Αρχική Blog Σελίδα 2651

Στάθης Καλύβας: Ο Τσίπρας είναι ένας πολιτικός απατεώνας που έχασε την ευκαιρία να αλλάξει τη χώρα

0

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ IEFIMERIDA

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 20|06|2019 | 12:20


Στάθης Καλύβας
Κατερίνα Ι. Ανέστη
Με νηφάλιο, διεισδυτικό αλλά και χειμαρρώδη λόγο, ο Στάθης Καλύβας μιλά για όσα ζούμε από την κρίση έως τις εκλογές του 2019. Για το πώς ο Γιώργος Παπανδρέου ταυτίστηκε με τον θάνατο του ΠΑΣΟΚ, για την ευκαιρία που χάνει το ΚΙΝΑΛ να πάρει πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ τη σημαία της «βενιζελικής παράταξης» επειδή έχει τη Γεννηματά στην ηγεσία, για τον λόγο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης πείθει τους πολίτες και πιστώνεται προσωπικά τη μεγάλη διαφορά στις ευρωεκλογές (που δεν αποκλείει να αυξηθεί στις 7 Ιουλίου).

Πριν από κάμποσα χρόνια κάθισε και έφτιαξε μια λεπτομερή λίστα με όλους τους δημόσιους χαρακτηρισμούς που έχει ακούσει και αυτή ξεπερνά τις 30 σελίδες, μου λέει γελώντας. Με ψύχραιμο τρόπο, χωρίς να στρογγυλεύει τις φράσεις του και με αναλυτική προσέγγιση, ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (προηγουμένως για τουλάχιστον 10 χρόνια δίδασκε στο Yale), Στάθης Καλύβας αναλύει τις σεισμικές πολιτικές εξελίξεις που έφερε η κρίση: Πως υπερεκτιμήσαμε τον Αλέξη Τσίπρα, «αλλά τι μας λέει το ότι ένας άνθρωπος της γενιάς του, απόφοιτος του Πολυτεχνείου, δεν είχε μάθει αγγλικά; Προφανώς πως ήταν τρομερά πίσω και τρομερά λίγος». Λέει ότι είχε τρομερή τύχη και θράσος και «η μεγάλη ειρωνεία μάλιστα είναι πως ο Τσίπρας πήρε το μαγαζί από τα χέρια του εγγονού του ιδρυτή του Γιώργου Παπανδρέου. Εδώ ισχύει αυτό που λέγεται καμιά φορά πως “η τρίτη γενιά καταστρέφει την οικογενειακή επιχείρηση”».

Περιγράφει την εκλογή Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ ως μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις που έφερε η κρίση, πως πολλοί τον υποτίμησαν, ενώ οφείλεται κυρίως σε αυτόν το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Οσο για το ΚΙΝΑΛ, παρατηρεί ότι «ίσως να είχε μια ευκαιρία τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη την πανωλεθρία των ευρωεκλογών, αλλά την έχασε έχοντας τη Γεννηματά στην ηγεσία του».

H συζήτηση εκκινεί από το βασικό αντικείμενο των ερευνών του –αφού με διαβεβαιώνει ότι δεν μας παρατηρεί και μελετά ως χάμστερ μέσα στο κλουβί, αφού νιώθει ότι βρίσκεται και αυτός μέσα στο ίδιο κλουβί… Εκανε το διδακτορικό του στο Σικάγο με αντικείμενο τα πολιτικά κόμματα και ειδικότερα τα χριστιανοδημοκρατικά, την εμφάνισή τους, την εξέλιξη που είχαν στην διάρκεια του 19ου αιώνα, και μέσα απ’ αυτήν την σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική, τη μετριοπάθεια και τον ριζοσπαστιμό και εντέλει τη διαμόρφωση των δυτικών δημοκρατιών.

Γιατί διαλέξατε αυτό το θέμα;

Με ενδιέφεραν κατ’ αρχάς τα πολιτικά κόμματα. Επιπλέον, ενώ είχαμε πολλές μελέτες για τα σοσιαλιστικά κόμματα, υπήρχαν πολύ λίγες για αυτό που αποκαλούμε Δεξιά. Ξεκινώντας την έρευνά μου όμως, διαπίστωσα πως πολλά δεξιά κόμματα στην Ευρώπη είχαν αναφορές στο χριστιανισμό στο όνομα τους, ήταν δηλαδή «χριστιανοδημοκρατικά». Γιατί συνέβαινε αυτό; Ήθελα επίσης να καταλάβω με ποιον ακριβώς τρόπο ο ανταγωνισμός των νέων τότε μαζικών κομμάτων Αριστεράς και Δεξιάς δόμησε τα πολιτικά συστήματα των δημοκρατιών που αναδύθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Ποια είναι η σχέση τους με τη θρησκεία; Γιατί προβάλλουν αυτό το στοιχείο;

Το βασικό επιχείρημα στη βιβλιογραφία ήταν πως η αναφορά στη θρησκεία ήταν ένας τρόπος η Δεξιά να αποκτήσει τη στήριξη του θρησκευόμενου πληθυσμού ως αντίβαρο απέναντι στον σοσιαλισμό που γνώριζε ραγδαία άνοδο τότε. Βρήκα όμως πως ουσιαστικά τα κόμματα αυτά ξεπήδησαν μέσα από ένα καινοφανές λαϊκό κίνημα που έστησε η Καθολική Εκκλησία για να απαντήσει στην προσπάθεια των φιλελεύθερων κομμάτων να περιορίσουν τα προνόμιά της, με σπουδαιότερο τον πολύ σημαντικό ρόλο που είχε στην εκπαίδευση. Χάνοντας την εκπαίδευση, η Εκκλησία έχανε ένα βασικό λόγο ύπαρξης. Μην επιθυμώντας όμως να στήσει δικό της κόμμα, επέτρεψε στο ποίμνιό της και τον κατώτερο κλήρο να δημιουργήσουν ένα μαζικό κίνημα κοινωνικής διαμαρτυρίας, αυτό που θα αποκαλούσαμε σήμερα ακτιβιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα, τα αριστοκρατικής κυρίως συγκρότησης συντηρητικά κόμματα της εποχής που είχαν περιορισμένη απήχηση βρήκαν την ευκαιρία να αποκτήσουν μαζική υποστήριξη. Όμως τελικά τόσο η Εκκλησία όσο και οι συντηρητικοί έχασαν, καθώς το κίνημα αυτό απέρριψε την κηδεμονία και των δύο και αυτονομήθηκε με τη μορφή ανεξάρτητων Καθολικών κομμάτων. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία για το πώς ο αρχικός σχεδιασμός κατέληξε αναπάντεχα σε τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα.

Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως αρχικά τα Καθολικά αυτά κόμματα ήταν εχθρικά προς τη σύγχρονη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Στην πορεία όμως, διαμέσου της συμμετοχής τους στις εκλογές και τον δημοκρατικό πολιτικό βίο, μετατράπηκαν σε κοινοβουλευτικά κόμματα. Μια αντίστοιχη διαδικασία συνέβη και με τα σοσιαλιστικά κόμματα: και αυτά μπήκαν στον στίβο του πολιτικού ανταγωνισμού με επαναστατικές βλέψεις, αλλά και αυτά στην πορεία έγιναν πυλώνες του κοινοβουλευτισμού. Με άλλα λόγια, οι δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης δεν υπήρξαν αποτέλεσμα σχεδιασμένης συναίνεσης, αλλά παράγωγο της τεράστιας απορροφητικής δύναμης του δημοκρατικού ανταγωνισμού που αφαίρεσε την επαναστατική δυναμική τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Η μόνη εξαίρεση υπήρξε η περίπτωση της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, όπου το ναζιστικό κόμμα δεν προσαρμόστηκε στη Δημοκρατία αλλά αντίθετα την κατάργησε. Πρόκειται όμως για εξαίρεση που απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση.

Τελικά, η έρευνά μου αυτή με έπεισε πως τα δημοκρατικά καθεστώτα, παρότι φαίνονται ιδιαίτερα εύθραυστα, έχουν πολύ μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απ’ ό,τι συχνά πιστεύουμε. Γι’ αυτό και δεν με ανησυχεί τόσο η πρόκληση του λαϊκισμού σήμερα, παρά τους προφανείς κινδύνους που εγκυμονεί.

Ένα κόμμα που ξεκινά με αυτό τον επαναστατικό χαρακτήρα που περιγράφετε, αλλά εξελίσσεται σε κόμμα εξουσίας, μπορεί να επιστρέψει στο επαναστατικό παρελθόν;
Θεωρώ πως όχι, πως η αποκοπή από τις επαναστατικές ρίζες είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Απαξ και εγκαταλείπεις τον ριζοσπαστισμό, δεν μπορείς (και σε γενικές γραμμές ούτε θέλεις) να επιστρέψεις.

Δεν έχουμε τέτοιο ιστορικό προηγούμενο;

Όπως ανέφερα, η μόνη τέτοια περίπτωση στην Ευρώπη είναι το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας. Εκτός Ευρώπης, οι δύο πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Τουρκία του Ερντογάν και η Βενεζουέλα των Τσάβες και Μαδούρο, ενώ η περίπτωση της Ουγγαρίας του Όρμπαν βρίσκεται στο μεταίχμιο. Σε γενικές γραμμές, οι παγιωμένες δημοκρατίες έχουν πολύ μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με τις αναδυόμενες που είναι πιο εύθραυστες. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως για κάθε Τουρκία υπάρχει μια Κορέα και για κάθε Βενεζουέλα μια Ινδονησία. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία έχει κάνει απίστευτη πρόοδο, από ένα προϊόν της Δύσης αρχικά έχει πλέον παγκοσμιοποιηθεί. Παρά τις δυσκολίες και τα λίγα πισωγυρίσματα, πρόκειται για τεράστια επιτυχία αν το καλοσκεφτούμε.

Στην Ελλάδα γιατί δεν υπήρξαν χριστιανοδημοκρατικά κόμματα;
Αντίθετα από την Καθολική Εκκλησία, η Ορθόδοξη δεν υπήρξε ποτέ ένας αυτόνομος πόλος εξουσίας, ανεξάρτητος από το νεωτερικό κράτος και ανταγωνιστικό προς αυτό. Αντίθετα, λειτουργούσε πάντα σε αγαστή σχέση με αυτό. Ας μη ξεχνάμε πως η Ορθοδοξία αποτελεί συστατικό στοιχείο της ελληνικού εθνικισμού, με αποτέλεσμα να μην αναπτυχθεί ποτέ στη χώρα μας ο έντονος αντικληρικαλισμός που συναντάμε σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Ισπανία. Είναι εντελώς ενδεικτικό, πιστεύω, το γεγονός πως η θρησκεία δεν αποτέλεσε διαιρετική τομή ούτε καν στη διάρκεια του Εμφυλίου.

Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διατάραξε τελικά αυτή τη σχέση. Και έχουμε και πρόσφατη την εικόνα του κ. Κικίλια, που πήγε να ζητήσει την ευχή για τον γάμο του από τον Αρχιεπίσκοπο…
Αυτό θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς με μια μικρή δόση αυτοσαρκασμού, λέγοντας πως οι Έλληνες, ακόμα και όταν δεν είμαστε χριστιανοί, παραμένουμε βαθιά ορθόδοξοι. Η Ορθοδοξία και τα σύμβολά της εξακολουθούν να είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας ως έθνους και ως λαού. Αυτό προσδίδει μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην Εκκλησία, που όμως περιορίζεται από το γεγονός πως το εύρος της ταύτισης αυτής δεν αντιστοιχεί σε ιδιαίτερο βάθος. Και για να πω την αλήθεια, δεν πιστεύω πως αυτός ο συνδυασμός είναι απαραίτητα αρνητικός. Το αντίθετο μάλλον.

Πιστεύετε ότι μετά και την περιπέτεια της κρίσης η ελληνική κοινωνία μπορεί να γίνεται λιγότερο συντηρητική; Ότι είναι η ώρα να πέσουν στερεότυπα και αγκυλώσεις;

Το ότι είμαστε προσκολλημένοι σε ορισμένα σύμβολα δεν συνιστά κατ’ ανάγκη συντηρητικό ένστικτο. Αυτό που ανέκαθεν μου έκανε εντύπωση στην Ελλάδα είναι η δυνατότητα που έχουμε ως κοινωνία να απορροφάμε κοινωνικούς κραδασμούς, νέες τάσεις κ.λπ., στο πλαίσιο όμως ενός υπάρχοντος συμβολικού πλαισίου. Συχνά, αυτό γίνεται αντιληπτό ως πρόβλημα, ως έλλειψη αρχών και συνέπειας και ορισμένες φορές ισχύει κάτι τέτοιο. Σε γενικές γραμμές, όμως, δεν θεωρώ πως αυτό είναι κακό, το αντίθετο μάλλον. Είναι δείγμα ευελιξίας και προσαρμοστικότητας που μας βοηθά.

Πείτε μου ένα πρόσφατο παράδειγμα τέτοιας ευελιξίας…

Παραβλέπουμε συχνά την ευκολία με την οποία η ελληνική κοινωνία απορρόφησε πάνω από 1 εκατομμύριο Αλβανούς μετανάστες. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν κάτω από άθλιες συνθήκες και παρότι ως πολιτεία και κοινωνία τους φερθήκαμε στενόμυαλα και συχνά με τρόπο που συνδύαζε τη στυγνή οικονομική εκμετάλλευση με τον ρατσισμό, τους αντιμετωπίσαμε συχνά και σαν ανθρώπους που δεν είναι και τόσο διαφορετικοί από μας, κάτι που δεν ισχύει πάντοτε σε πιο ανεκτικές και προοδευτικές κοινωνίες όπου συχνά λειτουργούν ισχυρά κοινωνικά στεγανά. Σ’ αυτό βοήθησε βέβαια και η πολιτισμική μας συγγένεια, αλλά το βλέπει κανείς και σε συμπεριφορές με μετανάστες από άλλες περιοχές. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, για παράδειγμα, τον Πακιστανό ταξιτζή της Νέας Υόρκης που μου μίλησε με απίστευτη νοσταλγία για τα χρόνια που είχε περάσει στην Ελλάδα. Εννοείται πως αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι όμορφα και καλά, αλλά καλό είναι να έχουμε υπόψη μας τις δύο όψεις του νομίσματος, για να διορθώνουμε την άσχημη και να δυναμώνουμε την καλή. Από δω και μπρος, το μεγάλο στοίχημα για εμάς είναι το πώς θα εντάξουμε όλους τους μετανάστες στην κοινωνία μας. Είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί γιατί αποτελεί, εκτός των άλλων, τη μόνη λύση για μεγάλα προβλήματα όπως το ασφαλιστικό και το δημογραφικό.

Πώς θα τους εντάξουμε;

Πρέπει να το θέσουμε ως εθνική προτεραιότητα. Και αυτό απαιτεί και μια παιδευτική λειτουργία από πλευράς διανοούμενων και δημοσιογράφων. Πρέπει να αναδεικνύουμε και να επιβραβεύουμε τις θετικές προσπάθειες και τις επιτυχίες, τους αριστούχους μαθητές και τους πετυχημένους επιχειρηματίες που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών.

Τους διανοούμενους;

Εννοώ τους ανθρώπους εκείνους που έχουν έναν δημόσιο λόγο και τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις απόψεις της κοινής γνώμης.

Με το που εκφράζουν την άποψή τους, όμως, αμέσως κατηγοριοποιούνται σε «στρατόπεδα». Αποκτούν εχθρούς, λοιδορούνται…
Αυτό είναι το αναπόφευκτο ρίσκο της συμμετοχής στα κοινά και το έχω ζήσει αρκετά έντονα, τολμώ να πω. Αλλά δεν μπορεί να είναι δικαιολογία για ιδιώτευση.

Σας αποκάλεσαν χουντικό, πριν από δύο χρόνια νομίζω…

Πριν με πουν χουντικό με είχαν πει πολλά άλλα, πολύ χειρότερα. Οπότε το χουντικός ήταν μια βελτίωση (σ.σ.: γέλια). Ο Βαξεβάνης, για παράδειγμα, με είχε χαρακτηρίσει χιτλερικό στο Τwitter και ανακοίνωσε πως θα ερευνήσει το πώς έγινα καθηγητής στο Yale. Αλλά και η «Ελευθεροτυπία», αρκετά πριν, το 2000, με είχε αποκαλέσει απολογητή των ταγμάτων ασφαλείας, φιλοναζιστή δηλαδή. Πριν από κάμποσα χρόνια κάθισα και έφτιαξα μια λεπτομερή λίστα με όλους τους δημόσιους χαρακτηρισμούς που έχω ακούσει και αυτή ξεπερνά τις 30 σελίδες! Κάποια στιγμή ίσως τη δημοσιεύσω (σ.σ.: γέλια).

Πώς αντιδρά άραγε κάποιος όταν δέχεται μια τέτοια επίθεση;

Ουσιαστικά όταν έχεις δεχθεί τέτοιου είδους επιθέσεις χάνεις την αίσθηση του φόβου. Πώς να σε ενοχλήσει που σε λένε χουντικό όταν έχεις ακούσει τόσα και τόσα πριν; Οι φορείς των επιθέσεων αυτών στηρίζονται στην αντίληψη πως ότι ένας άνθρωπος που έχει μια αξιοπρεπή επαγγελματική πορεία και κοινωνική υπόσταση θα σοκαριστεί, θα φοβηθεί και θα σωπάσει. Πρόκειται για την κλασική τεχνική του «μπούλινγκ».

Ισχύει σε πολλές περιπτώσεις, το έχουμε δει να συμβαίνει…

Στη δική μου περίπτωση, όμως, αυτή η τεχνική απέτυχε. Αντί να απαλλαγούν από μένα, με φορτώθηκαν! Και αυτό που διαπίστωσα στην πορεία είναι πως η αξιοπρέπεια, η συνέπεια και ο καθαρός λόγος τελικά επικρατούν, ενώ αντίθετα οι χαρακτηρισμοί επιστρέφουν σε αυτούς που τους εκτοξεύουν. Τα σκουπίδια παραμένουν σκουπίδια, όσο και να προσπαθήσει κανείς να τα μεταμφιέσει. Τουλάχιστον αυτή υπήρξε η εμπειρία μου.

Ποια είναι λοιπόν η προτεινόμενη αντίδραση απέναντι σε αυτό το κύμα επιθέσεων;
Αντιδράς παραμένοντας παρών, με τη δουλειά και τον λόγο σου. Δεν επιτρέπεις σε κανέναν να σε φοβίσει.

Έχετε μετανιώσει για κάτι που έχετε γράψει;

Κάποιες φορές σκέφτομαι πως ίσως η γραφή μου θα μπορούσε να είναι κάπως πιο στρογγυλεμένη, π.χ. στο περίφημο άρθρο μου για τη χούντα. Από την άλλη όμως, όταν σε απασχολεί το πώς θα στρογγυλέψεις τον λόγο σου, καταλήγεις να μη λες τίποτα. Αυτό δεν σημαίνει πως προκρίνω την πρόκληση για την πρόκληση ή τη δημόσια έκφραση της κάθε πρόχειρης ή περίεργης ιδέας που μας κατεβαίνει στο μυαλό επί παντός του επιστητού, μια πρακτική στην οποία ωθούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα πράγματα που λέμε, ακόμα και όταν έχουν μια δόση ρίσκου, ακόμη και όταν δεν είμαστε 100% σίγουροι γι’ αυτά (γιατί, αν ήμασταν, δεν θα μιλούσαμε σχεδόν ποτέ), πρέπει να έχουν μια βάση, να είναι αποτέλεσμα σκέψης, εμπειρίας, επεξεργασίας.

Έχετε τη δουλειά σας στο εξωτερικό, τις μελέτες σας. Υπήρξαν κάποιοι που σας είπαν «πού πας και μπλέκεις»;

Προφανώς, οι περισσότεροι φίλοι μου αυτό μου επαναλάμβαναν: «Τι πας να μπλέξεις με τα σκουπίδια; Έχεις την καριέρα σου και τη ζωή σου, μην ασχολείσαι». Ας μην ξεχνάμε πως ο κομφορμισμός και η αποφυγή του ρίσκου είναι συμπεριφορές με τεράστια κοινωνική ισχύ. Το «τι θέλεις και μπλέκεις» είναι μια μόνιμη επωδός που την ακούμε από την παιδική μας ηλικία. Ασφαλώς εμένα με βοήθησε πολύ το γεγονός πως δεν είχα οικονομικές, κοινωνικές ή πολιτικές εξαρτήσεις. Η ανεξαρτησία είναι ένα μεγάλο προνόμιο. Αλλά δεν είναι λίγοι και εκείνοι που παίρνουν το ρίσκο της δημόσιας έκφρασης αντισυμβατικών απόψεων αν και επαγγελματικά ευάλωτοι, όπως π.χ. ο Νίκος Μαραντζίδης, που έφθασε μέχρι και να δεχθεί σωματική επίθεση για τις απόψεις που εκφράζαμε για τον εμφύλιο.

Τι έχει ανάγκη να ακούσει ο κόσμος;

Πιστεύω πως ο κόσμος διψάει για θετικά μηνύματα, για ένα θετικό όραμα. Δυστυχώς δεν υπάρχει η προσφορά θετικού οράματος στη χώρα μας, υστερεί. Όπως είναι φυσικό -και αυτό είναι κάτι που ισχύει παντού και όχι μόνο στην Ελλάδα- ο αρνητισμός και ο κυνισμός έχουν μεγαλύτερη πέραση, είναι, όπως και να το κάνουμε, ευκολότερα. Όπως είναι φυσικό, η κρίση ενίσχυσε την τάση αυτή, που όμως ήταν εμφανής από πριν. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως όταν αρθρωθεί σωστά το θετικό μήνυμα δεν θα έχει απήχηση. Αυτό το διαπίστωσα άμεσα, μετά τη δημοσίευση του «Καταστροφές και Θρίαμβοι».

Στην πορεία της έρευνας και συγγραφής του βιβλίου αυτού, προέκυψε μια ανάλυση που βλέπει τη σύγχρονη Ελλάδα όχι σαν μια μόνιμη αποτυχία, αλλά και σαν μια χώρα με μεγάλες επιτυχίες στο ενεργητικό της, επιτυχίες που συχνά παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα τέλη του Ιουνίου 2015, ακριβώς πάνω στο δημοψήφισμα, και είναι απίστευτο το πόσοι άνθρωποι με πλησίασαν για να μου πουν πως διαβάζοντάς το ξαναβρήκαν την ελπίδα τους για την κοινωνία και τη χώρα μας. Θεωρώ πως έχουμε την υποχρέωση να δουλέψουμε εντατικά και συστηματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο τα αρνητικά που συναντούμε στην καθημερινότητά μας, έχει και πάρα πολλά θετικά στοιχεία, που αν τα αντιληφθούμε και τα καλλιεργήσουμε, θα ξαφνιαστούμε για το πόσο μπροστά θα μας πάνε.

Πάντα νιώθαμε την ανάγκη να φτιάξουμε ήρωες, πρόσωπα που θα είναι σημεία αναφοράς. Το βλέπουμε κυρίως στον αθλητισμό. Από την άλλη όμως, βλέπεις πως επενδύουμε σε πρόσωπα που ξαφνιάζουν. Δείτε τις ευρωεκλογές: άνετα εξελέγη ο Αλέξης Γεωργούλης, ένας ηθοποιός με ελάχιστο ως καθόλου δημόσιο πολιτικό λόγο.
Όταν μπαίνει ο ψηφοφόρος πίσω από το παραβάν, βλέπει ένα ψηφοδέλτιο με πολλά άγνωστα σ’ αυτόν ονόματα και επομένως εύκολα στρέφεται σε ονόματα που κάπου έχει ακούσει ή δει.

Αναγνωρισιμότητα είναι αυτό ή σύγχυση του Έλληνα ψηφοφόρου;

Δεν είναι σύγχυση. Ο ψηφοφόρος βλέπει πολλά ονόματα που δεν γνωρίζει και ο κόσμος δεν έχει τον χρόνο να κάτσει να ασχοληθεί και να ψάξει. Έτσι, η φυσική ροπή του είναι να βάλει έναν σταυρό σε όνομα που αναγνωρίζει. Αν και εξίσου διαδεδομένο φαινόμενο είναι να πηγαίνουν πολλοί στο εκλογικό κέντρο με έτοιμο, σταυρωμένο ψηφοδέλτιο. Και αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα, για το οποίο χρειάζεται εντατική διαπαιδαγώγηση.

Όταν ήρθατε στην Ελλάδα για τις ευρωεκλογές, περιμένατε αυτή τη σειρά ανατροπών; Την τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, την προκήρυξη των εκλογών, τις εξελίξεις στο ΚΙΝΑΛ με τον Βενιζέλο;

Προφανώς γνώριζα, όπως όλοι, τις δημοσκοπικές τάσεις. Από την άλλη, τα γεγονότα του 2015 με σημάδεψαν κι εμένα. Δηλαδή, εδώ έχεις ένα κόμμα που κατακτά την εξουσία πουλώντας τα πιο χοντρά ψέματα, κάνει την πιο απίστευτη μεταστροφή και μετά παίρνει το ίδιο ακριβώς ποσοστό στις εκλογές. Ε, αυτό είναι κάτι που αναγκαστικά θα σε προβληματίσει.

Γιατί είχαμε υπερεκτιμήσει τις ικανότητες του Τσίπρα;

Γιατί είναι ένας άνθρωπος που ήρθε από το πουθενά, κέρδισε τις εκλογές του 2015, ξεκίνησε την δήθεν περήφανη διαπραγμάτευση πουλώντας απίστευτη ελπίδα στον κόσμο, όταν αυτή διαψεύσθηκε οργάνωσε το δημοψήφισμα, το κέρδισε με χαρακτηριστική ευκολία καπηλευόμενος την απογοήτευση και τον πατριωτισμό των ανθρώπων και όταν τελικά διαπίστωσε πως όλα αυτά που πουλούσε δεν είχαν κανένα απολύτως αντίκρισμα, έκανε την απόλυτη μεταστροφή. Και όμως, επανεξελέγη με τα ίδια ποσοστά και παρά το γεγονός πως του έφυγε σχεδόν το 1/3 του κόμματός του! Τελικά, όμως, διαπιστώσαμε πως μπορείς να αναβάλεις τη σύγκρουση με την πραγματικότητα, αλλά δεν μπορείς να την αποφύγεις. Δεν μπορείς να τους ξεγελάς όλους συνεχώς. Στο τέλος θα κληθείς να λογοδοτήσεις και θα φανεί πως ο βασιλιάς είναι γυμνός. Έτσι έγινε και με τον Τσίπρα. Είχε μεγάλο θράσος και τρομερή τύχη, γι’ αυτό πολλοί πίστεψαν στον μύθο του -όπως και ίδιος άλλωστε. Όμως ο Τσίπρας, αν και άνθρωπος με αναμφισβήτητο πολιτικό αισθητήριο, δεν παύει να είναι ένας πολιτικός απατεώνας και μια μεγάλη μετριότητα. Σκεφθείτε το εξής: του δόθηκε μια μοναδική ευκαιρία να γίνει ο μεταρρυθμιστής της χώρας και τι έκανε; Την πέταξε στον αέρα. Γιατί; Για να μεταμορφωθεί σε έναν κλασικό Μαυρογιαλούρο, πιστεύοντας πως έτσι θα κυριαρχήσει πολιτικά. Προφανώς δεν ήξερε κάτι διαφορετικό. Εκεί φάνηκε το εύρος των εμπειριών και των γνώσεών του, που ήταν εξαιρετικά περιορισμένο, για να το πω γενναιόδωρα. Θυμάμαι τη συζήτησή του με τον Μπιλ Κλίντον -ήταν ένας πραγματικός εξευτελισμός. Πολλοί κορόιδεψαν τον Τσίπρα για τα ανύπαρκτα αγγλικά του, αλλά τι μας λέει το ότι ένας άνθρωπος της γενιάς του, απόφοιτος του Πολυτεχνείου, δεν είχε μάθει αγγλικά; Προφανώς πως ήταν τρομερά πίσω και τρομερά λίγος. Είναι πάντως πολύ θετικό το γεγονός πως βάλθηκε να τα μάθει και πως τα βελτίωσε εμφανώς τα τελευταία χρόνια. Αυτό δείχνει πως είναι άνθρωπος με θέληση και πως μπορεί να βελτιωθεί. Και αυτό είναι σημαντικό.

Πάντως, έχασε μια τεράστια ευκαιρία. Είχε την ευκαιρία να κάνει ένα restart και να δείξει ότι μπορεί να κάνει μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Δεν το έκανε, και πιστεύω ότι αν είχε κάνει αυτές τις αλλαγές θα ήταν είναι σε πολύ διαφορετική θέση τώρα και ο ίδιος και η χώρα.

Το λέτε σχεδόν μια μικρή θλίψη αυτό…
Το κόστος των χαμένων ευκαιριών είναι τεράστιο και το πληρώνουν η κοινωνία και οι νέοι.

Στην αρθρογραφία μετά τις εκλογές της 27ης Μαΐου αναφέρονται μια σειρά από λόγοι που οδήγησαν στο εκλογικό αποτέλεσμα. Εστιάζουν πολλοί, όμως, στην υπόθεση με το κότερο και τον κουρασμένο Τσίπρα…
Δεν πιστεύω ότι αυτός ήταν ο βασικός λόγος. Αν δείτε τις δημοσκοπήσεις, η ψαλίδα ανοίγει και η διαφορά εγκαθίσταται στις 10 μονάδες από αρκετά νωρίς. Αυτό νομίζω πως οφείλεται στη διαπίστωση πως μετά την κωλοτούμπα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα πραγματικό αφήγημα, δεν είναι παρά μια επανάληψη του παλιού και του μουχλιασμένου, αλλά με υπέρμετρη αλαζονεία και χωρίς πολλά λεφτά. Οι περισσότεροι αργούν να παραδεχθούν πως πιάστηκαν κορόιδα, αλλά όταν το κάνουν, δεν συγχωρούν αυτόν που τους κορόιδεψε. Ιδιαίτερα σημαντική θωρώ πως ήταν η εκλογή του Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ, γιατί πρόσφερε μια καινούργια εναλλακτική επιλογή που δεν υπήρχε πριν.

Άρα, λοιπόν, η διαφορά στις εκλογές δεν οφείλεται μόνο στην προφανή ψήφο διαμαρτυρίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην ψήφο υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη…

Ναι, ως συμβόλου μιας διαφορετικής διαχείρισης.

Τι είδους διαχείρισης;

Πιο ικανής, πιο σοβαρής, πιο αξιοπρεπούς.

Είναι λοιπόν μια προσωπική επιτυχία του Μητσοτάκη…

Εννοείται. Οι περισσότεροι τον υποτίμησαν. Ήταν γι’ αυτούς ο «Κούλης που δεν τραβάει, που δεν το έχει» κ.λπ. Και είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό, θεωρώ, πως η επιτυχία του συνδυάστηκε με ένα μήνυμα χαμηλών τόνων και σοβαρότητας. Μετά το μπάχαλο που ζήσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, με τραγικό αποκορύφωμα το Μάτι -αλλά και πιο πριν (γίνεται να ξεχάσουμε τη διαχείριση των πυρκαγιών στην Ηλεία ή των «Δεκεμβριανών» του 2008;)- ο κόσμος απαιτεί μια διαχειριστική σοβαρότητα.

Είναι η πρώτη φορά που ο Έλληνας δεν θέλει να ακούσει την λέξη «παροχές»;

Όταν καίγεσαι στον χυλό, φυσάς και το γιαούρτι. Έχω την αίσθηση πως πολύς κόσμος απορρίπτει την απίστευτη ανικανότητα και την μπαχαλοποίηση και αντιδρά στον εμφανή εμπαιγμό.

Έχει ενδιαφέρον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει το σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά»…

Που όμως δεν περνάει πλέον. Το χαρτί αυτό το έπαιξαν και στις ευρωκλογές και είδαμε τα αποτελέσματα. Ο συνδυασμός του πελατειακού συστήματος και της αναφοράς σε μπαμπούλες δεν πιάνει σε αυτή τη φάση.

Εκτιμάτε ότι θα διατηρηθεί η διαφορά των 9,5 μονάδων;

Πιστεύω ότι θα διατηρηθεί και πως το πιο πιθανό είναι να αυξηθεί. Ο αέρας του νικητή, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από αλαζονεία, είναι μεγάλο πλεονέκτημα.

Ολική στροφή ξανά προς τον δικομματισμό…

Γιατί είναι απαραίτητα κακός ο δικομματισμός; Τα κόμματα κάνουν τη διαφορά, όχι το γεγονός πως έχουμε δύο μεγάλα.

Δεν είστε υπέρ μιας πολυκομματικής Βουλής;

Είδαμε στην πράξη, όταν ζήσαμε την κατάρρευση του δικομματισμού το 2012, ποια φρούτα παρουσιάστηκαν. Άξιζε η θυσία του παλιού δικομματισμού ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για να λουστούμε τη Χρυσή Αυγή και τους ΑΝΕΛ;

Ναι, αλλά τώρα έχουμε και δικομματισμό και νέο «φρούτο» τον Βελόπουλο…

Θα δούμε αν θα έχει διάρκεια και αυτός. Πιστεύω πως είναι μάλλον συγκυριακό φαινόμενο.

Να δούμε λίγο τον πολιτικό χάρτη, όπως έχει διαμορφωθεί αυτή τη στιγμή. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει κεντροαριστερό κόμμα;

Αυτή είναι η ροπή του. Όχι με την έννοια του ιδεολογικού περιεχομένου και της πολιτικής του ευαισθησίας, αλλά σίγουρα ως προς την πολιτική γεωγραφία. Ας μην ξεχνάμε πως από το 1915 κυριαρχούν δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα στην Ελλάδα: μοναρχικοί από τη μία, βενιζελικοί από την άλλη. Το περιεχόμενό τους και η κομματική εκπροσώπηση αλλάζουν, αλλά παραμένει μια συνέχεια στον χρόνο που είναι γεωγραφική αλλά και οικογενειακή. Όταν κάποιος λέει «ανήκω στη δημοκρατική παράταξη», αυτό συχνά σημαίνει πως ο παππούς του ήταν βενιζελικός. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στο γεγονός ότι η Κρήτη εξακολουθεί να στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί απλά ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε τη σημαία της βενιζελικής παράταξης από το ΠΑΣΟΚ, όπως ακριβώς το 1977 ο Ανδρέας Παπανδρέου πήρε τη σημαία από την ΕΔΗΚ. Όταν καταφέρνεις κάτι τέτοιο, όταν γίνεσαι το καινούργιο αφεντικό ενός παλιού μαγαζιού, παίρνεις συνήθως και την πελατεία του. Δύσκολα θα επιστρέψει στο νέο μαγαζί του παλιού αφεντικού. Η μεγάλη ειρωνεία, μάλιστα, είναι πως ο Τσίπρας πήρε το μαγαζί από τα χέρια του εγγονού του ιδρυτή του Γιώργου Παπανδρέου. Εδώ ισχύει αυτό που λέγεται καμιά φορά πως «η τρίτη γενιά καταστρέφει την οικογενειακή επιχείρηση».

Επιστρέφει και διεκδικεί σταυρό…

Ναι, αλλά έχασε το μαγαζί. Ο Γιώργος Παπανδρέου θα μείνει στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με τον θάνατο του ΠΑΣΟΚ. Του ΠΑΣΟΚ ως κόμματος εννοείται, γιατί -προς το παρόν τουλάχιστον- την πελατεία την πήρε σε μεγάλο βαθμό ο ΣΥΡΙΖΑ.

Άρα το ΚΙΝΑΛ έχει χάσει την ευκαιρία να πάρει πάλι αυτή τη βενιζελική σημαία…

Το ΚΙΝΑΛ ίσως να είχε μια ευκαιρία τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη την πανωλεθρία των ευρωεκλογών, αλλά την έχασε έχοντας τη Γεννηματά στην ηγεσία του. Η μόνη πιθανότητα θα ήταν αν είχε έναν νέο ηγέτη με τη δυνατότητα να περάσει το μήνυμα ότι «εμείς είμαστε οι πραγματικοί συνεχιστές του ΠΑΣΟΚ» και όχι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Άρα είναι θέμα προσώπων…

Τα πρόσωπα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Και φυσικά είναι και θέμα timing. Είδατε τι έγινε στην Ισπανία, όπου οι Podemos έφτασαν κυριολεκτικά μια ανάσα για να ξεπεράσουν τους Σοσιαλιστές, αλλά απέτυχαν. Ε, έχασαν το παιχνίδι και τώρα η πτώση τους δεν σταματάει με τίποτα.

Πολλοί συγκρίνουν τον Τσίπρα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, προκαλώντας αντιδράσεις από κάποιους…

Ναι, γιατί απορούν πώς είναι δυνατόν να συγκρίνεις τον Τσίπρα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε αναμφισβήτητα μοναδικά χαρίσματα, που είχε σημαντική ακαδημαϊκή πορεία, που ως οικονομολόγος έγραψε μερικά σημαντικά για την εποχή του συγγράμματα. Και ο άνθρωπος αυτός με τις τρομερές γνώσεις, τα χαρίσματα, τις παραστάσεις, έκανε κάποιες πολιτικές επιλογές που υπήρξαν καταστροφικές για την Ελλάδα. Κατά τη γνώμη μου, έθεσε τα θεμέλια αυτής της κρίσης. Και στον οικονομικό τομέα και με την ακραία κομματικοποίηση του κρατικού μηχανισμού και στο πεδίο των αξιών. Από την άποψη αυτή, το να πούμε ότι ο Τσίπρας είναι χειρότερος από τον Ανδρέα γιατί δεν έχει το ίδιο εκτόπισμα είναι εύκολο. Το πραγματικό και δύσκολο ερώτημα είναι πώς έγινε και ένας άνθρωπος σαν τον Ανδρέα Παπανδρέου, με το μοναδικό ειδικό βάρος που είχε, τελικά λειτούργησε με τον τρόπο που λειτούργησε.

Ποια είναι η μεγαλύτερη εσωτερική απειλή της ΝΔ;

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι, όπως πάντα, η αδράνεια, ο εφησυχασμός, ο φόβος των αλλαγών και του πολιτικού κόστους, η απουσία φαντασίας. Χρειαζόμαστε ένα μεγάλο ταρακούνημα για να πάρει μπρος η χώρα.

Περιθώριο για νέους κομματικούς σχηματισμούς υπάρχει; Όπως έκανε ο Θεοδωράκης με το Ποτάμι;

Είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή, που οι πολιτικές ευκαιρίες τις οποίες πρόσφερε η κρίση κλείνουν. Αλλά μην ξεχνάτε πως μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις που επέφερε η κρίση έγινε ουσιαστικά στο εσωτερικό της ΝΔ: και ήταν η εκλογή Μητσοτάκη. Αν αντί του Μητσοτάκη ήταν στο τιμόνι της ΝΔ κάποιο φθαρμένο πρόσωπο, δεν θα ήμασταν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. H Ιστορία κινείται με περίεργους τρόπους. Αν δεν είχαμε κάνει εκλογές το 2012 και περιμέναμε το 2014, μήπως θα είχαμε αποφύγει την τεράστια περιπέτεια που ζήσαμε με τον ΣΥΡΙΖΑ; Η ευθύνη του Αντώνη Σαμαρά που προκάλεσε εκλογές τότε ήταν μεγάλη, παρά το γεγονός πως μεταξύ 2012 και 2014 κράτησε τη χώρα σε μια πολύ δύσκολη περίοδο. Από την άλλη, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως το μέγεθος της κρίσης ήταν τέτοιο που απλά δεν ήταν διαχειρίσιμο από τα «παλιά» κόμματα.

Υπήρξε αυτά τα χρόνια μια σημαντική αλλαγή στα πρόσωπα της πολιτικής, επίσης…

Είναι αλήθεια ότι πάρα πολλοί άνθρωποι έφυγαν από το πολιτικό σύστημα. Και από αυτή την άποψη θεωρώ πάρα πολύ θετικό πως αναδείχθηκε ο Τσίπρας, διότι αντικειμενικά και πέρα από τις αδυναμίες του εξέφραζε μια ανανέωση. Είναι ένας αυτοδημιούργητος πολιτικός που βρήκε την ευκαιρία και την άρπαξε, δεν βρήκε έτοιμα τα πράγματα όπως κάποιοι άλλοι. Είναι σημαντικό να μπαίνει νέο αίμα στην πολιτική, αλλά βέβαια χρειάζεται αυτό το νέο αίμα να έχει και το κατάλληλο εκτόπισμα.

Το κόμμα δεν τον έφτιαξε; Και ο Αλαβάνος, τον οποίο στη συνέχεια «εξουδετέρωσε» κατηγορούμενος για πατροκτονία…

Ναι, αλλά μην ξεχνάμε πως το κόμμα που παρέλαβε ήταν στο 3%. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παύει να αντιπροσωπεύει μια ανανέωση του πολιτικού δυναμικού που είναι απαραίτητη.

Βλέπουμε μια στροφή στον δημόσιο λόγο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πιο μετριοπαθής, οι τόνοι πιο χαμηλοί. Βοήθησε;

Ναι, γιατί ο κόσμος δεν φαίνεται να παρασύρεται πλέον από άδεια συνθήματα και μεγάλες υποσχέσεις. Ο Μητσοτάκης έπιασε σωστά τον σφυγμό.

Αισθάνεστε μερικές φορές ως αναλυτής ότι μας βλέπετε λίγο σαν «πειραματόζωα», σαν τα χάμστερ στη ρόδα;

Όχι γιατί αισθάνομαι κι εγώ πως είμαι στο ίδιο κλουβί (σ.σ.: γελάει), δεν βλέπω τον εαυτό μου ως εξωτερικό παρατηρητή, παρά το γεγονός πως ζω και εργάζομαι στο εξωτερικό… Πριν από την κρίση είχα μικρότερη σχέση με τα πράγματα, όμως μετά το 2008 θεώρησα πως είχα την υποχρέωση μιας πιο ενεργητικής παρουσίας. Κατάλαβα πως τα πράγματα θα άλλαζαν και ένιωθα την υποχρέωση, όσο και όπως μπορούσα, να συμμετέχω με έναν ελάχιστο -έστω- τρόπο στην προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας νέας, καλύτερης κατάστασης. Αφιέρωσα περισσότερο χρόνο όχι γιατί θεωρούσα πως θα έχω κάποιο προσωπικό όφελος, αλλά γιατί θεωρώ πως είναι υποχρέωσή μας όσων έχουμε τη δυνατότητα να το πράξουμε.

Σας επηρέασε και ως αναλυτή η ενίσχυση της σχέσης σας με την Ελλάδα;

Οπωσδήποτε. Και προσωπικά και επιστημονικά. Με ανάγκασε να προβληματιστώ, να σκεφτώ, να μάθω νέα πράγματα. Πιστεύω πως με άλλαξε.
Πηγή: iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/politiki/stathis-kalybas-o-tsipras-einai-politikos-apateonas

Επιχείρηση επιβολής τετελεσμένων στο έδαφος και στη θάλασσα από την Τουρκία

0

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο το γεγονός ότι μερικές ώρες πριν από την οριστικοποίηση του κειμένου των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από τους ΥΠΕΞ της Ε.Ε., η Τουρκία προέβη σε ανακοινώσεις και παραδοχές.

Είχε ενδεχομένως εκ των έσω ενημέρωση για το περιεχόμενο της σχετική παραγράφου, που αφορούσε την επεξεργασία μέτρων σε βάρος της, ως αποτέλεσμα της γεώτρησης του «Πορθητή» στην κυπριακή ΑΟΖ. Από πού ενημερώθηκε δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί.

  • Η Άγκυρα, λοιπόν, προετοιμάζοντας το έδαφος με επιθέσεις κατά της Ε.Ε., ηγετών της ( Μακρόν), έσπευσε να κάνει μια κίνηση πριν να «κλειδώσουν» τα Συμπεράσματα και μια δεύτερη αμέσως μετά. Το έκανε για να στείλει μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση πως η Τουρκία είναι αποφασισμένη να προχωρήσει στους σχεδιασμούς της ανεξαρτήτως κόστους.

Πρώτο βήμα, ήταν η ανακοίνωση- παραδοχή ότι το γεωτρύπανο «Πορθητής» έχει ξεκινήσει γεώτρηση στο σημείο που έχει σταθμεύσει στις 4 Μαΐου, 36 ν.μ. από τις κυπριακές ακτές. Παράλληλα, εξήγγειλε και την κάθοδο του δεύτερου γεωτρύπανου «Γιαβούζ» στην περιοχή. Συγκεκριμένα ο υπουργός Ενέργειας της Τουρκίας ανακοίνωσε ότι το γεωτρύπανο ξεκινά σήμερα για την περιοχή της κατεχόμενης Καρπασίας.

Δεύτερη κίνηση, αυτή με την κλειστή περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου. Ο Κουντρέτ Οζερσάι, ανακοίνωσε προχθές το απόγευμα πως αποφασίστηκε από το κατοχικό καθεστώς η σύσταση μια ομάδας ειδικών, η οποία θα μπει στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου και θα προβεί σε «επιστημονική καταγραφή» των περιουσιακών στοιχείων, ακινήτων και μη.

  • Σύμφωνα με τον εγκάθετο της Άγκυρας, Κουντρέτ Οζερσάι, μετά την αξιολόγηση των στοιχείων «θα καθορίσουν την πολιτική που θα ακολουθήσουν στα Βαρώσια».

Το θέμα της Αμμοχώστου επανέρχεται συχνά-πυκνά  στο προσκήνιο πολλές φορές και αξιοποιείται από τουρκικής πλευράς ως εργαλείο άσκησης πίεσης και εκβιασμού προς την ελληνική πλευρά. Εάν μπλοφάρει ή όχι δεν μπορεί να το ξέρει κανείς. Το θέμα είναι να μην υποβαθμιστεί αυτή η απειλή και να γίνουν αποτρεπτικές κινήσεις.

Εάν η ενέργεια αυτή στοχεύει να ανοίξει η περίκλειστη περιοχή, αυτό θα περάσει μέσα από την αμφισβήτηση της πλειοψηφίας των ελληνοκυπριακών περιουσιών, τις οποίες  βαπτίζουν έκπαλαι ως «τμήμα των βακουφίων». Παράλληλα, στην περίπτωση που θα προχωρήσει στο άνοιγμα της περιοχής  θα καλέσει Ελληνοκύπριους να επιστρέψουν υπό τη διοίκηση του ψευδοκράτους. Αυτό προφανώς και στοχεύει να δημιουργήσει αναταράξεις στην ελληνοκυπριακή πλευρά, προκαλώντας αντιπαραθέσεις μεταξύ προσφύγων.

Μια άλλη κίνηση είναι και η ανακοινωθείσα απόφαση, σύμφωνα με την οποία, εντός της εβδομάδας θα υπογραφούν τα συμβόλαια και κάποιοι που μένουν στο μαρωνίτικο χωριό Καρπάσια,  θα μετακινηθούν ( Τούρκοι στρατιωτικοί). Έτσι, είπε ο Οζερσάι, μικρός μεν αριθμός αλλά περίπου 10-15 σπίτια θα μπορέσουν να επιστραφούν σε Μαρωνίτες.

  • Είναι προφανές πως η τουρκική πλευρά κινείται για την επιβολή νέων τετελεσμένων στη θάλασσα και στο έδαφος. Αυτό θα γίνει σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τα όποια πλεονεκτήματα έχει η Λευκωσία στο διπλωματικό πεδίο αλλά και στο ενεργειακό.

Είναι πρόδηλο ότι η Άγκυρα είναι αποφασισμένη να φθάσει στα άκρα και γι αυτό και συνεχώς εξαγγέλλει κινήσεις εδραίωσης της παρουσίας της και των τετελεσμένων στην Κύπρο και στην περιοχή.

https://www.apopseis.com/epicheirisi-epivolis-tetelesmenon-sto-edafos-kai-sti-thalassa-apo-tin-toyrkia/

Is the Mainstream Left, Right, or Center?

0
WORDS AS WEAPONS

American political discourse has long revolved around a non-stop labeling game that often does more to obscure political realities than to elucidate them. Is it possible to explode the game?

Ο απρόβλεπτος παράγων Τραμπ

0
 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ  

Πολύς θόρυβος γίνεται γύρω από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε ένα βαθμό είναι δικαιολογημένος. Είναι όμως και –σε κάποιο βαθμό– προϊόν κιτρινισμού και άγνοιας για την ουσία των προβλημάτων. Δυστυχώς, και τα δύο περισσεύουν και καθιστούν τον χειρισμό του συγκεκριμένου φακέλου εξαιρετικά δύσκολο, για οιαδήποτε κυβέρνηση.

Υπάρχει, όμως, ένας παράγων που χρειάζεται τεράστια προσοχή. Εχει να κάνει με την ικανότητα να προβλέψει κάποιος με ακρίβεια, ή μάλλον να μαντέψει, τι θα κάνει η Ουάσιγκτον από εδώ και πέρα. Και όταν λέμε η Ουάσιγκτον, εννοούμε τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ. Γιατί μπορεί να διαβάζουμε για ηχηρά μηνύματα του Χ ή Ψ αξιωματούχου, αλλά στο τέλος της ημέρας ένας λαμβάνει τις αποφάσεις που μετρούν στην αμερικανική πρωτεύουσα.

Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν μπει σε περίοδο έντασης. Η εμμονή του Ερντογάν με τους S-400 συγκρούεται με τη διακομματική αποφασιστικότητα του Κογκρέσου, που αρνείται να δώσει το πράσινο φως για τα F-35 εάν προχωρήσει η παράδοση των πυραύλων. Οταν, για μία μοναδική φορά, οι ΗΠΑ έδωσαν αυστηρό μήνυμα στην Αγκυρα ζητώντας να μην παρενοχλήσει τις έρευνες της Exxon, o Ερντογάν το διάβασε σωστά.

Το ερώτημα είναι αν ο Λευκός Οίκος θα συνεχίσει να εκπέμπει το ίδιο μήνυμα τώρα που το θερμόμετρο ανεβαίνει. Θα συνεχίσουν οι ΗΠΑ να καλύπτουν την Κύπρο; Θα προειδοποιήσουν τον Ερντογάν να μην προχωρήσει σε έρευνες μεταξύ Καστελλόριζου και Κύπρου;

Στην Ουάσιγκτον έχουν καθαρή εικόνα για το διακύβευμα. Ο υπουργός Αμυνας εξήγησε με πολύ σαφή τρόπο τι θα έπραττε κάθε ελληνική κυβέρνηση αν ο Ερντογάν προχωρούσε σε τέτοια κίνηση.

Οι ΗΠΑ είναι η μοναδική χώρα που θα μπορούσε να αντιδράσει αποτελεσματικά. Ο Τραμπ έχει τη δυνατότητα να πιέσει οικονομικά τον Ερντογάν, σε σημείο που θα προκληθεί οικονομική και πολιτική ασφυξία στην Τουρκία. Η πυκνή παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή επίσης θα μπορούσε να λειτουργήσει καταλυτικά. Κανείς, όμως, δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει ο ίδιος ο Τραμπ και ποια… οικογενειακά κανάλια θα λειτουργήσουν παρασκηνιακά. Οπως άλλωστε έδειξε η αιφνιδιαστική αποχώρηση του υπουργού Αμυνας Πάτρικ Σάναχαν, καθώς και άλλων αξιωματούχων πιο πριν, δεν υπάρχουν απόλυτα σταθεροί παίκτες επί Τραμπ. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Γιατί, πέρα από έναν απρόβλεπτο γείτονα, έχουμε στην εξίσωση και έναν επίσης απρόβλεπτο ηγέτη πέραν του Ατλαντικού.

“Καθημερινή”

What Mark Esper’s nomination tells us about Trump’s administration

0

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Brad Blankenship

The revolving door between the private military sector and the public military sector gives a clear insight into the business-friendly practices of Trump’s defense strategy, which is more accurately a siphoning of public funds to wealthy business executives.

The Trump administration has had a tough time filling key vacancies, notably in the defense sector, owing to the nomination of controversial candidates who have been suspected of having unsavory business ties or have documented histories of discriminatory behavior. The final service secretary position to be filled, following the approval of Air Force Secretary Heather Wilson and Navy Secretary nominee Richard Spencer who is expected to be confirmed in the Senate, is the Army Secretary position. After a string of failed nominations for the position of Army Secretary, the Trump administration has settled on nominating Mark Esper, the vice president for government affairs at Raytheon. Many have called into question the ethics of this nomination, citing a “business-as-usual” approach to defense.

Before cashing out in the private sector, Esper had a long career in military dating back to 1986 when he graduated from West Point. By the time he had decided to leave his career as active duty military, Esper had achieved the rank of lieutenant colonel and for 2 years served as a deputy assistant secretary of defense under the Bush Administration. Esper then began getting involved in politics when he was appointed national policy director for Fred Thompson’s 2008 presidential campaign and later became the director of National Security Affairs for Sen. Bill Frist (R-Tenn.). Esper developed a strong relationship with Congress when he served as the policy director for the House Armed Services Committee; he is, by any account, the poster boy for the “revolving door.

The Trump administration’s policies have been very advantageous to Raytheon, as was reported earlier this week when the CEO of Raytheon Tom Kennedy told investors that Trump “has opened several doors.” Raytheon announced on Thursdaythat they had well surpassed their second-quarter earnings estimates. Raytheon also stands to benefit greatly from the $350 billion contract that Trump signed with Saudi Arabia, which includes over $100 billion for arms trade alone, and is generating record dividends for defense contractors. Raytheon stocks have now jumped to an all-time high of $170.74, and reports revenues of $6.28 billion this quarter. Raytheon’s huge jump began in early April of 2017 when the Trump administration made the decision to launch 59 tomahawk missiles, manufactured by Raytheon, against a Syrian airbase. Immediately after the strike, Raytheon stocks began to rise rapidly alongside other military contractors including Lockheed Martin.

The same reverence for the military industrial complex present in foreign policy is reflected in domestic policy notably with the 2018 National Defense Authorization Act that gained sweeping bipartisan support. Support for the act included 117 Democrats and all but eight Republicans in the House of Representatives. The NDAA provided $696 billion in funds earmarked for defense purposes, surpassing even Trump’s defense budget request that was the largest in history. The defense authorization is so large that it would pass the $549 billion cap on defense spending that was set under the 2011 Budget Control Act. Congressional Republicans have called on a military buildup to overcome what they see as a “readiness deficit”, and are calling on an updated navy, which would include new ships, and an updated missile system. In fact, today Raytheon was awarded a $10 million Army contract alongside Lockheed Martin to upgrade America’s Javeline missile system which also follows a recently awarded $75 million Air Force contract to develop precision guided bombs. You can bet that the boards of these companies are jumping for joy.

In a bizarre speech aired yesterday, Trump, aside from openly advocating for police brutality, in a glorification of rich people and their ability to govern, said “I want people that made a lot of money now to make a lot of money for our country,” when discussing his administration’s controversial appointments. Trump’s administration is, of course, the richest in history, and reflects a demeanor that is oriented towards the bottom line. That is, the culture reflected in the Trump administration’s policies is one of profit over anything else— the culmination of a long debunked idea that corporate profits translate to general prosperity. His administration has been more than willing to oblige the demands of corporate America all across the board. Military contractors are in a unique position to benefit from entanglements in government, ultimately generating private revenue, because their business operates entirely off of America’s bloated military budget and perpetual warfare. It is not only the firms themselves that benefit, but also other large corporations, largely financial firms, that own large shares in the defense industry.

If Esper is confirmed as Army Secretary, this will be yet another huge score for not only Raytheon, but large corporations as a whole. And it appears that Esper may be poised to snatch the Army Secretary position following the successful confirmation of Boeing Executive Patrick Shanahan as Deputy Defense Secretary late last month. The revolving door between the private military sector and the public military sector gives a clear insight into the business-friendly practices of Trump’s defense strategy, which is more accurately a siphoning of public funds to wealthy business executives.
www.almasdarnews.com

Στην “Παγίδα του Θουκυδίδη”;

1
Ο Ερντογάν “παίζει” το μέλλον του αλλά και το μέλλον της χώρας του.
Στο συριακό και το κουρδικό απέτυχε.
Στο ενεργειακό προσπαθεί αλλά, προς το παρόν, χωρίς επιτυχία και με όλους εναντίον του.
Προσπαθεί να κάνει τη χώρα του ανεξάρτητη, κατά το δυνατόν, εξοπλιστικά. Αν το πετύχει, θα είναι μια καταλυτική αλλαγή στην περιοχή. Η εξοπλιστική εξάρτηση δίνει τη δυνατότητα στη δύναμη απο την οποία εξαρτάσαι, να ελέγχει τις κινήσεις σου. Αλλού θέλεις να στείλεις τα αεροπλάνα και αλλού πηγαίνουν.
Η Ελλάδα το υπέστη το 1974 με την Κύπρο. Και απειλήθηκε ότι θα το υποστεί στα Ίμια.
Στο σημείο βρίσκεται η Τουρκία αλλά, μάλλον, πέφτει στην “Παγίδα του Θουκυδίδη”. Είναι το σημείο που ο ισχυρός πρέπει να σε πατάξει αν δεν θέλει να ξεφύγεις απο τον έλεγχό του.
Στο εσωτερικό πέρα απο τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα η Τουρκία αντιμετωπίζει πρόβλημα πολιτικού προσανατολισμού. Ο ένας πολιτικός ηγέτης είναι χειρότερος απο τον άλλο.
Ο αποτυχημένος κεμαλιστης Κιλιντζάρογλου κατηγόρησε προχθές τον Ερντογάν για ενδοτισμό!!!
Βεβαίως, οι άλλες λύσεις είναι σαν της δικής μας Χρυσής Αυγής.
Αν ως Ελλάδα δεν ασχοληθούμε μετά τις εκλογές σοβαρά με τα ζητήματα αυτά, η δορυφοροποίηση θα είναι γεγονός.
Η Τουρκία σχεδιάζει και μελετά καλά τις κινήσεις της Ήδη, έχει επεξεργαστεί την προσάρτηση της Αμμοχώστου ως απάντηση στις πιέσεις που δέχεται.
Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για την Ελλάδα; Μάλλον όχι.

Τα τρία κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει η Τουρκία

0

 
Η Τουρκία επί του παρόντος βιώνει σημαντικές εξελίξεις, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Από στρατιωτικής πλευράς, η χώρα πρόκειται να αποκλειστεί από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F35 εξαιτίας της ανάπτυξης των ρωσικών S400 στο έδαφός της. Από οικονομικής πλευράς, η τουρκική ηγεσία δεν μπορεί πλέον να κρύψει τη δεινή κατάσταση της χώρας.
Του Marc Pierini
Από πολιτικής πλευράς, οι επικείμενες επαναληπτικές εκλογές για τον δήμο της Κωνσταντινούπολης θα αποτελέσουν σημαντικό “τεστ” για την πληγωμένη δημοκρατία της Τουρκίας. Οι εξελίξεις σε αυτά τα τρία μέτωπα θα σχηματίσουν την εικόνα που θα μεταφέρει ο Τούρκος πρόεδρος στη Σύνοδο της G20 στην Οσάκα στο τέλος Ιουνίου.
Μετά από χρόνια συζητήσεων σχετικά με την ταυτόχρονη ανάπτυξη των ρωσικών πυραύλων S400 και την τελευταία γενιά αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F35, έχει φτάσει η στιγμή της αλήθειας για την Τουρκία. Έχοντας αγνοήσει προφανώς τις προειδοποιήσεις από την Ουάσιγκτον ότι οι πύραυλοι S400 δεν μπορούν να συνυπάρξουν με το αμερικανικής κατασκευής αεροσκάφος, στην Άγκυρα τώρα έχει διαμηνυθεί ξεκάθαρα ότι η συζήτηση έχει τελειώσει και η Τουρκία θα αντιμετωπίσει σημαντικές συνέπειες εάν τα ρωσικά όπλα αναπτυχθούν στο έδαφός της.
Μια επιστολή από τον υπηρεσιακό υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Patrick Shanahan στον Τούρκο ομόλογό του στις 6 Ιουνίου ήταν εξαιρετικά ακριβής: η Ουάσιγκτον θα σταματήσει την εκπαίδευση Τούρκων πιλότων και συντηρητών, οι οποίοι θα πρέπει να αποχωρήσουν από τις ΗΠΑ μέχρι τις 31 Ιουλίου. Τα F35 που έχει παραγγείλει η Άγκυρα δεν θα παραδοθούν και η τουρκική αεροδιαστημική βιομηχανία θα αποκλειστεί από το πρόγραμμα των F35, για το οποίο έχουν ήδη εντοπιστεί εναλλακτικοί προμηθευτές. Επιπλέον, αναφέρει η επιστολή, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να λάβει περαιτέρω μέτρα με βάση την αμερικανική νομοθεσία, καθώς και βήματα που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη μελλοντική τουρκική συνεργασία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.
Η αντίδραση από την τουρκική κυβέρνηση ήταν μια σύντομη ανακοίνωση από το υπουργείο Άμυνας στην οποία υπογράμμιζε τη “σημασία της συνέχισης των διαπραγματεύσεων”. Τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ είναι εξίσου ασαφή, ουσιαστικά κρύβοντας από το λαό την σαφή πολιτική πραγματικότητα που διατυπώθηκε στην επιστολή της 6ης Ιουνίου: η Άγκυρα έχει αποκλειστεί από την συνεργασία αιχμής με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να αποχώρησε από τη δέσμευσή της να συμμετέχει στο αμυντικό σύστημα του ΝΑΤΟ.
Εάν, όπως έχει δηλώσει επανειλημμένως ο Τούρκος πρόεδρος, εφαρμοστεί η συμφωνία με τους S400, αυτό θα αποτελέσει μια αξιοσημείωτη στιγμή στην ιστορία του ΝΑΤΟ από το 1951 που η Τουρκία εντάχθηκε στη συμμαχία. Και αυτό θα συμβεί εκτός αν, ασφαλώς, η Άγκυρα στηρίζεται στον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump να αλλάξει τη θέση της κυβέρνησής του σε αυτό το στρατηγικό ζήτημα.
Στο οικονομικό μέτωπο, έρχεται μια δεύτερη στιγμή αλήθειας. Ένας συνδυασμός διαρθρωτικών τρωτών σημείων, το τεράστιο χρέος του ιδιωτικού τομέα σε σκληρό νόμισμα και οι κακοσχεδιασμένες πολιτικές επιτοκίων έχουν βάλει την τουρκική οικονομία σε μια πολύ δύσκολη θέση. Είναι δύσκολο να δούμε πώς άλλος οργανισμός εκτός του ΔΝΤ μπορεί να καλύψει αυτή την τεράστια εισροή κεφαλαίων που χρειάζεται η χώρα για να λύσει την κρίση χρέους της.
Η Άγκυρα έχει επανειλημμένως αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο, κυρίως για εκλογικούς σκοπούς. Αλλά η γυμνή πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχει άλλος μηχανισμός διαθέσιμος για την Τουρκία. Η Ρωσία δεν έχει ρευστό να προσφέρει, η ΕΕ και οι ΗΠΑ δεν έχουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, οι περισσότερες χώρες του Κόλπου έχουν περιορισμένους πόρους, ενώ η Κίνα και η Σαουδική Αραβία έχουν σημαντικές πολιτικές διαφορές με την Άγκυρα.
Η διεθνής χρηματοπιστωτική κοινότητα τώρα αναμένει από την Τουρκία να λάβει σειρά κρίσιμων βημάτων: να εισέλθει σε διάλογο με το ΔΝΤ, να αποκαταστήσει την πληγείσα ανεξαρτησία της τουρκικής κεντρικής τράπεζας, να σταματήσει τις ανόητες θεωρίες για τα χαμηλά επιτόκια και να αναβαθμίσει σημαντικά την ομάδα οικονομικής διαχείρισης της χώρας.
Μια τρίτη στιγμή αλήθειας αφορά σε έναν τομέα ζωτικής σημασίας για την Τουρκία: το κράτος δικαίου. Οι επαναληπτικές εκλογές της 23ης Ιουνίου για το δήμο της Κωνσταντινούπολης, έχουν μετατραπεί σε καρικατούρα. Στις τετραπλές εκλογές της 31ης Μαρτίου, οι ψηφοφόροι επέλεξαν δημάρχους, συμβούλους περιφερειών, δημοτικούς συμβούλους και τοπικούς αξιωματούχους. Στην Κωνσταντινούπολη, για τις πρώτες εκλογές από αυτές τις τέσσερις συνολικά, τις οποίες έχασε το ΑΚΡ, κηρύχθηκαν νομικά άκυρες, ενώ οι άλλες τρεις, στις οποίες το ΑΚΡ κέρδισε υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν αμφισβητήθηκαν.
Το μήνυμα στους ψηφοφόρους της Κωνσταντινούπολης είναι το εξής: οι εκλογές είναι ελεύθερες όσο το ΑΚΡ κερδίζει. Το ξέσπασμα και αυτά που διακυβεύονται για όλα τα πολιτικά κόμματα είναι τόσο υψηλά, που αυτές οι επαναληπτικές εκλογές έχουν αποκτήσει εθνική σημασία.
Το άλλο σύμβολο της εξαφανισμένης δημοκρατίας της Τουρκίας είναι η δίκη για το Gezi που θα αρχίσει στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Ιουνίου, μία ημέρα μετά από τις επαναληπτικές εκλογές. Το κατηγορητήριο στην ακροαματική διαδικασία, κατηγορεί τους 16χρονους ότι ήταν αυτοί που οργάνωσαν τις διαδηλώσεις στο Πάρκο Γκεζί, σε ένα κύμα διαδηλώσεων και αναταραχών το 2013. Στα μάτια των φιλελεύθερων Τούρκων και των Δυτικών παρατηρητών, αυτή είναι μια πολιτική δίκη χωρίς κανένα στοιχείο, που στόχο έχει να δώσει το μήνυμα πως η ελεύθερη σκέψη και οι επαφές με ξένους πολιτιστικούς φορείς, δεν επιτρέπονται πλέον.
Παρά τις σκληρές συνέπειες για χιλιάδες οικογενειών, η δημοκρατική παρακμή της Τουρκίας έχει μια σαφή επίδραση: η πολιτική εικόνα της χώρας έχει υποβαθμιστεί και οι άμεσες ξένες επενδύσεις μένουν μακριά. Πιο γενικά, με το να ποινικοποιούνται οι ευρωπαϊκές δημοκρατικές αξίες και να παρουσιάζονται ως όργανα τρομοκρατίας, η ηγεσία της Άγκυρας έχει όχι μόνο γυρίσει την πλάτη στις δικές της διακηρυγμένες ευρωπαϊκές φιλοδοξίες, αλλά έχει επίσης εισέλθει η ίδια σε μια διαφορετική πολιτική, νομική και ηθική τροχιά.
Πολλά θα συμβούν στις επόμενες ημέρες και εβδομάδες. Αλλά είναι ήδη βέβαιο πως ο Τούρκος ηγέτης στο τραπέζι της Οσάκα για την G20, θα μοιάζει περισσότερο με τους ηγέτες από την Κίνα, την Βραζιλία, και τη Σαουδική Αραβία, παρά με εκείνους από τη Δύση. Αυτό μπορεί να φαίνεται καλό από την άποψη των χειραψιών στην τηλεόραση. Ωστόσο, οι μισοί πολίτες της Τουρκίας διαφωνούν με τον ηγέτη τους, και η οικονομία της Τουρκίας δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τις δυτικές αγορές, τα δυτικά κεφάλαια και τη δυτική τεχνολογία. Εκεί είναι που χωλαίνει περισσότερο ο στρατηγικός διπολισμός, η οικονομική ασυνέπεια και η σκληρή απολυταρχία.
Τελικά, η πορεία που επέλεξε ο Τούρκος πρόεδρος ίσως να στηρίζεται σταθερά στην πεποίθησή του ότι το πολιτικό του μέλλον είναι καλύτερα διασφαλισμένο από μια συμμαχία με τη Ρωσία παρά με τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Μεταξύ των “πλεονεκτημάτων” για τους υπερασπιστές τους, η Άγκυρα “ξεφορτώνεται” τις ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ η Μόσχα προκαλεί μια σημαντική αναδιάρθρωση στην αμυντική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ για την Ευρώπη. Αλλά οι Τούρκοι πολίτες θα δουν ότι η αποξένωση της Τουρκίας από τη Δύση, είναι η καλύτερη πορεία για αυτούς;
ΠΗΓΗ: capital.gr από το carnegie europe

«Οι πολύ δύσκολες καταστάσεις φέρνουν και μεγάλες αλλαγές» (Ευριπίδης)

0

anarchypress.gr

«Ως τότε (σ.σ. δεκαετία του ’90), όμως, η επικάλυψη και η αλλοδιείσδυση κόμματος-κράτους-κοινωνικών οργανώσεων θα γεννήσει ένα από τα πιο απεχθή χαρακτηριστικά της πασοκικής εξουσίας. Αυτό που οι εχθροί αλλά και τα στελέχη του ίδιου του Πασοκ, συμπεριλαμβανομένου του Α. Παπανδρέου, αποκάλεσαν αλαζονεία της εξουσίας. Ένα ήθος και ένα ύφος άσκησης της εξουσίας γεμάτο επιθετικότητα προς τον αντίπαλο, περιφρόνηση προς τους θεσμούς, υποκρισία των λόγων και των επιδιώξεων, αναξιοκρατικών επιλογών, μαζικού πελατειασμού, υποταγής των θεσμών και των θεσμισμένων διαδικασιών στο στεγνό κομματικό συμφέρον, και εν αρχή ή εν τέλει ευεπίφορο στην διαφθορά και στον χρηματισμό. Ο «πρασινοφρουρός, ο κομματικός που συνεχώς παρεμβαίνει στις κρατικές λειτουργίες και στους κρατικούς λειτουργούς για πελατειακούς λόγους, ο κομματικός που έχοντας την κομματική-κρατική εξουσία γίνεται διώκτης των αντιφρονούντων αποτέλεσε γέννημα εκείνης της περιόδου και εκείνου του ήθους της εξουσίας».(Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974-1990)

Λέγεται συχνά αν και για διαφορετικούς λόγους και από διαφορετικούς αφετηρίες ότι το κράτος έχει συνέχεια. Ως αναρχικοί θα συμφωνήσουμε κατ’ αρχήν πιστεύοντας ακράδαντα ότι οι εξουσιαστικές διαφορές και αντιθέσεις όχι μόνο δεν αναιρούν, αλλά αντίθετα εμπεδώνουν τις κοινές επιδιώξεις και στοχεύσεις, που πρώτα απ’ όλα προϋποθέτουν την επιβολή με οποιουσδήποτε όρους στον κοινωνικό χώρο που ελέγχουν μέσω των διαθέσιμων θεσμών και μηχανισμών.

Η πρόσφατη κομμουνιστική διαχείριση των εξουσιαστικών υποθέσεων είναι παραδειγματική όσον αφορά τα παραπάνω. Δυνάμωσε την εξουσία στο σύνολό της αφ’ ενός συνδεόμενη άμεσα με σημαντικά τμήματα του «παλιού και διεφθαρμένου πολιτικού προσωπικού» με τον πλέον λειτουργικό τρόπο, την ίδια στιγμή που τα κατήγγειλε και μάλιστα με ιδιαίτερη δήθεν σφοδρότητα.

Αφ’ ετέρου, πρόσφερε το απαραίτητο «έδαφος» στις υπόλοιπες εξουσιαστικές μερίδες να ανασυγκροτηθούν, την ίδια ώρα που μιλούσε στους «ιθαγενείς» για τις «μάταιες» προσπάθειες παλινόρθωσης τού «παλαιού καθεστώτος». Ταυτόχρονα, εξ ίσου υποδειγματικά, ακινητοποίησε τα δυναμικότερα τμήματα του κοινωνικού χώρου από οποιαδήποτε, έστω και υποτυπώδη, διεκδίκηση σε μια χρονική έκταση διόλου ασήμαντη, αφού η απομάκρυνση από τις τελευταίες σκληρές αντιμνημονιακές κοινωνικές συγκρούσεις έγινε ακόμη μεγαλύτερη.

Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας ακόμη ορισμένα δεδομένα που αφορούν την ιστορία των μεταπολιτευτικών κομμάτων. Το Πασοκ πήρε την εξουσία το 1981 στηριζόμενο σ’ ένα μαζικό κόμμα, που μετρούσε 110.000 μέλη, ενώ το 1984 δήλωσε 220.000 μέλη. Επρόκειτο, δηλαδή, για έναν πραγματικό κομματικό στρατό με χιλιάδες νέα στελέχη, με στέρεες οργανωτικές δομές, με σημαντικότατες δυνατότητες κινητοποίησης και βέβαια συγκρότησης νέων συνθηκών στην οργανική σχέση κόμματος και κράτους. Μ’ άλλα λόγια το νέο σκληρό σύστημα εξουσίας, όχι μόνο δεν βασιζόταν σε ξύλινα πόδια αλλά, αντίθετα, μπορούσε να συμπλεχθεί, να εκπροσωπήσει ολοένα και πιο απαιτητικά κοινωνικά, συνδικαλιστικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα στην δεύτερη αυτή φάση της Μεταπολίτευσης.

Η διεύρυνση της συμμετοχής στους θεσμούς, αλλά ακόμα και η «αυτοοργάνωση» στις οποίες καλούσε το Πασοκ, δεν αποτελούσαν ψευδεπίγραφες συνιστώσες ενός ιδεολογικού προγράμματος αλλά τα προτάγματα που γίνονταν πράξη μέσω του συνδικαλισμού, του φεμινιστικού κινήματος, των κάθε είδους επιτροπών και συμβουλίων γειτονιάς, ενώ το περιβόητο υπουργείο Νέας Γενιάς με επικεφαλής τον Λαλιώτη έσπευδε να δηλώσει έτοιμο για κάθε είδους χρηματοδότηση εκδοτικών εγχειρημάτων ακόμα και αντί-εξουσιαστικών.

Στο τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλωστε, το Πασοκ είχε ήδη επενδύσει ιδεολογικά και όχι μόνο προτού αναλάβει την εξουσία, ορίζοντάς την ως το προνομιακό πεδίο «αυτοδιαχείρισης των κοινών από τους πολίτες». Στην δημόσια διοίκηση το Πασοκ έχοντας στην διάθεση του μια κραταία συνδικαλιστική οργάνωση (ΠΑΣΚΔΥ) έλεγχε πλήρως τις προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων.

Όσο για τις δυνατότητες οικονομικών παροχών προς τον κοινωνικό χώρο μπορούμε μόνο και μόνο να θυμίσουμε ότι οι οικονομικές παροχές του 1982 ήταν άγνωστες ακόμα και στον Απόστολο Λάζαρη (υπουργού Συντονισμού) ή τον Γεράσιμο Αρσένη, οι οποίοι, όπως ισχυρίστηκαν τις πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο και βέβαια τις εκτίμησαν εκ των υστέρων ως υπέρμετρες.

Τα μαζικά κόμματα, βέβαια, αρχίζουν και πνέουν τα λοίσθια ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ενώ το ίδιο συνέβη και με την αντιιμπεριαλιστική ρητορική του Πασοκ, το οποίο βέβαια είχε στείλει τα κατάλληλα μηνύματα εφησυχασμού, σε ΗΠΑ και ΕΕ, ήδη από την θέση της αντιπολίτευσης διαβεβαιώνοντας τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ ότι δεν σκοπεύει να δημιουργήσει προβλήματα.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο καθεστώς Τσίπρα ύστερα από αυτή την σύντομη, αλλά χρήσιμη ιστορική αναδρομή. Η επικείμενη εναλλαγή στην εξουσία είναι σημαντική εξ ίσου τόσο για τον ίδιο τον Σύριζα όσο και για την ΝΔ που, εκτός απροόπτου, θα αναλάβει την εξουσία είτε αυτοδύναμα είτε με την συνδρομή ολόκληρου ή μέρους του ΚΙΝΑΛ. Και οι κύριοι λόγοι είναι απλοί. Η συνδρομή του Σύριζα στο κοινό εξουσιαστικό ταμείο δεν είναι αμελητέα. Η Συμφωνία των Πρεσπών, η επιβολή διπλού μνημονίου σε κοινή συσκευασία, η αφομοίωση των κοινωνικών αντιδράσεων, η εμπέδωση της αγαστής συνεργασίας αριστεράς-δεξιάς, η διαχείριση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που με πολιτική επιλογή, καθ’ ομολογίαν παλαιότερα του Μουζάλα, παραμένουν σε αδιανόητες συνθήκες ανείπωτης εξαθλίωσης, που δεν συναντώνται ούτε στον χειρότερο προσφυγικό καταυλισμό της Αφρικής, είναι ίσως από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα της κομμουνιστικής διαχείρισης.

Η διαδοχή, λοιπόν, του καθεστώτος Τσίπρα θα δώσει ώθηση στους κυριαρχικούς σχεδιασμούς και θα βάλει τις πιο στέρεες βάσεις ενός νέου δικομματισμού απαλλαγμένου από τα πλέον αχρείαστα βαρίδια της λόγου χάρη της Χρυσής Αυγής, ή της Ένωσης Κεντρώων ή του Ποταμιού και των ΑΝΕΛ, που φυσικά έδωσαν πειστικές λύσεις για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα στα εξουσιαστικά προβλήματα. Ο Μεγάλος Συνασπισμός, όπως έχουμε ξαναπεί, είναι η επιλογή που προκρίνει και σχεδιάζει ο λεγόμενος ξένος παράγοντας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επιδιώκεται η συγκρότησή του δίχως όρους και προϋποθέσεις.

Η κομμουνιστική διαχείριση στον ελλαδικό χώρο έδωσε, λοιπόν, τα καλύτερά της διαπιστευτήρια πρώτα απ’ όλα στον λεγόμενο ξένο παράγοντα σε μια περίοδο, που με αφορμή την λεγόμενη κρίση μπήκε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, προχωρώντας σε πολύπλοκες «ασκήσεις» στα πλαίσια ενός σκληρότατου ανταγωνισμού, που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη με τις σοβαρότερες φάσεις του να βρίσκονται μπροστά μας.

Σ’ αυτές τις «ασκήσεις» συμπεριλαμβάνονται πρώτα απ’ όλα η περαιτέρω διάλυση της Μέσης Ανατολής, όπου μετά την συντριβή της «αραβικής άνοιξης» ήρθε ο πολύχρονος και αιματηρός πόλεμος στην Συρία, το χάος στη Λιβύη, ο «άγνωστος βρώμικος» πόλεμος της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, που ήρθαν να προστεθούν στην πληγή που άνοιξαν προηγουμένως οι σταυροφόροι στον Ιράκ.

Η λεγόμενη, λοιπόν, σταθεροποίηση ενός σημαντικού σημείου ελέγχου (με το καλό ή με το άγριο) όπως ο ελλαδικός χώρος, ήταν και παραμένει μια σημαντική προϋπόθεση για την υλοποίηση ευρύτερων κυριαρχικών σχεδιασμών τόσο στην Βαλκανική χερσόνησο (βλ. Συμφωνία Πρεσπών κα) όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και για τον έλεγχο των λεγόμενων προσφυγικών ροών που προήλθαν κυρίως από το αιματοκύλισμα της Συρίας, το οποίο πυροδότησαν οι ίδιοι οι «σωτήρες» και «ανθρωπιστές» ανεξαρτήτου προελεύσεως (γαλλικό, βρετανικό, ιταλικό, τουρκικό και ρωσικό κράτος, ΗΠΑ, αλλά και αραβικά κράτη όπως η Σαουδική Αραβία κ.ά.).

Αν λέγαμε ότι οι διαθέσιμοι παγκόσμιοι πόροι μοιράζονται εκ νέου δεν θα είμασταν ακριβείς εφ’ όσον θέλουμε να δώσουμε μια συνολικότερη εικόνα ενός αδυσώπητου κυριαρχικού ανταγωνισμού, που περιλαμβάνει εκτός από νομισματικούς πολέμους, επιβολή, περιορισμό ή εξάλειψη δασμών και την διαχείριση των νέων τεχνολογιών. Όσοι έχουν έστω και μια υποτυπώδη επίγνωση των εξελίξεων, οι οποίες «τρέχουν» με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, απλά μιλούν για την κατασκευή του «νέου ανθρώπου» με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι κολοσσοί της πληροφορικής υπόσχονται «θαύματα» πίσω από τα οποία δύσκολα μπορεί να κρυφθεί ο εφιάλτης μιας δυστοπίας δίχως προηγούμενο.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 194, Ιούνιος 2019

«Οι πολύ δύσκολες καταστάσεις φέρνουν και μεγάλες αλλαγές» (Ευριπίδης)

Ο σουρεαλιστικός ανταγωνισμός για την διαδοχή της Theresa May

0
Μπορεί κάποιος να ξεδιαλύνει το χάος του Brexit;
Ο Johnson εκκινεί την εκστρατεία του στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 2019. HENRY NICHOLLS / REUTERS.
Περίληψη:
Μια ατμόσφαιρα απόλυτης αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα πλήττει ολόκληρο τον ανταγωνισμό για την διαδοχή της Μέι, μια αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που θα χρειαστεί για να κερδηθεί η ηγεσία και στην κατάσταση που θα αντιμετωπίσει ο νικητής ως πρωθυπουργός.

Ο TIM BALE είναι καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary στο Λονδίνο.

Τον Απρίλιο του 1916, μια ομάδα Ιρλανδών Ρεπουμπλικάνων κατέλαβε μεγάλο μέρος του κέντρου του Δουβλίνου και κήρυξε ανεξαρτησία. Η βρετανική κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα. Έστειλε χιλιάδες στρατιώτες για να αποκαταστήσει την τάξη και, όταν η εξέγερση κατεστάλη, εκτέλεσε τους αρχηγούς της. Παρόλο που η Εξέγερση του Πάσχα απέτυχε να τερματίσει την βρετανική κυριαρχία, κατάφερε να αναζωογονήσει το ιρλανδικό κίνημα ανεξαρτησίας, μια προσπάθεια που κορυφώθηκε στο Ελεύθερο Κράτος της Ιρλανδίας έξι χρόνια αργότερα. Λίγους μήνες μετά την εξέγερση, ο ποιητής W. B. Yeats έγραψε ότι τα πράγματα ήταν «Όλα αλλαγμένα, αλλαγμένα τελείως: Μια φοβερή ομορφιά γεννιέται».

18062019-1.jpg

Ο Johnson εκκινεί την εκστρατεία του στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 2019. HENRY NICHOLLS / REUTERS
————————————————————————

Μετά από μερικά από τα χειρότερα εκλογικά αποτελέσματα που έχει βιώσει ποτέ, το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, η παλαιότερη και πιο επιτυχημένη πολιτική δύναμη της χώρας, ίσως να αισθάνεται σαν να είναι παγιδευμένο στο ποίημα του Yeats. Το νεόκοπο κόμμα του Nigel Farage -μια τρομερή ομορφιά, αν υπήρξε ποτέ μια τέτοια- εξευτέλισε τους κυβερνώντες Συντηρητικούς στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον περασμένο μήνα και τώρα βρίσκεται μπροστά από τους Tories στις δημοσκοπήσεις για τις επόμενες γενικές εκλογές. Σε αυτή την πυρετώδη ατμόσφαιρα, οι Συντηρητικοί επιλέγουν τον επόμενο ηγέτη τους και επόμενο πρωθυπουργό της χώρας, προσευχόμενοι ότι μπορεί να γυρίσει τα πράγματα.

ΤΟ ΡΙΞΙΜΟ ΤΗΣ ΖΑΡΙΑΣ

Πριν από τρία χρόνια, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε, 52% υπέρ έναντι 48%, να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το σοκαριστικό αποτέλεσμα πυροδότησε την παραίτηση του David Cameron, του ηγέτη του Συντηρητικού Κόμματος και πρωθυπουργού που διενήργησε το δημοψήφισμα, στοιχηματίζοντας ότι οι ψήφοι υπέρ της παραμονής [στην ΕΕ] θα επέλυαν τελικά τα επιχειρήματα για την Ευρώπη που είχαν διχάσει το κόμμα του για δεκαετίες.

Ο Μπόρις Τζόνσον, πρώην δήμαρχος του Λονδίνου και ένας από πολλούς υψηλού προφίλ συντηρητικούς πολιτικούς, οι οποίοι βγήκαν εναντίον της γραμμής της κυβέρνησής τους, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκστρατεία υπέρ του «εκτός». Ο Johnson και οι συνάδελφοί του Brexiteers, μαζί με τον μακρόχρονο σύμμαχο του Cameron, Michael Gove, υποσχέθηκαν στους ψηφοφόρους ότι, με το να φύγουν από την ΕΕ, θα μπορούσαν να «αναλάβουν πάλι τον έλεγχο» [της χώρας], κυρίως στα σύνορα του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και στα δισεκατομμύρια λίρες που η χώρα πλήρωνε κάθε χρόνο στις Βρυξέλλες. Υποβάθμισαν τους οικονομικούς κινδύνους του Brexit, υποδεικνύοντας ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε γρήγορα να συνάψει συμφωνία με την ΕΕ, η οποία θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, διατηρώντας όλα τα πλεονεκτήματα της ιδιότητας του μέλους χωρίς κανένα επακόλουθο κόστος.

Μετά τη νίκη του «εκτός», πολλοί ανέμεναν ότι ο Johnson θα διαδεχόταν τον Cameron αμέσως. Όμως, ο Gove, πρώην σύμμαχος του Johnson, τον μαχαίρωσε πισώπλατα και η Theresa May, η υπουργός Εσωτερικών του Cameron, η οποία είχε αποστασιοποιηθεί με κάθε τρόπο από την εκστρατεία του δημοψηφίσματος, έγινε η νικήτρια σχεδόν εξ ορισμού. Αφότου η Μέι κέρδισε την ψηφοφορία στην κοινοβουλευτική ομάδα, ο εναπομείναν αντίπαλός της εγκατέλειψε, απαλλάσσοντάς την από την ανάγκη να αντιμετωπίσει μια εκλογή μεταξύ των μελών του Συντηρητικού Κόμματος.

Η αποτυχία του κόμματος να δοκιμάσει στην πράξη τον νέο ηγέτη του είχε εξαιρετικά επιζήμιες συνέπειες όταν, την άνοιξη του 2017, η Μέι προκήρυξε πρόωρες γενικές εκλογές. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι θα κέρδιζε μια μεγάλη πλειοψηφία και έτσι θα μείωνε την εξάρτησή της από τους σκληρούς βουλευτές των Tory για τους οποίους ακόμη και η εκδοχή του Brexit που εκείνη είχε υποσχεθεί -η οποία περιελάμβανε την αποχώρηση από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση της ΕΕ- δεν σηματοδοτούσε έναν ξεκάθαρο διαχωρισμό από τις Βρυξέλλες. Αλλά η Μέι αποδείχθηκε κακή για προεκλογική εκστρατεία και το μανιφέστο του κόμματος, το οποίο συνέθεσαν οι ανώτεροι σύμβουλοί της με λίγη ή καθόλου διαβούλευση με το υπουργικό συμβούλιό της, φάνηκε να προσφέρει ελάχιστη ή καθόλου ανακούφιση από την οικονομική λιτότητα που είχαν επιβάλλει οι κυβερνητικοί συντηρητικοί από το 2010.

Η καταστροφική εκστρατεία της Μέι κατόρθωσε να κάνει τους Τόρις να χάσουν την πλειοψηφία, αναγκάζοντας το κόμμα να στηριχθεί στο μικροσκοπικό Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα της Βόρειας Ιρλανδίας για να παραμείνει στην εξουσία. Επίσης, οι εκλογές ενίσχυσαν, αντί να αποφύγουν, την ανάγκη να γοητευθούν οι Tory που τάσσονταν ακραία υπέρ του Brexit, κυρίως επειδή αντί γι’ αυτό η Μέι παρέμενε αποφασισμένη να μην προσπαθήσει να κερδίσει μια συνεργασία με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η Μέι κατέληξε σε συμφωνία με τα υπόλοιπα 27 μέλη της ΕΕ, αλλά σύντομα έγινε φανερό ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσει την συμφωνία της από το κοινοβούλιο και ότι, ακόμα και αν με κάποιο θαύμα τετραγώνιζε τον κύκλο, η διαδικασία είχε δημιουργήσει τόσες έχθρες που το κόμμα της θα την εξανάγκαζε να φύγει αργά ή γρήγορα.

Δεν υπήρξε θαύμα. Η συνέχιση, έστω και προσωρινά, μιας τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ προκειμένου να αποφευχθεί η αποκατάσταση ενός αυστηρού συνόρου μεταξύ της Ιρλανδίας (κράτους-μέλους της ΕΕ) και της βρετανικής επαρχίας της Βόρειας Ιρλανδίας αποδείχθηκε απαράδεκτη για μια μικρή αλλά αποφασιστική ομάδα ακραίων υπέρ του Brexit, οι οποίοι ψήφισαν επανειλημμένα εναντίον της συμφωνίας της Μέι. Σύντομα προσχώρησαν αρκετοί υπουργοί που θεωρούσαν ότι η συμφωνία ήταν προδοσία του Brexit, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων (κι ο Johnson μεταξύ τους) που σύντομα θα αμιλλώντο για να την αντικαταστήσουν.

Η αποτυχία της Μέι να περάσει την συμφωνία της, καθώς και η άρνηση της Βουλής των Κοινοτήτων να κυρώσει ένα «μη-συμφωνημένο» Brexit, ανάγκασε την πρωθυπουργό να ζητήσει επέκταση της διετούς διαδικασίας που θα άφηνε το Ηνωμένο Βασίλειο να εγκαταλείψει την ΕΕ στις 29 Μαρτίου. Η ταπείνωση αυτή, καλυμμένη κι από τον θρίαμβο του Κόμματος του Brexit στις ευρωεκλογές, σήμαινε ότι [η Μέι] είχε τελειώσει. Η Μέι παραιτήθηκε από ηγέτις των Συντηρητικών στις 7 Ιουνίου, αλλά θα παραμείνει ως πρωθυπουργός, μέχρι το κόμμα να επιλέξει τον διάδοχό της. Αυτό θα περιλαμβάνει διαδικασία δύο σταδίων. Αφού οι βουλευτές καταλήξουν σε μια επιλογή μεταξύ δύο [υποψηφιοτήτων], τα κατ’ εκτίμηση 160.000 μέλη του κόμματος θα επιλέξουν τον νικητή.

Οι ΕΠΙΓΟΝΟΙ

Ο σαφής πρωταγωνιστής είναι ο Μπόρις Τζόνσον, παρά την ακατάστατη ιδιωτική ζωή του και τις εκτεταμένες επικρίσεις [για την θητεία] του ως υπουργού Εξωτερικών της Μέι πριν παραιτηθεί για την συμφωνία του Brexit. Η θέση του στους 312 βουλευτές του Tory που υπηρετούν μαζί του στην Βουλή των Κοινοτήτων είναι ότι, αν και [υπάρχουν κι] άλλοι υποψήφιοι μπορεί να είναι προετοιμασμένοι, όπως είναι κι ο ίδιος, να βγάλουν το Ηνωμένο Βασίλειο από την ΕΕ χωρίς συμφωνία εάν είναι απαραίτητο, μόνο αυτός έχει το χάρισμα για να αντιπαρατεθεί με τον Farage. Μαζί με το να θεωρεί δυνατό ένα Brexit χωρίς καμία συμφωνία, έχει απειλήσει να παρακρατήσει τα 39 δισεκατομμύρια λίρες που το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει στην ΕΕ, παρά τις διαμαρτυρίες των περισσότερων διπλωματών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η υπαναχώρηση από την δέσμευση αυτή θα διασφαλίσει ότι καμία άλλη χώρα δεν θα μπορούσε ποτέ να εμπιστευθεί και πάλι την βρετανική κυβέρνηση σε μια διεθνή διαπραγμάτευση. Η μόνη άλλη πολιτική του Johnson που προσελκύει ενδιαφέρον -μια υπόσχεση για τη μείωση του υψηλότερου φορολογικού συντελεστή για τους υψηλόμισθους- απηχεί τις ημέρες της Θατσερικής δόξας της δεκαετίας του 1980. Αυτή η πολιτική μπορεί να προσελκύσει τα νοσταλγικά τακτικά μέλη που είναι ηλικιωμένοι, δεξιοί, κοινωνικά συντηρητικοί, και πλέον συντριπτικά υπέρ όχι μόνο της εγκατάλειψης της ΕΕ, αλλά και ενός Brexit χωρίς συμφωνία [1].

Στον πρώτο γύρο της κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας, την Πέμπτη, ο Τζόνσον κέρδισε αρκετές ψήφους που του εγγυώνται μια θέση στις δύο τελικές. Εκτός από κάποια καταστροφή -κάτι που ο Τζόνσον και η ομάδα του προσπαθούν να αποφύγουν ελαχιστοποιώντας τόσο [πολύ] τις δημόσιες εμφανίσεις του που κάποιοι αρχίζουν να ανησυχούν ότι το κόμμα μπορεί και πάλι να αποτύχει να δοκιμάσει σωστά τον αρχηγό του στην πράξη- το καλύτερο που μπορούν να ελπίζουν οι άλλοι υποψήφιοι είναι να τερματίσουν δεύτεροι και στην συνέχεια ο Τζόνσον να συρρικνωθεί με κάποιον τρόπο κατά την διάρκεια της ψηφοφορίας των μελών, η οποία θα ολοκληρωθεί πριν από τα τέλη Ιουλίου.

Ο Gove, η πρώην νέμεσις του Τζόνσον, είχε στοιχηματίσει ότι η ρεαλιστική στάση του για το Brexit θα του έδινε στήριξη τόσο από τους μετριοπαθείς υπέρ του «εκτός» όσο και από τους πρώην υπέρ του «εντός». Αλλά αφού αναγκάστηκε να παραδεχτεί [2] ότι έκανε χρήση κοκαΐνης αρκετές φορές ως νεαρός –μια αποκάλυψη που οδήγησε μερικούς από τους άλλους υποψηφίους να παραδεχτούν ότι έκαναν χρήση ναρκωτικών (αν και ήταν προσεκτικοί να επιμείνουν ότι ήταν ελαφρά ναρκωτικά)- οι μετοχές του Gove έπεσαν. Κάποια από την υποστήριξή του αναγκάστηκε λοιπόν να στραφεί προς τον υπουργό Εξωτερικών, Τζέρεμι Χαντ, ο οποίος, έχοντας αγωνιστεί υπέρ του «εντός» υπό τον Κάμερον, έφτασε στο Brexit με όλο τον ζήλο ενός προσηλυτισμένου. Το πιο ελκυστικό στον Hunt είναι ότι, παρόλο που δεν είναι πολύ χαρισματικός, προσφέρει ένα ασφαλές χέρι και θα ήταν λιγότερο διχαστικός από τον Johnson. Δεν έχει αποκλείσει μια αποχώρηση χωρίς συμφωνία, αλλά αυτός, όπως και ο Gove, δίνει έμφαση στην επίτευξη μιας [συμφωνίας], αν και, αντίθετα από τον Gove, προσέχει να μην ανησυχεί τους υπέρ του «εκτός» με το να μιλά για άλλη μια παράταση. Την Πέμπτη, όμως, ο Χαντ, παρόλο που τελείωσε στην δεύτερη θέση (με 43 ψήφους έναντι 114 του Johnson) ήταν ελαφρά μπροστά από τον Gove (με 37).

18062019-2.jpg

Ο Stewart ανακοινώνει την υποψηφιότητά του στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 2019. HENRY NICHOLLS / REUTERS
———————————————————–

Μια ατμόσφαιρα απόλυτης αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα πλήττει ολόκληρο τον ανταγωνισμό -μια αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που θα χρειαστεί για να κερδηθεί η ηγεσία και στην κατάσταση που θα αντιμετωπίσει ο νικητής ως πρωθυπουργός που θα προεδρεύει μιας διαιρεμένης χώρας, ενός μειοψηφικού κοινοβουλίου, και μιας διαπραγμάτευσης με έναν μακράν ισχυρότερο συνομιλητή, την ΕΕ, η οποία έχει πει, ξανά και ξανά, ότι δεν θα ανοίξει εκ νέου την συμφωνία. Και επειδή κανένας δεν μπορεί να δει πέρα από το Brexit (και το Κόμμα του Brexit), οι υποψήφιοι προσέφεραν ελάχιστα πέρα από την στοργή των Τόρι και μια καραμέλα σχετικά με την κατεύθυνση που θα έδιναν στο Συντηρητικό Κόμμα (και στην χώρα) εάν και όποτε επιτευχθεί το διαζύγιο [με την ΕΕ] [3].

Η μόνη εξαίρεση σε αυτόν τον καταθλιπτικό κανόνα είναι ο υπουργός Διεθνούς Ανάπτυξης, Rory Stewart, του οποίου η ζωηρή διάθεση να λέει τα πράγματα όπως έχουν [4] έχει οδηγήσει σε μια καινοτόμα, λειτουργική και ενθουσιωδώς έντιμη εκστρατεία. Το ότι οι αξιοθαύμαστες προσπάθειές του φαίνονται καταδικασμένες σε αποτυχία (κέρδισε μόλις 19 βουλευτές την Πέμπτη) λέει όλα όσα πρέπει να γνωρίζει κάποιος. Όποιος κι αν κερδίσει τις εκλογές -ο Johnson, ο Hunt, ο Gove ή ένας κεραυνοβόλα τυχερός Stewart- θα έχει το δυσβάσταχτο, ίσως αδύνατο, καθήκον να γυρίσει πίσω στην πραγματικότητα για να διασώσει το κόμμα, και την χώρα, από τον κυκεώνα του Brexit.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2019-06-17/surrea…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.bbc.co.uk/news/uk-politics-48395211
[2] https://www.theguardian.com/politics/2019/jun/09/michael-goves-conservat…
[3] https://www.conservativehome.com/parliament/2019/06/conservative-leaders…
[4] https://www.theguardian.com/politics/2019/jun/09/rory-stewart-if-we-want…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Αγγελος Μ. Συρίγος: Τακτοποίηση εκκρεμοτήτων βάσει του διεθνούς δικαίου

0
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ* “Καθημερινή”

Οι σχέσεις με την Τουρκία αποτελούν βασική προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το άρθρο του πρώην πρωθυπουργού κ. Σημίτη υπό τον τίτλο «Αιγιαλίτιδα ζώνη – ΑΟΖ -Υφαλοκρηπίδα: Προσοχή τώρα» που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (9 Ιουνίου 2019) προκάλεσε εκ των πραγμάτων μείζον ενδιαφέρον. Το άρθρο, όμως, βασίζεται σε παραδοχές που άλλοτε είναι επισφαλείς ή άλλοτε αβάσιμες.

Επί παραδείγματι, ο κ. Σημίτης αναφέρει ότι σε περίπτωση αυξήσεως των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, τα πλοία που βρίσκονται στο Αιγαίο «θα οφείλουν πλέον να υπακούουν στις οδηγίες των ελληνικών αρχών». Στα «διεθνή στενά» που θα δημιουργηθούν σε μία τέτοια περίπτωση, ισχύει το δικαίωμα της «διελεύσεως τράνζιτ» (πλους διελεύσεως – άρθρα 37-44 της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας). Η συγκεκριμένη διέλευση όχι μόνον δεν υπόκειται στις οδηγίες του παράκτιου κράτους, αλλά δεν μπορεί να παρεμποδιστεί ή διακοπεί από το παράκτιο κράτος ούτε για λόγους ασφαλείας.

Ο κ. Σημίτης τάσσεται κατηγορηματικά κατά της καταθέσεως συντεταγμένων που θα ορίζουν τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Επισείει ως απειλή ότι «κατάθεση συντεταγμένων, με τις οποίες διαφωνεί η Τουρκία, θα είχε ως άμεση συνέπεια κατάθεση συντεταγμένων εκ μέρους της, που θα ήταν ασυμβίβαστες με τις ελληνικές». Η Τουρκία, όμως, δεν περίμενε την Ελλάδα για να καταθέσει τις δικές της συντεταγμένες. Με δύο ρηματικές διακοινώσεις της προς τον ΟΗΕ έχει ορίσει τις συντεταγμένες της περιοχής που θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα (βλ. 2004/Turkuno DT/4739, 2 Μαρτίου 2004 και 2013/14136816/22273, 12 Μαρτίου 2013). Επίσης, με δημοσιεύσεις στην τουρκική εφημερίδα της κυβερνήσεως (16 Ιουλίου 2009 και 27 Απριλίου 2012), το περιεχόμενο των οποίων κοινοποίησε και στον ΟΗΕ, παραχώρησε στην τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίου, ΤΡΑΟ μεγάλες περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Συνεπώς, δεν κινδυνεύουμε από κάτι που έχουμε ήδη πάθει.

Ο πρώην πρωθυπουργός βλέπει ως κίνδυνο «η Τουρκία να στείλει πλοίο σε τμήμα της υφαλοκρηπίδας, που η Ελλάδα θεωρεί ελληνική αλλά η Τουρκία τουρκική». Είναι ένας υπαρκτός και σοβαρός κίνδυνος. Η μη κατάθεση συντεταγμένων, όμως, τον φέρνει εγγύτερα. Επιτρέπει στην Τουρκία να προχωρήσει νομιμοποιημένα σε γεωτρήσεις εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, τα όρια της οποίας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι άγνωστα. Μόνον εάν δηλώσουμε διεθνώς (και με τον πλέον ήπιο και πολιτισμένο τρόπο, δηλαδή στον γραμματέα του ΟΗΕ) τα ακριβή όρια της υφαλοκρηπίδας μας στην περιοχή, μπορούμε να ισχυριστούμε στη συνέχεια ότι τυχόν τουρκική γεώτρηση είναι παράνομη. Η δε κατάθεση συντεταγμένων συνιστά νομική μας υποχρέωση κατ’ εφαρμογήν της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας (άρθρο 84.2) και όχι «μονομερή οριοθέτηση», όπως αναφέρεται στο επίμαχο άρθρο.

Η ίδια αντίληψη ότι καλό είναι να μην ασκούμε γενικότερα τα δικαιώματά μας κυριαρχεί σε όλο το άρθρο. Αναφέρεται επί λέξει «ότι ακολουθήσαμε και ακολουθούμε μέχρι τώρα συνειδητά μια πολιτική στην οποία κυριαρχεί η επίκληση των δικαιωμάτων μας, αλλά αποφεύγουμε να τα κατοχυρώσουμε για να μην προκαλέσουμε αμφισβητήσεις» – «αναγνωρίζουμε τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά εν γνώσει μας δεν επιδιώξαμε την εφαρμογή τους, γιατί θεωρούμε πιθανό να προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα». Οι συγκεκριμένες κυνικές ομολογίες εμπεριέχουν και το πιο σημαντικό σημείο του άρθρου του πρώην πρωθυπουργού. Είναι πολύ πιο ουσιαστικές από τη διαχρονική υπόμνηση περί επιθετικότητας της Τουρκίας ή την καταληκτική διαπίστωση περί ανάγκης ευρέσεως μη ευχάριστων λύσεων.

Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι η μακροχρόνια αποφυγή ασκήσεως νομίμων δικαιωμάτων κατά το διεθνές δίκαιο πιθανόν να καταλήξει στην απίσχνασή τους. Αυτό ισχύει πρωτίστως στις περιπτώσεις όπου ένα άλλο κράτος αμφισβητεί ή διεκδικεί το ίδιο δικαίωμα. Η διεθνής νομολογία, στην οποία αναφέρεται εκτενώς ο κ. Σημίτης, αναζητεί πράξεις κρατικής κυριαρχίας οποιασδήποτε μορφής για να επιβεβαιώσει τα δικαιώματα ενός κράτους. Επιπλέον, η άποψη να μην ενοχλούμε γενικώς τη γείτονα χώρα, υπερβαίνει και τις τουρκικές αντιλήψεις. Η Αγκυρα έχει απειλήσει με casus belli μόνον σε περίπτωση επεκτάσεως των ελληνικών χωρικών υδάτων και όχι σε περίπτωση ασκήσεως άλλων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο διεθνές δίκαιο.

Τέλος, έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι η πολιτική του απόλυτου κατευνασμού δεν οδήγησε την Αγκυρα να σταματήσει ή να περιορίσει τις διεκδικήσεις της. Αντιθέτως, κατά παραβίαση κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου αλλά και της απλής λογικής έφτασε να διεκδικεί την τελευταία δεκαετία ακόμη και θαλάσσιες περιοχές νοτίως της Κύπρου και της Κρήτης με τις οποίες δεν έχει ούτε γεωγραφική συνέχεια. «Η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων» στην οποία αναφέρεται ο πρώην πρωθυπουργός είναι προφανώς ευκταία. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει βάσει του παραλογισμού των τουρκικών αντιλήψεων αλλά βάσει του διεθνούς δικαίου με σύνεση, προσοχή αλλά και τις σωστές διεθνείς συμμαχίες. Διότι η αποφασιστική διαφορά μεταξύ των προηγούμενων δεκαετιών και του σήμερα δεν είναι η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ. Είναι η απομόνωση της Τουρκίας από τους παραδοσιακούς της συμμάχους.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου & Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, υποψήφιος βουλευτής Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.

http://www.kathimerini.gr/1029228/article/epikairothta/politikh/aggelos-m-syrigos-taktopoihsh-ekkremothtwn-vasei-toy-die8noys-dikaioy

Égypte : Morsi enterré au Caire, émotion de Gaza à Istanbul

0

L’ancien président égyptien, décédé lundi, a été enterré ce mardi. Issu des Frères musulmans, il avait été destitué et emprisonné en 2013

Ανατροπές στο στρατηγικό τρίγωνο Ρωσίας, Κίνας και ΗΠΑ

1
  • του Eugene Chausovsky stratfor/euro2day.gr

Πώς εξελίχθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι σχέσεις ΗΠΑ, Σοβιετικής Ένωσης και Κίνας. Η προσέγγιση Πεκίνου-Μόσχας, ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ και γιατί Ρωσία και Υπερδύναμη μπορεί τελικά να έρθουν ποιο κοντά.

Ο εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ με την Κίνα και η παρατεταμένη αντιπαράθεση της Ουάσινγκτον με τη Ρωσία –για ζητήματα από το Ιράν, μέχρι τη Βενεζουέλα, μέχρι τον έλεγχο των όπλων- φέρνουν τη Μόσχα όλο και πιο κοντά στο Πεκίνο. Ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping συμμετείχε στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ στην Αγ. Πετρούπολη στις 6-7 Ιουνίου, έχοντας νωρίτερα συναντηθεί με τον Ρώσο Πρόεδρο Vladimir Putin στη Μόσχα.
Η Κίνα και η Ρωσία έχουν υπογράψει οικονομικές συμφωνίες που εκτείνονται στα πάντα, από τα δίκτυα 5G μέχρι την κατασκευή υδροηλεκτρικών μονάδων μέχρι την δημιουργία ενός κοινού ταμείου έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας.

Οι συμφωνίας έρχονται στον απόηχο της επιθυμίας που έδειξε προσφάτως η Μόσχα να συνεργαστεί με την Κίνα στη Βόρεια Θαλάσσια Διαδρομή της Αρκτικής στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας του Πεκίνου για τον Θαλάσσιο Δρόμο του Μεταξιού, ενώ ολοκληρώνεται η τελική φάση κατασκευής του τεράστιου αγωγού Power of Siberia και αναμένεται να αρχίσει η παροχή όλο και μεγαλύτερων όγκων ρωσικού φυσικού αερίου στην Κίνα μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.

Οι εξελίξεις αυτές είναι απλώς οι πιο πρόσφατες σε μια ευρύτερη τάση ενίσχυσης των πολιτικών, οικονομικών δεσμών και των δεσμών στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας. Τέτοιες εξελίξεις δημιουργούν ερωτήματα ως προς το πόσο βαθιά μπορεί να γίνει η ευθυγράμμιση μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας και σε ποιον βαθμό η σχέση τους διαμορφώνεται σε άμεση αντίθεση και ανταγωνιστικά προς τις ΗΠΑ.

Για να αρχίσουμε να απαντούμε στο ερώτημα αυτό, είναι σημαντικό να το τοποθετήσουμε πρώτα στο σωστό στρατηγικό πλαίσιο, και στη συνέχεια να δούμε το πώς οι δεσμοί μεταξύ της Ρωσίας, της Κίνας και των ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί εντός του πλαισίου αυτού. Αυτό παραπέμπει σε πολύ περισσότερους περιορισμούς απ’ ότι ευκαιρίες σε μια διατηρήσιμη προαγωγή των σινορωσικών σχέσεων, σχέσεων οι οποίες θα διαμορφωθούν σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ.

Η μεταπολεμική εξέλιξη του «στρατηγικού τριγώνου»

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδότησε την ανάδυση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης ως των δύο βασικών παγκόσμιων δυνάμεων, ενώ παράλληλα σημαδεύτηκε και από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας το 1949.

Η εξέλιξη αυτή εισήγαγε μια εγγενή σχέση «στρατηγικού τριγώνου» μεταξύ των τριών χωρών, δηλαδή οι σχέσεις μεταξύ οποιονδήποτε δύο εξ αυτών των δυνάμεων θα διαμόρφωναν και θα διαμορφώνονταν αναγκαστικά από τα στρατηγικά συμφέροντα της τρίτης δύναμης. Αυτά τα στρατηγικά συμφέροντα περιλαμβάνουν την εξουδετέρωση και την κυριαρχία στις αντίστοιχες περιφέρειές τους, προβάλλοντας ταυτόχρονα στο εξωτερικό και προωθώντας τα δικά τους αντίστοιχα οράματα για την παγκόσμια τάξη, δημιουργώντας εγγενείς αντιθέσεις και καθοδηγώντας τον μεταξύ τους λεγόμενο ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων.

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, η Κίνα ήταν η πιο αδύναμη από τις τρεις δυνάμεις από οικονομική και στρατιωτική άποψη. Ωστόσο, υπό τον Mao Zedong, η Κίνα μπόρεσε να χρησιμοποιήσει το μέγεθος και την πολιτική και διπλωματικής της βαρύτητα για να διατηρήσει την ανεξαρτησία της και να ισορροπήσει μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης.

Τα πρώτα χρόνια της Λαϊκής Δημοκρατίας, το Πεκίνο ευθυγραμμίστηκε με τη Σοβιετική Ένωση, εν μέρει λόγω της κοινής τους κομμουνιστικής ιδεολογίας, αλλά, εξίσου σημαντικό, και λόγω του κοινού συμφέροντός τους να ανταγωνιστούν την δύναμη και επιρροή των ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτή η ευθυγράμμιση σχεδόν αμέσως πιέστηκε από ζητήματα όπως ο Πόλεμος της Κορέας, οι συνοριακές διαμάχες και η διαδοχή από τον Josef Stalin στον Nikita Khrushchev, με τον τελευταίο να επιδιώκει πολιτικές όπως η «ειρηνική συνύπαρξη» με τις ΗΠΑ, τις οποίες ο Mao έκρινε επικίνδυνες για τα συμφέροντα της Κίνας.

Αυτές οι διαφορές τελικά οδήγησαν στην σινοσοβιετική ρήξη, που με τη σειρά της άνοιξε τον δρόμο για μια στρατηγική επαναπροσέγγιση μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, καθώς και οι δυο χώρες είχαν κοινό συμφέρον να περιορίσουν την δύναμη και επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης.

Όμως και η σινοαμερικανική επαναπροσέγγιση αποδείχθηκε πως είχε περιορισμούς, όταν η δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης περιορίστηκε και άρχισε να αποδυναμώνεται μέχρι την δεκαετία του 1980.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου καλλιέργησε μια νέα φάση στο στρατηγικό τρίγωνο, περιθωριοποιώντας ουσιαστικά τη Σοβιετική Ένωση (πλέον Ρωσία) ως παγκόσμιο παίκτη. Οι ΗΠΑ έγιναν η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη, ενώ η Κίνα μπήκε σε μια περίοδο οικονομικής και γεωπολιτικής ανόδου. Αν και η Ρωσία βίωσε εσωτερικές αναταραχές και είδε την παγκόσμια προβολή της δύναμής της να αποδυναμώνεται σημαντικά, ωστόσο ποτέ δεν αφαιρέθηκε ολοκληρωτικά από περιφερειακή δύναμη, όπως φάνηκε από την ανάδυση της Κοινοπολιτείας των Ανεξάρτητων Κρατών και από την συνεχιζόμενη εμπλοκή της σε ζητήματα πολιτικής και ασφάλειας της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Οι εξελίξεις αυτές αναβαθμονόμισαν τη δυναμική μεταξύ των τριών δυνάμεων, με τις ΗΠΑ να επεκτείνουν την παγκόσμια προβολή της δύναμής τους, ενώ η Κίνα και η Ρωσία άρχισαν να βελτιώνουν τις διμερείς σχέσεις, καθώς η πρώτη αναδύονταν και η δεύτερη άρχιζε να ανακάμπτει μετά την χαοτική δεκαετία του 1990.

Η άνοδος της Κίνας ως παγκόσμια δύναμη την έφερε σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ για μια σειρά ζητημάτων, από τις εμπορικές διαμάχες μέχρι τη Νότια Σινική Θάλασσα και την πρωτοβουλία του Νέου Δρόμου του Μεταξιού (Μια Ζώνη Ένας Δρόμος).

Εν τω μεταξύ, η επανεμφάνιση της Ρωσίας ως περιφερειακής δύναμης στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 2000, ως αποτέλεσμα των υψηλών τιμών ενέργειας παγκοσμίως, αλλά και της συγκέντρωσης της εγχώριας πολιτικής εξουσίας στον Vladimir Putin, έφεραν τη χώρα σε μεγαλύτερη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και τη Δύση, καταλήγοντας το 2008 στον πόλεμο Ρωσίας-Γεωργίας και το 2014 στην επανάσταση του Euromaidan στην Ουκρανία, οδηγώντας στην σημερινή αντιπαράθεση μεταξύ της Μόσχας και της Δύσης.

Τα όρια στην ευθυγράμμιση Ρωσίας-Κίνας

Σ’ αυτό το σημείο, οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη παγκόσμια δύναμη, ωστόσο η θέση τους -είτε πολιτική, είτε οικονομική ή στρατιωτική- αμφισβητείται όλο και περισσότερο από την Κίνα και τη Ρωσία ποικιλοτρόπως. Οι εντάσεις των ΗΠΑ με την Κίνα και η αντιπαράθεση με τη Ρωσία έχουν φέρει πιο κοντά τη Μόσχα με το Πεκίνο, αναβαθμονομώντας και πάλι το στρατηγικό τρίγωνο. Η Ρωσία και η Κίνα τα τελευταία χρόνια έχουν επεκτείνει τις οικονομικές σχέσεις και τον πολιτικό συντονισμό, και το επίπεδο στρατιωτικής συνεργασίας τους βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ωστόσο, αυτή η αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας έχει και προκλήσεις και περιορισμούς. Ενώ οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας έχουν πράγματι αυξηθεί σημαντικά σε σχετικούς όρους -εμφανίζοντας διψήφια ανάπτυξη κάθε χρόνο από το 2011- εξακολουθούν να είναι αρκετά περιορισμένες σε απόλυτους όρους. Και παρά την πρόσφατη εμπορική διένεξη μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, γενικά το σινοαμερικανικό εμπόριο (737 δισ. δολάρια το 2018) εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερο από το συνολικό σινορωσικό εμπόριο (108 δισ. δολάρια).

Οι περιορισμοί των οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας μου μεταφέρθηκαν σε πρόσφατες επισκέψεις μου και στις δυο χώρες. Για παράδειγμα, οικονομικός συντάκτης σε κορυφαία επιχειρηματική εφημερίδα στη Μόσχα είπε πως η Κίνα δεν θεωρείται ως σημαντικός εταίρος για τη Ρωσία, προσθέτοντας πως πολλές από τις μεγάλες οικονομικές συμφωνίες που κλείνουν οι δυο χώρες δεν προχωρούν, με τους σημαντικούς οικονομικούς δεσμούς να περιορίζονται κυρίως στον ενεργειακό τομέα.

Στο ίδιο κλίμα, επιχειρηματίας από την Αγ. Πετρούπολη είπε πως δεν υπάρχει μεγάλη οικονομική δραστηριότητα μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας, πέραν της ενέργειας και των πρώτων υλών, ισχυριζόμενος πως μόνο το 5-10% των συμφωνιών που είχαν υπογραφεί μεταξύ των δυο χωρών στο οικονομικό φόρουμ της Αγ. Πετρούπολης υλοποιήθηκαν τελικά –και το ίδιο ισχύει και για το Ανατολικό Οικονομικό Φόρουμ στο Βλαδιβοστόκ.

Πράγματι, οι πληροφορίες από το υπουργείο Ανάπτυξης της ρωσικής Άπω Ανατολής, δείχνει πως λιγότερο από το ήμισυ των έργων προτεραιότητας στην περιοχή μπαίνουν στη φάση της εφαρμογής, καθιστώντας τις συμφωνίες που ανακοινώθηκαν στο φόρουμ της περασμένης εβδομάδας στην Αγ. Πετρούπολη έναν πολύ λιγότερο σημαντικό δείκτη των σχέσεων, σε σχέση με τα απτά αποτελέσματα που θα έχουν-ή δεν θα έχουν- οι συμφωνίες.

Παρόμοιος σκεπτικισμός υπήρξε και για την συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας στον τομέα της ασφάλειας. Συνταξιούχος Ρώσος διπλωμάτης στη Μόσχα είπε ξεκάθαρα πως δεν εμπιστεύεται τους Κινέζους, υποστηρίζοντας πως θέλουν ρωσική γη και σημειώνοντας πως στη Ρωσία δραστηριοποιούνται περισσότεροι Κινέζοι, παρά Δυτικοί κατάσκοποι.

Εν τω μεταξύ, Κινέζος ειδήμονας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, σημείωνε πως αν και το Πεκίνο αισθάνεται την ανάγκη να συνεργαστεί με τη Μόσχα σε ορισμένα ζητήματα όπως το εμπόριο, ωστόσο η στήριξη της Κίνας προς τη Ρωσία φτάνει μόνο μέχρι τα ζητήματα της ασφάλειας, όπως η σύγκρουση στην Ουκρανία. Για παράδειγμα, η Κίνα δεν στήριξε την διεκδίκηση της κυριαρχίας της Κριμαίας από τη Ρωσία, ενώ το Πεκίνο γενικά βλέπει με σκεπτικισμό την ανάπτυξη των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στο εξωτερικό.

Ενώ οι δεσμοί στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας έχουν πράγματι αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ωστόσο τέτοιες ανησυχίες θα μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί η συνεργασία τους έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και στις πωλήσεις ρωσικών όπλων, αν και οι πωλήσεις όπλων έχουν περιοριστεί λόγω της προόδου που σημειώνει η Κίνα στην τεχνολογία και την κατασκευή όπλων.

Γενικά, είναι σημαντικό να συνυπολογιστεί πως η κοινή γνώμη στη Ρωσία αναφορικά με την Κίνα είναι θετική, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την άποψη για τις ΗΠΑ: έρευνα που διενεργήθηκε από το ανεξάρτητο Levada Center στο τέλος του 2018 έδειξε πως το 75% αυτών που συμμετείχαν στην έρευνα έβλεπαν θετικά την Κίνα, ενώ το 54% έβλεπαν αρνητικά τις ΗΠΑ. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα της ανόδου της Κίνας ως μεγάλης δύναμης, η εικόνα είναι διαφορετική. Σχεδόν το 60% των Ρώσων που ζουν στην Ανατολική Σιβηρία, που συμμετείχαν σε άλλη έρευνα, θεωρούσαν πως η άνοδος της Κίνας απειλεί τα ρωσικά συμφέροντα, ενώ περισσότεροι από τους μισούς ήταν αντίθετοι σε ένα καθεστώς απελευθέρωσης βίζας με την Κίνα. Αυτός ο διαχωρισμός είναι σημαντικός όταν εξετάζεται το γενικότερο επίπεδο των σχέσεων συνεργασίας μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας και η βαθύτερη αίσθηση ανησυχίας και δυσπιστίας που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια.

Όπως το έθεσε αναλυτής ρωσικού think tank που σχετίζεται με την κυβέρνηση, η Κίνα δεν αμφισβητεί το πολιτικό μοντέλο της Ρωσίας με τον τρόπο που το κάνει η Δύση, σε όρους προώθησης της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως η Κίνα αποτελεί πρόκληση για την επιβίωση της Ρωσίας με τρόπο που δεν το κάνει η Δύση. Άλλος Ρώσος που εργάζεται στον τεχνολογικό τομέα στο Πεκίνο (και ο οποίος εργάζονταν πρόσφατα στα γραφεία της Huawei στη Μόσχα) ανέφερε έναν διάλογο με πρώην καθηγητή σε αξιοσέβαστο πανεπιστήμιο της Μόσχας, ο οποίος είπε πως υπάρχει μια μυστική συμφωνία με το Πεκίνο στο πλαίσιο της οποίας η Κίνα θα παίρνει κάθε χρόνο ένα μικρό κομμάτι ρωσικής γης.

Φυσικά, τέτοιες εντυπώσεις αποτελούν ανέκδοτο, ωστόσο αυτού του είδους οι συνομωσιολογικές αντιλήψεις μορφωμένων Ρώσων του ιδιωτικού τομέα και του τομέα της Παιδείας, δείχνουν πως υπάρχουν βαθιές ανησυχίες αναφορικά με την άνοδο της Κίνας σε κοινωνικό επίπεδο και δείχνουν την αντίδραση που θα μπορούσε δυνητικά να αντιμετωπίσει η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας σε πολιτικό επίπεδο.

Κοιτάζοντας το μέλλον

Άρα, τι σημαίνουν όλα αυτά για το μέλλον των σινορωσικών σχέσεων; Οι σχέσεις μεταξύ της Μόσχας και του Πεκίνου βρίσκονται σε ανοδική τροχιά τα τελευταία χρόνια και Ρωσία και Κίνα μέχρι τώρα ήταν προσεκτικές, υποβαθμίζοντας τις διαφορές τους και δίνοντας έμφαση στις κοινές ευκαιρίες της συνεργασίας τους. Ωστόσο, από την άποψη του στρατηγικού τριγώνου, μπορεί να συναχθεί πως καθώς η Κίνα συνεχίζει να μεγαλώνει ως οικονομική και στρατιωτική δύναμη, πιθανότατα θα αυξηθούν οι εντάσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας και θα υπονομεύσουν την τροχιά της συνεργασίας την οποία έχουν αυτή τη στιγμή οι δυο χώρες. Ως εκ τούτου, ενώ η αυξημένη κινεζική οικονομική εμπλοκή σε περιοχές όπως η Αρκτική, η Ανατολική Σιβηρία και η Κεντρική Ασία μπορεί να έχει οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία για την ώρα, ωστόσο κάποια στιγμή αυτή η εμπλοκή μπορεί να αποτελέσει μια πιο άμεση στρατηγική απειλή για τη Μόσχα, είτε υπό τη μορφή του αυξανόμενου κινεζικού ελέγχου σε βασικές υποδομές και θαλάσσιους δρόμους, έχοντας μεγαλύτερη πρόσβαση στις απομακρυσμένες περιοχές της Ρωσίας, είτε «καταπνίγοντας» τη Ρωσία από οικονομική και δημογραφική άποψη.

Η Κίνα προσέχει να υποβαθμίσει την όποια υπόνοια πως η άνοδός της αποτελεί απειλή για τη Ρωσία, και συχνά μου τονίστηκε στην Κίνα πως το Πεκίνο θέλει ειρηνική συνύπαρξη με τους γείτονές της. ωστόσο, όπως γράφει ο Henry Kissinger, «οι στρατηγιστές βασίζονται στις προθέσεις του θεωρούμενου αντιπάλου σε περιορισμένο μόνο βαθμό. Διότι οι προσθέσεις υπόκεινται σε αλλαγές. Και η ουσία της κυριαρχίας είναι το δικαίωμα να λαμβάνεις αποφάσεις που δεν τελούν υπό την αίρεση άλλης αρχής. Ως εκ τούτου, ένας ορισμένος βαθμός απειλής που βασίζεται στις ικανότητες, είναι αναπόσπαστο κομμάτι των σχέσεων μεταξύ κυρίαρχων κρατών». Αυτό σημαίνει πως η Κίνα, όπως άλλες δυνάμεις, θα πρέπει να κριθεί από τις ικανότητές της αντί για τις τρέχουσες προθέσεις της, σε ό,τι αφορά την προβολή ισχύος.

Τέτοιες ικανότητες έχουν ξεκάθαρα λειτουργήσει ως σημείο ανησυχίας για τις ΗΠΑ, όμως μπορεί να είναι ακόμα πιο ανησυχητικές για τη Ρωσία – η οποία έχει το ένα δέκατο του πληθυσμού της Κίνας (147 εκατ. ανθρώπους έναντι 1,4 δισ. ανθρώπων) και μια οικονομία που είναι το ένα δέκατο σε μέγεθος (1,6 τρισ. δολάρια έναντι 12,2 τρισ. δολαρίων), ενώ μοιράζεται ένα μακρύ και άμεσο σύνορο με την Κίνα. Εδώ πηγάζουν οι φόβοι της Ρωσίας για τον κινεζικό επεκτατισμό.

Ενώ οι δυο χώρες μπόρεσαν να διαχειριστούν και να μετριάσουν τις στρατιωτικές εντάσεις για τέτοια ζητήματα, για την ώρα τουλάχιστον, ωστόσο τα υποβόσκοντα ζητήματα είναι πιθανό να γίνουν όλο και πιο ακανθώδη. Η Κίνα φαίνεται πιθανό να αυξήσει την οικονομική, πολιτική εμπλοκή και δυνητικά την εμπλοκή στον τομέα της ασφάλειας σε περιοχές που έχουν σημασία για τη Ρωσία –καθώς υπάρχουν ενδείξεις πως αυτό ήδη συμβαίνει σε συνοριακές περιοχές κοντά στο Τατζικιστάν και το Αφγανιστάν.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ίσως υπάρχει περιθώριο μελλοντικά η Ρωσία και οι ΗΠΑ να βρουν κοινό έδαφος σε επιλεγμένα ζητήματα, που με τη σειρά του θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να επιδιώξουν την επαναπροσέγγισή τους, προκειμένου να περιορίσουν τη δύναμη της Κίνας. Όμως, όπως συνέβη και με την προσέγγιση ΗΠΑ-Κίνας την δεκαετία του 1970, μια τέτοια προσπάθεια θα είναι περιορισμένη καθώς θα συνεχίζεται ο βαθύτερος ανταγωνισμός τους. Ως εκ τούτου, η αυξανόμενη ευθυγράμμιση μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας είναι μέρος μιας ρευστής δυναμικής ανταγωνισμού μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων, με τις περαιτέρω μεταβολές στο στρατηγικό τρίγωνο να είναι αναπόφευκτες τα επόμενα χρόνια.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1685792/anatropes-sto-strathgiko-trigono-rosias-kinas-kai.html