Όταν ασκούσαμε κριτική στη Συμφωνία των Πρεσπών ζητούσαμε να μην υπάρχουν σ’ αυτήν «τρύπες» που θα λειτουργήσουν στο μέλλον ως Κερκόπορτες σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων, και φέρναμε ως παράδειγμα προς αποφυγή τη Συνθήκη της Λοζάνης. Ο πρώτος λόγος είναι γιατί με τη συνθήκη αυτή δεχτήκαμε να εξαιρεθούν της ανταλλαγής των πληθυσμών οι μουσουλμάνοι της Θράκης για να παραμείνουν οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και να αποτελέσουν ποίμνιο αλλά και ασπίδα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το λάθος δεν ήταν ότι ζητήσαμε να έχει το Πατριαρχείο ποίμνιο, αλλά η επιλογή της γεωγραφικής περιοχής και της φυσιογνωμίας της μουσουλμανικής μειονότητας.
Με άλλα λόγια, δεχτήκαμε να εξαιρεθεί μουσουλμανικός πληθυσμός που κατοικεί σε ορεινές περιοχές, έχει ιδιαίτερους δεσμούς με τη γη και την περιοχή του και είναι δύσκολο να την αποχωριστεί έστω και αν πιεστεί με κάποιο τρόπο.
Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες της Πόλης ήταν ευάλωτοι σε πιέσεις και στην κρατική τρομοκρατία που έμελλε να ασκήσει εναντίον τους το τουρκικό κράτος τα επόμενα χρόνια και δεκαετίες, γεγονός που θα έπρεπε και όφειλαν να γνωρίζουν οι διπλωμάτες και οι πολιτικοί που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις στη Λοζάνη. Σημειώνεται ότι το ίδιο ευάλωτοι ήταν και οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, που επίσης εξαιρέθηκαν. Και αυτό γιατί όπως ήταν απομονωμένοι στα νησιά αποτέλεσαν εύκολο στόχο στην τουρκική κρατική τρομοκρατία.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μετά από σχεδόν 100 χρόνια η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης να αριθμεί περίπου 100.000 άτομα, Πομάκους, τσιγγάνους, και τους κατά δήλωσή τους τουρκογενείς –όσα άτομα, δηλαδή, ήταν το 1923 που υπογράφηκε η συνθήκη–, ενώ η ελληνική μειονότητα της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου δεν ξεπερνά τα 3.000 άτομα, σε προχωρημένη ηλικία τα περισσότερα.
Όμως υπάρχει και ένα άλλο, μεγαλύτερο λάθος στο οποίο υπέπεσαν οι διαπραγματευτές και οι υπογράψεντες τη συνθήκη. Δεν έλαβαν υπόψη τον λεγόμενο «Εθνικό Όρκο» που έδωσαν οι βουλευτές της οθωμανικής Βουλής στην τελευταία της συνεδρίαση στην Κωνσταντινούπολη προτού διαλυθεί και μεταφερθεί η νομοθετική εξουσία στην Άγκυρα, στην «Εθνοσυνέλευση του Μεγάλου Τουρκικού Έθνους».
Πρόκειται για ένα κείμενο έξι άρθρων που εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία στις 28 Ιανουαρίου 1920 και αποτελούσε ένα κείμενο στρατηγικής για τις εθνικές διεκδικήσεις της Τουρκίας απέναντι στις χώρες της Αντάντ που την είχαν σχεδόν υπό κατοχή, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης. Ο «Εθνικός Όρκος» είχε και συνημμένο χάρτη με τα σύνορα της νέας Τουρκίας που θα έπρεπε να διεκδικήσει η επόμενη κυβέρνηση.
Το Άρθρο 4, του «Εθνικού Όρκου» αναφέρει το εξής:
Madde 4- Kars, Ardahan, Artvin, Batum (Elviye-i Selâse) ve Batı Trakya’nın hukuki durumunu belirlemek için halk oylamasını kabul ederiz.
(Αποδεχόμαστε δημοψήφισμα για να καθοριστεί η νομική κατάσταση του Καρς, του Αρνταχάν, του Μπατούμ και της δυτικής Θράκης.)
Δηλαδή, οι διπλωμάτες και οι πολιτικοί μας δέχτηκαν να εξαιρεθούν της ανταλλαγής μουσουλμανικοί πληθυσμοί σε μια περιοχή για την οποία ο «Εθνικός Όρκος» προβλέπει δημοψήφισμα.
Ο συνημμένος στον «Εθνικό Όρκο» χάρτης με τα σύνορα της νέας Τουρκίας
Να σημειωθεί ότι η νομική κατάσταση της δυτικής Θράκης είχε ρυθμιστεί με τη Συνθήκη του Νεϊγί (27 Νοεμβρίου 1919), σύμφωνα με την οποία οι χώρες της Αντάντ εξασφάλιζαν από τη Βουλγαρία «την παραίτησή της υπέρ των “Προεχουσών Δυνάμεων” όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης και με την υποχρέωση ν’ αναγνωρίσει εκ των προτέρων τις μεταγενέστερες αποφάσεις των Δυνάμεων περί αυτής». (Σημειώνεται ότι η παραίτηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την παραχώρηση των εδαφών αυτών στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Σεβρών έναν χρόνο μετά, και τον αποκλεισμό της βουλγαρικής εξόδου στο Αιγαίο πέλαγος.)
Παρότι τα χερσαία σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας καθορίστηκαν με τη Συνθήκη της Λοζάνης –και άρα και το νομικό καθεστώς της δυτικής Θράκης– οι διπλωμάτες κυρίως όφειλαν και οφείλουν να γνωρίζουν ότι το τουρκικό πολιτικό κατεστημένο, και ειδικά τώρα επί Ερντογάν, επιδιώκει την εκπλήρωση των όρων του «Εθνικού Όρκου» αλλά και την επέκταση της Τουρκίας στα όρια του συνημμένου χάρτη. Και αν δει κανείς σήμερα την εισβολή και κατοχή του τουρκικού στρατού στο βόρειο Ιράκ και στη βόρεια Συρία, τότε θα διαπιστώσει ότι γίνονται βήματα προς την πραγμάτωση του «Εθνικού Όρκου».
Πριν πάμε στη σημερινή κατάσταση και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στη δυτική Θράκη να αναφέρουμε και να υπογραμμίσουμε ότι κανένας Έλληνας διπλωμάτης και κανένας υπουργός Εξωτερικών εξ όλων όσων χειρίστηκαν αυτήν την υπόθεση δεν λογοδότησε στην ελληνική Δικαιοσύνη για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο δίπολο Κωνσταντινούπολη – δυτική Θράκη.
Δηλαδή, αφήσαμε τους Τούρκους να εκδιώξουν την ελληνική κοινότητα της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου χωρίς κανένα κόστος, και την ίδια περίοδο επιτρέψαμε την αριθμητική άνθηση της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, με αποτέλεσμα η Ελλάδα σήμερα να είναι σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση.
Δεν ισχυρίζομαι ότι έπρεπε να κάνουμε και εμείς τα ίδια στους μουσουλμάνους της Θράκης γιατί δεν υπάρχει αμοιβαιόττηα στη βαρβαρότητα, ισχυρίζομαι όμως ότι θα έπρεπε να υπάρχει αριθμητική ρήτρα. Τόσοι στην Πόλη, τόσοι στη δυτική Θράκη. Αν για οποιονδήποτε λόγο μειώνεται ο πληθυσμός στη μια περιοχή, θα μειώνεται και στην άλλη. Αυτό κάνουν τα κράτη που σέβονται τον εαυτό τους.
Πάμε τώρα στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, στις οποίες το Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας (ΚΙΕΦ) ήταν πρώτο τόσο στην Ξάνθη όσο και στη Ροδόπη. Στην Ξάνθη το μειονοτικό κόμμα συγκέντρωσε 25,05% (με δεύτερη τη ΝΔ με 24,43%), ενώ στη Ροδόπη το ποσοστό που πήρε ήταν 38,01% (έναντι 18,32% της ΝΔ που ακολούθησε).
Όσον αφορά τους στόχους του κόμματος αυτού αρκεί κανείς να δει τις δηλώσεις της προέδρου Τσιγδέμ Ασάφογλου: «Είναι τουρκικό κόμμα, αλλά είναι ένα επίσημο κόμμα του ελληνικού κράτους, απλά έχει ιδρυθεί από Τούρκους και αυτή τη στιγμή η πρόεδρος του κόμματος είναι μια Τουρκάλα».
Όσον αφορά το επίσημο τουρκικό κράτος, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε από τη Σαουδική Αραβία, όπου συμμετείχε σε συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των χωρών του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης, ότι «η μουσουλμανική μειονότητα στη δυτική Θράκη δεν επωφελείται των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των σχετικών Συνθηκών, όπως καταγράφονται στα διμερή και πολυμερή έγγραφα».
Αυτή είναι η κατάσταση στη Θράκη.
Η μουσουλμανική μειονότητα αφημένη στην τύχη της και στις ορέξεις του τουρκικού προξενείου και των εγκαθέτων του, και το ελληνικό κράτος να παρακολουθεί ατάραχο τις εξελίξεις επαναλαμβάντας τα λάθη του παρελθόντος.
Απλά να υπενθυμίσουμε ότι οι μουσουλμάνοι της Θράκης όταν το ελληνικό κράτος τούς έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του και τους συμπεριφέρθηκε σωστά και ισότιμα με τους χριστιανούς εκείνοι στάθηκαν στο πλευρό της Ελλάδας και απέδειξαν ότι είναι γενναίοι Έλληνες πατριώτες.
Και μπορούμε να τους ξανακερδίσουμε τους περισσότερους από αυτούς. Είναι στο χέρι μας, αρκεί να ξυπνήσει η καθεύδουσα Αθήνα.
Η Τουρκία απέχει ελάχιστα από το να της επιβάλουν οι ΗΠΑ κυρώσεις εξαιτίας της απόφασής της να αγοράσει το ρωσικό πυραυλικό σύστημα S-400, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο ευάλωτες την τουρκική λίρα και την οικονομία, ενώ εγείρει ερωτήματα για τη θέση της χώρας στο ΝΑΤΟ και στην ευρύτερη περιοχή. Αν δεν βρεθεί λύση τις επόμενες εβδομάδες και συνεχιστεί η κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ, οι κυρώσεις και τα αντίποινα ενδεχομένως θα πλήξουν το εμπόριο μεταξύ των δύο συμμάχων και θα παρατείνουν την ύφεση στην Τουρκία, που έχει ήδη θέσει σε δοκιμασία την παραμονή του Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία. Η Τουρκία διατρέχει επίσης τον κίνδυνο να αποκλειστεί από την παραγωγή και χρήση των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35, γεγονός που ενδεχομένως να αποτελέσει βήμα προς την αξιολόγηση εκ νέου της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ.
«Οι κυρώσεις θα έχουν πολύ σημαντική επίδραση στην Τουρκία, αλλά πιθανότατα δεν θα οδηγήσουν σε ρήξη της σχέσης με τις ΗΠΑ», λέει ο Γκαλίπ Νταλάι, επισκέπτης καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. ΗΠΑ και Τουρκία έχουν παγιωμένες απόψεις παρόλο που επαναλαμβάνουν ότι υπάρχει εκατέρωθεν επιθυμία για αποφυγή κυρώσεων που, σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, θα πρέπει να εφαρμοστούν στη στιγμή που θα μεταφερθούν σε τουρκικό έδαφος, πιθανώς εντός του Ιουλίου, τα ρωσικά αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα. Η συμφωνία να καθυστερήσει η αποστολή των S-400 στην Τουρκία αποτελεί ενδεχομένως ευκαιρία ώστε να πείσει ο Τραμπ τον Ερντογάν να ακυρώσει αυτό που ο Τούρκος ηγέτης έχει αποκαλέσει επανειλημμένως «ολοκληρωμένη συμφωνία». Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν χθες να συναντηθούν στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του G-20 στις 28-29 Ιουνίου. Η Ουάσιγκτον επιθυμεί η Αγκυρα να αγοράσει στη θέση τους το αμερικανικό αντιαεροπορικό πυραυλικό σύστημα Patriot και έχει δώσει προθεσμία μέχρι τις 4 Ιουνίου. Αν αποδεχθεί η Αγκυρα την παράδοση των S-400, το αμερικανικό Κογκρέσο έχει προβλέψει τη διακοπή παράδοσης των F-35 στην Τουρκία και τον αποκλεισμό της από τον κατάλογο των χωρών όπου κατασκευάζεται το αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος.
Η παράδοση των S-400 θα αναγκάσει τον Τραμπ να επιλέξει πέντε από 12 πιθανές κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Αυτές ποικίλλουν, από την απαγόρευση χορήγησης βίζας μέχρι την πολύ πιο σκληρή κύρωση της απαγόρευσης διενέργειας συναλλαγών με το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και την άρνηση έκδοσης άδειας για εξαγωγές. Ο Τραμπ θα μπορούσε αρχικά να στοχεύσει με κυρώσεις Τούρκους πολίτες και όχι την κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά οποιουδήποτε είδους κύρωση πιθανότατα θα οδηγήσει σε σφυροκόπημα της τουρκικής λίρας που έχει ήδη υποχωρήσει φέτος κατά 14% έναντι του δολαρίου. Η Moody’s είχε αναφέρει σε έκθεσή της τον Μάιο ότι το πολιτικό ρίσκο στην Τουρκία είναι υψηλό.
Για να δούμε ποια ήταν τελικά η απήχησή τους στην ευρω-κάλπη, πέρα από το παπατζιλίκι του γαλλικού «Λαού» στις αλλεπάλληλες δημοσκοπικές μετρήσεις οι οποίες στην αρχή τους έδιναν υποστήριξη και συμπάθεια που υπερέβαινε το 80% και λίγο πριν από τις ευρωεκλογές γύρω στο 40%.
Σύμφωνα με την παρακάτω Συλλογικότητα επιστημόνων των :
LoïcBonin, του Centre Emile-Durkheim – université Paris-Dauphine, της MagaliDellaSudda, του Centre Emile-Durkheim – CNRS et Sciences Po Bordeaux, της OrnellaGraziani, Lisa ICPP, Universita di Corsica Pasquale-Paoli, της PaulineLiochon, του Centre Emile-Durkheim – université Paris-Dauphine και του FrédéricNeyrat, DySoLab, université de Rouen, που δημοσιεύθηκε στις 29 Μάιου 2019 στον ηλεκτρονικό Le Monde, «οι επιδόσεις των ψηφοδελτίων των Κίτρινων Γιλέκων ήταν πολύ αδύναμες : η «Κίτρινη Συμμαχία», με επικεφαλής τον FrancisLalanne, έλαβε το 0,54% των ψήφων, το ψηφοδέλτιο που επελέγη με κλήρωση του «Κινήματος για την Πρωτοβουλία των Πολιτών», με επικεφαλής τον GillesHelgen, έλαβε το 0,03%, ενώ η «Εξέλιξη των Πολιτών», συγκέντρωσε το 0,01% των ψήφων».
Και τίθεται το εύλογο ερώτημα : αυτή ήταν η κοινωνική απήχηση των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλία με όρους ευρω-κάλπης ;
Με δεδομένη την ανείπωτη κινητοποίησή τους, την μαζικότητά της και τη διάρκειά της ;
Μήπως αποτελεί άλλοθί τους ότι δήθεν είναι μια «ανένταχτη» (apartisane) κοινωνική παράταξη που έδωσε όμως γραμμή στα κοινωνικά δίκτυα να «καταψηφιστεί ο Μακρόν» ; Γραμμή από την οποία βγήκε κερδισμένη τελικά η Λεπέν και την πάτησε ο Μελανσόν και οι λοιποί αριστερο-δεξιοί υποστηρικτές τους ;
Τα «κίτρινα γιλέκα» ήταν παρόντα στην εκστρατεία των ευρωεκλογών από την αρχή του κινήματός τους. Το ενδεχόμενο ενός ψηφοδελτίου των «κίτρινων γιλέκων» είχε μετρηθεί από τους δημοσκόπους. Μάλιστα μια δημοσκόπηση που είχε αναθέσει το κόμμα του Μακρόν (LRM) προέβλεψε ένα ποσοστό 12% υπέρ τους, αφαιρώντας όμως ψήφους κυρίως από την Λεπέν και δευτερευόντως από τα άλλα κόμματα. Ένα ψηφοδέλτιο με τίτλο «Σύμπραξη της Πρωτοβουλίας Πολιτών» (RIC) προέκυψε στις 23 Ιανουαρίου 2019, με επικεφαλής την νοσηλεύτρια Ingrid Levavasseur. Μόλις αυτό βγήκε ως είδηση, την κατηγόρησαν οι κιτρινογιελεκάδες ότι έπαιζε το παιχνίδι του Μακρόν, κατηγορίες που συνοδεύθηκαν από βία, βωμολοχία, αντιφεμινισμό και ρατσισμό (βρωμοεβραία) που ξεδιπλώθηκαν κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα και που την οδήγησαν πολύ γρήγορα να παραιτηθεί από την κάθοδό της στις ευρωεκλογές.
Έτσι λοιπόν, δεν υπήρξε ένα ενιαίο ενωτικό ευρω-ψηφοδέλτιο που να προβάλει μόνο του το κίτρινο χρώμα με το οποίο έγιναν γνωστοί παγκοσμίως οι κιτρινογιελεκάδες. Δηλαδή δημιούργησαν έτσι σύγχυση. Κι όχι μόνο αυτό, προσπάθησε να τους εκμεταλλευτεί ανεπιτυχώς κι ο γνωστός ακροδεξιός αντιευρωπαϊστής FlorianPhilippot, πρώην νούμερο δύο του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν. Ο εν λόγω κύριος, που ζητάει ακόμα να βγει η Γαλλία από το ευρώ και την Ε.Ε., μετονόμασε το κομματίδιό του σε «Μαζί οι Πατριώτες και τα «κίτρινα γιλέκα» (το οποίο έλαβε 0,6% των ψήφων) μαζί με μια από τις φιγούρες τους τον Jean–FrançoisBarnaba.
Οι παραπάνω ερευνητές και πανεπιστημιακοί λένε ότι θα πρέπει να δούμε, μαζί με το αποτέλεσμα που βγήκε από τις ευρω-κάλπες και τις μετεκλογικές έρευνες, ποιοι ήταν τελικά οι ψήφοι υπέρ των «κίτρινων γιλέκων». Με όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις χρήσης, για το τι σημαίνει «κίτρινο γιλέκο». Τι σημαίνει αυτό: ότι είσαι συμπαθητικός, ότι διαδηλώνεις, ότι βρίσκεσαι σε μια κυκλική διασταύρωση; Και επί πόσο χρόνο ; Μπορεί να υποθέσουμε ότι η απροσδόκητη αύξηση της συμμετοχής στις εκλογές αυτές των Γάλλων είχε παραδόξως κάποια σχέση με αυτό το κοινωνικό κίνημα και τα επακόλουθά του. Με άλλα λόγια μήπως φόβισε τους Γάλλους και πήγαν περισσότεροι να ψηφίσουν εναντίον τους ; ‘Η ότι η όποια δυναμική τους θα εκφραστεί καθαρά στις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές ;
Επί του παρόντος πάντως οι κιτρινογελεκάδες μετρήθηκαν στις ευρωεκλογές και βρέθηκαν λιποβαρείς.
Ο Μακρόν ηττήθηκε από την Λεπέν μόνο με κάποιους μώλωπες (με ποσοστό μόνο 0,9%), παρά τη γραμμή που έδωσαν εναντίον του.
Σήμερα δε σπαράσσεται το δεξιό κόμμα των Ρεπουμπλικάνων και τρίζει η καρέκλα του Μελανσόν προς όφελος του Μακρόν. Και στο μεταξύ την Κυριακή 2 Ιουνίου 2019 θα δώσει συνέντευξη για τις γαλλικές πολιτικές εξελίξεις στο ειδησεογραφικό κανάλι LCI η 29χρονη ωραία ανιψιά της Λεπέν η MarionMaréchal.
Γιατί έχω την αίσθηση ότι μέχρι νεοτέρας όλοι δουλεύουν πολιτικά για τον Μακρόν ;
Η μετατροπή της Αν. Μεσογείου σε παγκόσμιο έπαθλο οδήγησε σε ένα είδος “warm war” με την Τουρκία…με την πιθανότητα να κληθούμε άμεσα να αντιμετωπίσουμε το τραγικό δίλημμα επιλογής μεταξύ γεωπολιτικού ακρωτηριασμού ή πολεμικής αναμέτρησης!
Πριν από λίγο καιρό η Ελλάδα υπέστη μια άτυπη αλλά υπαρκτή γεωπολιτική ήττα δια της συμφωνίας των Πρεσπών και την αποδοχή από ελληνικής πλευράς της ύπαρξης «μακεδονικής» γλώσσας και εθνότητας για τα Σκόπια. Εκτός όλων των άλλων, η υποχωρητική στάση που επέδειξε η Ελλάδα έναντι ενός πολύ πιο αδύναμου γείτονα, η υποταγή στις απαιτήσεις του δυτικού παράγοντα, καθώς και η περιφρόνηση της πολιτικής ηγεσίας έναντι της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού είναι πολύ πιθανόν ότι πέρασαν το λάθος μήνυμα σε μια χώρα πάρα πολύ πιο επικίνδυνη από την αποκαλούμενη Βόρεια Μακεδονία. Την Τουρκία.
Κι αυτό σε μια εποχή που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών. Στην πραγματικότητα, οι δύο συνιστώσες του ελληνισμού, δηλαδή η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία, βρίσκονται σήμερα σε ένα είδος «χλιαρού πολέμου» (warm war) με την Τουρκία, δηλαδή σε μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ειρήνης και του πλήρους πολέμου, και το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα παραμείνουν εδώ ή θα διολισθήσουν σε μια κανονική πολεμική αντιπαράθεση.
Και μια βασική αιτία γι’ αυτή την εξέλιξη είναι οι δομικές αλλαγές που συμβαίνουν σήμερα στο διεθνές σύστημα. Για να κατανοήσουμε, λοιπόν, τη δυναμική της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης θα πρέπει να δούμε σε πολύ γενικές γραμμές πως διαμορφώνεται το διεθνές σύστημα σήμερα. Μετασχηματισμός διαμέσου ΕυρασίαςΑπ’ ό,τι φαίνεται, λοιπόν, βρισκόμαστε στην αρχή ενός ριζικού μετασχηματισμού του διεθνούς συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι η γεωπολιτική μετάλλαξη της Ευρασίας. Και η μετάλλαξη αυτή αποτελεί αποτέλεσμα της σύνθεσης τριων βασικών παραγόντων.
Ο πρώτος εκ των παραγόντων αυτών είναι η δημιουργία μιας ζώνης ασαφούς κυριαρχίας στα εγγύς ευρασιατικά ύδατα, η οποία προκύπτει από τη μονομαχία μεταξύ των πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (Anti Access / Area Denial complexes [A2/AD]), τα οποία αναπτύσσουν οι χερσαίες ευρασιατικές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Κίνας, και της αεροναυτικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η διαφαινόμενη τήξη των Αρκτικών πάγων, η οποία θα εντάξει τον Αρκτικό Ωκεανό στο παγκόσμιο δίκτυο θαλάσσιων επικοινωνιών, διαμορφώνοντας έναν κατά κάποιον τρόπο διάδρομο ταχείας κυκλοφορίας γύρω από την Ευρασία. Συνακόλουθα, η κυριαρχία στον διάδρομο αυτό θα αποτελέσει το μεγάλο γεωπολιτικό έπαθλο των επόμενων δεκαετιών.
Μέρος αυτού του διαδρόμου είναι το πλέγμα των κλειστών θαλασσών στην «Παγκόσμια Νήσο», δηλαδή στο σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, κατά την ορολογία του Βρετανού γεωγράφου Sir Halford Mackinder, με σημαντικότερη τη Μεσόγειο. Σε πολύ γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τήξη των αρκτικών πάγων αυτονομεί κατά κάποιον τρόπο την Παγκόσμια Νήσο από τον υπόλοιπο πλανήτη, διαμορφώνοντας ένα είδος ημιπαγκόσμιου συστήματος, γεωγραφικό κέντρο του οποίου είναι η Μεσόγειος και κέντρο του κέντρου η Ανατολική Μεσόγειος. Ο παράγοντας BRIΈνας τρίτος παράγοντας που ενοποιεί έτι περαιτέρω την Ευρασία είναι η περιβόητη BRI (Belt and Road Initiative), ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού. Η BRI αλλάζει την ίδια τη γεωγραφία της Κεντρικής Ασίας, μετατρέποντάς την από έναν ουσιαστικά ακατοίκητο χώρο, ο οποίος αποτελούσε μάλλον εμπόδιο στην επικοινωνία των χωρών της ευρασιατικής περιφέρειας, σε ένα ενοποιητικό εσωτερικό αίθριο. Και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί κομβικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής της BRI.
Η BRI θέτει εν αμφιβόλω αυτόν καθαυτόν τον διαχωρισμό της Ευρασίας σε Ασία και Ευρώπη, ο οποίος, τουλάχιστον από γεωγραφικής άποψης, ήταν εν πολλοίς αυθαίρετος. Η γεωπολιτική δυναμική της BRI συνδυάζεται με τη μετάλλαξη της Ευρώπης, που προκύπτει από την κρίση της ΕΕ, καθώς και της εντεινόμενης σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Σε αυτούς τους τρεις βασικούς παράγοντες θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μια νέα πολυπαραγοντική, ασαφή και κυρίως αποκεντρωτική γεωγραφία της ενέργειας, η οποία έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια. Κύρια αιτία αυτής της νέας ενεργειακής τάξης πραγμάτων ήταν η επανάσταση των σχιστολιθικών υδρογονανθράκωνκαι η ενεργειακή ανεξαρτησία που προσέφεραν στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και η ανακήρυξη του φυσικού αερίου ως βασικού παράγοντα στη διεθνή γεωγραφία της ενέργειας.
Η νέα αυτή ενεργειακή γεωγραφία δίνει νέο νόημα στον όρο «πολυπολικό διεθνές σύστημα» και ευνοεί τη δημιουργία ενεργειακών περιφερειών, μία εκ των οποίων ενδέχεται να αποδειχθεί η Ανατολική Μεσόγειος. Εν κατακλείδι, η Ανατολική Μεσόγειος, στην ευρύτερη περιοχή της οποίας περιλαμβάνουμε και το Αιγαίο Πέλαγος, αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο της διαμορφούμενης παγκόσμιας γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής και συνακόλουθα μετατρέπεται σε πολύτιμο γεωπολιτικό έπαθλο. Η Άγκυρα επιτίθεται με στόχο την κυριαρχίαΚατά συνέπεια, η πιο φιλόδοξη και η πιο αναθεωρητική δύναμη της περιοχής, δηλαδή η Τουρκία, θα προσπαθήσει -για την ακρίβεια ήδη το πράττει- να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά και απόλυτα στη συγκεκριμένη περιοχή, ακρωτηριάζοντας γεωπολιτικά τόσο την Ελλάδα όσο και την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες αποτελούν εμπόδια στους σχεδιασμούς της.
Με άλλα λόγια, η εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα δεν είναι προσωπική επιλογή της όποιας τουρκικής ηγεσίας ούτε «εξωτερίκευση» των εσωτερικών προβλημάτων της γείτονος χώρας ή κάτι παρόμοιο. Αντιθέτως, αποτελεί σχεδόν αναπόφευκτη συνέπεια της προσπάθειας που κάνει η Τουρκία να εξελιχθεί σε μια αυτόνομη και αυτόφωτη δύναμη ευρασιατικής εμβέλειας, μέσα σε ένα μεταλλαγμένο διεθνές σύστημα του οποίου η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί κρίσιμης σημασίας κομμάτι. Ενίσχυση των ελληνικών ικανοτήτωνΆρα, η Ελλάδα οφείλει να ενισχύσει δραστικά τις μαχητικές και αποτρεπτικές της ικανότητες αν δεν θέλει να αντιμετωπίσει την πιθανότητα να οδηγηθεί, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ενώπιον του τραγικού διλήμματος να επιλέξει μεταξύ γεωπολιτικού ακρωτηριασμού και εθνικής ταπείνωσης ή πολεμικής αναμέτρησης υπό εξαιρετικά δυσμενείς όρους.
Εν κατακλείδι, λοιπόν, η συμφωνία των Πρεσπών είναι πιθανό να λειτουργήσει ως ο πυροκροτητής στη γεωπολιτική βόμβα που έχει δημιουργηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω της αύξησης της σημασίας της περιοχής στα διεθνή δρώμενα, της μετάλλαξης της Τουρκίας σε φιλόδοξο και αυτόνομο δρώντα σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα και της μετατροπής της Ελλάδας σε μια χώρα που δείχνει να μην πολυενδιαφέρεται για την ίδια της την ύπαρξη, αφού παραχωρεί ένα κομμάτι της ιστορικής της ταυτότητας σε έναν σφετεριστή. Έτσι, η Τουρκία μπορεί εύκολα να εξαγάγει το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα δύσκολα θα υπεράσπιζε σθεναρά τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και εμπρός. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια αυτού του κειμένου. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια φράση. Επαναδιεκδικούμε τον εαυτό μας. Οικοδομούμε σταδιακά μια εθνοκεντρική μακρόπνοη στρατηγική και άμεσα επενδύουμε σε μια σκληρή αποτρεπτική στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Και μέρος αυτής της στρατηγικής είναι και η απόσυρση από τη συμφωνία των Πρεσπών έτσι ώστε να δείξουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να υπερασπιστούμε την εθνική μας υπόσταση ακόμη και με μεγάλο κόστος και πως δεν πειθαρχούμε στις διαταγές των δυτικών δυνάμεων.
Υπεράσπιση της ιστορικής κληρονομιάςΕδώ, βέβαια, μπορεί να τεθεί η αντίρρηση ότι τη συμφωνία αυτή, από τη στιγμή που υπογράφηκε, δεν γίνεται να την πάρουμε πίσω. Ωστόσο, δεν υπάρχει συμφωνία από την οποία δεν μπορείς να αποχωρήσεις. Το μόνο ζήτημα είναι αυτό του κόστους που θα χρειαστεί να καταβάλεις. Όμως, αν εντάξουμε την απόσυρσή μας από τη συμφωνία των Πρεσπών μέσα σε μια ευρύτερη συστημική λειτουργία, η οποία περιλαμβάνει και την ενίσχυση της αποτρεπτικής μας πρότασης έναντι της Τουρκίας, τότε το κόστος μπορεί να μετατραπεί σε κέρδος. Συγκεκριμένα, αν η Ελλάδα δείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και «ανορθολογικά», όντας έτοιμη να πληρώσει μεγάλο κόστος για να υπερασπίσει την ιστορική της κληρονομιά, τότε ενισχύει την απροβλεπτότητά της έναντι της Τουρκίας. Συνακόλουθα, δυσχεραίνει δραστικά την ασφαλή άσκηση επεκτατικής πολιτικής από πλευράς της Τουρκίας προς την Ελλάδα.
Εν κατακλείδι, η Ελλάδα πρέπει να πατήσει απότομα φρένο στη μέχρι τώρα πορεία «συμβιβασμών» και «καλής θέλησης» αν θέλει να έχει μια ευκαιρία, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, να αποφύγει να κληθεί να επιλέξει μεταξύ εθνικής καταστροφής και πολεμικής αντιπαράθεσης με δυσμενείς όρους.
Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα. Αναπληρωτή Καθηγητή Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης «Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή» στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
[iEpikaira: Άλλη μια πολύ εύστοχη ανάλυση από τον Καθηγητή Κώστα Γρίβα. Μακάρι να υπήρχαν κι άλλοι και να είχαν λόγο στα κέντρα αποφάσεων και σχεδιασμού της εθνικής στρατηγικής, γιατί η Ελλάδα τους έχει μεγάλη ανάγκη! Μυαλά έχουμε… Αλλά δυστυχώς έχουμε και πολιτικούς που είναι άμυαλοι. Γι’ αυτό ίσως η δημιουργία ενός νέου think tank από αδέσμευτους πολίτες-πατριώτες, ειδικούς στα θέματα γεωπολιτικής, όπου θα γίνεται υγιής διαδικτυακός διάλογος μέσω της έκθεσης απόψεων, είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο την περίοδο που διανύουμε. Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερα…]
Πηγή: Περιοδικό «Επίκαιρα», αρ. τ. 406, της 25ης Μαΐου 2019 esxatianasxesi.blogspot.com
Oι περισσότεροι διαβάζουν και ΕΔΩ…
Η φθίνουσα επιρροή του DEB και η διαχρονική απροθυμία να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά η προπαγάνδα της ΆγκυραςΣυνηθίζεται πάντοτε αυτές τις μετεκλογικές ημέρες να διατυπώνονται ανησυχίες και ερωτήματα για το μέλλον της Θράκης μας, με αφορμή τα αποτελέσματα που αποτυπώνουν εύγλωττα τις επιδιώξεις και τις μεθοδεύσεις της Άγκυρας στην περιοχή.
Eτσι και αυτή τη φορά, με το «γκριζάρισμα» του χρώματος στον χάρτη των νομών Ροδόπης και Ξάνθης, αντί του «οικείου» γαλάζιου ή ροζ, οι πάσης φύσεως «φλιτζανούδες» βρήκαν την ευκαιρία να προβάλουν τις προβλέψεις τους για το ζοφερό μέλλον της περιοχής.
Η αλήθεια είναι ότι η πρωτιά του DEΒ, του κόμματος δηλαδή που αποτελεί τον εκφραστή των απόψεων της Τουρκίας στην περιοχή, ενοχλεί και ανησυχεί τόσο τον χριστιανό κάτοικο της Θράκης μας όσο και κάθε άλλον φιλήσυχο πολίτη, που βλέπει να ενισχύεται ένα κόμμα που τα στελέχη του προτάσσουν την υπεράσπιση θρησκευτικών και εθνικών δικαιωμάτων Ελλήνων, τη στιγμή μάλιστα που τα θρησκευτικά δικαιώματα διασφαλίζονται απόλυτα από τους υφιστάμενους νόμους, τα δε εθνικά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά σε καμιά περίπτωση, αφού μειονότητα που χαρακτηρίζεται «τουρκική» δεν αναγνωρίζεται (και ορθώς) στη χώρα μας.
Αναφορικά με τα ποσοστά που κατέγραψε το DEB παρατηρεί κανείς ότι αυτά παραμένουν υψηλά στους δύο παραπάνω νομούς, αλλά είναι σαφώς μειωμένα. Συγκεκριμένα, στον νομό Ξάνθης το ποσοστό μείωσης είναι 1%, ενώ στη Ροδόπη 4%, ενώ και οι ψήφοι του σε επίπεδο Επικράτειας θα είναι λιγότερες κατά περίπου 3.000. Αυτό δείχνει ότι, παρά τις ψυχολογικές και άλλες πιέσεις που ασκούνται από τους πράκτορες του τουρκικού προξενείου στην πλειονότητα των φιλήσυχων μουσουλμάνων συμπατριωτών μας, η επιρροή τους επί αυτών φθίνει, αφού καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν να αποκομίσουν κάποιο ουσιαστικό όφελος ερχόμενοι σε αντιπαράθεση με τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας στην οποία ζουν και που είναι η πατρίδα τους.
Από την άλλη πλευρά, όμως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί αυτή η μείωση της επιρροής του DEB δεν ήταν αυτή που αρμόζει σε ένα σοβαρό κράτος, που όχι μόνο δεν πρέπει να επιτρέπει τη δραστηριότητα πολιτικών φορέων με εθνικοθρησκευτικό προφίλ, αλλά θα πρέπει παράλληλα να εμπεδώνει ένα αίσθημα ασφάλειας για όλους τους πολίτες του. Ο λόγος είναι προφανής: Οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης όχι μόνο αποδείχθηκαν απρόθυμες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την προπαγάνδα και την τρομοκρατία της Αγκυρας επί των Ελλήνων μουσουλμάνων, αλλά έχουν αποδεχθεί στην πράξη την επιχειρηματολογία της. Το αποτέλεσμα είναι τα διάφορα πολιτικά κόμματα να υπερθεματίζουν προεκλογικά σε υποσχέσεις και παροχολογία, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι αυτά ενδιαφέρονται περισσότερο από την Τουρκία για τα θρησκευτικά και «εθνικά» δικαιώματα των μουσουλμάνων. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι εκστρατείες τους γίνονται αποκλειστικά στην τουρκική γλώσσα, την οποία αποδέχονται και τη νομιμοποιούν και σε πληθυσμούς που δεν έχουν καμιά σχέση με αυτήν (λ.χ. Πομάκοι), ενώ ενσωματώνουν στα ψηφοδέλτιά τους ό,τι πιο ακραίο και φανατικό υπάρχει στον χώρο της μειονότητας.
Ήταν λογικό, λοιπόν, από κάποιο σημείο και μετά, και αφού άλειψαν επί χρόνια το βούτυρο στο ψωμί της Άγκυρας, να έρθουν οι εγκάθετοι του προξενείου και να πουν στους Έλληνες μουσουλμάνους: «Είδατε πόσο απέδωσαν οι πιέσεις μας και πόσα κερδίσατε από την πίεση που ασκήσαμε τόσα χρόνια στα κόμματα και στις κυβερνήσεις της Ελλάδας προς όφελός σας; Ήρθε η στιγμή τώρα πια να έχουμε το δικό μας κόμμα, για να προωθήσουμε και να επιβάλουμε τις θέσεις των Τούρκων στην ελληνική διοίκηση, με έναν καθαρά δικό μας πολιτικό φορέα».
Φυσικά, δεν υπάρχει προοπτική εκπροσώπησης ούτε στο Ευρωκοινοβούλιο ούτε στην ελληνική Βουλή (στη δεύτερη εξάλλου εκπροσωπούνται μια χαρά μέσα από τα ελλαδίτικα κόμματα!). Ένα παιχνίδι εντυπώσεων παίζεται προς το παρόν και μια προσπάθεια δημιουργίας μιας ψευδαίσθησης στους μουσουλμάνους ότι υπάρχει κάτι που μπορεί να υπερασπιστεί καλύτερα τα συμφέροντά τους. Όσο η ελληνική Πολιτεία κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της και αρνείται να αντιμετωπίσει τη διεισδυτικότητα της Τουρκίας στη Θράκη τόσο πιο επικίνδυνη θα είναι αυτή για την ασφάλειά μας. Σ’ αυτό εστιάζεται κυρίως το πρόβλημα και όχι στα όποια εκλογικά ποσοστά…
Το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου και ιστορικού συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα για την πολύκροτη υπόθεση Μέρτεν, που είχε συνταράξει το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα του 1960, φέρνει για πρώτη φορά στο φως τα άγνωστα παρασκήνια, ανέκδοτα στοιχεία και ποιες από τις ανατριχιαστικές καταγγελίες του κατοχικού Γερμανού γκαουλάιτερ της Θεσσαλονίκης ήταν πραγματικές ή σκηνοθετημένες. Μια θλιβερή εποχή με τους διωγμούς των Εβραίων και τις περιουσίες τους που λεηλατήθηκαν, τα απίστευτα διπλωματικά και πολιτικά παρασκήνια, τους πράκτορες του κατακτητή. Τι ακριβώς έγινε στη δίκη του Μαξ Μέρτεν στο ειδικό στρατοδικείο εγκληματιών πολέμου της Αθήνας, ακριβώς πριν από εξήντα χρόνια. Η πολιτική θύελλα που προκλήθηκε και οι απίστευτες καταγγελίες που ακολούθησαν μετά, όταν πλέον ο Μέρτεν είχε αμνηστευθεί και επιστρέψει στη Γερμανία, σε βάρος του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, του υπουργού Δημητρίου Μακρή και της γυναίκας του Δοξούλας, καθώς και του υφυπουργού Εθνικής Άμυνας Γεωργίου Θεμελή. Άγνωστες πτυχές, συγκλονιστικές μαρτυρίες, ανέκδοτα ντοκουμέντα, πλούσιο εικονογραφικό υλικό, μία σε βάθος έρευνα σε κρατικά και ιδιωτικά αρχεία με στόχο την ιστορική αλήθεια.
Ανάμεσα στα περιεχόμενα του βιβλίου: Η Θεσσαλονίκη υπό Κατοχή, Επισιτισμός και σκάνδαλα, Η δίωξη των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη και τι απέγιναν οι περιουσιίες τους, Ο παντοδύναμος Μέρτεν γίνεται γκαουλάιτερ της Θεσσαλονίκης, Ποια πραγματικά ήταν η πολιτεία του Κ. Καραμανλή κατά την Κατοχή, Η επανεμφάνιση του Μέρτεν μεταπολεμικά, η σύλληψη και η δίκη του, Η πολιτική θύελλα κ.ά.
Βούλγαροι ιμάμηδες έξω από το τζαμί «Sherif Halil Pasha» πριν από την επίσκεψη του τότε προέδρου της Τουρκίας, Αμπντουλάχ Γκιούλ, στην πόλη Shumen, 370 χλμ. βορειοανατολικά της Σόφιας, στις 12 Ιουλίου 2011. REUTERS/Stoyan Nenov.
Περίληψη:
Στην Βουλγαρία ζει σήμερα η μεγαλύτερη αυτόχθονη κοινότητα Μουσουλμάνων από κάθε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ. Ωστόσο, η πλειονότητα της κοινής γνώμης στην Βουλγαρία, όπως και η πολιτική της ελίτ, έχει άγνοια γύρω από το Ισλάμ ως θρησκεία και κοινωνική πρακτική.
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ είναι αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Η βουλγαρική εθνική ταυτότητα έχει διαμορφωθεί ιστορικά μέσα από την αντιπαράθεση με το ισλαμικό οθωμανικό κράτος και στην Βουλγαρία ζει σήμερα η μεγαλύτερη αυτόχθονη κοινότητα Μουσουλμάνων [1] από κάθε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ. Ωστόσο, η πλειονότητα της κοινής γνώμης στην Βουλγαρία, όπως και η πολιτική της ελίτ, έχει άγνοια γύρω από το Ισλάμ ως θρησκεία και κοινωνική πρακτική – κάτι που βέβαια δεν παρατηρούμε μόνο στην Βουλγαρία, αλλά ισχύει σε μεγάλο βαθμό τόσο σε άλλες βαλκανικές χώρες όπως και γενικότερα στην Ευρώπη.
Βούλγαροι ιμάμηδες έξω από το τζαμί «Sherif Halil Pasha» πριν από την επίσκεψη του τότε προέδρου της Τουρκίας, Αμπντουλάχ Γκιούλ, στην πόλη Shumen, 370 χλμ. βορειοανατολικά της Σόφιας, στις 12 Ιουλίου 2011. REUTERS/Stoyan Nenov
—————————————————————————————-
Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε την περιορισμένη έρευνα, μέχρι και πρόσφατα, για το ζήτημα της λεγόμενης «θρησκευτικής αναβίωσης» που έχει σημειωθεί στην Βουλγαρία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την έναρξη της περιόδου εκδημοκρατισμού στην χώρα τόσο ανάμεσα στους Χριστιανούς όσο και ανάμεσα στους Μουσουλμάνους. Όπως, επιπλέον, και την απουσία συστηματικής έρευνας για μια σειρά ειδικότερων θεμάτων, όπως του αντίκτυπου της θρησκευτικής εκπαίδευσης Μουσουλμάνων Βουλγάρων σε χώρες της Μέσης Ανατολής˙ των θρησκευτικών αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε Μουσουλμάνους Βούλγαρους μετανάστες και μουσουλμανικές μεταναστευτικές κοινότητες σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης˙ των θρησκευτικών αλληλεπιδράσεων επίσης ανάμεσα στον μουσουλμανικό πληθυσμό της Βουλγαρίας και νεόφερτους Μουσουλμάνους μετανάστες και πρόσφυγες˙ όπως και της επιρροής της λεγόμενης διαδικτυακής προπαγάνδας στον μουσουλμανικό πληθυσμό της Βουλγαρίας [2].
Ένα συναφές ερώτημα που, όπως θα δούμε, έχει απασχολήσει τα ΜΜΕ και τις υπηρεσίες ασφαλείας της γειτονικής χώρας, αφορά τις «υπαρκτές και εν δυνάμει απειλές» από την ριζοσπαστικοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού για την εθνική ασφάλεια της χώρας. Η ριζοσπαστικοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού, εκεί όπου έχει παρατηρηθεί, θεωρείται ότι οφείλεται σε εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες και συνθήκες. Στους εξωτερικούς παράγοντες περιλαμβάνονται η φοίτηση Βουλγάρων Μουσουλμάνων σε θεολογικά ιδρύματα της Μέσης Ανατολής και η είσοδος ριζοσπαστικών στοιχείων στην Βουλγαρία -όπως κληρικών, μεταναστών ακόμη και μαχητών του ISIS οι οποίοι διέρχονται από την χώρα (και τέτοιες περιπτώσεις υπολογίζεται ότι υπήρξαν αρκετές στο πρόσφατο παρελθόν) χωρίς ωστόσο να εγκαθίστανται. Στους εσωτερικούς περιλαμβάνονται οι ιδιαίτερες συνθήκες κοινωνικής ανέχειας και περιθωριοποίησης συγκεκριμένων ομάδων, όπως των Ρομά και των Πομάκων, οι οποίες δημιουργούν εύφορο έδαφος για την διάδοση ριζοσπαστικών θρησκευτικών ιδεών, η επιρροή του διαδικτύου, όπως και η λειτουργία μουσουλμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία προαγάγουν ριζοσπαστικές ερμηνείες του Ισλάμ, ενώ ενίοτε το καθεστώς τους δεν είναι πλήρως νόμιμο [3].
Η ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ
Σε συνολικό πληθυσμό 7.364.570 ατόμων, τα 1.606.269 απέφυγαν να δηλώσουν κάποιο θρησκευτικό δόγμα, ενώ 682.000 δήλωσαν «άθεοι» ή «καμία θρησκεία».
Όπως είναι γνωστό υπάρχουν τρεις μεγάλες Μουσουλμανικές κοινότητες στη Βουλγαρία: Οι εθνοτικά Τούρκοι, οι λεγόμενοι Βουλγαρόφωνοι Μουσουλμάνοι, γνωστοί και ως Πομάκοι, και οι Ρομά. Στην πλειονότητά τους είναι Σουνίτες (546.000), ενώ υπάρχει και μια μικρή ομάδα Σιιτών (27.400). Ως ποσοστό του πληθυσμού, οι εθνοτικά Τούρκοι ήταν 588.318 (ή το 8,8%) και οι Ρομά 325.343 ή το 4,9% του συνολικού πληθυσμού με βάση την τελευταία απογραφή του 2011 [5]. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πλειονότητα των Ρομά στην Βουλγαρία δηλώνουν Χριστιανοί (με παρουσία και των τριών κύριων χριστιανικών δογμάτων) ενώ υπολογίζεται ότι το ποσοστό των Ρομά που έχει ασπαστεί το Ισλάμ φτάνει το 30%. Στατιστικά στοιχεία, όπως είναι γνωστό, για τον πληθυσμό των Πομάκων δεν υπάρχουν καθώς καταμετρούνται ως εθνοτικά Βούλγαροι [6]. Στην Βουλγαρία υπάρχει και μια μικρή πληθυσμιακά ομάδα νόμιμων μεταναστών από τη Μέση Ανατολή: Το 2013 υπολογίζονταν γύρω στους 10.000 με την πλειονότητά τους να προέρχεται από το Ιράκ, την Συρία και την Τουρκία [7].
Ως προς τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο, μετά το 2012 η Βουλγαρία βίωσε, για τα δικά της μέτρα, μια απότομη αύξηση: Από 1.000 περίπου αιτήσεις που δεχόταν ετησίως μέχρι το 2011, το 2013 ξεπέρασαν τις 7.000, το 2014 τις 11.000 και το 2015 τις 12.000, με τη μεγάλη πλειονότητά τους να προέρχεται από χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως η Συρία [8]. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες είναι συγκεντρωμένοι στην Σόφια, ενώ μικρότερες ομάδες έχουν εγκατασταθεί κοντά στην πόλη Σβίλενγκραντ κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, καθώς και στο Χάσκοβο.
Ως προς την οικονομική και κοινωνική θέση του μουσουλμανικού πληθυσμού, γενικά θεωρείται ότι στη μετα-κομμουνιστική Βουλγαρία, η λεγόμενη διαδικασία της μετάβασης είχε ένα ιδιαίτερα σκληρό αντίκτυπο πάνω τους: Για παράδειγμα, τόσο οι εθνοτικοί Τούρκοι όσο και οι Ρομά είχαν μονίμως υψηλά ποσοστά ανεργίας –πχ, το 2011, το 19,3% των Ρομά δήλωναν άνεργοι, έναντι 11,7% των Τούρκων και 6,6% των Βουλγάρων [9]- και χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα ως προς τους Ρομά θεωρείται ότι μετά το 1990 έχουν βιώσει μια ραγδαία επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου, με σημαντική κοινωνική περιθωριοποίηση, η οποία εκφράζεται μέσα από τα περιβόητα τσιγγάνικα γκέτο των περισσότερων βουλγαρικών πόλεων [10]. Η κοινωνική περιθωριοποίηση των Ρομά με ό,τι αυτό συνεπάγεται (όπως για παράδειγμα η αυξημένη κοινωνική τους παραβατικότητα, η μαζική εξαγορά των ψήφων τους και ιδιαίτερα η όλο και μεγαλύτερη αποξένωσή τους) συνιστά ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα (και που λογικά θα αντιμετωπίσει και στο μέλλον) η Βουλγαρία με δεδομένο, μάλιστα, ότι αποτελούν και το μοναδικό κομμάτι του πληθυσμού που είναι δημογραφικά υγιές σε μια κοινωνία η οποία γερνάει και μειώνεται συνεχώς τα τελευταία 30 χρόνια.
Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
Τα κύρια θεσμικά όργανα της Μουσουλμανικής Κοινότητας είναι η Αρχιμουφτεία (Главно мюфтийство) και το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο (Висш духовен съвет). Η Αρχιμουφτεία αντιπροσωπεύει όλους τους Μουσουλμάνους της Βουλγαρίας, ανεξαρτήτως της εθνότητάς τους και το ιδιαίτερο δόγμα στο οποίο ανήκουν (Σουνίτες ή Σιίτες). Το 2015, η Αρχιμουφτεία περιελάμβανε 21 Μουφτείες, με 1.000 περίπου καταγραμμένους Ιμάμηδες και 1.156 τζαμιά (η συγκεκριμένη εκτίμηση των τζαμιών αφορά το 2010) [11]. Ο αρμόδιος θεσμός που επιβλέπει την σχέση ανάμεσα στο βουλγαρικό κράτος και τα θρησκευτικά δόγματα είναι η Διεύθυνση Θρησκευτικών Δογμάτων (Дирекцията по религиозните вероизповедания). Η ετήσια επιχορήγηση του βουλγαρικού κράτους προς τη μουσουλμανική κοινότητα είναι ιδιαίτερα χαμηλή: το 2014 υπολογιζόταν στα 180.000 ευρώ [12], γεγονός που αδιαμφισβήτητα έχει διευκολύνει τη διείσδυση και επιρροή ξένων οργανώσεων και κρατών, μέσω της παροχής χρηματοδότησης και δωρεών, κυρίως της Τουρκίας, αλλά και αραβικών κρατών, όπως και του Ιράν που παρέχει χρηματοδότηση στη μικρή σιιτική κοινότητας της Βουλγαρίας. Υπολογίζεται για παράδειγμα ότι το 40% του προϋπολογισμού της Αρχιμουφτείας για εκπαιδευτικούς σκοπούς καλύπτεται από την Τουρκία [13], ενώ πληροφορίες στον βουλγαρικό Τύπο αναφέρουν περίπου 200 ιμάμηδες των οποίων οι μισθοί καταβάλλονται από τη Ντιανέτ (την τουρκική Διεύθυνση Θρησκευτικών Θεμάτων) [14]. Εκπρόσωποι της Ντιανέτ υπηρετούν στην τουρκική πρεσβεία στην Σόφια, όπως και στα τουρκικά προξενεία στο Πλόβντιφ (Φιλιππούπολη) και το Μπουργκάς, και είναι αυτοί που αποφασίζουν σε ποιους ιμάμηδες θα δοθούν χρήματα και πόσα. Περίπου 22 υπάλληλοι της Ντιανέτ υπηρετούν στην Βουλγαρία, σε διάφορες Μουφτείες και θρησκευτικά σχολεία, με πρόσκληση της Αρχιμουφτείας, η οποία έχει αυτό το δικαίωμα –με βάση και τον νόμο περί Θρησκευτικών Δογμάτων του 2002 [15]. Συνολικά υπολογίζεται ότι η Αρχιμουφτεία λαμβάνει 2 εκατ. λέβα μηνιαίως από το τουρκικό κράτος [16]. Εδώ να υπενθυμίσουμε ότι για την περίπτωση της Τουρκίας, η παροχή χρηματοδότησης επιτράπηκε από το 1999 και ύστερα έπειτα από συμφωνία της τότε βουλγαρικής κυβέρνησης του Ivan Kostov με την Άγκυρα.
Τέλος, να αναφέρουμε και την διαμάχη που ξέσπασε την δεκαετία του ‘90 στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας, όταν ο Αρχιμουφτής Νεντζίμ Γκέντζεφ (Неджим Генджев) ο οποίος είχε τοποθετηθεί στην θέση του το 1988 από το καθεστώς Zhivkov αμφισβητήθηκε μετά το 1992 από το Κίνημα για Δικαιώματα και Ελευθερίες (Движението за права и свободи, το κόμμα της τουρκικής μειονότητας) με αποτέλεσμα την συγκρότηση ενός νέου Ανώτατου Μουσουλμανικού Συμβουλίου καθώς και την εκλογή ενός νέου «Αρχιμουφτή» του Φίκρι Σάλι Χασάν (Фикри Сали Ηasan) [17]. Η ανοιχτή αντιπαράθεση στο εσωτερικό του ανώτερου μουσουλμανικού κλήρου, η οποία διήρκησε για περισσότερο από μια δεκαετία -η κατάσταση εξομαλύνθηκε μόλις το 2005 με την εκλογή του Μουσταφά Άλι Χάτζι (Мустафа Алиш Хаджи) ως Αρχιμουφτή θεωρείται ότι υπονόμευσε το κύρος του στον μουσουλμανικό πληθυσμό, διευκολύνοντας ριζοσπαστικές επιρροές.
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ
Το 1998 συγκροτήθηκε το Ανώτατο Ισλαμικό Ινστιτούτο (Висш ислямски институт) ως ένα ίδρυμα για την παροχή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε κληρικούς και θεολόγους [18]. Το συγκεκριμένο ίδρυμα ωστόσο δεν είναι αναγνωρισμένο από το βουλγαρικό κράτος και τα διπλώματα που παρέχει δεν αναγνωρίζονται από τις βουλγαρικές Αρχές. Οι κτιριακές υποδομές του θεωρούνται ιδιαίτερα φτωχές, το διδακτικό προσωπικό χαμηλού επιπέδου, ενώ για την λειτουργία του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την χρηματοδότηση της Τουρκίας και άλλων μεσανατολικών κρατών [19]. Στην Βουλγαρία λειτουργούν τρία δευτεροβάθμια μουσουλμανικά σχολεία (στις πόλεις Σούμεν, Ρούσε και Μόμτσιλγκραντ) τα οποία είναι αναγνωρισμένα από το Υπουργείο Παιδείας. Η Αρχιμουφτεία παρέχει οικονομική υποστήριξη, ωστόσο τα τρία δευτεροβάθμια σχολεία εξαρτώνται για την λειτουργία τους από χρηματοδότηση του τουρκικού κράτους (το οποίο καλύπτει την στέγαση και διατροφή των μαθητών) [20] με τις θέσεις των υποδιευθυντών να καλύπτονται από Τούρκους υπαλλήλους της Ντιανέτ. Στο πρόγραμμά τους, εκτός των υποχρεωτικών μαθημάτων που προβλέπει το πρόγραμμα του βουλγαρικού Υπουργείου Παιδείας, περιλαμβάνεται η διδασκαλία του Ισλάμ, της τουρκικής και της αραβικής γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια το τουρκικό κράτος χρηματοδοτεί και την κατασκευή ενός νέου θρησκευτικού γυμνασίου στο Μόμτσιλγκραντ, χωρητικότητας 1.500 μαθητών [21].
Πέραν των τριών δευτεροβάθμιων σχολείων, αρκετές μουσουλμανικές κοινότητες παρέχουν και τα λεγόμενα κορανικά μαθήματα, τα οποία δεν ελέγχονται από το Υπουργείο Παιδείας και χρηματοδοτούνται από διάφορα θρησκευτικά ιδρύματα και άτομα του εξωτερικού [22], αφήνοντας υπόνοιες ότι προαγάγουν ριζοσπαστικές ερμηνείες του Ισλάμ.
Το ζήτημα της μη κρατικής αναγνώρισης του Ανώτατου Ισλαμικού Ινστιτούτου όπως και το, κατά γενική ομολογία, προβληματικό επίπεδο εκπαίδευσης που παρέχει, έχει αντικειμενικά ευνοήσει την θεολογική πανεπιστημιακή εκπαίδευση Βουλγάρων Μουσουλμάνων εκτός της χώρας, σε θεολογικές σχολές και πανεπιστήμια της Μέσης Ανατολής (στην Τουρκία, την Ιορδανία, την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία), με την σύμφωνη γνώμη της Αρχιμουφτείας και χρηματοδότηση από την Τουρκία και διάφορα ιδρύματα της Μέσης Ανατολής. Το ζήτημα αυτό, της φοίτησης δηλαδή Βουλγάρων σε θεολογικές σχολές του εξωτερικού δεν είναι καινούργιο: Πριν από το 1989, Βούλγαροι Μουσουλμάνοι φοιτούσαν σε θεολογικές σχολές μουσουλμανικών Δημοκρατιών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, η φοίτηση Βουλγάρων Μουσουλμάνων σε θεολογικά ιδρύματα της Μέσης Ανατολής προβληματίζει έντονα καθώς θεωρείται ότι με την επιστροφή τους στην Βουλγαρία οι συγκεκριμένοι κληρικοί μεταφέρουν «ακραίες θρησκευτικές αντιλήψεις» [23].
ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΩΝ ΣΑΛΑΦΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΟΩΝ
Η κυρίαρχη ερμηνεία του Ισλάμ στην Βουλγαρία είναι η σουνιτική και εντάσσεται στην λεγόμενη χαναφιτική παράδοση (Hanafi Sunni tradition). Μετά το 1989 και το άνοιγμα της βουλγαρικής κοινωνίας, οι Μουσουλμάνοι της χώρας εκτέθηκαν και σε διαφορετικές, πιο ριζοσπαστικές ερμηνείες του Ισλάμ και ιδιαίτερα του σαλαφισμού, με την έννοια μιας αυστηρής, πουριτανικής και κατά γράμμα προσέγγισης του Ισλάμ η οποία διακρίνεται για την εχθρότητά της προς πάσης φύσεως «άπιστους», μέσω ξένων κληρικών που κατέφτασαν στην Βουλγαρία, της δράσης των λεγόμενων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων από τη Μέση Ανατολή (από χώρες όπως η Αίγυπτος, η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία), της φοίτησης Μουσουλμάνων σε ισλαμικά θεολογικά ιδρύματα της Μέσης Ανατολής και της μετανάστευσης στην Δυτική Ευρώπη και της επαφής με τις εκεί μεταναστευτικές μουσουλμανικές κοινότητες [24].
Φιλανθρωπική βοήθεια από τη Μέση Ανατολή άρχισε να καταφθάνει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 στην Βουλγαρία -από ΜΚΟ και ιδιώτες χωρών όπως η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία και το Κουβέιτ, ενώ η Τουρκία και το Ιράν παρείχαν φιλανθρωπική βοήθεια βάσει διμερών κρατικών συμφωνιών [25]. Η βοήθεια αυτή χρηματοδότησε την κατασκευή και ανακαίνιση τζαμιών, την λειτουργία κορανικών σχολείων και οικοτροφείων, την έκδοση και διανομή θρησκευτικών κειμένων, όπως και το προσκύνημα στη Μέκκα. Την ίδια περίοδο Μουσουλμάνοι κληρικοί από τη Μέση Ανατολή αρχίζουν να καταφτάνουν στην Βουλγαρία, να επισκέπτονται περιοχές με μουσουλμανικούς πληθυσμούς και να κηρύττουν. Η εισαγωγή σαλαφικών ιδεών διευκολύνθηκε και από την επιστροφή Μουσουλμάνων που είχαν φοιτήσει σε θεολογικά πανεπιστήμια της Μέσης Ανατολής, ατόμων που με την επιστροφή τους έγιναν Ιμάμηδες ή άρχισαν να διδάσκουν στα κορανικά σχολεία τα οποία και άνοιξαν: Το 2014 ο αριθμός τους ανερχόταν στα 90 άτομα από αραβικές χώρες –30 απόφοιτοι από την Ιορδανία, 30 από την Σαουδική Αραβία και άλλοι 30 από την Αίγυπτο και άλλες αραβικές χώρες [26]. Συνολικά υπολογίζεται ότι ο ένας στους 4 νέους ιμάμηδες έχει αποφοιτήσει από πανεπιστήμια της Τουρκίας και άλλων κρατών της Μέσης Ανατολής [27].
Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΟΩΝ
Ριζοσπαστικές/σαλαφικές επιρροές εξαπλώνονται τα τελευταία δέκα χρόνια ανάμεσα σε Μουσουλμάνους της Βουλγαρίας και ιδιαίτερα ανάμεσα σε κοινότητες των Ρομά. Πανεπιστημιακή έρευνα διαπίστωνε σχετικά ότι «η ριζοσπαστικοποίηση των νέων (Μουσουλμάνων Ρομά), την οποία βλέπουμε στα σχολεία, παίρνει διάφορες μορφές. Καταστρέφουν χριστουγεννιάτικα δέντρα ως “ειδωλολατρικά σύμβολα”, χρησιμοποιούν γλώσσα μίσους με όρους όπως άπιστοι και γκιαούρηδες, γονείς παιδιών αρνούνται να συνομιλήσουν με διευθυντές σχολείων διότι είναι γυναίκες, τα παιδιά μαθαίνουν ότι οι Βούλγαροι έφτασαν εδώ και ενάμιση αιώνα στα εδάφη τους, και ότι έτσι όπως ήρθαν μπορεί και να φύγουν» [28].
Μουσουλμάνοι διαδηλωτές κοντά στο τζαμί Dzhumaya στην βουλγαρική πόλη Plovdiv, περίπου 120 χιλιόμετρα ανατολικά της Σόφιας, στις 9 Ιανουαρίου 2009, διαμαρτύρονται εναντίον των επιθέσεων του Ισραήλ στην Γάζα. REUTERS/Stringer (BULGARIA)
—————————————————————————————–
Το ζήτημα έχει απασχολήσει και τις βουλγαρικές υπηρεσίες ασφαλείας, με γνωστότερη την περίπτωση ομάδων Ρομά στις πόλεις Πάζαρντζικ, Πλόβντιφ, Ασένοβγκραντ και Νόβα Ζαγκόρα. Ο βασικός πυρήνας υποστηρικτών του Σαλαφισμού, 50 με 60 άτομα, εντοπίστηκε σε συνοικίες Ρομά στην πόλη Πάζαρντζικ, με ανεπίσημο αρχηγό τους τον Ahmed Musa Ahmed. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το παρελθόν του Musa: Φημολογείται ότι προσηλυτίσθηκε στο Ισλάμ την δεκαετία του 1990 στην Αυστρία, ενώ ήρθε σε επαφή με σαλαφικές ιδέες όταν παρακολουθούσε ένα φροντιστήριο κορανικών μαθημάτων στη Βουλγαρία (το οποίο και έκλεισαν το 2007 οι βουλγαρικές Αρχές). Ο Musa έχει βρεθεί ενώπιον της βουλγαρικής δικαιοσύνης τρεις φορές –το 2004, το 2012 και το 2015 [29]- και το 2014 καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση και χρηματικό πρόστιμο 5.000 λέβα βάσει τριών κατηγοριών: Κήρυξη αντιδημοκρατικής ιδεολογίας, καθοδήγηση ομάδας με αντιδημοκρατική ιδεολογία και κήρυξη μίσους [30].
Η στρατολόγηση των Ρομά σε ομάδες Σαλαφιστών θεωρείται ότι έχει επιτευχθεί κυρίως μέσα από την παροχή κινήτρων -όπως της εύρεσης εργασίας ακόμη και συζύγων – σε νεαρά άτομα με σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Στις συγκεκριμένες ομάδες έχουν εκδηλωθεί και περιστατικά δημόσιας υποστήριξης προς τον ISIS, ενώ έχουν προσφέρει και λογιστική υποστήριξη σε διερχόμενους μαχητές του. Σε αντίθεση ωστόσο με χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, δεν έχουν καταγραφεί περιστατικά Ρομά ή άλλων Μουσουλμάνων της Βουλγαρίας που να έχουν πάει να πολεμήσουν στην Συρία ή στη Μέση Ανατολή. Σαλαφικές επιρροές έχουν επίσης εντοπισθεί σε χωριά των Πομάκων, κυρίως σε θέματα ενδυμασίας και κοινωνικής συμπεριφοράς, στις δυτικές περιοχές της οροσειράς της Ροδόπης [31]. Αντίθετα, δεν έχουν εντοπισθεί σαλαφικές επιδράσεις στους κόλπους της Τουρκικής μειονότητας.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΛΑΜΙΚΗΣ ΒΙΑΣ
Γενικά θεωρείται ότι από το 1990 μέχρι και σήμερα δεν έχει υπάρξει ανάμιξη Βουλγάρων πολιτών σε πράξεις ισλαμικής βίας στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, εκτός από μια περίπτωση: Την επίθεση σε Προτεστάντη Ρομά κληρικό στο Πάζαρντζικ, τον Μάιο του 2011, από 4 Σαλαφιστές Ρομά [32]. Τον Ιούλιο του 2012 σημειώθηκε και η τρομοκρατική επίθεση εναντίον λεωφορείου που μετέφερε Ισραηλινούς τουρίστες στην πόλη Μπουργκάς, με 6 συνολικά νεκρούς, η οποία ωστόσο έχει αποδοθεί στην οργάνωση Χεζμπολάχ του Λιβάνου [33].
Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ
Το ζήτημα της διείσδυσης των σαλαφικών επιρροών και της ενδεχόμενης ριζοσπαστικοποίησης του μουσουλμανικού πληθυσμού της χώρας έχει αρχίσει να απασχολεί τις βουλγαρικές Αρχές, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών και την Κρατική Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Εξελίξεις όπως οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η κλιμάκωση των επιθέσεων σε ευρωπαϊκό έδαφος, ιδιαίτερα μετά την έναρξη της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης», ενέτειναν την προσοχή των βουλγαρικών Αρχών. Από τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί οι βουλγαρικές Αρχές ασφαλείας περιλαμβάνονται η διακοπή λειτουργίας φιλανθρωπικών ιδρυμάτων από τη Μέση Ανατολή, η απέλαση ιεραποστόλων, η σύλληψη και απέλαση διερχόμενων τζιχαντιστών, η παρακολούθηση μεταναστών και αιτούντων ασύλου από τη Μέση Ανατολή, όπως και η άσκηση δικαστικών διώξεων, όπως αυτή του 2012 εναντίον 12 Ιμάμηδων και ενός Μουφτή. Η δίκη ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2014 με μια σειρά από καταδικαστικές αποφάσεις. Έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε κάποιες από αυτές. Στην περίπτωση του Ιμάμη Σαϊντ Μουτλού (Саид Мутлу) από την κωμόπολη Σέρνιτσα –κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα– το δικαστήριο δέχτηκε την εισαγγελική κατηγορία ότι ο Μουτλού ηγείτο «παράνομης οργάνωσης υπό το όνομα Αλ Ουάκφ αλ Ισλαμί (Ал Уакф ал Ислями), παρακλάδι σαουδαραβικής οργάνωσης, έχοντας στόχους οι οποίοι παραβιάζουν τον Ποινικό Κώδικα, συγκεκριμένα κηρύττοντας «μια αντιδημοκρατική ιδεολογία, εναντίον … της διάκρισης των Εξουσιών, της ελευθερίας, της μορφής του κράτους, της υπεροχής του Νόμου, βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως της ισότητας των δύο φύλων και της θρησκευτικής ελευθερίας μέσω της διδασκαλίας της ιδεολογίας του σαλαφισμού» [34].
Τέλος, να αναφερθεί και η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα τον Ιούνιο του 2015, όπως και η σύνταξη μιας Εθνικής Στρατηγικής για την Αντιμετώπιση της Ριζοσπαστικοποίησης και της Τρομοκρατίας. Στο έγγραφο σε διάφορα σημεία του υπογραμμίζεται ότι «… τα τελευταία χρόνια υπάρχει η τάση εξάπλωσης και ενίσχυσης του ριζοσπαστισμού … Το πέρασμα από το έδαφος της Βουλγαρίας ξένων μαχητών και η επιστροφή τους στις χώρες καταγωγής γεννά κινδύνους και απειλές για την ασφάλεια … της Βουλγαρίας. Συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την χώρα προέρχονται από τα κύματα παράνομων μεταναστών από περιοχές και χώρες κρίσης προς την Ευρώπη … Η πιθανότητα διείσδυσης στο έδαφός μας ριζοσπαστικοποιημένων και τρομοκρατικών στοιχείων και ομάδων από αυτά τα κύματα είναι μεγάλη. Κίνδυνοι ριζοσπαστικοποίησης για την Δημοκρατία της Βουλγαρίας υπάρχουν και σε σχέση με την εκπαίδευση δικών μας πολιτών σε θρησκευτικά ιδρύματα εκτός της χώρας … Η ακραία φτώχεια, η κοινωνική απομόνωση και η περιθωριοποίηση η οποία χαρακτηρίζει κάποιες κοινότητες στη χώρα, τις κάνουν πιο ευάλωτες απέναντι στον θρησκευτικό ριζοσπαστισμό και άλλες ιδεολογίες» [35]. Το έγγραφο προτείνει διάφορα μέτρα για την αντιμετώπιση του ριζοσπαστισμού μεταξύ των οποίων «την επεξεργασία μηχανισμού και συγκεκριμένων δεικτών για αναγνώριση, παρατήρηση και εκτίμηση των κινδύνων ριζοσπαστικοποίησης σε συγκεκριμένα τμήματα της κοινωνίας. (Την) συγκρότηση ενός συστήματος για την έγκαιρη ανάγνωση εκδηλώσεων ριζοσπαστικοποίησης» [36].
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ, ΑΛΛΑ…
Το φαινόμενο του ριζοσπαστικού Ισλάμ παραμένει περιορισμένο στην Βουλγαρία, 27 χρόνια μετά το άνοιγμα της βουλγαρικής κοινωνίας και τις πρώτες επαφές του μουσουλμανικού πληθυσμού με ριζοσπαστικές ερμηνείες του Ισλάμ. Η απήχησή του έχει περιοριστεί σε ένα μικρό αριθμό Ρομά και Πομάκων, οικονομικά ευάλωτων και κοινωνικά περιθωριοποιημένων κυρίως, ενώ απουσιάζουν από την βουλγαρική κοινωνία περιστατικά εγχώριας ισλαμικής βίας. Η έστω και περιορισμένη ωστόσο παρουσία ομάδων που έχουν ασπαστεί ριζοσπαστικές απόψεις υπογραμμίζει την ανάγκη αντιμετώπισης του τεράστιου θέματος της κοινωνικής περιθωριοποίησης και οικονομικής εξαθλίωσης ευάλωτων ομάδων όπως είναι κυρίως οι Ρομά στην Βουλγαρία σήμερα.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Το άρθρο στηρίζεται σε τρέχουσα έρευνα του συγγραφέα στο πλαίσιο της οποίας έχουν δοθεί δύο ομιλίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα: Στις 5 Νοεμβρίου 2018, κατά την διάρκεια της 2ης Ακαδημίας Σπουδών Ασφάλειας Θεσσαλονίκης οργανωμένης από το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας και στις 20 Οκτωβρίου 2017 κατά την διάρκεια ημερίδας με θέμα «Οι επιδράσεις του Ισλαμισμού στην Ελλάδα και στο Εγγύς Περιβάλλον», οργανωμένης από την έδρα Ασφάλειας και Στρατηγικής της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου στην Θεσσαλονίκη.
[2] Για τις διαπιστώσεις αυτές βλ. Mila Mancheva, Chapter II, “Risks of Islamic Radicalization”, σε Radicalisation in Bulgaria. Threats and Trends (collective), Center for the Study of Democracy, Sofia, 2015, pp. 26-28, file:///C:/Users/George/Downloads/Radicalisation-in-Bulgaria_Threats-and… (last access 20.11.2017)
[3] Βλ. για παράδειγμα Mancheva, οπ.παρ, p. 28, επίσης Stefan L. Dimov, “Assessing the Threat of Islamically Motivated Terrorism in Bulgaria”, Master of Science in Defense Analysis, Naval Postgraduate School, Monterey California, December 2015, pp.5, 46-47, file:///C:/Users/George/Downloads/790443.pdf (πρόσβαση 20.11.2017)
[4] Για την Απογραφή του 2011 Βλ. “2011 Population Census – main results”, National Statistical Institute, Sofia, http://www.nsi.bg/census2011/PDOCS2/Census2011final_en.pdf(πρόσβαση 20.11.2017)
[5] ibid
[6] Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις: Για παράδειγμα ο Dimov αναφέρει 68.000 Πομάκους βάσει διαφόρων πηγών. Dimov, οπ. παρ., p. 26
[7] Mancheva, οπ. παρ., p. 31
[8] Dimov, οπ. παρ., pp 30-31
[9] Mancheva, οπ. παρ., p. 32
[10] Για το ζήτημα της αυξανόμενης περιθωριοποίησης των Ρομά στη μετα-κομμουνιστική Βουλγαρία βλ. για παράδειγμα Yorgos Christidis, “The Roma in post-communist Bulgaria” στο Iskra Baeva, Plamen Mitev (edit.), “University Readings and Researches on Bulgarian History”, IV International Seminar, Smolyan, 11-13 Μαΐου 2006, Universitetsko Izdatelstvo, “Sv. Kliment Ohridski”, Sofia, 2008, pp. 699-713
[11] Οι εκτιμήσεις για την Αρχιμουφτεία περιλαμβάνονται σε Mancheva, οπ. παρ., p. 33
[12] Mancheva, οπ. παρ., p. 33
[13] “Ислямските училища – пълен пансион за сметка на Турция”, clubz.bg, 7 February 2016, https://clubz.bg/34176-islqmskite_uchilishta_pylen_pansion_za_smetka_na_…(πρόσβαση 25.10.2018)
[14] Trud, 14 January 2016, https://trud.bg/article-5233462/ (πρόσβαση 25.10.2018)
[15] ibid
[16] ibid
[17] Βλ. Yorgos Christidis, “The State of Islam in post-communist Bulgaria”, Church Studies, Νίς, 5-2008, pp. 345-359
[18] Βλ. την σχετική ιστοσελίδα του ιδρύματος https://www.islamicinstitute-bg.org/
[19] Οι εκτιμήσεις για το Ανώτατο Μουσουλμανικό Ινστιτούτο περιλαμβάνονται σε Mancheva, οπ. παρ., pp. 33-34
[20] “Ислямските училища – пълен пансион за сметка на Турция”
[21] Trud, 14 January 2016, https://trud.bg/article-5233462/
[22] Mancheva, οπ. παρ., p. 34
[23] Βλ. για παράδειγμα Маргарита Колева, “Какви са заплахите от проникване на радикален ислям в България?”, 19 октомври 2017, Darik News, https://dariknews.bg/novini/bylgariia/kakvi-sa-zaplahite-ot-pronikvane-n… (πρόσβαση 20.10.2018)
[24] Για τις διαπιστώσεις αυτές βλ. Mancheva, οπ. παρ., p. 35
[25] Ibid, p. 35
[26] Ibid, p. 36
[27] Συνέντευξη με αστυνομική πηγή που επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμη, Σόφια, 3 Νοεμβρίου 2018
[28] “Проф. Дронзина пред Nbox: Радикализацията у нас става масова, касае всички етноси”, N.box, 13 October 2016, https://nbox.bg/index.php?option=com_k2&view=item&id=37580:prof-dronzina… (πρόσβαση 27.10.2018)
[29] Οι πληροφορίες για τον Musa περιλαμβάνονται σε Mancheva, οπ. παρ., pp. 37-38
[30] “Действие първо: На прицел в съдебната зала – религията на 13 имами”, Kapital, 24 April 2014, https://www.capital.bg/blogove/pravo/2014/04/24/2287217_deistvie_purvo_n…(πρόσβαση 25.10.2018)
[31] Mancheva, οπ. παρ., p. 42
[32] “Роми пребиха пастор, дават им 15 денонощия арест”, 24 часа, 2 May 2011,https://www.24chasa.bg/Article/875796 (πρόσβαση 10.11.2017)
[33] “Hezbollah linked to Burgas bus bombing in Bulgaria”, BBC News, 5 February 2013, https://www.bbc.com/news/world-europe-21342192 (πρόσβαση 20.11.2017)
[34] “Действие първо: На прицел в съдебната зала – религията на 13 имами”, Kapital, 24 April 2014, https://www.capital.bg/blogove/pravo/2014/04/24/2287217_deistvie_purvo_n…(πρόσβαση 25.10.2018)
[35] “Стратегията за противодействие на радикализацията и тероризма (2015 – 2020 г.)”, Репу̀блика Бълга̀рия, Министерски съвет, no date provided, http://www.strategy.bg/StrategicDocuments/View.aspx?lang=bg-BG&Id=979 (πρόσβαση 29.10.2018)
[36] ibid.
Oι ευρωεκλογές ανέδειξαν ένα συγκεχυμένο πολιτικό τοπίο, χωρίς ξεκάθαρους νικητές. Η εξασθένηση των παραδοσιακών κομμάτων, η ακροδεξιά και οι νέες δυνάμεις. Οι κρίσιμες αποφάσεις που δεν μπορούν να περιμένουν.
Δημοσιεύθηκε: 29 Μαΐου 2019 – 08:05
Όσοι από εμάς σπαταλάμε μέρος του χρόνου μας παρακολουθώντας βίντεο στο YouTube, έχουμε δει ένα κλασικό βίντεο από τον αμερικανικό ιππόδρομο, στο οποίο δίνουν μάχη δύο άλογα που ονομάζονται «η γυναίκα μου ξέρει τα πάντα» και «η γυναίκα δεν ξέρει τίποτα».
Οι πρώτες ερμηνείες των ευρωεκλογών μού υπενθύμισαν το βίντεο αυτό, μόνο που στην περίπτωση αυτή τα άλογα λέγονται «αυτό τα αλλάζει όλα» και «αυτό δεν αλλάζει τίποτα».
Όσοι υποστηρίζουν ότι «αυτό δεν αλλάζει τίποτα» έχουν κάποια ισχυρά επιχειρήματα. Συνολικά, τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τα αντιευρωπαϊκά κόμματα αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο των εδρών του κοινοβουλίου, από 20% περίπου. Αλλά κάποια από τα αστέρια της εθνικιστικής δεξιάς είχαν απογοητευτικά αποτελέσματα -συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), του δανικού Λαϊκού Κόμματος και του Φόρουμ για τη Δημοκρατία στην Ολλανδία.
Ωστόσο, όσοι πιστεύουν ότι «αυτό αλλάζει τα πάντα» έχουν επίσης στοιχεία να επικαλεστούν. Ευρωσκεπτικιστικά κόμματα κέρδισαν την πρώτη θέση σε τέσσερις από τις έξι μεγαλύτερες χώρες της Ε.Ε.: στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Βρετανία και την Πολωνία.
Ένας λόγος πίσω από αυτή τη σύγκρουση ερμηνειών είναι η επικέντρωση σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: τι σημαίνει αυτό για τη μάχη ανάμεσα στις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις και τους αντιευρωπαίους αντάρτες; Αλλά αν θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα -τι συμβαίνει στα κόμματα τα οποία έχουν κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή πολιτική;- τότε αποκαλύπτεται μια πιο ξεκάθαρη τάση.
Οι παραδοσιακές δυνάμεις της κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς βρίσκονται σε πτωτική τροχιά. Χάνουν έδαφος όχι μόνο από τους εθνικιστές λαϊκιστές, αλλά και από κόμματα που απευθύνονται στην αστικοποιημένη μεσαία τάξη, όπως οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι. Στη Γαλλία, η κεντροδεξιά και η κεντροαριστερά (οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Σοσιαλιστές) έλαβαν κάτω από 15%, ενώ η ακροδεξιά, οι φιλελεύθεροι και οι πράσινοι συγκέντρωσαν σχεδόν 60%. Στην Ιταλία, η κεντροαριστερά και η κεντροδεξιά κέρδισαν περίπου το 31% της ψήφου. Τα λαϊκιστικά κόμματα έλαβαν το 58%.
Στη Βρετανία, οι Συντηρητικοί και οι Εργατικοί κέρδισαν συνολικά μόλις το 23,2% των ψήφων. Η τάση ενάντια στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις εξαπλώθηκε ακόμα και στη σταθερή, λογική Γερμανία, όπου οι κεντροδεξιοί Χριστιανοδημοκράτες και οι κεντροαριστεροί Σοσιαλδημοκράτες υποχώρησαν αρκετά κάτω από το 50%. Οι Πράσινοι ήρθαν δεύτεροι με λίγο πάνω από 20%, με την ακροδεξιά να καρπώνεται το 11%.
Κατά πώς φαίνεται, τα πολιτικά κόμματα που βασίστηκαν στις ταξικές και οικονομικές δομές του 19ου και του 20ού αιώνα έχουν πάψει να είναι επίκαιρα.
Οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι ενδιαφέρονται για διαφορετικά ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή, η ταυτότητα και η μετανάστευση. Η συνέπεια θα είναι πιθανότατα μια περίοδος πολιτικής αβεβαιότητας και ρευστότητας, η οποία θα περιορίσει την ευχέρεια της Ε.Ε. να δράσει. Το γεγονός ότι η Κεντροδεξιά, οι Σοσιαλιστές, οι Φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι είναι όλοι σε γενικές γραμμές φιλοευρωπαϊστές δεν μπορεί να κρύψει τη διάσταση απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή και η μεταρρύθμιση της ευρωζώνης.
Ένα σοβαρό ζήτημα είναι το πολιτικό μέλλον της Άγκελα Μέρκελ, της Γερμανίδας καγκελαρίου. Ένα ακόμα αρνητικό αποτέλεσμα για το SPD μπορεί να πείσει το κόμμα να αποσυρθεί από τον κυβερνητικό συνασπισμό, προκαλώντας την κατάρρευση της κυβέρνησης. H κα Μέρεκλ θα δεχθεί πιέσεις και εντός του CDU. Η αδύναμη επίδοση του κόμματος μπορεί να δώσει στην Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, τη διάδοχο της καγκελαρίου στην ηγεσία του CDU, τη δυνατότητα να πιέσει την κα Μέρκελ να αποχωρήσει από την καγκελαρία πριν τη λήξη της θητείας της. Εν τω μεταξύ, ορισμένοι στο CDU θα ταχθούν υπέρ μιας μετατόπισης προς τα δεξιά σε ζητήματα όπως το ευρώ και η ενεργειακή πολιτική.
Αν η κα Μέρκελ αναγκαστεί να αποχωρήσει νωρίτερα, η Ε.Ε. θα έχει χάσει την πιο κυρίαρχη πολιτική της φιγούρα. Αλλά ακόμα και αν παραμείνει στη θέση της για άλλα δύο χρόνια, ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής, όπως αντανακλάται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο κοινοβούλιο, μπορεί να εμποδίσει την Ε.Ε. να καταλήξει σε αποφάσεις για κρίσιμα ζητήματα, όπως το ευρώ, η μετανάστευση, το Brexit και η πολιτική για την Κίνα.
Ένα πρώτο τεστ θα γίνει με τη συζήτηση για τους νέους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Στη θεωρία, τούτο θα ολοκληρωθεί σχετικά σύντομα, με την πρώτη σοβαρή συζήτηση να λαμβάνει χώρα αυτή την εβδομάδα. Αλλά η συγκεχυμένη εικόνα από το αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να οδηγήσει σε μια παρατεταμένη διαδικασία. Ορισμένα ζητήματα ωστόσο δεν μπορούν να αναβάλλονται για πάντα. Ως τον Οκτώβριο, η Βρετανία και η Ε.Ε. θα πρέπει να εξετάσουν αν θα παρατείνουν τη διαδικασία του Brexit ή θα αποδεχτούν μια έξοδο χωρίς συμφωνία.Οι πιθανότητες μιας αποχώρησης χωρίς συμφωνία έχουν αυξηθεί μετά τις δημοσκοπήσεις.
Τα φιλόδοξα σχέδια του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν για μια μεταρρύθμιση της ευρωζώνης φαίνεται να συγκεντρώνουν ακόμα λιγότερες πιθανότητες να προχωρήσουν, δεδομένης της δικής του σχετικά αδύναμης επίδοσης και της τρέχουσας πολιτικής σύγχυσης στη Γερμανία. Ωστόσο, οι εξελίξεις στις αγορές -συγκεκριμένα, η νέα πίεση στο ευρώ- μπορεί να φέρει την Ε.Ε. προ τετελεσμένων γεγονότων.
Το μεγάλο ερώτημα πίσω από όλα αυτά είναι κατά πόσον η Ε.Ε. αποσυντίθεται σταδιακά ή κινείται προς μια πιο στενή ένωση, που θα μπορέσει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της Ευρώπης. Τούτο έχει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, σε έναν κόσμο ο οποίος σε διαφορετική περίπτωση θα κυριαρχείται από δύο δυνητικά εχθρικές υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και την Κίνα, με τη Ρωσία να παίζει και αυτή έναν κακόβουλο ρόλο.
Οι απαρχές ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου σημαίνουν ότι αυτό δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό ερώτημα για την Ε.Ε. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή ενότητα θα δοκιμαστεί επανειλημμένα από γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας τους ερχόμενους μήνες και χρόνια.
Η πολιτική παράλυση και ο κατακερματισμός είναι μια πολυτέλεια την οποία η Ε.Ε. ίσως να μην μπορεί να αντέξει.
Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
Flight lands at Jeddah airport days after Saudi Arabia’s King Salman invited the emir of Qatar to participate in two Mecca summits, marking a detente between the Gulf countrie
Qatar Today tweeted that the plane “is landing at Jeddah airport for the first time since the outbreak of the Gulf crisis and the siege of Qatar.”
قطر اليوم
✔@Qat
عاجل: الطائرة الأميرية #القطرية تهبط مطار جدة لأول مره منذ اندلاع الأزمة الخليجية وحصار #قطر
The move, a first in two years according to the Guardian, comes days after Qatar’s Sheikh Tamim Bin Hamad al Thani received an invitation from Saui Arabia‘s King Salman to attemd two summits in Mecca, according to a statement by Qatar’s Foreign Ministry.
Last week Qatar said it had not been invited to the two summits Saudi is planning in Islam’s holiest site to discuss the implications of drone strikes on oil installations in the kingdom and attacks on four vessels, including two Saudi oil tankers, off the United Arab Emirates coast earlier this month.
The invitation and a letter was passed to Qatar by the head of the Gulf Cooperation Council (GCC), the
statement said, without saying whether Qatar would accept it
Saudi Arabia has accused Iran of ordering the drone strikes, for which Yemen‘s Iran-aligned Houthis claimed responsibility.
The kingdom said that while it did not want war in the region, it was ready to respond strongly. The UAE has not blamed anyone for the sabotage of the tankers pending an investigation, and said it was committed to de-escalation.
Iran has denied it carried out either attack.
The UAE has said that the current “critical circumstances” in the region required a “unified Arab and Gulf stance.”
Η φωτογραφία που ανήρτησε το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών. Η Λευκωσία με μιναράεδες και τουρκικές σημαίες. Και πίσω ο κατεχόμενος Πενταδάκτυλος. Φωτογραφία via του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΑ
Σύμφωνα με μια περιεκτική ανάλυση του Παύλου Ξανθούλη στον «Φιλελεύθερο», οι επόμενες τρεις βδομάδες θα είναι καθοριστικές για τον καθορισμό του πλαισίου αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται, με τη Λευκωσία να προσπαθεί να πείσει ότι, η Τουρκία δρα σε παράβαση του δικαίους δικαίου και του δικαίου της θάλασσας, κινείται επιθετικά έναντι των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας και απειλεί την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο κύπριος Υπουργός Εξωτερικών προσπαθεί να πείσει ακόμη ότι οι κινήσεις της Άγκυρας στρέφονται κατά των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών μελών της, καθώς και των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία επιδιώκει να ανατρέψει έναν ενεργειακό σχεδιασμό, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει εναλλακτικές πηγές-αγορές ενέργειας για την Ευρώπη.
Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, αποκαλύπτονται και οι προθέσεις της Βρετανίας, η οποία δρα στο παρασκήνιο και προσπαθεί να πείσει κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Λονδίνο δεν θεωρεί ότι συντρέχουν λόγοι για λήψη μέτρων ή επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας. Παρουσιάζει το θέμα ως μια διμερής διαφορά, η οποία προκύπτει από την απουσία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών (Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ) ανάμεσα στην Τουρκία και την Κύπρο.
Η βασική θέση του Λονδίνου είναι ότι, εάν δεν ασκηθούν πιέσεις για άμεση έναρξη συνομιλιών στο Κυπριακό και σύντομη κατάληξη τους, η ένταση θα αυξηθεί και τα προβλήματα θα μεγαλώνουν. Με απλά λόγια, η Βρετανία προσπαθεί να μεταθέσει το πρόβλημα, από την επιθετική-αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κριθεί εδώ και χρόνια ότι, το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά η μη επίλυσή του δεν μπορεί να αφαιρεί ούτε να στερεί από την Κυπριακή Δημοκρατία κυριαρχικά δικαιώματα και δυνατότητες στην εξωτερική της πολιτική, καθώς και στην πολιτική ασφάλειας και άμυνας της Ένωσης και της συνεργασίας της τελευταίας με το ΝΑΤΟ και άλλους οργανισμούς. Οι κινήσεις της Βρετανίας επαναφέρουν επί κακού σκοπού το ζήτημα του περιορισμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενόσω είναι άλυτο το Κυπριακό. Αυτή είναι βεβαίως η βρετανική εκδοχή των παραδοσιακών θέσεων της Άγκυρας.
Επί της ουσίας, η Λευκωσία έχει ενώπιον της σαφείς προκλήσεις. Εάν αποτύχει να πείσει τα κράτη μέλη της ΕΕ να πάρουν μία ξεκάθαρη απόφαση για καταδίκη των ενεργειών της Τουρκίας και κυρίως για επιβολή σε αυτήν αποτρεπτικών και τιμωρητικών μέτρων, τότε δικαιωθούν οι βρετανικές θέσεις και θα αποθρασυνθεί ακόμη περισσότερο η Άγκυρα.
Στις 29 Μαΐου αναμένεται η Έκθεση της Επιτροπής για την Τουρκία, όπου θα υπάρξουν αναφορές σε σχέση με τις παράνομες ενέργειές της στις θαλάσσιες ζώνες της . Ενδιαφέρουσες θα είναι και οι ενδεχόμενες εισηγήσεις της Επιτροπής για ανάληψη δράσης ή η απουσία οποιωνδήποτε εισηγήσεων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, το περιεχόμενο της Έκθεσης θα αντανακλά και τον βαθμό επιρροής και πειθούς των διπλωματικών κινήσεων της Λευκωσίας το τελευταίο διάστημα. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Έκθεση της Επιτροπής δεν είναι καθοριστική. Από τη στιγμή που το Συμβούλιο δεν ανέθεσε στην Επιτροπή να μελετήσει την κατάσταση και να εισηγηθεί μέσα και τρόπο αντίδρασης, οι αποφάσεις επαφίονται αποκλειστικά στους Υπουργούς Εξωτερικών, όπως και στους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων, οι οποίοι και συνέρχονται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στα τέλη Ιουνίου.
Η Έκθεση της Επιτροπής θα αποτυπώσει τις πολιτικές «ισορροπίες» που υπάρχουν σε επίπεδο κρατών μελών, αλλά θα παρουσιάσει και τις επικρατούσες αντιλήψεις της γραφειοκρατίας της Επιτροπής. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η Έκθεση θα δείξει και τον βαθμό που η Λευκωσία κατάφερε να πείσει για την ανάγκη άμεσης και σαφούς αντίδρασης της Ένωσης, με έργα και όχι, για ακόμη μια φορά, με λόγια.
Δεν είναι όμως η Έκθεση της Επιτροπής που θα κρίνει την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών, το οποίο συνέρχεται στις 17 Ιουνίου και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο ακολουθεί στις 20 Ιουνίου.
Όπως έχω υποστηρίξει σε προηγούμενη αρθρογραφία μου, η Λευκωσία θα έπρεπε να είχε κινηθεί διαφορετικά. Θα έπρεπε να είχε ζητήσει τουλάχιστον την συμπερίληψη της δήλωσης Μογκερίνι και της δήλωσης Τουσκ σε απόφαση του Συμβουλίου της ,η οποία θα προνοούσε και τα επόμενα βήματα.
Το παρελθόν δεν μπορεί να αναδημιουργηθεί. Τώρα σημασία έχει πως θα λειτουργήσει η Λευκωσία στα επόμενα κρίσιμα ορόσημα. Τι πρέπει λοιπόν να κάνει η Λευκωσία;
Μέχρι και την ύστατη θα πρέπει να ασκήσει πίεση στην Επιτροπή για να καταγράψει με σαφή τρόπο τις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας, τον τόπο με τον οποίο αυτές απειλούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και να γίνει από μέρους της Επιτροπής ισχυρή εισήγηση για λήψη μέτρων και επιβολή κυρώσεων.
Σε επίπεδο προετοιμασίας του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της 17ης Ιουνίου, η Λευκωσία θα πρέπει να συνεργαστεί στενά με ένα τουλάχιστον μεγάλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Ύπατη Αρμοστή της Ένωσης προκειμένου να γραφτεί ένα ισχυρό προσχέδιο απόφασης το οποίο θα περιέχει, πέραν από την καταδίκη των ενεργειών της Τουρκίας και την προειδοποίησή της, σαφείς αναφορές σε λήψη μέτρων και κυρώσεων εναντίον της, σε περίπτωση που δεν τερματίσει τις ενέργειές της και αναφορές σε ακόμη σκληρότερα μέτρα και κυρώσεις σε περίπτωση που προχωρήσει στην υλοποίηση των σχεδιασμών που έχει ανακοινώσει.
Η Λευκωσία πρέπει να προκαλέσει ένα ρεύμα στήριξης μιας ισχυρής απόφασης από το Συμβούλιο. Εάν τα μεγάλα κράτη μέλη και μεγάλη μερίδα των άλλων κρατών μελών στηρίξουν μια καθαρή απόφαση, τότε η Βρετανία θα βρεθεί απομονωμένη. Η τελευταία έχει δεσμευτεί ότι, στο πλαίσιο του Brexit, δεν πρόκειται να παρεμποδίζει αποφάσεις της Ένωσης.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ως ο ανώτερος και καθοδηγητικός θεσμός της Ένωσης, θα πρέπει να σφραγίσει και να δώσει κύρος στην απόφαση του Συμβουλίου, καθώς επίσης να δεσμευτεί και με δική του απόφαση για την εφαρμογή όλων όσων θα συμφωνηθούν.
Αυτά τα βήματα είναι που θα κρίνουν την αξιοπιστία, τόσο της Λευκωσίας όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα πολιτικά λάθη του Συριζα, απο τότε που ανέλαβε την πολιτική εξουσία, είναι πολλά και παιδαριώδη. Άλλωστε, αυτά τον οδήγησαν στην ήττα των ευρωεκλογών.
Τα συνεχίζει. Θέλει πάση θυσία να διορίσει- και να ελέγξει, μήπως τη χρειαστεί- την ηγεσία της δικαιοσύνης, ενώ η χώρα, ουσιαστικά, έχει μπει σε προεκλογική περίοδο.
Καθεστωτική νοοτροπία, περιφρόνηση των θεσμών και των διαδικασιών με τις οποίες λειτουργεί μια δημοκρατική χώρα.
Περιφρόνηση θεσμικής λειτουργίας ήταν και η παρουσία του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας στη συγκέντρωση του Τσίπρα στο Σύνταγμα.
Δεν αντιλαμβάνονται ότι με την τακτική τους αυτή, απλώς, θα διευρύνουν τη διαφορά απο τη Νέα Δημοκρατία; Τη Δεξιά, την οποία επανέφεραν με την πολιτική τους;
Blandly titled The U.S. Army in the Iraq War and based on 30,000 pages of newly declassified documents, the study recounts a litany of familiar but still infuriating blunders on Washington’s part: failing to prepare for the invasion’s aftermath, misunderstanding Iraqi culture and politics and sidelining or ignoring genuine experts, disbanding the Iraqi army and evicting Baath Party members from the government, ignoring and even denying the rise of sectarian violence, and sapping momentum by rotating troops too frequently.
Stay informed.
Get the latest book reviews delivered to your inbox.
Years in the making and admirably candid, the study has largely been ignored by the media and the policy community. That may be because of its daunting length and dry, “just the facts” narrative. Or because some understandably prefer independent accounts to authorized after-action reports. Or because, compared with other major conflicts in U.S. history, so few Americans experienced this one firsthand. Or because the study declines to focus on more timely and contested questions, such as whether it was ever in the realm of possibility to invade a large and diverse Middle Eastern country—one that posed no direct threat to the United States—at an acceptable cost. But the study also comes at a time when many of the supposed lessons of Iraq are increasingly contested, with significant implications for a debate that is raging between and within both major political parties over the most consequential foreign policy choice any country faces: when and how to use military force.
In this critical debate, the Iraq study does seem to take a side, intentionally or otherwise. For that reason, and to better understand what the institution charged with fighting the controversial war believes it has learned, two of the study’s claims are worthy of further reflection, particularly for those who believed that the Iraq debacle would lead to an era of American military restraint. The first claim, which runs through the study like a subplot, is that the war’s “only victor” was “an emboldened and expansionist Iran,” which gained vast influence over its main regional adversary when Iraq’s dictator was toppled and replaced by leaders with close ties to Iran. Washington “never formulated an effective strategy” for addressing this challenge, the study concludes, in part because it imposed “artificial geographic boundaries on the conflict” that “limited the war in a way that made it difficult to reach its desired end states.” Put more succinctly: the United States erred not by waging a war far more expansive than its national interests warranted but by failing to take the fight far enough, including into neighboring Iran.
The study’s second notable claim, mentioned only in passing in its penultimate paragraph, is even more controversial: that “the failure of the United States to attain its strategic objectives in Iraq was not inevitable.” Rather, it “came as a by-product of a long series of decisions—acts of commission and omission—made by well-trained and intelligent leaders.” In other words: the failure of the Iraq war—which cost somewhere between $1 trillion and $2 trillion, led to the deaths of nearly 4,500 Americans and perhaps half a million Iraqis, spawned a grave humanitarian crisis, and incubated the most virulent terrorist franchise the world has ever seen, all with no clear strategic benefit—was one of execution, not conception.
Couched as impartial assessments, these claims—about how the United States’ military restraint empowered its main regional adversary and about the supposed feasibility of fighting a better war—contribute to the deliberate and systematic erosion of what was once conventional wisdom: that, in the future, the United States should be far warier of potential conflicts like the one in Iraq. An alternative view of the Iraq war has flourished since the arrival of U.S. President Donald Trump, driven by both some of his most ardent critics and some of his closest advisers. And it may help bring about the next U.S. conflict in the Middle East.
MUNICH, SAIGON, BAGHDAD
What policymakers learn from history is of more than mere academic interest. Just as generals reputedly prepare to fight the last war, foreign policy officials lean heavily on historical analogies in addressing current threats. U.S. officials frequently use—and often abuse—history to help bolster their arguments during critical debates. In doing so, as the historian Ernest May put it, they become “captives of an unanalyzed faith that the future [will] be like the recent past.”
The British appeasement of Hitler in 1938 has been particularly compelling in policy debates, with allusions to “another Munich,” referring to the city where European powers acceded to some of Hitler’s earliest territorial claims, providing an easy caricature of supposed weakness. In 1965, as President Lyndon Johnson considered whether to deploy 100,000 U.S. troops to Vietnam, the National Security Council held a fateful meeting. His team in the Cabinet Room was divided on the issue, until the U.S. ambassador in Saigon, Henry Cabot Lodge, Jr., effectively ended the debate: “I feel there is a greater threat of World War III if we don’t go in. Can’t we see the similarity to [the British] indolence at Munich?”
U.S. officials frequently use—and often abuse—history to help bolster their arguments during critical debates about the next war.
By the 1970s, the Vietnam quagmire that resulted in part from that reading of history began to compete with Munich as the dominant historical analogy. Just as Munich became a shorthand for policy approaches that were overly passive, Vietnam became a warning against those deemed too interventionist. Reluctant to plunge the United States back into conflict, President Jimmy Carter pursued détente with the Soviet Union. In response, critics attacked him for “tapping the cobblestones of Munich” and fostering a “culture of appeasement.” In the decade that followed, President Ronald Reagan sought to overcome what he and others called “the Vietnam syndrome” and shake the United States free from what he believed was an excessive reluctance to confront global threats. But it was not until 1990 that the United States faced an act of aggression so stark that the debate shifted again.
In August 1990, Saddam Hussein’s Iraq invaded and occupied Kuwait. “International conflicts attract historical analogies the way honey attracts bears,” noted Alexander Haig, a former U.S. secretary of state and former supreme allied commander of NATO, in a New York Times op-ed that December. “Which analogy, Munich or Vietnam, . . . has more to tell us?” His answer was the former, which meant that Saddam had to be confronted. Rather than ignore or contest the Vietnam analogy, Haig twisted it to suit his purposes. And to leave no doubt, Haig also drew a somewhat contrarian lesson from Vietnam, arguing that it suggested the United States should not stop at liberating Kuwait: it must destroy the Iraqi regime entirely. “The Vietnam analogy instructs us not that we should refrain from using force,” he wrote, “but that if our purposes are just and clear, we should use it decisively.”
In the end, President George H. W. Bush followed only half of Haig’s advice, evicting Saddam’s army from Kuwait but stopping short of marching on Baghdad. In his victory speech, Bush boasted, “We’ve kicked the Vietnam syndrome once and for all.”
WHICH IRAQ LESSON?
That cure cemented the United States’ status as the world’s sole superpower but had some unforeseen side effects. The country has now spent nearly three decades engulfed in Iraq in various ways. Iraq has provided the leading historical analogies for foreign-policy makers in the past four U.S. administrations and has informed their understanding of the extent and limits of American power, even as other crises have flared and faded.
President Bill Clinton quietly continued the conflict with Saddam after the end of the 1990–91 Gulf War by bombing Iraqi targets throughout his tenure, imposing unprecedented sanctions, and shifting the United States’ official policy to regime change. His secretary of state, Madeleine Albright, coined the phrase “the indispensable nation” to justify further U.S. intervention in Iraq. A few years later, to bolster the case for an invasion, officials serving President George W. Bush used his father’s supposed strategic error of not proceeding to Baghdad, along with a healthy dash of the Munich analogy. They also massively exaggerated the threats posed by Saddam’s weapons programs and the Iraqi leader’s purported ties to terrorist groups.
Repulsed by that sales job and the fiasco it helped promote, President Barack Obama, whose rise was fueled by his early opposition to the Iraq war, drew new lessons from his predecessor’s failures in Iraq. Obama’s understanding of what had gone wrong encouraged his wariness of wielding U.S. power, especially in the Middle East; his commitment to diplomacy as the tool of first resort and openness to engaging even the most difficult adversaries; and his conviction that U.S. military action should come only as part of the broadest possible coalition and in accordance with international law.
Those lessons guided Obama’s approach to the two most difficult problems he faced during the last several years of his term—the mounting Iranian nuclear threat and the Syrian conflict. On Iran, Obama resisted the drumbeat of another reckless war and instead made a deal that removed an immediate nuclear threat from the world’s most volatile region without the United States having to fire a shot. In Syria, Obama avoided a major military escalation in favor of a varied approach, with elements of diplomacy, humanitarian assistance, and force, which ultimately failed to quell a devastating conflict. In each case, the Iraq war weighed heavily in internal debates.
GARY KNIGHT / VII / REDUXU.S. Marines on a bridge outside Baghdad, April 2003
A BIG, FAT MISTAKE
Although it would be hard to imagine a presidential candidate more different from the incumbent he sought to replace, Trump also argued that the United States should avoid Middle Eastern “quagmires” and called the Iraq war “a big, fat mistake.” As president-elect, he told an audience at Fort Bragg of his commitment to “only engage in the use of military force when it’s in the vital national security interest of the United States,” pledged to “stop racing to topple . . . foreign regimes that we know nothing about,” and promised to end what he termed a “destructive cycle of intervention and chaos.” Early in his presidency, he called the 2003 invasion “the single worst decision ever made.”
By the end of 2016, an aversion to military adventurism in the Middle East seemed a rare area of bipartisan consensus. The lessons of Iraq were relatively clear, and the prospects for another U.S. war in the region remote.
Since then, however, the Trump administration’s policies and personnel choices have helped erode that consensus and have raised the specter of another conflict. In January 2018, Secretary of State Rex Tillerson delivered a speech explaining why keeping U.S. troops on the ground in Syria, and possibly increasing their numbers, was essential to national security. He put forward a standard set of arguments in favor of a U.S. presence: the need to conclusively defeat the Islamic State (also known as ISIS), help end the Syrian civil war, counter Iranian influence, stabilize Syria so that refugees could return, and rid the country of any remaining chemical weapons.
The lessons of Iraq were relatively clear, but the Trump administration’s policies and personnel choices have helped erode that consensus
He then made a more counterintuitive case for deploying more U.S. forces to Syria, where they would be in harm’s way, operating under dubious legal authority, and tasked with a mission arguably far more ambitious than their number could achieve: to “not repeat the mistakes of the past in Iraq.” One could be forgiven for believing Tillerson had somehow misspoken by invoking the Iraq war as an argument for, rather than against, further U.S. military intervention in a controversial conflict. He had not.
His comments reflected a view commonly expressed by critics of the Obama administration—many of them Iraq war proponents: that by withdrawing from Iraq in 2011, after the Iraqi parliament declined to endorse legal protections for U.S. troops, Obama had committed a politically motivated blunder that robbed the United States of a durable success, if not victory. The withdrawal, such critics allege, allowed al Qaeda in Iraq to metastasize into ISIS and take control of nearly a third of Iraq’s territory, including Mosul, the country’s third-largest city.
The U.S. Army’s official history of the Iraq war makes a version of that same argument:
At one point, in the waning days of the Surge, the change of strategy and the sacrifices of many thousands of Americans and Iraqis had finally tipped the scales enough to put the military campaign on a path towards a measure of success. However, it was not to be, as the compounding effect of earlier mistakes, combined with a series of decisions focused on war termination, ultimately doomed the fragile venture.
This conclusion neglects a few inconvenient facts. The troops were withdrawn pursuant to a George W. Bush–era status-of-forces agreement between Washington and Baghdad. Under its own internal pressure to end the war, the Iraqi government would not even consider allowing anything beyond a relatively small number of U.S. forces in a noncombat role. ISIS’ rise had less to do with the absence of U.S. troops than with the civil war that erupted next door in Syria, just as American forces were withdrawing. And whatever one thinks of the decision to withdraw U.S. troops, that would hardly seem to negate the original sin of invading Iraq in the first place. Still, this revisionist argument has gained adherents over time and has also spawned a new, unlikely lesson of Iraq: that an aversion to military force in 2011, rather than a fetish for it in 2003, was to blame.
This belief sits uneasily with Trump’s professed distaste for military adventurism in the Middle East, and it has led to a fierce tug of war inside the Trump administration over the use of force in the region. Trump’s more hawkish advisers have often carried the day. As a result, despite his noninterventionist instincts, Trump has escalated the U.S. military’s involvement in every theater of conflict he inherited: Afghanistan, Libya, Niger, Syria, Yemen—and even Iraq itself.
Last spring, Trump appointed as his national security adviser John Bolton, a man who remains perhaps the Iraq war’s most fervent and least repentant champion. (As recently as 2015, Bolton said that toppling Saddam was the right thing to do.) Tillerson, a relative moderate, was replaced as secretary of state by the far more hawkish Mike Pompeo. Elliott Abrams, George W. Bush’s top Middle East adviser, is now Trump’s special envoy for Venezuela. And Joel Rayburn, one of the editors of the U.S. Army’s study of the Iraq war, left that role to take two senior positions in the Trump administration, first in the White House and then in the State Department.
Ironically, Trump has resurrected Iraq hawks on both sides of the polarized debate about his presidency. Among his most prominent critics are “Never Trump” Republicans—many of whom were staunch supporters of the 2003 invasion. It was precisely Trump’s discomfort with military intervention—and concern that it could lead to a new period of isolationism—that first turned off many of his hawkish critics, such as Max Boot of the Council on Foreign Relations and David Frum of The Atlantic. Through their criticism of Trump, many Never Trumpers have regained some of the prominence they lost in the wake of the Iraq disaster, as has the view that the Iraq war was noble in purpose, waged poorly by Bush, salvaged by the surge, and then ultimately lost by Obama.
It is little wonder, then, that Americans’ ideas about what lessons their country should take from the Iraq war may be shifting. According to polls, in 2008, five years after the invasion, 56 percent of the country had decided that the war—which had by then claimed hundreds of thousands of lives, displaced millions, and badly damaged the United States’ global standing—was a mistake. By 2018, however, that number had fallen to 48 percent. By comparison, a majority of Americans continue to believe that the U.S. war in Vietnam was a mistake. By 1990, 17 years after the Paris Peace Accords formally ended the conflict, that number had reached 74 percent.
MAXIMUM PRESSURE
The most immediate test of this ongoing debate about Iraq is the emerging crisis between the United States and Iran. Although the Iraq analogy was once a trump card for opponents of U.S. intervention, today it is also invoked by those portraying Iran as unfinished business of the earlier conflict. As the historian Arthur Schlesinger, Jr., once wrote, for policymakers pursuing an agenda, history is “an enormous grab bag with a prize for everybody.”
Just over two years ago, a war with Iran in the near term seemed almost unthinkable. The Obama administration saw Iran’s nuclear program as the greatest threat and sought to take it off the table, which would also make addressing other threats from Iran less risky. The 2015 nuclear agreement locked up Iran’s program for more than a decade. And Iran adhered to the deal.
One of the clearest and most immediate consequences of the 2016 U.S. presidential election, however, was a reversal of U.S. policy toward Iran, including the decision to withdraw the United States from the nuclear deal and resume sanctions against Iran and its business partners. The Trump administration is now pursuing a strategy it calls “maximum pressure.” In April, Trump designated Iran’s Islamic Revolutionary Guard Corps as a terrorist organization, the first government entity to earn that distinction. In May, the administration announced that any nation importing Iranian oil—the lifeblood of Iran’s economy—would be sanctioned, with the aim of eliminating Iranian exports.
Trump and his officials have indulged in rhetoric that gives the distinct impression that the administration’s goal is regime change, by force if necessary. Last July, after Iranian President Hassan Rouhani warned the United States not to “play with the lion’s tail” by increasing pressure on Iran, Trump tweeted, “Iranian President Rouhani: NEVER, EVER THREATEN THE UNITED STATES AGAIN OR YOU WILL SUFFER CONSEQUENCES THE LIKES OF WHICH FEW THROUGHOUT HISTORY HAVE EVER SUFFERED BEFORE. WE ARE NO LONGER A COUNTRY THAT WILL STAND FOR YOUR DEMENTED WORDS OF VIOLENCE & DEATH. BE CAUTIOUS!”
In February, Pompeo, who had advocated regime change in Iran as a member of Congress, told a group of Iranian Americans that the administration is “careful not to use the language of regime change,” but he has also pointed to supposed signs that U.S. pressure “will lead the Iranian people to rise up and change the behavior of the regime.” In May, he admitted on a podcast that better behavior on the part of the regime was unlikely and upped the ante, arguing, “I think what can change is the people can change the government.” And last year, he named 12 issues that Iran would need to agree to discuss in any future negotiation, which included steps unthinkable under Iran’s current leadership, such as abandoning all uranium enrichment and support for militant proxies.
Iran draws on its own historical lessons when it comes to dealing with the United States, starting with the U.S.-backed coup against its elected prime minister in 1953. To the surprise of many, after Trump pulled the United States out of the nuclear deal, Iran first adopted a form of strategic patience. It seized the moral high ground by working with the same Asian and European partners that had once sat on Washington’s side of the table during the negotiations on the nuclear deal and that still strongly support the agreement.
Iranian President Hassan Rouhani at a news conference in Baghdad, Iraq, March 2019
But in May, after Washington took a series of provocative steps, Rouhani announced that Iran would begin reducing its adherence to some of its commitments under the deal, particularly with regard to the stockpile of enriched uranium it is allowed to maintain, and would set a two-month deadline for countries to provide Iran with relief from U.S. sanctions. He also said that Iran was not abandoning the deal and remained open to negotiations.
Although Trump has also said that he is open to talks, the prospects of a conflict between the United States and Iran are now as high as they have been since early 2013, before the nuclear negotiations began to progress, when there were frequent reports that both countries (and Israel) were preparing for a military clash. It is easy to imagine any number of incendiary scenarios. U.S. forces are currently deployed in relatively close proximity to Iranian troops or their proxies in at least three countries: Iraq, Syria, and Yemen. A missile strike from Iranian-backed forces in Yemen that killed a large number of Saudis or a fatal rocket attack against Israel launched by Iranian proxies in Lebanon or Syria would lead to heavy pressure on Washington to retaliate, perhaps against Iranian targets.
There are also profound similarities between the current situation and the period that preceded the U.S. invasion of Iraq, starting with an impressionable president, inexperienced in world affairs. In the aftermath of the 9/11 attacks, the Bush White House pushed the intelligence services to look for evidence of Iraqi involvement—none materialized, and there had been hardly any reason to suspect it would—and to draw the most hawkish conclusions possible from the mixed evidence on Iraq’s pursuit of weapons of mass destruction. Today, the Trump administration is reportedly pressuring the intelligence community, which has long judged that Iran is in strict compliance with the nuclear deal, for assessments that would bolster the case for a firmer approach. “The Intelligence people seem to be extremely passive and naive when it comes to the dangers of Iran. They are wrong!” Trump tweeted earlier this year. In May, with the administration pointing to intelligence indicating that Iran might be planning attacks against U.S. forces, anonymous U.S. officials warned that the threat was being hyped. “It’s not that the administration is mischaracterizing the intelligence, so much as overreacting to it,” one told the The Daily Beast. In addition, as in 2003, the United States is increasingly isolated from all but a small handful of countries that support its approach.
It is unclear whether this brinkmanship will lead to conflict, stalemate, or renewed dialogue. Regardless, some contemporary realities should drive decision-making. Iran is roughly four times as large as Iraq in terms of territory and has roughly four times the population Iraq had in 2003. Iran’s geography is more complex than that of Iraq, and its governance is at least as challenging. Although Iran menaces its neighbors and funds terrorist proxies, Washington has yet to articulate any threat to the United States severe enough to justify a war and lacks clear legal authority to wage one. For these and other reasons, not even the most bellicose proponents of confronting Iran have suggested a full-scale assault.
The prospects of a war between the United States and Iran are now as high as they have been since early 2013, when both countries (and Israel) were reportedly preparing for a military clash.
But for those who believe that a smarter war plan in Iraq would have produced better results, a limited war with Iran, perhaps designed to restore U.S. deterrence supposedly forfeited during the Iraq war, remains firmly on the table. In mid-May, the Pentagon was reportedly drawing up plans for the deployment of 120,000 troops to the region, about two-thirds of the total number sent to Iraq during the 2003 invasion.
Distorting the lessons of the Iraq war may also be the best way to convince a U.S. president with anti-interventionist instincts of the wisdom of confronting Iran. “During the Iraq War, Iran was most aggressive when the U.S. failed to respond with strength to Iranian malfeasance,” claimed one of the editors of the army’s Iraq study in a recent op-ed he co-authored in The Hill. The authors added: “History makes clear there must be consequences for Iran when Tehran attacks Americans. Otherwise, we should expect more of the same.” It isn’t hard to imagine that argument, which hinges on notions of strength and weakness, appealing to Trump.
But such claims ignore something else that U.S. policymakers should have learned from recent conflicts: once under way, wars evolve and escalate in unforeseen ways. To see how even a war with expressly limited objectives can spiral out of control, look no further than the Obama administration’s experience in Libya. In the case of Iran, perhaps the biggest wildcard is how the Iranians might respond to U.S. force. Unlike Iraq in 2003, Iran has the ability to wage asymmetric war against American forces, diplomats, and allies across the Middle East and beyond. That is especially true in Iraq, where, in response to mounting tensions in mid-May, the United States ordered the departure of all “nonemergency” government personnel and Germany reportedly suspended its military training program.
Some variation in how analysts view Iraq may be inevitable, since they draw on different experiences of the war. As a journalist covering the invasion and the descent into civil war for The Washington Post, I became convinced that the Iraq cause was hopeless one evening in late 2005, when my Iraqi driver asked me to call the U.S. Army officer in charge of his Baghdad neighborhood and request that he stop delivering candy to the driver’s daughter, because if she told her friends about it, his family could be branded as collaborators. It was a stark lesson in the futility of good intentions.
The authors of the U.S. Army’s official history of the Iraq war warn that “above all, the United States must not repeat the errors of previous wars in assuming that the conflict was an anomaly with few useful lessons.” Although history is often abused and all conflicts are different, that still seems to be sound advice. But following it requires, at a minimum, some agreement on what those lessons are. Eroding the tenuous consensus on what went wrong in Iraq makes another damaging conflict more likely.