Αρχική Blog Σελίδα 2657

Η συνταγή της φασολάδας

0

Κώστας Γιαννακίδης 3 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019 protagon.gr

Η σύζυγος του υποψηφίου δημάρχου παρουσιάζει το ρεπορτάζ για την εκλογή του, δίπλα της βρίσκονται δημοσιογράφοι που δεν κρύβουν τις πολιτικές τους φιλοδοξίες και όλοι μαζί θυμίζουν τα συστατικά της φασολάδας που βράζουν μέσα στο ίδιο καζάνι.

Η τρυφερότητα κάλυψε κάθε πίξελ της οθόνης που χωρίστηκε στη μέση. Στα δεξιά, ο νέος δήμαρχος Αθηναίων πανηγυρίζει, δικαίως, για τη σπουδαία εκλογική του νίκη. Και στα αριστερά, η σύζυγος του, με ένα χαμόγελο μετρημένο που όμως επιτρέπει στην ικανοποίηση να ανθίσει. Ως σύζυγος χάρηκε. Ωστόσο ως δημοσιογράφος δεν πρόκειται να του χαριστεί, διευκρίνισε.

Δίπλα της, στο ίδιο πάνελ, ένας δημοσιογράφος του καναλιού που εγκαταλείπει τον στίβο της ενημέρωσης για να κατέλθει στην αρένα της πολιτικής. Δεν αντιλήφθηκα αν παρίστατο ως δημοσιογράφος ή ως πολιτικός διότι τα όρια στις προθέσεις των δημοσιολογούντων δεν είναι πλέον ευδιάκριτα. Άσκοπη η σύγχυση. Είτε ως δημοσιογράφος, είτε ως πολιτικός, αναπαράγει περίπου τις ίδιες θέσεις.

Οι κηλίδες της μεταδημοσιογραφίας Πατήστε εδώ Παραμένουμε στο ίδιο ενδιαφέρον πάνελ καθώς βλέπουμε ότι συμμετέχει έτερος δημοσιογράφος, συμπτωματικώς του ιδίου σταθμού, ο οποίος προτίθετο να είναι υποψήφιος ευρωβουλευτής. Ωστόσο η ηγεσία του κόμματος δεν τον συμπεριέλαβε στη λίστα και εκείνος αναγκάστηκε να σταθεί μπροστά στην κάμερα και να ισχυριστεί ότι ο αποκλεισμός του εκπορεύεται από τον φόβο που προκαλεί το προσωπικό του εκτόπισμα. Μετά συνέχισε να κάνει αντικειμενική δημοσιογραφία.

Στο συναρπαστικό πάνελ είδαμε επίσης έναν δημοσιογράφο που έχει χρηματίσει υπουργός στην κυβέρνηση Παπαδήμου και έναν ακόμα που επρόκειτο να είναι υποψήφιος βουλευτής, αλλά τελικώς έκανε πίσω, προτίμησε να παραμείνει στην υπηρεσία του λειτουργήματός μας.

Σκοπίμως δεν αναφέρομαι σε ονόματα και τηλεοπτικό δίκτυο. Θα μπορούσαν να είναι άλλοι τόσοι και σε διαφορετικό κανάλι. Σε μία άλλη χώρα του δυτικού κόσμου θα εγείρετο, ίσως, ένα κάποιο θέμα αν η παρουσιάστρια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων καλείτο να καλύψει ειδησεογραφικά την εκλογική επιτυχία του συζύγου της, ο οποίος τυγχάνει και ανιψιός του Πρωθυπουργού εν αναμονή.

Εδώ είμαστε πιο ανθρώπινοι, πιο συγκαταβατικοί, ρίχνουμε λίγη χρυσόσκονη πάνω από όλα αυτά, τα αντιμετωπίζουμε ως χαριτωμένες συμπτώσεις. Κάπως έτσι προσεγγίζουμε και την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στη δημοσιογραφία και στην πολιτική.

Ο δρόμος που χωρίζει τους δύο χώρους είναι πλέον πολύ μικρός και στρώθηκε επικαλύπτοντας τη δεοντολογία, όμως, βρε αδερφέ, έτσι έχουν τα πράγματα στη μικρή μας πόλη. Η χώρα είναι μικρή και όλοι είμαστε τα συστατικά της φασολάδας που βράζουν στο ίδιο καζάνι. Άλλος παριστάνει το καρότο και άλλος τον μαϊντανό. Ούτως ή άλλως το ίδιο κουτάλι θα τα μαζέψει, το ίδιο στόμα θα τα καταπιεί. Αμάσητα.

Πηγή: Protagon.gr

Η απάντηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στους τουρκικούς ισχυρισμούς για την ΑΟΖ

0

Χάρτης που παρουσίασε,μεταξύ άλλων, το κυπριακό ΥΠΕΞ σε πρέσβεις που είναι διαπιστευμένοι στην Κυπριακή Δημοκρατία

Του ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ- liberal.gr

Πλήρη, αναλυτική και εμπεριστατωμένη απάντηση στους τουρκικούς ισχυρισμούς και την θεωρία που αναπτύσσει η Τουρκία που εξαφανίζει την ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα στην Ανατολική Μεσόγειο, έδωσε η Κύπρος με ειδική ενημέρωση προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε.

Ο Γενικός Διευθυντής του κυπριακού ΥΠΕΞ Τάσος Τζιωνής στις 31 Μαΐου ενημέρωσε τους πρέσβεις των χωρών μελών της Ε.Ε. στην Λευκωσία για όλες τις τελευταίες εξελίξεις. Μια απάντηση ουσιαστικά σε όλους τους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί από την αποστολή του τούρκικου ΥΠΕΞ στις Βρυξέλλες, με στόχο να παραπληροφορήσουν σχετικά υπάρξει παραπληροφόρηση σχετικά με τις προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η παρουσίαση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών και περιλαμβάνει και μια σειρά χαρτών που παρουσιάζουν τόσο τις οριοθετήσεις βάσει του Δικαίου της Θάλασσας και με τις πέραν κάθε έννοιας Διεθνούς Δικαίου αυθαίρετες οριοθετήσεις που διεκδικεί η Τουρκία εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Στην παρουσίαση επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι οι τουρκικές δραστηριότητες είναι αντίθετες με τα συμφέροντα και των ίδιων των Τουρκοκυπρίων οι οποίοι θα στερηθούν, μαζί με τους Ελληνοκύπριους, τον δίκαιο καταμερισμό των ωφελημάτων από την αξιοποίηση των πόρων στη δυτική θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, καθώς επιχειρείται η υφαρπαγή υφαλοκρηπίδας που ανήκει στο νησί. Επισημαίνεται ακόμη ότι η περιοχή της τούρκικης γεώτρησης βρίσκεται εντός θαλάσσιου χώρου που διεκδικείται, από την Τουρκία ως τμήμα της υφαλοκρηπίδας της, χωρίς κανένα εύλογο επιχείρημα.

Η Κύπρος έχει επανειλημμένα καλέσει την Τουρκία να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τις οποίες έχει απορρίψει η Τουρκία και έχει καταφύγει σε πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο και εμποδίζουν την επίτευξη μιας τελικής συμφωνίας.

H Κύπρος έχει δηλώσει ότι το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ της είναι η μέση γραμμή με την Τουρκία., με τις διεκδικήσεις της Τουρκίας να ξεπερνούν κατά πολύ τη μέση γραμμή. Αυτό καταδεικνύει το πώς η Τουρκία ασκεί αυτά που θεωρεί ως «δικαιώματα» της,  κατά τρόπο καταχρηστικό και αντίθετο προς το διεθνές δίκαιο, αναφέρεται χαρακτηριστικά. Επίσης υπάρχει παρουσίαση και αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης που δικαιώνει τις κυπριακές θέσεις.

Η αρχή του τέλους της γερμανικής ηγεμονίας και η δυναμική επάνοδος των ΗΠΑ στην Ευρώπη

0
Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΔΡΙΒΑ (*)

File Photo: US President Donald J. Trump (R) meets with German Chancellor Angela Merkel (L) at the White House in Washington, DC, USA, 27 April 2018. EPA, CHRIS KLEPONIS / POOL

Η Ιστορία μπήκε ξανά από το παράθυρο στην Ευρώπη και μάλιστα, μέσα από σπασμένο. Το αν το παράδειγμα του σπασμένου παραθύρου που μας δίνει η Οικονομία, μπορεί να εμπνεύσει προς το θετικό την ανοικοδόμηση της Ευρώπης είναι κάτι που θα δούμε αν μπορεί να λάβει χώρα.

  • Το σίγουρο είναι ένα: Η Ευρώπη έχει μπει -ανεπιστρεπτί- σε μια άλλη τροχιά και όποιος βλέπει το αντίθετο, τότε σίγουρα δεν ασπάζεται το «Φίλος μεν ο Πλάτων, Φιλτέρα δ’ η αλήθεια».

Η εποχή που ξεκίνησε μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, παρουσιάζει πολλές ανισότητες, ανισορροπίες αλλά και αντιφάσεις. Πέραν αυτών που ποσοτικοποιούνται, υπάρχουν και κάποιες αντιστρόφως ανάλογες τάσεις, οι οποίες αγγίζουν την ποιοτική σφαίρα.

Μολονότι η πληροφόρηση είναι –με όρους αγοράς- «ανταγωνιστική», παρόλα αυτά, δε συνεισφέρει στην ορθή διανομή του αντίστοιχα ορθού μηνύματος. Όπως η γνώση δεν υποσχέθηκε ποτέ ευτυχία, έτσι και η ενημέρωση δεν μπορεί να υποσχεθεί ορθά εξαγόμενα και συμπεράσματα για τη μελέτη του σύγχρονου και πολύπλοκου κόσμου.

Τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, δεν μπορούν να απομονωθούν σε κάποιο «εργαστήριο» και να μελετηθούν αν δεν χρησιμοποιηθούν συνδυαστικοί συλλογισμοί. Αυτή άλλωστε είναι και η δυσκολία της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων. Ποιό είναι το μέλλον της Ευρώπης και ποιός ο μελλοντικός ρόλος των ΗΠΑ σε αυτήν;

Η ιστορική αμέλεια των ΗΠΑ και ο επαναπροσδιορισμός της πολιτικής τους για την Ευρώπη.

Οι ΗΠΑ, ακολούθησαν τα χνάρια μεγάλων στοχαστών και δρώντων του 20ου αιώνα, προκειμένου να αναλάβουν τα ηνία της παγκόσμιας ηγεμονίας, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μακίντερ, Κίναν και Μάχαν ήταν κάποιοι από τους στοχαστές που έθεσαν τις γεωπολιτικές βάσεις της αμερικανικής κυριαρχίας.

Οι ΗΠΑ, είναι αδύνατο να πάψουν να σκέφτονται και να δρουν γεωπολιτικά. Η Ε.Ε, (τότε ΕΟΚ) που οι όψιμοι «Ευρωπαϊστές» των ημερών μας ξεχνούν, δημιουργήθηκε εν πολλοίς με την υλική στήριξη του Σχεδίου Μάρσαλ και βέβαια, από την ίδια την αμερικανική πολιτική βούληση που επιχειρούσε να ανασυγκροτήσει γεωπολιτικά τον δυτικό χώρο για να επιτύχει τη σοβιετική ανάσχεση.

Το τέλος του διπολισμού μετά το 1991, βρήκε τα κράτη να προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν τις πολιτικές τους, σε έναν κόσμο που η ισχύς έπαυσε να παρουσιάζει κατανομή σε δύο μπλοκς. Ο ψυχροπολεμικός κόσμος, ήταν ιδιαίτερα απλός. Δύο πόλοι και ένας παράγοντας που καθόριζε την ισορροπία αυτών των πόλων, η πυρηνική αποτροπή. Πριν την σταδιακή οικοδόμηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που δεν ήταν τίποτε άλλο από τη δυτική θωράκιση (σε οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό και γεωπολιτικό επίπεδο) έναντι της ΕΣΣΔ, η Ιστορία, απέδειξε πάλι ακολουθεί μυστήριες οδούς ροής.

  • Η μεγάλη ωφελημένη της αμερικανικής βοήθειας, ταυτιζόταν με τη χώρα που δύο φορές μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα, διεξήγαγε επιθετικούς, ενδοευρωπαϊκούς (για τους «ευρώφιλους») πολέμους. Η πολιτική, σπάνια ακολουθεί τον ηθικό κώδικα και επομένως τη συγχώρεση.

Οι ΗΠΑ, ήξεραν οτι με τη μισή Γερμανία να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ, χρειαζόταν η Δυτική Γερμανία να γίνει το δυτικό αντιπαράδειγμα και βέβαια, η ατμομηχανή της δυτικής προόδου στην Ευρώπη. Οι ΗΠΑ και οι άλλοι σύμμαχοι (πολλοί από αυτούς κατεστραμμένοι λίγα χρόνια πριν από τη Γερμανία) διέγραψαν χρέη και μέρη αποζημιώσεων από τη Γερμανία, προκειμένου απερίσπαστο (το δυτικό της τμήμα) να προχωρήσει στο λεγόμενο «γερμανικό θαύμα του Κόνραντ Αντενάουερ».

Πράγματι, η αμερικανική πολιτική δικαιώθηκε από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, που έφερε τον κατακερματισμό της ΕΣΣΔ. Ο αμερικανικός υπολογισμός όμως, έμεινε ανολοκλήρωτος λόγω του εύλογου –σε έναν βαθμό- εφησυχασμού που έφερε η απότομη είσοδος στον κόσμο της ειρήνης. Το 1993, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Γερμανία για πρώτη φορά, προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τον ψυχροπολεμικό της ρόλο.

Στο άρθρο του, «Επιστροφή στο Μέλλον», ο Τζ.Τζ. Μερσχάϊμερ, λίγο καιρό μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, τολμά να ισχυριστεί κάτι ακατανόητο για εκείνη την εποχή, που στη Δύση, ήταν η εποχή της ευφορίας. Η Ευρώπη, σύμφωνα με τον Μερσχάϊμερ, θα επέστρεφε στους ανταγωνισμους ισχύος που οδήγησαν στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ΗΠΑ, προχώρησαν στο λάθος που σήμερα με την ίδια τους την πολιτική, ουσιαστικά παραδέχονται, για τέσσερις λόγους:

  • Ο πρώτος λόγος, αφορούσε τα μετακομμουνιστικά καθεστώτα και την κοινωνικοποίησή τους στον δυτικό κόσμο μέσα από την Ε.Ε. Η Ε.Ε, θα ήταν το μέσο με το οποίο κράτη που βρίσκονταν στην πάλαι ποτέ σοβιετική σφαίρα επιρροής, το αν η Γερμανία θα ήταν η χώρα που θα οδηγούσε το άρμα, δεν ήταν στρατηγική προτεραιότητα για τις ΗΠΑ.
  • Ο δεύτερος λόγος, ήταν γιατί οι ΗΠΑ, πίστευαν πως η Ε.Ε, θα παρέμενε μια Κοινότητα που θα βασίζεται κυρίως στο εμπορικό δίκαιο και στη διεκδίκηση ήπιων μορφών ισχύος. Η νατοϊκή κάλυψη, καθησύχαζε ακόμη περισσότερο τις ΗΠΑ.
  • Ο τρίτος λόγος οφείλεται στο γεγονός πως οι ΗΠΑ, γνώριζαν πως η Ε.Ε, δε νιώθει απειλή από τις ίδιες και όποιος και αν διεκδικούσε μια περιφερειακή ηγεμονία, δε θα στρεφόταν εναντίον τους σε κανένα επίπεδο.

Τέλος, όπως ο Έντουαρντ Λούτβακ έχει παραδεχτεί, οι ΗΠΑ εκείνη την εποχή, είχαν πρόβλημα να αναγνωρίσουν τους εχθρούς και τους συμμάχους τους. Ακολουθώντας το δόγμα «ό,τι πληρώνεται, δεν επιτίθεται», οι ΗΠΑ αγνόησαν βασικά μαθήματα Ιστορίας, τουλάχιστον, Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Η επάνοδος της Γερμανίας.

Προς εξήγηση των παραπάνω αλλά και των ακόλουθων, δεν υπάρχει και ούτε επιχειρείται να υπάρξει «ηθικός στιγματισμός».

Η Γερμανία άλλωστε, όπως προείπαμε, αποτελεί ευρωπαϊκό πρόβλημα και τα προβλήματα, έχουν λύσεις. Από την όγδοη δεκαετία του 19ου αιώνα, η Γερμανία, δεν έχει πάψει να απασχολεί την ευρωπαϊκή πολιτική, σε όλα τα επίπεδα, σε βαθμό που δεν θα είναι καθόλου συναισθηματικό ή υπερβολικό, να χαρακτηρίσουμε το Βερολίνο ως ευρωπαϊκό πρόβλημα. Προκαλώντας έναν Παγκόσμιο Πόλεμο (Α’) που συνεχίστηκε με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία δεν κατόρθωσε ποτέ ως κοινωνία και ως πολιτεία να ξεπεράσει το εφηβικό σύμπλεγμα της επίτευξης των «πρωτείων» σε απόλυτο και ολοκληρωτικό βαθμό.

Η σημερινή Γερμανία, επιδιώκει ό,τι και στις αρχές των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, με άλλα μέσα.

  • Η Γερμανία, επιδιώκει την ατέρμονο οικονομική της ανάπτυξη, επιθυμώντας να μειώσει (και σε μερικές περιπτώσεις να εξαφανίσει) τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των χωρών στις οποίες επικυριαρχεί μέσα από την Ε.Ε ενώ παράλληλα, με την αρωγή της Ευρωζώνης, να ελέγξει μεγάλο μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο Καταστατικό της ΕΚΤ, θα δει κάποιος πως ένας από τους στόχους της, είναι ο έλεγχος του πληθωρισμού, μια έννοια φετίχ για τη γερμανική οικονομική πολιτική. Η αντιμετώπιση της Ελλάδας και του δημοσιονομικού της προβλήματος μέσα από την Ε.Ε, από πλευράς της Γερμανίας, κατέδειξε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο πως οι μισές αρχές της Ε.Ε όπως αυτές αναγράφονται στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεν έχουν πραγματική βάση. Η αποκάλυψη των μέσων και των στόχων της γερμανικής πολιτικής ενώπιον όλων των άλλων ευρωπαϊκών εθνών – κρατών και των λαών τους.

Η γερμανική ηγεσία, προσπάθησε να στραγγαλίσει οικονομικά μια χώρα της οποίας οι εγγενείς παθογένειες, γίναν άλλοθι για να της επιβληθεί μια σκληρή, παραδειγματική και προτεσταντικού τύπου, τιμωρία. Η γερμανική κυβέρνηση, με το επικάλυμμα του «φεντεραλισμού» και την κατ’ όνομα δημοκρατικότητα της Ε.Ε, προσπάθησε με αυτόν τον οικονομικό στραγγαλισμό, να ρίξει μια κυβέρνηση άλλου ευρωπαϊκού έθνους-κράτους, που ανήκει στην Ε.Ε.

Η αρχή της αλληλεγγύης και της καλής κοινοτικής πίστης, με γερμανική εφαρμογή. Πληθώρα δημοσιευμάτων γερμανικών εφημερίδων, που στάζουν χολή για την Ελλάδα από το 2009, αποδεικνύουν με τον πιο πειστικό τρόπο οτι η Γερμανία, είναι για άλλη μια φορά η ακατάλληλη δύναμη, την πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή για να αναλάβει την ευθύνη μιας περιφερειακής ηγεμονίας.

  • Η erga omnes et omnia κατηγορία και καταδίκη από την πλευρά της Γερμανίας και μεγάλου μέρους του γερμανικού λαού (σύμφωνα με γερμανικές μετρήσεις, στο ερώτημα «αν θα δίνατε μια δεύτερη ευκαιρία στην κυβέρνηση Τσίπρα» το 91% των Γερμανών πολιτών, απάντησε αρνητικά) εναντίον της Ελλάδας, φέρνει στο νου ένα πολύ βαθύ και σημαντικό ερώτημα. Αν η ίδια η γερμανική πολιτεία και η γερμανική κοινωνία, κατάφεραν από κοινού (καθώς κράτος και πολίτης στη Γερμανία είναι έννοιες στενά δεμένες) να ξεπεράσουν τις ενοχές τους. Επιπρόσθετα, αν όλη αυτή η οργανωτικότητα και η πειθαρχία, κατάφεραν να εντάξουν την ευρύτερη ανρθωποκεντρική αντίληψη για τα όσα διαδραματίζονται στην τύποις, Ε.Ε.

Η πρόωρη αποτυχία του γερμανικού σχεδίου.

Όπως προαναφέρθηκε, το κείμενο δεν έχει επ’ ουδενί στόχο να καταδικάσει αλλά να αναδείξει πτυχές του διαχρονικού γερμανικού προβλήματος και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η γερμανική υπερεπέκταση και η δύστροπη διαχείριση της ισχύος της, την έφεραν προ τετελεσμένων γεγονότων.

Η Γερμανίδα Καγκελάριος, τρεις μήνες περίπου πριν, αποκάλυψε (αν εννοούσε όσα έλεγε δημόσια) το μεγάλο γερμανικό πρόβλημα στη χάραξη στρατηγικής και στην εν γένει έλλειψη στρατηγικής κουλτούρας.

Η Κυρία Μέρκελ, όταν ρωτήθηκε για την Ουκρανία και τα ζητήματα που απο αυτήν απορρέουν και το αν θα χρειαστεί μια κάποιου τύπου παρέμβαση, απάντησε «Η εμπειρία του Ψυχρού Πολέμου, μας έδειξε οτι περιμέναμε περίπου μισό αιώνα και τελικά δικαιωθήκαμε.

  • Η υπομονή, είναι αυτή που κέρδισε». Είναι εξαιρετικά ανησυχητικό όταν η ηγέτιδα της ισχυρότερης χώρας της Ευρώπης, ξεδιπλώνει ένα τέτοιο σκεπτικό. Με άλλα λόγια, στη δήλωση της Γερμανίδας Καγκελαρίου, η έλλειψη πλάνου, χρησιμοποιεί το προκάλυμμα της επίκλησης ενός Πολέμου, που πρώτον, δεν αναλήφθηκε – «πληρώθηκε» από την ίδια και δεύτερον, δεν έχει κάποια άμεση σχέση ο τύπος του ψυχροπολεμικού κόσμου με τον σημερινό. Η Ουκρανία, το συνεχώς εξελισσόμενο πρόβλημα της δραστηριότητας του Ισλαμικού Κράτους εντός χωρών που ανήκουν στην Ε.Ε, η άνοδος ακραίων ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών, η αδράνεια σε ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής ενώ ο εφιάλτης της Συρίας συνεχίζεται, η προβληματική Ευρωζώνη και η επιδείνωση του ευρωπαϊκού βιοτικού επιπέδου, αποδεικνύουν οτι η γερμανική ηγεμονία έχει ήδη αποτύχει οικτρά στο να διαχειριστεί αποφασιστικά προβλήματα της Ε.Ε αλλά και της γειτονιάς της.

Σε λίγους μήνες, η Γερμανία θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις ισπανικές εκλογές. Μέσα στο ερχόμενο έτος, πιθανό είναι να αντιμετωπίσει και το θέμα της Βρετανικής εξόδου από την Ε.Ε. Η γερμανική αδράνεια και ταυτόχρονα η άρνηση του Βερολίνου να «πληρώσει» για να λύσει προβλήματα, αποδεικνύει οτι η γερμανική ηγεμονική αντίληψη περί ιδανικού ηγεμόνος, είναι η άντληση ισχύος που αντί να παρέχει συλλογικά αγαθά, προσπαθεί να λειτουργήσει κατασταλτικά, χρησιμοποιώντας μάλιστα επικίνδυνα μέσα για να διατηρήσει αυτό το αποτυχημένο μοντέλο διοίκησης ενός οργανισμού, της Ε.Ε (π.χ προσπάθεια για να ανατρέψει την ελληνική κυβέρνηση ή την υποστήριξη ναζιστικών κινημάτων στην Ουκρανία).

Οι ΗΠΑ και η εκ των πραγμάτων επάνοδός τους στην Ευρώπη.

Έπειτα από τις αποτυχημένες παρεμβάσεις ανά τον κόσμο, οι ΗΠΑ, έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν μια «Βυζαντινού τύπου» εξωτερική πολιτική. Ο στόχος των ΗΠΑ, αποτελεί αναμφίβολα η ενίσχυση της παρουσίας τους στην Ανατολική Ασία που ως περιφέρεια είναι πιθανότερο να αναδείξει την επόμενη αναθεωρητική δύναμη του υφιστάμενου διεθνούς status quo, την Κίνα.

Αυτό που δεν επιχειρήθηκε να γίνει σαφές, είναι πως η μετατόπιση του κέντρου βάρους γεωπολιτικής ισχύος προς την Ανατολική Ασία, προϋποθέτει όπως και στον Ψυχρό Πόλεμο, τη συνεργασία της Ευρώπης, της σημερινής Ε.Ε. Είναι πλέον ξεκάθαρο για τις ΗΠΑ πως η Γερμανία είχε τελικά τη δική της ατζέντα και πως οι υπολογισμοί των Αμερικανών αποδείχθηκαν λανθασμένοι, για τους λόγους που παραθέσαμε παραπάνω. Η Γερμανία, μέχρι και πριν την ουκρανική κρίση, φιλοδοξούσε να εμβαθύνει τις γερμανο-ρωσικές σχέσεις αλλά και τις σινο-γερμανικές.

Η Καγκελάριος Μέρκελ, το 2012, είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στην ελληνική τηλεόραση πως «Πρέπει να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί στην Ε.Ε, αν θέλουμε να ανταγωνιστούμε νέες δυνάμεις όπως είναι το Μεξικό». Με άλλα λόγια, χαμηλό κόστος εργασίας, που σημαίνει υποκατάσταση των εισαγωγών και πτώση της ζήτησης και τόνωση των εξαγωγών, των γερμανικών εξαγωγών.

Η Γερμανία, είχε θέσει έναν οικονομικά κοντόφθαλμο στόχο. Η σταδιακή κινεζική αλλαγή αναφορικά με την οικονομία (νομή του πλούτου προς την εσωτερική κατανάλωση και ο περιορισμός των υπέρογκων κινεζικών εξαγωγών) οδήγησε τη Γερμανία στο να αποφασίσει να στρέψει τις εξαγωγές της προς την αναδυόμενη κινεζική αστική τάξη.

Με τη χρήση ξένων άμεσων επενδύσεων που θα μπορούσαν να γίνουν εντός Ε.Ε, σε χώρες όπως η Ελλάδα που έχουν έντονα δημοσιονομικά προβλήματα και με την πτώση των μισθών, η Γερμανία θα μπορούσε να καλύπτει την ενεργειακή της ασφάλεια από τη Ρωσία, να παράγει εντός της Ε.Ε και τελικά να εξάγει σε αγορές της Ασίας.

Η ολοκλήρωση ενός τέτοιου σχεδίου, βγάζει εκτός οικονομικού κάδρου τις ΗΠΑ. Ενώ η Ε.Ε, αντιμετωπίζει όλα αυτά τα προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, μεταξύ Ε.Ε και ΗΠΑ, διεξάγονται διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία μιας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. Πρόκειται για τη λεγόμενη Διατλαντική Συνεργασία Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP Transatlantic Trade & Investments Partnership).

Οι ΗΠΑ, επιθυμούν μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική από πλευράς Γερμανίας και ΕΚΤ στην Ε.Ε. Η διαφορά φιλοσοφίας πάνω στην επίλυση των οικονομικών κρίσεων μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας, είναι τεράστια.

Ο γνωστός νομπελίστας οικονομολόγος, Πωλ Κρούγκμαν, τον οποίο ο Κύριος Σόϊμπλε χαρακτήρισε πρόσφατα «αρθρογράφο», ίσως έχει απεικονίσει πιο εύστοχα από τον οποιονδήποτε την αμερικανική φιλοσοφία διαχείρισης οικονομικών κρίσεων : «Αν είστε σε ύφεση, φτιάξτε δρόμους, και ας μη χρειάζονται». Οι αμερικανικές εμπειρίες, στηριγμένες στο New Deal που ακολούθησε τη λαίλαπα του 1929 και του πακέτου Μάρσαλ, είναι αντίθετες με το σύνδρομο του πληθωρισμού, το οποίο βαραίνει τη γερμανική πολιτική. Η Ουάσινγκτον, έχει και εκείνη τα δικά της οικονομικά προβλήματα. Μεγάλο ποσοστό των αμερικανικών νοικοκυριών, κινδυνεύει να μείνει χωρίς στέγη, λόγω του προ 2008, τεράστιου ιδιωτικού δανεισμού.

Το χρέος των ΗΠΑ, ανάγεται σε 15 –περίπου- τρις δολάρια. Όπως ο Κέϋνς απέδειξε, τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα, μετατρέονται σε παίγνια μηδενικού αθροίσματος μεταξύ των χωρών και η κατάληξή τους, είναι ο πόλεμος. Προς το συμφέρον των ΗΠΑ, είναι χώρες σαν τη Γερμανία (και την Κίνα) να δαπανήσουν περισσότερο χρήμα από αυτό που αποταμιεύουν. Διαγραφές, απομειώσεις και αναδιαρθρώσεις χρεών αρκετών χωρών της Ευρωζώνης (μεταξύ αυτών η Ελλάδα) θα αναγκάσουν κατ’ ουσίαν τη Γερμανία να προβεί σε δημοσιονομική επέκταση μιας και είναι η ισχυρότερη οικονομία της Ε.Ε.

  • Η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού ΔΝΤ, θα απεγκλώβιζε τις ΗΠΑ (και άλλες αναδυόμενες οικονομίες) από τη συμμετοχή στον δανεισμό χωρών της Ε.Ε. Η προσπάθεια για αναθέρμανση της παραγωγικότητας των ΗΠΑ και η ανάγκη να αποκτήσουν έναν εμπορικό εταίρο προκειμένου να αντιμετωπίσει σε οικονομικό επίπεδο τις ασιατικές προκλήσεις, καθιστούν την επάνοδο των ΗΠΑ στα ευρωπαϊκά πράγματα, αναγκαία.

Μια πιθανή επεκτατική δημοσιονομική πολιτική από πλευράς της Ε.Ε σε συνδυασμό με το αβέβαιο και προβληματικό μέλλον της κινεζικής οικονομίας, θα ματαιώσει σε έναν βαθμό τις εξαγωγικές επιδιώξεις της Γερμανίας και θα αναγκάσει το Βερολίνο να κοιτάξει πιο σοβαρά την Διατλαντική Συνεργασία Εμπορίου και Επενδύσεων της οποίας οι διαπραγματευτικές διαδικασίες, έχουν προσωρινά παγώσει.

Οι ΗΠΑ στη Μεσόγειο και ο Lord Ismay.

Η Ε.Ε, σε περίπτωση που ακολουθήσει τη νέα γερμανική πολιτική εμβάθυνσης, δημιουργεί προβλήματα στις ΗΠΑ που θεωρούν τη Μεσόγειο ως προγεφύρωμα για οποιαδήποτε δραστηριότητα στις περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Ευρασίας και τελικά, της Ανατολικής Ασίας. Οι γεωπολιτικές και γεωοικονομικές προτεραιότητες των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την προέλαση του Ισλαμικού Κράτους και τη γενική αστάθεια στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή, καθιστά κράτη όπως είναι η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα, απαραίτητους συμμάχους.

Η περίπτωση της Βρετανίας και το κατά πόσον θα απομακρυνθεί περισσότερο από την Ε.Ε, αποτελεί έναν ξεχωριστό παράγοντα για τα όσα πρόκειται να γίνουν στο απώτερο μέλλον. Τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η γερμανική Ευρώπη, θα ενταθούν σε περίπτωση που η Βρετανία και -πιθανόν μια πιο δυναμική έναντι των γερμανικών επιδιώξεων , Γαλλία- και έτσι, είναι πιθανόν να δικαιωθεί η φράση του Lord Ismay, που αφορούσε τη δημιουργία του ΝΑΤΟ στα μισά του περασμένου αιώνα:

  • «Το ΝΑΤΟ, φιλοδοξεί να κρατήσει τις ΗΠΑ εντός πραγμάτων, τη Ρωσία εκτός πραγμάτων και τη Γερμανία χαμηλά».

Οι πρόσφατες ευρωεκλογές, απέδειξαν ότι η Ευρώπη βαδίζει προς μια αλλαγή. Η λέξη «διάλυση» είναι σχετική καθώς μπορεί να σημαίνει και την αρχή δημιουργίας μιας άλλης Ε.Ε η οποία θα έχει εντός της, ομάδες κρατών με κριτήρια πολιτικά, γεωγραφικά, πολιτισμικά, οικονομικά κ.α.

Μια διάλυση της Ε.Ε χωρίς πλάνο επόμενης μέρας, θα έχει πολύ άσχημες συνέπειες, ανάλογες με αυτές του 1912-1913 που οδήγησαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η προσπάθεια ανοικοδόμησης μιας Ε.Ε των εθνών κρατών όπου δε θα υπάρχει ξεκάθαρος ηγεμόνας (όπως μέχρι πρότινος ήταν η Γερμανία) φαίνεται να συμφέρει τόσο τα ίδια τα έθνη-κράτη (μεταξύ άλλων θα αποκρούσουν και την ακροδεξιά τύπου AfD) όσο και τις ΗΠΑ που έχουν σσαν στόχο υψηλής στρατηγικής, την μη εμφάνιση κάποιας περιφερειακής δύναμης σε οποιαδήποτε περιφέρεια του κόσμου.

(*) Διεθνολόγος – Συντονιστής Παρατηρητηρίου Ανατολικής Μεσογείου (Τομέας Ρωσίας-Ευρασίας και Ν/Α Ευρώπης) στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων.

https://www.apopseis.com/i-archi-toy-teloys-tis-germanikis-igemonias-kai-i-dynamiki-epanodos-ton-ipa-stin-eyropi/

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΓΟΝΟΙ…

3

του Ευάγγελου Νιάνιου

Εχει παρατηρηθεί ότι σπάνια κληρονομείται στους απογόνους μια ιδιαίτερη κλίση ενός ατόμου, π.χ. στη μουσική, στη ζωγραφική. Το συνηθέστερο είναι οι γόνοι να είναι παντελώς άσχετοι με το ταλέντο του γεννήτορα. Το ίδιο παρατηρείται και στην πολιτική, παντού στον κόσμο εκτός της Ελλάδος. Παρ’ ημίν το φαινόμενο της μεταβίβασης της «δωρεάς» του πολιτικού είναι σύνηθες φαινόμενο. Γνώρισε μια ακμή προς τα τέλη του 20ού αιώνα και συνεχίζει να γιγαντώνεται σε βαθμό που να αναβιώνει και πάλι ο ξεχασμένος θεσμός των βυζαντινών δυναστειών. Εχει παρατηρηθεί μάλιστα πολιτικές οικογένειες να «σιτίζονται από το πρυτανείο». Απαξ και κάποιος αναρριχηθεί στην πολιτική σκηνή, γιοι και θυγατέρες αλλά και εγγονοί και μικρανίψια ακόμη έχουν εξασφαλισμένη πολιτική καριέρα. Τα ονόματα περιττεύουν. Αλλοι εκμεταλλεύονται το «όνομα» και ανέρχονται με τη ψήφο του «ζαλισμένου κοπαδιού» και άλλοι μέσω του σκοτεινού παρασκηνίου ή μάλλον κληρονομικώ δικαιώματι επιβάλλονται ως κομματάρχες.

Αυτοί οι δεύτεροι αποδείχτηκαν παντελώς ατάλαντοι και ο πολιτικός τους απολογισμός είναι μάλλον αρνητικός. Στην πρόσφατη περίπτωση της αποβολής του κ. Ε. Βενιζέλου – ουδέποτε ψήφισα τα κομματικά σχήματα στα οποία συμμετείχε – από ένα θνησιγενές κόμμα, η ατάλαντος και ετερόφωτος γόνος ατύχησε για τον απλό λόγο ότι μια πολιτική δήλωση του αυτόφωτου κ. Βενιζέλου μετράει πολύ περισσότερο από όποιες ανακοινώσεις του ΚΙΝΑΛ. Γιατί στην κοινή γνώμη έχει καταγραφεί ότι ο κ. Βενιζέλος επωμίστηκε το βάρος της αντιδημοφιλούς αλλά και της πλέον τίμιας, ειλικρινούς και επιτυχούς προσπάθειας εξόδου της χώρας από τα μνημόνια μαζί με τους Σαμαρά και Στουρνάρα!…

Ε. Δ. ΝΙΑΝΙΟΣ

Η σύγκρουση των “γιγάντων”: Ο “καυτός” Ιούνιος του Ερντογάν, του Τραμπ και του Πούτιν

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

President Donald J. Trump, joined by First Lady Melania Trump, salutes as they are welcomed aboard the USS Wasp, in Yokosuka, Japan. (Official White House Photo by Andrea Hanks)

Ενώ στην Ελλάδα και στην Κύπρο αναλώνονται σε κομματικούς καυγάδες, που αποδυναμώνουν το εσωτερικό μέτωπο εναντίον των υπαρκτών εξωτερικών κινδύνων, στην άλλη όχθη του Αιγαίου, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν ετοιμάζεται για τη μεγαλύτερη «μάχη» της πολιτικής του καριέρας.

Η κατάσταση στην Αθήνα και τη Λευκωσία είναι λυπηρή. Η διχόνοια είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην πολιτική ζωή. Η πρόβλεψη είναι ότι θα αντιμετωπίσουμε ένα δυσάρεστο καλοκαίρι, ειδικά εάν ο Ερντογάν αποφασίσει να κάνει “εξαγωγή” τα μύρια προβλήματά του…

Η σύγκρουσή του προέδρου της Τουρκίας με την Αμερική μπορεί να φτάσει τον Ιούνιο στο αποκορύφωμά της, χωρίς να αποκλείεται να οδηγηθεί και στην οριστική ρήξη. Την ίδια στιγμή, ενώ όλοι περιμένουν τη ρήξη με τις ΗΠΑ, αυτή θα μπορούσε να αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Διότι οι ενδείξεις από τη Μόσχα είναι ότι δεν θα δεχθεί την ακύρωση της αγοράς των S-400.

Στην Ουάσιγκτον, μπορεί να συναντήσει κανείς γραφειοκράτες και αναλυτές που πιστεύουν ότι αρχικά ο κ. Ερντογάν «έπαιξε» -ή προσπάθησε να παίξει- μεταξύ του κ. Πούτιν και του Αμερικανού ομολόγου του. Φέρεται να πίστευε ότι από αυτή τη διαμάχη για τη στρατηγική θέση της χώρας του, θα αποκόμιζε πολλαπλά κέρδη, καθώς θα αποτελούσε ο ίδιος τον συνδετικό κρίκο των δύο παγκόσμιων δυνάμεων. Προσπάθησε να παίξει τον ρόλο σε δύο περιπτώσεις και να μεταφέρει μηνύματα από την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, αλλά όπως ακούστηκε το έκανε χωρίς επιτυχία, λόγω της αμοιβαίας έλλειψης εμπιστοσύνης.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας δεν υπολόγισε ίσως το «βαθύ κράτος» της Αμερικής, όπως χαρακτήρισε ο ίδιος τις ομάδες του Λευκού Οίκου, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, που εκπονούν την αμερικανική στρατηγική και κάνουν εισηγήσεις στον εκάστοτε Πρόεδρο των ΗΠΑ. Ο τελευταίος -και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κ. Τραμπ- θα μπορούσε να λάβει βεβαίως και αποφάσεις που αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της Αμερικής.

Και αυτό συνέβη με την απόφασή του, που τελικά δεν υλοποιήθηκε, για αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συρία. Εικάζω ότι ήταν η πιο γρήγορη αλλαγή απόφασης του Αμερικανού Πλανητάρχη στην ιστορία της χώρας. Παρ΄ όλα αυτά, το πάθημα δεν του έγινε μάθημα του κ. Ερντογάν και προσέγγισε πάλι τον κ. Τραμπ μέσω του γαμπρού του, του Τζάρεντ Κούσνερ, πιστεύοντας πως έτσι θα παρακάμψει όσους γραφειοκράτες αντιτίθενται στην αγορά του ρωσικού συστήματος S-400.

Δεν ήταν τυχαία η διαρροή από την Άγκυρα, μετά τη συνάντησή του με τον γαμπρό του κ. Ερντογάν στο Όβαλ Όφις, ότι ο κ. Τραμπ δεν συμφωνεί με τους συνεργάτες του ότι δηλαδή οι S-400 αποτελούν απειλή για τα αμερικανικά μαχητικά F-35. Σαν άνθρωπος και σαν επιχειρηματίας, ο κ. Τραμπ ήταν πάντα ένας ρισκαδόρος, αλλά και «τζογαδόρος». Στα αρχικά στάδια της Προεδρίας του, προσπάθησε να λειτουργήσει με αυτούς τους όρους, βασικά για να καλύψει τις όποιες σχέσεις του με τη Μόσχα. Είναι της λογικής ότι πρέπει να συνομιλείς και με τον εχθρό του -και αυτός ήταν ο λόγος που κράτησε αυτή τη στάση με τον ηγέτη της Βορείου Κορέας, για τον οποίο σχεδόν όλοι στην Αμερική πιστεύουν ότι κοροϊδεύει τον Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει και επιμένει. Λένε πως πρόκειται για το στυλ του. Όμως, δεν μπορεί να ισχύσει αυτή η τακτική και πρακτική όταν ο οποιοσδήποτε Τραμπ είναι πρόεδρος και παύει να είναι επιχειρηματίας με συμφέροντα. Την ίδια ακριβώς προσέγγιση τηρεί και με τον Ερντογάν. Και όσο και να ακούγεται απλουστευμένη λογική, συνεχίζει να προσπαθεί να μην απωλέσει την Τουρκία η Δύση για να μην μείνει στην ιστορία ως ο πρόεδρος που την έχασε!

Στη διάρκεια της συνομιλίας τους, την περασμένη Τετάρτη, ο κ. Ερντογάν ζήτησε από τον κ. Τραμπ να δεχθεί τη δημιουργία «Ομάδας Εργασίας» για τους S-400 και ως αντάλλαγμα θα απελευθερώσει ένα Τουρκοαμερικανό επιστήμονα της NASA, που ήταν αίτημα των ΗΠΑ. Λέγεται ότι ο κ. Τραμπ δεν το σκέφθηκε ούτε στιγμή και απάντησε θετικά χωρίς να συμβουλευθεί τους συνεργάτες του. Σκέφθηκε σαν επιχειρηματίας… Βέβαια, αποδεικνύονται ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου.

Τα σενάρια είναι δύο:

  • Το πρώτο, που επιθυμεί διακαώς η Αμερική, είναι να ακυρώσει ο Ερντογάν την αγορά του ρωσικού συστήματος, να αγοράσει τους Patriot και να σταματήσει να δημιουργεί προβλήματα στη Δύση. Να μετατραπεί σε ένα κανονικό σύμμαχο.
  • Το δεύτερο είναι το πλέον περίπλοκο διότι η παραλαβή και εγκατάσταση των S-400 στο τουρκικό έδαφος, θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Θα κινηθούν οι διαδικασίες για τις κυρώσεις και γενικά η κατάσταση θα είναι «πολύ άσχημη» (τη λέξη ugly χρησιμοποίησαν πολλές φορές Αμερικανοί αξιωματούχοι).

Το πρώτο σενάριο θα φέρει απέναντι στον Ερντογάν τη Ρωσία, η οποία δεν φαίνεται τουλάχιστον αυτή τη στιγμή ότι θα αντιδράσει όπως οι Αμερικανοί. Ενδιαφέρεται περισσότερο για άλλες «δουλειές» πιο προσοδοφόρες, όπως η ενέργεια. Όμως δεν θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια διότι θα υποστεί στρατηγική ήττα. Μικρήν μεν, αλλά δεν παύει να είναι στρατηγική. Διότι εκεί που είχε τον Ερντογάν στο χέρι του, τον χάνει…

Ο Ερντογάν τρέμει το δεύτερο σενάριο και αυτός είναι ο λόγος που παίζει το «χαρτί» του Τραμπ. Πιστεύει ακράδαντα ότι μπορεί να τον πείσει για να τον βοηθήσει και να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση στην οποία θα βρεθεί. Βασικά πιστεύει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα τον σώσει από τις κυρώσεις…

Μπορεί, όμως, ο Αμερικανός Πλανητάρχης να λειτουργήσει σαν επιχειρηματίας και άνθρωπος και όχι σαν Πρόεδρος της Αμερικής; Η απάντηση θα δοθεί στην Ιαπωνία όπου θα συναντηθούν οι δύο ηγέτες, στις 28 Ιουνίου.

https://www.apopseis.com/i-sygkroysi-ton-giganton-o-kaytos-ioynios-toy-erntogan-toy-tramp-kai-toy-poytin/

Αναστατώσεις, ρευστότητα, ριζοσπαστισμός

0

Χάμψας Γιώργος 3 Ιούνιος, 2019 Δρόμος της Αριστεράς

Το πολιτικό σύστημα στην εξέλιξή του μεταπολιτευτικά καθορίστηκε από την σχετική επικράτηση και λειτουργία ενός δικομματικού συστήματος που σε γενικές γραμμές –παρ’ όλες τις περίοδες κρίσης και αποσταθεροποίησης (1989-90)– κατόρθωνε να εγκλωβίζει ποσοστά πάνω από 80% του εκλογικού σώματος. Τα δύο μεγάλα κόμματα (ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.) αθροιζόμενα συγκέντρωναν, κατά μέσο όρο, περίπου 5.500.000 ψήφους και συμπίεζαν ασφυκτικά την πολιτική ζωή του τόπου. Η κατάσταση άλλαξε στα μνημονιακά χρόνια, όταν κατέρρευσε ουσιαστικά ο ένας πυλώνας του δικομματισμού, το ΠΑΣΟΚ, και έπεσαν συνολικά τα ποσοστά των δύο κομμάτων σε χαμηλό αριθμό ρεκόρ (2012), για να εδραιωθεί μια νέα γεωγραφία που βρίσκει σαν δύο μεγάλα κόμματα την ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Και πάλι όμως αυτός ο διπολισμός δεν αγγίζει ποσοστά της τάξης του 80%, όπως κάποτε, και περιορίζεται σε ένα 55-60%. Άρα έχουμε μια κάμψη της δύναμης των μεγάλων κομμάτων, συνέπεια της γενικευμένης δυσπιστίας προς το πολιτικό σύστημα.

Στην περίοδο της πτώσης του δικομματισμού, μετά το 2010, εμφανίστηκαν διάφοροι σχηματισμοί που διένυσαν τον κύκλο τους είτε ως αντιμνημονιακά κόμματα είτε ως συστημικά, κόμματα μιας ή δύο χρήσεων, που μετά γνωρίζουν ή την εξαέρωση ή τη φθορά (ΛΑΟΣ, ΔΗΜ.ΑΡ., ΑΝ.ΕΛ., Ποτάμι).

Ας δούμε λοιπόν τους μεγάλους εκλογικούς όγκους, γιατί γύρω από αυτούς παίζεται το πολιτικό παιχνίδι και εκεί στηρίζεται το πολιτικό και μιντιακό σύστημα. Οι αριθμοί, καμιά φορά, μας βοηθούν να δούμε ορισμένες πραγματικότητες περισσότερο από τα ποσοστά ή την διαφορά ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα.

Η εποχή του δικομματισμού στον 21ο αιώνα

Στις βουλευτικές εκλογές του 2000, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ θα λάβουν 2.935.196 (42.7%) και 3.007.516 (43.8%) ψήφους αντίστοιχα. Δηλαδή συνολικά 5.942.790 ψήφους (86.5%).

Στις βουλευτικές εκλογές του 2004, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ θα λάβουν 3.359.682 (45.36%) και 3.003.900 (40.55%) ψήφους αντίστοιχα. Δηλαδή συνολικά 6.363.000 ψήφους (85.9%).

Το 2007 παρατηρείται μια μικρή κάμψη των δύο κομμάτων στο εκλογικό σώμα. Η Ν.Δ .και το ΠΑΣΟΚ θα λάβουν 2.994.949 (41.8%) και 2.727.279 (38.1%) ψήφους αντίστοιχα. Δηλαδή συνολικά 5.722.228 ψήφους (79.9%).

Το 2009 αλλάζει η σχέση ανάμεσα σε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ το οποίο περνά την Ν.Δ. κατά 10 μονάδες. Η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ θα λάβουν 2.295.719 (33.5%) και 3.012.542 (43.9%) ψήφους αντίστοιχα. Δηλαδή συνολικά 5.308.261 ψήφους (77.4%). Στα δεξιά της Ν.Δ. έχει εμφανιστεί το ΛΑΟΣ που παίρνει 386.300 ψήφους (5.6%)

Το 2010 ο θριαμβευτής των εκλογών Γ. Παπανδρέου αναγγέλλει την είσοδο του ΔΝΤ και αρχίζει η μνημονιακή περίοδος. Μαζί έρχεται και το τέλος του δικομματισμού.

Το τέλος του δικομματισμού

Το 2012 γίνονται δύο βουλευτικές εκλογές, τον Μάιο και τον Ιούνιο. Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν αυτό που γίνεται στην κοινωνία. Στοχοποιείται το πολιτικό σύστημα, υπάρχει αναβρασμός και κινητοποίηση.

Στις εκλογές του Μαΐου 2012 η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ κατακρημνίζονται. Συγκεντρώνουν, η Ν.Δ .1.192.054 (18.8%) και το ΠΑΣΟΚ 833.529 (13.2%). Δηλαδή συνολικά 2.025.583 ψήφους (32.1%). Το πρόβλημα όμως είναι η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ που από 315.665 ψήφους (4.6%) το 2009, εκτινάζεται στους 1.061.000 ψήφους (16.8%). Παράλληλα εμφανίζονται ισχυροί αντιμνημονιακοί σχηματισμοί: ΑΝ.ΕΛ.: 670.000 (10.6%), Χ.Α.: 440.890 (6.9%) αλλά και ΔΗΜ.ΑΡ. που παίρνει 386.116 (6.1%).

Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης οδηγεί σε εκλογές μέσα σε ένα μήνα όπου δημιουργείται η ακόλουθη κατάσταση: Η Ν.Δ. συγκεντρώνει όλα τα σχήματα γύρω της και παίρνει 1.825.637 (29.6%). Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει την πτωτική του πορεία 755.800 ψήφους (12.3%). Σύνολο των δύο κομμάτων 2.581.437 ψήφους (41.9%). Όμως ο αντίπαλος του παλιού δικομματισμού είναι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ που συσσωρεύει κι άλλη δύναμη γύρω του: 1.655.000 ψήφους (26.9%) κι εδραιώνεται στη δεύτερη θέση προβάλλοντας ως ο μελλοντικός πρωταγωνιστής. Οι ΑΝ.ΕΛ. έχουν μια ελαφρά κάμψη: 462.000 ψήφους (7.5%), η Χ.Α. διατηρεί τις δυνάμεις της: 425.000 (6.9%) και η ΔΗΜ.ΑΡ. το ίδιο: 385.000 (6.2%).

Μεσολαβούν οι ευρωεκλογές του 2014. Εκεί θα βγει για πρώτη φορά πρώτο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Η Ν.Δ. εμφανίζει σημαντικά σημάδια κάμψης και παίρνει 1.298.948 ψήφους (22.7%). Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει την ελεύθερη πτώση: 455.514 ψήφους (8%). Ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει 1.518.376 ψήφους (26.6%) και βάζει πλώρη για την διακυβέρνηση.

Η αυγή του (ανάπηρου) διπολισμού

Το 2015, κρίσιμη χρονιά για την Ελλάδα γίνονται δύο βουλευτικές αναμετρήσεις. Η μία το Γενάρη και η άλλη τον Σεπτέμβρη. Ήδη έχει στηθεί το σκηνικό του, υπό εκκόλαψη, διπολισμού ανάμεσα σε Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ.

Τον Γενάρη του 2015, η Ν.Δ. συγκεντρώνει 1.718.000 ψήφους (27.8%) κι ο ΣΥΡΙΖΑ 2.245.000 (36.3%). Μια σύγκριση με τον παλιό δικομματισμό δείχνει πως συγκεντρώνουν μαζί 3.963.000 ψήφους (64.1%). Αλλά το βασικό ζήτημα δεν είναι το ποσοτικό όσο ότι το πολιτικό σύστημα δεν είναι πλέον σταθεροποιημένο όπως την εποχή του δικομματισμού.

Το Σεπτέμβρη και παρά την στροφή του ΣΥΡΙΖΑ η κατάσταση δεν θα αλλάξει πολύ. Θα σημειωθεί όμως μια σημαντική αύξηση της αποχής που θα «σηκώσει» τα ποσοστά των δύο πρώτων κομμάτων που θα είναι μειωμένα: Η Ν.Δ. θα συγκεντρώσει 1.526.300 ψήφους (28.1%) και ο ΣΥΡΙΖΑ 1.925.900 ψήφους (35.5). Συνολικά 3.452.100 ψήφους (63.6%) και περίπου 500.000 ψήφους λιγότερους.

Για να φθάσουμε στις πρόσφατες ευρωεκλογές και να δούμε να αντιστρέφεται μια σχέση. Η Ν.Δ. περνά με 10 ποσοστιαίες μονάδες μπροστά και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια σημαντική πτώση. Η Ν.Δ. συγκεντρώνει 1.872.439 ψήφους (33.1%) και ο ΣΥΡΙΖΑ 1.343.497 ψήφους (23.7%). Συνολικά 3.215.936 ψήφους (56.8%).

Σε ένα μήνα έπεται συνέχεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συμπλήρωσε τετραετία ενώ το ήθελε, έκανε μεγάλα λάθη και επέδειξε φοβερή αλαζονεία. «Έβγαλε» όμως πολλή δουλειά για το σύστημα (ευρωκρατία και ΝΑΤΟ-ΗΠΑ), προώθησε όλες τις μνημονιακές λύσεις χωρίς μεγάλες αντιδράσεις. Τώρα έχει αρχίσει η πτώση του. Θα προσπαθήσει να συγκρατηθεί σε επίπεδα πάνω από 1.200.000 ψήφους γιατί μόνο έτσι μπορεί να είναι ένας βασικός πόλος. Άλλο αν θα τα καταφέρει ή όχι.

Η εποχή του πανίσχυρου δικομματισμού έχει περάσει. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι σταθεροποιημένο και αντιμετωπίζει την γενικευμένη δυσπιστία της κοινωνίας

Ορισμένα συμπεράσματα

Ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα; Η εποχή του πανίσχυρου δικομματισμού έχει περάσει. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι σταθεροποιημένο και αντιμετωπίζει την γενικευμένη δυσπιστία της κοινωνίας. Ακόμα και η υποχώρηση του ριζοσπαστισμού και η απόσυρση ενός μεγάλου τμήματος από την πολιτική σκηνή και την εκλογική διαδικασία, η επιστροφή στην ομαλότητα, γίνεται με βραδύ τρόπο. Ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε τον δρόμο για την επαναφορά στη γαλάζια (επιφανειακά τουλάχιστον) απόχρωση του πολιτικού χάρτη. Γιατί άφησε την κοινωνία χωρίς σοβαρή αντιπολίτευση, ευνούχισε και ενσωμάτωσε, δίχασε και οδήγησε σε κινηματική ένδεια. Βέβαια η ευθύνη δεν είναι αποκλειστικά δική του αλλά έχουν συμβάλλει κι όσοι δεν βλέπουν ότι οι διαχωριστικές του παρελθόντος δεν λένε πολλά την εποχή της παγκοσμιοποίησης, των μνημονίων και των εθνικών κινδύνων. Οι μεγάλες πολιτικές αναστατώσεις της περιόδου 2010-2019 δεν μπορούν να εξηγηθούν έξω από την πολιτική κρίση και την δραστική είσοδο της κοινωνίας στο προσκήνιο και την σταδιακή υποστροφή του ριζοσπαστισμού. Ο λαϊκός ριζοσπαστισμός, έτσι, είναι το κλειδί της ανάγνωσης της πολιτικής, εθνικής και ταξικής πάλης στην χώρα.

Η κεντρική πολιτική σκηνή «παίζεται» από μεγάλους πολιτικούς όγκους που ξεπερνούν το ένα με ενάμιση εκατομμύριο ψηφοφόρους σαν μίνιμουμ. Η διαχείριση του συστήματος δεν μπορεί να γίνει ερήμην της πολιτικής και των διαδικασιών σύμπηξης μεγάλων μπλοκ και κομμάτων πολυσυλλεκτικών. Γύρω από τους μεγάλους όγκους εμφανίζονται διάφορες δυνάμεις που συγκεντρώνουν σημαντική δύναμη από 3% έως 10% και που λειτουργούν για ένα διάστημα ως δεκανίκια και μετά σχολάνε ή διαλύονται. Παλιά σε περίοδο κρίσης είχαμε την Πολιτική Άνοιξη του Α. Σαμαρά, μετά το ΛΑΟΣ, το Ποτάμι, τους ΑΝ.ΕΛ., την ΔΗ.ΜΑΡ. Η Ν.Δ. αποτέλεσε έναν βασικό συντηρητικό πυλώνα του συστήματος διατηρώντας, παρά την κρίση, ένα ποσοστό μεταξύ 25% και 30%.

Πίσω όμως από αυτούς τους αριθμούς σε κρίσιμες στιγμές υπήρχαν οι πόθοι και οι ανάγκες ενός γνήσιου λαϊκού ριζοσπαστισμού που εναποθέτει τις ελπίδες του για αλλαγή και κοινωνική δικαιοσύνη σε φορείς του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ) ή του διπολισμού (ΣΥΡΙΖΑ). Φάνηκε επίσης ότι το σύστημα διαθέτει δυνατότητες και μηχανισμούς ενσωμάτωσης και κατάπνιξης κάθε ικμάδας και αμφισβήτησης που προσπάθησε μέσω αυτού του τρόπου να αλλάξει τα πράγματα.

Φάνηκε επίσης πως δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα ο ριζοσπαστισμός να δημιουργήσει ένα πολιτικό κίνημα, αξιόλογο κι ακηδεμόνευτο, που να εκφράσει τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που κινητοποιήθηκαν όλ’ αυτά τα χρόνια.

Η Αριστερά έπαιξε έναν δορυφορικό ρόλο, αμήχανο και ασήμαντο, ενώ ευθύνεται για τον ιδεολογικό και πολιτικό αφοπλισμό μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας και την παράδοση μεγάλων τμημάτων του λαού στην ανάθεση σε κάποιο μεγάλο κόμμα.

Στην παρούσα πολυτάραχη περίοδο δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν εύκολα αυτοδύναμα σχήματα ή μονοκομματικές κυβερνήσεις. Πολύ περισσότερο σε περιόδους που τα γεωπολιτικά ζητήματα και η εθνική απειλή από την Τουρκία δημιουργούν καταστάσεις εξαιρετικά δύσκολες. Έρχονται μεγάλα τραντάγματα και σκληρές δοκιμασίες…

https://edromos.gr/anastatoseis-refstotita-rizospastismos/

Φώφη, Γιώργος και Λαλιώτης στην υπηρεσία του Τσίπρα

0

Γιάννης Μακρυγιάννης

 62

Έχουν γούστο εκεί στο Κίνημα Αλλαγής. Την ώρα που ο βασικός τους αντίπαλος, ο ΣΥΡΙΖΑ, τρεκλίζει από τη βαριά ήττα στις ευρωεκλογές, σπεύδουν να φωνάξουν: «έχουμε και μεις πρόβλημα». Εκτός κι αν το κάνουν από… συμπαράσταση στον Τσίπρα, – να μην έχει μόνο εκείνος σκοτούρες βρε αδελφέ – εξήγηση κανονική δεν υπάρχει.

Εκτός, πάλι, αν έχουν την αντίληψη ότι ο πραγματικός αντίπαλος σε αυτή τη φάση δεν είναι ο Τσίπρας. Κι αφήνονται στην εμμονή του Λαλιώτη κατά του Μητσοτάκη. Ναι, η δεξιά είναι ο βασικός ιδεολογικός και πολιτικός αντίπαλος της κεντροαριστεράς, αλλά αυτή την ώρα, εάν θέλει να επιβιώσει το ΚΙΝΑΛ δεν έχει παρά να εκμεταλλευτεί την πτωτική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ – από κει θα πάρει ψήφους. Από τον Μητσοτάκη, που πάει τρένο για την εξουσία δεν θα πάρουν τίποτα. Και, τέλος πάντων, με τον Μητσοτάκη έχει καιρό να τα βάλει.

Όπως και να έχει, η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ οφείλει να δώσει μία πειστική εξήγηση γιατί διώχνει τον Βενιζέλο. Το ότι ζήτησε να είναι επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας ή αλλιώς τίποτα, δεν είναι επαρκής εξήγηση. Κι ο Γιώργος Παπανδρέου απαίτησε να είναι στην Αχαΐα και η Φώφη Γεννηματά του έκανε το χατίρι. Χατίρι στους Παπανδρέου ήταν και η υποψηφιότητα του Νίκου στις ευρωεκλογές.

Εάν θεωρεί η Φώφη ότι ο Βενιζέλος ήθελε μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ να το πει καθαρά. Και να το στηρίξει. Τα υπόλοιπα είναι απλές οδοντόκρεμες. Εάν πιστεύει ότι διώχνοντας τον Βενιζέλο θα έλθουν μιλιούνια οι πρώην ΠΑΣΟΚ πίσω στο Κιναλοπασόκ, μάλλον ψάχνει δικαιολογία για τη μέτρια επίδοση στις ευρωεκλογές – και εν πάση περιπτώσει ας το έκανε πριν την προηγούμενη Κυριακή.

Εάν η εξήγηση είναι το άνοιγμα στην ευρύτερη κοινωνία, πάλι ακούγεται σαν κοροϊδία. Διότι ο Καμίνης δεν είναι ακριβώς η περίπτωση, που σηματοδοτεί άνοιγμα στην κοινωνία. Καλός και αξιοσέβαστος, αλλά ο Καμίνης δεν μπορούσε να επανεκλεγεί δήμαρχος, δεν μπόρεσε καν να έχει σοβαρή επίδοση στη μάχη για την ηγεσία της κεντροαριστεράς και επιπλέον πήγε πολύ μέτρια στη μάχη των ευρωεκλογών. Τρία στα τρία, δεν το λες και επιτυχημένη πολιτική πορεία, που θα φέρει στο ΚΙΝΑΛ πολίτες εκτός ΠΑΣΟΚ.

Η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον Τσίπρα με την εκδίωξη του Βενιζέλου: Κατ’ αρχάς βγάζει από τη δύσκολη θέση τον Τσίπρα, που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς «φωνάζει» ότι «πρόβλημα έχουμε και μεις, όχι μόνο ο Τσίπρας». Μετά, προκαλεί κρίση σε ένα χώρο, που ο Τσίπρας θέλει να λεηλατήσει. Επίσης αποσταθεροποιεί τους εναπομείναντες ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ. Όποιος είναι πιο πολύ αντιδεξιός, θα πάει τώρα μόνος του στον Τσίπρα, δεν χρειάζεται να τον κουβαλήσει στην Κουμουνδούρου ο Λαλιώτης. Όποιος είναι περισσότερο αντισύριζα θα πάει τρέχοντας στον Μητσοτάκη, από το να χάνει τον καιρό του με διάφορους τύπους, που τσακώνονται διαρκώς.

Πιο σημαντικό όμως απ’ όλα αυτά είναι το μήνυμα, που εκπέμπει η ηγεσία μίας παράταξης κινούμενη με τη λογική πλέον του «μικρού» και «δικού μας» μαγαζιού.

Ως άλλη Σαλώμη η Φώφη δίνει το «κεφάλι» του Βενιζέλου στον Τσίπρα, που το ζητούσε διακαώς τόσο καιρό.

Η συμπεριφορά προς τον Βενιζέλο και όχι μόνο, στερείται κάθε ηθικής νομιμοποίησης.

Ο προκάτοχος της Φώφης έκανε πίσω το 2008 και δεν διέσπασε το ΠΑΣΟΚ. Το 2010, αν τον άκουγε ο Γιώργος για έγκριση του μνημονίου με 180 από τη Βουλή, η ιστορία θα γραφόταν αλλιώς. Το 2012 περίμενε στωικά τον Παπανδρέου γα να γίνουν οι διαδικασίες διαδοχής. Τον Γενάρη του 2015 είδε τον Παπανδρέου να επιχειρεί τον αφανισμό του ΠΑΣΟΚ από τον χάρτη, δια της διάσπασης και του ΚΙΔΗΣΟ. Ο Παπανδρέου πήρε συγχωροχάρτι και η Φώφη του κάνει όλα τα χατίρια, ενώ ο Βενιζέλος ρίχνεται στην πυρά, μήπως ικανοποιηθεί ο Τσίπρας.

Κι όσοι πουν για την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου το 2011, να αναρωτηθούν μήπως το πρόβλημα του Γιώργου δεν ήταν ο Βενιζέλος, αλλά το ένα εκατομμύριο πολίτες που διαμαρτύρονταν στο Σύνταγμα και οι βουλευτές τότε έφευγαν μέσα από τα λασπωμένα μονοπάτια του εθνικού κήπου για να γλιτώσουν.

Κι όσοι πουν για τη σύμπλευση του Βενιζέλου με τον Σαμαρά, ας θυμηθούν ότι υπουργός του Σαμαρά ήταν η Φώφη Γεννηματά.

Παρατάξεις με πολιτικά λάθη επιβίωσαν. Παρατάξεις χωρίς ηθική ποτέ.

https://www.protothema.gr/blogs/giannis-makrygiannis/article/895998/fofi-giorgos-kai-laliotis-stin-upiresia-tou-tsipra/

La Russie dans le monde : quelles singularités ?

0

Par Anne de TINGUY, Laurent CHAMONTIN, le 30 mai 2019  Imprimer l'article  lecture optimisée  Télécharger l'article au format PDF

Anne de Tinguy est professeur des universités émérite, INALCO, historienne et politologue au CERI (Sciences Po / CNRS), spécialiste de la politique étrangère de la Russie et de l’Ukraine. Elle est l’auteur du Que sais-je ? sur “Les relations soviéto-américaines” (1987) ; de “La Grande Migration. La Russie et les Russes depuis l’ouverture du rideau de fer” (2004) et de “Moscou et le monde – L’ambition de la grandeur : une illusion ?” (2008). Anne de Tinguy vient de diriger “La Russie dans le monde“, CNRS édition.
Propos recueillis par Laurent Chamontin, diplômé de l’École Polytechnique, écrivain et russophone. Membre du Conseil scientifique du Diploweb.com.

Anne de Tinguy vient de diriger “La Russie dans le monde“, CNRS édition. Elle caractérise ici le rapport de la Russie au monde extérieur, fait le bilan de près de 20 ans d’action extérieure de V. Poutine et s’interroge sur l’avenir de la Russie. 
Un document de référence qui sera précieux pour la mise en oeuvre du nouveau programme de spécialité Géopolitique en classe de Première, thème 2, axe 1 : une puissance qui se reconstruit après l’éclatement d’un empire : la Russie depuis 1991.

Laurent Chamontin (L. C. ) : Vous vous penchez dans “La Russie dans le monde” (CNRS édition) sur le rapport de la Russie au monde extérieur. Celui-ci a-t-il une spécificité ? Comment l’abordez vous ?

Anne de Tinguy (A. de T.) : Dans le cas de la Russie comme de tout autre pays, le rapport au monde extérieur est complexe : il est fonction de son identité en tant qu’acteur international et de ses ambitions. Il est influencé par les forces profondes qui orientent l’action de ses dirigeants. Il est le résultat de dynamiques internes et externes, le fruit des politiques élaborées par l’Etat et d’actions d’acteurs non étatiques. Il est soumis à la contrainte des moyens dont dispose le pays, il se construit dans un contexte international dont celui-ci ne peut faire abstraction. Il est lié à la vision qu’il a du monde et aux regards portés sur lui par le monde extérieur. Dans le cas de la Russie, ce rapport a une spécificité qui est notamment liée à sa géographie –vous avez, vous aussi, très justement souligné dans un de vos derniers ouvrages [1] que dans ce pays « l’espace est un acteur à part entière » -, à son histoire, fortement marquée par la puissance et la violence, à son rapport à l’Europe et à l’Eurasie. Il ne peut être compris qu’en tenant compte de cette spécificité ainsi que de l’articulation entre l’interne et l’externe.

Pour explorer ce rapport au monde extérieur, l’ouvrage accorde une attention particulière aux perceptions et aux représentations, qui jouent, nous le savons tous, un très grand rôle dans les relations internationales. Les auteurs se sont penchés sur la vision que la Russie a du monde, sur la réalité de la place qu’elle occupe sur la scène internationale et sur les regards portés sur elle par le monde extérieur. C’est une approche qui a été stimulante : le croisement des regards russes et étrangers renvoie de la Russie des images très contrastées. Il révèle de profonds décalages entre les représentations du monde qui prévalent à Moscou et celles de la Russie dans le monde. L’image de leur pays que les dirigeants russes souhaitent produire et diffuser ne correspond qu’en partie à la réalité des moyens dont elle dispose pour influer sur les évolutions internationales et aux images qu’elle renvoie d’elle-même. Les décalages ainsi révélés sont une des clefs d’explication des fortes tensions que nous observons depuis maintenant plusieurs années.

L. C. : Vous insistez sur la complexité de la Russie et des politiques qu’elle mène. Est-il vraiment si difficile de comprendre ce pays ?

A. de T. : La Russie a toujours été un objet compliqué à appréhender. Du fait des bouleversements qu’elle vit depuis maintenant plusieurs décennies, elle l’est particulièrement aujourd’hui. La “perestroïka” gorbatchévienne à la fin des années 1980, la fin de la Guerre froide en 1989-1990, l’effondrement du système soviétique et l’éclatement de l’URSS en 1991 ont bouleversé ses relations avec le monde extérieur. Depuis ces événements, les évolutions ont été très fortes, parfois contradictoires, souvent vécues comme dramatiques. Au fond, depuis 1991, la Russie, qui est en perpétuelle quête d’identité, n’est pas encore parvenue à redéfinir de manière stable les fondamentaux de ses rapports au monde extérieur. La décision qu’elle a prise en 2014 d’annexer la Crimée et d’intervenir dans le Donbass aux dépens de l’Ukraine est à l’origine d’un nouveau séisme : elle a eu et continue à avoir des répercussions sur ses relations avec l’Ukraine, les autres Etats de son ancien empire et ses partenaires occidentaux, en fait sur l’ensemble de sa politique étrangère. La Russie veut être considérée comme un acteur majeur de la vie internationale : cet objectif ne fait guère de doute. Mais les moyens mobilisés pour l’atteindre sont complexes, parfois contradictoires. Les tenants et les aboutissants des actions qu’elle entreprend sont souvent difficiles à appréhender, d’où des divergences dans les analyses faites à l’étranger. La Russie est un sujet clivant.

L. C. : V. Poutine est au pouvoir depuis près de vingt ans : quel est le bilan de son action extérieure ? La Russie est revenue, au Moyen-Orient et ailleurs, sur le devant de la scène : faut-il en conclure qu’elle est redevenue une grande puissance ?

A. de T. : L’annexion de la Crimée, son intervention dans le Donbass, ses initiatives au Moyen Orient, en particulier en Syrie, les soupçons d’ingérence dans les campagnes électorales aux Etats Unis et dans plusieurs pays européens, l’affaire Skripal, etc. l’ont propulsée sur le devant de la scène : la Russie est aujourd’hui largement considérée comme un acteur incontournable. Paradoxalement, elle est aussi un pays en déclin. Au fil du temps, elle a subi dans la vie internationale de sérieux revers, en particulier dans l’ex-URSS, elle a ruiné sa relation à l’Ukraine et fragmenté l’espace postsoviétique, elle s’est aliéné une bonne partie des pays occidentaux, elle s’est de plus engagée dans un incertain virage vers l’Asie, etc. Et en interne, elle peine à relever les immenses défis auxquels elle est confrontée. Elle reste une économie de rente faiblement productive. Et comme le montre Julien Vercueil dans le chapitre consacré à sa place dans l’économie mondiale, elle est impuissante à se protéger des chocs extérieurs. Ce que révèle l’analyse que fait Olga Belova de son insertion dans l’espace culturel mondial, c’est sa grande difficulté à se renouveler. La culture est pourtant un domaine dans lequel elle a d’immenses atouts.

L. C. : Si je vous comprends bien, le bilan de la politique poutinienne n’est pas assuré : l’avenir de la Russie vous semble-t-il incertain ?

A. de T. : Oui, la question de l’héritage que V. Poutine laissera lorsqu’il quittera le pouvoir (en 2024 ?) reste ouverte. Laissera-t-il derrière lui une Russie moderne et puissante ou un pays en déclin ? La réponse à la question dépendra en grande partie de la politique de modernisation du pays qu’il mènera… ou ne mènera pas. Pour le moment, les perspectives ne sont guère encourageantes. Son positionnement sur la scène internationale est une autre des questions essentielles qui se posent. La Russie fait partie de l’Europe : culturellement, démographiquement, économiquement, le centre de gravité du pays se situe dans la partie européenne du territoire. Cependant le Kremlin a initié une politique de pivot vers l’Asie Pacifique et les émergents, en s’appuyant de plus en plus sur son partenariat avec Pékin. Quelles seront les répercussions de cette politique ? Il y a là un enjeu majeur pour l’avenir du pays. Son rapport à son ancien empire en est un autre.

L. C. : Vous évoquez « un incertain virage vers l’Asie » : pourquoi incertain ?

A. de T. : En Asie-Pacifique, la politique russe a donné des résultats indéniables. Le partenariat avec la Chine, qui s’est développé dans tous les domaines, est un des grands succès de l’action extérieure de la Russie. Moscou est aujourd’hui à Pékin un partenaire apprécié. L’intensité du dialogue politique entre les deux pays, la proximité qu’ils affichent, la concordance de moult des positions qu’ils prennent sur la scène internationale, leur commun discours sur la fin d’un monde occidentalo-centré, etc. font de ce partenariat un élément structurant du système international. Mais ce partenariat est de plus en plus asymétrique, notamment du fait de déséquilibres économiques et démographiques croissants. Au moment de l’effondrement de l’URSS, les deux économies étaient à peu près au même niveau, aujourd’hui le PIB de la Chine est 8,5 fois celui de la Russie. La Chine est la deuxième puissance économique mondiale, la Russie n’est qu’au douzième rang des économies dans le monde. Ce décalage a une traduction politique : il complique la notion de « dialogue sur un pied d’égalité » si prisée à Moscou et pèse sur son pouvoir de négociation. Pour Pékin, la Russie n’est qu’un partenaire économique parmi d’autres et elle est avant tout un fournisseur de matières premières. En revanche, pour Moscou, en particulier depuis la crise ukrainienne, Pékin est un partenaire essentiel, ce qui conduit le Kremlin à mettre en avant leurs intérêts communs et à minimiser ce qui pourrait déboucher sur des tensions. La convergence des intérêts et des positions des deux Etats est pour autant loin d’être totale.

L. C. : Quel est, à vos yeux, le problème qui pèse le plus lourdement sur l’avenir des positions internationales de la Russie ?

A. de T. : Je réponds sans hésitation : l’Ukraine et l’espace postsoviétique. Près de trente ans après la disparition de l’URSS, le passé continue à imprégner le regard porté par Moscou sur son ancien empire, ce qui bride sa capacité à se renouveler. La Russie n’est plus un empire, mais elle mène une politique qui est encore aujourd’hui marquée par un esprit néo-impérial très prononcé. Les évolutions ont été fortes, les échecs nombreux et sérieux. Pour autant, le regard russe ne se transforme pas en profondeur. Le Kremlin continue à avoir du mal à reconnaître la pleine souveraineté des Etats de la région et à considérer que des Etats extérieurs à la zone, en particulier occidentaux, puissent y être des acteurs légitimes. Aux yeux des Russes, « l’étranger proche » n’est pas à mettre sur le même plan que l’étranger : il est la région des intérêts fondamentaux de la Russie dans laquelle elle entend garder une influence prédominante. Or dans cet espace, les regards très divers portés sur la Russie ont en commun d’être imprégnés par une volonté d’indépendance à l’égard de leur grand voisin. « Les sujets d’hier », résument très justement Bayram Balci et Emmanuelle Armandon, « ne contestent pas le maintien d’une influence russe », mais ils entendent être indépendants et attendent de Moscou qu’il respecte leurs choix et les traite avec « une certaine dignité », ce qui n’est pas toujours le cas.

Au sein de cet espace, la question ukrainienne a été et reste un facteur majeur d’évolution. Et elle est, à mes yeux, pour les Russes une tragédie qu’ils ne parviennent toujours pas à surmonter. En dépit de la proximité entre les deux peuples et de l’image globalement positive dont la Russie a longtemps bénéficié, les relations entre eux sont de longue date tumultueuses et douloureuses. L’Ukraine aurait pu être un pays ami qui aurait fait le lien entre l’est et l’ouest de l’Europe. Elle est le grand échec de la diplomatie russe. Alors qu’ils étaient mieux placés que quiconque pour comprendre la réalité de la volonté d’indépendance des Ukrainiens, les Russes ne l’ont pas comprise, encore moins acceptée. En 2014, le Kremlin a cherché une nouvelle fois à forcer le destin pour tenter d’inscrire l’Ukraine dans une relation privilégiée qui serait durable, voire définitive. Avec les résultats que nous connaissons. Si l’Ukraine réussit la grande entreprise de réformes et de modernisation dans laquelle elle est engagée, elle sera un formidable pôle d’attraction dans l’espace postsoviétique, y compris en Russie.

L. C. L’attitude de la Russie vis-à-vis de la révolution qui a éclaté en Arménie au printemps 2018 a été très différente de celle à l’égard de Maïdan. Comment l’analysez vous ?

A. de T. : La Russie a eu, en effet, une attitude très différente en Arménie
 [2]. Elle n’a pas eu recours à son habituel discours sur des révolutions qui seraient le fruit de manipulations occidentales dont le but serait de l’affaiblir. Et elle ne semble pas s’être ingérée dans les événements. Cette modération signifie-t-elle que le Kremlin a tiré les leçons des échecs subis en Ukraine ? A-t-il pris conscience que s’opposer à un mouvement populaire pour soutenir un régime impopulaire risquait de provoquer de nouvelles ruptures dans l’espace postsoviétique et de nouvelles tensions avec les pays occidentaux ? Une autre explication pourrait résider dans les dépendances de l’Arménie à son égard et dans le fait que la révolution dite de velours n’y a pas eu de dimension antirusse. Ni les manifestants ni Nikol Pachinian, leader du mouvement de protestation, aujourd’hui Premier ministre, n’ont remis en cause les liens très étroits que l’Arménie a avec la Russie et son appartenance à l’Union économique eurasienne et à l’Organisation du Traité de sécurité collective, deux organisations dominées par la Russie. Ce petit pays du Caucase du sud, qui est en conflit avec l’Azerbaïdjan à cause du Haut-Karabakh, est, rappelons-le, très dépendant de la Russie dans les domaines sécuritaire et économique. Son cas est d’autant plus remarquable que Erevan, tout en maintenant des liens très étroits avec la Russie, développe une relation forte avec l’Union européenne.

L. C. : La question ukrainienne est aussi un sujet de tensions entre la Russie et l’Occident. Comment voyez-vous évoluer cette relation ?

A. de T. : Il y a là un autre sujet de préoccupation pour le devenir de la Russie : l’Europe est un voisin et un partenaire naturel pour la Russie. La dégradation actuelle de leurs relations ne correspond aux intérêts ni de l’une ni de l’autre. Elle ne date pas de la crise ukrainienne, mais jamais depuis 1991 elle n’a été aussi loin. Basé sur des valeurs supposées communes et sur une convergence des intérêts économiques, le paradigme qui fondait jusqu’en 2014 leur partenariat avait pour finalité un ancrage de la Russie au monde occidental. Celui-ci était certes imparfait, mais considéré comme ayant une dynamique positive : en dépit de tensions récurrentes, parfois très vives, les liens avec la Russie créant solidarités et interdépendances, l’idée dominante était qu’une logique d’association prendrait le dessus, que la Russie était un partenaire difficile, mais nécessaire. En 2014, ce paradigme a volé en éclats. La crise en Ukraine, dont Russes et Occidentaux font des lectures fondamentalement différentes, marque un tournant. Le discours anti-occidental très présent à Moscou, l’affaire Skripal, la manipulation de l’information à laquelle plusieurs pays occidentaux accusent la Russie de se livrer, les ingérences ou tentatives d’ingérence dans les processus électoraux de plusieurs pays confortent en Europe la perception d’une Russie qui cherche à déstabiliser l’UE, d’une Russie qui est un défi, voire une menace pour la sécurité européenne. Russes et Occidentaux sont aujourd’hui englués dans une spirale d’incompréhension et de méfiance.

Copyright Mai 2019-de Tinguy-Chamontin/Diploweb.com

Ανθ’ ημών, Γουλιμής!

4

Του Παναγιώτη Γκλαβίνη*

Δύο Ελλάδες αναδείχθηκαν από τις κάλπες της 26ης Μαΐου. Η Φώφη Γεννηματά διαγκωνίζεται από σήμερα με τον Αλέξη Τσίπρα ποιος από τους δυο θα εκπροσωπήσει καλύτερα τη δεύτερη Ελλάδα, αυτή που προσδοκά να εισπράττει επιδόματα πείνας, να διορίζει τα παιδιά της στο Δημόσιο και να επιβιώνει σε βάρος της άλλης Ελλάδας, που δημιουργεί, που παράγει πλούτο και που συνθλίβεται υπό το βάρος ενός κρατισμού που γέννησε το Πασόκ τη δεκαετία του ’80 και θέριεψε έκτοτε με πολιτικές από μπλε και πράσινους κόκκους.

Ώσπου το 2009, οι πολιτικές αυτές φτάσανε στα όριά της μια χώρα, που δεν επιβίωνε πλέον παρά μόνο με δανεικά. Μια χώρα που εκπαιδεύτηκε να ζει δανειζόμενη, μετασχηματισθείσα στην τελευταία σοβιετική δημοκρατία στην καρδιά της Ευρώπης. Σχιζοφρένεια! Ο υιός του υπαίτιου για την διαπαιδαγώγηση ενός λαού στην επαιτεία, κλήθηκε να διαχειριστεί τις ολέθριες συνέπειες των πολιτικών του πατέρα του. Το τέρας που ανέθρεψαν οι πολιτικές του τον κατασπάραξε. Οι δρόμοι της Αθήνας γέμισαν από μια γενιά που έμαθε να σιτίζεται σε βάρος των παιδιών της και του μέλλοντός τους, πιστεύοντας ότι αυτό θα συνέβαινε αζημίως εις το διηνεκές.

Το 2012, ο λαός αυτός, αντιλαμβανόμενος πλέον τα αδιέξοδα των πολιτικών αυτών, καταδίκασε ιστορικά το Πασόκ, αφανίζοντάς το. Τη χρονιά αυτή, μαζί με το Πασόκ, καταδικάστηκαν ως υπαίτιες της κατάρρευσης και οι πολιτικές που είχαν την υπογραφή του. Με θολωμένο το μυαλό του, ο λαός διέκρινε παρόλα αυτά τί έφταιξε πράγματι και καταστράφηκε η χώρα. Και το καταδίκασε συλλογικά.

Από ’κει και πέρα, ακολούθησε το ένστικτο της επιβίωσής του. Της ατομικής του επιβίωσης πλέον. Προσέτρεξε στον Σύριζα όχι γιατί τον έχρισε διάδοχο των πολιτικών που καταδίκασε στο πρόσωπο του Πασόκ, αλλά για να σταματήσει τη ζημιά που υφίστατο σε προσωπικό επίπεδο από τις μνημονιακές πολιτικές. Καμιά αγάπη δεν έτρεφε για τον Σύριζα όπως έθρεψε συλλογικά για το Πασόκ. Στο πρόσωπο του Αλέξη είδε τον τσαμπουκαλή πολιτικό που θα ύψωνε ανάστημα στην Μέρκελ για να σταματήσει την ατομική του κατρακύλα.

Το Πασόκ, λοιπόν, ως κίνημα, κόμμα ή παράταξη, τελείωσε το 2012. Αν και δεν τις υπηρέτησε μόνο του, ο λαός τού χρέωσε την πατρότητα των πολιτικών που τον είχαν φέρει ως εδώ. Έκτοτε, όλες οι προσπάθειες ιδεολογικής ανασύνταξης του χώρου που εκπροσωπούσε, έπεσαν στο κενό. Οι ψηφοφόροι του βρίσκονταν για δουλειές στον Σύριζα…

Ο δε Βαγγέλης Βενιζέλος εξέφραζε τις εκσυγχρονιστικές εκείνες δυνάμεις του χώρου του, που όμως, τώρα πια, είχαν μετακομίσει στην Νέα Δημοκρατία όταν και αυτή υπέστη το σοκ των ΑΝΕΛ τον Μάιο του 2012. Από τον Ιούνιο του 2012 και μετά, οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις του Πασόκ μετοίκησαν σύσσωμες στη ΝΔ. Όταν δε εξελέγη ο Κυριάκος, τον οποίο και στήριξαν για να εκλεγεί, αποχαιρέτησαν τον χώρο του Πασόκ για πάντα, επιλέγοντας να δώσουν τη μάχη κατά του κρατισμού στην πιο χυδαία εκδοχή του από τις τάξεις της ΝΔ.

Σήμερα, η ηγεσία του εναπομείναντος Πασόκ επιχειρεί μια επιστροφή στις ρίζες του κινήματος, με την προσδοκία να επαναφέρει στους κόλπους του τους ψηφοφόρους εκείνους που δεν γύρισαν ακόμη από τον Σύριζα. Και για να τους δείξει ότι αυτή είναι καλύτερη από τον Σύριζα, εκδιώκει τον χειρότερο εχθρό του. Πρόκειται για ιδεολογική διαφορά εδώ πέρα.

Οι συνέπειες είναι γνωστές, όπως και οι προθέσεις:

  • Η ηγεσία του εναπομείναντος Πασόκ επιθυμεί να ροκανίσει τον υπό κατάρρευση Σύριζα, ευελπιστώντας να ανασυνθέσει μαζί του την Ελληνική Αριστερά από καλύτερη θέση σε σχέση με αυτήν που κατέχει σήμερα ο Σύριζα στον χώρο.
  • Δεν πρόκειται να συναινέσει σε μια συγκυβέρνηση με τον Κυριάκο εάν αυτός παραπατήσει και δεν αποσπάσει την αυτοδυναμία στις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Ήταν γνωστό πως ο Βαγγέλης Βενιζέλος θα συναινούσε σε μια τέτοια συγκυβέρνηση.
  • Προτιμά, αντίθετα, να βάλει τη χώρα σε περιπέτειες με μοναδικό σκοπό να περισώσει την πολιτική της παράγκα. Θα πάει ευχαρίστως σε νέες εκλογές με απλή αναλογική, με την προσδοκία να επαναπατρίσει λίγους ακόμη πασόκους σε μια νέα εκλογική αναμέτρηση, όπου ενδεχομένως θα μπορέσει να συγκυβερνήσει κιόλας με τον ηττημένο στο μεταξύ Σύριζα.

Βεβαίως, τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να γίνει. Η Νέα Δημοκρατία θα βγει αυτοδύναμη σε αυτές τις εκλογές, χάρη και στην αποδρομή πολλών ψηφοφόρων του εναπομείναντος Πασόκ, που πίστεψαν στις διαπρύσιες καταγγελίες του Σύριζα και μένανε εκεί για να ζήσουν τη μέρα που θα παίρνανε εκδίκηση.

Μακάριοι όσοι φύγανε νωρίς! Όσοι μείνανε, ας πρόσεχαν…

Ποτέ δεν είν’ αργά, όμως. Γιατί βλέπετε, σύντροφοι, και πάλι η Δεξιά θα σώσει τη χώρα. Όπως τότε, το ’44.

Φανταστείτε σήμερα, να μην υπήρχε ο Κυριάκος. Το διανοείστε;

*Ο Παναγιώτης Γκλαβίνης είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.

Οι ευρωεκλογές θα στρέψουν τη ματιά της Αθήνας στη Θράκη;

0

Του Κώστα Καραϊσκου*

Για μία ακόμη φορά σε βραδυά ευρωεκλογών εμφανίστηκε ένα περίεργο, διαφορετικό χρώμα στη Θράκη, άλλο από εκείνα που βλέπουμε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το Κόμμα «Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας» (DEB) που έστησε η Τουρκία δια των ανθρώπων της στην περιοχή πήρε πάλι την πρωτιά σε Ροδόπη και Ξάνθη, ενώ πάτησε πόδι και στον Έβρο. Τα ποσοστά του δείχνουν μεγάλη απήχηση στην μειονοτική κοινωνία, αφού καλύπτουν πάνω από τον μισό μουσουλμανικό πληθυσμό της Ξάνθης και ακόμη πιο πάνω στη Ροδόπη. Η εικόνα είναι αντίστοιχη με εκείνην του 2014, παρότι υπήρξαν και κάποια θετικά στοιχεία αυτή τη φορά σε λεπτομέρειες της γενικής εικόνας. Κάποια πομάκικα χωριά της Ξάνθης αντιστάθηκαν στην χειραγώγηση, το ίδιο συνέβη και σε οικισμούς των Ρομά, ενώ βαίνει μειούμενη και η απήχηση του DEB στον αστικό πληθυσμό Κομοτηνής και Ξάνθης. Τα χειρότερα, πραγματικά σταλινικά ποσοστά εμφανίστηκαν στα αμιγή μειονοτικά χωριά που είναι και απομακρυσμένα από τις πόλεις.

Όσο αισιόδοξος και να θέλει να παραμείνει κανείς, δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή την επίδειξη δύναμης. Γιατί το DEB υπάρχει μόνο γιαυτό: για να συσπειρώνει τον μουσουλμανικό πληθυσμό κάτω από το τούρκικο μπαϊράκι, χωρίς καν ελπίδα εκπροσώπησης είτε στην ελληνική Βουλή είτε στο Ευρωκοινοβούλιο. Το γεγονός ότι τόσος κόσμος ακολουθεί μια τέτοια προτροπή, βάζοντας κατά μέρος τις βιοποριστικές του προτεραιότητες και όλη την ελλαδική πραγματικότητα είναι αντικειμενικά απειλητικό. Και μάλιστα σε μία δύσκολη περίοδο για την Τουρκία, η οποία έχει ανοιχτά όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά της προβλήματα, με σαφή αντίκτυπο και στη Θράκη, όπου γκιουλενικοί και ερντογανικοί είναι ακόμα σε σύγχυση.

Το αποτέλεσμα λοιπόν των ευρωεκλογών είναι άνευ σημασίας; Κάθε άλλο! Δείχνει με ενάργεια τις δυνατότητες της γείτονος να παράγει πολιτικά αποτελέσματα μέσα στη χώρα μας, κι αυτό βέβαια δεν περιορίζεται στις ευρωεκλογές. Το γεγονός ότι επί 4,5 χρόνια η Ροδόπη δεν έχει ούτε έναν πλειονοτικό βουλευτή και στις επερχόμενες εκλογές ο μόνος που ενδεχομένως θα επιβιώσει είναι ο πρώην υπουργός της ΝΔ Ευριπίδης Στυλιανίδης, είναι χαρακτηριστικό. Δεν πρόκειται μόνο για αποτύπωση πληθυσμιακών σχέσεων, ούτε πολιτικών επιλογών, είναι συνάμα και καθαρός σχεδιασμός του προξενικού μηχανισμού ο οποίος δρα ανεξέλεγκτα στη Θράκη. Ελέγχει απόλυτα 3 δήμους, σε έναν βαθμό άλλους 4-5 αλλά (το κυριότερο) ελέγχει την κοινή γνώμη, την ελευθεροστομία του κόσμου και υπονομεύει το δημόσιο αίσθημα ασφάλειας.

Το έχουμε γράψει και πει άπειρες φορές: όσο υφίσταται το παρακρατικό σύστημα της Άγκυρας στη Θράκη, με πυρήνα την τεράστια διπλωματική (και όχι μόνο…) αποστολή στο Προξενείο της Κομοτηνής, θα ζούμε μιαν ανωμαλία. Η εικόνα του χάρτη των ευρωεκλογών πρέπει να γίνει αφορμή για ξήλωμα του καρκινώματος και εκδημοκρατισμό στην τοπική πολιτική ζωή. Το πρόβλημα αποτυπώνεται τόσο εναργώς μπροστά στα μάτια μας, τι δεν καταλαβαίνει η Αθήνα;

*Ο Κώστας Καραϊσκος ήταν υποψήφιος δήμαρχος Κομοτηνής στις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής με την παράταξη “Σπάρτακος”.

Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής”.

Οι επικίνδυνες στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων στη Μ. Ανατολή

0
  • της Reva Goujon Stratfor/euro2day.gr

Οι κινήσεις των ΗΠΑ για να αναγκάσουν το Ιράν να έρθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή να προκαλέσουν εξέγερση κατά της κυβέρνησης. Πώς περιπλέκει τα πράγματα η στρατηγική Κίνας και Ρωσίας. Η στάση της Ευρώπης και η ευκαιρία της… Βενεζουέλας.

Μέσα σε δυο μόλις εβδομάδες, ο Λευκός Οίκος έσπασε την εκεχειρία για τους δασμούς και κλιμάκωσε τον τεχνολογικό του πόλεμο με την Κίνα, η Βόρεια Κορέα πραγματοποίησε δυο δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς, οι ΗΠΑ κατέλαβαν ένα πλοίο της Βόρειας Κορέας, η Τεχεράνη ανακοίνωσε πως θα σταματήσει να συμμορφώνεται με σημεία της πυρηνικής συμφωνίας του Ιράν, τέσσερα πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια φέρεται να δέχθηκαν επίθεση κοντά στα ζωτικής σημασίας για την ενέργεια Στενά του Ορμούζ, ένας σημαντικός σαουδαραβικός αγωγός επλήγη από drone που πετούσαν αντάρτες Χούθι της Υεμένης και οι ΗΠΑ εκκένωσαν το μη απαραίτητο προσωπικό από το Ιράκ ως αντίδραση στις πληροφορίες περί απειλών για Ιρανικές επιθέσεις κατά στόχων των ΗΠΑ.

Όταν τα πράγματα εξελίσσονται τόσο γρήγορα, είναι όλο και πιο σημαντικό να κάνουμε μια παύση και να επανεκτιμήσουμε την πρόθεση των βασικών παικτών της παγκόσμιας σκηνής, προκειμένου να καταλάβουμε προς τα πού πηγαίνουν.

Το σπιράλ του Ιράν

Η στρατηγική του Λευκού Οίκου για το Ιράν είναι σχετικά ξεκάθαρη: απαξίωση της πυρηνικής συμφωνίας του Ιράν, επέκταση και επιβολή κυρώσεων για να τσακιστεί η ιρανική οικονομία, δημιουργία των θεμελίων για μια ευρεία αναταραχή και εφαρμογή οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων ώστε να εξαναγκαστεί η κυβέρνηση του Ιράν να έρθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αν το καθεστώς ανατραπεί υπό τις εσωτερικές πιέσεις, τότε αυτό θα είναι ένα επιπλέον δώρο.

Η στρατηγική βρίθει προβληματικών υποθέσεων. Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική πίεση, όμως, για να χρησιμοποιήσουμε την φράση του υπουργού Εξωτερικών της χώρας Javad Zarif, το Ιράν έχει διδακτορικό στην αποφυγή κυρώσεων. Το ιρανικό σύστημα ασφάλειας έχει ένα ισχυρό ιστορικό καταστολής διαμαρτυριών και οι αναταράξεις με «οδηγό» τις κυρώσεις έχουν περισσότερες πιθανότητες να ενισχύσουν το εθνικιστικό αίσθημα παρά να προκαλέσουν μια πανεθνική εξέγερση. Και ενώ υπάρχει πιθανότητα το Ιράν να προσπαθήσει να κρατήσει κάποιο κανάλι ανοικτό με τις ΗΠΑ προκειμένου να μετριάσει τις εντάσεις, η Τεχεράνη θα κάνει σχεδιασμούς για να αντέξει την οικονομική καταιγίδα και να περιμένει τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών του 2020 στις ΗΠΑ, ελπίζοντας σε διαπραγμάτευση με μια λιγότερο επιθετική κυβέρνηση.

Επίσης, το Ιράν δεν θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια ενόσω θα σφυροκοπείται με κυρώσεις. Μάλιστα, το πρόσφατο περιστατικό με τα τάνκερ και οι επιθέσεις με drone σε σαουδαραβικούς σταθμούς άντλησης πετρελαίου, μπορεί να αποκαλύψουν μια συντονισμένη προσπάθεια από την Τεχεράνη να στείλει μήνυμα πως ένας πόλεμος με το Ιράν θα έχει τίμημα την διατάραξη της ενεργειακής μεταφοράς μέσω της ζωτικότερης σημασίας πετρελαϊκός «αρτηρίας» του κόσμου. (Υπάρχει επίσης πιθανότητα οι Χούθι να λειτουργούν πιο αυτόνομα ή πως υπάρχει δυσαρέσκεια με τη διοίκηση και τον έλεγχο μεταξύ της πιο μετριοπαθούς προεδρίας του Ιράν και των σκληροπυρηνικών στοιχείων του Σώματος της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς, αν και μέχρι στιγμής δεν έχουν υπάρξει αξιόπιστες ενδείξεις για βαθύ ρήγμα εντός του ιρανικού καθεστώτος).

Αν αποδειχθεί πως το Ιράν είχε βάλει το χέρι του στις επιθέσεις αυτές, τότε θα πρόκειται για μια απίστευτα τολμηρή κίνηση: αντί να χρησιμοποιεί πιο διακριτικά και κρυφά μέσα για να αντισταθεί στις ΗΠΑ, οι ενέργειες αυτές όχι μόνο είναι αρκετές για να εγείρουν το φάσμα της καταστροφής, αλλά επίσης για ορισμένα μέλη του Λευκού Οίκου μπορεί να είναι αρκετά και για να θεωρηθούν ως το έναυσμα για στρατιωτικές επιθέσεις.

Ακόμα και ένα αμερικανικό σχέδιο για περιορισμένες επιθέσεις κατά στόχων που θεωρούνται «μαριονέτες» του Ιράν στην περιοχή, ή κατά ευαίσθητων πυρηνικών και στρατιωτικών σημείων στο ίδιο το Ιράν, θα πρέπει να συνοδεύεται από εναλλακτικό σχέδιο για μια ευρύτερη στρατιωτική κλιμάκωση (εξ ου και η πρόσφατη υπερ-φημολογία μετά τις διαρροές από μια συνεδρίαση του συμβουλίου εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ κατά την οποία υποτίθεται πως συζητήθηκε σχέδιο για την αποστολή 120.000 στρατιωτών στην περιοχή).

Ο κόσμος έχει ήδη δει τις ικανότητες των ένοπλων αντιπροσώπων του Ιράν στο Ιράκ και στους εμφυλίους πολέμους της Συρίας και της Υεμένης· φανταστείτε τη στρατιωτική δύναμη που θα έφερνε το Ιράν για να υπερασπιστεί το δικό του έδαφος. Και ενώ το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορεί να έχουν κοινό συμφέρον να αποδυναμώσουν το Ιράν όσο το δυνατόν περισσότερο όσο βρίσκεται στην προεδρία των ΗΠΑ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, παράλληλα αποτελούν βασικό στόχο των Ιρανικών αντιποίνων. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ιδιαίτερα, είναι απίθανο να είναι πρόθυμο να επωμιστεί το οικονομικό κόστος ενός πολέμου με το Ιράν.

Η Ρωσία επανεξετάζει τις επιλογές της

Καθώς πυκνώνουν τα σύννεφα του πολέμου πάνω από το Ιράν, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο φυσικά χρειάστηκε να πραγματοποιήσει συνάντηση με τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν. Το μήνυμα των ΗΠΑ στη Ρωσία είναι επίσης ξεκάθαρο: μην μπείτε στη μέση. Όμως δεν είναι εύκολο για τη Μόσχα να μην παρέμβει και η Ρωσία έχει επιλογές για να αποκομίσει το μεγαλύτερο όφελος από μια ιρανική κρίση. Παρά τη στενότερη σχέση με τον λευκό Οίκο του Τραμπ, το Κρεμλίνο εξακολουθεί να βρίσκεται στα πυκνά δίχτυα των αμερικανικών κυρώσεων και εν μέσω μιας κλιμακούμενης κούρσας εξοπλισμών με τις ΗΠΑ.

Καθώς είναι η μόνη μεγάλη δύναμη που συμμαχεί με το Ιράν, η Ρωσία θα μπορούσε να ενισχύσει την ιρανική αεράμυνα και ίσως να στείλει το δικό της στρατιωτικό προσωπικό και πυρηνικούς τεχνικούς στις ιρανικές εγκαταστάσεις. Αυτή είναι μια δοκιμασμένη μέθοδος της Ρωσίας, που στόχο έχει να αυξήσει το κόστος των αμερικανικών στρατιωτικών ενεργειών και να δημιουργήσει πλεονέκτημα σε μια διαπραγμάτευση με τη Ουάσινγκτον. Το ίδιο συμβαίνει και στη Βενεζουέλα, όπου η Ρωσία έχει στείλει μια χούφτα δυνάμεων και απειλεί να στείλει περισσότερες εν μέσω των αμερικανικών απειλών για στρατιωτική παρέμβαση.

Ακόμα και αν οι ρωσικές πράξεις παρεμπόδισης στο Ιράν αποτύχουν να αποτρέψουν μια αμερικανική στρατιωτική ενέργεια, η Ρωσία δεν πρόκειται να παραπονεθεί αν οι ΗΠΑ από μόνες τους μπλεχτούν σε έναν νέο κυκεώνα στη Μέση Ανατολή που θα φέρουν νέα απροσδόκητα πετρελαϊκά έσοδα στη Ρωσία. Άλλωστε, κατά τους εξαντλητικούς πολέμους των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ ήταν που η Ρωσία κέρδισε τον γεωπολιτικό χώρο για να διεκδικήσει εκ νέου τη σοβιετική της περιφέρεια.

Το κινεζικό παιχνίδι

Και η Κίνα θα είχε κάποιο στρατηγικό όφελος αν κάτι μεγάλο αποσπούσε την προσοχή των ΗΠΑ, όμως η Κίνα ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας είναι πολύ πιο ευάλωτη στις οικονομικές αναταράξεις που θα συνόδευαν μια σημαντική διακοπή στις ενεργειακές μεταφορές στη Μέση Ανατολή.

Μετά από μια σημαντική υποτροπή στις σινοαμερικανικές εμπορικές διαπραγματεύσεις, ο Λευκός Οίκος του Τραμπ έχει δώσει στο Πεκίνο ένα στενό περιθώριο ενός μήνα να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, διαφορετικά θα επιβληθούν δασμοί σε όλα τα κινεζικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ.

Την ίδια ώρα, ο Λευκός Οίκος έχει επιλέξει να κλιμακώσει σημαντικά τον τεχνολογικό πόλεμο με την Κίνα, βάζοντας τη Huawei σε «μαύρη λίστα» και περιορίζοντας σοβαρά την πρόσβασή της στους αμερικανούς προμηθευτές τεχνολογίας.

Αυτό είναι ένα πολιτικό παιχνίδι θάρρους, με το Πεκίνο να προσπαθεί να αξιολογήσει αν ο Λευκός Οίκος θα διακινδυνεύσει το πολιτικό κόστος των δασμών και του ενδεχόμενου οι εμπορικές σχέσεις να επιβαρύνουν τον μέσο Αμερικανό καταναλωτή σε μια προεκλογική περίοδο. Από την άλλη, ο Λευκός Οίκος του Τραμπ προσπαθεί να δοκιμάσει τη θεωρία του πως υπάρχουν όρια στα μέτρα τόνωσης της κινεζικής οικονομίας και πως το Πεκίνο δεν θα μπορεί να χειριστεί το οικονομικό βάρος από έναν ολοκληρωτικό, εκτεταμένο εμπορικό πόλεμο.

Ενώ υπάρχει ακόμα περιθώριο οι δυο οικονομικοί γίγαντες να επιστρέψουν σε μια ακόμα εκεχειρία δασμών, η παγκόσμια διαταραχή που προέρχεται από τον σινοαμερικανικό τεχνολογικό ανταγωνισμό αναμένεται να κλιμακωθεί και μια δυνητική στρατιωτική κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο σύντομα θα βραχυκύκλωνε μια ήδη υποτονική παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη.

Ευρωπαϊκή παράλυση

Αυτός ο οικονομικός κίνδυνος είναι το τελευταίο που θέλει η Ευρώπη, όταν η παρατεταμένη αβεβαιότητα για το Brexit, η αύξηση του ιταλικού χρέους και η κλιμάκωση της εμπορικής μάχης για τους αμερικανικούς δασμούς στα αυτοκίνητα ήδη επιβαρύνουν την ανάπτυξη της ευρωζώνης. Επίσης, λίγα μπορεί να κάνει η Ευρώπη για να αποτρέψει τις ενέργειες των ΗΠΑ.

Οι Ευρωπαίοι δημιούργησαν ένα νέο κανάλι για να διατηρήσουν ένα μη δολαριακό εμπόριο με το Ιράν, όμως περιορίζεται σε ανθρωπιστικό εμπόριο και τελικά δεν κάνει και πολλά για να καθησυχάσει τις μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες και τις τράπεζες που εξακολουθούν να υποψιάζονται πως θα υπάρξουν δευτερογενείς κυρώσεις από τις ΗΠΑ.

Ενώ υπάρχει πάντα η πιθανότητα οι αγανακτισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την Κίνα για να αυξηθεί η βαρύτητα της στρατηγικής παράκαμψης των κυρώσεων, ωστόσο οι επιθετικές κινήσεις του Ιράν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ΗΠΑ, το κοινό συμφέρον που έχουν Ευρώπη και ΗΠΑ να παραμείνει η Κίνα υπόλογη για τις εμπορικές καταχρήσεις της και ο βαθύς διχασμός μεταξύ των αμερικανοσκεπτικιστών στα δυτικά της Ευρώπης και των ευρωσκεπτικιστών στα ανατολικά που αναζητούν τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, θα εμποδίσουν τις προσπάθειες της Ευρώπης να ορθώσει το ανάστημά της στις ΗΠΑ.

Η στάση της Βόρειας Κορέας

Η προοπτική ενός ακόμα αμερικανικού πολέμου στη Μέση Ανατολή θα τύγχανε θετικής υποδοχής στην Πιονγκγιανγκ. Οι ΗΠΑ μπορούν να σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης στο Ιράν μόνο αν μπορούν να είναι σίγουρες πως δεν θα υπάρξει ανάγκη για στρατιωτικές επιλογές στη Βορειοανατολική Ασία.

Κάθε tweet του Τραμπ που υποβαθμίζει μια δοκιμή ενός βορειοκορεατικού πυραύλου μικρού βεληνεκούς, επιβεβαιώνει στην Πιονγκιάνγκ πως ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να κηρύξει διπλωματική νίκη στο ζήτημα της Βόρειας Κορέας και πως αποτελεί ζωντανή απόδειξη πως η «μέγιστη πίεση» θα φέρει τους προβληματικούς παρίες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ιδανικά, η Βόρεια Κορέα θα ήθελε να αποκομίσει τα περισσότερα από την προεδρία του Τραμπ, προτού αρχίσει να κλείνει το παράθυρο για ελάφρυνση των κυρώσεων και ενώ μια ανήσυχη Νότια Κορέα προσπαθεί να κρατήσει την Πιονγκγιάνγκ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Οι πρόσφατες πυραυλικές δοκιμές της Βόρειας Κορέας έχουν στόχο να υπενθυμίσουν στον Λευκό Οίκο να μην θεωρεί δεδομένο τον διπλωματικό περιορισμό της Πιονγκγιάνγκ. Ακόμα και αν αυτές οι προκλήσεις δεν καταλήξουν στο να σπάσει το διαπραγματευτικό αδιέξοδο, η Βόρεια Κορέα ωφελείται από την καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις χωρίς να κάνει βασικούς συμβιβασμούς στο πυρηνικό της πρόγραμμα. Και αν οι ΗΠΑ καταλήξουν να πάνε σε πόλεμο παρά την προηγούμενη δέσμευση του Ιράν να περιορίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, αυτό μπορεί να κάνει την Πιονγκγιάνγκ ακόμα πιο αποφασισμένη να κρατήσει τα πυρηνικά της.

Η Βενεζουέλα προσπαθεί να πετάξει κάτω από το ραντάρ

Ανάλογα με την εβδομάδα, η Βενεζουέλα μπορεί να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει στην μακριά λίστα των αμερικανικών προτεραιοτήτων εξωτερικής πολιτικής. Όπως φάνηκε πρόσφατα από τον μεγάλο αριθμό των μη εμφανίσεων στρατιωτικών διοικητών της Βενεζουέλας στην απόπειρα πραξικοπήματος που έκανε τον Απρίλιο ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Χ. Γκουαϊδό, οι υποσχέσεις για αμνηστία (μέχρι στιγμής) δεν είναι αρκετά πειστικές ώστε να αλλάξουν πλευρά αρκετοί στρατιωτικοί ηγέτες που αντιμετωπίζουν την απειλή έκδοσης στις ΗΠΑ.

Αυτός ο υπολογισμός θα μπορούσε να αλλάξει καθώς η παραγωγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα –που είναι και η βασική οικονομική μηχανή που έχει η κυβέρνηση προκειμένου να διατηρήσει τη στρατιωτική στήριξη- κατρακυλά υπό το βάρος των κυρώσεων. Οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις για την παραγωγή κυμαίνονται από 175.000 μέχρι 550.000 βαρέλια ημερησίως, έναντι του ημερήσιου μέσου όρου των 770.000 βαρελιών τον Απρίλιο. Καθώς ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή στραμμένη στο Ιράν, δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι ώστε να επιχειρήσει μια στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα σ’ αυτή τη φάση. Οι κυρώσεις ίσως είναι πιο αποτελεσματικές απ’ όσο περίμενε ο Λευκός Οίκος και οι ΗΠΑ έχουν περισσότερα οικονομικά «όπλα στην άκρη, υπό τη μορφή δευτερευουσών κυρώσεων.

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολά Μαδούρο, μπορεί να επιχειρήσει να κινηθεί ταχύτερα για να συλλάβει τον Guaido και να αποτρέψει μια στρατηγική υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για αλλαγή καθεστώτος, όσο ο Λευκός Οίκος είναι απασχολημένος με το Ιράν. Αυτή είναι επίσης μια καλή εποχή για να ζητήσει ο Μαδούρο ρωσικές ενισχύσεις και να ανοίξει ένα κανάλι για διαπραγμάτευση προκειμένου να «αγοράσει» περισσότερο χρόνο.

Ακόμα και αν ο Μαδούρο μπορεί να καταφέρει να κρατηθεί για λίγο ακόμα, ωστόσο η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει την προοπτική μιας εξαιρετικά χαοτικής πολιτικής μετάβασης, μιας μάχης για τα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία και μιας προσφυγικής κρίσης με περιφερειακές επιπτώσεις. Οι ΗΠΑ μπορούν να προσπαθήσουν να βάλουν για την ώρα στον «αυτόματο πιλότο» τη στρατηγική για τη Βενεζουέλα για την ώρα, ενώ θα επικεντρώνουν την προσοχή τους στο Ιράν, όμως η Βενεζουέλα εξακολουθεί να αποτελεί έναν περισπασμό στην αυλή των ΗΠΑ που θα συνεχίσει να απαιτεί την προσοχή του Λευκού Οίκου.

Το Ιράν στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων

Δεν έχει ιδιαίτερη στρατηγική ή και πολιτική λογική ο Λευκός Οίκος να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο με το Ιράν σε αυτή τη φάση. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη μπει στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων με τους ευρασιάτες αντιπάλους, την Κίνα και τη Ρωσία. Η οικονομική ώθηση, η στρατιωτική εστίαση και η διπλωματική δεξιοτεχνία που απαιτούνται για να ανταγωνιστεί κανείς στο επίπεδο των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο για τα κατάλοιπα από τον παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Και ενώ το Ιράν είναι ένας μεγάλος ιδεολογικός στόχος για τις ΗΠΑ, στην προεκλογική του εκστρατεία ο Τραμπ υποσχέθηκε επίσης πως θα βάλει τέλος στους κοστοβόρους πολέμους στον Ισλαμικό κόσμο (συμπεριλαμβανομένου αυτού στο Αφγανιστάν, που πλέον είναι ο πιο μακροχρόνιος πόλεμος στην αμερικανική ιστορία) και ότι θα επικεντρώσει την προσοχή σε εσωτερικές προτεραιότητες.

Ένας πόλεμος που θα κινδύνευε να μετατραπεί σε μια ακόμα κοστοβόρα στρατιωτική επιχείρηση και που θα έριχνε τον κόσμο σε ύφεση, δεν θα έδειχνε καλά σε μια πολιτική εκστρατεία το 2020. Ίσως γι’ αυτό και την τελευταία εβδομάδα, τα πολλαπλά σινιάλα πολέμου μπερδεύονται με τις πολλαπλές διαρροές και ατάκες του Τραμπ που με έμφαση δηλώνει πως δεν θέλει πόλεμο.

Όμως σε αυτή τη φάση της σύγκρουσης, αυτό είναι σαν να ρίχνεις ένα τεράστιο οπλοστάσιο πυροτεχνημάτων στη φωτιά και να λες, για να χρησιμοποιήσουμε την αγαπημένη φράση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, «θα δούμε τι θα συμβεί»

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1682739/oi-epikindynes-strathgikes-ton-megalon-dynameon-st.html

Το “Τέταρτο Ράιχ” ναυάγησε; Οι Γερμανοί χάνουν τον απόλυτο έλεγχο που είχαν μέχρι σήμερα…

0

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

German Chancellor Angela Merkel (L) and US Secretary of State Mike Pompeo (R) at the Chancellery in Berlin, Germany, 31 May 2019. EPA, SEAN GALLUP / POOL

JUNE 1, 2019

Μονάχα ένας δεν ταρακουνήθηκε από τον σεισμό που τράνταξε συθέμελα την Ευρωπαική Ηπειρο. Ο ένας και μοναδικός εκπρόσωπος για τα…δύσκολα της Κομισιόν, ο δικός μας, Μαργαρίτης Σχοινάς. Ο Μαργαρίτης, που προσπαθούσε στο παρελθόν να μας πείσει ότι τα…οχτάρια του Γιούγκερ οφείλονταν σε ισχιαλγία κι ότι η Ελλάδα χρειάζεται κι άλλο «στρώσιμο».

Αυτός λοιπόν ο μεγάλος ερμηνευτής μας, είπε ότι δεν έγινε και τίποτα στις Ευρω-εκλογές της περασμένης Κυριακής. Βροχούλα ήταν και πέρασε. «Οι λαικιστές δεν κέρδισαν παρά τους προφήτες της καταστροφής», απεφάνθη ο ανώτερος υπάλληλος του ευρωσυστήματος. Τώρα, πώς γίνεται ο επίσημος σπόουκσμαν του ανώτατου οργάνου της Ευρωπαικής Ενωσης, που εκπροσωπεί υποτίθεται όλους τους Ευρωπαίους πολίτες να εκφράζεται απαξιωτικά, π.χ. για το 50% των Ιταλών ή των Ούγγρων ψηφοφόρων, λες και υπερασπίζεται κυβέρνηση,  είναι ένα ερώτημα που θα πρέπει να απασχολήσει όσους ορκίζονται στην δημοκρατική υπόσταση των ευρωπαικών θεσμών.

Σε αντίθεση πάντως με τον Μαργαρίτη, ένας άλλος μάλλον πιο διεισδυτικός παρατηρητής των τελευταίων ευρω-εκλογών, προέβλεψε ότι το αποτέλεσμα τους σημαίνει το αναπόδραστο τέλος της Ευρωπαικής Ολοκλήρωσης, όπως βεβαίως την είχαν στο μυαλό τους οι Γερμανοί.

Ο Στήβεν Μπάνον, ο άνθρωπος που έβγαλε τον Τράμπ πρόεδρο προς τεράστια απογοήτευση των κέντρων εξουσίας της παγκοσμιοποίησης, έδωσε μία άλλη εκδοχή του αποτελέσματος, μακριά από την ερμηνεία του υπαλληλικού κατεστημένου της Κομισιόν. «Εδώ τελείωσε», είπε « η κουβέντα  για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης όπως τις είχε φανταστεί ο Μακρόν».

Μεταξύ μας, ο Στήβεν βλέπει λίγο πιο καθαρά τα πράγματα από τον Μαργαρίτη. «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν σε αυτή την συγκυρία. Στην Αμερική το πείραμα πέτυχε γιατί υπήρχαν μεν πολλές εθνότητες, αλλά μία γλώσσα και κοινό εθνικό φρόνημα(proud to be American). Η ιεραρχία της εξουσίας δομήθηκε δημοκρατικά και σχετικά αντιπροσωπευτικά, παρά τους αρχικούς κοινωνικούς ή φυλετικούς αποκλεισμούς.

Στην Ευρωπαική Ενωση υπάρχουν πολλά διαφορετικά εθνικά κράτη, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικά εθνικά συμφέροντα, διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές, αλλά ένας και μοναδικός  διαχρονικός νταβατζης: Ο Γερμανός! Ετσι όμως δεν γίνεται δουλειά και ευτυχώς που ξύπνησαν κάποιοι εγκαίρως, για να βάλουν φρένο στο Τέταρτο Ραιχ.

Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής αποτέλεσαν έναν θρίαμβο των πατριωτικών-ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων. Το να λες «δεν είδα, δεν άκουσα» με ένα 52% του Ορμπαν στην Ουγγαρία, την επική επικράτηση του Σαλβίνι που ετοιμάζεται να καταπιεί την επίσης καθαρόαιμη δεξιά του Καβαλιέρε(8,5%)και διατηρεί εφεδρείες στην εθνικιστική Fratelli d’ Italia της Τζώρτζια Μελόνι(6.5%), είναι εξίσου γελοίο με το να κάνεις ότι δεν κατάλαβες την πρωτιά της Μαρίν Λεπέν και το βατερλώ των συστημικών κομμάτων στην Βρετανία.

Οποιος παριστάνει λοιπόν ότι δεν…άνοιξε μύτη, απλά προδίδει την υπαρξιακή του αγωνία. Για να είμαστε ακριβείς βέβαια, υπήρξαν και άλλοι νικητές σε αυτές τις ευρω-εκλογές.

Οι «πυροβολημένοι» Γερμανοί «Πράσινοι» που σε λίγο θα απαγορεύσουν την κατανάλωση βόειου κρέατος επειδή…η πορδή της αγελάδας μεγαλώνει την τρύπα του όζοντος και οι (νέο)φιλελεύθεροι της ομάδας του Γκι Φέρχοφσταντ, επίσημου απολογητή του Τζώρτζ Σόρος, οι απόψεις του οποίου κάνουν αυτές της δικής μας Μιράντας του ΔΝΤ να ωχριούν.

Αν προσθέσεις και τον Μακρόν που διασώθηκε και θέλει να το παίξει τώρα… «περήφανος Γάλλος», το γλυκό έδεσε. Αντε τώρα να συνεννοηθούν μ’ όλους αυτούς, οι Γερμαναράδες Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ για να βγάλουν δικούς τους ανθρώπους στα όργανα διοίκησης της Ευρωπαικής Ενωσης. Προσωπικά βλέπω τον πολυαγαπημένο μας Μάνφρεντ Βέμπερ να πηγαίνει πρόωρα για…μπάνιο, εκτός κι αν το Βερολίνο κάνει ανήκουστες για τα δεδομένα του παραχωρήσεις, προσφέροντας π.χ. στους Γάλλους την προεδρία της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας και στους Φιλελεύθερους, την προεδρία στο Ευρωπαικό Συμβούλιο.

Οι  τελικές επιλογές θα είναι προϊόν σκληρής διαπραγμάτευσης και επώδυνων συμβιβασμών, με μεγάλες παραχωρήσεις στους προοδευτικότερους «ευρωπαιστές», οι οποίοι δεν είναι καθόλου εύκολοι στα παζάρια. Με την Μέρκελ αποδυναμωμένη, καθώς η θητεία της έχει μπει σε αντίστροφη μέτρηση, με τον Φέρχοφσταντ ρυθμιστή και τον Μακρόν να αναζητά απεγνωσμένα επίδειξη πυγμής για λόγους πολιτικής επιβίωσης, οι Γερμανοί θα χάσουν τον απόλυτο έλεγχο που είχαν μέχρι σήμερα. Και θα έχουν όλους τους άλλους απέναντι, συντηρητικούς εθνικιστές, ευρωσκεπτικιστές και πολέμιους τους παγκοσμιοποίησης να τους περιμένουν στην γωνία με τον Μπάνον και τον Τράμπ να τρίβουν τα χέρια τους. Γι αυτό σας λέω. Το μεγάλο πάρτυ τώρα αρχίζει, μείνετε συντονισμένοι…

Πηγή: Το “Τέταρτο Ράιχ” ναυάγησε; Οι Γερμανοί χάνουν τον απόλυτο έλεγχο που είχαν μέχρι σήμερα… https://hellasjournal.com/2019/06/to-quot-tetarto-raich-quot-nayagise-oi-germanoi-chanoyn-ton-apolyto-elegcho-poy-eichan-mechri-simera/