια κυβέρνηση, προσπάθησε να λύσει Εθνικά Θέματα μόνη της. Μπροστά λοιπόν στον παρουσιαζόμενο υπαρκτό τουρκικό κίνδυνο, καλούνται τα πολιτικά κόμματα της βουλής να αρχίσουν να συζητούν συλλογικά το θέμα, υπό την πρωτοβουλία και σκέπη του Προέδρου της Δημοκρατίας, για να βρεθούν ρεαλιστικοί τρόποι αντιμετώπισης, καθόσον υπάρχουν πολλές δυνατότητες.

Με λόγια του αέρα, δεν αντιμετωπίζονται εθνικοί κίνδυνοι, καθόσον, ως γνωστόν, οι «καιροί ου μενετοί».

Ο κ. Θεόδωρος Αυγερινός είναι συνταξιούχος καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Ξανά η Τουρκία