Αρχική Blog Σελίδα 2641

Η μάχη για τους χάρτες της ΑΟΖ – Ένα διαχρονικό έγκλημα της ελληνικής διπλωματίας

0

Θόδωρος Καρυώτης
Η μάχη για τους χάρτες της ΑΟΖ - Ένα διαχρονικό έγκλημα της ελληνικής διπλωματίας, Θόδωρος Καρυώτης

Από την ημέρα που ψηφίσθηκε η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, το 1982, η Ελλάδα δεν έχει παρουσιάσει ούτε ένα επίσημο χάρτη που να δείχνει τα σύνορα της ελληνικής ΑΟΖ. Μάλιστα ο προηγούμενος πρωθυπουργός είχε κάποτε διερωτηθεί εάν υπάρχουν καν θαλάσσια σύνορα. Ο μόνος τρόπος να δείξει ένα κράτος τα θαλάσσια σύνορά του είναι με χάρτες. Οι Τούρκοι πανικόβλητοι με την εξέλιξη του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS), για 37 συναπτά έτη παρουσιάζουν διάφορους παράνομους χάρτες για να δείξουν το θαλάσσιο μέγεθος της χώρας τους.

Βέβαια όλα αυτά τα χρόνια δεν ομιλούν ποτέ για ΑΟΖ, αλλά για υφαλοκρηπίδα και οι χάρτες τους πάντα αναφέρονται στην υφαλοκρηπίδα , διότι γνωρίζουν το Άρθρο 121 που αναφέρει:

ΜΕΡΟΣ VIII ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ
Άρθρο 121 Καθεστώς των νήσων

  1. Νήσος είναι μια φυσικά διαμορφωμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων κατά τη μέγιστη πλήμμη.
  2. Εκτός όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, η χωρική θάλασσα, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η υφαλοκρηπίδα μιας νήσου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης που εφαρμόζονται στις άλλες ηπειρωτικές περιοχές.
  3. Οι βράχοι οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα.

Η Τουρκία από το 1974 χρησιμοποιεί χάρτες που δείχνουν τις απαιτήσεις της στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος και στην ανατολική Μεσόγειο. Ο επόμενος χάρτης, το 1974, ήταν ο πρώτος χάρτης που δημοσίευσαν οι Τούρκοι όταν η Χούντα, που κυβερνούσε τότε την Ελλάδα, ανακοίνωσε το 1973 ότι ανακαλύφθηκαν τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου στο Βόρειο Αιγαίο.

Η ελληνική κυβέρνηση απλώς αντέδρασε αναφέροντας ότι αυτός είναι ένας παράνομος χάρτης, αλλά ουδέποτε μέχρι σήμερα κατέθεσε ή παρουσίασε έναν δικό της χάρτη. Αυτή η στάση της Αθήνας θα έχει μεγάλες συνέπειες, εάν συνεχίσει τη “σιωπή χαρτών”, λες και η Ελλάδα δεν διαθέτει μία τεράστια θάλασσα. Στη συνέχεια η Τουρκία εμφάνισε τον επόμενο χάρτη και η Ελλάδα πάλι διαμαρτυρήθηκε, αλλά δεν δημιούργησε δικό της χάρτη που να δείχνει την δική της υφαλοκρηπίδα. Και αυτό δυστυχώς συμβαίνει μέχρι σήμερα, με μία εξαίρεση το 2011.

Χάρτης με τις τουρκικές απαιτήσεις στη Μεσόγειο.

Αργότερα οι Τούρκοι δημοσίευσαν έναν χάρτη, στον οποίο η Ελλάδα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία και έδειχνε πάλι ότι το μισό Αιγαίο ανήκει στην Τουρκία αλλά και ότι η Μακεδονία μας ανήκει στους βόρειους γείτονες.

Ο επόμενος χάρτης, του 2008, ήταν ουσιαστικά ο πρώτος επίσημος τουρκικός χάρτης. που δημοσίευσαν δυο Τούρκοι επιστήμονες.

Πηγή: Bayram Οztürk1 and Sertac Hami Başeren, The exclusive economic zone debates in the Eastern Mediterranean Sea and fisheries , Journal of Black Sea/Mediterranean Environment Vol.14 : 77-83 (2008).
Χάρτης της νέας “Γαλάζιας Πατρίδας” της Τουρκίας.

Ήταν ο χάρτης που σηματοδότησε από τότε τις βλέψεις της Τουρκίας, όταν συνειδητοποίησε, με καθυστέρηση, ότι δεν υπάρχουν μεγάλες ποσότητες υδρογονανθράκων στο Αιγαίο. Έτσι φτάσαμε, τον τελευταίο χρόνο, οι Τούρκοι να διαφημίζουν την νέα “Γαλάζια Πατρίδα” τους, κυκλοφορώντας διάφορους παρόμοιους εξωφρενικούς χάρτες. Αξίζει να τους ρίξετε μια ματιά.

Ο χάρτης με την ΑΟΖ της Τουρκίας.

Ο επόμενος χάρτης δείχνει την πραγματική ΑΟΖ της Τουρκίας, βάσει UNCLOS. Είναι ένας αμερικανικός χάρτης που έχει συνταχθεί λαμβάνοντας υπόψη τη μέση γραμμή (ίση απόσταση).

Πηγή: Global Marine Boundaries Database, General Dynamics, Herndon, Virginia, USA.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι η Τουρκία έχει οριοθετήσει την ΑΟΖ της στη Μαύρη Θάλασσα με την τότε Σοβιετική Ένωση με βάση τη μέση γραμμή και δεν χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της αρχής της ευθυδικίας (equity) μια και η Μαύρη Θάλασσα είναι ημίκλειστη θάλασσα. Έτσι έχει απολέσει την ισχύ του το επιχείρημα ότι το Αιγαίο Αρχιπέλαγος πρέπει να οριοθετηθεί με βάση την ευθυδικία, αφού το Αιγαίο είναι λιγότερη ημίκλειστη θάλασσα από ό,τι η Μαύρη Θάλασσα.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Η Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1982 όταν ολοκληρώθηκε η Τρίτη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, ουδέποτε εμφάνισε επίσημα ένα χάρτη της ελληνικής ΑΟΖ, με μια εξαίρεση που θα δούμε παρακάτω, παρότι διαθέτει μία από τις καλύτερες υδρογραφικές υπηρεσίες στον κόσμο και έχει χαρτογραφήσει τα θαλάσσια σύνορα της πατρίδας μας καθώς και τις γεωγραφικές συντεταγμένες.

Χάρτης της κυπριακής ΑΟΖ.

Αυτές όμως για ένα ανεξήγητο λόγο βρίσκονται καταχωνιασμένες σε ένα συρτάρι, λες και αποτελούν ένα επτασφράγιστο μυστικό. Αντίθετα, η Κύπρος με θάρρος και μεθοδικότητα ανακήρυξε, οριοθέτησε και έστειλε γεωγραφικές συντεταγμένες της ΑΟΖ της στον ΟΗΕ. Ο επόμενος χάρτης δείχνει τις γεωγραφικές συντεταγμένες της Κυπριακής Δημοκρατίας που δείχνουν την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ ανάμεσα στην Κύπρο και την Τουρκία.

Όταν στο τέλος Απριλίου 1982 επέστρεψα στην Ουάσιγκτον από τη Νέα Υόρκη, όπου διετέλεσα μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στην Τρίτη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, ως οικονομικός σύμβουλος της πρεσβείας μας στην Ουάσινγκτον έστειλα ένα σημείωμα στο τότε Υπουργείο Συντονισμού. Με το σημείωμα αυτό, επεσήμανα την αξία της ΑΟΖ, αλλά δεν έλαβα καμία απάντηση.

Έτσι ξεκίνησα, πριν 37 χρόνια, να ασχολούμαι συστηματικά με την ΑΟΖ, αλλά πολλοί στην Αθήνα με θεωρούσαν γραφικό και έτσι δεν έδωσαν καμία σημασία στον πρώτο χάρτη που δημοσιεύτηκε ποτέ στην Ελλάδα και έδειχνε για πρώτη φορά τα θαλάσσια σύνορα της πατρίδας μας.

Η ΑΟΖ της Ελλάδας (Πηγή: Global Marine Boundaries Database, General Dynamics, Herndon, Virginia, USA).

Εν προκειμένω είναι σημαντικό να διευκρινισθεί εδώ ότι ο χάρτης αυτός δεν είναι δικής μου πατρότητας για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είμαι χαρτογράφος και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την αναφορά στην πηγή αυτού του χάρτου. Όλοι οι χάρτες που έχουν δημοσιευτεί από τότε είναι ουσιαστικά αντιγραφή αυτού του αμερικανικού χάρτη.

Με την λέξη αντιγραφή δεν έχω σκοπό να προσβάλω τους επιστήμονες που δημιούργησαν παρόμοιους χάρτες, αλλά να δείξω ότι ένας χάρτης της ελληνικής ΑΟΖ, με βάση την μέση γραμμή, δεν μπορεί παρά να συμπίπτει με τον παραπάνω αμερικανικό χάρτη. Έτσι, ο επόμενος που δημιούργησε ένα χάρτη της ελληνικής ΑΟΖ ήταν ο Νίκος Λυγερός.

Χάρτης Νίκου Λυγερού.

Ο πιο γνωστός χάρτης της ΑΟΖ δημιουργήθηκε, πριν μερικά χρόνια, από τον καθηγητή Γιάννη Μάζη με την βοήθεια του χαρτογράφου Γιώργου Σγούρου και δεν διαφέρει καθόλου από τους προηγούμενους δυο χάρτες.

Ούτε ο παρακάτω χάρτης έχει κάποια ιδιαίτερη αξία, διότι ήταν απλώς ένας δημοσιογραφικός χάρτης της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ που συνόδευε ένα δικό μου άρθρο.

Έτσι από το 1982 μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ούτε ένα επίσημος ελληνικός χάρτης μέχρι το 2011, όταν ο Γιάνης Μανιάτης παρουσίασε τον παρακάτω χάρτη.

Χάρτης Υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ του Νόμου 4001/2011.

Ο παραπάνω χάρτης είναι ο μοναδικός επίσημος χάρτης της Ελλάδας που δείχνει ότι η Ελλάδα έχει μονομερώς οριοθετήσει την ΑΟΖ της με αυτές της Αλβανίας, της Ιταλίας και της Λιβύης.

Ειδικά με τη Λιβύη η Ελλάδα, ουσιαστικά, έχει ήδη οριοθετήσει την ΑΟΖ της με την χώρα αυτή από το 2011. Εκείνη την χρονιά, ο Υφυπουργός Ενέργειας του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Μανιάτης έκανε ένα σημαντικό βήμα για την κατοχύρωση των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με το νόμο 4001/2011 για την έρευνα των υδρογονανθράκων. Ουσιαστικά, με αυτό το νόμο, η Ελλάδα οριοθέτησε, μονομερώς, την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ με αυτή της Λιβύης, δίνοντας πλήρη επήρεια στην Γαύδο.

Με βάση αυτόν τον χάρτη παραχωρήθηκαν πρόσφατα για εξερεύνηση τα δύο οικόπεδα, νοτιοδυτικά της Κρήτης, στις τρεις εταιρίες, TOTAL, EXXON MOBIL και ΕΛΠΕ. Ήταν μία τεράστια ευφυής κίνηση του Γιάννη Μανιάτη, που άλλοι τώρα προσπαθούν να πιστωθούν ως δική τους επιτυχία.

Ο θανάσιμος κίνδυνος

Και ξαφνικά οι Τούρκοι, που απέφευγαν σαν τον διάβολο να αναφερθούν στην ΑΟΖ τώρα ετοιμάζονται να ανακηρύξουν ΑΟΖ και αμέσως να την οριοθετήσουν με την ΑΟΖ της Λιβύης. Φανταστείτε τη δύσκολη θέση στην οποία θα περιέλθουμε, αν οι Τούρκοι ανακηρύξουν ΑΟΖ πριν από εμάς.

Χάρτης οριοθέτησης των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου.

Έτσι, η Ελλάδα για να προλάβει την οριοθέτηση ανάμεσα στην Τουρκία και την Λιβύη θα πρέπει να προβεί άμεσα σε οριοθέτηση της ΑΟΖ της με την Κύπρο.

Τέλος, πρέπει να αντιληφθούμε ότι η έλλειψη χαρτών από ελληνικής πλευράς μπορεί να αποτελέσει, κάποια στιγμή, πρόβλημα για την χώρα μας. Οι Τούρκοι προετοιμάζονται να δώσουν κάποια μέρα μάχη στα διεθνή δικαστήρια της Χάγης ή του Αμβούργου ισχυριζόμενοι ότι έχουν δικαιώματα στην ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, τα οποία έχουν εκφράσει με χάρτες που δείχνουν τα θαλάσσια σύνορά τους.

Αντίθετα, η Ελλάδα θα βρεθεί σε δύσκολη θέση διότι ουδέποτε, εκτός του χάρτη Μανιάτη, χρησιμοποίησε επίσημα χάρτες και γεωγραφικές συντεταγμένες για να δείξει που βρίσκονται τα δικά της θαλάσσια σύνορα.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.

Το άρθρο έχει δημοσιευτεί εδώ. slpress.gr

Πως έπεσε η Κυπριακή Στρατηγική στην Παγίδα της Τουρκίας;

2

Του Άρεφ Αλομπέιντ , Διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Ειδικού σε θέματα Μέσης Ανατολής

Το Κυπριακό θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά και εύφλεκτα ζητήματα της Μέσης Ανατολής και μάλιστα αποτελεί «κλειδί» για την ασφάλεια και την ειρήνη στην εν λόγο περιοχή. Από το 1974 το νησί αιμορραγεί και ο ρυθμός αύξησης του μίσους μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων ήταν πιο γρήγορος και σκληρός από το ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, η ανακάλυψη του φυσικού αερίου σε μεγάλες ποσότητες στη θάλασσα της Κύπρου άλλαξε τα γεωπολιτικά δεδομένα στην ανατολική Μεσόγειο και η θέση της Κύπρου αναβαθμίστηκε γεωπολιτικά. Έτσι, η Δημοκρατία της Κύπρου υιοθέτησε τη στρατηγική της «κατανομής της διαδικασίας εξόρυξης του πλούτου σε πολλές χώρες» για να αντιμετωπίσει ,πρώτον, την οικονομική κρίση που ακόμη επηρεάζει, ίσως όχι σε μεγάλο βαθμό, τη χώρα, και δεύτερον, την ηγεμονία της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης στο κυπριακό.

Σχετικά με τον πρώτο στόχο είναι σίγουρη η οικονομική ανάπτυξη μετά την αξιοποίηση των νέων φυσικών πόρων. Ενώ για την επίτευξη του δεύτερου στόχου οι κυπριακές κυβερνήσεις μοίρασαν τα συμβόλαια εξόρυξης του φυσικού αερίου σε διάφορες χώρες δηλ. σε κάθε οικόπεδο υπάρχει μια διαφορετική μεγάλη δύναμη, με κύριο στόχο αυτής της στρατηγικής να αντισταθούν αυτές οι μεγάλες δυνάμεις σε κάθε μορφή τουρκικής προκλητικότητας όσον αφορά την αξιοποίηση όλου του φυσικού πόρου από την κυβέρνηση της Λευκωσίας.

Επομένως ήταν αναμενόμενη η σημερινή στάση της Τουρκίας να προχωρήσει σε εξορύξεις στην οικονομική αποκλειστική ζώνη της Κύπρου αλλά δεν ήταν αναμενόμενη η αδράνεια και άπρακτη στάση των μεγάλων δυνάμεων απέναντι στην Άγκυρα και η αποχώρηση του πλοίου της Ιταλίας από το κυπριακό οικόπεδο αποτελεί μια ένδειξη της αδράνειας αυτής.

Προφανώς οι χώρες αυτές δεν θέλουν να ρισκάρουν τις εμπορικές και τις οικονομικές σχέσεις τους με την Τουρκία. Για παράδειγμα, παρά τις «κρίσεις» των S 400 και F 35, οι ΗΠΑ και η Τουρκία έχουν φιλόδοξο πρόγραμμα με το οποίο ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών αναμένεται να προσεγγίσει τα 70 δις $ ετησίως, νούμερα δύσκολα να τα πλησιάσει η αγορά της Κύπρου και της Ελλάδας μαζί. Συνεπώς πάντοτε ο οικονομικός παράγοντας παίζει κύριο ρόλο στις διεθνείς σχέσεις αλλά και στην πορεία του Κυπριακού.

Επιπλέον, η μη ευόδωση δυο προσπαθειών για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, Κραν Μοντάνα το 2017 και σχέδιο Ανάν το 2004, το οποίο χάρισε στην Τουρκία «επικοινωνιακή νίκη» γιατί οι Ελληνοκύπριοι δεν είχαν αντιπρόταση ή σχέδιο Β ως απάντηση στην απόρριψή του σχεδίου Ανάν, το οποίο για παράδειγμα θα μπορούσε να τεθεί σε δημοψήφισμα από τους Τουρκοκύπριους και να απορριφθεί από τη μεριά τους.

Επίσης, είναι θέμα μείζονος σημασίας για το μέλλον του κυπριακού η εκτίμηση της κατάστασης για το αν πράγματι η Τουρκική κυβέρνηση υπερασπίζεται τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων ή τους εκμεταλλεύεται, γεγονός το οποίο δεν προβλήθηκε όπως θα έπρεπε από την Ελληνική και την κυπριακή πλευρά.

Η εκμετάλλευση από την Άγκυρα των φυσικών πόρων της Κύπρου θα παρείχε στην Τουρκία επιπλέον δυνατότητα γρήγορης επανάκαμψης της εθνικής της οικονομίας ακόμα και αν η εξέλιξη αυτή είναι σε βάρος των Τουρκοκυπρίων.

Η επανάληψη του επιτυχούς σχεδίου προσάρτησης της Αλεξανδρέττας γίνεται ολοένα και περισσότερο μια ορατή πραγματικότητα. Έτσι, στην περίπτωση της Κύπρου η διχοτόμηση του νησιού είναι πιο κοντά από ποτέ.

Πιθανόν η κυπριακή ηγεσία έκανε άθελα της αυτό που ήθελε η Άγκυρα και το τουρκικό σχέδιο εφαρμόζεται κατά γράμμα, παρά την αλλαγή στο τιμόνι της εξουσίας από το 2002 στην γειτονική μας χώρα. Η κήρυξη κράτους και μετά η αναγνώριση της μη  βιωσιμότητας αυτού του κράτους προκειμένου να προσαρτηθεί – ενωθεί με την Τουρκία είναι τα τελευταία βήματα του τέλους του κυπριακού ζητήματος.

Η αδυναμία του νέου άξονα Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου στην ανατολική Μεσόγειο είναι εμφανής και μέχρι στιγμής περιορίζεται στον επικοινωνιακό τομέα. Η Ελλάδα και η Κύπρος ακόμη υποφέρουν από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης γεγονός που επηρέασε τις αμυντικές τους δαπάνες, η Αίγυπτος προσέφυγε στο Διεθνές Ταμείο αναζητώντας δάνεια για την εθνική της οικονομία, ενώ η αστάθεια στον πολιτικό τομέα σε συνδυασμό με το ζήτημα της τρομοκρατίας επιδεινώνουν την κατάσταση αυτής της αφροαραβικής χώρας.

Το Ισραήλ από τη μεριά του ακόμη υποδηλώνει την επιθυμία του για την αναθέρμανσης της σχέσης του με την Άγκυρα σε πολιτικό επίπεδο και ο αναβαθμισμένος όγκος των οικονομικών – εμπορικών συναλλαγών του με την Τουρκία είναι μια ένδειξη αυτής της επιθυμίας. Επίσης, η ιδιότητα της Τουρκίας ως χώρας μέλους του ΝΑΤΟ δυσκολεύει τις προσδοκίες των στοχαστών αυτού του άξονα

Το διπλωματικό χαρτί για την ένταξη ή μη της Τουρκίας στην ΕΕ έχει χάσει την αξία του και με αυτό χάθηκε και η εμπιστοσύνη μεταξύ Τούρκων και Ευρωπαίων γιατί σήμερα πάνω από τα δυο τρίτα των Τούρκων δεν επιθυμούν αυτή την ένταξη καθώς και η τουρκική ηγεσία γνωρίζει τις αρνητικές προθέσεις των χωρών της ΕΕ όσον αφορά την ένταξη της χώρας τους.

Ο Τούρκος Καθηγητής Hassan Onal στην επιστολή του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Aydinlik Gazetesi όπως ανάφερε το RT (αραβική έκδοση), προτείνει μια μορφή ανταλλαγής (παζάρι) με την οποία η τουρκική κυβέρνηση να αναγνωρίσει την κυριαρχία της Ρωσίας επί της Κριμαίας, ενώ η Μόσχα να αναγνωρίσει το Βόρειο τμήμα της Κύπρου. Αυτό το νέο Φλερτ μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας θα μπορούσε να κλονίσει όλα τα δεδομένα στο Κυπριακό ζήτημα και επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά τις προθέσεις της τουρκικής κυβέρνησης για την προσάρτηση του βορείου τμήματος ως τελικής λύσης. Το γεγονός αυτό σημαίνει, για πρώτη φορά, ταύτιση των θέσεων μεταξύ Κεμαλιστών και Ερντογανιστών όσον αφορά την προσάρτηση και εδώ σημειώνεται η αδυναμία των Ελληνοκυπρίων.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 αποτελεί κομβικό σημείο στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Τούρκοι αξιωματούχοι ισχυρίζονται έμμεσα την εμπλοκή πολλών δυτικών χωρών στην προσπάθεια ανατροπής της εκλεγμένης κυβέρνησης του Ερντογάν με αποτέλεσμα να μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ Δύσης και Τουρκίας. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η Άγκυρα (πληγωμένη από τους συμμάχους) δεν μπλοφάρει στις κινήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και το χάσμα αυτό δεν θα έπρεπε να το πληρώσουν οι Ελληνοκύπριοι αλλά να αξιοποιηθεί περισσότερο από ποτέ για την προσέγγιση των δυο αντιμαχόμενων πλευρών της Κύπρου. Η σημερινή δυσμενής οικονομική κατάσταση και η ανάγκη της Τουρκίας για συμμάχους θα έπρεπε εξίσου να αξιοποιηθούν για την εύρεση δίκαιης λύσης του Κυπριακού και όχι να ταυτιστούν οι Ελληνοκύπριοι με τις θέσεις των Δυτικών που ιστορικά έδιναν το πράσινο φώς στους Κεμαλιστές να εισβάλουν στην Κύπρο το 1974.

Εν κατακλείδι, αν και ο χρόνος είναι λίγος, η ενότητα του νησιού και όχι το φυσικό αέριο πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και της Δημοκρατίας της Κύπρου. Επιπρόσθετα, οι πιθανές κυρώσεις κατά της Τουρκίας εκ μέρους της ΕΕ με ελληνοκυπριακή πρωτοβουλία θα μπορούσε να ανοίξουν τον ασκό του Αιόλου. Γιατί θα επηρεάζονται άλλα θέματα εξίσου σημαντικά όχι μόνο για την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά και για την ίδια την ΕΕ όπως το προσφυγικό, η ασφάλεια και η τρομοκρατία. Το επικοινωνιακό κομμάτι και ο πόλεμος των δηλώσεων επιδεινώνουν την πολιτική κατάσταση του κυπριακού. Ωστόσο, μονόδρομος για την εύρεση δίκαιης, ασφαλούς και μόνιμης λύσης σε όλες τις εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου από τη μια και Τουρκίας από την άλλη είναι το διεθνές δικαστήριο και το διεθνές δίκαιο.

When Stalin Faced Hitler

0
German troops cross the Soviet border, 22 June 1941.Johannes Hähle

Through the first four decades of his life, Joseph Stalin achieved little. He was born in 1878 to a poor family in Gori, Georgia, then part of the Russian empire. His father was a cobbler; his mother, a cleaning lady and seamstress. Stalin’s childhood, illnesses and mishaps included, was largely normal for the time. He received good marks in school and, as a teenager, got his poems published in well-regarded Georgian periodicals. (“To this day his beautiful, sonorous lyrics echo in my ears,” one reader would later recall.) But he did not sit for his final-year exams at the Tiflis Seminary and failed to graduate. Instead of becoming a priest, he became an underground revolutionary fighting tsarist oppression, spending the next 20 years hiding, organizing, and serving time in prison and internal exile in Siberia.

Stalin’s life was altered forever by the outbreak of total war in 1914, which helped precipitate the Russian tsar’s abdication in February 1917 and, later that year, a putsch by radical leftists led by Vladimir Lenin. Suddenly, the 39-year-old Stalin was a leading member of the new Bolshevik regime.

He played a central role in the Russian Civil War and the creation of the Soviet Union. In 1922, Lenin appointed him head of the Communist Party. A month later, Lenin was incapacitated by a stroke, and Stalin seized his chance to create his own personal dictatorship inside the larger Bolshevik one. Beginning in the late 1920s, he forced through the building of a socialist state, herding 120 million peasants onto collective farms or into the gulag and arresting and murdering immense numbers of loyal people in the officer corps, the secret police, embassies, spy networks, scientific and artistic circles, and party organizations.

The vast shadow of Stalin the despot often hides Stalin the human being. He collected watches. He played skittles and billiards. He loved gardening and Russian steam baths. He liked colored pencils—blue, red, and green. He drank mineral water and wines from his native Georgia. He smoked a pipe, using tobacco from cigarettes, which he would unroll and slide into the pipe—usually two cigarettes’ worth—and then light with matches. He kept his desk in order.

Stalin had a passion for books, which he marked up and filled with placeholders to find particular passages. His personal library would ultimately grow to more than 20,000 volumes. He annotated works by Karl Marx and Lenin, of course, but also Russian translations of Plato and Clausewitz, as well as the writings of Alexander Svechin, a former tsarist officer whom Stalin never trusted but who demonstrated that the only constant in war was an absence of constants. Among Russian authors, Stalin’s favorite was probably Anton Chekhov, who portrayed villains, and not just heroes, with complexity. Still, judging by the references scattered among his writings and speeches, he spent more time reading Soviet-era literature. His jottings in whatever he read were often irreverent: “Rubbish,” “fool,” “scumbag,” “piss off,” “ha-ha!”

 

Stalin in 1932.
Stalin in 1932.

James E. Abbe / Getty Images

Stalin’s manners were coarse, and his sense of humor perverse. But he cultivated a statesmanlike appearance, editing out his jokes and foul language from the transcripts of official gatherings. He appears to have had few mistresses, and definitely no harem. His family life was neither particularly happy nor unhappy. Personal life was subsumed in politics.

Stalin spoke softly, sometimes inaudibly, because of a defect in his vocal cords. He relished being called Koba, after the Georgian folk-hero avenger (and a real-life benefactor who had underwritten Stalin’s education). But one childhood chum had called him Geza, a Gori-dialect term for the unusual gait Stalin had developed after an accident. He had to swing his hip all the way around to walk. A childhood bout with smallpox had left lifelong scars on his nose, lower lip, chin, and cheeks.

It is tempting to find in such deformities the wellsprings of bloody tyranny: torment, self-loathing, inner rage, bluster, a mania for adulation. His pockmarks were airbrushed out of public photographs, and his awkward stride was hidden from public view. (Film of him walking was prohibited.) But people who met him saw the facial disfigurement and odd movement; they also discovered that he had a limp handshake and was not as tall as he appeared in photographs. He stood five feet seven inches, roughly the same as Napoleon and one inch shorter than Adolf Hitler. And yet, despite their initial shock on seeing him for the first time—could this be Stalin?—most people found that they could not take their gaze off him, especially his expressive eyes.

THE DREAM PALACE

Stalin saw himself and his country as menaced from every direction. After seizing power in 1917, Lenin and his followers had obsessed over the “capitalist encirclement” their coup had brought about: now, this structural paranoia fed, and was fed by, Stalin’s personal paranoia. Such were the paradoxes of power: the closer the country got to achieving socialism, Stalin argued, the sharper the class struggle became; the more power Stalin personally wielded, the more he still needed. Triumph shadowed by treachery became the dynamic of both the revolution and his life. Beginning in 1929, as the might of the Soviet state and Stalin’s personal dictatorship grew and grew, so, too, did the stakes. His drive to build socialism would prove both successful and shattering, and deeply reinforcing of his hypersuspicious, vindictive disposition.

Communism was an idea, a dream palace whose attraction derived from its seeming fusion of science and utopia, and Stalin was an ideologue. In the Marxist conception, capitalism had created great wealth by replacing feudalism, but then promoted only the interests of the exploiter class, at the expense of the rest of humanity. Once capitalism was overcome, the thinking went, the forces of production would be unleashed as never before. Exploitation, colonization, and imperialist war would give way to solidarity, emancipation, and peace. To be sure, socialism in practice had been difficult to imagine. But whatever it was, it could not be capitalism. Logically, socialism would be built by eradicating private property, the market, and “bourgeois” parliaments and putting in their place collective property, socialist planning, and people’s power. Of course, as Stalin and many other Marxists avowed, the capitalists would never allow themselves to be buried. Rather, they would fight to the death against socialism, using every means—lies, espionage, murder—because this was a war in which only one class could emerge victorious. Socialism, therefore, would also have to use mass violence and deceit. The most terrible crimes became morally imperative acts in the name of creating paradise on earth.

The purported science of Marxism-Leninism ostensibly explained why the world had so many problems (class) and how it could be made better (class warfare), with a role for all. People’s otherwise insignificant lives became linked to building an entirely new world. To collect grain or operate a lathe was to strike a hammer blow at world imperialism. It did not hurt that those who took part stood to gain personally: idealism and opportunism are always reinforcing. Accumulated resentments, too, fueled the aspiration to become significant. People under the age of 29 made up nearly half of the Soviet population, giving the country one of the youngest demographic profiles in the world, and the youth proved especially attracted to a vision that put them at the center of a struggle to build tomorrow today.

Stalin personified communism’s lofty vision. A cult would be built around him, singling him out as vozhd, an ancient Slavic word that came to mean something like “supreme leader”—the Russian equivalent of “duce” or “führer.” Stalin resisted the cult, calling himself “shit compared with Lenin.” According to his close associate Anastas Mikoyan, Stalin once rebuked another Soviet official, saying, “Why do you praise me alone, as if one man decides everything?” Whether Stalin’s objections reflected false modesty or genuine embarrassment remains hard to say, but he indulged the prolonged ovations he received in public. “At first,” recalled Vyacheslav Molotov, who served as Stalin’s principal lieutenant for decades, “he resisted the cult of personality, but then he came to like it a bit.”

Stalin was a ruler of seemingly irreconcilable contradictions. He could flash burning anger; he could glow with a soft, capacious smile. He could be solicitous and charming; he latched on to perceived slights and compulsively sought revenge. He prided himself on his voracious reading and his ability to quote the wisdom of Marx or Lenin; he resented fancy-pants intellectuals who he thought put on airs. He possessed a phenomenal memory and a mind of scope; his intellectual horizons were severely circumscribed by primitive theories of class struggle and imperialism. He developed a feel for the aspirations of the masses and incipient elites; he almost never visited factories or farms, or even state agencies, instead reading about the country he ruled in secret reports and newspapers. He was a cynic about everyone’s supposed base motives; he lived and breathed his own ideals.

Stalin did what winning leaders do: he articulated and drove toward a consistent goal, in his case a powerful state backed by a unified society that had eradicated capitalism and built industrial socialism. “Murderous” and “mendacious” do not begin to describe him. At the same time, Stalin galvanized millions. His colossal authority was rooted in a dedicated party, a formidable governing apparatus, and Marxist-Leninist ideology. But his power was magnified many times over by ordinary people, who projected onto him their ambitions for social justice, peace, abundance, and national greatness. Dictators who amass great power often retreat into pet pursuits, expounding interminably on their obsessions and paralyzing the state. But Stalin’s obsession was a socialist great power, and he labored day and night to build one. Stalin was a myth, but he proved equal to the myth.

“A TREMENDOUS CHAP”

Hitler was 11 years Stalin’s junior, born in 1889 in a frontier region of Austria-Hungary. He lost his father at age 13 and his mother at 18. (The Jewish physician who tended to his mother would recall that in 40 years of practicing medicine, he had never seen anyone as broken with grief over a mother’s death as Hitler.) At age 20, Hitler found himself on a bread line in Vienna, his inheritance and savings nearly spent. He had twice been rejected from Vienna’s Academy of Fine Arts (“sample drawing unsatisfactory”) and was staying in a homeless shelter behind a railway station. A vagrant on the next bed recalled that Hitler’s “clothes were being cleaned of lice, since for days he had been wandering about without a roof and in a terribly neglected condition.” Soon, with a small loan from an aunt, Hitler got himself into a group home for men. He managed to find odd jobs, such as painting picture postcards and drafting advertisements. He also frequented the city’s public libraries, where he read political tracts, newspapers, the philosopher Arthur Schopenhauer, and the fiction of Karl May, set in the cowboys-and-Indians days of the American West or in the exotic Near East.

Hitler dodged the Austrian draft. When the authorities finally caught up with him, they judged the undernourished and gloomy youth unfit for service. He fled across the border to Munich, and in August 1914, he joined the German army as a private. He ended World War I still a private, but the war’s aftermath transformed his life. He would be among the many who migrated from the political left to the right in the chaotic wake of imperial Germany’s defeat.

Under Stalin, the most terrible crimes became morally imperative acts in the name of creating paradise on earth.

Film footage from 1918 shows Hitler marching in the funeral procession of provincial Bavaria’s murdered leader, a Jewish Social Democrat; he is wearing two armbands, one black (for mourning) and the other red. In April 1919, after Social Democrats and anarchists formed the Bavarian Soviet Republic, the Communists quickly seized power; Hitler, who contemplated joining the Social Democrats, served as a delegate from his battalion’s soviet (council). He had no profession to speak of but appears to have taken part in leftist indoctrination of the troops. Ten days before Hitler’s 30th birthday, the Bavarian Soviet Republic was quickly crushed by the so-called Freikorps, made up largely of war veterans. Hitler remained in the military because a superior, the chief of the German army’s “information” department, had the idea of sending him to an antileftist instructional course and then using him to infiltrate leftist groups. The officer recalled that Hitler “was like a tired stray dog looking for a master” and “ready to throw in his lot with anyone who would show him kindness.” The assignment as an informant led to Hitler’s involvement in a minuscule right-wing group, the German Workers’ Party, which had been established to draw workers away from communism and which Hitler, with the assistance of rabidly anti-Semitic émigrés from the former imperial Russia, would remake into the National Socialist German Workers’ Party, or Nazi Party.

Although he had begun to earn a reputation as a transfixing far-right agitator, Hitler remained a marginal figure. When Stalin was the new general secretary of the Communist Party of the largest state in the world, Hitler was in prison for a failed 1923 attempt to seize power in Munich, which would be derided as “the Beer Hall Putsch.” He was convicted and sentenced to five years. Still, he managed to turn his trial into a triumph. One of the judges remarked, “What a tremendous chap, this Hitler!” Indeed, even though Hitler was an Austrian citizen, the presiding judge allowed him to stay in Germany, reasoning that the law requiring deportation “cannot apply to a man who thinks and feels as German as Hitler, who voluntarily served for four and a half years in the German army at war, who attained high military honors through outstanding bravery in the face of the enemy, was wounded.”

During his first two weeks in prison, Hitler refused to eat, believing he deserved to die, but letters arrived congratulating him as a national hero. Richard Wagner’s daughter-in-law, Winifred, sent paper and pencil, encouraging him to write a book. Hitler had an attendant in confinement, Rudolf Hess, who typed his dictation, creating an autobiography dedicated to the 16 Nazis killed in the failed putsch. In Mein Kampf, Hitler portrayed himself as a man of destiny and pledged to revive Germany as a great power and rid it of Jews, anointing himself “the destroyer of Marxism.” In December 1924, after serving only 13 months, he was released. But his book sales disappointed, a second book failed to find a publisher, and his Nazi Party struggled at the ballot box. Lord D’Abernon, the British ambassador to Berlin at the time, summarized Hitler’s political life after his early release from prison as “fading into oblivion.”

History is full of surprises. That this Austrian member of a fringe political movement would become the dictator of Germany, and Stalin’s principal nemesis, was scarcely imaginable in 1924. But Hitler turned out to be a master improviser: often uncertain, but a man possessed of radical ideas who sensed where he was ultimately going and grasped opportunities that came his way. Stalin, too, was a strategist in that sense: a man of radical ideas able to perceive and seize opportunities that he did not always create but turned to his advantage. The richest opportunities perceived by Stalin and Hitler were often supposedly urgent “threats” that they inflated or invented. History is driven by the interaction of geopolitics, institutions, and ideas—but it takes historical agents to set it all in motion.

Stalin’s direct experience of Germany consisted of just a few months in 1907 in Berlin, where he stopped on the way back to Russia from a Bolshevik meeting in London. He studied but never mastered the German language. But like several tsarist predecessors, Stalin was a Germanophile, admiring that country’s industry and science—in a word, its modernity. But for the longest time, Stalin had no idea of Hitler’s existence.

Then, in 1933, Hitler was handed the wheel of the great state Stalin admired. The lives of the two dictators had run in parallel, as the historian Alan Bullock wrote. But it was the intersection that would matter: two very different men from the peripheries of their societies who were bloodily reviving and remaking their countries, all while unknowingly (and then knowingly) drawing ever closer. It was not only the German people who turned out to be waiting for Hitler.

Hitler addresses the Reichstag, Berlin, March 1933.
Hitler addresses the Reichstag, Berlin, March 1933.

Bundesarchiv

FACE-OFF

On Saturday, June 21, 1941, Stalin paced and paced in his Kremlin office, with his usual short steps, gripping a pipe. Inside the triangular Kremlin, the Imperial Senate formed its own triangular stronghold, and Stalin’s wing was a fortress within the fortress. Even the regime personnel with regular Kremlin passes needed a special pass to enter Stalin’s wing. It came to be known to regime insiders as the Little Corner. The walls in the offices were lined with shoulder-height wood paneling, under the theory that wood vapors enhanced air quality, and the elevators were paneled with mahogany. Behind Stalin’s working desk hung a portrait of Lenin. In a corner, on a small table, stood a display case with Lenin’s death mask. Another small table held several telephones. (“Stalin,” he would answer.) Next to the desk was a stand with a vase holding fresh fruit. In the rear was a door that led to a room for relaxation (although rarely used for that purpose), with oversize hanging maps and a giant globe. In the main office, between two of the three large windows that let in afternoon sun, sat a black leather couch where, in his better moods, Stalin sipped tea with lemon.

Over the years, people who were granted an audience with him surmised that he paced to control his explosive emotions or, alternatively, to unnerve those in his company. Invariably, he would be the only one in the room standing, trundling back and forth, sidling up to people while they were speaking. Only a few intimates knew that Stalin suffered nearly constant pain in the joints of his legs, which may have been a genetic condition and which movement partly alleviated. He also strolled the Kremlin grounds, usually alone, touching the leaves on the trees and shooing away black ravens. (Afterward, guards would come and massacre the birds.)

Stalin had eliminated private property and made himself responsible for the Soviet equivalents of Washington, Wall Street, and Hollywood all rolled into one, and all rolled into one person. He complained of fatigue, especially toward the end of his long workdays, and suffered from insomnia, a condition never acknowledged publicly. A tiny group of insiders knew of his infections and multiday fevers. Rumors of various health problems had circulated abroad, and the use of foreign doctors had long ago been discontinued. But a narrow circle of Russian physicians had acquired detailed knowledge of his illnesses and of his bodily deformities, including his barely usable left arm, the thick, discolored toenails on his right foot, and the two webbed toes on his left foot (an omen, in traditional Russian folklore, of Satanic influence). For long periods, Stalin resisted being seen by any doctor, and he had ceased using medicines from the Kremlin pharmacy that were issued in his name. The household staff had stopped bringing his meals from the Kremlin canteen, cooking them in his apartment instead and, in his presence, tasting from the plates. All the same, Stalin’s stomach was a wreck. He suffered from regular bouts of diarrhea.Hitler was a master improviser who grasped opportunities that came his way.

The Imperial Senate had been built by the Teutonic empress of Russia, Catherine the Great, for “the glorification of Russian statehood.” A few decades after its opening, in the early fall of 1812, Napoleon had arrived with his invading forces. Members of the French Grande Armée—which included many Protestants and Catholics from Germany, Italy, and Poland—had defecated in the Kremlin’s Orthodox churches and taken potshots at the holy icons. After cunning Russian resistance starved the occupiers, a retreating Napoleon had ordered the Kremlin blown to pieces. Heavy rains limited the damage, but the explosives destroyed parts of the walls and several towers. The Imperial Senate suffered a fire.

The long, red-carpeted corridors around the Little Corner were attended by an army of sentries. “See how many of them there are?” Stalin once remarked to a military commander. “Each time I take this corridor, I think, which one? If this one, he will shoot me in the back, and if it is the one around the corner, he will shoot me in the front.” The commander was dumbfounded by such paranoia: after all, there had never been a single genuine assassination attempt against Stalin. But the “Man of Steel”—“deeper than the ocean, higher than the Himalayas, brighter than the sun, teacher of the universe,” in the words of the Kazakh national poet—was being stalked from afar.

In the summer of 1941, it seemed clear that Hitler had won World War II. He had annexed his native Austria, the Czech lands, much of Poland, and a strip of Lithuania, creating the Greater Germany that in 1871 Otto von Bismarck had deliberately avoided forging during the wars of German unification (deeming Austria-Hungary’s existence vital for the balance of power). Hitler’s troops had occupied the Balkans, Denmark, the Low Countries, Norway, and northern France. Leaders loyal to the führer ruled Bulgaria, Croatia, Finland, Hungary, Italy, Romania, and Spain. Hitler essentially controlled all of Europe from the English Channel to the Soviet border; only Sweden and Switzerland remained neutral, and both were cooperating with Nazi Germany economically. True, the defiant British still refused to come to terms, but London could never overturn Berlin’s continental dominance.

Stalin was strictly observing the nonaggression pact that Germany and the Soviet Union had signed in August 1939. At that time, Hitler, who had decided to swallow Poland by force, needed to keep the Soviet Union out of a possible anti-German coalition with France and the United Kingdom. Stalin extracted a highly favorable bargain. As Hitler rampaged across the rest of Europe, Stalin avoided having to face Germany’s military might and, taking advantage of the situation, occupied and soon annexed the Baltic states, eastern Poland, and the eastern European regions of Bukovina and Bessarabia. Moreover, in exchange for Soviet grain and oil, Stalin received advanced machine tools and state-of-the-art weaponry from Germany.

Stalin’s apprenticeship in high-stakes diplomacy had shown him to be cunning but also opportunistic, avaricious, obdurate. His approach had remained the same: prepare for war with a massive armaments buildup, yet do everything to avoid fighting while allowing the British and the Germans to go at each other. This had worked, until Germany—aided by the cornucopia of Soviet raw materials—conquered France in the summer of 1940, and Germany was freed up to turn its troops toward the Soviet Union. The two geopolitical and ideological rivals, as a result of their shared aggrandizement, had acquired a common border.

Molotov in 1945.
Molotov in 1945.

Dutch National Archives

Now, after half a year of contradictory secret reports about a possible German invasion of the Soviet Union, intelligence warnings of an imminent titanic war were coming from everywhere. In Moscow, German embassy personnel were evacuating, taking with them oil paintings, antique rugs, and silver. The Soviet secret police reported that the Italian embassy, too, had received instructions to evacuate. Earlier in the day, a Soviet agent in Bulgaria had reported that a German emissary had said that “a military confrontation is expected on June 21 or 22.” The Chinese Communist leader Zhou Enlai reported to officials at the Comintern, the international communist organization, that his nationalist rival, Chiang Kai-shek, “is declaring insistently that Germany will attack the USSR, and is even giving a date: June 21, 1941!” This prompted the head of the Comintern to call Molotov. “The situation is unclear,” Molotov told him. “There is a major game under way. Not everything depends on us.”

FAKE NEWS

It was a hot, stifling day, and Stalin’s top aide, Alexander Poskryobyshev, was sweating profusely, his window open but the leaves on the trees outside utterly still. The son of a cobbler, like the despot he served, Poskryobyshev occupied the immediate outer office through which all visitors had to pass, and invariably they would spray him with questions—“Why did the Master have me summoned?” “What’s his mood?”—to which he would laconically answer, “You’ll find out.” He was indispensable, handling all the phone calls and document piles in just the way the despot preferred. But Stalin had allowed Lavrenti Beria, the feared head of the secret police, to imprison Poskryobyshev’s beloved wife as a “Trotskyite” in 1939. (Beria had sent a large basket of fruit to their two girls; he then executed their mother.)

Poskryobyshev sat at his desk trying to cool down with a bottle of mineral water. On Stalin’s instructions, at around 2:00 PM, he phoned General Ivan Tyulenev, head of the Moscow Military District. Soon the general heard Stalin’s muffled voice asking, “Comrade Tyulenev, what is the situation concerning Moscow’s antiaircraft defenses?” After a brief report, Stalin said, “Listen, the situation is unsettled and therefore you should bring the antiaircraft defenses of Moscow up to 75 percent of their readiness state.”

Poskryobyshev placed the latest intelligence, delivered by a field courier, on Stalin’s desk. Almost all of it was hearsay, rather than purloined documents. The reports were contradictory, contaminated with obviously false information, and often delivered with skepticism. In London, the Soviet ambassador to the United Kingdom wrote in his report that he considered a German attack “unlikely” despite having received information to the contrary from British intercepts of secret German military communications. In Berlin, however, the Soviet ambassador to Germany, after months of equivocation, finally averred that Germany’s actions signaled an imminent invasion. But Stalin evidently concluded that his envoy in Berlin had been fed disinformation and remarked that he was “not such a smart fellow.”

Stalin labeled as “disinformation” whatever he chose not to believe.

For Stalin, the question was not whether war with the Nazi regime was inescapable but whether it was inescapable this year. Scores and scores of invasion warnings had accumulated on his desk, but 14 specific dates that intelligence reports had identified as the day when Germany would attack had come and gone. The only remaining possibilities were “June 22–25” and “June 21 or 22.” The invasion window would soon shut, because of the short time remaining until the onset of winter. Stalin was virtually home free for another year.

Of course, warnings of impending war were even splashed across the front pages of newspapers all over the world. But knowing how he himself made use of the press, Stalin took the screaming headlines to be planted provocations. He reasoned that the Americans and the British wanted nothing more than for the Germans and the Soviets to become embroiled in war. He was right, of course. But as a result, he dismissed all warnings of a German attack. He knew that Germany was experiencing severe shortages and reasoned that it needed even more supplies from him, thus a German invasion would be self-defeating because it would put those supplies at risk. He knew further that Germany had lost World War I because it had fought on two fronts, and so he reasoned that the Germans understood that it would be suicidal for them to attack the Soviet Union in the east before defeating the United Kingdom in the west.

This kind of reasoning had become a trap for Stalin, allowing him to conclude that the colossal buildup of German forces on his doorstep was not a sign of imminent attack but rather Hitler attempting to blackmail him into giving up territory and making other concessions without a fight. Indeed, a brilliant Nazi disinformation campaign fed the Soviet global spy network with incessant reports about German demands that would follow the vast eastern military buildup. Thus, even Stalin’s best intelligence said both that war was coming and that there would be blackmail. And if the latter were true, the former need not be.

When Stalin damned his intelligence as contaminated by disinformation, therefore, he was right. But the despot had no idea which parts were disinformation and which might be accurate intelligence. He labeled as “disinformation” whatever he chose not to believe.

READY OR NOT, HERE I COME

Colonel Georgy Zakharov, a decorated fighter pilot, had been ordered to conduct a full daylight reconnaissance of the border region on the German side, and he reported that the Wehrmacht was poised to invade. The NKGB, the Soviet secret police agency, had discovered that German saboteurs brazenly crossing the border had been instructed that “in the event German troops cross the frontier before they return to Germany, they must report to any German troop unit located on Soviet territory.” Soviet counterintelligence noted vigorous German recruitment of disaffected people in the Baltic region, Belarus, and Ukraine, who were forming underground groups and engaging in terrorism long after Stalin’s supposed annihilation of the perceived fifth column during the Great Terror. Overburdened Soviet rail lines that were needed to transport troops westward were swamped with tens of thousands of “anti-Soviet elements” being deported. German tanks, warplanes, and pontoons had been advanced into an inner zone protected by barbed wire; now the wire was being removed. The click and whir of German motors resounded across to the Soviet side of the frontier.

At the centerpiece of the Little Corner, a felt-covered conference table, Stalin had held countless sessions devoted to war preparations. He had forced into being upward of 9,000 new industrial enterprises during three Five-Year Plans, and Soviet military production grew even faster than GDP for a decade. He had overseen the formation of 125 new divisions just since 1939, and the Red Army now stood at 5.37 million troops, the largest military force in the world. It had 25,000 tanks and 18,000 fighter planes, three to four times the size of Germany’s stocks. Stalin knew that Germany was underestimating this massive force out of prejudice as well as ignorance, so he had arranged German visits to Soviet aviation and tank factories, and even allowed German planes nearly unimpeded reconnaissance of Soviet troop concentrations, airfields, naval bases, and fuel and ammunition depots. Stalin also had his spies spread rumors that, if attacked, Soviet aircraft would assault Berlin with chemical and biological agents. In Hitler’s shoes, Stalin would have been deterred.

Stalin clung to his belief that Germany could not attack Russia before defeating the United Kingdom.

Of course, if his own country really was so well armed, why not let an enemy foolishly underestimate it? Because the so-called Winter War between the Soviet Union and Finland, waged in 1939–40, had exposed Soviet military weaknesses not just to Hitler but also to Stalin. (The Soviets had won a crushing victory in the end, but only after being stymied for months by stout Finnish resistance.) The Red Army was still in the middle of a protracted post-Finland technological upgrade and reorganization. The Soviets possessed only around 1,800 advanced heavy tanks; the rest of their tanks were too light relative to their German counterparts. Similarly, the most advanced Soviet warplanes made up just one-quarter of the air force. Stalin’s war preparations also bore the mark of his executions of thousands of loyal officers, especially top commanders such as Vasily Blyukher, whose eye had been deposited in his hand before he died under torture in 1938, and the gifted Mikhail Tukhachevsky, whose blood had been splattered all over his “confession” to being a German agent—not long before Stalin concluded the German-Soviet Nonaggression Pact.

Now, 85 percent of the officer corps was 35 or younger; those older than 45 constituted around one percent. Fully 1,013 Soviet generals were under age 55, and only 63 were older than that. Many had been majors just a short time earlier. Out of 659,000 Soviet officers, only around half had completed military school, while one in four had the bare minimum (a few courses), and one in eight had no military education whatsoever.

TONIGHT’S THE NIGHT

Stalin was keenly aware of these realities, and lately, the despot’s morose side had gotten the upper hand. “Stalin was unnerved and irritated by persistent reports (oral and written) about the deterioration of relations with Germany,” recalled Admiral Nikolai Kuznetsov, the commissar of the Soviet navy, of this period. “He felt that danger was imminent,” recalled Nikita Khrushchev, who was at the time the party boss of Ukraine and had spent much of June in Moscow. “Would our country be able to deal with it? Would our army deal with it?”

June 21 happened to be the summer solstice, the longest day of the year—and it must have seemed interminable. At 5:00 PM, Stalin ordered that party secretaries of all Moscow wards were to stay at their posts. At 6:27 PM, Molotov entered the Little Corner—the first visitor, as usual. At 7:05, in walked Beria, Kuznetsov, Georgy Malenkov (a senior Communist Party secretary responsible for cadres), Grigory Safonov (a young deputy procurator general responsible for military courts), Semyon Timoshenko (a senior military commander), Kliment Voroshilov (a deputy head of the government), and Nikolai Voznesensky (the head of state planning). The discussion apparently revolved around recent developments pointing toward war and Stalin’s dread of provocations that might incite it.

Stalin’s military intelligence estimated that only 120 to 122 of Germany’s 285 total divisions were arrayed against the Soviet Union, versus somewhere between 122 and 126 against the United Kingdom (the other 37 to 43 were said to be in reserve). In fact, there were around 200 divisions arrayed against the Soviets—a total of at least three million Wehrmacht soldiers and half a million troops from Germany’s Axis partners, as well as 3,600 tanks, 2,700 aircraft, 700,000 field guns and other artillery, 600,000 motor vehicles, and 650,000 horses. The Soviets had massed around 170 divisions (perhaps 2.7 million men) in the west, along with 10,400 tanks and 9,500 aircraft. The two largest armies in world history stood cheek by jowl on a border some 2,000 miles long.

Most conspicuously, German forces had occupied their firing positions; the Soviets had not. To be sure, Stalin had allowed covert strategic redeployments to the western border from the interior. But he would not permit the assumption of combat positions, which he feared would only play into the hands of hawks in the German military who craved war and were scheming to force Hitler’s hand. Soviet planes were forbidden from flying within six miles of the border. Timoshenko and Georgy Zhukov, another senior military commander, made sure that frontline commanders did not cause or yield to provocation. Beria also tasked a master assassin with organizing “an experienced strike force to counter any frontier incident that might be used as an excuse to start a war.” Soviet commanders could be liquidated by their own side if their forces returned any German fire.

Soviet intelligence was now reporting that not just Germany but also its eastern allies—Finland, Hungary, Romania, and Slovakia—were at full war readiness. But Stalin, having long ago ceded the initiative, was effectively paralyzed. Just about anything he did could be used by Hitler to justify an invasion.

At 7:00 PM, Gerhard Kegel, a Soviet spy in the German embassy in Moscow, had risked his life, slipping out to tell his Soviet handler that German personnel living outside the facility had been ordered to come inside immediately and that “all think that this very night there will be war.” At 8:00 PM, a courier arrived to give Stalin, Molotov, and Timoshenko this new piece of intelligence in sealed envelopes. In the Little Corner, Kuznetsov, Safonov, Timoshenko, Voroshilov, and Voznesensky were dismissed at 8:15. Malenkov was dismissed five minutes later. Nothing significant was decided.

Zhukov phoned in to report that yet another German soldier had defected across the frontier and was warning of an invasion within a few hours. This was precisely the kind of “provocation” Stalin feared. He ordered Zhukov to the Kremlin, along with the just-departed Timoshenko. They entered Stalin’s office at 8:50. Whereas Molotov and Beria parroted Stalin’s denials that Hitler was going to attack, the two peasant-born commanders could see that Germany was coiled to invade. Still, when Stalin insisted otherwise, they presumed that he possessed superior information and insight. In any case, they knew the costs of losing his trust. “Everyone had in their memory the events of recent years,” Zhukov would later recall. “And to say out loud that Stalin was wrong, that he is mistaken, to say it plainly, could have meant that without leaving the building, you would be taken to have coffee with Beria.”

Nonetheless, the pair evidently used the defector’s warnings to urge a general mobilization—tantamount, in Stalin’s mind, to war. “Didn’t German generals send that defector across the border in order to provoke a conflict?” Stalin asked. “No,” answered Timoshenko. “We think the defector is telling the truth.” Stalin: “What do we do now?” Timoshenko allowed the silence to persist. Finally, he suggested, “Put the troops on the western border on high alert.” He and Zhukov had come prepared with a draft directive.

Stalin had himself tried to engage Hitler even as he waited for the blackmail demands he expected Hitler to issue. “Molotov has asked for permission to visit Berlin, but has been fobbed off,” Joseph Goebbels, the Nazi propaganda chief, had written in his diary on June 18. “A naive request.”

“The beginning of every war is like opening the door into a dark room,” Hitler once said.

Stalin, instead of continuing to wait for an ultimatum from Hitler, could have preempted it. This was the last option he had left, and a potentially powerful one. Hitler feared that the wily Soviet despot would somehow seize the initiative and unilaterally, publicly declare dramatic, far-reaching concessions to Germany. Stalin appears to have discussed possible concessions with Molotov, but if he did, no record survives. Evidently, Stalin expected Germany to demand Ukraine, the Caucasian oil fields, and unimpeded transit for the Wehrmacht through Soviet territory to engage the British in the Near East and India. A cunning despot could have publicly declared his willingness to join the hostilities against the United Kingdom, exacting revenge against the great power he most reviled and, crucially, robbing Hitler of his argument that the British were holding out against Germany in anticipation of eventual Soviet assistance. Instead, or in parallel to that, Stalin could have demonstrably begun the withdrawal of Soviet forces back from the entire frontier, which would have struck at the heart of the Nazi leader’s public war rationale: a supposed “preventive attack” against the “Soviet buildup.”

Instead of acting cunningly, Stalin clung to his belief that Germany could not attack Russia before defeating the United Kingdom, even though the British did not have an army on the continent and were neither defending territory there nor in a position to invade from there. He assumed that when Hitler finally issued his ultimatum, he would be able to buy time by negotiating: possibly giving in, if the demands were tolerable, and thereby averting war, or, more likely, dragging out any talks beyond the date when Hitler could have launched an invasion, gaining one more critical year, during which the Red Army’s technological revamp would advance. Failing that, Stalin further assumed that even if hostilities broke out, the Germans would need at least two more weeks to fully mobilize their main invasion force, allowing him time to mobilize, too. When his spies out of Berlin and elsewhere reported that the Wehrmacht had “completed all war preparations,” he did not grasp that this meant that day one would bring full, main-force engagement.

BARBAROSSA BEGINS

In the Little Corner, while the relatively heated discussion with Timoshenko and Zhukov continued, Molotov stepped out. Stalin had him summon the German ambassador, Friedrich Werner von der Schulenburg, to the Imperial Senate for a meeting at 9:30 PM. Schulenburg arrived promptly, direct from overseeing the burning of secret documents at the embassy. The envoy had been deeply disappointed that the Hitler-Stalin Pact, in which he had played an important role, had turned out to be an instrument not for a territorial deal over Poland to avoid war but for the onset of another world war. Now he feared the much-rumored German-Soviet clash, and recently he had gone to Berlin to see Hitler himself and persuade him of Stalin’s peaceful intentions but had come back empty-handed. In desperation, Schulenburg had sent his embassy counselor to Berlin to try one last time, but this had failed as well.

Molotov demanded to know why Germany was evacuating personnel, thereby fanning rumors of war. He handed Schulenburg a letter of protest detailing systematic German violations of Soviet airspace and plaintively told him that “the Soviet government is unable to understand the cause of Germany’s dissatisfaction in relation to the [Soviet Union], if such dissatisfaction exists.” He complained that “there was no reason for the German government to be dissatisfied with Russia.” Schulenburg responded that “posing those issues [is] justified,” but he shrugged, saying that he was “not able to answer them, because Berlin utterly refrains from informing [me].”

During a state visit to Germany in November 1940, Molotov had gone toe to toe with Hitler in the gargantuan new Reich Chancellery, arguing over clashing spheres of influence in eastern Europe. “No foreign visitor had ever spoken to [Hitler] in this way in my presence,” the führer’s translator later wrote. But now Molotov could merely express, several times, his regret that Schulenburg was “unable to answer the questions raised.”

Molotov shuffled back to Stalin’s Little Corner. Suddenly, around 10:00 PM, amid the still suffocating heat, the winds gushed, billowing the curtains at open windows. Then came the thunderclaps. Moscow was struck by a torrential downpour.

Finally, Stalin yielded to his insistent soldiers and accepted their draft directive. Timoshenko and Zhukov rushed out of the Little Corner at 10:20, armed, at long last, with an order for full-scale war mobilization, Directive Number 1. “A surprise attack by the Germans is possible during 22–23 June 1941,” it stated. “The task of our forces is to refrain from any kind of provocative action that might result in serious complications.” It ordered that “during the night of June 22, 1941, the firing positions of the fortified regions on the state border are to be secretly occupied,” that “before dawn on June 22, 1941, all aircraft stationed in the field airdromes are to be dispersed and carefully camouflaged,” that “all units are to be put in a state of military preparedness,” and that “no further measures are to be carried out without specific instructions.” It carried the signatures of Timoshenko and Zhukov. The military men had managed to delete an insertion by the despot that if the Germans attacked, Soviet commanders were to attempt to meet them, to settle any conflict. Still, the document made clear that the military was to prepare for war while doing everything possible to avoid it.

Soviet commanders up and down the frontier were hosting performances, as they generally did on Saturday nights. In Minsk, 150 miles east of the border, the officers’ club put on The Wedding at Malinovka, a Soviet comic operetta about a village in the Ukrainian steppes during the civil war. The venue was packed. Attendees included the commander of the critical Western Military District, Dmitry Pavlov; his chief of staff; and his deputies. Six German aircraft had crossed the frontier in Pavlov’s region on a recent night. “Never mind. More self-control. I know, it has already been reported! More self-control!” Pavlov was overheard saying on the phone about reports of German actions. As soon as Pavlov put the receiver down and prepared to greet a visitor, the phone rang again. “I know; it has been reported,” Pavlov was heard to say. “I know. Those at the top know better than us. That’s all.” He slammed down the phone. During the operetta, Pavlov was interrupted in his box by a new report of unusual activity: the Germans had removed the barbed wire from their side of the border, and the sound of motors had grown louder, even at a distance. An uninterrupted flow of German mechanized columns was moving forward. Pavlov remained at the show.

Around midnight, the commander of the Kiev Military District called the defense commissariat to report that another German had crossed the border, claiming that Wehrmacht soldiers had taken up their firing positions, with tanks at their start lines. Some 12 hours earlier, at 1:00 PM, Germany’s high command had transmitted the password for war, “Dortmund.” That afternoon, Hitler had composed letters explaining his decision to attack the Soviet Union to the leaders of Nazi-allied states. Hitler’s adjutant Nicolaus von Below noticed that the führer was “increasingly nervous and restless. Hitler talked a lot, walked up and down; he seemed impatient, waiting for something.” In his residence in the old Reich Chancellery, Hitler did not sleep for a second straight night. He took a meal in the dining room. He listened to Les Préludes, the symphonic poem by Franz Liszt. He summoned Goebbels, who had just finished watching Gone With the Wind. The two walked up and down Hitler’s drawing room for quite a while, finalizing the timing and content of Hitler’s war proclamation for the next day, which would focus on “the salvation of Europe” and the intolerable danger of waiting any longer. Goebbels left at 2:30 AM, returning to the Propaganda Ministry, where staff had been told to await him. “Everyone was absolutely astonished,” he wrote in his diary, “even though most had guessed half of what was going on, and some all of it.” The Germans had given the invasion the code name Operation Barbarossa. Now, it had begun.

Most of the intended recipients in Soviet frontline positions failed to receive Directive Number 1. Wehrmacht advance units, many disguised in Red Army uniforms, had already crossed the border and sabotaged Soviet communications. “The beginning of every war is like opening the door into a dark room,” Hitler had told one of his private secretaries. “One never knows what is hidden in the darkness.”

A Germant infantryman walks toward the body of a Soviet soldier and burning Soviet BT-7 tank in the early days of Operation Barbarossa, 1941.
A German infantryman walks toward the body of a Soviet soldier and burning Soviet BT-7 tank in the early days of Operation Barbarossa, 1941.

Deutsches Bundesarchiv

BLINDED BY THE MIGHT

Stalin’s regime had reproduced a deep-set pattern in Russian history: Russian rulers launching forced modernizations to overcome or at least manage the asymmetry of a country that considered itself a providential power with a special mission in the world but that substantially lagged behind the other great powers. The urgent quest for a strong state had culminated, once more, in personal rule. Stalin’s regime defined the terms of public thought and individual identity, and Stalin himself personified the passions and dreams of a socialist modernity and Soviet might. With single-sentence telegrams or brief phone calls, he could spur the clunky Soviet party-state machinery into action, invoking discipline and intimidation, to be sure, but also galvanizing young functionaries who felt close emotional ties to him and millions more who would never come close to meeting him in person.

Stalin’s regime promised not merely statist modernization but also the transcendence of private property and markets, of class antagonisms and existential alienation—a renewal of the social whole rent by the bourgeoisie, a quest for social justice on a global scale. In worldview and practice, it was a conspiracy that perceived conspiracy everywhere and in everything, constantly gaslighting itself. In administration, it constituted a crusade for planning and control that ended up generating a proliferation of improvised illegalities, a perverse drive for order, and a system in which propaganda and myths about “the system” were the most systematized part. Amid the cultivated opacity and patent falsehoods, even most high officials were reduced to Kremlinology. The fanatical hypercentralization was often self-defeating, but the cult of the party’s and especially Stalin’s infallibility proved to be the most dangerous flaw of Stalin’s fallible rule.

By inclination, Stalin was a Russian nationalist in the imperial sense, and anti-Westernism was the core impulse of this long-standing Russian-Eurasian political culture. Initially, the ambitious Soviet quest to match the West had actually increased the country’s dependency on Western technology and know-how. But after importing technology from every advanced Western economy, Stalin’s regime went on to develop its own sophisticated military and related industries to a degree unprecedented for even a military-first country. Geopolitically, however, whereas tsarist Russia had concluded foreign alliances for its security, the Soviet Union mostly sought, or could manage, only nonaggression pacts. Its sole formal alliance, formed with France, lacked any military dimension. The country’s self-isolation became ever more extreme.

Stalin insisted on calling fascism “reactionary,” a supposed way for the bourgeoisie to preserve the old world. But Hitler turned out to be someone neither Marx nor Lenin had prepared Stalin for. A lifelong Germanophile, Stalin appears to have been mesmerized by the might and daring of Germany’s parallel totalitarian regime. For a time, he recovered his personal and political equilibrium in his miraculous pact with Hitler, which deflected the German war machine, delivered a bounty of German industrial tools, enabled the conquest and Sovietization of tsarist borderlands, and reinserted the Soviet Union into the role of arbitrating world affairs. Hitler had whetted and, reluctantly, abetted Stalin’s own appetite. But far earlier than the despot imagined, his ability to extract profit from the immense danger Hitler posed to Europe and the world had run its course. This generated unbearable tension in Stalin’s life and rule, yet he stubbornly refused to come to grips with the new realities, and not solely out of greed for German technology. Despite his insight into the human psyche, demonic shrewdness, and sharp mind, Stalin was blinkered by ideology and fixed ideas. British Prime Minister Winston Churchill controlled not a single division on the Soviet frontier, yet Stalin remained absolutely obsessed with British imperialism, railing against the Treaty of Versailles long after Hitler had shredded it and continuing to imagine that Hitler was negotiating with the British behind his back.

HITLER’S CHOICE

For Hitler, the 1939 pact had been a distasteful necessity that, with luck, would not endure very long. His racial, social Darwinist, zero-sum understanding of geopolitics meant that both the Soviet Union and the United Kingdom would have to be annihilated in order for Germany to realize its master-race destiny. To be sure, in the immediate term, he thought in terms of domination of the European continent (Grossmacht), which required Lebensraum—living space—in the east. But in the longer term, he foresaw domination of the world (Weltmacht), which would require a blue-water fleet, bases rimming the Atlantic, and a colonial empire in the tropics for raw materials. That was incompatible with the continued existence of the British Empire, at least in the form it took at that time. Hitler thus put himself in front of a stark choice of either agreeing to deepen the pact with Stalin and taking on the entire British Empire, which would mean conceding at least a partial Soviet sphere in the Balkans and on the Black Sea—on top of the Soviet sphere in the Baltics—or, alternatively, freeing himself from the infuriating dependency on Moscow and taking on the British later. In the end, military circumstances helped determine the sequencing: Hitler did not possess the air or naval capabilities or the depth of resources to prevail militarily over the United Kingdom; he did have the land forces to attempt to smash the Soviet Union.

A commitment to a prolonged contest for supremacy with the British, whom Hitler expected to be aided more and more by the vast resources of the United States, made quick annihilation of the Soviet Union an absolutely necessary prelude. Moreover, even though Hitler and the German high command knew that the Soviet Union was not poised to attack, the invasion amounted to a preventive war all the same in his logic, for the Soviet Union was only getting stronger and might itself attack at a time it deemed more advantageous. And so in 1940, while pushing Japan to attack British positions in East Asia, Hitler had offered the British government a version of the pact he had concluded with Stalin and seemed dumbfounded when the British government did not accept it. The Nazi leader had grasped the British imperial mindset, and he was sincere when promising that, in exchange for a free hand on the continent, he would keep the British Empire intact for now. He continued to hold out hope that the United Kingdom, patently weak militarily on land and therefore unable to defeat him, would come to terms with him. But Hitler had failed to understand the long-standing British preference for a balance of power on the continent (on which the security of the empire, too, partly depended). And he perceived far more common interests between London and Moscow than either of them saw themselves.

Hitler turned out to be someone neither Marx nor Lenin had prepared Stalin for.

During the preparations for the blitzkrieg against the Soviets, Hitler continued to devote resources to preparing for a long naval and air war against the British and the United States. May and June of 1941 was the blackest period yet for the United Kingdom: Germany was sinking its ships and bombing its cities, and it had lost its position in the Balkans. After German paratroopers had captured Crete, in late May 1941, the British position seemed grievously imperiled. Eleven days before the scheduled launch of his Soviet invasion, Hitler had dictated a draft of Directive Number 32, “Preparations for the Time after Barbarossa.” It envisioned the subdivision and exploitation of Soviet territories, as well as a pincer movement against the Suez Canal and British positions in the Middle East; the conquest of Gibraltar, northwestern Africa, and the Spanish and Portuguese Atlantic islands, to eliminate the British in the Mediterranean; and the building of coastal bases in West and possibly East Africa. Eventually, there would need to be a German base in Afghanistan for seizing British India.

Had Hitler thrown all his might into this “peripheral strategy” rather than invading the Soviet Union, the United Kingdom might not have survived. The war with the Soviets would have gone ahead at some point, but with the British knocked out of the picture. There would have been no British beachhead to assist an eventual U.S.-led Allied landing in western Europe.

THE WISDOM OF BISMARCK it in cold tea. No one shared this omen with Hitler.

https://www.foreignaffairs.com/articles/russia-fsu/2017-09-19/when-stalin-faced-hitler?utm_medium=newsletters&utm_source=special_send&utm_campaign=summer_reads_2019_actives&utm_content=20190714&utm_term=all-actives

Αθήνα έναντι Άγκυρας: Διάλογος αλλά και κόκκινες γραμμές

0

Οι τρεις πυλώνες της στρατηγικής της Ελλάδας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Περίληψη:

Η τουρκική τακτική έχει κάνει την Ελλάδα να βλέπει και αυτή μια διευθέτηση στο Αιγαίο και την Κύπρο με όρους μηδενικού αθροίσματος. Μια φορτωμένη με τουρκικές αναθεωρητικές προτιμήσεις διμερής ατζέντα, όπου τα ζητήματα μπορούν να διευθετηθούν μόνο στην βάση ελληνικών συμβιβασμών, δεν είναι ένα πλαίσιο που η Αθήνα μπορεί να αποδεχθεί.

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΥΦΑΝΤΗΣ είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Kadir Has της Κωνσταντινούπολης.

Επειδή οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο αλλά και γενικότερα, δείχνουν να αποκτούν μια μόνιμα αυξητική τάση, και επειδή πολλά λέγονται σχετικά, σε μια προσπάθεια αποσαφήνισης της περίπλοκης ελληνοτουρκικής σχέσης, ας αρχίσουμε από τα προφανή, και μάλιστα με μια σειρά που δεν είναι αξιολογική.

Πρώτον, μια στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία δεν θα έχει νικητές. Και οι δύο πλευρές θα έχουν ηττηθεί από την στιγμή που θα περάσουν το κατώφλι της χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Κανένα πρόβλημα δεν θα επιλυθεί, ενώ αντίθετα γενιές Ελλήνων και Τούρκων θα επιμολυνθούν με νέες εμπειρίες και μνήμες βίας και αίματος. Επειδή ο πόλεμος αποτελεί εγγενές συστατικό της ιστορίας, τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μια πολεμική σύγκρουση δεν είναι, δυστυχώς, αδιανόητη και πολλές φορές περνάει πάνω από τις ανθρώπινες κοινότητες χωρίς να το έχουν σχεδιάσει και επιδιώξει.

13072019-1.jpg

Η φρεγάτα του τουρκικού Ναυτικού TCG Fatih (F-242) φαίνεται δίπλα στο τουρκικό σκάφος γεωτρήσεων Yavuz στο λιμάνι Dilovasi στην δυτική πόλη Kocaeli, στην Τουρκία, στις 20 Ιουνίου 2019. REUTERS / Murad Sezer
————————————————————————–

Δεύτερον, αν κάποιος απειλεί στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αυτός είναι η Τουρκία. Αν κάποιος επισείει την προοπτική της βίας ως επιλογή και μέσον «επίλυσης των διαφορών», αυτός είναι η Άγκυρα. Το casus belli ισχύει αλλά ακόμη και αν δεν υφίστατο ως θεσμικά κατοχυρωμένη δέσμευση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η ρητορική που εκπέμπεται από την ανατολική πλευρά του Αιγαίου είναι διαχρονικά απειλητική και εκβιαστική. Στην Κύπρο, η Τουρκία έχει ήδη δημιουργήσει νέα τετελεσμένα. Οι γεωτρήσεις που έχουν γίνει, και αυτές που προγραμματίζονται από τα τουρκικά πλοία εντός της Κυπριακής ΑΟΖ παραβιάζουν την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δύσκολα δεν θα τεθεί από την Τουρκία και την τουρκοκυπριακή κοινότητα η απαίτηση για εκ νέου οριοθέτηση όλων των ζωνών στο πλαίσιο των τουρκικών επιδιώξεων και προτιμήσεων, αν και όταν εκκινήσει μια νέα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αντιδράσει διπλωματικά αλλά, δυστυχώς, η ασυμμετρία ισχύος είναι συντριπτική και δύσκολα θα ανατραπούν οι τουρκικές προσβολές.

Τρίτον, για την Ελλάδα η Τουρκία αποτελεί απειλή και αντιμετωπίζεται ως τέτοια, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται και ως ευκαιρία: Μια οικονομία που, παρ’ όλα τα πισωγυρίσματα, είναι οικονομία του περίπου ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων, με σημαντική παραγωγική βάση, με εξαγωγές σχεδόν 200 δισεκατομμυρίων και μια διαρκώς διευρυνόμενη μεσαία τάξη που καταναλώνει, πάει διακοπές και αποζητά ειρήνη και ευημερία. Η τρέχουσα οικονομική αβεβαιότητα και επιβράδυνση δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινές. Η Τουρκία τάχιστα εντάσσεται στις αναπτυγμένες βιομηχανικές οικονομίες και ετοιμάζεται πυρετωδώς για την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Επενδύει στην εκπαίδευση και την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού της και μπορεί να είναι ήσυχη ότι -για τουλάχιστον κάποιες δεκαετίες- δεν θα αντιμετωπίσει τα δημογραφικά προβλήματα που απειλούν τις αναπτυγμένες κοινωνίες και την Ελλάδα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η γειτνίαση με μια τέτοια οικονομία θα ήταν ευλογία.

Όμως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η Τουρκία είναι μια καχεκτική δημοκρατία. Βρίσκεται σε διαδικασία εκδημοκρατισμού εδώ και έναν αιώνα. Μια αέναη διαδικασία όπου ο Σίσυφος δεν φτάνει καν στην κορυφή του λόφου. Δεν υπάρχει άλλο ανάλογο ιστορικό παράδειγμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπό την ηγεσία του Ταγίπ Ερντογάν η Τουρκία αποκτά ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά Κεντρο-ασιατικής πολιτείας. Πανίσχυρη, ανέλεγκτη Προεδρία, συνταγματικά τραυματισμένη διάκριση των εξουσιών, «κράτος δικαίου» που λειτουργεί υπέρ του κράτους και κατά του πολίτη, με μόνες τις εκλογές να «νομιμοποιούν» μια ανταγωνιστική αλλά αυταρχική πολιτική διαδικασία. Ένας ηγέτης που πλέον στηρίζεται στην υποστήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης για να διατηρεί την εκλογική και πολιτική του πρωτοκαθεδρία, δεν είναι ένας συνομιλητής που αντέχει τους συμβιβασμούς.

Τέταρτον, η Τουρκία προς το παρόν βρίσκεται εκτός των σχεδίων των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή για μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας, με ευθύνη δική της. Κακές σχέσεις με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, δυσπιστία στην σχέση της με την Σαουδική Αραβία, ευκαιριακή σύγκλιση με το Ιράν, και στα πρόθυρα της ρήξης με τις ΗΠΑ, συγκροτούν μια εικόνα απομόνωσης. Και ενώ μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα, δεν είναι, στον βαθμό που η Άγκυρα -υπό αυτές τις συνθήκες- οι τελευταίοι με τους οποίους θα ήταν διατεθειμένη να συμβιβαστεί είναι η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελλάδα.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση επικαιροποίησης και αναζωογόνησης της στρατηγικής της είναι τεράστια. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία μεταξύ ανάσχεσης της ξεκάθαρα διατυπωμένης τουρκικής απειλής και της διατήρησης ανοικτών των διαύλων επικοινωνίας και διαλόγου σε όλα τα επίπεδα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, βεβαίως, να διαμορφώσεις συνθήκες έντιμου διαλόγου με κάποιον που σε απειλεί και ο μαξιμαλισμός των απαιτήσεών του υποστηρίζεται από τακτικές δημιουργίας τετελεσμένων. Η τουρκική τακτική έχει κάνει την Ελλάδα να βλέπει και αυτή μια διευθέτηση στο Αιγαίο και την Κύπρο με όρους μηδενικού αθροίσματος. Μια φορτωμένη με τουρκικές αναθεωρητικές προτιμήσεις διμερής ατζέντα, όπου τα ζητήματα μπορούν να διευθετηθούν μόνο στην βάση ελληνικών συμβιβασμών, δεν είναι ένα πλαίσιο που η Αθήνα μπορεί να αποδεχθεί.

Οι εκτιμήσεις των περισσοτέρων συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί την κατάρρευση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσα από μια κρίση που θα κλιμακωθεί στην βάση συγκεκριμένου σχεδιασμού. Ίσως δεν έχουν άδικο. Το πιθανότερο είναι ότι η Άγκυρα θα εξακολουθήσει να δοκιμάζει τις αντοχές της Αθήνας και να κλιμακώνει χωρίς να φτάνει στο κατώφλι ενός θερμού επεισοδίου. Θα επιδιώκει να κερδίζει πόντους κάθε μέρα. Θα συνεχίσει να δεσμεύει μεγάλες περιοχές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο για ασκήσεις. Θα συνεχίσει να προσπαθεί να οριοθετήσει ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα με άλλες χώρες διακηρύττοντας την ανυπαρξία των ελληνικών και κυπριακών δικαιωμάτων. Θα συνεχίσει να απειλεί και να παραβιάζει. Δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τις προσφυγικές ροές ως υβριδικό εργαλείο. Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής, θεωρώ, όμως, ότι η τουρκική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία έχει περιλάβει και την πιθανή χρησιμότητα ενός στρατιωτικού σεναρίου: Ένα επεισόδιο που για την Τουρκία δεν θα τελειώσει με την επιστροφή στο status quo ante αλλά σε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων όπου όλα θα είναι προς συζήτηση.

Σε αυτό το περιβάλλον, είναι ίσως καιρός να ξαναδούμε συνολικά την ελληνική στρατηγική. Οι επιλογές της Αθήνας προσδιορίζονται τελικά από την ανάγκη να διατηρηθεί η ελληνική κυριαρχία και η ειρήνη. Όμως, η ειρήνη δεν θα εξασφαλισθεί μέσα από τις συνεχείς υποχωρήσεις στην απειλή χρήσης βίας της άλλης πλευράς. Και ενώ η Τουρκία, ουσιαστικά ανενόχλητη, προσδιορίζει την φυσιογνωμία της επόμενης μέρας στην Κύπρο με βάση τις δικές της προτιμήσεις, στο Αιγαίο δεν έχουμε κανένα περιθώριο να επιτρέψουμε την ίδια τακτική.

Η ελληνική στρατηγική οφείλει να βασίζεται σε τρεις τουλάχιστον πυλώνες.

Πρώτον, στην διατήρηση της αποτρεπτικής μας ισχύος σε ικανοποιητικά επίπεδα. Το πιο σημαντικό σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι η ποσότητα αλλά η αξιοπιστία. Το σήμα ότι οι τουρκικές επιδιώξεις δεν θα γίνουν ανεκτές πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Η ελληνική διπλωματία πρέπει να στείλει αυτό το μήνυμα όχι με πολεμοκάπηλες δηλώσεις και στρατιωτικές φανφάρες αλλά μέσω έντιμων διαμεσολαβητών. Παράλληλα, είναι καιρός να ανακοινωθεί ότι η Ελλάδα εκπονεί τάχιστα ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της δομής των ενόπλων δυνάμεών της με το πέρασμα στον επαγγελματισμό ενός μικρότερου αλλά απείρως ισχυρότερου στρατεύματος και μιας αξιόμαχης εφεδρείας, ενώ προχωρά και στον σχεδιασμό ενός μεσοπρόθεσμου εξοπλιστικού προγράμματος με έμφαση σε ό,τι προωθεί την απόκτηση τεχνολογικής υπεροχής στο επιχειρησιακό περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ και την Γαλλία είναι κρίσιμο συστατικό ενώ και η περεταίρω εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ δεν μπορεί παρά να είναι μέρος αυτού του προγράμματος.

Δεύτερον, στην έγκαιρη ευαισθητοποίηση φίλων και συμμάχων. Δεν ζητούμε την στρατιωτική τους συνδρομή –θα ήταν απίθανο να την προσδοκούσαμε- αλλά την διπλωματική και πολιτική τους συμπαράσταση. Η στάση και η αλληλεγγύη της ΕΕ είναι ζωτικής σημασίας αλλά θα πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να κάνει απέναντι στην Τουρκία και δεν θα προσφέρει τίποτε ουσιαστικό να εκβιάσουμε αυτά τα όρια.

Τρίτον, στην επιδίωξη να αλλάξουμε την διμερή ατζέντα. Διαμορφώνουμε έναν συγκεκριμένο οδικό χάρτη για την επίλυση των διαφωνιών μας με την Τουρκία. Η προσφυγή στην διεθνή δικαιοσύνη είναι ο βασικός πυλώνας της ελληνικής πολιτικής διαχρονικά αλλά -επιτέλους- ας καταθέσουμε ιδέες για το πώς θα φτάσουμε εκεί. Ας αντιστρέψουμε τους όρους του παιγνιδιού. Να “βομβαρδίσουμε” την άλλη πλευρά και την διεθνή κοινότητα με ιδέες για εργαλεία και μηχανισμούς επίλυσης διαφορών που θα περιλαμβάνουν οπωσδήποτε και την προσφυγή στην διεθνή δικαιοσύνη και/ή διαιτησία.

Με την αυτοπεποίθηση που μας δίνει πρωτίστως η αξιόπιστη αποτρεπτική μας ικανότητα και οι συμμαχίες μας, μπορούμε να είμαστε ενεργητικοί στην προσέγγισή μας με την άλλη πλευρά. Να προτείνουμε μια ολοκληρωμένη διαδικασία που θα περιλαμβάνει άνεση χρόνου αλλά και προθεσμίες, λεπτομερή και αξιολόγηση των θεμάτων, δέσμευση για ουσιαστική συζήτηση με απόλυτη μυστικότητα και όχι προσχηματική ανταλλαγή των μαξιμαλιστικών θέσεων, εκείνα τα fora και τρίτα μέρη που θα μπορούσαν να διευκολύνουν κλπ.

Τίποτε από τα παραπάνω, βεβαίως δεν είναι σκόπιμο να ξεκινήσει αν η Τουρκία δεν εγκαταλείψει την επιθετική της τακτική και δεν σταματήσει να ακρωτηριάζει την Κυπριακή κυριαρχία. Και αν επιχειρήσει την δημιουργία ανάλογων τετελεσμένων εις βάρος της ελληνικής κυριαρχίας τότε θα πρέπει όλοι να ξέρουν ότι η ούτε Ελλάδα μπλοφάρει!

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Τα πραγματικά αδιέξοδα είναι για τους Αμερικανούς και ΟΧΙ για τον Ερντογάν

1

ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.

Και είναι αδιέξοδα στρατηγικά για μια υπερδύναμη που αναζητεί εναγωνίως την χαμένη περπατησιά της…

Πέρα από το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών του Ερντογάν, ο οποίος απέδωσε σε σχέδια των Αμερικανών το πέτσινο πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του, αυτό που είναι βέβαιο είναι πως ο στρατηγιστής Τούρκος ηγέτης, εργαλειοποίησε επιτυχημένα τις παραμέτρους αυτού του πραξικοπήματος, προκειμένου να προωθήσει το όραμά του για μια ισχυρή – ηγεμονική Τουρκία, με αναβαθμισμένο ρόλο στο περιβάλλον του δυναμικά αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου.

Την περίοδο που μεσολάβησε αμέσως μετά το καλοκαίρι του 2016, οι ΗΠΑ ασχολήθηκαν πρωτίστως με την διαχείριση των ενοχών τους ή έστω της έκδηλης επιθυμίας τους να αποστασιοποιηθούν από την «ρετσινιά» του ενορχηστρωτή του πραξικοπήματος, την οποία φρόντισε να τους προσάψει – και όχι τυχαία – ο Ερντογάν. Η Τουρκική εξωτερική πολιτική όμως, είχε ήδη μεταπηδήσει στην σκακιέρα της επόμενης μέρας.

Η απόφαση για τον πλήρη απογαλακτισμό της Τουρκίας από το στρατηγικό πατρονάρισμα των ΗΠΑ είχε ήδη ληφθεί, και η τακτική διαχείριση στην οποία κατέφυγε ο Τούρκος ηγέτης, ήταν τέτοια που φρόντισε να την καταστήσει επιπροσθέτως ΚΑΙ αμετάκλητη.

Επομένως, η πολιτική των πυραύλων, δεν είναι και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια μεμονωμένη εμπορική πράξη που απαντά αυτοτελώς στις αμυντικές ανάγκες της γείτονος.

Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής του νεο-οθωμανικού imperium, και φυσικά μέρος του παζλ της στρατηγικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ, μέσα από την οποία η Τουρκία…

  • Από την μια μεριά οριοθετεί τον ισχυρό περιφερειακό της ρόλο. Και… 
  • Από την άλλη «υπεξαιρεί» την αρμοδιότητα ενός προσαυξημένου γεωστρατηγικού ελέγχου, σε μια ευρύτερη περιοχή, η οποία παραδοσιακά ενέπιπτε στο σχεδιασμό άρα και στην ευθύνη της ΝΑ πτέρυγας της Ατλαντικής συμμαχίας.

Με την αποσαφήνιση αυτής της επιδίωξης, η μοιραία εξέλιξη, ήταν ΚΑΙ οι ΗΠΑ αλλά ΚΑΙ το ΝΑΤΟ, ουσιαστικά να σύρονται αμήχανα πίσω από τις επιλογές του Ερντογάν, με εμφανή πλέον την αδυναμία τους να αντιδράσουν.

Η ρητορική των κυρώσεων που ακολούθησε από την μεριά των ΗΠΑ, δεν ήταν παρά μέρος της στρατηγικής νίκης του Ερντογάν. Μέρος χρήσιμο για την προετοιμασία της Τουρκικής κοινής γνώμης… Χρήσιμο όμως ΚΑΙ για τον σχεδιασμό του, στα κρίσιμα και με στρατηγική βαρύτητα crash tests που ακολούθησαν.

Με την παράδοση του Ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 η οποία πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες, Η Τουρκία αναγορεύεται και τυπικά σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Ταυτοχρόνως, αναβαθμίζεται σε σημαντική στρατηγική παράμετρος, πολλαπλά απαραίτητη  για την Ρωσική γεωστρατηγική, και αυτός ο ρόλος όπως όλα δείχνουν θα «κλειδώσει» στο περιβάλλον μιας ισχυρής και πραγματικά στρατηγικής συμφωνίας.

Είναι λοιπόν φανερό, πως μόνο μέσα σε αυτό το δυναμικά εξελισσόμενο περιβάλλον, θα πρέπει να αξιολογηθούν τα πραγματικά περιθώρια που έχουν οι Αμερικανοί για να οριοθετήσουν τις αντιδράσεις τους.

Ο Ερντογάν, γνωρίζει καλά πως οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, έχουν απόλυτη ανάγκη την Τουρκία στο πλαίσιο του περιφερειακού τους σχεδιασμού, και αυτή την «εκδούλευση» είναι αποφασισμένος να την πουλήσει πανάκριβα στην υπερδύναμη που πλέον έχει αποκαθηλωθεί από την παντοδυναμία της των προηγούμενων δεκαετιών.

Ο Ερντογάν με δυο λόγια, γνωρίζει καλά πως έχει το μονοπώλιο σε αυτήν την ιδιότυπη γεωπολιτική μπίζνα, και πως οι μεγαλοστομίες των Αμερικανών, προορίζονται μόνο για εσωτερική κατανάλωση και για εξισορρόπηση των εσωτερικών ανταγωνισμών και αντιθέσεών τους.

Είναι προφανές ότι ΚΑΙ ο κ. Τραμπ έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, αλλά ΚΑΙ ο κ. Στόλτενμπεργκ γνωρίζει καλά τα κενά ισχύος και πρωτίστως ελέγχου που δημιουργούνται, γι’ αυτό και επιχειρούν να διατηρήσουν ζωντανούς τους διαύλους της επικοινωνίας.

Και το σημαντικότερο όλων, είναι πως γνωρίζουν καλά απαξάπαντες, πως στο επίπεδο της στρατηγικής το παιχνίδι χάθηκε οριστικά για τις ΗΠΑ.

Η προσδοκία πως μετά την ανατροπή ή την αποκαθήλωση του Ερντογάν, οι όροι του παιχνιδιού θα άλλαζαν και τα δεδομένα θα τροποιούνταν δραματικά υπέρ των ΗΠΑ και της «επαναφοράς της Τουρκίας στο μαντρί»… Ήταν μια βάσιμη προσδοκία μέχρι την αποσαφήνιση των όρων εμπλοκής της Τουρκίας στο Συριακό μέτωπο.

Από κει και μετά, αυτή η προσδοκία κατέρρευσε οριστικά. Ακόμη και μετά την αποκαθήλωση του Ερντογάν με όποιον τρόπο και αν επιτευχθεί αυτή, κανένας επόμενος Τούρκος ηγέτης δεν θα διανοηθεί  να απεμπολήσει τα γεωστρατηγικά «κεκτημένα» Ερντογάν, διότι είναι βέβαιο πως θα έχει την τύχη του Μεντερές.

Όσοι λοιπόν εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε Ευρωπαϊκές και Αμερικανικές κυρώσεις, ας κρατούν μικρό καλάθι. Δεν πρόκειται να υπάρξουν ουσιαστικές κυρώσεις, παρά μονάχα αποφάσεις προσχηματικές, για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των αφελών.

Ο Ερντογάν αυτήν την μάχη την κέρδισε… Την κέρδισε στην Ανατολή ενός «νέου» κόσμου και αυτό σημαίνει πως το κέρδος του έχει διάρκεια, βιωσιμότητα και προοπτική…

Και καλό θα είναι, αντί να καταπίνουμε αμάσητο το παραμύθι της αμερικανοτραφούς δημοσιογραφίας και των αφελών της ελληνικής πολιτικής ελίτ, που σπεύδει να αναγνωρίσει τους κάθε λογής χρεοκοπημένους Γκουαϊδό ως επίδειξη πρωτοφανούς δουλοπρέπειας, ν αρχίσουμε να ανησυχούμε σοβαρά για τα λάφυρα του εξευμενισμού του, διότι όπως αντιλαμβάνεστε, το δίπορτο του κ. Ερντογάν (ΚΑΙ με τους Ρώσους, αλλά  ΚΑΙ με το ΝΑΤΟ) θα αγοραστεί ακριβά και από τους δυό, αλλά το χέρι δεν θα μπει στην τσέπη τους. Θα μπει στις τσέπες άλλων.

«Βραχυκύκλωμα» στο ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου επιχειρεί η Άγκυρα

0

Του Νίκου Μελέτη  Κυριακή 14 Ιουλίου 2019, 00:02 liberal.gr

Επιχείρηση πρόκλησης… βραχυκυκλώματος στο ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου και αλλαγής κατεύθυνσης των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού σε διαπραγμάτευση συνδιαχείρισης μεταξύ «κοινοτήτων» της ΑΟΖ και των φυσικών πόρων της Κύπρου είναι σε εξέλιξη, με την Τουρκία να προωθεί πρόταση Ακιντζί, την προπαραμονή της λήψης απόφασης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. για μέτρα εις βάρος της Τουρκίας.

Χωρίς να αποτελεί έκπληξη ,καθώς ήδη η πρώτη ολοκληρωμένη τέτοιου είδους πρόταση είχε υποβληθεί το 2011 από τον τότε Τουρκοκύπριο ηγέτη Ντερβίς Έρογλου στον αείμνηστο Δημήτρη Χριστόφια ο οποίος την απέρριψε, σταθερή θέση της Τουρκίας είναι ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει η οποιαδήποτε κίνηση στο θέμα του σχεδιασμού της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων στην κυπριακή ΑΟΖ εάν δεν προηγηθεί η επίλυση του Κυπριακού ή διαφορετικά θα πρέπει να υπάρξει «συνδιαχείριση» μέσω κοινής εταιρίας που θα συγκροτηθεί από τις «δυο κοινότητες» με τρόπο που πρακτικά εξομοιώνεται η Κυρπιακή Δημοκρατία με το Κατοχικό καθεστώς και το ψευδοκράτος.

Τα σχέδια που υποβάλει σε διάφορες παραλλαγές η τουρκοκυπριακή πλευρά , είναι μεθόδευση όχι για να διευκολυνθεί η λύση του Κυπριακού και να προστατευθούν τα συμφέροντα της τουρκοκυπριακής κοινότητας όπως ισχυρίζεται η Άγκυρα και ο Ακιντζί ,αλλά αποτελεί την μοναδική όπως διαφαίνεται διέξοδο για να επιτύχει η Τουρκία τον στρατηγικό στόχο της, να αποκτήσει μερίδιο στον φυσικό πλούτο της Ανατολικής Μεσογείου (που ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία) μέσω των ελεγχόμενων Τουρκοκυπρίων.

Η πρόταση Ακιντζί προβάλλεται από την Τουρκία και τα κυβερνητικά ΜΜΕ ως η «μεγάλη είδηση» στο Κυπριακό ,καθώς έτσι επιχειρείται να αποσπασθεί η προσοχή της διεθνούς κοινότητας από την πειρατική πολιτική που ασκεί η Τουρκία στην περιοχή και να επιτύχει η Άγκυρα με διπλωματικά -επικοινωνιακά μέσα αυτό που δεν έχει επιτύχει μέχρι τώρα με την στρατιωτική απειλή ή με την πολυέξοδη αποστολή γεωτρύπανων στην περιοχή.

Εκ των πραγμάτων βεβαίως εφόσον επρόκειτο να γίνει επί της ουσίας συζήτηση ,θα έπρεπε να τεθούν στον κ. Ακιντζί ορισμένα ερωτήματα που θα αποκάλυπταν την … «ειλικρίνεια» των προθέσεων του. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ομιλεί για κοινή εκμετάλλευση και συναπόφαση για τα κοιτάσματα στην ΑΟΖ της Κύπρου.

Ποια ΑΟΖ εννοεί η τουρκοκυπριακή πλευρά όμως; Σύμφωνα με την παράνομη «συμφωνία» Τουρκίας -Ψευδοκράτους για την οριοθέτηση Θαλασσίων ζωνών μεταξύ Κατεχομένων και Τουρκίας έγινε παράκαμψη όλων των προβλέψεων του Δικαίου της Θάλασσας προκειμένου να υπάρξει ευμενής προς τα τουρκικά συμφέροντα οριοθέτηση.

Επίσης με την τουρκική αξίωση για διαγραφή όλης της Κυπριακής ΑΟΖ έξω από τα χωρικά ύδατα της, απομένει λιγότερο από το 31% της ΑΟΖ που δικαιούται η Κυπριακή Δημοκρατία βάσει του Δικαίου της Θάλασσας.

Επίσης η Τουρκία έχει αμφισβητήσει επισήμως και δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει τις Διεθνείς Συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ της Κύπρου και της Αιγύπτου, Ισραήλ και Λιβάνου, βάσει των οποίων έχει γίνει και η οριοθέτηση των Οικοπέδων τα οποία έχουν δοθεί σε ξένες εταιρίες και στα οποία έχουν εντοπισθεί και τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου.

Συνεπώς για ποια ΑΟΖ ομιλεί ο κ. Ακιντζί; Αυτή που θεωρεί η Τουρκία ότι ανήκει στην Κύπρο ή αυτή που δικαιούται η Κυπριακή Δημοκρατία βάσει του Δικαίου της θάλασσας;

Πέραν των τεχνικών και πρακτικών προβλημάτων που θα δημιουργούσε η συζήτηση της τουρκικής(με τουρκοκυπριακή υπογραφή) πρότασης ,θα ισοδυναμούσε με εκούσια παραίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την άσκηση κορυφαίου κυριαρχικού δικαιώματος της και αποδοχή δια της πλαγίας την ανάδειξη του ψευδοκράτους σε ισότιμο εταίρο στην άσκηση κυριαρχίας.

Εξάλλου ο προσχηματικός χαρακτήρας της τουρκικής πρότασης με την υπογραφή Ακιντζί αποκαλύπτεται καθώς δεν νοιάζεται για την διασφάλιση των εσόδων που αναλογούν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα ,μια και αυτό ρυθμίζεται από το Ταμείο Υδρογονανθράκων που έχει συσταθεί με νόμο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Όπως επανειλημμένα μάλιστα έχει αναφέρει ο κ. Αναστασιάδης στο Ταμείο αυτό θα υπάρχει παγίως και μέχρι να υπάρξει Συμφωνία , σε ταμειακό διαθέσιμο το 50% των συνολικών εσόδων από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων.

Πάντως με δεδομένο ότι και ευρωπαϊκές χώρες δεν επιθυμούν να τα σπάσουν με την Τουρκία ,και βλέπουν πολύ χαλαρά το θέμα της επιβολής μέτρων , αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος ο γ.γ. του ΟΗΕ κ. Γκουτιερες κρατά επιδεικτικά «ίσες αποστάσεις» στο θέμα της βάναυσης παραβίασης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου ,προσδοκώντας ίσως ότι σύντομα θα μπορέσει να ηγηθεί μιας νέας προσπάθειας για το Κυπριακό , η πρόταση Ακιντζί μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «εργαλείο» για να ανατραπεί το αρνητικό για την Τουρκία κλίμα και για την άσκηση πίεσης επί της Κυπριακής Δημοκρατίας’

https://www.liberal.gr/diplomacy/epikoinoniaka-paignidia-tis-agkuras-me-ti-sundiacheirisi-tis-kupriakis-aoz/259533

Η ώρα της αλήθειας για τους S-400 και το παζάρι Τραμπ – Ερντογάν

0

Του Γιάννη Κουτσομύτη liberal.gr

Κυριακή 14 Ιουλίου 2019, 00:01

Η ώρα της αλήθειας για την υπόθεση των S-400 έφτασε, με τα πρώτα τμήματα του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος να έχουν παραδοθεί στην Τουρκία την Παρασκευή και το Σάββατο και το αμερικανικό Πεντάγωνο να αναμένει οδηγίες από τον Λευκό Οίκο για το είδος της αντίδρασης της αμερικανικής κυβέρνησης.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προσπαθήσει επανειλημμένα να υποβαθμίσει τη σημασία της προμήθειας του ρωσικού συστήματος προηγμένης τεχνολογίας από την Τουρκία, αλλά πλέον βρίσκεται σε δύσκολη θέση, καθώς το Κογκρέσο είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ενεργοποιήσει τον νόμο CAATSA που προβλέπει κυρώσεις για χώρες που προμηθεύονται οπλικά συστήματα από εχθρούς των ΗΠΑ.

Χαρακτηριστική της ρευστής κατάστασης και της ασάφειας που επικρατεί στην αμερικανική κυβέρνηση γύρω από το θέμα είναι η ακύρωση συνέντευξης Τύπου που είχε ανακοινώσει ο υπηρεσιακός Υπουργός Άμυνας Μαρκ Έσπερ για το απόγευμα της Παρασκευής, χωρίς να δοθούν περαιτέρω εξηγήσεις.

Είχε προηγηθεί τηλεφωνική συνομιλία του Έσπερ με τον Τούρκο ομόλογό του Χουλουσί Ακάρ, για το περιεχόμενο της οποίας η αμερικανική πλευρά δεν έκανε καμία ανακοίνωση ή διαρροή, ενώ το τουρκικό Υπουργείο Αμύνης ανακοίνωσε ότι ο Ακάρ επανέλαβε στο Έσπερ πως οι S-400 δεν δημιουργούν επιχειρησιακό πρόβλημα στα αεροσκάφη F-35 και πως η Τουρκία προτίθεται να αγοράσει και το αμερικανικό αντιπυραυλικό σύστημα Patriot.

Και ενώ στην κυβέρνηση Τραμπ επικρατεί αμηχανία για τον τρόπο αντίδρασης στην κίνηση της Τουρκίας, το αμερικανικό Κογκρέσο κινείται δυναμικά προς την ενεργοποίηση κυρώσεων κατά της Άγκυρας. Με κοινή τους δήλωση οι γερουσιαστές Ίνχοφ και Ριντ, επικεφαλείς της Επιτροπής Στρατιωτικών Υποθέσεων, και οι γερουσιαστές Τζιμ Ρις και Μπόμπ Μενέντεζ , επικεφαλείς της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων, καταδικάζουν με αυστηρότητα την τουρκική ενέργεια και δηλώνουν πως με “αυτήν του την απόφαση ο Πρόεδρος Ερντογάν επέλεξε μια επικίνδυνη συνεργασία με τον Πούτιν, εις βάρος της ασφάλειας της Τουρκίας, της οικονομικής της ευημερίας και της ενότητας του ΝΑΤΟ”. Καλούν δε τον Πρόεδρο Τραμπ να ενεργοποιήσει αμέσως τον νόμο CAATSA και να επιβάλλει κυρώσεις στην Τουρκία, στις οποίες πρέπει να περιλαμβάνεται η ακύρωση της συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα κατασκευής των αεροσκαφών F-35.

Είναι φανερό ότι ο Τραμπ αναζητεί εδώ και καιρό τρόπους ώστε η αγορά των S-400 από την Τουρκία να μην προκαλέσει ρήξη των σχέσεων των ΗΠΑ με την Τουρκία, παρά τις αντίθετες γνώμες των επιτελών του Πενταγώνου και της συντριπτικής πλειοψηφίας του Κογκρέσου. Στη συνάντηση που είχε πριν από δυο εβδομάδες με τον Ερντογάν στην Ιαπωνία άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρξει παράκαμψη των κυρώσεων, αναφέροντας ότι η Τουρκία έχει αδικηθεί στο παρελθόν επειδή -σύμφωνα με εκείνον- ο τέως Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα δεν ενέκρινε την πώληση των Patriot στην Τουρκία και την οδήγησε έτσι στην αγορά των S-400.

Ο γερουσιαστής Ρις αποκάλυψε όμως πως ήδη από το 2012 υπήρχε επίσημη πρόταση των ΗΠΑ προς την Τουρκία να αγοράσουν τους Patriot και δημοσιοποίησε σχετική επιστολή προς τον Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν που είχε παραδώσει ο ίδιος στον τότε Υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Άχμετ Νταβούτογλου, καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς της Τουρκίας και του Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με πηγή στην Ουάσιγκτον που είναι σε θέση να γνωρίζει, στο παρασκήνιο της υπόθεσης υπάρχει ένα σκληρό παζάρι ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και τον Ερντογάν, το οποίο περιλαμβάνει μια σειρά από τουρκικές απαιτήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται η έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία, η αποδοχή τουρκικής κυριαρχίας στη Βόρεια Συρία και οικονομική βοήθεια για την τουρκική οικονομία.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη η συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων τις τελευταίες ημέρες στα σύνορα με τη Συρία, όπως και η νέα στρατιωτική επιχείρηση τουρκικών ειδικών δυνάμεων κατά θέσεων του PKK στο Βόρειο Ιράκ που ξεκίνησε τα ξημερώματα του Σαββάτου.

Η στάση πάντως του Ντόναλντ Τραμπ εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη γενικότερη στρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και γιατί επιδεικνύει τέτοια ανοχή στις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας και διάθεση να περάσει στα μαλακά μια στρατηγική κίνηση της Τουρκίας που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια στην περιοχή, υπονομεύει τη στρατιωτική συνεργασία στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και βάζει ως Δούρειο Ίππο τη Ρωσία στο στρατιωτικό πλέγμα της Δυτικής Συμμαχίας.

https://www.liberal.gr/apopsi/i-ora-tis-alitheias-gia-tous-S-400-kai-to-pazari-tramp-erntogan/259530

 

Ποιος απειλεί την Τουρκία; Την απειλούν οι ίδιοι οι Τούρκοι και ο ηγέτης τους Ταγίπ Ερντογάν

0

 

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

Στιγμιότυπο από τον τουρκικό στρατό. Photo via Twitter, @tcsavunma

JULY 14, 2019

Στις 8 Φεβρουαρίου 2001 ο αείμνηστος Μεχμέτ Αλι Μπιράντ ρωτούσε- απευθυνόμενος στους αναγνώστες- στην Turkish Daily News (μετάφραση της κανονικής του στήλης στην Χουριέτ) το εξής, υπό τον τίτλο “Έχουν όλοι έχθρα απέναντι μας;” “Όταν κοιτάμε το σκηνικό (γύρω στη γειτονιά μας) προκύπτει, αναπόφευκτα, μια ερώτηση στο μυαλό ενός ατόμου: Ίσως χώρες να έχουν προβλήματα με τους μακρινούς ή κοντινούς γείτονές τους, ακόμη και με συμμάχους τους. Ωστόσο καμιά χώρα δεν έχει τόσες διαφορές με τους γείτονές της όσες έχουμε εμείς. Κάτι υπάρχει λανθασμένο. Είτε όλοι οι γείτονες νοιώθουν έχθρα απέναντι μας ή κάτι εμείς κάνουμε λάθος. Τί νομίζετε; ποιος είναι σωστός!”

Ο Μεχμέτ Αλι Μπιράντ (Mehmet Ali Birand, 1941-2013) υπήρξε ένας από τους πιο αξιόλογους και ίσως και ο πιο έγκυρος Τούρκος δημοσιογράφος με πλουσιότατο δημοσιογραφικό και συγγραφικό έργο. (Το 2006 το Τουρκικό “βαθύ κράτος” -JITEM- είχε δώσει εντολή στον αρχιδολοφόνο της Mahmut Yildirim “Yesil”, να τον δολοφονήσει). Συγκριτικά ίσως να ήταν και ο μετριοπαθέστερος Τούρκος δημοσιογράφος επιρροής στα ελληνοτουρκικά και το κυπριακό. Σίγουρα προσπαθούσε να κατανοήσει την “άλλη πλευρά” με κρίσιμα ρεπορτάζ, ανταποκρίσεις, συνεντεύξεις και βιβλία. Κατά καιρούς και όσο ζούσε επαναλάμβανε, με διάφορες διατυπώσεις, το ίδιο ερώτημα: “έχουν όλοι άδικο και μόνο εμείς έχουμε δίκιο;”

Στις 16 Αυγούστου 1953 ο Ισραηλινός Πρέσβης Maurice Fisher έγραφε από την Άγκυρα προς το Υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Our relations with Turkey have been extremely good for late…[but] these good relations could deteriorate ovemight, and we should learn from the bitter experience of others. The Turks have yet to achieve a standard by which, in the event of disagreement with another state, they can weigh up the positions of both sides. For them, there exists one sole principle: in any conflict with a foreigner, whether a private individual, a company or a state, the Turk is always right.».

Σε ελεύθερη μετάφραση: “Οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι, τελευταία, εξαιρετικά καλές (αλλά) οι καλές αυτές σχέσεις μπορούν να χειροτερεύσουν σε ένα βράδυ και θα πρέπει να παραδειγματιστούμε από τις πικρές εμπειρίες άλλων χωρών. Οι Τούρκοι δεν έχουν ακόμη φθάσει σε εκείνο το επίπεδο ώστε σε περίπτωση διαφωνίας με άλλο κράτος να ζυγίζουν τις θέσεις και των δυο πλευρών. Για αυτούς υφίσταται μια και μόνο αρχή: σε κάθε διαφορά με ξένο, είτε αφορά άτομα, εταιρίες ή κράτη, ο Τούρκος έχει πάντα δίκαιο”. (Βλ. Amikam Nachmani , Israel, Turkey and Greece: Uneasy Relations in the East Mediterranean. London: Frank Cass, 1987, σελ. 43. Εληνική έκδοση: Αμικάμ Ναχμάνι, “Ισραήλ, Τουρκία και Ελλάδα: Ταραγμένες Σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο”. Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2003).

Το 1980 και λίγο πριν το τρίτο πραξικόπημα της χούντας του Εβρέν (και για το οποίο ο Μπιράντ έγραψε το ένα εξαιρετικό βιβλίο (The 12 September Coup- 1983) για την κατανόηση της Τουρκίας και των σχέσεων της με τη Ουάσιγκτον, ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού Πενταγώνου έγραψε – με ψευδώνυμο, Justin Galen- ένα κείμενο για τις σχέσεις Άγκυρας-Ουάσιγκτον. Το κείμενο έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο- άμεσα επίκαιρο σήμερα- “Turkey as a Self-Inflicted Wound: The Narrowing Options of US Defence Policy”. Όχι τυχαία το κείμενο δημοσιεύθηκε στο “Armed Forces Journal International” Vol. 117 No. 10 (1987).

Στο εξαιρετικά εμπεριστατωμένο κείμενό του, ο συγγραφέας διατύπωνε ερωτήματα για τους ανέφικτους μεγαλοϊδεατισμούς της Άγκυρας- τις απαιτήσεις της για χαρισματικούς εξοπλισμούς και υψηλή και απόρρητη στρατιωτική τεχνολογία από της Αμερική- σε μια περίοδο που είχε ήδη καταρρεύσει η τουρκική οικονομία (1979-80). Και κατέληγε με τη προφητική τοποθέτηση-ερώτημα, πως αν κάποτε τεθεί το ερώτημα “ποιος απώλεσε την Τουρκία” η απάντηση θα είναι πως “είναι οι Τούρκοι που την απώλεσαν”!

Παρεμπιπτόντως αναφέρω εδώ πως το ερώτημα “who lost Turkey?” υπήρξε για δεκαετίες το αγαπημένο και πιο χρήσιμο κλισέ των τουρκολάγνων της Ουάσιγκτον. Υποστήριζαν και αυτοί πως οι “Τούρκοι έχουν πάντα δίκαιο”, πως η Ουάσιγκτον είναι πάντα αχάριστη απέναντι τους, δεν δείχνει κατανόηση, και πως ποτέ δεν τους συμπεριφέρεται δίκαια.

Το τελευταίο δείγμα γραφής αυτής της νοοτροπίας το είδαμε με τον Πρόεδρο Τράμπ να λέει πως για την αγορά των S-400… φταίει ο Πρόεδρος Ομπάμα! (Αλλά και επί Ομπάμα έλεγαν πως έφταιγε η προηγούμενη κυβέρνηση Μπούς, δικαιολογώντας έτσι τους Τούρκους που δεν επέτρεψαν στα αμερικανικά στρατεύματα να ανοίξουν δεύτερο μέτωπο, μέσω Τουρκίας, κατά του Χουσέιν του Ιράκ το 2003!).

Δεν λέει πως οι Τούρκοι απαιτούσαν να τους παραδώσουν οι αμερικανικές εταιρίες όλους τους αλγόριθμους και όλους τους κωδικούς της απόρρητης τεχνολογίας για την αγορά των πυραυλικών συστημάτων Patriots, που οι αμερικανοί δεν παραχωρούν σε κανένα κράτος, συμπεριλαμβανομένου και του Ισραήλ!

Λίγο πριν αλλά και μετά την πρόσφατη συνάντηση Ερντογάν-Τράμπ στην Ιαπωνία- εκεί που ο Τράμπ δήλωσε πως οι Τούρκοι “αδικήθηκαν” από τον Ομπάμα- ο Ερντογάν δήλωσε επανειλημμένα πως ο Τράμπ “κατανοεί” πως η Τουρκία “απειλείται” και πως συνεπώς πρέπει να αποκτήσει αντιαεροπορικούς πυραύλους. Και πως αφού δεν της δοθηκαν οι αμερικανικοί Patriots, αναγκαστικά να πάρει τους ρωσικούς S-400.

Ποιος όμως απειλεί την Τουρκία; Προφανώς όχι οι Ρώσοι, οι μόνοι με τις δυνατότητες να την απειλήσουν. Αλλιώς γιατί να αγοράσουν οι Τούρκοι τους S-400; Για να βάλουν ένα Δούρειο Ίππο εντός των τειχών;

Μήπως τότε τους απειλούν οι Ιρανοί; Έχουν περάσει πάνω από 500 χρόνια από το τελευταίο αναμεταξύ τους πόλεμο που κανείς από τους δυο δεν κέρδισε. Και σήμερα, ναι μεν μπορεί να είναι εν μέρει ανταγωνιστές – αυτό ισχύει για όλα τα κράτη- αλλά Τουρκία και Ιράν είναι περισσότερο συνεργάτες.

Υπενθυμίζω πως το μεγαλύτερο λαθρεμπόριο χρυσού που καταγράφηκε πρόσφατα στο κόσμο έγινε μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης για να υπονομευθούν οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν.

Μήπως απειλούν την Τουρκία, το Ιράκ και η Συρία; Που είναι τόσο “ισχυρές” ώστε μην μπορουν να υπερασπιστούν ένα μεγάλο μέρος της επικράτειάς τους που βρίσκεται υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή; Απειλούν οι χώρες αυτές την Τουρκία; Μήπως η Σαουδική Αραβία που δεν μπορεί να “κουμαντάρει” την Υεμένη, παραδίπλα της; Σίγουρα όχι ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Ναι, ξέχασα το Ισραήλ αλλά και την Αίγυπτο. Και οι δυο αυτές χώρες δεν απειλούν την Τουρκία. Την αποτρέπουν όμως από το να συμπεριφέρεται σαν νταής στην περιοχή. Και αυτό ζορίζει την Άγκυρα. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Την αποτρέπει την Τουρκία με την νατοϊκή της πολεμική μηχανή. Άλλο η αποτροπή και άλλο η απειλή. Απομένει η Κύπρος. Την κατονόμασε ο Ταγίπ συγκεκριμένα. “Οι ελλληνοκύπριοι” είπε, αποτελούν “υπαρξιακή απειλή” για την Τουρκία. Εδώ δεν υπάρχει αντιεπιχείρημα. Έχουν δίκιο ο Ταγίπ και το συνάφι του. Η απειλή αυτή είναι πραγματική και χρειάζεται να αντιμετωπιστεί πάραφυα. Και επειδή φιλοδοξεί να κυβερνά μέχρι το 2023 ο Ταγίπ, καλό είναι να βάλει από τώρα μια προκαταβολή στη Μόσχα για τους S-700, που πληροφορίες λεν έχει ήδη αρχίσει ο σχεδιασμός τους. Για παν ενδεχόμενο.

Η Τουρκία είτε των ισλαμιστών του Ταγίπ είτε των κεμαλοφασιστών, απειλεί τον εαυτό της. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Αφού εξαφάνισε τις μη μουσουλμανικές κοινότητες, η Τουρκία του Κεμάλ πίστεψε πως “έδεσε” τον γάιδαρό της “εκτουρκίζοντας” τους Κούρδους και “εκσουνίζοντας” τους Αλεβίτες που σήμερα αποτελούν, μαζί, τον μισό πληθυσμό της χώρας.

Όταν μια χώρα αγνοεί στην καλύτερη περίπτωση τον μισό της πληθυσμό και στη χειρότερη τον καταπολεμά βίαια – όπως συμβαίνει σήμερα με τους Κούρδους και τους Αλεβίτες- η χώρα αυτή απειλεί τον εαυτό της. Δεν την απειλή κανείς ξένος.

Η κεμαλική Τουρκία απέτυχε διότι στην ουσία και στο όνομα του “σεκουλαρισμού”, τάχατες , οικοδόμησε μια ρατσιστική κοινωνία, με τους σουνίτες Τούρκους, καβαλάρηδες. Οι ισλαμιστές συνεχίζουν το ίδιο από την ανάποδη. Και για τους δυο τα εσωτερικά πραξικοπήματα- κάθε μια δεκαετία περίπου και συνολικά 5 μέχρι σήμερα- είναι στη ημερήσια διάταξη. Και η “έχθρα” των γειτόνων αποτελεί, πάντοτε, την ασφαλιστική δικλείδα ώστε να επιβιώνει το δεβλέτι και, μαζί, ο ρατσισμός και η εξουσία.

Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.

Πηγή: Ποιος απειλεί την Τουρκία; Την απειλούν οι ίδιοι οι Τούρκοι και ο ηγέτης τους Ταγίπ Ερντογάν https://hellasjournal.com/2019/07/poios-apeilei-tin-toyrkia-tin-apeiloyn-oi-idioi-oi-toyrkoi-kai-o-igetis-toys-tagip-erntogan/

Άμυνα και εξωτερική πολιτική: τι μπορεί να αλλάξει;

8

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Υπάρχει κάτι που μπορεί να αλλάξει στην άμυνα και την εξωτερική πολιτική από τη νέα κυβέρνηση;

Μάλλον όχι, για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι εδώ και αρκετά χρόνια τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα έχουν συγκλίνει στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Εξαίρεση αποτέλεσε το σκοπιανό αλλά και εκεί, μάλλον, προσχηματικές ήταν οι διαφωνίες.

Ο δεύτερος είναι ότι τόσο η εξωτερική πολιτική όσο και η άμυνα προσδιορίζονται από τη συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς θεσμούς αλλά, κυρίως, από εγγενείς δυσχέρειες. Για την άμυνα υπάρχουν τα αρνητικά οικονομικά δεδομένα και η εξωτερική πολιτική της χώρας ασκείται στο πλαίσιο των διεθνών δεσμεύσεων. Ευρωπαϊκή Ένωση και Δυτική συμμαχία. Οι περιορισμοί μπορεί να αρθούν στην περίπτωση που διακυβεύεται μείζον εθνικό συμφέρον αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο πως υπάρχει άλλος δρόμος που μπορεί να αξιοποιήσει η χώρα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της υπαγόρευσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην διευκολύνει η Ελλάδα τη Ρωσία με τις λιμενικές της εγκαταστάσεις, θέση προς την οποία, μάλλον, συμμορφώνεται η Αθήνα. Δεν το κάνει, όμως, η μικρή Κύπρος η οποία στη μακρά περίοδο κατοχής του νησιού είχε τη Μόσχα συμπαραστάτη στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τον ΟΗΕ πολλές φορές. Ενώ την Ουάσιγκτον απέναντι. Στην ουσία οι ΗΠΑ δια του Χένρυ Κίσσιγκερ υποστήριξαν την εισβολή και κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον αλλάζουν στην περιοχή και η αμερικανική διοίκηση θα πρέπει να αναζητήσει έναν άξονα σταθερότητας αν η Τουρκία, όπως όλα δείχνουν, αποστασιοποιηθεί από την επιρροή της υπερδύναμης. Και επειδή η εξωτερική πολιτική, συνήθως, ασκείται με ρεαλισμό εκείνο που μετρά είναι το τώρα και όχι το παρελθόν.

Υπάρχουν πολλά περιθώρια ανάπτυξης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων αν και η αμερικανική υποστήριξη προς την Ελλάδα και την Κύπρο περιορίζεται, προς το παρόν, στο διπλωματικό πεδίο.

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι ευκαιρία να αναπτυχθούν αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει σε βάρος εναλλακτικών λύσεων που θα πρέπει να έχει η χώρα. Η αμερικανική απαίτηση για περαιτέρω όξυνση των ελληνορωσικών σχέσεων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το τραγικό λάθος Κοτζιά δεν μπορεί να επαναληφθεί. Η χώρα ανήκει στη Δύση και έχει αποδείξει την πίστη της στη Συμμαχία αλλά κάποιες δυνατότητες ευελιξίας πρέπει να της παρασχεθούν.

Στον αμυντικό τομέα το ελληνοτουρκικό εξοπλιστικό ισοζύγιο βαραίνει υπέρ της γειτονικής χώρας αλλά, προς το παρόν, οι ελληνικές δυνατότητες αποτροπής είναι υπαρκτές.

Σε τέτοιες περιπτώσεις σημαντικό ρόλο παίζει και το φρόνιμα των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην ελληνική πλευρά, το φρόνημα είναι υψηλό. Η αίσθηση υπεράσπισης της πατρίδας δεν έχει αποδομηθεί στις Ένοπλες Δυνάμεις παρά την κυριαρχία μιας εθνομηδενιστικής απόψεως στους κυριότερους μηχανισμούς του κράτους. Επι πλέον, την στρατιωτική ετοιμότητα, και αποφασιστικότητα, ενισχύει και η ψυχολογική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι Ένοπλες Δυνάμεις από τη μακροχρόνια αναμονή μιας σύγκρουσης. Έχουν αγανακτήσει.

Ένας από τους λόγους που ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αποστολάκης αποστράτευσε τον νυν υφυπουργό  Αλκιβιάδη Στεφανή, ο οποίος διετέλεσε Α! ΓΕΣ, ήταν η εύφημος μνεία την οποία απέδωσε ο κ. Στεφανής, ως Α! ΓΕΣ, στους στρατιώτες ελληνικού νησιού που άνοιξαν προειδοποιητικά πυρά κατά τουρκικής δύναμης, διότι είχαν τέτοιες εντολές. Ο κ. Αποστολάκης ζήτησε να διεξαχθεί ΕΔΕ και ο κ. Στεφανής του είπε πως μόλις τους επαίνεσα.

Υπήρχε και ένας δεύτερος λόγος ρήξης τους που είχε να κάνει με το «Μακεδονία ξακουστή» και την απαίτηση Αποστολάκη να μην το τραγουδούν στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Ο ελληνικός στρατός δεν αποτελείται από ξένους μισθοφόρους. Ή κρατάς ψηλά το ηθικό του στη βάση αξιών που πρέπει να υπερασπιστεί, ή τον ευνουχίζεις.

Πλην του κ. Στεφανή ως υφυπουργού Άμυνας, υπουργός ορίσθηκε ο βουλευτής Καβάλας Νίκος Παναγιωτόπουλος, μάλλον νεόφερτος στο χώρο.

Αλλά, ούτε και ο νέος Υπουργός Εξωτερικών έχει κάποια εμπειρία από το δύσκολο αντικείμενο που καλείται να χειριστεί.

Η πρώτη δήλωσή του περί παρανόμων ενεργειών της Τουρκίας στην κυπριακή Αιγιαλίτιδα Ζώνη δείχνει ότι το πλαίσιο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής δεν αλλάζει.

Στο υπουργείο εξωτερικών θα μπορούσε να αναλάβει ενεργό ρόλο ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Αγγελος Συρίγος, ο οποίος εκλέχθηκε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α! Αθήνας. Ο κ. Συρίγος γνωρίζει άριστα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και σε μια συγκυρία όπου η Ελλάδα έχει ως αιχμή της το Διεθνές Δίκαιο θα μπορούσε να συνεισφέρει στον χειρισμό των υποθέσεων.

Όσοι παρακολουθούν την εξωτερική πολιτική ανέμεναν να ανατεθεί κάποιος σημαντικός ρόλος και στον επικεφαλής εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτη Σχοινά αλλά ούτε αυτό συνέβη. Αν προστεθεί και ο Δημήτρης Καιρίδης που, επίσης, εξελέγη βουλευτής, η νέα κυβέρνηση έχει καλό πάγκο για το υπουργείο εξωτερικών.

Τέλος, άμεση προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής δύναμης των Ενόπλων Δυνάμεων.  Αναμένεται πρόσκληση του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το ιστολόγιο Hellas Journal.

Ας ελπίσουμε ότι η νέα κυβέρνηση θα είναι πιο αποτελεσματική από την απελθούσα. Γιατί διαφορετική πολιτική δεν είναι ορατή.

 

 

 

 

Το σύνδρομο της περικυκλωμένης χώρας και η Τουρκία

0

Σάββας Καλεντερίδης
Η Τουρκία εκλαμβάνει τα γεγονότα που είναι σε εξέλιξη στην ευρύτερη περιοχή της Αν. Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Συρίας, ως μια συνομωσία που έχει  στόχο την περικύκλωση της και στη συνέχεια ακόμα και τον διαμελισμό της.
Αυτό το σύνδρομο της περικυκλωμένης χώρας, καθορίζει και τις πολιτικές της Άγκυρας σε όλα τα μέτωπα, από το Κουρδικό και το Παλαιστινιακό, μέχρι το μέτωπο της Λιβύης και τα ενεργειακά –και όχι μόνο– μέτωπα της Κύπρου, της Αν. Μεσογείου και του Αιγαίου.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτήν την κατάσταση, θεωρώ ότι είναι πιο εύστοχο και αποδοτικό να δούμε τι λέει για όλα αυτά ο Ιμπραήμ Καραγκιούλ, γενικός διευθυντής της Yeni Şafak, επικοινωνιακής ναυαρχίδας του Ερντογάν, ο οποίος δίνει τη γραμμή και προετοιμάζει την τουρκική κοινή γνώμη για τα όσα θα συμβούν, προκειμένου να εξασφαλιστεί η στήριξη των κυβερνητικών αποφάσεων. Ας δούμε τι λέει το άρθρο:
Η πειρατεία και η ληστρικότητα έφθασε στα σύνορά μας
Το «Μέτωπο της Τουρκίας» έφθασε στην Αν. Μεσόγειο – Θα εγκαταστήσουν εκεί διεθνή ναυτική δύναμη; – Αν είναι έτσι, θα απαντήσουμε με εισβολή στα ανατολικά του Ευφράτη
Αμέσως μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ (2001-2003) άρχισαν πειρατείες στα πλοία που έπλεαν μεταξύ Ινδονησίας και Φιλιππίνων. Τα πλοία τα καταλάμβαναν και δεν τα έβλεπε ξανά κανείς.  Όμως αυτό δεν ήταν στην πραγματικότητα πειρατεία. Τα πλοία τα έκλεβε το δίδυμο ΗΠΑ-Ισραήλ, φόρτωναν σ’ αυτά μουσουλμάνους που απήγαγαν από την περιοχή και τους βασάνιζαν στα διεθνή ύδατα, χρησιμοποιώντας τα ως πλωτές φυλακές.
Παραπλάνησαν και κορόιδεψαν τον κόσμο με τα πλοία βασανιστηρίων της CIA και τους πειρατές της Σομαλίας
Υπό το κάλυμμα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας» διέπρατταν εγκλήματα πάνω σε εκείνα τα πλοία, τα οποία δεν προσέγγιζαν ποτέ τα χωρικά ύδατα άλλων χωρών. Όταν γράφαμε τότε για εκείνα τα πλοία, κανείς δεν μας πίστευε. Μέχρι που αποκαλύφθηκαν τα αεροσκάφη της CIA, όπου έκαναν βασανιστήρια. Μετά εμφανίστηκε το φαινόμενο της πειρατείας στην Ερυθρά Θάλασσα και τις ακτές της Σομαλίας. Έγιναν ταινίες και γράφτηκαν πολλά για το θέμα. Μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι οι πειρατείες οργανώνονταν από ένα γραφείο στο Λονδίνο.
Πού πήγαν οι πειρατές που έπαιρναν εντολές από το Λονδίνο;
Αμέσως μετά την εμφάνιση των πειρατών, τα πολεμικά πλοία των στόλων των χωρών της Δύσης εμφανίστηκαν στην περιοχή και έριξαν άγκυρα στο Τζιμπουτί. Η Ερυθρά Θάλασσα ελεγχόταν πλέον από αυτούς. Ο στόχος επετεύχθη, το σχέδιο ΗΠΑ-Ισραήλ υλοποιήθηκε, όμως κανείς δεν ρώτησε τι απέγιναν οι πειρατές της Σομαλίας, όπως δεν αναρωτήθηκε και για τους πειρατές της Αν. Ασίας που χάθηκαν κι αυτοί ως δια μαγείας.
Οι ίδιες πειρατείες και στον Κόλπο της Βασόρας. Γιατί; Για να υλοποιηθεί στο σχέδιο εισβολής και κατάληψης
Τις προηγούμενες εβδομάδες δεξαμενόπλοια που μετέφεραν πετρέλαιο και αναχώρησαν από λιμάνι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δέχτηκαν επιθέσεις. Η πειρατεία τώρα μεταφερόταν στον Κόλπο της Βασόρας. Η κρίση μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν εντείνεται και η Σ. Αραβία μαζί με τα ΗΑΕ προετοιμάζονται για επίθεση εναντίον του Ιράν. Αμέσως έδειξαν το Ιράν ως υπεύθυνο για τις επιθέσεις.
Λίγες εβδομάδες μετά τις επιθέσεις ΗΠΑ, Ισραήλ, Σ. Αραβία και ΗΑΕ πήραν απόφαση για τη συγκρότηση ενός στρατιωτικού μηχανισμού ελέγχου, που τον ονόμασαν «Δικαίωμα Ελεύθερης Ναυσιπλοΐας». Με βάση αυτόν, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, θα θέσουν υπό στρατιωτικό έλεγχο την θαλάσσια περιοχή που εκτείνεται από την Ερυθρά Θάλασσα στον Ινδικό Ωκεανό μέχρι τα Στενά του Ορμούζ.  Και αυτό είναι ένα σχέδιο στρατιωτικής κατοχής της ως άνω θαλάσσιας περιοχής, που τίθεται σε εφαρμογή μετά τις πειρατείες. Ο στόχος είναι η προστασία των εμπορικών πλοίων και των δεξαμενοπλοίων, όμως είναι φανερό ποιοι απειλούν αυτά τα πλοία.
Το ίδιο σχέδιο θα μεταφέρουν στην Αν. Μεσόγειο. Θα ιδρύσουν έναν πολυεθνικό οργανισμό κατάληψης της περιοχή
Το σχέδιο εφαρμόζεται μεταξύ Ερυθράς Θάλασσας και Κόλπου της Βασόρας.  Μαύρες μέρες περιμένουν την περιοχή αυτή. Η παγίδα δεν στήθηκε μόνο στο Ιράν, το πραγματικό θύμα θα είναι η Σ. Αραβία.
Το επόμενο βήμα έχει ως στόχο την Τουρκία.
ΗΠΑ, Ισραήλ, τα κράτη της ΕΕ, Αίγυπτος, ΗΑΕ και Σ. Αραβία, όλοι αυτοί είναι απέναντί μας στην Αν. Μεσόγειο. Αυτό έγινε για το φυσικό αέριο, όμως η δουλειά πάει παραπέρα. Σχεδιάζουν έναν χάρτη, με βάση τον οποίο η Τουρκία θα εγκλειστεί και θα φυλακιστεί στην Ανατολία. Και το τελευταίο βήμα θα είναι να την χτυπήσουν εκεί, όταν θα την έχουν απομονώσει από τις θάλασσες. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα συγκροτήσουν έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου στην Αν. Μεσόγειο. Πιστεύω ότι τα σχέδια γι’ αυτόν είναι ήδη έτοιμα. Τον μηχανισμό που συγκρότησαν στα Στενά του Ορμούζ, θα τον μεταφέρουν στην Αν. Μεσόγειο. Και τότε θα αρχίσουμε να συζητάμε την κατάληψη της Αν. Μεσογείου. Και τότε θα μας ζητηθεί να θυσιάσουμε την ΤΔΒΚ.
Η απάντηση στα σχέδια για την Αν. Μεσόγειο, να δοθεί ανατολικά του Ευφράτη
Τώρα να περάσουμε σε έναν άλλον χάρτη. Το ζήτημα του ελέγχου της περιοχής ανατολικά του Ευφράτη, στη Β. Συρία, ήταν και παραμένει ένα ζήτημα επιβίωσης για την Τουρκία. Εάν η Τουρκία είχε κάνει την επιχείρηση και είχε εισβάλει στην περιοχή ανατολικά του Ευφράτη, σήμερα δεν θα ήταν τόσο εύκολη η περικύκλωσή της στην Αν. Μεσόγειο. Και δεν θα κινδύνευε τόσο πολύ η ΤΔΒΚ. Η σύγκρουση (συμφερόντων) δεν θα ήταν τόσο έντονη. Όμως η Τουρκία εξουδετερώθηκε και από τα μέσα και από έξω και δεν μπορεί να αντιδράσει.
Τώρα, εκτός από την παρουσία των ΗΠΑ, Ισραήλ, ΗΑΕ και Σ. Αραβίας στη ζώνη της τρομοκρατίας  (σ.τ.μ. εννοεί το κουρδικό κράτος που λειτουργεί ντε φάκτο στην περιοχή ανατολικά του Ευφράτη, στη Β. Συρία) προστίθεται και η παρουσία της Γερμανίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και άλλων χωρών της ΕΕ, που έχουν αρχίσει να στέλνουν εκεί στρατεύματα και να αυξάνεται έτσι ο αριθμός των ξένων στρατευμάτων στην εν λόγω περιοχή. Όλοι «προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν μια επιχείρηση της Τουρκίας».
Αν δεν αντιληφθούμε το χάρτη που σχεδιάζουν, θα καταστρέψουμε την Τουρκία
Το «Μέτωπο της Τουρκίας» που ξεκινά από τα σύνορα με το Ιράν, επεκτείνεται στο Ιράκ και τη Συρία και εκτείνεται σε μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων, τώρα άρχισε να επεκτείνεται και στην Αν. Μεσόγειο. Και θα επεκταθεί κι άλλο, στο Αιγαίο και τη Λιβύη, σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Ειδικά στο Αιγαίο θα δεχτούμε μια σοβαρή επίθεση. Το αμέσως επόμενο διάστημα θα συγκροτηθούν διεθνείς μηχανισμοί και στην Αν. Μεσόγειο και στο Αιγαίο και η Τουρκία θα τεθεί υπό πίεση. Θα απειληθεί, θα δεχτεί ακόμα και ανοικτές επιθέσεις.
Αν δεν δούμε αυτόν τον χάρτη που πάει να σχεδιαστεί, αν δεν καταπολεμήσουμε αυτήν την κατάσταση, στο εξωτερικό και το εσωτερικό, καταστρέφουμε τη χώρα μας. Χάνουμε έναν ολόκληρο αιώνα.
Ακριβώς αυτή την περίοδο, εντείνονται οι επιθέσεις εναντίον του Ερντογάν στο εσωτερικό! Θα αποτύχετε
Το γεγονός ότι η αντιπολίτευση ενισχύθηκε αυτήν περίοδο τόσο πολύ, η ενίσχυση των ΜΜΕ που αντιπολιτεύονται τον Ερντογάν, και οι επιθέσεις που δέχεται ο πρόεδρος σε καθημερινή βάση, δεν είναι ένα θέμα εσωτερικής πολιτικής. Όλα αυτά γίνονται για να ενισχύσουν εκείνους τους έξω που περικυκλώνουν την Τουρκία. Είναι γνωστό ποιος κάνει τι και γιατί. Όταν εξαπλωθεί η φουρτούνα στην περιοχή μας μετά από λίγο, τα σχέδιά θα τους μείνουν στα χέρια.
Ο «Τουρκικός Άξονας»
Είναι σε εξέλιξη μια ανακατανομή ισχύος που ξεπερνά τα σύνορα, επεκτείνεται σε διαδρόμους και αφορά την ευρύτερη περιοχή, στην οποία είναι μέρος η Τουρκία. Η ασπίδα άμυνας της Τουρκίας ξεκινά από το εσωτερικό της Συρίας, από τη Λιβύη, την ΤΔΒΚ, το Σεράγεβο και τα Σκόπια. Εάν δεν είμαστε εκεί, αυτό θα πει ότι δεν θα μπορέσουμε να είμαστε ούτε στα σύνορά μας. Το πραξικόπημα που έκαναν στο Σουδάν, τα ΗΑΕ, η Σ. Αραβία και το Ισραήλ και η μεταφορά ενόπλων στη Λιβύη, είναι μέρος του σχεδίου εκείνων των δυνάμεων που έχουν βάλει στο στόχαστρο την Τουρκία. Είναι ένα πολύ προσεκτικά προετοιμασμένο σχέδιο, και όπου κι αν γίνεται κάτι, αυτό αποτελεί στην ουσία επίθεση εναντίον της Τουρκίας.
Σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλα τα σύνορα, αρχίζει ένας υπέρ πάντων αγώνας.
Και όταν αρχίσει η φουρτούνα, όποιος δεν συμμετέχει στον «Άξονα της Τουρκίας», θα θεωρηθεί ως εργαλείο «εκ των έσω κατάληψης της Τουρκίας, ως εργαλείων των ξένων που θέλουν να μας καταλάβουν».
Ένα «Μεγάλο Παιχνίδι» παίζεται στα νότιά μας: Ανοίξτε τα μάτια σας
Η πατρίδα μας θα σπάσει αυτόν τον κλοιό. Θα δημιουργήσουμε ένα αδιάσπαστο εσωτερικό μέτωπο και ο λαός μας θα αγωνιστεί με συνείδηση. Το έθνος μας είναι έτοιμο να πληρώσει κάθε τίμημα. Όμως μην είστε τυφλοί. Ανοίξτε τα μάτια μας και δείτε το «Μεγάλο Παιχνίδι» που παίζεται στα νότιά μας, όπως πριν από εκατό χρόνια. Ανοίξτε τα μάτια σας και μην επιτρέψετε να συμβεί.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα δημοκρατία και το Pontos-news

Τα «αγκάθια» στον δρόμο του Κυριάκου Μητσοτάκη

0

  stratfor/euro2day.gr. Δημοσιεύθηκε: 13 Ιουλίου 2019 – 08:16

Ο νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας κληρονομεί μια χώρα που εξακολουθεί να παραπαίει μετά από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα να έχει περιορισμένο περιθώριο εκπλήρωσης των φιλόδοξων προεκλογικών υποσχέσεών του. Οι εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αρχηγός του συντηρητικού κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, ορκίστηκε στις 8 Ιουλίου νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας, μετά τη νίκη του κόμματός του στις εκλογές. Η Νέα Δημοκρατία έλαβε περίπου το 40% των ψήφων στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, εξασφαλίζοντας τις 158 από τις 300 έδρες στο Ελληνικό Κοινοβούλιο –βάζοντας έτσι τέλος στην διάρκειας τεσσεράμισι χρόνων θητεία του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ.Ο κ. Μητσοτάκης έχει υποσχεθεί να μειώσει φόρους, να αυξήσει την ευελιξία στην αγορά εργασίας και να μετατρέψει την Ελλάδα σε έναν γενικά πιο ελκυστικό προορισμό για τους ξένους επενδυτές. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη που οι αγορές υποδέχθηκαν θετικά τη νίκη του, με τον γενικό δείκτη να κινείται ανοδικά και τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων πτωτικά. Ωστόσο, ο νέος πρωθυπουργός θα κληρονομήσει μια χώρα που εξακολουθεί να παραπαίει στον απόηχο μιας δεκαετούς οικονομικής κρίσης, που θα περιορίσει τη δυνατότητα της κυβέρνησής του να εκπληρώσει τις φιλόδοξες προεκλογικές υποσχέσεις του.

Οι εσωτερικές προκλήσεις

Σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολιτική, ο κ. Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία θα ξεκινήσουν προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τις ακόλουθες βασικές προκλήσεις:

-την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης του ελληνικού τραπεζικού τομέα από το τεράστιο βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων –μια συνέπεια της δεκαετούς κρίσης

-τη συνέχιση της ιδιωτικοποίησης κρατικών επιχειρήσεων, μια βασική απαίτηση των ξένων δανειστών της Ελλάδας αλλά και μια απαίτηση που η απερχόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε με βραδύ ρυθμό και με απροθυμία

-να καταστήσουν την ελληνική οικονομία πιο ανταγωνιστική μέσω μέτρων όπως η μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας της χώρας προκειμένου να γίνει πιο ευέλικτη και τη μείωση της γραφειοκρατίας που συχνά αποτρέπει τις επενδύσεις.

Η πλειοψηφία του κόμματος στη Βουλή θα επιτρέψει στην κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη να περάσει νόμους χωρίς να χρειάζεται να συμβιβαστεί με άλλα κόμματα. Όμως, ενώ αυτό θα βοηθήσει την κυβέρνηση να επιτύχει ορισμένους από αυτούς τους στόχους εσωτερικής πολιτικής, ωστόσο το βαρύ φορτίο του τεράστιου χρέους της Ελλάδας (που ξεπερνά το 176% του ΑΕΠ της) θα περιορίσει την ικανότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις για πολλές δεκαετίες.

Την ίδια ώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ (που βρίσκεται πλέον στην αντιπολίτευση), θα είναι έτοιμος να βγει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί κατά της ατζέντας της νέας κυβέρνησης. Αυτό, όμως, που ίσως είναι σημαντικότερο, είναι πως τα βαθιά ριζωμένα διαρθρωτικά προβλήματα της Ελλάδας –που κυμαίνονται από το υψηλό επίπεδο της φοροδιαφυγής μέχρι τα κατεστημένα συμφέροντα που αντιστέκονται στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις – επίσης θα συνεχίσουν να περιορίζουν το περιθώριο δράσης της Αθήνας.

Οι προκλήσεις της Εξωτερικής πολιτικής

Οι προκλήσεις του κ. Μητσοτάκη στην Εξωτερική πολιτική θα είναι εξίσου τρομακτικές. Η Νέα Δημοκρατία επικρίνει την πρόσφατη συμφωνία στην οποία κατέληξε ο ΣΥΡΙΖΑ με τη Βόρεια Μακεδονία για την αλλαγή του ονόματος της χώρας. Ωστόσο, η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη θα αντιμετωπίσει σημαντικές πιέσεις από ΗΠΑ και ΕΕ να μην αποσυρθεί από τη συμφωνία για την ονομασία. Αυτό σημαίνει πως ενώ θα υπάρξει περιθώριο για διπλωματικές εντάσεις μεταξύ της Αθήνας και των Σκοπίων, η Ελλάδα πιθανότατα τελικά θα τηρήσει τη συμφωνία. Η νέα κυβέρνηση είναι επίσης απίθανο να εκτροχιάσει ξεκάθαρα τον δρόμο της Βόρειας Μακεδονίας προς την ένταξη στο ΝΑΤΟ, όμως θα μπορούσε να καθυστερήσει τη διαδικασία.

Ο κ. Μητσοτάκης αναλαμβάνει την εξουσία σε μια περίοδο όπου οι διαμάχες στην Ανατολική Μεσόγειο γίνονται όλο και εντονότερες. Η νέα του κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει τη Δημοκρατία της Κύπρου και να επικρίνει τις προσπάθειες της Τουρκίας να διενεργήσει έρευνες για φυσικό αέριο στις περιοχές της κυπριακής ΑΟΖ που αμφισβητεί. Η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία, όμως είναι απίθανο η Άγκυρα να κάνει πίσω στις ενέργειές της στην περιοχή σύντομα. Λίγες ώρες αφότου συνεχάρη τον κ. Μητσοτάκη για τη νίκη του στις 7 Ιουλίου, η τουρκική κυβέρνηση έστειλε και δεύτερο πλοίο γεωτρύπανο για να ερευνήσει για υδρογονάνθρακες ανοικτά των ακτών της Κύπρου –δείχνοντας πιθανότατα την πεποίθησή της πως η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δυσκολευτεί να καταλήξει σε ομόφωνη ψήφο για την επιβολή οποιονδήποτε ουσιαστικών κυρώσεων κατά της Τουρκίας.

Εν τω μεταξύ, η νέα ελληνική κυβέρνηση είναι επίσης πιθανό να επιδιώξει να συνεχίσει να έχει καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ σε μια περίοδο που οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε νέο χαμηλό, μετά την αγορά και ανάπτυξη των ρωσικών συστημάτων S-400 από την Άγκυρα.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1689448/ta-agkathia-ston-dromo-ths-neas-synthrhtikhs-kyver.html

«Παράδειγμα προς αποφυγήν η περίπτωση του Γάλλου υπουργού περιβάλλοντος François de Rugy»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου, [email protected]  www.kalkis.eu

Θα ήταν κοινοτοπία να θυμίσω στους αναγνώστες μου ότι τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα είναι τόσα πολλά, περίπλοκα και ασταμάτητα που οι πολιτικοί (απανταχού της γης) αδυνατούν συνήθως να τα αντιμετωπίσουν γιατί δεν είναι σε θέση να τα προλάβουν. Πάρτε για παράδειγμα τους 7 θανάτους και τις καταστροφές που έγιναν στην Χαλκιδική πριν τρεις μέρες και οφείλονται στην κλιματική αλλαγή αλλά και στις ανθρώπινες κακοτεχνίες.

Οι πολιτικοί, όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση προσεγγίζουν τα διάφορα κοινωνικά θέματα που απασχολούν τον κόσμο με τρόπο απόλυτο για λόγους προσωπικής τους ευκολίας. Δεν κρατούν καν κάποιες επιφυλάξεις για τα όσα ισχυρίζονται ότι θα κάνουν. Προέχει η κατάληψη του «γκουβέρνου». «Μετά θα δούνε». «Μήπως και οι προηγούμενοι δεν έκαναν το ίδιο ;» Η μόνιμη επωδός τους είναι συνήθως ότι αυτοί στην εξουσία «θα εφαρμόσουν ένα σχέδιο», δήθεν «συγκεκριμένο και κοστολογημένο», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται συνήθως για εύπεπτες από τον «Λαό» στερεότυπες γενικότητες του τύπου : «μια άλλη ή μια εναλλακτική πολιτική». Όχι σαν αυτή του «παλιού Συστήματος εξουσίας». Και επιπρόσθετα, οι πολιτικοί στην αντιπολίτευση υπόσχονται ότι, όταν αυτούς τους στείλει στην εξουσία με την ψήφο του ο «Λαός», θα κυβερνήσουν με δικαιοσύνη, με ανατροπή των κακώς κειμένων και κυρίως με πλήρη σεβασμό του δημόσιου χρήματος που θα διαχειριστούν, π.χ. με το «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς» που ποδοπατήθηκε πάνω στο κότερο της ελληνικής μπουρζουαζίας με κομμουνιστικά πούρα Αβάνας. ‘Η στο «λαϊκό» οικογενειακό τραπέζι με ακριβά θαλασσινά που είδαμε στο διάσιμο γαλλικό περιοδικό Paris Match των παγκόσμιων selebrities.

Αυτή η ανεπάρκεια εξεύρεσης με πραγματισμό ικανοποιητικών λύσεων στα ζέοντα λαϊκά προβλήματα από τους πολιτικούς στην εξουσία έχει οδηγήσει την ίδια την Πολιτική με ήτα στην ευκολία της ανάδειξης των σκανδάλων (της καμπούρας δηλαδή) του πολιτικού αντιπάλου τον οποίο τον ξεσκίζουν, τον ισοπεδώνουν ηθικά, τον στέλνουν στο σπίτι του, αν δεν μπορούν να τον στείλουν στη φυλακή, λησμονώντας την θυμόσοφη θρησκευτική ρήση «μάχαιρα έδωκες, μάχαιρα θα λάβεις» μια μέρα.

Προσοχή ! Ο γράφων δεν θα δικαιολογούσε με τίποτα και κανέναν πολιτικό που έβαλε αποδεδειγμένα το δάχτυλό του στο μέλι της όποιας εξουσίας του ή διασπάθισε το δημόσιο χρήμα κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Όποιος έφταιξε, να πληρώσει. Απλά με τα παραπάνω που έγραψα ήθελα να κάνω μια εισαγωγή στην υπόθεση του Γάλλου νυν υπουργού περιβάλλοντος François de Rugy, πρώην προέδρου της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης, πρώην γνωστού μέλους του σοσιαλιστικού κόμματος (PS) από το οποίο απεχώρησε, προσχωρώντας στο κόμμα του Μακρόν η «Γαλλία Εμπρός» του οποίου μια από τις βασικές ιδρυτικές του αρχές ήταν «η υποδειγματικότητα» (l’exemplarité) της εξουσίας του «νέου» σε σχέση με το «παλιό πολιτικό σύστημα».

Εδώ και 3 ημέρες, ο γαλλικός ενημερωτικός ιστότοπος Mediapart έστειλε  «στη πολιτική σέντρα» τον εν λόγω υπουργό την Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019, με το κρίσιμο χαρτοφυλάκιο της «οικολογικής μετάβασης και αλληλεγγύης», τομέας στον οποίο ο Μακρόν θέλει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο μετά από την παγκόσμια Συμφωνία των Παρισίων για το Περιβάλλον. Κατηγορεί τον υπουργό ότι «διοργάνωσε, από τον Οκτώβριο του 2017 έως τον Ιούνιο του 2018, τουλάχιστον 12 δείπνα όταν ήταν πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, χωρίς εμφανή σχέση με τις αρμοδιότητές  του», όπως αναφέρει ο ηλεκτρονικός Le Monde στις 11-7-2019. Στο τραπέζι  της πολυτελούς κατοικίας του εκάστοτε προέδρου της Εθνοσυνέλευσης που λέγεται «l’hôtel de Lassay», φέρονται να έχουν σερβιριστεί σε αυτά τα δείπνα γιγαντιαίοι αστακοί, σαμπάνια και κρασιά από το κελάρι της Εθνοσυνέλευσης – το οίκου Château Cheval–Blanc του 2001, με εκτιμώμενη τιμή 550 ευρώ το μπουκάλι ή του οίκου Château d‘Yquem του 1999, με εκτιμώμενη τιμή σε 265 ευρώ. Οι φιλοξενούμενοι ανήκαν στον οικογενειακό περίγυρο και στον φιλικό κύκλο του ζεύγους του Rugy. Στον Mediapart, ο De Rugy ανέφερε ότι αυτά ήταν «άτυπα δείπνα που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων του με προσωπικότητες της κοινωνίας των πολιτών» για να «ανταποκριθούν στην απαίτηση εκπροσώπησης που σχετίζεται με [τα] καθήκοντά του». Όταν όμως άρχισαν να τον ζορίζουν σχετικά τα γαλλικά ΜΜΕ, δήλωσε ότι είναι έτοιμος να αναλάβει  να πληρώσει τις «μη επιλέξιμες δαπάνες» που θα ελέγξει η «Δεοντολόγος της Εθνοσυνέλευσης» που ο ίδιος είχε διορίσει στη θέση αυτή! Η εν λόγω φερόμενη γαλαντομία με «ξένα λεφτά» εκνευρίζει τους βουλευτές και της ίδιας της παράταξής του «Γαλλία Εμπρός»  οι οποίοι ανωνύμως λένε : «εμάς μας τάραξε στους ελέγχους της επιλεξιμότητας των δαπανών μας ως βουλευτών, ισχυριζόμενος ότι μείωσε τις συνολικές δαπάνες της Εθνοσυνέλευσης κατά 13%, κι αυτός προσέφερε λουκούλλεια δείπνα, χωρίς σοβαρό υπηρεσιακό λόγο». Ήδη στο γαλλικό πεζοδρόμιο οι αντιπολιτευόμενοι αντιδρούν με πλαστικά ομοιώματα γιγαντιαίων αστακών, όπως είδα χθες το πρωί σε σχετικό ρεπορτάζ του ειδησεογραφικού καναλιού LCI.

Ο Rugy είναι προφανώς και αδέξιος, πέρα από τη σπατάλη. Το να σερβίρει αστακούς (που δεν του αρέσουν, όπως δήλωσε) σε μια εποχή που τα κινητά τηλέφωνα είναι τόσο αδιάκριτα μάτια και των οποίων οι εικόνες κυκλοφορούν αμέσως στο Διαδίκτυο, είναι ένα πολιτικό λάθος ίδιο με μια έλλειψη γεύσης. Το σερβίρισμα γλώσσας στους καλεσμένους του θα ήταν αρκετή.

Όμως να ήταν μόνο τα δείπνα με αστακούς, σαμπάνια και ακριβά κρασιά.

Ο εν λόγω υπουργός κατηγορείται επίσης για τη διενέργεια ακριβών εργασιών ανακαίνισης (73.000 ευρώ) στο ιδιωτικό διαμέρισμα διαμονής του σήμερα του υπουργείου.

Ο ιστότοπος  Mediapart μετέδωσε επίσης ότι η διευθύντρια του ιδιαίτερου γραφείου του νυν υπουργού, η Nicole Klein, δέσμευε για 12 χρόνια μια «κοινωνική κατοικία» (με επιδοτούμενο φτηνό ενοίκιο) στο Παρίσι. Η εν λόγω υπάλληλος του François de Rugy από τον Οκτώβριο του 2018, έχει νοικιάσει μια κοινωνική κατοικία στο Παρίσι από το 2001. «Μεταξύ 2006 και 2018, συνέχισε να επωφελείται από αυτό το ακίνητο ενώ εργαζόταν έξω από την πρωτεύουσα, στερώνοντας το έτσι από έναν από τους περίπου 200.000 αιτούντες κοινωνικών κατοικιών στο Παρίσι που περίμεναν για πολλά χρόνια πριν αποκτήσουν ένα τέτοιο διαμέρισμα», σημειώνει ο Mediapart. Ο François de Rugy, για να μην απολογείται και για την ιδιαιτέρα του, αναγκάζεται να την εκδιώξει άμεσα. Η πρώην διευθύντρια του υπουργού τον κατηγορεί ότι «θέλησε να σώσει το κεφάλι του, κόβοντας το δικό της», σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό Le Monde.

Στα γαλλικά ΜΜΕ ομιλούν πλέον για το σίριαλ του François de Rugy, αφού ο ίδιος ιστότοπος δημοσίευσε χθες και τα εξής : «Όπως η πρώην διευθύντρια του γραφείου του, ο François de Rugy επωφελείται από το 2016 από ένα διαμέρισμα κοινωνικής κατοικίας του μηχανισμού Scellier κοντά στη πόλη Ναντ, χωρίς να πληρούνται οι όροι ενοικίασης. Ο François de Rugy λέει ότι δεν είχε ενημερωθεί».

Ο εν λόγω υπουργός, με δάκρυα στα μάτια προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο κανάλι BFM–TV την Παρασκευή 12-7-2019, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερε. Δεν έχει ακόμα παραιτηθεί, όπως το ζητάει σύσσωμη η αντιπολίτευση, ακόμη και το κόμμα της Λεπέν για την οποία είχα γράψει στις 21-5-2019 στις Ανιχνεύσεις για συγκρίσιμα δείπνα της :

http://www.anixneuseis.gr/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CE%B2%CE%BF%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CE%AF-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CF%80%CE%BD/

Εκτιμώ ότι οι μέρες του υπουργού François de Rugy είναι μετρημένες. Η πολιτική φθορά που προκαλεί στον Μακρόν δεν αντέχεται πολιτικά. Υπάρχει ένας κανόνας στην κυβέρνηση Μακρόν σχετικά με τους υπουργούς του. Τι λέει αυτός ο κανόνας-«νομολογία» ; «Ένας υπουργός που κατηγορείται, παραιτείται». Εκτός από αυτό, στην πραγματικότητα, τα παρακάτω πρώην μέλη της κυβέρνησης παραιτήθηκαν πολύ πριν από την κατηγορία εναντίον τους για την υπόθεση των κοινοβουλευτικών βοηθών τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όταν ήταν ευρωβουλευτές :

@ Sylvie Goulard ( πρώην υπουργός άμυνας)

@ François Bayrou (πρώην υπουργός δικαιοσύνης)

@ Marielle de Sarnez (πρώην υπουργός για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις).

Εκεί μάλιστα που η δημοτικότητα του Μακρόν ανέβηκε στο υψηλότερό της σημείο (31,66%) εδώ και 10 μήνες, όπως έγραψε ο Michaël Bloch στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche την 1η Ιουλίου 2019.

Συμπέρασμα απευθυνόμενο στον απανταχού πολιτικαντισμό :

«όποιος δεν προσέχει πού κάθετε, εκπλήσσεται όταν σηκώνεται» (που κι νουνίζ και κάθεται, θαμάσκεται όντες σκούται), ποντιακή θυμόσοφη ρήση.