Αρχική Blog Σελίδα 2659

Οι νέες δύσκολες ισορροπίες στο ευρωκοινοβούλιο

0
  • του Ben Hall Financial Times/euro2day.gr

Για πρώτη φορά εδώ και 40 χρόνια, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά έχασαν την πλειοψηφία. Αυξάνεται η επιρροή των μικρότερων κομμάτων με την άνοδο Πρασίνων και Φιλελευθέρων. Δεν πέτυχαν όσα περίμεναν παρά την ενίσχυση σε Γαλλία, Ιταλία και Βρετανία οι ευρωσκεπτικιστές.

Τα ακροδεξιά και εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης σημείωσαν σημαντικά κέρδη στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αυτό το Σαββατοκύριακο. Όμως δεν ήταν η άνοδος που είχαν υποσχεθεί ορισμένοι υποστηρικτές, ή αυτή που φοβούνταν οι αντίπαλοι. Το φιλοευρωπαϊκό κέντρο κράτησε, όμως αυτή τη φορά οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι έκαναν δυναμική εμφάνιση.

Οι εκλογές έχουν δημιουργήσει ένα πιο διαφοροποιημένο και κατακερματισμένο νομοθετικό σώμα. Η Κεντροαριστερά και η Κεντροδεξιά έχασαν τη συνδυαστική τους πλειοψηφία για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια. Αυτό αναπόφευκτα θα δώσει στα μικρότερα κόμματα μεγαλύτερο πλεονέκτημα και οι επιπτώσεις μπορεί να είναι εμφανείς στους περιβαλλοντικούς κανόνες, στην απελευθέρωση του εμπορίου και στη ρύθμιση του τεχνολογικού κλάδου. Όμως, δεν θα είναι μια επανάσταση.

Τα σημεία ρήξης στα πραγματικά σημαντικά θέματα, όπως η ενίσχυση της ευρωζώνης με περισσότερο διαμοιρασμό του ρίσκου μεταξύ των κρατών-μελών, περνάνε από τα συστημικά κόμματα και είναι απίθανο να μεταβληθούν.

Στα περισσότερα ζητήματα, η βουλή ήδη λειτουργεί μέσω μεταβαλλόμενων συνασπισμών. Το βάρος θα πέσει τώρα στα φιλοευρωπαϊκά κόμματα, να οργανωθούν και να συνεργαστούν με πειθαρχημένο τρόπο. Πρώτη δοκιμασία θα αποτελέσει το αν θα μπορέσουν να ενωθούν για να στηρίξουν έναν υποψήφιο για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όμως αυτό μπορεί να αποδειχθεί πως είναι πολύ, και μάλιστα πολύ σύντομα.

Εξ ορισμού, οι εθνικιστικές δυνάμεις της Ευρώπης θα δυσκολευτούν ακόμα περισσότερο να δημιουργήσουν ένα ενιαίο μέτωπο. Το σκάνδαλο που έριξε την περασμένη εβδομάδα τον ακροδεξιό ηγέτη της Αυστρίας τόνισε τους βαθύτατους διαχωρισμούς μεταξύ των εθνικιστικών δυνάμεων αναφορικά με τις σχέσεις με τη Ρωσία.

Διχασμένες είναι όμως και για τα θέματα δημοσιονομικής πολιτικής, για τα οικονομικά της ελεύθερης αγοράς, αλλά και ως προς το τι ακριβώς θα πρέπει να κάνει η ΕΕ στο θέμα της μετανάστευσης. Αν σάρωναν στις εκλογές, τότε θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα εμπόδια αυτά, όμως αυτό δεν συνέβη.

Από κοινού, τα δεξιά ευρωσκεπτικιστικά κόμματα έχουν περίπου το 23% των εδρών στο ευρωκοινοβούλιο. Υπήρξαν κάποιες αξιοσημείωτες πρόοδοι.

Η δεξιά Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι βρέθηκε στην πρώτη θέση στην Ιταλία με περίπου 30% των ψήφων, ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα, δεδομένου ότι πριν από έναν χρόνο το ποσοστό ήταν μόλις 17%. Στις προηγούμενες ευρωεκλογές πριν από πέντε χρόνια, είχε κερδίσει μόλις 6%. Το αποτέλεσμα σε συνδυασμό με την τρίτη θέση που παίρνει ο κυβερνητικός εταίρος της Λέγκας, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, επισφραγίζει την πολιτική της άνοδο.

Στη Γαλλία, η Μαρίν Λε Πεν κέρδισε τον επαναληπτικό της αγώνα με τον Εμανουέλ Μακρόν. Γύρισε σελίδα μετά τις καταστροφικές επιδόσεις του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών. Επέφερε προσωπικό πλήγμα σε έναν πρόεδρο που είχε επενδύσει σε μια μονομαχία με την ηγέτιδα της ακροδεξιάς. Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν καταστροφικό, δεδομένου του πλήγματος που δέχθηκε πριν από μόλις έξι μήνες ο πρόεδρος από τα «κίτρινα γιλέκα». Είναι απίθανο πώς το αποτέλεσμα θα τον κάνει να εκτρέψει την πορεία του.

Το νέο Κόμμα Brexit του Νάιτζελ Φάρατζ θριάμβευσε στο Ηνωμένο Βασίλειο,συντρίβοντας τους Συντηρητικούς. Όμως η παρουσία του ίσως είναι προσωρινή και, σε κάθε περίπτωση, οι Ευρωσκεπτικιστές σύμμαχοί του έχουν δει πως οι συζητήσεις για την έξοδο είναι εκλογικά βλαπτικές.

Ο Βίκτορ Όρμπαν κέρδισε άνετα στην Ουγγαρία, όμως δεν έχει ακριβώς το πλεονέκτημα που ήλπιζε έναντι του συστημικού κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το οποίο παραμένει το μεγαλύτερο κόμμα με ή χωρίς τους βουλευτές του Fidesz. Το όνειρο του Όρμπαν για μια κεντροδεξιά συμμαχία με την εθνικιστική δεξιά σβήνει γρήγορα. Τα συστημικά κόμματα που είχε πλησιάσει στη Γαλλία και την Ισπανία τα πήγαν άσχημα στις ευρωεκλογές.

Το υπερσυντηρητικό Νόμος και Δικαιοσύνη κράτησε το προβάδισμά του στην Πολωνία, όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης έκαναν άλμα. Το ακροδεξιόΔανέζικο Λαϊκό κόμμα κατατροπώθηκε. Το ισπανικό Vox κέρδισε κάποιες έδρες για πρώτη φορά, όμως έχασε πολλή ταχύτητα μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα των γενικών εκλογών του περασμένου μήνα.

Ένα μάθημα από τις εκλογές, όπου η προσέλευση ήταν η υψηλότερη των τελευταίων 20 ετών, είναι πως οι φιλοευρωπαίοι ψηφοφόροι ήταν έτοιμοι να αλλάξουν κόμμα, προκειμένου να ακουστεί η φωνή τους.

Τα «κύματα» των Πρασίνων σε Γερμανία και Γαλλία θα έχουν απήχηση. Και στο Ηνωμένο Βασίλειο, το συνδυαστικό μερίδιο ψήφων των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων ήταν σημαντικά υψηλότερο από αυτό των σκληροπυρηνικών οπαδών του Brexit. Η ευρωπαϊκή πολιτική βρίσκεται σε αναταραχή, αλλά δεν κινούνται όλα υπέρ των εθνικιστών.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
https://www.euro2day.gr/ftcom/ftcom_gr/article-ft-gr/1683393/oi-nees-dyskoles-isorropies-sto-eyrokoinovoylio.html

Η Ε.Ε. δεν πρέπει να εγκαταλείψει τα Βαλκάνια

0

  • Του Tony Barber Financial Times/euro2day.gr

Oι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα διαπράξουν ιστορικό λάθος αν δεν ξεκινήσουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις με Αλβανία και Βόρεια Μακεδονία. Ο κίνδυνος νέας αναταραχής, ο ρόλος των ΗΠΑ και οι βλέψεις Ρωσίας, Τουρκίας και Κίνας.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία το 1991, ο Ζακ Πόος, ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου, χαιρέτισε τις ειρηνευτικές προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ένα σημάδι «ότι η ώρα της Ευρώπης έχει ανατείλει».H ύβρις του αποτελούσε οιωνό για το βαθύ σκοτάδι στο οποίο θα βυθιζόταν η νοτιοανατολική Ευρώπη. Oι περιορισμοί της ήπιας ισχύος της Ε.Ε. δεν έγιναν ποτέ τόσο εμφανείς όσο κατά τη διάρκεια των θηριωδιών που συνέβησαν στην Κροατία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη μέχρι που τερματίστηκαν από την στρατιωτική παρέμβαση του ΝΑΤΟ και την αμερικανοκίνητη διπλωματία.

Τώρα η Ε.Ε. είναι στα πρόθυρα ενός ακόμα ιστορικού λάθους στα Βαλκάνια. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα κληθούν να αποφασίσουν σε σύνοδο που θα πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο, αν θα ξεκινήσουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία. Η απόφαση πρέπει να είναι ομόφωνη για να τεθεί σε ισχύ.

Για να προστατευτούν από εγχώριους ανταγωνιστές, μια ομάδα κυβερνήσεων με επικεφαλής τη Γαλλία και την Ολλανδία διστάζουν να δεσμευτούν στην επόμενη φάση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι Γάλλοι θέλουν η Ε.Ε. να επικεντρωθεί στη μεταρρύθμιση της και στην ενίσχυση της ευρωζώνης και να αποφύγει κινήσεις που μπορεί να αυξήσουν τη στήριξη στους ακροδεξιούς και αντικαθεστωτικούς λαϊκιστές της Ευρώπης. Ωστόσο, αν τελικά επικρατήσουν οι αρνητές της διεύρυνσης, υπάρχει ο κίνδυνος να προκαλέσουν τις εντάσεις που η ίδια η Ε.Ε. ισχυρίζεται ότι θέλει να αποφύγει στα Βαλκάνια.

Το επιχείρημα αυτό ισχύει ιδίως για τη Βόρεια Μακεδονία. Ο πρωθυπουργόςΖόραν Ζάεφ, και οι συνεργάτες του απαρνήθηκαν τον υπερεθνικισμό των προκατόχων του. Επέδειξαν θάρρος στην επίλυση της διαφωνίας για το όνομα της χώρας τους, η οποία κατέτρεχε τις σχέσεις της με τη γειτονική Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Για τα Βαλκάνια, ξακουστά για τις εθνικές, θρησκευτικές και εδαφικές συγκρούσεις από τις αρχές του 20ού αιώνα, αποτελεί ένα πολύ σπάνιο παράδειγμα έλλογου συμβιβασμού που επιτεύχθηκε με ειρηνικό τρόπο. Αν η γενναία διπλωματία και η επιδέξια διαχείριση του ονοματολογικού δεν επιβραβευτεί με την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων, οι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας θα μπορούσαν να αναρωτηθούν ότι η Ε.Ε. δεν θα ανοίξει ποτέ τις πύλες της για αυτούς. Μια καθυστέρηση θα πήγαινε πίσω τη μεταρρυθμιστική ατζέντα στη Βόρεια Μακεδονία, πλήττοντας τον αγώνα κατά της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Θα πυροδοτούσε εκ νέου τον σλαβομακεδονικό σωβινισμό. Το κυριότερο, θα απογοήτευε τους Αλβανούς οι οποίοι αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο του πληθυσμού.

Έχουν περάσει λιγότερο από είκοσι χρόνια από την εξέγερση των Αλβανών στη Βόρεια Μακεδονία, η οποία ανάγκασε το ΝΑΤΟ να παρέμβει. Ένας λόγος για τη σχετική ηρεμία που ακολούθησε είναι πως οι ηγέτες των Αλβανών τους ζήτησαν να παραμείνουν πιστοί στην Ε.Ε., την ένταξη στην οποία βλέπουν ως εγγύηση προστασίας των δικαιωμάτων τους και υπόσχεση ευημερίας. Αν η πόρτα της Ε.Ε. μείνει κλειστή, οι μετριοπαθείς αυτές φωνές κινδυνεύουν να απαξιωθούν. Αλλά θα είναι και αυτό ένας κίνδυνος αν, όπως προβλέπουν ορισμένοι στην περιοχή, η Ε.Ε. ανοίξει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία αλλά κρατήσει την Αλβανία στην αίθουσα αναμονής.

Μια τέτοια κίνηση θα έριχνε λάδι στη φωτιά του παναλβανικού εθνικισμού, παρακινώντας πολιτικούς και ακτιβιστές στην Αλβανία και στο Κόσοβο να εγκαταλείψουν τις ελπίδες ένταξης στην Ε.Ε. και να αγκαλιάσουν με μεγαλύτερη θέρμη το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας. Αυτό με τη σειρά του θα υπονόμευε τις προσπάθειες να επιλυθεί η διαμάχη της Σερβίας με το Κόσοβο και να χαλαρώσουν οι εντάσεις μεταξύ των Βοσνίων, των Σέρβων και των Κροατών στη Βοσνία-Εζεργοβίνη.

Αν αυξηθεί η περιφερειακή αστάθεια λόγω της ατολμίας της Ε.Ε., θα προσφέρει πρόσφορο έδαφος για ξένη παρέμβαση. Τα Βαλκάνια είναι μια αρένα ανταγωνισμού μεταξύ ξένων δυνάμεων, προσελκύοντας τη Ρωσία, την Τουρκία και την Κίνα σε μια γωνιά της Ευρώπης που βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό υπό την επιρροή της Ε.Ε. και των ΗΠΑ από την εποχή των πολέμων της Γιουγκοσλαβίας.

Ρώσοι πράκτορες ήταν πίσω από απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 στο Μαυροβούνιο και δραστηριοποιήθηκαν και στην Ελλάδα και στη Βόρεια Μακεδονία για να αποτρέψουν μια συμφωνία. Η Τουρκία χρηματοδοτεί το πολιτικό Ισλάμ στην περιοχή. Η Κίνα επεκτείνει την επιρροή της μέσω μεγάλων επενδύσεων στο πλαίσιο του σχεδίου «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος».

Για να περιορίσει τις ρωσικές και κινεζικές φιλοδοξίες, η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να εργαστεί με την Ε.Ε. στην προστασία των συμφερόντων της Δύσης. Οι Βρυξέλλες πρέπει να αισθάνονται τυχερές που τα Βαλκάνια είναι μια από τις λίγες περιοχές στον κόσμο που δεν έχουν επηρεαστεί από τις διπλωματικές προστριβές μεταξύ της Ε.Ε. και των ΗΠΑ του Τραμπ. Η Ε.Ε. και η Αμερική συνδυάστηκαν καλά στην προώθηση της συνθηκολόγησης της Ελλάδας με τη Βόρεια Μακεδονία.

Οι επικριτές της διεύρυνσης έχουν δίκιο ότι η ποιότητα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στις βαλκανικές χώρες δεν πληροί τα κριτήρια της Ε.Ε. Αλλά η εμπιστοσύνη της περιοχής στην Ε.Ε. και ο ενθουσιασμός των κατοίκων για τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την ένταξη θα εξασθενίσουν αν η σύνοδος του επόμενου μήνα δεν στείλει ένα θετικό σήμα.

Οτιδήποτε λιγότερο θα προκαλούσε αναταραχή στα Βαλκάνια και θα έπληττε την Ε.Ε., η οποία θα είχε πραγματοποιήσει για άλλη μια φορά κακό στον εαυτό της.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Η έκλειψη αλλά και η ανάγκη του Κέντρου.

0

Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τις διεθνείς αναλύσεις, μετά τις εκλογές της Κυριακής, θα διαπιστώσει πως κοινός τόπος είναι ότι εκλείπει το παραδοσιακό ευρωπαϊκό κέντρο.

Ενισχύονται η Δεξιά και η Αριστερά.

Το ερώτημα κάθε πολίτη που αγωνιά για τις πολιτικές εξελίξεις είναι αν χρειάζεται να αναβιώσει και να υπάρχει αυτός ο πολιτικός χώρος.

Άνοδος της Δεξιάς και της Αριστεράς σημαίνει οξεία αντιπαράθεση γύρω από τις διεκδικήσεις αυτών των πολιτικών αντιλήψεων. Αντιπαράθεση που οδηγεί σε επικίνδυνο κοινωνικό διχασμό που είναι άγνωστο που θα οδηγήσει.

Το Κέντρο από τη φύση και την ιδεολογία του αμβλύνει τις γωνίες. Προσπαθεί να διαμορφώσει συναινέσεις. Να ρίξει γέφυρες και από τις δύο πλευρές. Να καταστήσει πιο ήπια και πιο ορθολογική την πολιτική ζωή. Να παρακάμψει τους ιστορικούς και κοινωνικούς διχασμούς.

Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του παραδοσιακού κέντρου πήγε στο Συριζα και ένα μικρό μέρος του στη Νέα Δημοκρατία.

Η πολιτεία του Συριζα δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες. Ούτε αυτών που περίμεναν κάτι καλύτερο μέσα από ρήξεις είτε των κεντρώων που ήλπιζαν σε μια πιο εξισορροπημένη πολιτική.

Για λόγους που έχουν να κάνουν με το πολιτικό DNA της ηγετικής του ομάδας ο Συριζα αναπαρήγαγε τον πολιτικό και κοινωνικό διχασμό. Το «εμείς» και «αυτοί» ήταν συνηθισμένη αναφορά του πρωθυπουργού.

Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, όμως, δεν επιζητούσε αυτό. Ήθελε μια ήρεμη δύναμη που θα έβγαζε τη χώρα από την κρίση και σιγά σιγά θα την οδηγούσε σε μια οικονομική ανάκαμψη. Με το σύνολο της κοινωνίας.

Αυτό δεν μπορούσε να το προσφέρει ο Συριζα. Και από πολιτική ψυχοσύνθεση και από κοινωνική συγκρότηση και από τη νοοτροπία της ηγετικής του ομάδας.

Η ψήφος της Κυριακής έδειξε αυτήν την διάσταση των ψηφοφόρων του. Διάσταση είτε συνειδητή, είτε υποσυνείδητη, δεν έχει σημασία.

Θα δούμε στις εθνικές εκλογές αν αυτή η διάσταση συνεχίσει να εκδηλώνεται.

Πάντως, το πεδίο είναι έτοιμο για έναν πολιτικό φορέα που θα επιδιώξει να καλύψει το Κέντρο. Και λίγο κεντροαριστερά, αν με το αριστερά υπονοείται η κοινωνική διάσταση ενός πολιτικού προγράμματος.

Το μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του Συριζα βρίσκεται σ αυτό το κλίμα. Συγκυρίες το οδήγησαν να δώσει βάση σε υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να εκπληρωθούν.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν επιθυμούν ούτε διχασμούς, ούτε ακραίες, ούτε αγοραίες συμπεριφορές.

Η κριτική τους στάση και η αποστασιοποίησή τους από το Συριζα δεν έχει να κάνει με ανάδειξη της Δεξιάς. Ακόμη και αν μερικοί ψήφισαν Δεξιά το έκαναν ως διαμαρτυρία. Ως κραυγή ότι κάτι δεν πάει καλά.

Θέλουν να ανασυστήσουν το δικό τους πολιτικό χώρο. Εκεί που νοιώθουν άνετα.

Θα δούμε αν το καταφέρουν. Και αν υπάρχουν φορείς που θα ανελάμβαναν, καθαρμένοι από τις αμαρτίες του παρελθόντος, αυτήν την προσπάθεια.

 

 

 

Τὸ «λάθος» τοῦ Χάντιγκτον καὶ ἡ «ἀφύπνιση» τῆς Ρωσίας

6

του Ιωάννη Φριτζαλά, Γεωπολιτικού, Ιστορικού Ερευνητή.

«Ἡ Ρωσία εἶναι μία δύναμη ἰσχυρὴ καὶ καλότυχη διπλωματικά· δὲν θὰ ἀπειλήσει ποτὲ τοὺς γείτονές της ἢ τὴν Εὐρώπη. Ὃμως ἡ ἀμυντικὴ θέση της πρέπει νὰ εἶναι τόσο ἐντυπωσιακή, ὣστε νὰ καθιστᾷ ἀδύνατη κάθε ἐναντίον της ἐπίθεση».

(Τσάρος Νικόλαος Α΄)

Ἡ παγκόσμια κοινότητα διέρχεται μία ἀπὸ τὶς πλέον κρίσιμες καὶ κομβικὲς περιόδους στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ ρίξει μία ματιὰ στὶς ἐξελίξεις γύρω ἀπὸ τὴν Οὐκρανία, τὴν Συρία, τὸ Ἰράν, τὴν Βενεζουέλα καὶ τὴν Τουρκία, τὶς πέντε βασικὲς ψηφίδες στὸ ψηφιδωτὸ τοῦ διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ Η.Π.Α καὶ Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας – Κίνας. Ὃποια κι ἂν εἶναι ἡ ἰδεολογικὴ ταυτότητα ἢ ἡ πολιτικὴ κατεύθυνση τοῦ παρατηρητῆ τῶν διεθνῶν ἐξελίξεων, ἡ ἀντικειμενικὴ συνθήκη ποὺ τὶς καθορίζει δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησης: Ἡ στρατηγικὴ μονοκρατορία τῶν Η.Π.Α ἀποσυντίθεται, ἐγκαινιάζοντας μία νέα περίοδο γιὰ τὸν κόσμο, τὴν ἐπονομαζόμενη ὡς «μεταδυτικὴ ἐποχή»[1].

Ἡ σταδιακὴ διαμόρφωση ἑνὸς πολυπολικοῦ διεθνοῦς συστήματος καὶ ἡ ἀνάδειξη νέων κέντρων οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ἐξουσίας καθιστοῦν τὴν διάρθρωση καὶ τὴν ἑρμηνεία τῶν διεθνῶν σχέσεων ὁλοένα καὶ πιὸ περίπλοκη. Πέραν πάσης ἀμφιβολίας, «ἡ παγκόσμια ἰσχὺς καὶ τὸ ἀναπτυξιακὸ δυναμικὸ ἀποκεντρώνονται καὶ μετατοπίζονται πρὸς τὴν περιοχὴ Ἀσίας-Εἰρηνικοῦ, γεγονός τὸ ὁποῖο συντείνει στὴν διάβρωση τῆς παγκοσμίου οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς κυριαρχίας τῶν παραδοσιακῶν δυτικῶν δυνάμεων καὶ στὴν ἐνίσχυση ἐναλλακτικῶν κέντρων ἐξουσίας»[2], ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ τῆς Κίνας.

Εἶναι πλέον προφανές πὼς διάγουμε τὴν πρώτη (στὴν μετα-σοβιετικὴ ἐποχή) χρονικὴ περίοδο στὴν ὁποία ἀμφισβητεῖται ἐντόνως ἡ μορφὴ τοῦ διεθνοῦς status quo, τὸ ὁποῖο ἑδραιώθηκε μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ στρατηγικοῦ μονοπωλίου τῶν Η.Π.Α.[3] Ἡ ἐπικείμενη πτώση τῆς ἀμερικανικῆς μιλιταριστικῆς αὐτοκρατορίας[4], ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ συνοδευτεῖ ἀπὸ τὴν κορύφωση τῆς κοινωνικῆς ἀστάθειας καὶ τῆς πολιτικῆς βίας στὶς Η.Π.Α. καὶ στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη[5], εἶναι πιθανὸν νὰ πυροδοτήσει ἀπρόβλεπτες δυσμενεῖς ἐξελίξεις σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἀκόμα καὶ ἀναθεώρηση τῶν ὑπαρχόντων πολιτικῶν συνόρων, ἀποσκοποῦσες στὴν ἀναχαίτιση τοῦ πολυπολικοῦ συστήματος καὶ τῶν δυνάμεων ποὺ τὸ ὑποστηρίζουν, στὴν ἀποσταθεροποίηση τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ στὴν ἀποτροπὴ τῆς γεωστρατηγικῆς της ἀνάκαμψης.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἒκταση ποὺ λαμβάνουν: ἡ ἀμφισβήτηση τῶν ζωτικῶν συμφερόντων τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας ἐκ μέρους τῆς Δύσης, ἡ μεθοδικὴ ἐπιδίωξη ἀνάσχεσης τῆς ἀνάκαμψής της στὸ διεθνὲς στερέωμα ὡς ἡγέτιδα πλανητικὴ δύναμη καὶ ἡ συνεπακόλουθη κλιμάκωση τοῦ κλίματος πολώσεως μεταξὺ τῶν δύο ἀντιμαχόμενων πλευρῶν. Σύμφωνα μὲ τὸ «Δόγμα Ἐξωτερικῆς Πολιτικῆς τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας», «οἱ προσπάθειες ποὺ καταβάλλονται ἀπὸ τὶς δυτικὲς δυνάμεις ὑπὲρ τῆς διατήρησης τῆς θέσης τους στὸν κόσμο – στὶς ὁποῖες συγκαταλέγονται ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἂποψής τους σχετικὰ μὲ τὶς παγκόσμιες διαδικασίες καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑλοποίηση πολιτικῶν ποὺ ἒχουν ὡς στόχο τὴν ἀναχαίτιση ἐναλλακτικῶν κέντρων ἐξουσίας – εἶναι ἐπιζήμιες γιὰ τὰ μακροπρόθεσμα συμφέροντα ὃλων τῶν πλευρῶν, ἀντιβαίνουν στὴν αὐξανόμενη ἀνάγκη γιὰ συνεργασία καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπιση τῶν σημερινῶν διακρατικῶν προκλήσεων καὶ ἀπειλῶν καὶ ὁδηγοῦν τόσο σὲ μεγαλύτερη ἀστάθεια στὶς διεθνεῖς σχέσεις, ὃσο καὶ σὲ αὐξανόμενη ἀναταραχὴ σὲ παγκόσμιο καὶ περιφερειακὸ ἐπίπεδο».[6]

Ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποτυχημένη εὐρωατλαντικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ἐμμένει σὲ μία ἀπαρχαιωμένη ψυχροπολεμικὴ νοοτροπία, ἡ ὁποία δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν στρατηγικὴ φιλοσοφία ἑνὸς ὀρθολογικοῦ λήπτη ἀποφάσεων, ἀλλὰ τὶς ἀνορθολογικὲς μεθοδεύσεις μίας διεθνοῦς ἐλίτ (ἑδραιωμένης ἐπὶ τῆς ἀνίερης συμπαιγνίας μεταξὺ τοῦ ἀμερικανικοῦ στρατιωτικοβιομηχανικοῦ συμπλέγματος καὶ μίας ἑτερόκλητης συμμαχίας Ἂλ Σαοὺντ καὶ βαθέως σιωνισμοῦ, μὲ ἀντισημιτικὰ χαρακτηριστικά), ἡ ὁποία καθορίζει τὴν πολιτικὴ κατεύθυνση τοῦ δυτικοῦ κόσμου, μέσῳ τῆς χειραγώγησης τῶν – τεχνοκρατικῆς φύσης – ἡγεσιῶν του, μὲ αὐτοσκοπὸ τὴν ἐξασφάλιση προνομίων ποὺ ἐναντιώνονται στὴν παγκόσμιο εὐημερία, ἐλευθερία καὶ εἰρήνη.[7] Ἡ δυναμικὴ ἀνάκαμψη τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας στὸ διεθνὲς στερέωμα, ἡ ὁποία, σύμφωνα με τὸν Μ. Γκορμπατσόφ, δὲν ἀποκλείεται νὰ συνδυαστεῖ μὲ τὴν «ἐγκαθίδρυση μίας ἓνωσης τῶν τέως σοβιετικῶν κρατῶν, ὑπὸ μία σύγχρονη μορφή, μὲ τὰ ἲδια ἀκριβῶς μέλη καὶ στὴν βάση τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως»[8], φαίνεται πὼς ἀποτελεῖ μία ἐκ τῶν κυριωτέρων ἀπειλῶν στὴν διαιώνιση τῶν συγκεκριμένων προνομίων.

Δὲν ἀποτελεῖ ἒκπληξη, συνεπῶς, ὁ στεῖρος ἀντιρωσικὸς χαρακτήρας τῆς δυτικῆς πολιτικῆς καὶ γεωπολιτικῆς κοσμοθεωρίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ «Ρωσία τοῦ Putin» ἀποτελεῖ ἐχθρὸ τοῦ «εὐρωπαϊκοῦ συστήματος ἀξιῶν» καὶ τοῦ «δυτικοῦ πολιτισμοῦ». Εἶναι, ὃμως, πράγματι ἒτσι ἢ μήπως ἀπαιτεῖται μία βαθύτερη κατανόηση τόσο τῆς ρωσικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὃσο καὶ τῆς στρατηγικῆς κουλτούρας ἐν γένει;

Γιὰ νὰ ἐξάγουμε ἓνα ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὀφείλουμε νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ ἐξετάσουμε τὶς βασικὲς προτεραιότητες τῆς ρωσικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Σύμφωνα μὲ τὴν «Ρωσικὴ Ἐθνικὴ Στρατηγικὴ Ἀσφαλείας» καὶ τὸ «Δόγμα Ἐξωτερικῆς Πολιτικῆς τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας», οἱ βασικὲς ἐθνικὲς προτεραιότητες ποὺ ἒχουν τεθεῖ ἀπὸ τὴν ρωσικὴ ἡγεσία, στὸ πλαίσιο μίας ὁλοκληρωμένης ὑψηλῆς στρατηγικῆς στόχευσης, εἶναι ἐνδεικτικῶς οἱ ἑξῆς[9]:

  1. Ἡ ὑλοποίηση μίας ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ποὺ ἐπιδιώκει ἐνεργὰ τὴν ἀνάπτυξη τῶν σχέσεων μὲ τὰ ὑπόλοιπα ἡγετικὰ κράτη, τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς καὶ τὶς λοιπὲς ὀργανώσεις σὲ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου.
  2. Ἡ ἑδραίωση τῆς θέσης τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας στὸν σημερινὸ κόσμο, ὡς κέντρο ἐπιρροῆς καὶ ὡς ἡγέτιδα παγκόσμια δύναμη, οἱ ἐνέργειες τῆς ὁποίας ἀποσκοποῦν στὴν διατήρηση τῆς στρατηγικῆς σταθερότητας καὶ τῶν ἀμοιβαίως ἐπωφελῶν συνεργασιῶν ἐντὸς ἑνὸς πολυκεντρικοῦ κόσμου.
  • Ἡ περαιτέρω προώθηση τῶν προσπαθειῶν γιὰ τὴν ἐνδυνάμωση τῆς διεθνοῦς εἰρήνης καὶ τῆς διασφάλισης τῆς διεθνοῦς ἀσφαλείας καὶ σταθερότητας, μὲ ὁρίζοντα τὴν ἐγκαθίδρυση ἑνὸς δίκαιου καὶ δημοκρατικοῦ παγκοσμίου συστήματος, στὸ πλαίσιο τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Ο.Η.Ε. Τόσο ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν, ὃσο καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας ἒχουν ἐκφράσει μὲ σαφήνεια, κατὰ τὴν παρουσία τους στὶς Διασκέψεις Ἀσφαλείας τοῦ Μονάχου τὸ 2017 καὶ τὸ 2007 ἀντιστοίχως, τὴν ἀνάγκη οἰκοδόμησης ἑνὸς δίκαιου καὶ δημοκρατικοῦ παγκοσμίου συστήματος, στὸ πλαίσιο τοῦ ὁποίου θὰ ἐξασφαλίζεται τόσο ἡ ἐξισορρόπηση μεταξὺ τῶν ἐπιμέρους ἐθνικῶν συμφερόντων, μὲ ἀμοιβαῖο σεβασμὸ στὴν ἱστορία, στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν ἐθνικὴ ταυτότητα τοῦ κάθε κράτους , ὃσο καὶ ἡ διασφάλιση τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς εὐημερίας γιὰ ὃλους τοὺς ἑταίρους καὶ ὂχι μόνο πρὸς ὂφελος κάποιων ἐκλεκτῶν.
  1. Ἡ ὑλοποίηση μίας στρατιωτικῆς πολιτικῆς μὲ πυρῆνα τὴν στρατηγικὴ ἀποτροπὴ καὶ τὴν πρόληψη τῶν ἐνόπλων συγκρούσεων καὶ ἡ βελτίωση τῆς στρατιωτικῆς ὀργάνωσης τοῦ κράτους, καθὼς καὶ τῶν μορφῶν καὶ μεθόδων ἀνάπτυξης τῶν ρωσικῶν ἐνόπλων δυνάμεων, μὲ σκοπὸ τὴν ἀποτροπὴ τῆς χρήσης στρατιωτικῶν δυνάμεων εἰς βάρος τῆς Ρωσίας καὶ τὴν προστασία τῆς ἐθνικῆς της κυριαρχίας καὶ τῆς ἐδαφικῆς της ἀκεραιότητας.
  2. Ἐπιπροσθέτως, ἡ Ρωσικὴ Ὁμοσπονδία ἒχει ἐκφράσει τὴν ἀπόλυτη βούλησή της γιὰ τὴν δημιουργία μίας εὐρείας διεθνοῦς ἀντιτρομοκρατικῆς συμμαχίας μὲ συμπαγῆ νομικὴ θεμελίωση, ἀφ’ ἑνὸς ἀντιμετωπίζοντας τὴν καταπολέμηση τῆς διεθνοῦς τρομοκρατίας ὡς θεμελιῶδες κυβερνητικὸ καθῆκον καὶ βασικὴ προτεραιότητα γιὰ τὴν διεθνὴ ἀσφάλεια, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκτιμώντας πὼς ἡ τρομοκρατία μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἀποτελεσματικὰ μόνο μὲ τὴν ἐξάλειψη τῶν πηγῶν καὶ τῶν καναλιῶν χρηματοδοτήσεώς της, καθὼς καὶ μὲ τὸν ἐντοπισμὸ τῶν κρατῶν καὶ τῶν φυσικῶν/νομικῶν προσώπων ποὺ διατηροῦν οἰκονομικοὺς δεσμοὺς μὲ τρομοκρατικὲς ὀργανώ­σεις.[10]

Στὸ πνεῦμα τῶν ἀνωτέρω ἐπιδιώξεων, ὁ Ρῶσος Πρόεδρος – σὲ μία ἱστορική, ἀλλὰ ὂχι ἰδιαιτέρως προβεβλημένη, ὁμιλία του στὸ πλαίσιο τῶν ἐργασιῶν τοῦ Valdai Discussion Club στὸ Sochi τὸ 2016 – ἐπισήμανε στὴν διεθνὴ κοινότητα τοὺς νέους «κανόνες τοῦ διεθνοῦς παιγνίου», βάσει τῶν νέων ἀντιλήψεων τῆς Ρωσίας[11]:

  1. Ἡ Ρωσία δὲν θὰ συμμετέχει σὲ παρασκηνιακὲς διαπραγματεύσεις γιὰ ἀσήμαντα ζητήματα. Ἀντιθέτως, εἶναι ἓτοιμη γιὰ σοβαρὲς συνομιλίες καὶ συμφωνίες, ἐφ’ ὃσον αὐτὲς συμβάλλουν στὴν συλλογικὴ ἀσφάλεια, βασίζονται στὴν δικαιοσύνη καὶ λαμβάνουν ὑπ’ ὂψιν τὰ συμφέροντα κάθε πλευρᾶς.
  2. Ὃλα τὰ συστήματα παγκόσμιας συλλογικῆς ἀσφαλείας ἒχουν ἀποτύχει. Δὲν ὑπάρχουν πλέον διεθνεῖς ἐγγυήσεις ἀσφαλείας. Καὶ τὸ κράτος ποὺ χρεώνεται τὴν καταστροφή τους ἒχει ὂνομα: Ἡνωμένες Πολιτεῖες Ἀμερικῆς.
  3. Οἱ δυνάμεις ποὺ ἐπιδίωξαν τὴν οἰκοδόμηση τῆς «Νέας Τάξης Πραγμάτων» ἀπέτυχαν. Τὸ ἂν ἡ Ν.Τ.Π. θὰ ἀντικατασταθεῖ ἢ ὂχι ἀπὸ μία νέα παγκόσμια τάξη δὲν εἶναι μία ἀπόφαση ποὺ ἐπαφίεται ἀποκλειστικὰ στὴν Ρωσία, ἀλλὰ θὰ εἶναι μία ἀπόφαση ποὺ δὲν θὰ ληφθεῖ χωρὶς νὰ συνυπολογίζεται ἡ Ρωσία.
  4. Ἡ Ρωσία δὲν ἒχει πρόθεση «νὰ ἀλιεύσει στὰ θολὰ νερά» ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀμερικανικὴ «αὐτοκρατορία τοῦ χάους» καὶ δὲν ἒχει κανένα συμφέρον νὰ οἰκοδομήσει μία δική της αὐτοκρατορία. Ἐπίσης, δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐνεργήσει ὠς σωτήρας τοῦ κόσμου, ὃπως εἶχε πράξει στὸ παρελθόν.
  5. Ἡ Ρωσία δὲν θὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἀναδιαμορφώσει τὸν κόσμο, βάσει τῶν δικῶν της ἀντιλήψεων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψει σὲ κανέναν νὰ τὸν ἀναδιαμορφώσει βάσει τῶς δικῶν του. Ἡ Ρωσία δὲν ἐπιδιώκει τὴν ἀπομόνωσή της ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, ἀλλὰ ὃποιος προσπαθήσει νὰ τὴν ἀπομονώσει εἶναι βέβαιο πὼς «θὰ θερίσει θύελλες».
  6. Ἡ Ρωσία δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἐξάπλωση τοῦ χάους, δὲν ἐπιδιώκει τὸν πόλεμο καὶ δὲν σκοπεύει νὰ τὸν ξεκινήσει. Παρόλα αὐτά, θεωρεῖ ὃτι ἡ ἒναρξη ἑνὸς παγκοσμίου πολέμου εἶναι σχεδὸν ἀναπόφευκτη, συνεπῶς προετοιμάζεται γι’ αὐτὸν καὶ θὰ συνεχίσει νὰ προετοιμάζεται. Ἡ Ρωσία δὲν ἐπιθυμεῖ ἓναν πόλεμο, οὒτε ὃμως τὸν φοβάται.
  7. Ἡ Ρωσία δὲν σκοπεύει νὰ ἀναλάβει ἐνεργὸ ρόλο στὴν ἀποτροπὴ ἐκείνων ποὺ ἐπιμένουν ἀκόμη στὴν οἰκοδόμηση τῆς Ν.Τ.Π., ἓως τοῦ σημείου ποὺ οἱ προσπάθειές τους ἀρχίσουν νὰ ἐπηρεάζουν τὰ ζωτικά της ἐθνικὰ συμφέροντα.
  8. Τόσο στὴν ἐξωτερική, ὃσο καὶ στὴν ἐσωτερική της πολιτική, ἡ εξουσία στὴν Ρωσία δὲν θὰ καθορίζεται ἀπὸ τὶς ἐλὶτ καὶ τὶς παρασκηνιακές τους διαβουλεύσεις, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν βούληση του ρωσικοῦ λαοῦ.

 

Τὸ μήνυμα τοῦ Ρώσου Προέδρου ἦταν σαφὲς καὶ δὲν ἀφήνει περιθώρια παρερμηνειῶν. Γνωρίζει καλλίτερα ἀπὸ τὸν καθένα πὼς «ἡ Ρωσία καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπειλὴ κατὰ τῆς ὓπαρξής της μόνη, γιὰ ἂλλη μία φορὰ κατὰ τὴν μακραίωνη ἱστορία της».[12] Ἲσως, ἒχει ὑπ’ ὂψιν του κάτι ἀκόμα· τὴν ἀνάγκη ριζικῆς ἀναθεώρησης τῶν ἑδραιωμένων – κατὰ κύριο λόγο δυτικῶν – κοσμοθεωριῶν, βάσει τῶν ὁποίων ἑρμηνεύονται καὶ ἀναλύονται οἱ διεθνεῖς σχέσεις καὶ συγκρούσεις.

Πόσο δίκιο εἶχε τελικὰ ὁ Χάντιγκτον, ὃταν μιλοῦσε γιὰ ἐπερχόμενη σύγκρουση τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὸν ἰσλαμικό; Μήπως βρίσκεται ἢδη σὲ ἐξέλιξη μία διαφορετικὴ πολιτισμικὴ σύγκρουση, μὲ ἓναν βαθύτερο γεωπολιτισμικὸ καὶ ψυχολογικὸ χαρακτῆρα; Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸς ὁ ἰσχυρισμὸς ὃτι ὁ πυρήνας τῆς συγκρούσεως θὰ πρέπει νὰ ἐντοπιστεῖ στὴν διαμάχη μεταξὺ δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετων κοσμοαντιλήψεων, οἱ ὁποῖες ἐπέφεραν τὸν νομοτελειακὸ διχασμὸ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου· ἀφ’ ἑνὸς τῆς προτεσταντικῆς κοσμοαντίληψης, τῆς βασισμένης στὴν νοοτροπία τοῦ «μηδενικοῦ αθροίσματος» (zero-sum mentality)[13], ἡ ὁποία ἒχει διαμορφώσει τὴν ψυχοσύνθεση τοῦ δυτικοῦ κόσμου καὶ ἒχει καθορίσει τὴν πολιτικὴ κατεύθυνση καὶ ταυτότητα τῶν δυτικῶν δυνάμεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διαχρονικὸ ταυτοτητοποιητικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ρωσικῆς στρατηγικῆς κουλτούρας καὶ ψυχοσύνθεσης ἐν γένει καὶ ἡ ὁποία ἀποβλέπει στὴν ἑδραίωση ἑνὸς ὂντως δημοκρατικοῦ καὶ δίκαιου παγκοσμίου συστήματος, θεμελιωμένου σὲ ἰσότιμες καὶ ἀμοιβαίως ἐπωφελεῖς περιφερειακὲς καὶ διεθνεῖς συνεργασίες.

Ὑπάρχουν ἂραγε ἀκόμα περιθώρια οἰκοδόμησης μίας νέας παγκόσμιας τάξης ποὺ θὰ ἐγγυᾶται τὴν διεθνὴ εἰρήνη, τὴν δικαιοσύνη, τὴν σταθερότητα καὶ τὴν ἀσφάλεια; Ἐκτιμοῦμε πὼς ὑπάρχουν, ἀρκεῖ ἡ ἡγεσία – καὶ πρωτίστως τὸ βαθὺ κράτος – τῶν Η.Π.Α. νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἰδέα πὼς οἱ ὃροι τοῦ παιγνίου ἒχουν πλέον ἀλλάξει, ἀναγνωρίζοντας πὼς δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς προκλήσεις τοῦ ὑπὸ διαμόρφωση κόσμου, ἂν ἐπιμείνει στὴν ἀνορθολογικὴ νοοτροπία τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν, στὴν καταστρατήγηση τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ στὴν κυνικὴ ἐργαλιοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Στὴν ἀπευκταία περίπτωση ἀποτυχίας, «ἡ σταδιακὴ ἀποδόμηση τοῦ στρατηγικοῦ μονοπωλίου τῶν Η.Π.Α καὶ ἡ μετάβαση τοῦ κόσμου στὴν μεταδυτικὴ τάξη πραγμάτων, θὰ φέρει τὴν παγκόσμια κοινότητα ἀντιμέτωπη μὲ τὸν κίνδυνο ἀνάφλεξης ἐκτεταμένων περιφερειακῶν συγκρούσεων, οἱ ὁποῖες θὰ ὁδηγήσουν, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, σὲ ἓναν νέο παγκόσμιο πόλεμο».[14]

 

[1] Oliver Stuenkel: The post-western order – www.ips-journal.eu (27/3/2017)

[2] Foreign Policy Concept Of The Russian Federation – ΙΙ.4 (30/11/2016)

[3] Ἰ. Σ. Φριτζαλᾶ: Κριμαία – Ἡ ἐνεργειακὴ γέφυρα τῆς Εὐρώπης, Σελ. 80 – Πελασγός

[4] πρβλ. Dr. L. Semashko on J. Galtung: The US Empire Fall & Liberation of a Way towards Global Peace in the XXI Century – www.peacefromharmony.org (25/4/2016)

[5] P. Turchin: a. Political instability may be a contributor in the coming decade – www.nature.com (3/2/2010)

  1. Entering the Age of Instability after Trump – http://evonomics.com (17/10/2016)

[6] Foreign Policy Concept Of The Russian Federation – ΙΙ.5 καὶ IV.61

[7] πρβλ. Ἰ. Σ. Φριτζαλᾶ: Κριμαία – Ἡ ἐνεργειακὴ γέφυρα τῆς Εὐρώπης, Σελ. 40 – Πελασγός

[8] Dr. M. Gorbachev – A New Union is possible – http://tass.com (12/12/2016)

[9] Ἰ. Σ. Φριτζαλᾶ: Κριμαία – Ἡ ἐνεργειακὴ γέφυρα τῆς Εὐρώπης, Σελ. 70 & 71 – Πελασγός

[10] Ἰ. Σ. Φριτζαλᾶ: Κριμαία – Ἡ ἐνεργειακὴ γέφυρα τῆς Εὐρώπης, Σελ. 42 – Πελασγός

[11] Putin to Western Elites: Playtime is Over – https://russia-insider.com (17/3/2016)

[12] Ἡ. Ἡλιοπούλου: Ζητήματα Γεωπολιτικῆς & Διπλωματίας Ναυτικῶν & Ἠπειρωτικῶν Δυνάμεων στὸν Σύγχρονο Κόσμο, Σελ. 183 – Παπαζήσης

[13] Ἡ νοοτροπία τοῦ μηδενικοῦ ἀθροίσματος – βάσει τῆς Θεωρίας Παιγνίων – ἀναφέρεται στὴν στερεότυπη ἀντίληψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ κέρδος ἑνὸς ἀτόμου προκύπτει ἀπὸ τὴν ζημία κάποιου ἂλλου. (πρβλ. Ἰ. Σ. Φριτζαλᾶ: Κριμαία – Ἡ ἐνεργειακὴ γέφυρα τῆς Εὐρώπης, Σελ. 82 & 83  – Πελασγός)

[14] Ἰ. Σ. Φριτζαλᾶ: Κριμαία – Ἡ ἐνεργειακὴ γέφυρα τῆς Εὐρώπης, Σελ. 130  – Πελασγός

The Slow Death of Europe’s Traditional Center

0
Alice Bah Kuhnke, a Swedish Green Party candidate, and Per Bolund, the Swedish minister for financial markets and housing, cheer the results at an election-night watch party. The Greens were among the best performers in the European Parliament elections.JANERIK HENRIKSSON / TT NEWS AGENCY / REUTERS
BRUSSELS—Two visions for the future of Europe went head to head in the European Union’s parliamentary elections. By the time the results were announced Sunday night, it was clear neither had won outright.
This is not how many expected these European elections to go. The prediction was for far-right-nationalist parties to display their newfound political influence. After all, since the last European Parliament elections, in 2014, the EU has witnessed traditional parties decline, new populist governments form, and even one of its member states vote to leave the bloc altogether.This prediction ultimately didn’t come to pass. Though the elections saw some far-right parties (such as Marine Le Pen’s National Rally) come out on top, they also showed decades-high voter turnout and a surge in support for smaller, pro-European parties (such as the Greens in Germany and the Liberal Democrats in Britain). Taken together, the results suggest that the EU has experienced not the predicted surge of the far right, but the hollowing of its center. Beyond which parties won the most seats—and which alliances will be buoyed because of that—the results foreshadow a European future increasingly influenced by diametrically opposing forces, and the divisions that come with them.

Liberals, Greens, and far-right-nationalist parties were dubbed the primary winners of the night. These victories came at the expense of traditional center-left and center-right parties, which are expected to lose their combined majorities in the European Parliament. This means that should the center-right European People’s Party alliance and the center-left Progressive Alliance of Socialists and Democrats wish to continue governing in coalition as they do now, they will need to seek the support of additional partners. “It’s clear this evening is a historical moment,” Guy Verhofstadt, the leader of the Alliance of Liberals and Democrats for Europe, said Sunday, proclaiming that there is “a new balance of power” in the chamber.The results weren’t a surprise for traditional centrist parties that have struggled at the national level. Germany’s ruling Conservatives and Social Democrats, who govern in coalition, suffered losses that mirrored the results of the country’s last general election. In the United Kingdom, the Conservative and Labour parties each hemorrhaged seats to smaller, pro-Brexit and pro-EU parties across the political spectrum.

European elections are typically treated as second-tier contests, in which few turn out to vote. Those who do tend to be driven by domestic issues and often opt to support smaller parties at the expense of established ones. This year, though, was different. Not only did an estimated 51 percent of the bloc’s 400 million eligible voters cast a ballot (a 20-year high, according to the European Parliament), but they did so in a campaign virtually dominated not by domestic issues, but by the EU and its future. Perhaps nowhere was this more evident than in Germany, where nearly all of the major parties (excluding the far-right Alternative for Germany) focused their campaign on their own vision for the bloc.

“These elections are really about sending a signal—do you want to develop the European Union further, or do you want to fall back to nationalism?” Svenja Hahn, a German MEP-elect for the pro-business Free Democratic Party, which increased its vote share by two seats, told me on her final day of campaigning, at a street fair in the northern-Germany city of Hamburg. She and her fellow Free Democratic Party members waved EU flags and held a large banner urging German voters to “Sag JA zu Europa,” or “Say YES to Europe.”

Even in Britain, which wasn’t expected to take part in these EU elections, the topic of Europe—and specifically Brexit—dominated the campaign. Though the nascent Brexit Party, which advocates for Britain leaving the EU without a withdrawal deal, performed the best, with 31.7 percent of the vote, pro-EU parties such as the Liberal Democrats and the Greens also made substantial gains. The outcome reflects deep divisions that already existed within Britain over Brexit: The five unequivocally pro-EU parties (including the Liberal Democrats, the Greens, the Scottish National Party, Change U.K., and Plaid Cymru) earned a collective 40 percent of the vote, compared with the combined 35 percent earned by the unequivocally euroskeptic Brexit Party and U.K. Independence Party.

Though euroskeptic parties have always had a presence in the European Parliament, they have struggled to wield substantial influence. And though far-right parties experienced victories in countries such as France, Italy, and Hungary, this seems unlikely to change. A new alliance of nationalist parties, led by Italian Deputy Prime Minister Matteo Salvini, is poised to claim 70 of the European Parliament’s 751 seats, making it the fourth-biggest parliamentary group, behind the center-right European People’s Party, the center-left Progressive Alliance of Socialists and Democrats, and the new alliance of Liberals and Democrats for Europe, led by French President Emmanuel Macron and Dutch Prime Minister Mark Rutte. This means that though far-right parties will be able to exert some influence, they are unlikely to emerge as an obstructive force within the bloc—particularly when it comes to decisions such as picking the next president of the European Parliament.Indeed, some of the anti-EU, nationalist forces may not join an alliance at all. “I don’t like the idea of going to Brussels and joining an alliance,” Ben Habib, an MEP-elect for the Brexit Party in London, told me ahead of the results. “It may be something that is sensible to do for the greater good of our collective interests, but I want a really good analysis before I sign up to anything else.”

To the extent that there was a wave of support for any one particular party across the EU, it was almost certainly for the Greens. Europe’s Green parties saw major gains in Germany and France, as well as upswings in Ireland, Luxembourg, and Portugal. “There has been a lot of talk about the far right and not so much talk about the Greens,” Sofi Lindholm, a 29-year-old voter, told me, noting the success of the Green Party in her native Finland. “The central party lost one seat and the Greens gained one, so it was a good sign for the planet, for the climate.”

For others awaiting the election results in the plaza outside the European Parliament on Sunday, the results were a victory for Europhiles everywhere—regardless of which party they voted for. “It’s a nice sign that people felt concerned about voting for Europe and people feel more European than previous elections,” Piero Delucia, a 36-year-old voter from Italy, told me of the turnout as he and his friends from the U.K. and Finland awaited the live election returns in the rain.

“This, for me, is already a success.”


The Friedrich Ebert Foundation (Friedrich-Ebert-Stiftung) arranged to support travel and accommodations in the European Union for reporting used in this article.

We want to hear what you think about this article. Submit a letter to the editor or write to [email protected].

YASMEEN SERHAN is a London-based staff writer at The Atlantic.
https://www.theatlantic.com/international/archive/2019/05/european-parliament-elections/590329/?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=atlantic-daily-newsletter&utm_content=20190527&silverid-ref=NDIxODcyMzAwNjkwS0

Το Δίκαιο της Θάλασσας και η “τουρκική ειρήνη”: Η Τουρκία δεν μπορεί να κτυπήσει την ΑΟΖ

1

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν με τη σύζυγό του Εμινε σε συγκέντρωση για αθλητές και καλλιτέχνες. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

Η θέση της Κύπρου αναφορικά με την Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη (ΑΟΖ) είναι σιδηροκέφαλη. Είναι κατοχυρωμένη από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας που κωδικοποιήθηκε σε νέο συμβατικό κείμενο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ στο Montego–Bay της Ιαμαϊκής το 1982. Σήμερα αποτελεί, πλέον, θεσμικό αλλά και εθιμικό δίκαιο.

Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας μπήκε σε ισχύ διεθνώς το 1994 μετά τη επικύρωση της από εξήντα χώρες. Σήμερα πάνω από 180 κράτη έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, ενώ σχεδόν 170 την έχουν υπογράψει και επικυρώσει.

Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται η Ευρωπαϊκή Ένωση και όλα τα νησιώτικα κράτη του κόσμου, δηλ. η Αυστραλία, η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Ιαπωνία, η Μάλτα, η Νεα Ζηλανδία, η Σιγκαπούρη, τα Νησιά Μάρσιαλ, Φίτζι, Νιούεν, Παλάου, Αγ. Κιτς, Τουβαλού, Αγ. Λουτσία, Σεϋχέλλες, Σαμόα, Τζαμάικα, Χαϊτι, Δομικανική Δημοκρατία, Γρανάδα, Δομίνικα, Μαυρίκιος, η Κύπρος και βέβαια η πάλαι ποτέ “αυτοκρατορική” νήσος, το Ηνωμένο Βασίλειο (πιθανό να άφησα και κάποια νησιώτικα κράτη έξω αλλά είναι όλα καταγραμμένα στον ΟΗΕ).

  • Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν μια ιδιόμορφη θέση αναφορικά με τη Σύμβαση. Το 1982 επί Ρέηγκαν αρνήθηκαν να την υπογράψουν. Τη υπέγραψαν όμως επί Προεδρίας Κλίντον το 1994, αφού απέσπασαν ορισμένες τροποποιήσεις για το μείζον για αυτούς ζήτημα της εκμετάλλευσης του πλούτου του θαλάσσιου βυθού. Από τότε επανειλημμένες προσπάθειες από διαδοχικές κυβερνήσεις για επικύρωση της από τη Γερουσία, απέτυχαν. Είναι όμως θέμα χρόνου η επικύρωση της Σύμβασης από το νομοθετικό σώμα.

Στο μεσοδιάστημα- και αυτό είναι μείζονος πολιτικής σημασίας- η Ουάσινγκτον έχει με επανειλημμένες δηλώσεις επίσημα δεσμευθεί να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις αρχές και τους όρους της Σύμβασης. Και δεσμεύεται, επιπλέον, και από το γεγονός πως η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει καταστεί εθιμικό δίκαιο που δεσμεύει όλα τα κράτη, είτε είναι μέλη είτε όχι.

Όπως είναι γνωστό η Τουρκία αρνήθηκε να υπογράψει τη Συνθήκη, όπως και άλλες προηγούμενες σχετικά, π.χ. αυτή για τα χωρικά ύδατα του 1958. Είναι μεταξύ των ελαχίστων κρατών που δεν υπέγραψαν. Η Τουρκία συμμετείχε πάνοπλη στις εργασίες της Διάσκεψης του Montego–Bay του 1982. Πολέμησε με νύχια και με δόντια τη Συνθήκη αλλά απέτυχε παταγωδώς. Πολέμησε δηλαδή τι; Πολέμησε μην αποκτήσουν τα νησιώτικα κράτη χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και τελικά ΑΟΖ, διότι κάτι τέτοιο δεν ήταν προς τον συμφέρον της. Απαιτούσε από τα νησιώτικα κράτη να αυτοευνουχιστούν με βάση το δικό της “Οσμανλικό δίκαιο”.

Έκτοτε η Τουρκία αποτελεί γραφική μειονότητα του ενός στις ετήσιες συνάξεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, όπου προσπαθεί να ανατρέψει ρήτρες μιας διεθνούς σύμβασης που έχει καταστεί, πλέον, διεθνές εθιμικό δίκαιο.

  • Η πολιτική της Κύπρου αναφορικά με την ΑΟΖ είναι στέρεα και νόμιμη γιατί εδράζεται στη Σύμβαση του 1982. Η Κύπρος ανακήρυξε ΑΟΖ το 2004 και συνομολόγησε συμφωνίες για οριοθέτησή της με γειτνιάζοντα κράτη (Αίγυπτο, Λίβανο, Ισραήλ) στη βάση της αρχής της μέσης γραμμής (median line), όπως ακριβώς ορίζει η Σύμβαση και με αποδοχή όρων για διαπραγμάτευση/ διαιτησία, ακριβώς όπως προβλέπεται από τη Σύμβαση, σε περιπτώσεις διαφωνιών.

Σε αντίθεση η Τουρκία, που δεν είναι μέλος της Σύμβασης, ανακήρυξε ΑΟΖ στη Μαύρη Θάλασσα και οριοθέτησε ΑΟΖ με γειτονικά της κράτη στη βάση της Σύμβασης του 1982. Αλλά αρνείται να πράξει το ίδιο στη Μεσόγειο βάσει του δικαίου που προκύπτει από τη Σύμβαση. Για τη Μεσόγειο η Τουρκία επικαλείται το δικό της “Οσμανλικό δίκαιο” που αποκαλεί βέβαια “διεθνές δίκαιο”.

Επιπλέον επικαλείται συμφωνίες για “οριοθέτηση” ΑΟΖ, που συνομολόγησε με τον εαυτό της, βασικά, δηλ. με το υποτελές σε αυτή καθεστώς στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, για τις επεκτατικές της διεκδικήσεις στη Μεσόγειο. Επιπλέον απαιτεί με επιστολές στον ΟΗΕ “αναγνώριση” ΑΟΖ για ένα δικό της μόρφωμα, το οποίο το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ χαρακτήρισε, με τις Αποφάσεις του 541 και 550, ως “νομικά ανύπαρκτο” (“legally invalid”).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Δικαίου της Θάλασσας η Κύπρος είναι τυχερή διότι διαθέτει ένα από τους πιο καταξιωμένους διεθνώς γνωστές του αντικειμένου. Αναφέρομαι στον Ανδρέα Ιακωβίδη, πρέσβη και νομικό του διεθνούς δικαίου- με σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια Αγγλίας και Αμερικής- που ηγήθηκε ως αρχηγός αποστολής της κυπριακής αντιπροσωπείας στο Montego–Bay.

Ο πρέσβης Ιακωβίδης αντιμετώπισε επιτυχώς τις σοφιστείες των Τούρκων και υπόγραψε πανηγυρικά τη Σύμβαση εκ μέρους του κυπριακού κράτους. Ο κ. Ιακωβίδης έχει πλούσιο συγγραφικό έργο και πολλές δημόσιες παρεμβάσεις επί του ζητήματος. Εικάζω πως η κυβέρνηση Αναστασιάδη και ο ΥΠΕΞ κ. Χριστοδουλίδης βρίσκονται σε επαφή μαζί του. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Πρέσβης, η Κύπρος διαθέτει ακαταμάχητη νομική θέση. Αφού όμως η Τουρκία την αμφισβητεί, ο μόνος τρόπος να εξυπηρετηθεί είναι μέσω διαπραγματεύσεων, τη διαμεσολάβηση τρίτων, ή μέσων διαδικασιών διαθέσιμων από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (Δες π.χ. κείμενο του “Turkey and the Law of the Sea: some facts”, Cyprus Mail, February 11, 2018).

Γιατί δεν το πράττει; Διότι άλλο είναι το ζόρι της Άγκυρας. Είναι το καθαυτό κυπριακό κράτος εναντιον του οποίου βυσσοδομεί- από το 1964- αλλά το οποίο αδυνατεί να καταλύσει. Και ο λόγος δεν είναι μόνο πως τα κράτη είναι αυθύπαρκτα και δεν καταλύονται. Είναι και επειδή αδύναμα κράτη οχυρώνονται πίσω από διεθνείς θεσμούς και το διεθνές θεσμικό και εθιμικό δίκαιο.

  • Κατακτούν έτσι το ηθικό πεδίο της μάχης έναντι βουλιμικών και επιδρομικών κρατών όπως είναι η Τουρκία. Επιδρομικά κράτη δεν δικαιώνονται. Δεν γράφω το παραπάνω επειδή πιστεύω πως θα σώσει την Κύπρο το δίκαιο της θάλασσας και οι διεθνείς θεσμοί από μια τουρκική επιδρομή. Αλλά για ένα αδύναμο- όχι “μικρό” αλλά αδύναμο- κράτος όπως είναι η Κύπρος, είναι τα μόνο διαθέσιμα εργαλεία άμυνας. Και με σωστή και ευρηματική διαχείρηση είναι αποτελεσματικά. Και ας λείπουν οι ειρωνείες και οι εξυπνακισμοί ως προς το “πόσες φρεγάτες” διαθέτει το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς θεσμοί.

Η Τουρκία που διαθέτει τόσες και τόσες, γιατί σχίζει τα οπίσθιά της επικαλούμενη το “διεθνές δίκαιο” και τα “δίκαιά” της; Γιατί δεν μπορεί να “νομιμοποιήσει” την πολιτική της στην Κύπρο; Διότι είναι επιδρομική, γιαυτό. Γιατί αδυνατεί να επιλύσει το κουρδικό; Για τον ίδιο λόγο. Διότι θέλει να επιβάλει μια “τουρκική ειρήνη”, μέσω μιας επιδρομικής πολιτικής στη Συρία, αφού ήδη απέτυχαν οι βίαιες και αιματηρές πολιτικές της εσωτερικά. Μια “τουρκική ειρήνη” είναι και το ζητούμενο στην Κύπρο.

Ευελπιστεί η Άγκυρα πως θα την πετύχει. Όχι όμως όπως κάποιοι στην Κύπρο πιστεύουν μέσω του στρατιωτικού καταναγκασμού που οι Κύπριοι προκαλούν, τάχατες, με τους “μαξιμαλισμούς” τους.

Αυτό ούτε η Άγκυρα δεν το θεωρεί εφικτό. Το εκμεταλλεύεται όμως πιστεύοντας πως αργά ή γρήγορα θα τρομοκρατηθούν αρκετοί ώστε να δημιουργηθεί εκείνη η “κρίσιμη εσωτερικά” μάζα κυπρίων που θα θυσιάσει τις ελευθερίες της και τα συναφή της ανθρώπινα δικαιώματα, με αντάλλαγμα μια εφήμερη “τουρκική ειρήνη”.

https://www.apopseis.com/to-dikaio-tis-thalassas-kai-i-toyrkiki-eirini-i-toyrkia-den-mporei-na-ktypisei-tin-aoz/

Ερντογάν και Τραμπ ψάχνουν τη …λύση! Ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος είναι διχασμένες χώρες

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

US President Donald J. Trump (R) and First Lady Melania Trump disembark from Air Force One as they arrive at Haneda International Airport in Tokyo, Japan, 25 May 2019. EPA, JIJI PRESS JAPAN OUT, EDITORIAL USE ONLY

MAY 27, 2019

Ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος είναι δύο διχασμένες χώρες, όπως απέδειξε η προεκλογική περίοδος για τις ευρωεκλογές, οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας και η παραδοσιακή φιλία μεταξύ των δύο χωρών, που έχει «τραυματιστεί» τα τελευταία χρόνια με ευθύνη του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, κινδυνεύει να διαλυθεί. Οι σχέσεις, θα έλεγα, βρίσκονται στην πιο κρίσιμη φάση της ιστορίας τους. Με τα σημερινά δεδομένα, η ρήξη βρίσκεται στη γωνία, και αν ο κ. Ερντογάν δεν υποχωρήσει θα δει τη χώρα του να δεινοπαθεί και την οικονομία της να καταρρέει.

Σε αυτή την πολύ δυσάρεστη κατάσταση για την Τουρκία, αντί στην Ελλάδα και την Κύπρο να επικρατεί η ενότητα, οι πολιτικές δυνάμεις είναι διχασμένες και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους. Οι επόμενες 12 ημέρες θεωρούνται οι πιο κρίσιμες, καθώς η Τουρκία καλείται να επιλέξει μεταξύ των δύο πιο ισχυρών της γης, την Αμερική και τη Ρωσία.

Με τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, διότι ουδείς μπορεί να υποστηρίξει με βεβαιότητα τι θα πράξει στο τέλος ο κ. Ερντογάν, οι πάντες στην Ουάσιγκτον, διπλωμάτες, αναλυτές και δημοσιογράφοι, συμφωνούν ότι δεν θα υποκύψει στο αμερικανικό τελεσίγραφο και ότι ήδη έχει επιλέξει να προχωρήσει ακόμα «πιο βαθιά» τη συμμαχία του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Αυτή είναι η μία εκδοχή. Οι παραπάνω καταγράφουν βεβαίως ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Τούρκος ομόλογός του, έχουν μία περίεργη «φιλική σχέση», η οποία αν και πέρασε από χίλια κείμενα, παραμένει ισχυρή, όπως τονίζουν σε κάθε ευκαιρία Τούρκοι αξιωματούχοι. Και αυτή είναι η δεύτερη εκδοχή για τις τουρκοαμερικανικές σχέσεις. Και υπονοεί ότι θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μία συμφωνία, που ούτε καν περιγράφεται ακόμα…

Μάλιστα την Πέμπτη και μετά τη δημοσιοποίηση του αμερικανικού τελεσιγράφου από το τηλεοπτικό δίκτυο CNBC, που απαιτεί την ακύρωση της αγοράς των S-400 και την αντικατάστασή τους με τους αμερικανικούς Patriot, συνεργάτες του κ. Ερντογάν, που βρίσκονταν στην Ουάσιγκτον διοχέτευσαν την πληροφορία ότι επίκειται συνάντηση του κ. Τραμπ με τον Τούρκο ομόλογό του. Στην αμερικανική πρωτεύουσα πιστεύουν ότι οι Τούρκοι αξιωματούχοι παίζουν καλά το παιγνίδι της «φιλικής σχέσης» των δύο προέδρων, καθώς θέλουν να επιβεβαιώσουν την καταγγελία του κ. Ερντογάν, ότι το «βαθύ κράτος» της Αμερικής έχει αποκλείσει κάθε πρόσβαση του Τούρκου προέδρου στο Λευκό Οίκο.

Ως αποτέλεσμα αυτού του αποκλεισμού, ισχυρίζονται, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη συνεννόηση του κ. Ερντογάν με τον κ. Τραμπ για να λήξει η κρίση που μαστίζει τις σχέσεις. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όπως τα παρουσιάζουν οι Τούρκοι. Το γνωστό τουρκικό παζάρι δεν είναι αποτελεσματικό, διότι στην Άγκυρα δεν καταλαβαίνουν το αυτονόητο: ότι το παιγνίδι είναι στρατηγικό και δεν έχει να κάνει με οποιαδήποτε φιλική σχέση του εκάστοτε προέδρου των ΗΠΑ.

Υπενθυμίζουν ότι ο πρώην πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα είχε εκπονήσει το δικό του στρατηγικό σχέδιο για την ευρύτερη γειτονιά μας, με το οποίο είχε διαφωνήσει ο πρωθυπουργός του Ισραήλ. Όσοι μελετούν και διαβάζουν πίσω από τις γραμμές, θυμούνται ότι ο κ. Ομπάμα επειδή ακριβώς συνάντησε την αντίσταση του κ. Νετανιάχου, έστριψε το αμερικανικό «καράβι» προς την Τουρκία και μάλιστα δεν υιοθέτησε την σκληρή στάση των Ισραηλινών απέναντι στο Ιράν. Η πολιτική του πρώην προέδρου των ΗΠΑ για το Ιράν και γενικά την περιοχή, κατέρρευσε με την άνοδο στην εξουσία του κ. Τραμπ, ο οποίος υιοθέτησε την «πολεμική» φρασεολογία των «γερακιών», όπως ο Τζον Μπόλτον και ο Μάικ Πομπέο. Αυτό το σκηνικό, που περιγράφει τη διαφορά πολιτικής δύο προέδρων της Αμερικής ήταν ένα καλό μάθημα για χώρες όπως η Τουρκία και το Ισραήλ.

Η διαφορά έγκειται στο εξής: ότι το Εβραϊκό Κράτος μπορεί πλέον να παίζει διπλωματικά και στρατηγικά μόνο του, ενώ η Τουρκία εξαρτάται ακόμα από τις μεγάλες δυνάμεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της παρούσας κρίσης, βρίσκεται μεταξύ των θηρίων, της Αμερικής και της Ρωσίας. Χωρίς αμφιβολία τον συμφέρει να τα σβήσει όλα και να επιστρέψει στη «θαλπωρή» της Δύσης, που ξεχνά πάντα τις αμαρτίες της Τουρκίας. Όμως, για περίεργους λόγους, που αφορούν την μεγαλομανία του, πιστεύει πια ότι τα συμφέροντα της Τουρκίας προστατεύονται καλύτερα από τη Μόσχα. Οι πάντες, ακόμα και οι συνεργάτες του, ακόμα και ο πολυπράγμων γαμπρός του, έχουν εντοπίσει το λάθος. Αλλά ο Ερντογάν φαίνεται ότι δεν έχει πειστεί ακόμα. Οπότε, όποιος υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι γνωρίζει την τελική απόφαση του προέδρου της Τουρκίας είναι ένας μετά Χριστό «προφήτης».

Τα δεδομένα βρίσκονται ενώπιον μας, απλά τον τελευταίο λόγο θα τον έχει η σχιζοφρενική περίπτωση του Σουλτάνου. Γνώστες του παρασκηνίου του Λευκού Οίκου, επειδή ακριβώς γνωρίζουν τον κ. Τραμπ, δεν επιθυμούν αυτή τη στιγμή να αποκλείσουν οτιδήποτε, ακόμα και μία επίσκεψη του Αμερικανού πλανητάρχη στην Άγκυρα. Γιατί; Επειδή πιστεύει ότι αν συναντήσει τον κ. Ερντογάν θα τον μεταπείσει… Μπορεί. Αλλά τούτη τη στιγμή ο Τούρκος πρόεδρος “δεν καταλαβαίνει τίποτα”! Τι θέλουν οι Αμερικανοί τα γνωρίζουμε. Τα είπαν άπειρες φορές δημόσια, τα έβαλαν σε χαρτί το οποίο έδωσαν στον Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τα συμπεριέλαβαν και στο τελεσίγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που το αποκάλυψε το δίκτυο CNBC.

Οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποκλείουν μεσοβέζικη λύση, άρα -αν πιστέψουμε την αποκάλυψη- απαιτούν την ακύρωση της συμφωνίας για τους S-400. Δεν δέχονται, ας πούμε, τη μεταφορά τους σε άλλη χώρα. Άλλωστε, και ο κ. Ερντογάν έχει απορρίψει αυτή την ταπεινωτική συμφωνία. Είναι προτιμότερο να βρει μία άλλη καλή και πειστική δικαιολογία. Αλλά, στις ΗΠΑ έχουν ξεκαθαρισμένη εικόνα: Πρώτον δεν δέχονται σε καμία περίπτωση να χάσουν την Τουρκία. Η αφέλεια τους είναι αστείρευτη, διότι δεν αντιλαμβάνονται καν ότι ο Ερντογάν δεν μπορεί να ανατραπεί, διότι θα βρεθούν ενώπιον μίας απίστευτης αιματοχυσίας.

Δεύτερον, είναι τόσο τουρκολάγνοι μερικοί αξιωματούχοι, που δεν θα είχαν πρόβλημα να αποδεχθούν μία ερμαφρόδιτη λύση. Όμως, άλλα στελέχη, που συμμετέχουν στις αποφάσεις, όπως ο κ. Μπόλτον και ο κ. Πομπέο, πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τη γνώμη του κ. Ερντογάν. Την ίδια στιγμή έχουν προετοιμαστεί για το χειρότερο σενάριο, της απώλειας της Τουρκίας.

Εάν λοιπόν ο κ. Πούτιν κερδίσει την κατοχική δύναμη με το μέρος του, οι αντιδράσεις θα είναι κολοσσιαίες. Όπως και η αμερικανική οργή. Αυτά που είδαμε το περασμένο καλοκαίρι, που προκάλεσαν την κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας, θα είναι ασήμαντα μπροστά στις κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος CAATSA με τον οποίο η Αμερική αντιμετωπίζει τους εχθρούς της.

Πηγή: Ερντογάν και Τραμπ ψάχνουν τη …λύση! Ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος είναι διχασμένες χώρες https://hellasjournal.com/2019/05/eno-i-ellada-kai-i-kypros-einai-dichasmenes-chores-erntogan-kai-tramp-psachnoyn-ti-lysi/

Τι αλλάζει στο πολιτικό σκηνικό μετά τις χθεσινές εκλογές.

0

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Ο Συριζα έχασε τις εκλογές της Κυριακής σε όλα τα μέτωπα. Στις ευρωεκλογές που έχουν  πανελλήνιο χαρακτήρα έχασε με διαφορά 9,3%. Η ηγεσία του, φαίνεται πως δεν ανέμενε την έκταση της ήττας. Γι αυτό και τα αντανακλαστικά της στη διαχείρισή της ήταν αργά.

Το αν η ήττα είναι στρατηγική ή όχι, θα φανεί το επόμενο διάστημα και, κυρίως, μετά τις εθνικές εκλογές οι οποίες προσδιορίζονται περί τα τέλη Ιουνίου.

Ο όρος στρατηγική ήττα είναι, βεβαίως, παλιός όσο και η ανθρωπότητα και δεν ανακαλύφθηκε προσφάτως από πρώην υπουργό, όπως υποστήριξαν δημοσιογράφοι σε χθεσινά πάνελς. Ούτε και σημαίνει αδυναμία του ηττημένου να επηρεάσει τις εξελίξεις. Σημαίνει αποδόμησή του. Όχι μόνο στον επηρεασμό των εξελίξεων αλλά και στην συνέχιση της συγκροτημένης και ισχυρής παρουσίας του.

Το αν ο Συριζα υπέστη μια τέτοια ήττα θα εξαρτηθεί από το πώς θα κινηθούν τα υπόλοιπα κόμματα και, κυρίως, το ΚΙΝΑΛ.

Ας δούμε ορισμένα ζητήματα που αναδύονται από τις χθεσινές εκλογές:

1.-Θα μπορούσε ο κ. Τσίπρας να αποφύγει τις εθνικές εκλογές;

Δύσκολα. Αν και δέχθηκε τέτοιες παροτρύνσεις, με τη λογική ότι το καλοκαίρι ο κόσμος χαλαρώνει και λόγω τουρισμού η οικονομία βελτιώνεται. Η απομάκρυνση του κόσμου από το Συριζα δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομία. Αν επρόκειτο, μόνο, περί αυτού, έπρεπε να βρει ανταπόκριση το επίδομα που μοίρασε η κυβέρνηση και η υπόσχεση ότι θα δώσει και άλλα. Περισσότερο λειτούργησε, στην πολιτική καταδίκη του Συριζα, η διαμόρφωση ενός συνειδητού ή υποσυνείδητου υποστρώματος πολιτικού και ηθικού αμοραλισμού. Η αίσθηση, δηλαδή, στην κοινωνία, ότι «αυτοί δεν έχουν όρια». Ο ίδιος ο Τσίπρας που έχει πολιτική διαίσθηση αντιλήφθηκε πως το κλίμα δεν είναι αναστρέψιμο και πως παράταση προσφυγής στις εθνικές κάλπες θα παράγει περισσότερο αρνητικά αποτελέσματα. Από τη χθεσινή του δήλωση φάνηκε πως το δίλημμα που θα θέσει είναι η οικονομία. Μάλλον δεν θα αποδώσει. Το πρόβλημα με το Συριζα είναι ότι υπάρχει μια αρνητική εικόνα που παρήχθη τα τελευταία τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησης. Ο κ. Τσίπρας, ακόμη, δεν μπορεί να ξεπεράσει τον πολιτικό αμοραλισμό του. Ως αργά χθές το βράδυ, δεν επικοινώνησε με το νικητή των εκλογών για τα τυπικά, καθιερωμένα συγχαρητήρια, που αποτελούν δείγμα  πολιτικού πολιτισμού. Θα οδηγήσει στα άκρα την αντιπαράθεση διότι αυτό μπορεί να κάνει. Δεν μπορεί να αναπτύξει ούτε άλλη πολιτική συμπεριφορά ούτε άλλη πολιτική πρόταση. Παρά την ηλικία του είναι πολιτικός της δεκαετίας του ’60. Υπάρχει ακόμη ένας λόγος για την απόφασή του να οδηγηθεί η χώρα σε πρόωρες εκλογές. Να αποφύγει την εσωτερική γκρίνια και αμφισβήτηση. Υπάρχουν πρόσωπα τα οποία προσβλέπουν στην επόμενη ημέρα για τη διαδοχή. Ο Τσίπρας πιστεύει πως κερδίζοντας χρόνο με τις εθνικές εκλογές και μειώνοντας τη διαφορά, θα διαχειριστεί τις μετεκλογικές εξελίξεις. Μάλλον θα διαψευστεί. Η ελπίδα, όμως, πεθαίνει τελευταία.

2.-Παρόν και μέλλον του Συριζα.

Τα στελέχη του Συριζα προσπάθησαν , χθες, πριν τη δήλωση του πρωθυπουργού, να διαχειριστούν την ήττα στα τηλεοπτικά πάνελς στη λογική ότι το κόμμα τους εδραιώθηκε ως ο ένας πόλος του δικομματισμού στη χώρα. Κατ αρχάς είναι τραγικό να ακούει κανείς, να επιχαίρουν για τη δικομματική τους εδραίωση πολιτικοί που υποτίθεται πως ανάλωσαν την δημόσια παρουσία τους στο «σπάσιμο του δικομματισμού» Αλλά, αυτά ισχύουν όταν δεν βρίσκονται οι ίδιοι στο παιχνίδι. Αν μπορούν να γίνουν πρωταγωνιστές του, ο δικομματισμός είναι άριστος. Υπάρχουν, όμως, πολλές πιθανότητες η δικομματική ελπίδα τους να αποδειχθεί φρούδα.  Οι ψηφοφόροι του ήταν, ούτως ή άλλως δανεικοί και τίποτε δεν αποκλείει να ξαναγυρίσουν στη βάση τους αν ο πολιτικός χώρος προέλευσής τους διαχειριστεί τις εξελίξεις έξυπνα και ευέλικτα. Σημειωτέον ότι ένα τρία με τέσσερα τοις εκατό των ψηφοφόρων του Συριζα προερχόταν από αριστερές φράξιες οι οποίες τον εγκατέλειψαν σταδιακά μετά τη στροφή του δημοψηφίσματος. Αντί να εκμεταλλευτεί τη στροφή για «άνοιγμα» στην κοινωνία, κάτι που θα του διεύρυνε το ακροατήριο, ο Τσίπρας και οι σύντροφοί του με τους οποίους διαμόρφωνε την πολιτική του, λειτούργησαν διχαστικά. Περιόρισαν, έτσι, το ακροατήριό τους και αναπαρήγαγαν φοβικά σύνδρομα σε μια κοινωνία που πλήρωσε ιστορικά τους διχασμούς. Ακόμη, ο βασικός κορμός των ψηφοφόρων του Συριζα προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ από το οποίο έφυγε λόγω της καθεστωτικής νοοτροπίας που προσδιόρισε καθοριστικά ένα κόμμα το οποίο κυβέρνησε τα περισσότερα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το εκλογικό αυτό σώμα, «τιμώρησε» το κόμμα του με την μετακίνησή του στο Συριζα αλλά δεν έκοψε τις ρίζες του. Όσοι από το Συριζα έχουν πολιτικό υπόβαθρο ανησυχούν από την συμπεριφορά αυτών των ψηφοφόρων του.  Το αν θα εδραιωθεί ή όχι στο πολιτικό σκηνικό ο Συριζα δεν εξαρτάται από το ποσοστό που πήρε στις χθεσινές εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο. Ίσως, δεν εξαρτηθεί και από τις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Η εδραίωση ως δικομματικού πόλου θέλει χρόνο. Και το πολιτικό πεδίο στην Ελλάδα είναι ρευστό. Ο Συριζα εισέρχεται σε μια εσωτερική περιδίνηση που θα του καύσει τα καύσιμα.

3.-Οι συγκρατημένες δηλώσεις Μητσοτάκη.

Ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε προσεκτικός και συγκρατημένος στις χθεσινές του δηλώσεις. Το έκανε για να μην φοβίσει τον κόσμο ενόψει των εθνικών εκλογών ή, ως πολιτική αντίληψη πιστεύει πως αυτή πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη πολιτική συμπεριφορά απέναντι σε μια κοινωνία που υπέφερε τα μέγιστα τα τελευταία 10 χρόνια; Ό,τι και να συμβαίνει από τα δύο, στην πολιτική μετρά η πράξη. Όχι οι προθέσεις ή οι σκέψεις. Ο κόσμος έχει κουραστεί. Θέλει χαμηλούς τόνους, σεβασμό στην αγωνιώδη προσπάθειά του να ζήσει και κάποια ελπίδα για το μέλλον. Ότι, δηλαδή, τα πράγματα θα αρχίσουν να παίρνουν κάποιο θετικό δρόμο. Θέλει σοβαρή και αξιοπρεπή διαχείριση και δεν ικανοποιείται με τις χάντρες του Συριζα. Η κοινωνία είναι έτοιμη να γυρίσει σελίδα. Αλλά δεν θα ανεχθεί, επ ουδενί, την εγκατάλειψη από μια νέα κυβέρνηση των ψηγμάτων που απέμειναν από το κοινωνικό κράτος. Θα είναι λάθος του κ. Μητσοτάκη να διολισθήσει στον ακραίο φιλελευθερισμό και να εγκαταλείψει τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Οι νεοφιλελεύθερες προτάσεις αφορούσαν κοινωνίες στις οποίες αναπτύχθηκε ο καπιταλισμός και είχαν άλλες παραδόσεις. Η εντύπωση είναι πως ο αρχηγός της ΝΔ τα διαισθάνεται αυτά και θα διαμορφώσει καταλλήλως το προεκλογικό του πρόγραμμα. Ένας άλλος κίνδυνος στο χώρο της ΝΔ είναι να αναπτυχθούν φαινόμενα αλαζονείας και εκδίκησης. Η στάση του  αρχηγού του κόμματος έδειξε να μην ευνοεί τέτοιες συμπεριφορές. Αν, όπως συμφωνούν πολλοί, ο Συριζα αποτελεί ένα επικίνδυνο πολιτικό μόρφωμα το οποίο πρέπει να επανέλθει στην αφετηρία του όσον αφορά τα ποσοστά του, δηλαδή 4%, χρειάζεται προσοχή στην επόμενη μέρα από τη διαφαινόμενη ήττα του στις εθνικές εκλογές. Όχι διχαστικός λόγος, όχι αλαζονεία, όχι διακρίσεις, άνοιγμα στην οικονομία χωρίς εγκατάλειψη του κοινωνικού κράτους. Το  γεγονός ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι ηλικίας από 17-34 ετών προτίμησαν τη ΝΔ και όχι το Συριζα είναι ένα, ακόμη, στοιχείο προβληματισμοί και για τα δύο κόμματα.

4.-Το ΚΙΝΑΛ (ή ΠΑΣΟΚ) καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων απο εδώ και πέρα είναι το ΚΙΝΑΛ. Από τον τρόπο που θα πολιτευτεί εξαρτάται αν θα επανέλθει, πρωταγωνιστικά, στο πολιτικό σκηνικό ή θα μείνει ένα κόμμα που θα προσπαθεί να προσεγγίσει το 10%. Μπαλαντέρ, δηλαδή.  Μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του διέρρευσε προς το Συριζα και ένα μικρότερο προς τη Νέα Δημοκρατία. Στο ΚΙΝΑΛ πρέπει να δουν τις αιτίες και πώς να διαχειριστούν τις νέες πολιτικές εξελίξεις. Εννοείται πως θα ήταν τραγικό λάθος η τιμωρητική αντιμετώπιση των ψηφοφόρων που αγανακτισμένοι πήγαν στο Συριζα. Οι πόρτες του ΚΙΝΑΛ πρέπει να είναι ανοικτές χωρίς κανέναν όρο. Με την παλιά «συντροφική» διάθεση. Η επάνοδος των πρώην οπαδών και ψηφοφόρων του είναι η δεξαμενή που θα καταστήσει το Κίνημα παράγοντα και όχι κομπάρσο του νέου πολιτικού σκηνικού. Τα πολλά χρόνια κυβερνητικής εξουσίας παρήγαγαν και αρνητικά φαινόμενα και αμαύρωσαν την εικόνα του κόμματος. Πρέπει να υπάρξει μια πειστική απολογία και αυτοκριτική. Ο πολιτικός χώρος πρέπει να αυτοκαθαρθεί και να παρουσιαστεί  με νέο όραμα και νέους ανθρώπους στην κοινωνία. Ανθρώπους, στην ηγεσία του που δεν συνδέονται με την διαχείριση της εξουσίας στο παρελθόν αλλά προέρχονται από τα σπλάχνα του. Είναι δικοί του. Υπάρχουν και σιγά σιγά αναδεικνύονται. Η σημερινή ηγεσία του κατάφερε να συγκρατήσει την πτωτική πορεία και να αντιστρέψει τη φθορά. Πρέπει να της αναγνωριστεί. Σε ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον κατάφερε να αντέξει. Δεν ήταν εύκολο. Αλλά, θα πρέπει να γίνει  συνείδηση πως δημοκρατικές εσωτερικές διαδικασίες από τις οποίες θα αναδειχθούν νέα και φρέσκα πρόσωπα είναι αναγκαίες, όχι, απλώς, για την επιβίωση αλλά για την ανάπτυξη του κινήματος. Ο πολιτικός χώρος που καλύπτει το ΚΙΝΑΛ είναι αναγκαίο να υπάρξει. Όρος επιβίωσης ενός νέου και εκσυγχρονισμένου πολιτικού συστήματος. Ο Συριζα δεν μπορεί να τον καλύψει διότι ο χώρος αυτός απαιτεί  ορθολογισμό, αριστοτελική μεσότητα, σοβαρότητα, προσπάθεια ενότητας της κοινωνίας και όχι διχασμού. Ο λόγος και η συμπεριφορά του Συριζα είναι, ακριβώς, τα αντίθετα. Διχαστικός και αριστερίστικος.

5.- Προσοχή στη Θράκη

Τέλος, ένας από τους λόγους που οι πολιτικές εξελίξεις θα πρέπει να ειδωθούν σε διαφορετικό κλίμα από αυτό που επιχείρησε να διαμορφώσει ο Συριζα είναι τα όσα συμβαίνουν στη Ροδόπη και την Ξάνθη. Τα ποσοστά του μειονοτικού κόμματος είναι υψηλά και τα ζητήματα που αναδεικνύονται δεν αντιμετωπίζονται με τους συνήθεις  τρόπους. Αλλά, περί αυτού, μια άλλη φορά.

 

 

 

 

Aνατροπές φέρνουν οι ευρωεκλογές

0

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κοριτσάκι, στις πλάτες του πατέρα του, σε εκδήλωση υπέρ της Ε.Ε. στο Βουκουρέστι, την εβδομάδα που μας πέρασε. Με περίπου το ίδιο βλέμμα θα ατενίζουν το μέλλον της Ενωσης οι φιλοευρωπαϊστές, δημοκρατικοί πολίτες, εάν επιβεβαιωθούν στις κάλπες τα προγνωστικά των τελευταίων μηνών. EPA/ROBERT GHEMENT

Οι φετινές ευρωεκλογές είχαν προαναγγελθεί ως ιστορικών διαστάσεων αναμέτρηση, η έκβαση της οποίας θα καθόριζε όχι απλώς τις πολιτικές, αλλά και αυτή την ύπαρξη ή όχι της Ε.Ε. Σύμφωνα με την επικρατούσα ανάλυση, το ένα στρατόπεδο συγκροτούν οι ακροδεξιοί εθνικιστές, που θέριεψαν μετά τις νίκες των Brexit – Τραμπ και πασχίζουν να διαλύσουν την Ενωση, το δε άλλο οι φιλελεύθερες δυνάμεις γύρω από το δίδυμο Μέρκελ – Μακρόν, που αγωνίζονται να τη σώσουν αλλάζοντάς την. Ωστόσο, η πραγματικότητα δεν δικαιώνει τη δραματική περιγραφή. Οχι μόνο γιατί τα ακροδεξιά κόμματα, με εξαίρεση τη Βρετανία, έχουν εγκαταλείψει τα συνθήματα για έξοδο από την Ε.Ε., αλλά και γιατί αποδεικνύονται πολύ ευάλωτα.

Το περασμένο Σάββατο, ο ξενοφοβικός αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ματέο Σαλβίνι, οργάνωσε στο Μιλάνο συγκέντρωση ομοϊδεατών του από 11 χώρες. Με τη Μαρίν Λεπέν στο πλευρό του, εμφανίστηκε όχι ως περιθωριακός νεοφασίστας, αλλά ως σοβαρός καθολικός που κρατάει ροζάριο, μνημονεύει τη Θάτσερ και διεκδικεί την ηγεμονία στην Κεντροδεξιά. Ωστόσο, πάνω από την πλατεία του καθεδρικού ναού πλανιόταν το φάντασμα ενός πολιτικού που είχε υποχρεωθεί να ακυρώσει, την τελευταία στιγμή, την πτήση του προς το Μιλάνο: του Αυστριακού αντικαγκελαρίου Χάιντς Κρίστιαν Στράχε.

Το σοκ από το μέγα σκάνδαλο της Αυστρίας, που οδήγησε σε κατάρρευση την κυβέρνησή της, είχε αντίκτυπο πολύ πέραν των Αλπεων: πολύ παράξενη, αλήθεια, είναι η αίσθηση του «πατριωτισμού» από ανθρώπους τύπου Στράχε, που προσφέρονται να πουλήσουν εθνικά συμφέροντα της χώρας τους σε ξένη δύναμη. Ο κυνισμός και η υποκρισία προβάλλουν ως στοιχεία του πολιτικού DNA αυτής της συνομοταξίας πολιτικών. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν εμφανίζεται ως προστάτης των πολλών απέναντι στις ευρωπαϊκές ελίτ, όταν ο ίδιος προωθεί στη χώρα του εργασιακό Μεσαίωνα, με τους εργάτες να δουλεύουν μέχρι και 400 ώρες παραπάνω τον χρόνο.

Επιπλέον, η άτυπη «Διεθνής των εθνικισμών» είναι ενδογενώς ασταθής. Στο Στρασβούργο, οι εθνικιστές είναι διασπασμένοι σε τέσσερις ομάδες, ενώ το FIDESZ του Ορμπαν και το πολωνικό PiS του Κατσίνσκι δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για Λεπέν. Οι αντιθέσεις μεταξύ φιλοαμερικανών και φιλορώσων, νεοφιλελεύθερων και οπαδών του προστατευτισμού διαρρηγνύουν την όποια ιδεολογική συνοχή. Ακόμη και το μεταναστευτικό, που θεωρητικά τους ενώνει, απειλεί να τους διασπάσει στην πρώτη δοκιμασία της πράξης: πώς θα συνεννοηθεί ο Σαλβίνι με τη Λεπέν για το καυτό σύνορο των Αλπεων χωρίς να θεωρηθούν προδότες από τους οπαδούς τους;

Τα προβλήματα δεν είναι μικρότερα στο φιλελεύθερο Κέντρο. Οι προσδοκίες για προωθητική μεταρρύθμιση της Ε.Ε. διαψεύστηκαν μετά την εκλογή Μακρόν, λόγω της απροθυμίας της Μέρκελ. Στις 25 Απριλίου, σε συνέντευξη Τύπου των δύο ηγετών, ο Γάλλος πρόεδρος μίλησε ανοιχτά για διαφορά απόψεων με τη Γερμανίδα καγκελάριο, ενώ στις 15 Μαΐου η Μέρκελ αναγνώρισε ότι υπάρχει «διαφορά νοοτροπίας» ανάμεσα στις δύο χώρες. Στο μεταξύ, η διάδοχός της Ανεγκρετ Κραμπ – Καρενμπάουερ (ΑΚΚ) ζητάει να εγκατασταθεί οριστικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, εγκαταλείποντας το Στρασβούργο, κάτι που ερεθίζει το Παρίσι.

Εν ολίγοις, οι φιλελεύθεροι ηγέτες, όσο και αν ομνύουν στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην πράξη επιβεβαιώνουν ότι η Ε.Ε. δεν αποτελεί μια ευρωπαϊκή συμπολιτεία με τον δικό της «δήμο» και ισχυρή αίσθηση του συνανήκειν, αλλά μια ένωση (άνισων) εθνικών κρατών με πρόσκαιρες συμμαχίες και διαρκείς ανταγωνισμούς.

Οι δύο δοκιμασίες

Αλλωστε, η κρίση χρέους του 2010 και η έκρηξη του προσφυγικού το 2015 αποτέλεσαν δύο καίριες δοκιμασίες για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, στις οποίες η Ενωση απέτυχε τραγικά. Δεν πρέπει, λοιπόν, να εκπλήσσει η πλήρης «εθνικοποίηση» των φετινών ευρωεκλογών, με την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση να κυριαρχεί και τα κοινά ευρωπαϊκά προβλήματα στο περιθώριο. Ακόμη και στη Γερμανία, μόλις το 28% των πολιτών γνωρίζει ποιος είναι ο Μάνφρεντ Βέμπερ, ο Γερμανός δεξιός υποψήφιος για την προεδρία της Κομισιόν.

Μοιραία το ενδιαφέρον στρέφεται στις πολιτικές ανατροπές σε εθνική κλίμακα που εγκυμονούν οι κατ’ όνομα ευρωπαϊκές εκλογές, κυρίως στις τρεις ισχυρότερες χώρες. Στη Γερμανία, οι κάλπες συνιστούν την πρώτη δοκιμασία της ΑΚΚ στο ηγετικό της αξίωμα, ενώ δεν αποκλείεται και πρόωρη παραίτηση της Μέρκελ. Το σοσιαλδημοκρατικό SPD αναμένεται να υποστεί νέα αφαίμαξη, ενώ κινδυνεύει να χάσει και τις τοπικές εκλογές στο κρατίδιο της Βρέμης για πρώτη φορά ύστερα από 73 χρόνια, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διάλυση τον κυβερνώντα συνασπισμό. Στη Βρετανία, η πιθανή νίκη του αντιευρωπαϊστή Νάιτζελ Φάρατζ, η προεξοφλούμενη συντριβή των Συντηρητικών, η εκδίωξη της Μέι και η πιθανή αντικατάστασή της από τον Μπόρις Τζόνσον θα ξαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο του σκληρού Brexit, χωρίς συμφωνία. Η Βρετανία κινδυνεύει να οδηγηθεί σε περίοδο οξύτατης πόλωσης, καθώς και στο απέναντι στρατόπεδο αναμένεται να ενισχυθούν οι οπαδοί της «καθαρής» (ευρωπαϊκής) λύσης, Φιλελεύθεροι και Πράσινοι, εις βάρος των Εργατικών. Εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντική διαγράφεται η αναμέτρηση στη Γαλλία, η οποία εκ των πραγμάτων αποκτά χαρακτήρα δεύτερου γύρου Μακρόν – Λεπέν.

Αστάθεια ενόψει

Γενικά, παρά την αναμενόμενη άνοδο των εθνικιστών, οι ευρωεκλογές μάλλον δεν θα φέρουν ένα θρίαμβο της Ακροδεξιάς. Το πιθανότερο είναι ότι θα επιβεβαιώσουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο αυτό που ήδη συμβαίνει σε εθνική κλίμακα: την υποχώρηση των δύο πυλώνων του Κέντρου και τον κατακερματισμό του πολιτικού τοπίου, κάτι που καθιστά την Ευρώπη πιο ασταθή και τη διακυβέρνησή της πιο δύσκολη.

Στο νέο Ευρωκοινοβούλιο, το παραδοσιακό δίπολο «ροζ – μπλε», δηλαδή Σοσιαλιστών και Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, πιθανότατα δεν θα έχει αθροιστικά την πλειοψηφία. Το παιχνίδι θα ανοίξει σε άλλες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις, από τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους μέχρι τη ριζοσπαστική Αριστερά. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ελπίζει πως ο δικός του συνδυασμός, η «Αναγέννηση», θα συμμαχήσει με την ομάδα των Φιλελεύθερων – Δημοκρατών (ALDE) σχηματίζοντας την τρίτη σε ισχύ ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου, με ρυθμιστικό ρόλο. Τίποτα ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο, όχι μόνο γιατί ενδεχόμενη πρωτιά της Λεπέν στη Γαλλία θα αποτελούσε ισχυρό πλήγμα στο γόητρο του Γάλλου προέδρου, αλλά και γιατί τα νεοφιλελεύθερα κόμματα της ALDE, όπως το ολλανδικό και το γερμανικό, αντιτίθενται σφόδρα στις ιδέες Μακρόν περί ευρωπαϊκού προστατευτισμού.

“Καθημερινή”

Οι εκλογές που θα αποφασίσουν το μέλλον της Ευρώπης

0
Γιατί οι ψηφοφόροι πρέπει να τις πάρουν στα σοβαρά
Ο αρχηγός του κόμματος του Brexit, Nigel Farage, χειρονομεί καθώς βγαίνει από ένα εκλογικό τμήμα μετά την ψηφοφορία στις ευρωεκλογές, στο Biggin Hill, στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Μάιο του 2019. HANNAH MCKAY / REUTERS.
Περίληψη:

“Αυτές οι εκλογές στην ΕΕ έχουν πραγματικά διακυβεύματα, αλλά οι πολιτικοί σε όλη την Ευρώπη έχουν καταβάλει ελάχιστες προσπάθειες για να πείσουν τους ψηφοφόρους για την σημασία του ευρωκοινοβουλίου. Πολλοί υποψήφιοι είναι κακοί και η προσέλευση είναι πιθανό να είναι χαμηλή. Και έτσι, η αντίληψη θα ενισχύσει την πραγματικότητα…”

Ο SAIM SAEED είναι δημοσιογράφος για το POLITICO Europe.

Η ΕΕ έχει πολλά πράγματα, αλλά η ελκυστικότητα δεν είναι ένα από αυτά. Έχοντας εμμονή με τις διαδικασίες, τις εκθέσεις, και τις επιτροπές, ήταν πάντα ένας μπαμπούλας για τις κυβερνήσεις τόσο εντός όσο και έξω από αυτήν, ένα σύμβολο συνταγματικής υπερβολής και καφκικής γραφειοκρατίας που εννοούσε να απογοητεύει τους σοβαρούς εθνικούς πολιτικούς που προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους πολίτες τους.

Υπάρχει κάτι σε αυτούς τους ισχυρισμούς. Η οργάνωση της ΕΕ είναι αντίθετη με εκείνη οποιασδήποτε άλλης κυβέρνησης. Οι συμβιβασμοί που έφτιαξαν οι σχεδιαστές της για να εξισορροπείται η ισχύς μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών και των Βρυξελλών οδήγησαν σε ένα συνονθύλευμα παραδοσιακών νομοθετικών και εκτελεστικών κλάδων, με εξουσία κατανεμημένη άνισα μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (η οποία προτείνει νομοθεσία), του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (το οποίο την τροποποιεί και την εγκρίνει) , και του Συμβουλίου της ΕΕ (το οποίο κάνει το ίδιο). Το Συμβούλιο της ΕΕ (Council of the EU) δεν πρέπει να συγχέεται με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (European Council) , το οποίο απαρτίζεται από όλους τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΕ ή από το Συμβούλιο της Ευρώπης (Council of Europe), μια οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δεν έχει καμία σχέση με την ΕΕ.

25052019-1.jpg

Ο αρχηγός του κόμματος του Brexit, Nigel Farage, χειρονομεί καθώς βγαίνει από ένα εκλογικό τμήμα μετά την ψηφοφορία στις ευρωεκλογές, στο Biggin Hill, στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Μάιο του 2019. HANNAH MCKAY / REUTERS
————————————————————————-

Αυτό το θεσμικό χάος εξηγεί εν μέρει το γιατί οι επερχόμενες εκλογές για ένα νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν προκαλέσει τόσο μεγάλο σκεπτικισμό στους ψηφοφόρους. Λίγοι πολίτες της ΕΕ έχουν οποιαδήποτε ιδέα για το τι πραγματικά κάνουν τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ευρωβουλευτές, MEP), επομένως οι περισσότεροι δεν ενοχλούνται για να ψηφίσουν. Η προσέλευση δεν ήταν υψηλή στις πρώτες εκλογές για Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το 1979, και από τότε μόνο έχει μειωθεί. Στις τελευταίες εκλογές, το 2014, ψήφισαν μόλις το 43% των πολιτών της ΕΕ, με το ποσοστό συμμετοχής στην Ανατολική Ευρώπη να βρίσκεται κατά μέσο όρο κάτω από το 30%. Τα κόμματα είναι χαρούμενα με το να ορίζουν ανώνυμους λειτουργούς που λαμβάνουν εντολές από τις αντίστοιχες πρωτεύουσές τους. Στις εκλογές του 2014, μόνο ένας στους δέκα Βρετανούς ψηφοφόρους μπορούσε να κατονομάσει τους ευρωβουλευτές του [1].

Ωστόσο, οι εκλογές, που θα λάβουν χώρα στις 23-26 Μαΐου, έχουν μεγαλύτερη σημασία από ό, τι συνειδητοποιούν οι περισσότεροι ψηφοφόροι ή αναγνωρίζουν οι περισσότεροι πολιτικοί. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη δημοκρατική άσκηση στον κόσμο, που ξεπερνιέται μόνο από τις γενικές εκλογές της Ινδίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βοηθά στην σύνταξη νόμων που διέπουν περισσότερους από 500 εκατομμύρια ανθρώπους. Και η ΕΕ είναι μια από τις λίγες κυβερνήσεις που είναι αρκετά ισχυρές ώστε να επηρεάζουν τις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως η ψηφιακή τεχνολογία, η παγκοσμιοποίηση, και η κλιματική αλλαγή. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να δώσουν προσοχή.

ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Κατά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι εθνικές πρωτεύουσες έχουν παραχωρήσει σημαντικές αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες – από το διεθνές εμπόριο και την ασφάλεια των συνόρων έως την κανονιστική ρύθμιση της αεροπορικής ασφάλειας και την σήμανση της ενεργειακής απόδοσης στις ηλεκτρικές σκούπες. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει αποφασιστικό λόγο για τέτοια θέματα. Δείτε τα πρότυπα για τα οχήματα. Πέρυσι, η περιβαλλοντική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αντιμετώπισε την Γερμανία, την πιο ισχυρή χώρα της ΕΕ, και το πανίσχυρο αυτοκινητιστικό λόμπι της για να ωθήσει τους κατασκευαστές αυτοκινήτων και φορτηγών να μειώσουν τις εκπομπές των οχημάτων πέραν εκείνων των οποίων είχαν προταθεί αρχικά από την επιτροπή. Το κοινοβούλιο θέσπισε επίσης κανόνες σχετικά με το πόσο χρόνο οδήγησης και ανάπαυσης θα πρέπει να έχουν οι οδηγοί φορτηγών σε χώρες διαφορετικές από τις δικές τους και απέσπασαν ισχύ από τη μεγάλη γεωργία ώστε να επιτρέψουν σε μεμονωμένους αγρότες να συνασπίζονται μεταξύ τους για να καθορίζουν τις τιμές για τα προϊόντα.

Οι ευρωβουλευτές στράφηκαν επίσης σε αντιπάλους εκτός της ΕΕ. Τον Μάρτιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οριστικοποίησε τον νόμο-ορόσημο της ΕΕ που υποχρεώνει τις εταιρείες τεχνολογίας να καταργούν περιεχόμενο που παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα. Η επιτροπή του [ευρωκοινοβουλίου] επί του διεθνούς εμπορίου οδήγησε την ΕΕ να φέρει μεγαλύτερη διαφάνεια στους κανόνες της για την προστασία των επενδυτών στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Και πέρσι, το κοινοβούλιο έθεσε ένα παγκόσμιο προηγούμενο με το να διαπραγματευθεί τον Κανονισμό Προστασίας Γενικών Δεδομένων (General Data Protection Regulation), ο οποίος περιορίζει τους τρόπους με τους οποίους οι επιχειρήσεις μπορούν να συλλέγουν δεδομένα και τι μπορούν να κάνουν με αυτά. Με λίγα λόγια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάνει ό, τι υποτίθεται ότι πρέπει: Λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις που επηρεάζουν την ζωή των πολιτών της ΕΕ.

Επιπλέον, ως το μόνο άμεσα εκλεγμένο θεσμικό όργανο στην ΕΕ, το κοινοβούλιο φέρνει την ιδιαιτέρως αναγκαία νομιμοποίηση, λογοδοσία, και διαφάνεια στις άλλως αδιαφανείς διαδικασίες της ΕΕ. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές καλούν τακτικά τους διαπραγματευτές, τις ρυθμιστικές Αρχές και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου της ΕΕ (γνωστούς ως επιτρόπους) να απαντούν σε δημόσιες ερωτήσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους -ερωτήσεις που οι αξιωματούχοι της ΕΕ είναι πιθανό να αποφύγουν όταν τις θέτουν οι δημοσιογράφοι. Πέρυσι, το κοινοβούλιο καταδίκασε [2] την Ουγγαρία όταν άλλοι ηγέτες της ΕΕ δεν τολμούσαν να την επικρίνουν.

Επειδή λειτουργούν σε απόσταση από τα εκλογικά τους σώματα, οι ευρωβουλευτές συχνά έχουν μια ευρύτερη άποψη από αυτήν που διαθέτουν οι εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες υπερασπίζονται κυρίως στενότερα συμφέροντα. Για παράδειγμα, οι ευρωβουλευτές πολεμούν σήμερα με νύχια και με δόντια για να διαφυλάξουν τους μεγάλους προϋπολογισμούς της ΕΕ για την επιστημονική έρευνα, την εκπαίδευση και τις υποδομές, ακόμη και όταν οι εθνικές πρωτεύουσες διστάζουν να συνεισφέρουν περισσότερα χρήματα στις Βρυξέλλες.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Αν και οι εκλογές έχουν σημασία, οι πολιτικοί της ΕΕ συχνά ενεργούν σαν να μην έχουν, γεγονός που δυσχεραίνει το να πεισθούν οι ψηφοφόροι ότι [πράγματι] έχουν. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, για παράδειγμα, ένας δεδηλωμένος φιλοευρωπαίος, παρουσίασε το εκλογικό του πρόγραμμα μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές. (Συγκρίνετε αυτό με την αναταραχή των υποψηφίων των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ που ανακοίνωσαν τις υποψηφιότητές τους ενάμιση χρόνο πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές). Το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, πιθανότατα η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα στο νέο Κοινοβούλιο, πρότεινε τον Manfred Weber, έναν Γερμανό πολιτικό χωρίς εκτελεστική εμπειρία, ως υποψήφιο για πρόεδρο της επιτροπής, την ισχυρή εκτελεστική Αρχή που μπορεί να προτείνει νομοθεσία σε επίπεδο ΕΕ και να εκπροσωπεί το μπλοκ στις διεθνείς συναντήσεις. Ακόμη και στην Γερμανία, μόνο το ένα τέταρτο [3] των ανθρώπων έχει ακούσει για τον Weber. Η έλλειψη ενδιαφέροντος και εποπτείας των εθνικών πολιτικών έχει οδηγήσει σε πολλαπλά σκάνδαλα δωροδοκιών: Οι ευρωβουλευτές έχουν εκχωρήσει θέσεις εργασίας ως χάρες [4] και χρησιμοποίησαν χρήματα της ΕΕ για να πληρώσουν για προσωπικές καμπάνιες [5]. Αρκετοί κάνουν ως δεύτερη δουλειά εκείνη του λομπίστα [6].

Οι ευρωβουλευτές έχουν επίσης την κακή συνήθεια να μην εμφανίζονται στην εργασία τους. Όταν μόνο μια χούφτα εκπρόσωποι -από τους 750 συνολικά- εμφανίστηκαν για να ακούσουν την ομιλία του πρωθυπουργού της Μάλτας, να αποκαλύπτει το νομοθετικό πρόγραμμα της Μάλτας κατά την ανάληψη της εκ περιτροπής προεδρίας της ΕΕ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker αποκάλεσε το κοινοβούλιο «γελοίο» [7]. Ο αρχι-Brexiteer, Nigel Farage, ίσως το πιο γνωστό μέλος του κοινοβουλίου, έχει επίσης ένα από τα φτωχότερα ποσοστά ψηφοφορίας, καθώς ήταν παρών μόνο στο 40% των ονομαστικών ψηφοφοριών [8]. Οι ευρωβουλευτές συχνά ταξιδεύουν στο Στρασβούργο για να δηλώσουν ότι έχουν εμφανιστεί, να συμμετάσχουν στην ονομαστική κλήση, και να πάρουν την επόμενη πτήση. (Το κοινοβούλιο μπορεί να μειώσει τον μισθό σε ευρωβουλευτή εάν η συμμετοχή του/της μειωθεί κάτω από το 50%).

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αγωνίζεται να προσελκύσει ψηφοφόρους, επειδή πολλοί δεν πιστεύουν ότι οι ψήφοι τους αλλάζουν τίποτα. Έχουν ένα δίκιο. Για παράδειγμα, ακόμη και αν το ΕΛΚ κερδίσει τις περισσότερες έδρες στις εκλογές, η εκστρατεία του Weber για την προεδρία της Επιτροπής μπορεί να πάει χαμένη, επειδή οι κανόνες της ΕΕ αναφέρουν ότι οι 28 αρχηγοί κυβερνήσεων μπορούν να επιλέξουν όποιον θέλουν για την θέση. Ορισμένες πολιτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένου του ΕΛΚ, προσπαθούν να κάνουν την ΕΕ πιο δημοκρατική. Επιθυμούν να υιοθετήσει έναν κανόνα -που είναι γνωστός ως το σύστημα Spitzenkandidaten- υπό τον οποίο ο επικεφαλής υποψήφιος του κόμματος που κέρδισε τις περισσότερες ψήφους θα γίνεται πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αλλά ο Macron υπήρξε ζωηρός αντίπαλος αυτής της ιδέας, όπως και μέλη του κεντρώου κόμματος, της Συμμαχίας Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη (Alliance of Liberals and Democrats for Europe). Παραμένει να φανεί αν οι υποστηρικτές του Spitzenkandidaten θα βρουν τον δρόμο τους.

Οι εθνικοί πολιτικοί βλάπτουν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άλλους τρόπους, επίσης. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ διαμαρτύρονται συχνά ότι οι εθνικές πρωτεύουσες πιστώνονται για τα καλά που κάνουν οι Βρυξέλλες [9], ενώ τις κατηγορούν για τις δικές τους αποτυχίες [10]. Οι εθνικές κυβερνήσεις της ΕΕ δεν κατάφεραν επίσης να αποφασίσουν πόση δύναμη θέλουν να έχει η ΕΕ. Δείτε την φορολογική πολιτική, όπου οι κανόνες της ΕΕ απαιτούν ομοφωνία μεταξύ των εθνικών κυβερνήσεων. (Άλλοι τομείς πολιτικής χρησιμοποιούν την αποκαλούμενη ειδική πλειοψηφία). Η Γαλλία και η Γερμανία υποστηρίζουν έναν πανευρωπαϊκού επιπέδου φόρο για τις εταιρείες τεχνολογίας, για τις οποίες πιστεύουν ότι ψάχνονται για τα καλύτερα ποσοστά, γενικώς μετακομίζοντας στην Ιρλανδία ή στο Λουξεμβούργο –αμφότερες μπλόκαραν την πρωτοβουλία ως ήταν αναμενόμενο. Σε ένα άλλο παράδειγμα αυτοκαταστροφικής προσέγγισης των κυβερνήσεων στην ΕΕ, η Ολλανδία πρότεινε έναν φόρο αεροπορικών μεταφορών για όλη την ΕΕ, αλλά όταν ρωτήθηκε αν τάσσεται υπέρ της αλλαγής του συστήματος σε μια ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία, δήλωσε «όχι», εξασφαλίζοντας ουσιαστικά ότι η δική της πρόταση δεν θα περάσει. Όσο ισχυρότερη είναι η ΕΕ, τόσο πιο αδύναμες γίνονται οι εθνικές πρωτεύουσες. Αλλά μια αδύναμη ΕΕ σημαίνει ότι τα μέλη της δεν μπορούν να πάρουν συλλογικές αποφάσεις. Η ήπειρος δεν θα μπορούσε να γίνει ο οικονομικός γίγαντας που είναι σήμερα, να εξαλείψει τα τέλη περιαγωγής δεδομένων, να επιβάλει πρόστιμα ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ σε τεχνολογικούς γίγαντες ή να υπογράψει συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την Ιαπωνία, εάν οι χώρες δεν είχαν δώσει στις Βρυξέλλες την εξουσία να πράττει έτσι.

Ετούτες οι εκλογές στην ΕΕ, όπως και άλλες πριν από αυτές, έχουν πραγματικά διακυβεύματα, αλλά οι πολιτικοί σε όλη την Ευρώπη έχουν καταβάλει ελάχιστες προσπάθειες για να πείσουν τους ψηφοφόρους για την σημασία του ευρωκοινοβουλίου. Πολλοί υποψήφιοι είναι κακοί και η προσέλευση είναι πιθανό να είναι χαμηλή. Και έτσι η αντίληψη θα ενισχύσει την πραγματικότητα: Χωρίς περισσότερα για να τις τροφοδοτήσουν, οι εκλογές είναι απίθανο να οδηγήσουν σε ένα πιο ενισχυμένο ή πιο νομιμοποιημένο κοινοβούλιο. Αυτό είναι κρίμα, καθώς ένα αδύναμο κοινοβούλιο μόνο θα βλάψει τους πολίτες που το εξέλεξαν.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2019-05-23/elections-will…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.theguardian.com/politics/2014/may/10/voters-cant-name-their-mep
[2] https://www.wsj.com/articles/eu-triggers-sanctions-procedure-against-hun…
[3] https://www.maz-online.de/Nachrichten/Politik/Europawahl-Jeder-Zweite-ke…
[4] https://www.rtbf.be/info/dossier/elections-2019/detail_emplois-fictifs-m…
[5] https://euobserver.com/institutional/133377
[6] https://www.politico.eu/article/markus-ferber-tiper-pitch-investors-stir…
[7] https://www.politico.eu/article/jean-claude-juncker-european-parliament-…
[8] https://www.votewatch.eu/en/term8-nigel-farage-2.html
[9] https://twitter.com/nicolasturgeon/status/1013690136855502848?lang=en
[10] https://www.bloomberg.com/news/articles/2018-08-14/salvini-points-finger…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Τι σημαίνει η παραίτηση Μέι για το Βrexit

0
  • James Blitz (Λονδίνο) και Jim Brunsden (Βρυξέλλες) Financial Times/euro2day.gr

O αντικαταστάτης της πρωθυπουργού θα δεχθεί πιέσεις από τις Βρυξέλλες για να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του. Γιατί αυξάνεται η πιθανότητα άτακτου Brexit. Η τύχη της υφιστάμενης συμφωνίας και οι προοπτικές νέας παράτασης.

Η Τερέζα Μέι αποχωρεί τελικά από την Ντάουνινγκ Στριτ, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι η συμφωνία της για το Brexit είναι νεκρή.

Μετά από τρία χρόνια κατά τα οποία η κα. Μέι ήταν σχεδόν καθημερινά αντιμέτωπη με την πρόκληση της επίτευξης μιας συμφωνίας αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλοί πιστεύουν ότι η παραίτηση της αυξάνει την πιθανότητα ενός άτακτου Brexit, ιδίως επειδή ουσιαστικά την εξώθησαν σε αυτήν ευρωσκεπτικιστές από το ίδιο της το συντηρητικό κόμμα.

Αλλά σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να οδεύει προς μια ακόμα παράταση του Άρθρου 50, της επίσημης διαδικασίας εξόδου, η οποία θα μπορούσε να παρατείνει το Brexit πέρα από την προγραμματισμένη ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου.

Δεδομένου ότι η Ε.Ε. επιμένει πως δεν μπορεί να διαπραγματευτεί νέα συνθήκη αποχώρησης, δεν μπορεί ακόμα να ξεγράψει κανείς την ιδιαίτερα αντιδημοφιλή συμφωνία της κα Μέι. Θα μπορούσε να αποδειχτεί πιο ανθεκτική από την ταραγμένη πρωθυπουργία της.

Ακολουθούν οι απαντήσεις σε κάποια από τα μεγάλη ερωτήματα για το τι σημαίνει η παραίτηση της κα. Μέι για το Brexit.

Θα δεσμευτεί ο νέος συντηρητικός ηγέτης – και πρωθυπουργός – να βγάλει τη Βρετανία εκτός Ε.Ε.;

Ναι. Κανένας από τους βουλευτές που φιλοδοξούν να αντικαταστήσουν την κα Μέι δεν θέλει είτε να ανατρέψει την απόφαση για το Brexit ή να διεξάγει δεύτερο δημοψήφισμα. Ο τελικός νικητής θα πρέπει να απευθυνθεί στα 100.000 περίπου μέλη των Τόρηδων που θα επιλέξουν μεταξύ των δύο τελικών υποψηφίων. Η συντριπτική πλειονότητα των μελών αυτών υποστηρίζουν είτε ένα σκληρό Brexit– στα πρότυπα της εμπορικής συμφωνίας της Ε.Ε. με τον Καναδά – ή μια άτακτη έξοδο χωρίς συμφωνία. Αλλά ο φιλοευρωπαίος πρώην υπουργός Οικονομικών των Τόρηδων, Κεν Κλαρκ, εμφανίστηκε επιφυλακτικός το πρωί της Παρασκευής. Υποστήριξε ότι πολλοί οπαδοί του Brexit στο κόμμα του «δείχνουν να φαντάζονται ότι το κόμμα θα ενωθεί πίσω από τον υποψήφιο αρχηγό ο οποίος θυμίζει περισσότερο τον Νάιτζελ Φάρατζ».

«Δεν νομίζω ότι θα συμβούν έτσι τα πράγματα» πρόσθεσε.

Θα έχει ένας νέος ηγέτης περισσότερες πιθανότητες από την κα Μέι να περάσει μια συμφωνία για το Brexit από τη βουλή;

Πιθανότατα ναι. Ο νέος ηγέτης της Βρετανίας θα συναντήσει ισχυρή αντίσταση από την Ε.Ε. αν αυτός ή αυτή προσπαθήσει να ξανανοίξει τη συμφωνία αποχώρησης της Βρετανίας, συμπεριλαμβανομένου και του λεγόμενου backstop(δικλείδα ασφαλείας) για την αποτροπή ενός σκληρού συνόρου στην Ιρλανδία. Αυτό το τελευταίο μέτρο είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλές στους ευρωσκεπτικιστές συντηρητικούς βουλευτές, οι οποίοι φοβούνται ότι θα παγιδεύσει το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια τελωνειακή ένωση με τις Βρυξέλλες.

Η Ε.Ε. επιμένει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναθεώρηση της συνθήκης. «Η συμφωνία αποχώρησης δεν μπορεί να ξανανοίξει, δεν μπορεί να επαναδιαπραγματευτεί» ανέφερε την Πέμπτη εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ωστόσο, ένας νέος Βρετανός πρωθυπουργός θα μπορούσε να βγει νικητής αν διαπραγματευόταν το λιγότερο ουσιώδες μέρος της συμφωνίας της κα Μέι: μια μη δεσμευτική πολιτική διακήρυξη, η οποία θα θέτει το μελλοντικό πλαίσιο της εμπορικής σχέσης ανάμεσα στην Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι ηγέτες της Ε.Ε. και η Επιτροπή έχουν επανειλημμένα υπογραμμίσει τη βούλησή τους να αναθεωρήσου αυτό το μέρος της συμφωνίας. Ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο κύριος διαπραγματευτής της Ε.Ε. για το Brexit, έχει διαμηνύσει ότι μπορεί να ξαναγραφεί μέσα σε μερικές ημέρες ή ακόμα και ώρες. Η κα. Μέι επιχείρησε να ακολουθήσει το μονοπάτι της επαναδιαπραγμάτευσης της πολιτικής διακήρυξης, αλλά καθυστερημένα.

Ένας νέος ηγέτης, με νέα εντολή, θα μπορούσε σχεδόν εξορισμού να έχει καλύτερη τύχη στην προώθηση μιας τέτοιας στρατηγικής. Για παράδειγμα, ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος πραγματοποίησε μια επιτυχημένη καμπάνια για το δημοψήφισμα το 2016, έχει ήδη ψηφίσει μια φορά υπέρ της συμφωνίας της κα Μέι, σε ψηφοφορία στη βουλή τον Μάρτιο. Δεν είναι απίθανο να καταφέρει να την περάσει ως πρωθυπουργός.

Αυξάνει την πιθανότητα ενός άτακτου Brexit η πολιτική πτώση της Μέι;

Ναι. Αρκετοί υποψήφιοι, όπως ο Ντόμινικ Ράαμπ, πρώην υπουργός Brexit, είναι ξεκάθαρα υπέρ μιας αποχώρησης από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία από μια αποχώρηση με βάση τη συμφωνία της κα Μέι. Αν ο κ. Ράαμπ κέρδιζε την ηγεσία, ένα Brexit χωρίς συμφωνία θα ήταν πολύ πιθανό. H πλειονότητα των βουλευτών έχουν επανειλημμένα ψηφίσει ενάντια σε ένα Brexit χωρίς συμφωνία και ενδέχεται να το κάνουν ξανά. Ωστόσο, η δεξαμενή σκέψης Ιnstitute for Government υποστηρίζει πως θα ήταν σχεδόν αδύνατο για τους βουλευτές να σταματήσουν έναν πρωθυπουργό ο οποίος είναι αποφασισμένος να εφαρμόσει ένα Brexit χωρίς συμφωνία.

«Η κοινοβουλευτική διαδικασία δεν προσφέρει διέξοδο και ο μόνος τρόπος για να παρεμποδιστεί το άτακτο Brexit – η ψήφος δυσπιστίας – θα ήταν τεράστιο ρίσκο για πολλούς βουλευτές των Τόρηδων» τονίζει η Μάντι Θίμοντ-Τζακ του ΙfG. Αλλά καθώς ο δημόσιος διάλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο περιστρέφεται ολοένα και περισσότερο γύρω από το άτακτο Brexit και ένα δεύτερο δημοψήφισμα, οι πιθανότητες μιας νέας ψηφοφορίας για την Ε.Ε. μπορεί να επίσης αυξάνονται, ειδικά αν ο επόμενης ηγέτης των Τόρηδων αποφασίσει ότι η κάλπη αυτή είναι προτιμότερη από την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών.

Πως θα αντιμετωπίσει η Ε.Ε. τον νέο ηγέτη;

Η υπομονή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με το βρετανικό κοινοβούλιο έχει αρχίσει να στερεύει και τα γεγονότα αυτής της εβδομάδας έχουν εντείνει αυτό το αίσθημα δυσφορίας. Ο Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δήλωσε στο CNN την Τετάρτη ότι έχει «κουραστεί γιατί απλά περιμένουμε την επόμενη παράταση».

Από μια άποψη, η ταυτότητα του διαδόχου της κα Μέι έχει μόνο περιορισμένη σημασία για την Ε.Ε. Όποιος και αν είναι θα έρθει αμέσως αντιμέτωπος με την πίεση των Βρυξελλών και άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για να ξεκαθαρίσει αν σκοπεύει να κερδίσει τη στήριξη του κοινοβουλίου για μια συμφωνία εξόδου ή να διακινδυνεύσει ένα άτακτο Brexit.

Θα δώσει η Ε.Ε. στο Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερο χρόνο για να αποφύγει ένα Brexit χωρίς συμφωνία;

Oι διαφορές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σχετικά με το πόσο μακριά πρέπει να φτάσουν για να αποφύγουν ένα Brexit χωρίς συμφωνία έγιναν ολοφάνερες τον Απρίλιο, όταν οι ηγέτες συζήτησαν το διστακτικό αίτημα της κα Μέι για παράταση του Brexit. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν απέρριψε μια παράταση ως το 2020, λέγοντας ότι το Brexit ρίχνει βαριά σκιά σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα, ενώ η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ ανέφερε ότι πρέπει να δοθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει κάθε δυνατή ευκαιρία για να μη βγει εκτός Ε.Ε. χωρίς συμφωνία. Σε συνέντευξη του στη Le Soir αυτή την εβδομάδα, ο κ. Μακρόν άφησε να εννοηθεί πως δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει περισσότερο χρόνο. Τόνισε στη βελγική εφημερίδα ότι με τη διαρκή επιλογή της «εύκολης λύσης» των παρατάσεων «προδίδουμε τόσο τους Βρετανούς όσο και τα συμφέροντα της Ε.Ε.».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των μελών της Ε.Ε. αναμένεται να αλλάξουν ηγεσία την περίοδο που έχει προγραμματιστεί να αποχωρήσει η Βρετανία από την Ε.Ε., στις 31 Οκτωβρίου. Ενώ οι Βρυξέλλες δεν θα ήθελαν να έρθουν αντιμέτωπες με τις επιπτώσεις μιας άτακτης εξόδου σε εκείνο το χρονικό σημείο, η θέση τους παραμένει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για το πώς θα εκμεταλλευτεί τον επιπλέον χρόνο από μια παράταση, είτε για τη διενέργεια εκλογών ή για ένα δεύτερο δημοψήφισμα ή για την εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής για την έγκριση της συμφωνίας.

Στο τέλος, το κατά πόσον θα υπάρξει ένα Brexit χωρίς συμφωνία βρίσκεται στα χέρια της ίδιας της Βρετανίας. Πολιτικοί όπως ο κ. Μακρόν θα χρειαστούν σοβαρά επιχειρήματα για να παραχωρήσουν νέα παράταση. Το μεγάλο ζήτημα είναι αν ένας πρωθυπουργός που είναι σκληροπυρηνικός υπέρμαχος του Brexit θα είναι διατεθειμένος να τα παρουσιάσει.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

The Elections That Will Decide Europe’s Future

0

Why Voters Should Take Them Seriously

There’s something to those claims. The EU’s setup is unlike that of any other government. The compromises its designers made to balance power between European capitals and Brussels have led to a mishmash of the traditional legislative and executive branches, with power divided unevenly between the European Commission (which proposes legislation), the European Parliament (which amends and approves it), and the Council of the EU (which does the same). The Council of the EU is not to be confused with the European Council, made up of all the heads of state or government of EU member countries, or the Council of Europe, a human rights organization unaffiliated with the EU.

That institutional mess is partly why the upcoming elections for a new European Parliament have prompted so much skepticism among voters. Few EU citizens have any clue what Members of the European Parliament (MEPs) actually do, so most don’t bother voting. Turnout was not high in the first European Parliament elections, in 1979, and it has only fallen since. In the last elections, in 2014, just 43 percent of EU citizens voted, with turnout rates across eastern Europe averaging below 30 percent. Parties are happy to nominate anonymous functionaries who take orders from their respective capitals. In the 2014 election, only one out of ten British voters could name their MEP.

Yet the elections, which will take place May 23–26, matter more than most voters realize or most politicians acknowledge. They are the second-largest democratic exercise in the world, surpassed only by India’s general election. The European Parliament helps write the laws that govern more than 500 million people. And the EU is one of the few governments powerful enough to affect major global forces, such as digital technology, globalization, and climate change. Voters should pay attention.

WHAT PARLIAMENT DOES

Over the last five decades of European integration, national capitals have handed significant powers over to Brussels—from international trade and border security to aviation safety regulation and energy efficiency labeling on vacuum cleaners. The European Parliament has a crucial say over such issues. Take vehicle standards. Last year, the European Parliament’s environmental committee faced down Germany, the EU’s most powerful country, and its hefty automobile lobby to push car and truck manufacturers to cut vehicle emissions further than the commission had initially proposed. The parliament has also set rules on how much rest and driving time truck drivers ought to have in countries other than their own and wrested power from big agriculture to allow individual farmers to band together to set prices for produce.

MEPs have taken on opponents outside the EU as well. In March, the European Parliament finalized the EU’s landmark law that compels technology companies to remove content that infringes on copyright. Its international trade committee prompted the EU to bring more transparency to its rules on protections for investors in free trade deals. And last year, parliament set a global precedent by negotiating the General Data Protection Regulation, which limits the ways in which companies can collect data and what they can do with it. In short, the European Parliament does what it is supposed to: it makes important decisions that affect the lives of EU citizens.

What’s more, as the only directly elected institution in the EU, the parliament brings much-needed legitimacy, accountability, and transparency to the EU’s otherwise opaque procedures. Parliamentary committees regularly summon EU trade negotiators, regulators, and cabinet members (known as commissioners) to answer public questions about their activities—questions that EU officials are likely to evade when journalists pose them. Last year, the parliament censuredHungary when other EU leaders didn’t dare criticize it.

Because they operate at a distance from their electorates, MEPs can often take a broader view than that available to national governments, which mostly defend narrower interests. For example, MEPs are currently fighting tooth and nail to preserve the EU’s large budgets for scientific research, education, and infrastructure, even as national capitals are reluctant to wire more money to Brussels.

Although the election matters, EU politicians often act as if it doesn’t, which makes for difficulty convincing voters that it does. French President Emmanuel Macron, for example, an avowed pro-European, unveiled his election program just three weeks before the vote. (Contrast that with the flurry of U.S. Democratic candidates announcing their bids a full year and a half before the U.S. presidential election.) The center-right European People’s Party, likely to be the biggest political group in the new Parliament, has put forward Manfred Weber, a German politician with no executive experience, as its candidate for president of the commission, the powerful executive authority who can propose EU-wide legislation and represent the bloc at international meetings. Even in Germany, only a quarter of people have heard of Weber. National politicians’ lack of interest and oversight has led to multiple graft scandals: MEPs have handed out jobs as favors and used EU money to pay for personal campaigns. Several moonlight as lobbyists.

MEPs also have a bad habit of not showing up to work. When only a handful of representatives—out of a total of 750—showed up to listen to a speech by the Maltese prime minister unveiling Malta’s legislative program for his country’s adoption of the EU’s rotating presidency, European Commission President Jean-Claude Juncker called the parliament “ridiculous.” Arch Brexiteer Nigel Farage, perhaps the parliament’s most well-known member, also has one of its poorest voting rates, having been present for only 40 percent of roll-call votes. MEPs often travel to Strasbourg to say they have showed up, participate in the roll call, and get on the next flight out. (The parliament can dock an MEP’s salary if his or attendance falls below 50 percent.)

Although the election matters, EU politicians often act as if it doesn’t, which makes for difficulty convincing voters that it does.

The European Parliament struggles to engage voters because many don’t believe that their votes change anything. They have a point. For example, even if the EPP wins the most seats in the election, Weber’s campaign for the presidency of the Commission might well be for naught, because EU rules say that the 28 heads of government can pick whomever they like for the position. Some political groups, including the EPP, are trying to make the EU more democratic. They want it to adopt a rule—known as the Spitzenkandidaten system (again, no points for branding)—under which the lead candidate of the party that won the most votes would become European Commission president. But Macron has been a vocal opponent of this idea, as have members of the centrist party, the Alliance of Liberals and Democrats for Europe. It remains to be seen if the Spitzenkandidaten supporters will get their way.

National politicians hurt the European parliament in other ways, too. EU officials frequently complain that national capitals take credit for the good Brussels does while blaming it for their own failures. The EU’s national governments have also failed to decide how much power they want the EU to have. Take tax policy, where the EU’s rules require unanimity among national governments. (Other policy areas use what is known as qualified majority voting.) France and Germany support an EU-wide tax on technology companies, which they believe shop for the best rates, generally by moving to Ireland or Luxembourg—both of which have unsurprisingly blocked the initiative. In another example of governments’ self-defeating approach to the EU, the Netherlands proposed an EU-wide aviation tax but when asked if it favored changing the system to qualified majority voting, it said no, virtually guaranteeing that its own proposal won’t pass. The more powerful the EU is, the weaker national capitals become. But a weak EU means its members can’t make collective decisions. The continent would not have been able to become the economic giant it is today, eliminate roaming charges on data, impose billions of euros in fines on technology giants, or sign a free trade agreement with Japan if countries had not given Brussels the authority to do so.

These EU elections, like others before them, have real stakes, but politicians across Europe have made little effort to convince voters of the parliament’s importance. Many candidates are poor and turnout is likely to be low. And so the perception will reinforce the reality: without more to fuel them, the elections are unlikely to lead to a more empowered or more legitimate parliament. That is a shame, as a weak parliament will only hurt the citizens who elected it.

https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2019-05-23/elections-will-decide-europes-future