Αρχική Blog Σελίδα 2642

De Rugy : un ministre « politiquement cramé »

0

 

 

REVUE DE PRESSE. François de Rugy peut-il rester n° 2 du gouvernement après les révélations sur son train de vie. Pour les éditorialistes, la réponse est non.

Παγκόσμιος τσαμπουκάς

4
Η Τουρκία κάνει ό,τι θέλει, όπου θέλει και όποτε θέλει. Κανείς δεν μπορεί να την περιορίσει.
Παράλληλα με την προβολή σκληρής ισχύος ασκεί μια πετυχημένη διπλωματία. Μετρά το χρήμα, η αποφασιστικότητα και η αποτελεσματικότητα.
Οι ΗΠΑ την αντιμετωπίζουν με μια φοβία μήπως τους φύγει (δεν έχουν καταλάβει ότι τους έφυγε;), η Ε.Ε. κάτι θα τους κόψει (οικονομικά) και οι Ρώσοι παίζουν μαζί τους.
Δεν υπάρχει παγκόσμια τάξη. Υπάρχει παγκόσμιος τσαμπουκάς.
Το επόμενο μνημόνιο που θα πληρώσουμε θα είναι για την Άμυνα. Διαφορετικά, ετοιμαστείτε για δορυφοροποίηση.

ΜΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ…

0

anarchypress.gr

Εργαζόμενοι της Huawei Technologies Co, συνεργάζονται με τις κινεζικές ένοπλες δυνάμεις σε ερευνητικά προγράμματα. Η είδηση αυτή, σύμφωνα και με δημοσίευμα του Bloomberg, αποδεικνύει ότι οι σχέσεις της εταιρείας με τις ένοπλες δυνάμεις του κινεζικού κράτους είναι πολύ σοβαρότερες από αυτές, που παραδέχεται η ίδια η Huawei, αφού την τελευταία δεκαετία εργαζόμενοί της συνεργάστηκαν με στελέχη από διάφορους κλάδους των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων σε τουλάχιστον 10 ερευνητικά προγράμματα διαφόρων ειδών, από τεχνητή νοημοσύνη μέχρι ασύρματες επικοινωνίες.

Μεταξύ αυτών μάλιστα, πάντα σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, περιλαμβάνεται μια συνεργασία με τον ερευνητικό κλάδο της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, δηλαδή τον ανώτατο φορέα των ενόπλων δυνάμεων με στόχο την εξαγωγή και ταυτοποίηση συναισθημάτων σε σχόλια μέσω βίντεο, καθώς και μια πρωτοβουλία σε συνεργασία με το Εθνικό Πανεπιστήμιο Αμυντικής Τεχνολογίας για τη διερεύνηση τρόπων συλλογής και ανάλυσης δορυφορικών εικόνων και γεωγραφικών συντεταγμένων.

Το Bloomberg, όπως εξηγεί το δημοσίευμα, βρήκε τα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και online βάσεις δεδομένων για έρευνες, που χρησιμοποιούνται κυρίως από Κινέζους ακαδημαϊκούς και ειδικούς της βιομηχανίας, ενώ οι συντελεστές τους παρουσιάζονταν ως εργαζόμενοι της εταιρείας, το όνομα της οποίας εμφανιζόταν στα επιστημονικά άρθρα.

«Η Huawei δεν έχει γνώση περί εργαζομένων που έχουν δημοσιεύσει ερευνητικά papers σε ατομικό επίπεδο», είπε ο Γκλεν Σλος, εκπρόσωπος της εταιρείας, σε μήνυμά του στο Bloomberg, προσθέτοντας ότι «η Huawei δεν έχει συνεργασία ή συνεργασίες έρευνας και ανάπτυξης με θεσμούς που είναι προσκείμενοι στον κινεζικό στρατό[…] η Huawei μόνο αναπτύσσει και παράγει προϊόντα επικοινωνίας, που τηρούν τα πολιτικά στάνταρ ανά τον κόσμο, και δεν προσαρμόζει προϊόντα έρευνας και ανάπτυξης για τον στρατό», ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις άλλων στελεχών της εταιρείας, που βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ- Κίνας.

Θα θυμίσουμε ότι τον περασμένο Γενάρη συνελήφθησαν στην Πολωνία ο υπεύθυνος πωλήσεων της Huawei σε πελάτες του δημοσίου στην Πολωνία, καθώς και Πολωνός υπήκοος και πρώην υψηλόβαθμος κρατικός αξιωματούχος που εργαζόταν στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Orange Polska με την κατηγορία της κατασκοπείας, ενώ επίσης στις αρχές Δεκεμβρίου το 2018 η Μενγκ Γουανγκζού, γενική οικονομική διευθύντρια της Huawei, είχε συλληφθεί στον Καναδά ως ύποπτη ότι εξαπάτησε τράπεζες, ώστε χωρίς τη θέλησή τους να κάνουν εκκαθάριση συναλλαγών με το Ιράν.

Μ’ άλλα λόγια ο κολοσσός υψηλής τεχνολογίας της Huawei θεωρείται απειλή για τη Δύση και εν μέσω αδυσώπητου εμπορικού πολέμου οι ΗΠΑ πιέζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να πάρει ανάλογα μέτρα με την απειλή ότι το Πεκίνο μέσω του εξοπλισμού της Huawei κατασκοπεύει εταιρείες, κυβερνήσεις και άτομα.

Βέβαια στο σπίτι του κρεμασμένου δεν θα έπρεπε να μιλούν για σκοινί…

Όπως είναι γνωστό κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1960, η Ουάσιγκτον, άρχισε μια συνεργασία με το Λονδίνο, πάνω σε ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης το οποίο έμεινε γνωστό ως Echelon. Πρόκειται για ένα σύστημα, όπως έχουμε ξαναγράψει, το οποίο αποτελείται από μια σειρά δορυφόρων, πύργων, κοριών σε οπτικές ίνες, σταθμούς με servers και backdoors σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε όλο το μήκος του πλανήτη. Πολύ σύντομα το σύστημα αυτό επεκτάθηκε και συμμετέχουν ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Αυτή η ομάδα χωρών είναι γνωστή στο χώρο των διεθνών σχέσεων, λόγω του συστήματος αυτού, με το κωδικό όνομα, Five Eyes, τα Πέντε Μάτια. Το Echelon, δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει τη Σοβιετική Ένωση στα πλαίσια του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου, αλλά χρησιμοποιήθηκε και για την καταπολέμηση της «τρομοκρατίας».

Φυσικά το Echelon αυτή τη στιγμή παρ’ όλο που αποτελεί ένα βασικό «εργαλείο» παρακολούθησης δεν καλύπτει τις ανάγκες που έχουν προκύψει λόγω της έκρηξης των νέων τεχνολογιών.

Με λίγα λόγια σήμερα τα σύγχρονα δίκτυα τηλεπικοινωνιών και ιντερνέτ, έχουν κεντρικά σημεία ανταλλαγής όπου έρχονται οι πληροφορίες από όλο τον κόσμο και διαχέονται παντού και φυσικά όποιος ελέγχει τα κέντρα έχει στη διάθεσή του όλες τις πληροφορίες. Έτσι η στόχευση είτε των ΗΠΑ είτε του κινεζικού κράτους είναι αυτονόητη από την στιγμή που έρχεται στο προσκήνιο η Πέμπτη γενιά στο χώρο της κινητής τηλεφωνίας, το αποκαλούμενο 5G, το οποίο εξαφανίζει το διαχωρισμό μεταξύ περιφερειακών και κεντρικών συστημάτων.

Οι διαστάσεις αυτού του παγκόσμιου πολέμου για τον έλεγχο και την ολοκληρωτική παρακολούθηση του πληθυσμού ολόκληρου του πλανήτη είναι πράγματι ακόμη και τώρα ανυπολόγιστες. Και δυστυχώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι είτε στέκονται αδιάφοροι είτε ακόμη χειρότερα δίνουν οικειοθελώς τα πλέον προσωπικά τους στοιχεία.

Θα θυμίσουμε ακόμη ότι ο Όργουελ αμφιταλαντευόταν όσον αφορά τον τίτλο του έργου του «1984». Σκεπτόταν περισσότερο τον τίτλο «Ο τελευταίος άνθρωπος στην γη»…

ΜΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ…

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ pronews.gr : Αυτός είναι ο «τεμαχισμός» του Εναέριου Χώρου στο Αιγαίο που απαίτησε η Αγκυρα (χάρτες)

0

Γράφει: Κύρα Αδάμ   

Ελάχιστες ημέρες πριν τις εκλογές, Ελλάδα και Τουρκία αποφάσισαν στην Άγκυρα την επιβεβαίωση της εφαρμογής του Μνημονίου Παπούλια –Γιλμάζ, αλλά οι αντιπροσωπείες δεν κατέληξαν σε τελικές συμφωνίες για τα υπόλοιπα κρίσιμα θέματα των διαπραγματεύσεων που είναι το cross-tell και τα DFS. 

H ελληνική αντιπροσωπεία στη συνάντηση της Αγκύρας απέρριψε τις τουρκικές προτάσεις και στα δύο αυτά θέματα. Η συζήτηση θα επαναληφθεί στην επόμενη συνάντηση των δύο αντιπροσωπιών στο προσεχές διάστημα.

Αναλυτικότερα:

Για να εφαρμοστεί το cross-tell που αφορά στην αλληλοενημέρωση με χρήση ραντάρ μεταξύ του τουρκικού ΑΤΑ προς το ΑΤΑ Λάρισας για την κίνηση των αεροσκαφών πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει καθορισμένη ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗΣ (ΑΡΑ), δηλαδή μια γεωγραφικά διαχωριστική γραμμή μεταξύ ΑΤΑ Ελλάδας και Τουρκίας, στην οποία θα γίνεται η μεταβίβαση των αεροπορικών ιχνών και ο έλεγχος των αεροσκαφών από το ένα ΑΤΑ στο άλλο.

Στις τωρινές διαπραγματεύσεις η Τουρκία εμμένει στις θέσεις της από το 2000 σε βάρος της Ελλάδας, τόσο σε Νατοϊκό όσο και σε διμερές επίπεδο ώστε να μην υπάρχει διαχωριστική γραμμή όπου να γίνεται η μεταβίβαση των αεροσκαφών από το ένα ΑΤΑ στο άλλο και η οποία θα διαχωρίζει την περιοχή ελέγχου και ευθύνης( ΑΡΑ) Ελλάδας – Τουρκίας.

Αντί για μια διαχωριστική γραμμή, η Τουρκία επιμένει να υπάρχουν δύο διαχωριστικές γραμμές 40 ν.μ. εκατέρωθεν του FIR Αθηνών, χωρίς όμως να γίνεται καμία αναφορά σε αυτό, όπως φαίνεται στο χάρτη. 

Έτσι θα υπάρχει μια περιοχή 40 νμ εντός του Αιγαίου κατά μήκος δυτικά του FIR  Αθηνών που θα είναι ανεξέλεγκτη και στην οποία Ελλάδα – Τουρκία θα ενεργούν κατά βούληση ή σε συνδιαχείριση (κόκκινη γραμμή).

Μόνον η περιοχή 40 νμ δυτικά του FIR Αθηνών στο Αιγαίο είναι ανεξέλεγκτη και θα υπάρχει συνδιαχείριση Ελλάδας – Τουρκίας και τούτο διότι στα 40 νμ ανατολικά του FIR Αθηνών, δηλαδή εντός Τουρκίας δεν μπορεί να υπάρξει συνδιαχείριση καθόσον αποτελούν τουρκική κυριαρχία και δεν μπορεί να εισέλθει ελληνικό αεροσκάφος διότι θα κάνει παραβίαση τουρκικού εναερίου χώρου, δεδομένου ότι το FIR Αθηνών αποτελεί τα δυτικά σύνορα της Τουρκίας.

Αυτό συμβαίνει διότι η περιοχή 40 νμ δυτικά του FIR Αθηνών περιλαμβάνει και διεθνή εναέριο χώρο, ενώ 40 νμ ανατολικά του FIR δεν υπάρχει διεθνής εναέριος χώρος από την πλευρά της Τουρκίας.

Έτσι, π.χ ένα ελληνικό C-130 από την Αθήνα για Λέσβο (δείτε το χάρτη) μέχρι τα 40 νμ δυτικά του FIR Αθηνών θα ελέγχεται από την Ελλάδα και μετά θα πρέπει να μεταβιβάζεται στην Τουρκία και ταυτόχρονα να μπαίνει σε ανεξέλεγκτη περιοχή.

Δηλαδή για να πάνε ελληνικά αεροσκάφη στα νησιά Λήμνο, Σαμοθράκη, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία, Κω, Ρόδο, Καστελόριζο, κλπ (σ.σ.: δηλαδή νήσοι που αναφέρονται στις Συνθήκες Λωζάνης και Παρισίων) η Ελλάδα θα πρέπει να πάρει… βίζα από την Τουρκία.

Αντιθέτως μόνον τα τουρκικά αεροσκάφη θα μπορούν να πετάνε δυτικά του FIR Αθηνών (βλέπε χάρτη) διότι μόνον το Αιγαίο έχει διεθνή εναέριο χώρο, ενώ τα ελληνικά δεν μπορούν να πετάξουν ανατολικά του FIR Αθηνών διότι είναι τουρκική επικράτεια, όπως φαίνεται στο χάρτη.

Για μεγαλύτερη ακρίβεια σημειώνεται ότι ένα τουρκικό αεροσκάφος από τη BADIRMA (στο χάρτη  με κόκκινο χρώμα) θα μπορεί να εισέλθει στο ΔΕΧ του Αιγαίου, να πετάξει μέχρι 10 νμ από το Βόλο και μετά να γυρίσει πάλι στην Τουρκία.

Ενώ ένα ελληνικό αεροσκάφος από το Καστέλι (στο χάρτη με μπλε χρώμα) μπορεί να πετάει μονον μεχρι το FIR  Αθηνών/Κωνσταντινούπολης, διότι μετά υπάρχει μόνον τουρκική επικράτεια.

Σε καμία ΝΑΤΟϊκή χώρα δεν υπάρχει η διαδικασία που θέλει και προτείνει η Τουρκία, την οποία από το 2000 υποστηρίζει το ΝΑΤΟ σε βάρος της Ελλάδας.

Έτσι από το 2000 το ΓΕΑ αρνήθηκε ρητά την προσπάθεια του τότε  Αμερικανού διοικητή της Νότιας Πτέρυγας του ΝΑΤΟ, που μαζί με τον Τούρκο επιτελάρχη προσπάθησε να πείσει την ελληνική πλευρά να δεχθεί την τουρκική διαδικασία cross- tell παρουσιάζοντας τον σχετικό χάρτη που αποκαλύπτει το pronews.

Στην περίπτωση που η Ελλάδα αποδεχθεί- μετά τα ΜΟΕ- την τουρκική θέση cross-tell, τότε η Ελλάδα θα ελέγχει μέχρι τον 25ο μεσημβρινό- μέση του Αιγαίου και η περιοχή μέχρι το FIR Αθηνών θα αποτελεί επιεικώς συνδιαχείριση και ξέφραγο αμπέλι.

Έτσι στην περίπτωση που τρομοκρατικό αεροσκάφος (renegade) εισέλθει στην ανεξέλεγκτη περιοχή στο Καστελόριζο (χάρτης μπλε -κόκκινο χρώμα) τότε εντός του FIR Αθηνών και εντός του Αιγαίου την αναχαίτιση θα την κάνει όποιος γουστάρει διότι θα πετάει μέσα σε ανεξέλεγκτη περιοχή.

Ουσιαστικά, τυπικά, διπλωματικά και νομικά θα πρέπει η διαχωριστική γραμμή για cross-tell να είναι το FIR Αθηνών/Κωνσταντινούπολης,που είναι θεσμικά καθορισμένο σε διεθνές πλαίσιο.

Και τούτο διότι μόνον τα τουρκικά αεροσκάφη μπορούν να τέμνουν το FIR  Αθηνών μέσω ΔΕΧ και να εισέρχονται στο Αιγαίο, διότι τα ελληνικά μπορούν να φτάνουν μόνον μέχρι το FIR Αθηνών/Κωνσταντινούπολης διότι μετά υπάρχει μόνον τουρκική επικράτεια.

Έτσι μόνον η Τουρκία πρέπει να μεταβιβάζει στην Ελλάδα τις πτήσεις των τουρκικών αεροσκαφών που θα εισέλθουν στο FIR Αθηνών, κάτι το οποίο η Άγκυρα αποφεύγει ως ο διάβολος το λιβάνι και θέλει την εξουδετέρωση του- κατάργηση- αναδιάταξη του.

Η Ελλάδα δεν οφείλει να μεταβιβάζει στην Τουρκία τις πτήσεις των ελληνικών αεροσκαφών για την περιοχή του Αιγαίου εντός του FIR Αθηνών.

Η πονηρή Τουρκία προτείνει στην ελληνική πλευρά την αποστολή στην Αθήνα του καθημερινού Δελτίου Τουρκικών πτήσεων στο Αιγαίο, (DFS) με στόχο να μειωθεί δήθεν η ένταση στο Αιγαίο και να μην υπάρχουν αναχαιτίσεις που μπορεί να προκαλέσουν ατύχημα.

Υπενθυμίζεται ότι τα DFS πρωτοεμφανίστηκαν τον Νοέμβριο 2001 στο ελληνικό ΥΠΕΞ μετά από πρόταση του τουρκικού ΥΠΕΞ με το αιτιολογικό ότι η διαδικασία αυτή θα μειώσει την ένταση στο Αιγαίο και επειδή αυτά, προβλέπονται σε νατοϊκά εγχειρίδια.

Οι τότε ειδήμονες του ΥΠΕΞ χωρίς να μελετήσουν τα DFS και χωρίς  να ζητήσουν τις θέσεις του ΥΕΘΑ θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να τα παρουσιάσουν ως ελληνική επιτυχία, με αποτέλεσμα ο τότε ΥΠΕΞ Γ. Παπανδρέου σε ομιλία του στη Βουλή να δηλώσει ότι τα DFS είναι πολύ καλή ελληνοτουρκική προσέγγιση και θα εφαρμοστούν.

Όμως το ΓΕΑ, καθ’ ύλην αρμόδιο για τις  στρατιωτικές πτήσεις στο Αιγαίο απέρριψε μια και έξω τα DFS αποδεικνύοντας ότι αυτά είναι τουλάχιστον δέκα φορές σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και συμφερόντων στο Αιγαίο, με αποτέλεσμα αυτά να μην γίνουν αποδεκτά από την Ελλάδα- αν και ο αρχηγός ΓΕΑ εστάλη αμέσως μετά, σπίτι του..

Για τα τότε DFS, τα οποία συζητούνται ακόμα και σήμερα σημειώνονται τα εξής, όπως αυτά καταγράφονται σε ένα DFS που παρουσιάζει το pronews.gr

H Τουρκία αναγράφει στα DFS ότι 6 F -16 και 8 F-4 θα πετούν στο Βόρειο και Ανατολικό Αιγαίο αντίστοιχα, καθώς και τον χρόνο πτήσης τους και τίποτε άλλο. Έτσι θα μπορούν να περνάνε κοκορέτσι τα ελληνικά νησιά διότι δεν αναγράφουν ότι θα πετάξουν αποκλειστικά και μόνον στον Διεθνή Εναέριο Χώρο του Αιγαίου.

Ακόμα, δεν αναγράφουν το δρομολόγιο τους και τα σημεία στροφής των αεροσκαφών, θέτοντας στα άχρηστα την ασφάλεια πτήσεων κυρίως των πολιτικών αεροσκαφών.

Δεν αναγράφουν το σημείο εισόδου- εξόδου στο FIR Αθηνών το οποίο πετάει στα Τάρταρα, με αποτέλεσμα οι Συνθήκες Λωζάνης και Παρισίων να αποδυναμώνονται, η περιοχή SAR της Αθήνας που είναι το FIR Αθηνών να εξαφανίζεται και το Αιγαίο να καθίσταται «ξέφραγo αμπέλι», δεδομένου ότι τα τουρκικά αεροσκάφη όταν πετάνε στο Αιγαίο (10νμ από τον Βόλο) θα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο του ΑΤΑ Τουρκίας και όχι του ΑΤΑ Λάρισας, δηλαδή η περιοχή ελέγχου του ΑΤΑ Λάρισας πάει περίπατο.

Η σημερινή στρατιωτική ηγεσία του ΥΕΘΑ, Α/ ΓΕΕΘΑ, Α/ΓΕΑ και Α/ΑΤΑ απορρίπτουν τις τουρκικές προτάσεις με βάση το σκεπτικό ότι η αποδοχή τους θα είναι επιβλαβής για τη χώρα . Και τούτο διότι η Τουρκία θα μπορεί να αναγράφει πχ 6F-16 και 8 F-16 και 6F-16, ότι θα πετάξουν στους ίδιους χρόνους ( δηλαδή ταυτόχρονα) στο Βόρειο, Κεντρικό και Νότιο Αιγαίο, ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα η Άγκυρα να έχει το πλεονέκτημα του στοιχείου του αιφνιδιασμού.

Γι’ αυτό ουδέποτε πρέπει να επιτραπεί ταυτόχρονα πτήσεις άνω των τεσσάρων τουρκικών αεροσκαφών στο Αιγαίο, διότι συνιστούν απειλή και αιφνιδιασμό.

Τα νατοϊκά εγχειρίδια, που προβλέπουν τα DFS, καθορίζουν συγκεκριμένη περιοχή ελέγχου ενός εκάστου (ΑΡΑ) που απορρίπτει η Τουρκία, και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που πρέπει να δίνει η Τουρκία, τα οποία όμως αυτή παραβλέπει λόγω των βλέψεων της σε βάρος της Ελλάδας.

Για το λόγο αυτό το ΥΕΘΑ για να δεχθεί τα DFS απαιτεί η Τουρκία να αναγράφει τα ακόλουθα:

Χρόνος και σημείο εισόδου και εξόδου στο FIR Αθηνών.

Χρόνοι, δρομολόγιο, σημεία στροφής των αεροσκαφών εντός του FIR Αθηνών για πτήσεις στον ΔΕΧ και πέρα από τα 10νμ από τις ακτές των νήσων.

Συσκευές SAR που θα φέρουν τα τουρκικά αεροσκάφη κατά την πτήση τους στο FIR Αθηνών, που είναι η περιοχή Έρευνας και Διάσωσης ( SAR) της Αθήνας.

Με την είσοδο των τουρκικών αεροσκαφών στο FIR Αθηνών θα μεταπίπτουν στον έλεγχο του ΑΤΑ Λάρισας και θα εφαρμόζουν κατά γράμμα τις οδηγίες για λόγους ασφάλειας πτήσεων και για να μην γίνει το Αιγαίο- FIR Αθηνών/Κωνσταντινούπολης «ξέφραγο αμπέλι».

Μέγιστος αριθμός ταυτόχρονης εισόδου στο FIR Αθηνών τεσσάρων τουρκικών αεροσκαφών με τον προβλεπόμενο κωδικό IFF, είτε τουρκικό είτε νατοϊκό.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!Τα DFS θα υποβάλλονται και στην ΥΠΑ Ελλάδας, που είναι αρμόδια για το FIR Αθηνών και για την ασφάλεια της εναέριας κυκλοφορίας σ αυτό.

https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/ellinotoyrkika/788201_oi-theseis-elladas-kai-toyrkias-stis-synehizomenes

Δεν υπάρχει “Γόρδιος δεσμός”

0

Δεν υπάρχει "Γόρδιος δεσμός"Δημήτρης Ιωάννου 150Γράφουν οι Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου

Αν κάνουμε την υπόθεση ότι η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου έχει σαφή εντολή από τον ελληνικό λαό να μεταρρυθμίσει ριζικά την ελληνική οικονομία, θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει και πώς θα πρέπει να τα χειρισθεί. Ποιος είναι ο “Γόρδιος δεσμός” που θα πρέπει να κόψει για να πετύχει τον σκοπό της;

Υπάρχουν δύο σημαντικές προκλήσεις. Η πρώτη αφορά τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και η δεύτερη τον χειρισμό των προβλημάτων που αφήνει πίσω της, αποχωρώντας, η προηγούμενη κυβέρνηση, δηλαδή την πραγματικά “καμένη γη” στην οικονομία και τα επιπλέον προβλήματα που φρόντισε να σωρεύσει κατά την τελευταία περίοδο πριν την αποδρομή της.

Οι μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες…

Οι μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως απαραίτητες για να ξεφύγουν η οικονομία και η κοινωνία από την καθήλωση και την ασταθή στασιμότητα. Μόνο που παρουσιάζουν δύο ειδών προβλήματα.

Το πρώτο είναι ότι έχουν υπονομευθεί στον έσχατο βαθμό κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των Μνημονίων. Σε όλη αυτήν την περίοδο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα, μη αναλαμβάνοντας την “ιδιοκτησία του προγράμματος”, δηλαδή μη ενστερνιζόμενα  την αναγκαιότητα και τους στόχους των μεταρρυθμίσεων, μη εφαρμόζοντας αυτά που συμφωνούσαν με τους εταίρους, και προσφεύγοντας στους γνωστούς κλαυθμυρισμούς ότι “εμείς δεν θέλουμε αλλά οι ξένοι μας αναγκάζουν”, στην πραγματικότητα απονομιμοποίησαν, διέβαλαν και δαιμονοποίησαν στη συνείδηση του ελληνικού λαού τη σημασία και την αναγκαιότητα των πιο σημαντικών και απολύτως απαραιτήτων μεταρρυθμίσεων.

Αυτό δημιουργεί ήδη ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα γιατί, όσο και αν όλοι υποστηρίζουν γενικόλογα ότι η απαλλαγή από τον ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται και με αποδοχή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, όταν η κοινωνία θα βρεθεί  μπροστά σε συγκεκριμένες αλλαγές τότε θα αρχίσουν να λειτουργούν οι συγκεκριμένοι ψυχικοί μηχανισμοί προσκόλλησης στην υφιστάμενη πραγματικότητα, οι οποίοι αποτελούν ζωτικό στοιχείο της ελληνικής ιδιομορφίας. Μηχανισμοί που μπορεί μεν να προϋπήρχαν της κρίσης, (όπως στην περίπτωση της “μεταρρύθμισης Γιαννίτση”, για παράδειγμα, στο συνταξιοδοτικό), αλλά ενισχύθηκαν κατά θηριώδη τρόπο στη διάρκεια των Μνημονίων, με τους “αντιμνημονιακούς αγώνες”.

Και εδώ υπάρχει το δεύτερο μεγάλο ζήτημα με τις μεταρρυθμίσεις το οποίο είναι το εξής: αντίθετα με τις λαϊκιστικές παροχές, τα πολιτικά οφέλη των οποίων είναι άμεσα για τον λαοπρόβλητο ηγέτη που τις προσφέρει, ενώ ο λογαριασμός παραδίδεται ετεροχρονισμένα και με ιστορική υστέρηση στον επόμενο ή ακόμη και στον μεθεπόμενο διαχειριστή της εξουσίας, στις μεταρρυθμίσεις συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο διότι αυτές έχουν, κατά κανόνα, πολύ αργή απόδοση και τα οφέλη τους, συνήθως, προκύπτουν  πολύ καιρό μετά από την εφαρμογή τους. Το ξεκίνημα μάλιστα των θετικών αποδόσεών τους μπορεί να μετατεθεί ακόμη μακρύτερα στο απώτερο μέλλον και για έναν επιπλέον λόγο: διότι, κατά την πρώτη περίοδο της εφαρμογής τους, αντιμετωπίζουν, (και το ξέρουμε αυτό πολύ καλά), τη λυσσώδη αντίδραση των κατεστημένων ομάδων συμφερόντων οι οποίες επωφελούνταν από την υπό μεταρρύθμιση κατάσταση, (δηλαδή αποκόμιζαν αθέμιτες προσόδους), εις βάρος της κοινωνίας, και χάνουν τα προνόμιά τους από τις αλλαγές που υλοποιούνται. Ενώ την ίδια στιγμή αυτοί οι οποίοι πρόκειται να ευνοηθούν, σε βάθος χρόνου, από τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός, δεν έχει συνείδηση και δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για να τις υποστηρίξει.

Απαιτείται, συνεπώς, πολύ μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, αλλά και πολύ μεγάλη θέληση για μία κυβέρνηση ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα αποδώσουν σε μεταγενέστερο ή και σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και μετά την αποχώρηση της ίδιας από την εξουσία.

Εάν θέλουμε ένα παράδειγμα, κάτι τέτοιο συνέβη στη Γερμανία με την κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών η οποία ουσιαστικά επωφελήθηκε και κεφαλαιοποίησε τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων που είχε εισαγάγει η κυβέρνηση Schröder των Σοσιαλδημοκρατών. Άλλο παράδειγμα, είναι η Πορτογαλία,  όπου η σημερινή κεντροαριστερή κυβέρνηση ουσιαστικά αξιοποιεί και κερδίζει πολιτικά από τις μεταρρυθμίσεις που είχε εισαγάγει η προηγούμενη κυβέρνηση της κεντροδεξιάς.

Κάτι ανάλογο  συνέβη και με τις μεταρρυθμίσεις “ευελιξίας” στην αγορά εργασίας που είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα από τις, -πειθαναγκασμένες βέβαια από την “τρόικα”- προηγούμενες κυβερνήσεις, και είχαν σαν αποτέλεσμα να αρχίσει να μειώνεται η ανεργία το 2015-2016 ενώ δεν υπήρχε διόλου οικονομική μεγέθυνση. Μείωση που συνεχίσθηκε δυσανάλογα θετικά σε σχέση με την ισχνή οικονομική μεγέθυνση της περιόδου 2017-2018.

Τότε εμφανιζόταν το παράδοξο η σήμερα απερχόμενη κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τη μείωση της ανεργίας που οφειλόταν στην εσωτερική υποτίμηση και στην “ευελιξία” – τις οποίες όμως κατήγγελλε, ενώ τις εφάρμοζε. (Για την οποία, μάλιστα, “εσωτερική υποτίμηση”, κορυφαίοι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι, όχι αναγκαστικά προσκείμενοι στον ΣΥΡΙΖΑ, είχαν αποφανθεί με αυθεντία ότι “είχε αποτύχει”). Το κωμικοτραγικό, βέβαια, θα είναι όταν η απερχόμενη κυβέρνηση, ως αντιπολίτευση στο εγγύς μέλλον, αρχίσει  να καταγγέλλει  την επερχόμενη κυβέρνηση  για την επιβράδυνση της αύξησης της απασχόλησης και την πιθανή αύξηση της ανεργίας που θα οφείλονται όμως στις ανορθολογικές ρυθμίσεις που εισήγαγε στην αγορά εργασίας η ίδια η απερχόμενη κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες της θητείας της.

Το δυσκολότερο σημείο, πάντως, για τις μεταρρυθμίσεις είναι εκείνο στο οποίο υπάρχει πλήρης αναλογία με το γνωστό γνωμικό περί του προθύμου πνεύματος και της ασθενούς σαρκός, όπου στη συγκεκριμένη περίπτωση το “πνεύμα” αντιπροσωπεύεται από τις πραγματικά, ίσως, μεταρρυθμιστικές προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας και η “σάρκα” από τις αρτηριοσκληρωτικές  διαθέσεις της κομματικής βάσης, των κομματικών μηχανισμών αλλά και της κρατικής γραφειοκρατίας. Διότι παρ’ όλες τις μεταρρυθμιστικές προθέσεις της ηγεσίας, όσο ειλικρινείς και αν είναι αυτές, ο κομματικός κορμός, κατά περίπτωση, παραμένει σταθερά αυτός που ήταν για δεκαετίες: στενά συνδεδεμένος με το πελατειακό κράτος και τον παρασιτισμό. Αυτός “ο κόσμος της παράταξης”, όπως συνήθως αυτοαποκαλείται, δεν πρόκειται να επιτρέψει αμαχητί να υλοποιηθούν μεταρρυθμίσεις, που θα μειώσουν τα προνόμιά του και τις προσόδους του, όπως δεν το επέτρεψε και στο παρελθόν.

Ποιες πρέπει να είναι οι μεταρρυθμίσεις που περιμένουμε και που πρέπει να λάβουν χώρα προκειμένου να εισέλθει η ελληνική οικονομία σε μία νέα πορεία ανάπτυξης; Είναι πολύ απλό: είναι οι μεταρρυθμίσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους παραγωγικούς συντελεστές να αμείβονται σύμφωνα με το προϊόν που δημιουργούν -όπως συμβαίνει σε όλες τις ελεύθερες και προηγμένες οικονομίες. Διότι, αντίθετα προς αυτό, στη μεταπολεμική Ελλάδα και έως σήμερα, ένα σημαντικό τμήμα του κοινωνικού προϊόντος που δημιουργούσαν οι συντελεστές της παραγωγής, το αποσπούσαν μέσω της θεσμικής βίας του πελατειακού κράτους, και το καρπώνονταν με τη μορφή (άλλοτε νομότυπης, άλλοτε παράνομης, πάντοτε όμως αθέμιτης) προσόδου, οι εκπρόσωποι του παρασιτισμού-δηλαδή τα “κλειστά επαγγέλματα”, τα “ευγενή ταμεία”, “οι ευγενείς κλάδοι”, οι ανύπαντρες θυγατέρες και τα συναφή. Εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση της ελληνικής οικονομίας, λοιπόν, δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο παρά αυτό.  Είναι κάτι το οποίο στα λόγια το έχουμε επιχειρήσει επί δεκαετίες, από τη μεταπολίτευση και μετά, με όλες τις κυβερνήσεις. Πλην όμως δεν έχουμε καταφέρει να κάνουμε ούτε ένα βήμα μπροστά. Ούτε καν ως αποτέλεσμα των Μνημονίων. Ώστε να είχε αποτραπεί, για παράδειγμα, τα τελευταία δύο χρόνια η πτώση της χώρας κατά 9 θέσεις, (από την 61η στην 72η), στην κατάταξη του δείκτη “Ευκολία του Επιχειρείν” της World Bank.

…αλλά δεν αρκούν!

Εκείνο όμως που είναι το πιο σημαντικό και για το οποίο θα πρέπει να υπάρχει πλήρης συνείδηση ώστε να αποφευχθεί η απότομη προσγείωση και η καταστροφική απογοήτευση είναι πως ενώ οι μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως απαραίτητες και επιβεβλημένες, δεν εγγυώνται και δεν αρκούν από μόνες τους για να δημιουργήσουν την αναπτυξιακή εκτίναξη που η χώρα έχει ανάγκη. Η οικονομία πράγματι υποφέρει από τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, την υψηλή φορολογία και επίσης, τα τελευταία χρόνια, από την έλλειψη πιστωτικού συστήματος. Αυτό όμως δεν ερμηνεύει ούτε όλη την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ούτε και όσα συμβαίνουν σήμερα. Η απάλειψη όλων αυτών των προβλημάτων, -απολύτως αναγκαία και επείγουσα- αν και όταν επιτευχθεί δεν θα συνεπιφέρει αυτομάτως την αναπτυξιακή απογείωση και τη μετατροπή της Ελλάδας σε “τίγρη της Μεσογείου”.

Πολύ εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι για να δημιουργήσει κάποιος μία επιχείρηση “υγειονομικού ενδιαφέροντος”, ένα σουβλατζίδικο ας πούμε, απαιτείται μεγαλύτερη γραφειοκρατική διαδικασία από αυτή που απαιτείται για να δημιουργήσει μία startup στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας.  Επίσης -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- εάν κάποιος θέλει να ανοίξει σουβλατζίδικο το πιο πιθανό είναι ότι θα πρέπει να το κάνει με δικά του χρήματα γιατί δεν πρόκειται να βρει δανειοδότη ούτε καν στο πρόσωπό της μανούλας του. Αντίθετα η startup, χωρίς καμία αμφιβολία, εάν το επιχειρηματικό της σχέδιο είναι οριακά πειστικό, θα βρεθεί μπροστά σε πολλούς πιθανούς χρηματοδότες, είτε από τον ιδιωτικό τομέα, είτε και από τον κρατικό, (από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για παράδειγμα). Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι η φορολογία, ασχέτως του αν είναι υψηλή ή όχι, επιβαρύνει μάλλον περισσότερο το σουβλατζίδικο από τη startup στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας μιας και η τελευταία όλο και θα μπορεί να επωφεληθεί από κάποιες “υπεραποσβέσεις”, φοροαπαλλαγές κλπ. Υπό τις συνθήκες αυτές θα πίστευε κανείς ότι οι νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας μαζί με τις επιχειρήσεις οι οποίες, τέλος πάντων, δημιουργούν κάποια προστιθέμενη αξία μεγαλύτερη από ό,τι το ψήσιμο και το delivery, θα ήταν αν όχι περισσότερες, τουλάχιστον ίσες σε αριθμό με τα σουβλατζίδικα που ανοίγουν (και φυσικά κλείνουν) καθημερινά ανά την επικράτεια, Πλην όμως αυτό δεν συμβαίνει. Τα σουβλατζίδικα υπερτερούν σημαντικά και δίνουν ίσως τον τόνο της καθημερινότητας του σύγχρονου ελληνικού βίου καθορίζοντας, ταυτοχρόνως, την αναπτυξιακή καχεξία της ελληνικής οικονομίας, διότι αναπτυξιακή ώθηση μπορούν να της δώσουν μόνο επιχειρήσεις που δημιουργούν σχετικά υψηλή προστιθέμενη αξία, και -φευ- τα σουβλατζίδικα δεν εμπίπτουν στην εν λόγω κατηγορία.

Αυτό δυστυχώς θα συνεχίσει να γίνεται για μία χρονική περίοδο ακόμα και αν υποθέσουμε μία απολύτως επιτυχή εισαγωγή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στο εγγύς μέλλον. Θα συνεχίσει να γίνεται για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η ελληνική οικονομία, ακόμη και σήμερα, μετά την κρίση, προσφέρει πληθώρα ευκαιριών κερδοφορίας σε τομείς στους οποίους δεν απαιτείται ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου επιπέδου technological frontier. Τέτοιοι τομείς είναι είτε ο τουρισμός και η ναυτιλία, είτε ό,τι σχετίζεται με την κατανάλωση και την εσωτερική αγορά. (Ακόμη και ο πατροπαράδοτος τρόπος με τον οποίον διατίθενται τα ευρωπαϊκά κονδύλια συμβάλλει στον “περισπασμό” αυτόν της επιχειρηματικότητας από τους τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας).

Ο δεύτερος λόγος είναι κάτι που έχει εντοπίσει και έχει αναλύσει η οικονομική θεωρία της ανάπτυξης ήδη εδώ και 35 χρόνια. Αφορά το λεγόμενο “ενδογενές” στοιχείο της ανάπτυξης, δηλαδή την έννοια που η θεωρία χρησιμοποιεί για να περιγράψει τον αναπτυξιακό δυναμισμό σε μία οικονομία κυρίως ως ένα, με την ευρύτερη έννοια, “πολιτισμικό” χαρακτηριστικό της. Το όποιο, από τη μία, έχει άμεση σχέση με το υφιστάμενο οικοσύστημα των ιδεών και των αξιών που κυριαρχούν, (στην εκπαίδευση για παράδειγμα) και, από την άλλη, με τη λειτουργική επάρκεια των κοινωνικών θεσμών, (της δικαιοσύνης για παράδειγμα). Μόνο που αυτές οι συνθήκες όπου υπάρχουν αποτελούν προϊόντα μακροχρόνιων μετασχηματισμών. Πολιτικές για την προώθηση και την επιτυχία τέτοιων μετασχηματισμών χρειάζονται τουλάχιστον τη διάρκεια μιας γενιάς για να κυοφορήσουν. Και απαιτούν τη συγκρότηση μίας  ενεργού μεταρρυθμιστικής δύναμης, που σήμερα στην Ελλάδα περιμένουμε να δούμε αν πράγματι υφίσταται.

Δεν υπάρχει “Γόρδιος δεσμός”.

Και ενώ όλα τα παραπάνω είναι πολύ σημαντικά, η νέα κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει κάτι ακόμη πιο άμεσο: τη ναρκοθέτηση που αφήνει πίσω της η απελθούσα κυβέρνηση αποχωρώντας. Δηλαδή τη δυσκολία να επιτευχθεί το απαιτούμενο πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ, τη χρεοκοπία της ΔΕΗ και των άλλων ΔΕΚΟ που καταρρέουν, τις αποφάσεις για τα αναδρομικά. Και μαζί με αυτά βέβαια, τις προσδοκίες για φορολογικές μειώσεις.

Μία πραγματιστική προσέγγιση κατ’ αρχήν οφείλει να τονίσει ότι, παρά τα συνήθως αναφερόμενα στο πολιτευτικό -και δη προεκλογικό- λόγο, η ελληνική οικονομία, σε ορατό χρονικό ορίζοντα, δεν πρόκειται να δεχθεί αναπτυξιακή ώθηση ούτε από τις κατά φαντασίαν ξένες επενδύσεις, οι οποίες μάλλον δεν πρόκειται να έρθουν ποτέ σε άλλους τομείς εκτός από τους διαφόρων ειδών λιμένες και τα τυχερά παίγνια, ούτε και από ένα ξαφνικό κύμα δημιουργίας startups υψηλής προστιθέμενης αξίας που θα μετέτρεπαν τη χώρα σε Silicon Valley της Μεσογείου. Μία σημαντική αναπτυξιακή ώθηση όμως θα μπορούσε να δοθεί στην οικονομία με ένα εκτεταμένο και αποφασιστικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και εκσυγχρονισμού των ελληνικών ΔΕΚΟ, και των επιχειρήσεων του ευρύτερου κρατικού τομέα γενικότερα. Αλλά και αυτό μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Δυστυχώς σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον εφικτό και δεν υφίσταται σαν δυνατότητα για την επερχόμενη κυβέρνηση. Μετά από τα χρόνια ατολμίας και αδράνειας, στις αρχές της κρίσης, που οδήγησαν στη σταδιακή επιδείνωση της κατάστασης στις επιχειρήσεις αυτές,  τα τεσσεράμισι τελευταία χρόνια υπήρξαν απολύτως καταστροφικά. Σε τέτοιο βαθμό που τώρα πλέον είναι παντελώς αδύνατη η χρησιμοποίηση των ΔΕΚΟ ως αναπτυξιακής ατμομηχανής της ελληνικής οικονομίας, γιατί αυτές κείτονται σε ερείπια και θα πρέπει να δοθεί ένας σχεδόν άπελπις αγώνας αποκλειστικά και μόνο με στόχο να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευσή τους που θα συνεπέφερε και την κατάρρευση της συνολικής οικονομίας.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις και ελαφρύνσεις. Ούτε οι φορολογικές ελαφρύνσεις  αρκούν από μόνες τους για να προσδώσουν επενδυτική δυναμική σε μία οικονομία, (κάτι τέτοιο δεν συνέβη πάντως στην Ιρλανδία -και εκεί συνέτρεξαν πολλοί ισοδύναμοι παράγοντες από τους οποίους η φορολογία ήταν μόνο ο ένας), ούτε η υψηλή φορολογική επιβάρυνση αποτρέπει, από μόνη της, την πραγματοποίηση επενδύσεων, όπως αφελώς πιστεύουν οι “αδιαπραγμάτευτοι” εγχώριοι “φιλελεύθεροι”. (Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα υπήρχε η παραμικρή νέα επένδυση στη Γερμανία ή στη Σουηδία). Η επενδυτική απόφαση καθορίζεται με πολύ πιο σύνθετα κριτήρια. Το θέμα είναι, όμως, ότι πράγματι μία οικονομία με ασθενή επιχειρηματικότητα, με ισχνή συνολική προστιθέμενη αξία και χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο παραγωγής, όπως η ελληνική, που περιβάλλεται από ανταγωνιστές με πολύ χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, δεν μπορεί να παραμείνει συγκριτικά υπερφορολογούμενη. Και οι δικοί της φορολογικοί συντελεστές θα πρέπει να προσαρμοσθούν στις ανάγκες της ανταγωνιστικότητας.

Όπως βέβαια παρατήρησε πρώτος ο Baron de Montesquieu τα φορολογικά έσοδα χαρακτηρίζονται από έναν βαθμό ελαστικότητας σε σχέση με τους φορολογικούς συντελεστές. Πλην όμως, όπως διαπίστωσαν με δυσάρεστη έκπληξη, ο Arthur Laffer και ο Ronald Reagan όταν προσπάθησαν να εφαρμόσουν αυτήν την ιδέα στην πράξη, πρέπει να προσέχει κανείς και τις πραγματικές τιμές στην καμπύλη φορολογικών εσόδων της οικονομίας, (δηλαδή την απόλυτη τιμή της ελαστικότητας της).  Και αυτό διότι, τις περισσότερες φορές, αυτή η απόλυτη τιμή δεν είναι ίση ή μεγαλύτερη της μονάδας με αποτέλεσμα η μείωση των φορολογικών συντελεστών να επιφέρει μείωση και του συνόλου των φορολογικών εσόδων αντί για αύξησή τους, όπως πιστεύουν οι “αδιαπραγμάτευτοι” ότι θα συμβεί. Το πιο πιθανό είναι ότι κάτι παρόμοιο θα επαναληφθεί και στην ελληνική περίπτωση. Και επειδή όλα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, ανάλογη με τη μείωση των φορολογικών εσόδων θα πρέπει να είναι και η μείωση των δημοσίων δαπανών, ειδικά δε όταν βρίσκεσαι ως χώρα υπό τη δέσμευση να έχεις πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Συνεπώς κάποιος μπορεί να πει ότι η Ελλάδα τον Ιούλιο του 2019 θα επιστρέψει ξανά στο ίδιο πρόβλημα, -τις δημόσιες δαπάνες- που αντιμετωπίζει ήδη από 190 ετών, δηλαδή από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.

Τα παραπάνω δεν γράφονται με τον σκοπό να αποθαρρύνουν και να απομειώσουν τη μεταρρυθμιστική και ανορθωτική πνοή που φαίνεται να κυριαρχεί σήμερα στη χώρα. Αντιθέτως γράφονται για να την βοηθήσουν. Η αισιοδοξία, για να έχει αποτέλεσμα, πρέπει να συνοδεύει την πλήρη και διαυγή αντίληψη της πραγματικής κατάστασης, και την απόφαση για την αλλαγή της, όση προσπάθεια και αν απαιτεί αυτό. Διότι, δυστυχώς, δεν υπάρχει ο ένας  “Γόρδιος δεσμός”, το κόψιμο του οποίου θα σημάνει την είσοδο της χώρας σε μία νέα διαφορετική, λαμπρή, πορεία ανάπτυξης. Υπάρχουν μάλλον εκατοντάδες ή χιλιάδες “Γόρδιοι δεσμοί” που θα πρέπει να κόβονται με επίπονη, αλλά και επίμονη προσπάθεια, κάθε μέρα, ξανά και ξανά. Αυτό πρέπει να είναι συνείδηση για τους οπαδούς της μεταρρύθμισης και της ανάταξης της χώρας.

* Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι Οικονομολόγοι. Συγγραφείς του βιβλίου “Το Επιπλέον Ναυάγιο – Ερμηνευτικό Εγκόλπιο για την Κρίση”, Εκδόσεις Andy’s.

https://www.capital.gr/arthra/3370905/den-uparxei-gordios-desmos?fbclid=IwAR0XO2hXkPjk33aFzIz3x_x0RqiECAp5mKZo4OKI0ktvklDODd6NfNODHsI

Αυτοί είναι οι 3 συν 1 τουρκικοί στόχοι για το Αιγαίο και την Κύπρο

0

 Νίκος Παναγιωτίδης*
Οι τουρκικοί στρατηγικοί στόχοι για το Αιγαίο και την Κύπρο είναι διαχρονικοί και εντάσσονται στην προσπάθεια αμφισβήτησης των ελλαδικών και ελληνοκυπριακών (της ΚΔ) κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η Τουρκία δεν διαχωρίζει το Αιγαίο από την Κύπρο, αφού το θεωρεί ενιαίο γεωπολιτικό χώρο από τον οποίο μπορεί να αντλήσει συγκεκριμένα γεωστρατηγικά οφέλη. Ποιοι είναι όμως οι τουρκικοί στόχοι;

1) Κύριος στόχος της τουρκικής υψηλής στρατηγικής είναι η υφαρπαγή μέρους της ελληνικής και κυπριακής κυριαρχίας επί των χερσαίων συνόρων (βλ. αμφισβήτηση Συνθήκης της Λωζάνης και διεκδίκηση νησιών) και των θαλασσίων ζωνών τους.Συγκεκριμένα, η Άγκυρα επιδιώκει διχοτόμηση του Αιγαίου σε δύο μέρη με απώτερο στόχο τον περιορισμό της ελληνικής και την επαύξηση της τουρκικής κυριαρχίας για να καταστεί περιφερειακή ηγεμονική δύναμη.

Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να κερδίσει ζωτικό χώρο εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτός είναι και ο λόγος που αντιδρά με την απειλή πολέμου (Casus Belli) σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα από τα 6 στα 12 ν.μ. Με το ισχύον καθεστώς η Ελλάδα ασκεί κυριαρχία στο 35% των υδάτων, ενώ η Τουρκία στο 9%. Αν ισχύσει καθεστώς 12 ν.μ. η Ελλάδα θα ασκεί κυριαρχία στο 64% του Αιγαίου, ενώ η Τουρκία στο 10%. Ποια είναι τα μέσα του τουρκικού αναθεωρητισμού; Ο διπλωματικός εξαναγκασμός (βλ. κρίση Φεβρουαρίου στο οικόπεδο 3 και κρίση Γιαβούζ – Φατίχ) και η αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου.
2) Διαμοιρασμό των ενεργειακών πόρων στην Κύπρο, αλλά και αμφισβήτηση αυτών που δυνητικά βρίσκονται εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας με στόχο τον προσπορισμό οικονομικού και πολιτικού οφέλους. Ένας από τους κύριους πυλώνες της τουρκικής υψηλής στρατηγικής είναι ο γεωοικονομικός, αφού ο στόχος είναι να καταστεί η Τουρκία σημαντικός διαμετακομιστικός ενεργειακός κόμβος στην περιοχή της. Ένας αγωγός φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου ενισχύει την τουρκική στοχοθεσία.
3) Επιπρόσθετα, και σε άμεση αλληλοσύνδεση με το προηγούμενο σημείο, η Τουρκία επιχειρεί να καταστεί υπολογίσιμη ναυτική δύναμη. Το δόγμα Νταβούτογλου παραμένει η πολιτική βίβλος των ισλαμιστών. Ο τελευταίος έχει επηρεαστεί αρκετά από τον πιο δημοφιλή θεωρητικό επί ναυτικών θεμάτων, Θάιερ Μάχαν, ο οποίος είχε ταυτίσει την αναβίβαση μιας χώρας στο στάτους της Μεγάλης Δύναμης με τη θαλάσσια ισχύ. Σύμφωνα με τον Μάχαν, θαλάσσια και οικονομική ισχύς είναι αλληλένδετες.
4) Τέλος, ο γεωστρατηγικός έλεγχος της Κύπρου μέσω λύσης τουρκικών προδιαγραφών. Η Τουρκία δεν επιθυμεί τη δημιουργία μιας πραγματικά ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ). Αυτός είναι ο λόγος που εμμένει στη διατήρηση επεμβατικών δικαιωμάτων και στην παραμονή στρατευμάτων στο νησί. Επιπλέον, επιχειρεί μέσω περίπλοκων συνταγματικών ρυθμίσεων να ελέγξει την πολιτική διεργασία και στις δυο συνιστώσες πολιτείες που δυνητικά θα εγκαθιδρυθούν με στόχο την παρεμπόδιση άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Ανάλογες πρόνοιες υπήρχαν και στο σχέδιο Ανάν, όπου η Τουρκία μέσω των εποίκων και των μηχανισμών της Γερουσίας της Ομόσπονδης ΚΔ μπορούσε να ελέγχει όλη την Κύπρο.
Συμπερασματικά, είτε έχουμε ως σημείο αναφοράς τους κεμαλιστές είτε εστιάζουμε στο πολιτικό ισλάμ και τον Ταγίπ Ερντογάν, οι τουρκικοί στόχοι παραμένουν οι ίδιοι. Απλά διαφοροποιούνται κάπως στα μέσα και η τακτική. Οι κεμαλιστές θεωρούσαν ότι η ισχύς της Τουρκίας απέρρεε από την προεξέχουσα περιφερειακή της θέση, ενώ οι ισλαμιστές εκτιμούν ότι το ισλαμικο-οθωμανικό υπόβαθρο της δίνει τα εχέγγυα για τη δημιουργία ενός τόξου διευρυμένης επιρροής με επίκεντρο την Τουρκία, η οποία αναβιβάζεται πλέον σε υπερ-περιφερειακή δύναμη. Όπως διαφαίνεται από τη στρατηγική συμπεριφορά της Τουρκίας, αυτό το διάστημα η ελλαδική – ελληνοκυπριακή στρατηγική παρουσιάζει έλλειμμα αποτρεπτικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας, το οποίο πρέπει να διορθώσει τάχιστα.
*Επ. καθηγητής Αmerican College, επιστημονικός συνεργάτης ΚΑΝΣ Παντείου.
Φιλελεύθερος

Η καλύτερη τελευταία ελπίδα της Βοσνίας

0
Πώς ένα απίθανο ειρηνευτικό δίδυμο μπορεί να κρατήσει ενωμένα τα Βαλκάνια
Μια γυναίκα προσεύχεται στον τάφο των μελών της οικογένειάς της κοντά στην Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, τον Μάρτιο του 2019. Dado Ruvic / Reuters
Περίληψη:

Η αδυναμία προσκαλεί την πρόκληση, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια. Αυταρχικοί δρώντες, όπως η Κίνα, οι χώρες του Κόλπου, η Τουρκία και η Ρωσία, όλοι έσπευσαν να γεμίσουν το κενό που άφησε η Δυτική νωθρότητα. Στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η σερβική πλειοψηφία, η Δημοκρατία Σέρπσκα (RS), έχει πέσει υπό την επιρροή της Μόσχας σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση από όσο η γειτονική Σερβία.

Ο KURT BASSUENER είναι συνιδρυτής του Democratization Policy Council, ενός think tank που εδρεύει στο Βερολίνο. Ένας υπότροφος Fulbright, ολοκληρώνει την διδακτορική του διατριβή στο University of St. Andrews.

Έχει περάσει σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα από τότε που οι ειρηνευτικές συμφωνίες του Ντέιτον τερμάτισαν τον πόλεμο στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη, όπου σκοτώθηκαν περίπου 100.000 άνθρωποι. Η συμφωνία εντέλετο την διατήρηση «ασφαλούς και σίγουρου περιβάλλοντος» [1] στην χώρα. Το ΝΑΤΟ επωμίστηκε πρώτα αυτή την ευθύνη˙ αργότερα, στα τέλη του 2004, ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, η εφαρμογή των ειρηνευτικών συμφωνιών σταμάτησε. Ωστόσο, η δύναμη της ΕΕ, αρχικά 7.000 μελών, μειώθηκε σε ένα θεσμικό φύλλο συκής με 600 στρατιώτες, μια συγκλονιστικά μικρή παρουσία που διαφημίζει την έλλειψη αποφασιστικότητας της ΕΕ. Αυτή η δύναμη δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενάντια στις αυξανόμενες απειλές ασφαλείας, πόσω μάλλον να εκπληρώνει την εντολή των συμφωνιών του Dayton.

11072019-1.jpg

Μια γυναίκα προσεύχεται στον τάφο των μελών της οικογένειάς της κοντά στην Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, τον Μάρτιο του 2019. Dado Ruvic / Reuters
—————————————————————————

Η αδυναμία προσκαλεί την πρόκληση, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια. Αυταρχικοί δρώντες, όπως η Κίνα, οι χώρες του Κόλπου, η Τουρκία και η Ρωσία, όλοι έσπευσαν [2] να γεμίσουν το κενό που άφησε η Δυτική νωθρότητα. Στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η σερβική πλειοψηφία, η Δημοκρατία Σέρπσκα (RS), έχει πέσει υπό την επιρροή της Μόσχας σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση από όσο η γειτονική Σερβία, αναζωογονώντας το βοσνιο-σερβικό αποσχιστικό κίνημα. Χωρίς μια φιλελεύθερη, αντισταθμιστική δύναμη για να τους περιορίσει, οι ανεξέλεγκτοι ηγέτες της Βοσνίας γίνονται ολοένα και πιο τολμηροί στην εθνοτική τους ακροσφαλή πολιτική, καθιστώντας την ανανέωση των συγκρούσεων πιο πιθανή και τις δυνητικές συνέπειες πιο τρομερές. Η Βοσνία αντιμετωπίζει μια αποτυχία αποτροπής που μόνο οι φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις έχουν την δυνατότητα να αποκαταστήσουν.

ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ

Ο Σερβοβόσνιος ηγέτης, Μίλοραντ Ντόντικ, που σήμερα προεδρεύει της τριμερούς προεδρίας της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, έχει από καιρό υποστηρίξει την διάλυση της χώρας, έτσι ώστε η RS να μπορέσει είτε να γίνει ανεξάρτητο κράτος είτε να ενοποιηθεί με την Σερβία. Βόσνιοι ηγέτες της Κροατίας τον υποστηρίζουν ανοιχτά και η Κροατία, που είναι μέλος του ΝΑΤΟ, το κάνει σιωπηρά, δεδομένου ότι το κυβερνών κόμμα αναμένει να επωφεληθεί πολιτικά από την ανανεωμένη εθνοτική σύγκρουση. Η εμβάθυνση της ρωσικής εμπλοκής στην περιοχή μόνο ενίσχυσε την επιρροή του Ντόντικ. Αφού χειροκρότησε [3] την προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία το 2014 ως μια έκφραση «αυτοδιάθεσης», ο Ρώσος πρεσβευτής τον αντάμειψε με μια επίσκεψη. Αργότερα, είπε [3] στον τότε πρωθυπουργό και τώρα πρόεδρο της Σερβίας, Aleksandar Vucic, ότι είχε ρωσική υποστήριξη για ένα στοίχημα προς την ανεξαρτησία. Ο Βούτσιτς αρνήθηκε να τον υποστηρίξει, πιθανότατα επειδή φοβόταν την δυσαρέσκεια από τις Δυτικές δυνάμεις, αλλά οι δύο ηγέτες έχουν έρθει πιο κοντά έκτοτε. Τον Μάιο του 2014, η RS άλλαξε επισήμως την πολιτική της για τη Δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη (European Union Force in Bosnia and Herzegovina, EUFOR) από την υποστήριξη της αποστολής στην έκκληση για την απόσυρσή της.

Υπήρξαν άλλα ανησυχητικά σημάδια ότι η Βοσνία και Ερζεγοβίνη βρίσκεται σε πορεία προς την βίαιη διάλυση. Η Εθνοσυνέλευση της RS συνέταξε πρόσφατα σχέδια για την ίδρυση μιας βοηθητικής αστυνομικής μονάδας 1.000 ατόμων που πολλοί φοβούνται ότι θα μπορούσε να γίνει de facto ο στρατός της RS, χωριστός από τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις. Οι νομοθέτες της RS αποχώρησαν από το σχέδιο στα τέλη του περασμένου μήνα, αφότου βρέθηκαν υπό έντονη εγχώρια και διεθνή πίεση, μόνο για να γυρίσουν και να ανακοινώσουν μια νέα χωροφυλακή [4] που είναι σίγουρο ότι θα είναι εξίσου διχαστική. (Οι βοσνιακής πλειοψηφίας ομοσπονδιακές μονάδες της χώρας προβλεπόμενα αντέδρασαν [5] προγραμματίζοντας να συγκεντρώσουν τις δικές τους εφεδρικές δυνάμεις αστυνόμευσης). Οι Αρχές της RS καλλιέργησαν επίσης την αφοσίωση των πλειοψηφίας Βοσνιακών Σέρβων μονάδων πεζικού στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, που δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως, ήδη πάνω από μια δεκαετία μετά τον πόλεμο. Μια κοινή άσκηση [6] μεταξύ στρατευμάτων μιας τέτοιας μονάδας πεζικού και μιας πλήρως πολιτικοποιημένης αστυνομίας της RS τον Μάιο ήταν μια ανησυχητική κλιμάκωση των προσπαθειών του Ντόντικ για να τροφοδοτήσει την αποσχιστική θέρμη.

Σε περίπτωση που ένας νέος γύρος ένοπλης βίας απειλήσει την Βοσνία, η EUFOR δεν θα είναι σε θέση [7] να την εμποδίσει ή να την αντιμετωπίσει. Σχεδόν πριν από μια δεκαετία, οι στρατιωτικοί διοικητές της ΕΕ ανέφεραν ότι θα χρειαζόταν μια ταξιαρχία -περίπου 5.000 στρατιώτες- για να μπορέσει η EUFOR να ανταποκριθεί στις ευθύνες της. Ο κύριος λόγος που η δύναμη δεν κατάφερε να διατηρήσει αυτόν τον αριθμό είναι η έλλειψη θέλησης από την πλευρά της Ευρώπης. Τα γραφειοκρατικά θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, δεν επιθυμούν να παραδεχτούν ότι υπάρχει ζήτημα ασφάλειας στην Βοσνία, πόσω μάλλον να το αντιμετωπίσουν. Το Ηνωμένο Βασίλειο, που συνήθως είναι διατεθειμένο να επιδείξει μεγαλύτερο ρεαλισμό στο θέμα αυτό, έχει στρατιωτικά τμήματα διαθέσιμα για την ενίσχυση της EUFOR. Ωστόσο, το ακόμα ανεπίλυτο χάος του Brexit έχει κάνει το Λονδίνο λιγότερο δυναμικό στην Ευρώπη. Όσο η σχέση του με την ΕΕ παραμένει ασαφής, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι απίθανο να παρέμβει στα Βαλκάνια.

Καθώς η ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα για την συνέχιση της διατήρησης της ειρήνης στην Βοσνία μειώνεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης γίνει ένας επικίνδυνα αναξιόπιστος ηγέτης στα Βαλκάνια. Η διοίκηση Trump, η οποία φαίνεται ότι ασκεί [8] την δική της μορφή βαλκανικής πολιτικής εγχωρίως, έχει τροφοδοτήσει ενεργά τις εντάσεις στην περιοχή [9], τόσο πιέζοντας για μια ανταλλαγή εδαφών μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου, η οποία ουσιαστικά θα διασπάσει το Κοσσυφοπέδιο –ανοίγοντας την όρεξη όλων όσων έχουν ανεκπλήρωτες ατζέντες- όσο και με το γενικότερο εθνικιστικό του χαρακτήρα. Δεδομένου ότι σε περίπτωση κρίσης, οι αμερικανικές δυνάμεις στην Ιταλία υποτίθεται ότι θα παράσχουν στήριξη τόσο στην δύναμη της EUFOR όσο και στην δύναμη του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο, η προφανής έλλειψη δέσμευσης της κυβέρνησης των ΗΠΑ στην περιοχή -και η αποχώρηση του τελευταίου διεθνιστή, πρώην υπουργού Άμυνας, James Mattis- έχει ανησυχητικές επιπτώσεις στην σταθερότητα της Βοσνίας.

ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ;

Με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη απρόθυμες ή ανίκανες να βγουν μπροστά, η διατήρηση της ειρήνης στην Βοσνία μπορεί να καταλήξει σε δύο φιλελεύθερους δημοκρατικούς συμμάχους που ήδη εμπλέκονται: Την Ιαπωνία και τον Καναδά. Ως μέλη του G-7, αμφότερες οι χώρες έχουν θέση στο σώμα που επιβλέπει την εφαρμογή των ειρηνευτικών συμφωνιών του Ντέιτον. Οι πρεσβευτές της Ιαπωνίας τα τελευταία χρόνια είναι αναζωογονητικά ειλικρινείς για την πολιτική διαφθορά στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη και την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της ΕΕ εκεί. Ο Καναδάς, παρόλο που έκλεισε την πρεσβεία του στο Σεράγεβο πριν από δέκα χρόνια, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μετακίνησης διπλωματικών πόρων στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, έχει αναδειχθεί ως ηγετική δύναμη που προωθεί τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες στην διεθνή σκηνή σε αυτή την εποχή της λαϊκιστικής διολίσθησης. Μαζί, αυτές οι δύο χώρες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποκατάσταση ενός αξιόπιστου αποτρεπτικού παράγοντα απέναντι στην ανανέωση της σύγκρουσης στην Βοσνία -και με αυτόν τον τρόπο, να σπρώξουν την ΕΕ να επανεκτιμήσει την πολιτική της προς την περιοχή, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει εδώ και καιρό.

Η Ιαπωνία και ο Καναδάς έχουν μακρά ιστορία συμβολής με δυνάμεις τους στο εξωτερικό. Πιστωμένος με το γεγονός ότι έχει εκμαιεύσει την πρώτη ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών [10] ως απάντηση στην κρίση του Σουέζ του 1956, ο Καναδάς συνέβαλε στην συνέχεια στις αποστολές κυανοκράνων στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Αϊτή. Πιο πρόσφατα, χρησιμοποίησε στρατεύματα στις Βαλτικές χώρες για να αποτρέψει την ρωσική επιθετικότητα μετά την κατάληψη της Κριμαίας και την σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία. Η Ιαπωνία, η οποία περιορίζεται από το άρθρο 9 του συντάγματός της, το οποίο απαγορεύει τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης των διεθνών διαφορών της χώρας, άρχισε να συμμετέχει σε επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης το 1991. Έκτοτε συνέβαλε στην διεξαγωγή διεθνών επιχειρήσεων επιτήρησης και αντι-πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής, στις επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης στο Ανατολικό Τιμόρ και μέχρι και στον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνασπισμό στο Ιράκ. Παρόλα αυτά, παρά το γεγονός ότι διακηρύσσει ότι είναι «προληπτικός συντελεστής της ειρήνης» [11] και ότι προωθεί μια όλο και πιο θεληματική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, η Ιαπωνία απέφυγε να συνεισφέρει σε αποστολές με υψηλές πιθανότητες εχθροπραξιών, όπως η ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό , και περιόρισε τις αναπτύξεις της σε μικρό αριθμό αξιωματικών.

Στην Βοσνία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς μπορεί να κάνουν τεράστια διαφορά με σχετικά χαμηλό κόστος. Με την ανάπτυξη μερικών εκατοντάδων στρατιωτών η καθεμιά, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να αποτρέψουν την Βοσνία από το να υποπέσει στην βία. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την Brcko, μια πόλη στα βορειοανατολικά της Βοσνίας που χωρίζει τα ανατολικά και δυτικά μισά της RS και διοικείται, σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών του Ντέιτον, ως αυτόνομη περιοχή. Αναγνωρίζοντας την στρατηγική σημασία της πόλης, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τοποθετημένη μια σημαντική δύναμη κοντά στην Brcko μέχρι να αποσυρθεί το 2004. Μια αποτρεπτική δύναμη [12] τοποθετημένη εκεί σήμερα θα κατάφερνε ένα σοβαρό πλήγμα στις αποσχιστικές φιλοδοξίες του Ντόντικ και θα μείωνε τις πιθανότητες για μελλοντικές συγκρούσεις. Επιπλέον, εάν η Ιαπωνία και ο Καναδάς πρόσφεραν στρατιωτικές δυνάμεις για να ενισχύσουν την EUFOR και έκαναν έκκληση προς άλλους να πράξουν το ίδιο, οι σύμμαχοι της ΕΕ και του ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να αφυπνισθούν και να στείλουν στρατεύματα επίσης.

ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟΙ ΜΑΖΙ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που επί μακρόν αποτελούσαν την άγκυρα της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης, έχουν καταλήξει χωρίς άγκυρα υπό την διοίκηση του προέδρου Donald Trump. Τόσο η Ιαπωνία όσο και ο Καναδάς έχουν βρει την εξέλιξη αυτή ανησυχητική, όπως αποδεικνύεται από την αδυναμία των πρωθυπουργών Shinzo Abe και Justin Trudeau να κρύψουν την απογοήτευσή τους [13] όταν ο Trump απέρριψε τις έως τότε τυπικές δηλώσεις στην σύνοδο κορυφής του G-7 πέρυσι. Η Οτάβα αντέδρασε στην απώλεια ενός προβλέψιμου βορειοαμερικανικού εταίρου εμβαθύνοντας τους δεσμούς της με το Βερολίνο και το Παρίσι. Η συνεργασία με την Ιαπωνία για την διασφάλιση μιας διεθνούς ειρηνευτικής συμφωνίας θα ενίσχυε το φιλελεύθερο σχέδιο της εξωτερικής πολιτικής του Καναδά.

Για το Τόκιο, το να ηγείται στα Βαλκάνια, θα υπογραμμίσει την δέσμευσή του σε έναν κόσμο βασισμένο σε κανόνες σε μια εποχή επαναξιολόγησης της εθνικής εξωτερικής πολιτικής [14]. Με το να προσφερθεί να αναπτύξει, σε σύντομο χρονικό διάστημα, εκατοντάδες στρατιώτες που θα υποστηρίξουν μια αποστολή της ΕΕ υπό ευρωπαϊκή διοίκηση (και υπό την επίσημη άδεια των Ηνωμένων Εθνών), η Ιαπωνία και ο Καναδάς θα μπορούσαν να ενισχύσουν τους δεσμούς μεταξύ συμμάχων που ιστορικά ήταν πιο συνδεδεμένοι με τις Ηνωμένες Πολιτείες από όσο μεταξύ τους. Με μια πιθανή δεύτερη θητεία του Trump στον ορίζοντα, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να καταστήσουν προτεραιότητα ένα τέτοιο σχέδιο.

Το ότι ο λαός της Βοσνίας πρέπει να κοιτάξει για άλλη μια φορά πέρα από τις ακτές της Ευρώπης για συμμάχους που είναι πρόθυμοι να αποτρέψουν ή να αντιδράσουν σε μια πιθανή σύγκρουση, είναι μια θλιβερή μαρτυρία της εποχής μας. Όμως, με το να επιδείξουν διεθνή, φιλελεύθερη και δημοκρατική αλληλεγγύη σε αυτό το θέμα, η Ιαπωνία και ο Καναδάς μπορούν να διατηρήσουν την ειρήνη στην Βοσνία, η οποία απαίτησε πολύ μεγάλο κόστος για να εγκαθιδρυθεί πριν από σχεδόν 25 χρόνια.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/bosnia-herzegovina/2019-07-10/bo…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.osce.org/bih/126173?download=true
[2] https://www.ned.org/wp-content/uploads/2019/05/Pushing-on-an-Open-Door-F…
[3] http://www.democratizationpolicy.org/pdf/DPC%2520Policy%2520Paper%2520We…
[4] https://balkaninsight.com/2019/06/25/bosnian-serbs-accused-of-planning-m…
[5] http://ba.n1info.com/English/NEWS/a339275/Main-Bosniak-party-wants-auxil…
[6] https://ba.voanews.com/a/banja-luka-zajednicka-vjecba-orucanih-snaga-bih…
[7] http://www.democratizationpolicy.org/pdf/AI-DPC%2520BiH%2520Security%252…
[8] http://www.democratizationpolicy.org/blog/inat-politics-donald-trumps-we…
[9] https://www.justsecurity.org/63276/the-u-s-congress-a-voice-for-the-balk…
[10] https://policyoptions.irpp.org/magazines/november-2017/pearson-and-canad…
[11] https://www.mofa.go.jp/policy/security/index.html
[12] https://florianbieber.org/2010/05/20/debate-on-bosnia-fatigue-a-response…
[13] https://www.theguardian.com/commentisfree/2018/jun/11/merkel-macron-g7-p…
[14] https://japantoday.com/category/politics/abe-to-stick-with-goal-to-seek-…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Τι έχει αλλάξει στις ελληνοαλβανικές σχέσεις στην δεκαετία 2009-2019

0
  Το «κλίμα» είναι τελείως διαφορετικό*
Περίληψη:

Μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια, η θετική δυναμική που φάνηκε να αναπτύσσεται ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας δείχνει να έχει εκλείψει, και οι σχέσεις τους επιδεινώνονται ενώ οδεύουμε προς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας.

Ο ΝΤΕΪΒΙΣ ΤΣΑΚΑ είναι διεθνολόγος με ειδίκευση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, κάτοχος MA Διεθνούς Δικαίου και Διπλωματικών Σπουδών.

Έχει πραγματικά ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τη μεταστροφή του κλίματος ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία από το 2009 και την ευφορία στις σχέσεις των δύο χωρών, ως το σήμερα και την κλιμάκωση της έντασης μεταξύ τους. Δέκα χρόνια μετά, η θετική δυναμική που φάνηκε να αναπτύσσεται ανάμεσα στις δύο χώρες στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας δείχνει να έχει εκλείψει, και οι σχέσεις τους επιδεινώνονται ενώ οδεύουμε προς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας.

09072019-1.jpg

Μια γυναίκα πωλεί λουλούδια δίπλα σε συμβολικές οδικές πινακίδες που δείχνουν τα κράτη της Ευρώπης υπό την επιγραφή «χωρίς βίζα», στα Τίρανα, στις 7 Νοεμβρίου 2010. REUTERS/Arben Celi
——————————————————————–

Ας θυμηθούμε, όμως, πρώτα τι έγινε ώστε το 2009 να αποτελεί έτος σταθμό στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Κατά την περίοδο 2004-2009 η ελληνική κυβέρνηση είχε θέσει ως στόχο την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Αλβανία, αποτελώντας μέρος ενός συνολικότερου πλάνου άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Παρά τις όποιες δυσκολίες παρουσιάστηκαν στις διαπραγματεύσεις των δύο μερών, εν τέλει ολοκληρώθηκαν το 2009. Στις 27 Απριλίου ο Έλληνας πρωθυπουργός πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Αλβανία συνοδευόμενος από την υπουργό Εξωτερικών, η οποία υπέγραψε ίσως την σημαντικότερη μέχρι εκείνη την ώρα Συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών μετά από εκείνη του 1996: Την συμφωνία για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών και της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η συμφωνία αυτή αποκτούσε ύψιστη σημασία και για έναν ιδιαίτερο λόγο. Με βάση αυτήν η Ελλάδα αναγνώριζε εμμέσως μεν, επισήμως δε, την χάραξη των συνόρων στην ελληνοαλβανική μεθόριο, καθώς η οριοθετική γραμμή των θαλασσίων συνόρων ξεκινούσε ακριβώς από το σημείο όπου ολοκληρωνόταν η οριοθετική γραμμή των χερσαίων συνόρων της Αλβανίας. Στις 27 Απριλίου οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Ντόρα Μπακογιάννη και Λουλζίμ Μπάσα, υπέγραψαν στα Τίρανα την συμφωνία. Η χρονική στιγμή που επιλέχθηκε να γίνει η επίσκεψη αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τυχαία καθώς την επόμενη μέρα η Αλβανία υπέβαλλε επισήμως την αίτησή της για ένταξη στην ΕΕ. Ήταν επομένως το καλύτερο μήνυμα ως «δήλωση υποστήριξης» της Ελλάδας προς την αλβανική αίτηση.

Την περίοδο 2000-2010, η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε με ιδιαίτερη εξωστρέφεια στις διμερείς τις σχέσεις με την Αλβανία. Προώθησε την επίτευξη των εθνικών της στόχων μέσα από την προσπάθεια ένταξης της Αλβανίας σε δυτικοευρωπαϊκούς θεσμούς. Η συμμετοχή της άλλωστε σε αυτούς σήμαινε και μεγαλύτερη δέσμευση για την τήρηση και εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Η αρχή της τελευταίας δεκαετίας βρήκε τις σχέσεις των δύο χωρών να δοκιμάζονται εντόνως. Η ακύρωση [1] της υπογραφείσας συνθήκης του 2009 από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας και η δολοφονία Έλληνα μειονοτικού στην Χιμάρα δυσχέραναν τις σχέσεις των δύο κρατών με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αποφασίσει την υποβάθμιση των διπλωματικών της σχέσεων με την Αλβανία στον βαθμό του υπηρεσιακού Γενικού Γραμματέα. Η απόφαση αυτή ελήφθη κυρίως ως αντίδραση στην υπαναχώρηση της Αλβανίας από την υπογεγραμμένη συμφωνία του προηγούμενου έτους. Το κλίμα δυσχέρανε ακόμη περισσότερο η αμφισβητούμενη από ελληνικής πλευράς απογραφή πληθυσμού που έλαβε χώρα στην Αλβανία το 2011, θεωρώντας πως δεν αποδίδονται οι πραγματικοί αριθμοί της ελληνικής εθνικής μειονότητας και των Χριστιανών Ορθοδόξων της χώρας.

Τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις των δύο χωρών αναθερμάνθηκαν. Ως καταλύτης έδρασε η κατασκευή του αγωγού Trans Adriatic Pipeline, ο οποίος θα μετέφερε φυσικό αέριο από την περιοχή τη Κασπίας στην Ευρώπη. Το Σεπτέμβριο του 2012, Ελλάδα, Αλβανία και Ιταλία υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης για την κατασκευή του αγωγού. Η σημασία του έργου είναι αναμφισβήτητη για τις δύο χώρες, όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει ο αγωγός ως μοχλός διευθέτησης των ελληνοαλβανικών σχέσεων και να επιλύσει όλες τις μεταξύ των δυο χωρών εκκρεμότητες.

Το καλοκαίρι του 2013 εκλέχθηκε πρωθυπουργός της Αλβανίας ο Έντι Ράμα. Στην Ελλάδα διαδόθηκε η πίστη πως η εκλογή του Ράμα θα οδηγούσε σε αλλαγή πορείας την αλβανική εξωτερική πολιτική. Σε αυτή την πεποίθηση συνέβαλλαν οι επισκέψεις του Ράμα στην Ελλάδα, τόσο πριν τις αλβανικές εκλογές όσο και λίγους μήνες μετά, έχοντας ιδιωτική συνάντηση με τον Έλληνα ομόλογό του, καθώς και οι ίδιες οι δηλώσεις του Έντι Ράμα όπου σημείωνε χαρακτηριστικά πως: «Σήμερα, η Αλβανία στηρίζει την εξωτερική πολιτική της στην αρχή: Μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες, και η κυβέρνησή μου θα στηριχτεί σε αυτήν ακριβώς την αρχή» και ότι «Η κυβέρνησή μας θεωρεί την Ελλάδα μια φίλη χώρα και στρατηγικό εταίρο, όπου ζει και εργάζεται ένας μεγάλος αριθμός Αλβανών που έφυγαν μετά το ’90». Το ίδιο έτος και κατά την επίσκεψη του Έλληνα προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, τέθηκε από τον Αλβανό ομόλογό του, Μπουγιάρ Νισάνι, το ζήτημα της άρσης του εμπολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο Έλληνας πρόεδρος εξέφρασε την ελληνική στήριξη στην ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας ενώ στην συνέχεια συναντήθηκε τόσο με τον Έντι Ράμα όσο και με τον πρόεδρο του αλβανικού κοινοβουλίου, Ιλίρ Μέτα, με τον οποίο δήλωσαν από κοινού πως έχει αρχίσει μια νέα εποχή συνεργασίας για τις δύο χώρες, υπογραμμίζοντας παράλληλα την σημασία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.

Η σχετική ετοιμότητα του Ράμα να ωθήσει θετικώς τις ελληνοαλβανικές σχέσεις είχε αρχίσει να αμφισβητείται από νωρίς. Όπως αναφέρει ο πρέσβυς ε.τ. Αλέξανδρος Μαλλιάς, η πολιτική της Αλβανίας δεν εξαρτάται από πολιτικές ή κομματικές ταυτότητες παρά έχει συνέχεια. Οι δηλώσεις περί νέου κεφαλαίου στις ελληνοαλβανικές σχέσεις δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να αντανακλούν τις ελληνικές ψευδαισθήσεις. Τον Ιούνιο του 2014 η Αλβανία φάνηκε να γυρίζει σελίδα στην ιστορία της καθώς της αποδόθηκε το καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην ΕΕ. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς, θεωρούσε αδιανόητο η Ελλάδα να συναινέσει στην ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ χωρίς να λάβει ανταλλάγματα. Έψεγε, μάλιστα, και τις προηγούμενες κυβερνήσεις για την άνευ όρων είσοδο της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ. «Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν μπορεί να είναι φιλανθρωπία», έγραφε χαρακτηριστικά.

Το έτος 2015 η Αλβανία όξυνε τις σχέσεις της με την Ελλάδα ιδίως μέσα από δηλώσεις που έρχονταν ως συνέπεια μιας αίσθησης που επικρατούσε στην Αλβανία σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που την ταλαιπώρησε, έχασε μεγάλο μέρος της ισχύος της. Κύριος εκφραστής της άποψης αυτής είναι ο Έντι Ράμα ο οποίος, θεωρώντας πως ηγείται μια περιφερειακής δύναμης αναφερόταν συχνά στους Έλληνες συνομιλητές του για την «κρίση» που βίωσε η ελληνική οικονομία. Τα απτά αποτελέσματα του κλίματος αυτού στην αλβανική πολιτική ηγεσία εντοπίζονται και στην επίδοση ρηματικής διακοίνωσης του αλβανικού Υπουργείου Εξωτερικών στον Έλληνα πρέσβη στα Τίρανα, όπου του μεταφερόταν η αλβανική όχληση ώστε να τροποποιήσει η Ελλάδα το πρόγραμμα ερευνών της στο Ιόνιο καθώς «παραβίαζε» την αλβανική υφαλοκρηπίδα.

Το θεωρητικώς καλό κλίμα που επικράτησε στις ελληνοαλβανικές σχέσεις μετά την άνοδο του Ράμα στην εξουσία δεν μεταφράστηκε σε μεταβολή των θέσεων των δύο χωρών από τις πάγιες απόψεις τους σε ορισμένα ζητήματα. Σε συνέχεια των προηγούμενων χρόνων, οι δύο χώρες φαίνονταν να έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τις μεταξύ τους διαφορές ή και πολύ περισσότερο για το ποιες είναι αυτές.

Τον Σεπτέμβρη του 2015, στο περιθώριο της Συνόδου της ΕΕ για τα Δυτικά Βαλκάνια, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, συναντήθηκε με τον Αλβανό ομόλογό του, Έντι Ράμα. Το κλίμα της συνάντησης των δύο ηγετών φαινόταν να είναι θετικό, με τον Ράμα να προσκαλεί τον Τσίπρα να επισκεφθεί την Αλβανία. Στην συνάντηση συζητήθηκαν διμερή ζητήματα των χωρών με τον Αλ. Τσίπρα να εκφράζει την υποστήριξη της Ελλάδος για την πλήρη ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ, ζητώντας, όμως, τον σεβασμό και την προστασία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.

Από το 2016, το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής και ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Ι. Αρμακόλας, υποστήριζαν την επιδίωξη μιας συμφωνίας που θα περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα ανοιχτά ζητήματα των δύο χωρών, ανεξάρτητα από την σημασία τους, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα γινόταν με μεγαλύτερη ευκολία αποδεκτή και από τις δύο πλευρές. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών προσανατολίστηκε και αυτός στο να προτείνει στην Αλβανία μια συμφωνία-πακέτο προς επίλυση όλων των διμερών θεμάτων των χωρών. Η οριοθέτηση της ΑΟΖ ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, η διευθέτηση των περιουσιακών ζητημάτων που υπάρχουν και στις δύο πλευρές, η περισυλλογή των οστών περίπου 11.000 Ελλήνων στρατιωτών οι οποίοι σκοτώθηκαν κατά τον Ελληνο-ιταλικό Πόλεμο και παραμένουν θαμμένοι σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες, καθώς και ο σεβασμός των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας, φαίνονταν να είναι τα κυριότερα θέματα προς επίλυση. Βασική ελληνική επιθυμία ήταν να λυθούν όλα τα ζητήματα πριν ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Αλβανίας με την ΕΕ ώστε να μην τεθεί ο κίνδυνος να μείνουν εκκρεμή κάποια ζητήματα όταν και εφόσον η Αλβανία ενταχθεί στην Ένωση.

Το φθινόπωρο του 2016 στο πλαίσιο του αλβανικού σχεδίου ανάπλασης της Χιμάρας «Himara e Re», σχεδιάστηκαν και συντελέστηκαν 19 κατεδαφίσεις σπιτιών όπου διέμεναν οικογένειες της ελληνικής εθνικής μειονότητας. Στο κάλεσμα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών να σταματήσει τις κατεδαφίσεις, ο Αλβανός πρωθυπουργός απάντησε πως για όλα τα κτίρια στην Χιμάρα τηρείται η ίδια νομοθεσία, ανεξαρτήτως της φύσης κάθε οικοδομήματος. Η επανεκλογή Ράμα το 2017, διατήρησε τον Ντιτμίρ Μπουσάτι στο αλβανικό Υπουργείο Εξωτερικών και τη δυναμική που φάνηκε να αναπτύσσεται στις σχέσεις του με τον Νίκο Κοτζιά, ακέραιη. Η νέα εντατική προσπάθεια των δύο χωρών να λύσουν τα διμερή τους ζητήματα αποτυπώθηκε στις τακτικές συνομιλίες των υπουργών Εξωτερικών, σε Τίρανα, Κρήτη και Κορυτσά εντός του 2017, και εκ νέου στα Τίρανα τον Μάρτιο του 2018.

Ενώ η θετική δυναμική που αναπτυσσόταν την τελευταία τριετία ανάμεσα στις δύο χώρες, ιδίως μέσα από τις κοινές πρωτοβουλίες των υπουργών Εξωτερικών, διέρρεε ένα κλίμα αισιοδοξίας για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας, δύο άσχετα μεταξύ τους περιστατικά ήρθαν να ανακόψουν το momentum αυτό. Η παραίτηση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά, έδρασε επιβραδυντικά ως προς τις εξελίξεις στις συζητήσεις των δυο χωρών. Επίσης, το γεγονός ότι η αλβανική αστυνομία τραυμάτισε θανάσιμα Έλληνα ομογενή ανήμερα της ελληνικής εθνικής εορτής της 28ης Οκτωβρίου στους Βουλιαράτες της Αλβανίας δημιούργησε ένταση και δυσχέρανε την σχέση των δυο χωρών. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί πως στις 27 Οκτωβρίου, ο Έλληνας αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών δήλωνε χαρακτηριστικά για την συμφωνία με την Αλβανία πως «Η διαπραγμάτευση έχει προχωρήσει πράγματι σημαντικά, απομένουν όμως ακόμη πτυχές που απαιτούν και άλλη δουλειά…».

09072019-2.jpg

Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς (αριστερά), σε χειραψία με τον Αλβανό ομόλογό του, Ντιτμίρ Μπουσάτι, κατά την 3η Υπουργική Συνάντηση Ελλάδας, Αλβανίας, Βουλγαρίας και πΓΔΜ, στην Θεσσαλονίκη, στις 4 Μαΐου 2018. Αμφότεροι οι άνδρες δεν μετέχουν πια στις κυβερνήσεις των χωρών τους. REUTERS/Alexandros Avramidis
———————————————————————-

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2018 διέρρευσε πως το νέο οικιστικό σχέδιο της Χιμάρας που εκπονήθηκε το 2015, δεν θα προχωρήσει σε ουδεμία κατεδάφιση σπιτιού, σεβόμενο δικαστικές αποφάσεις. Προσπαθώντας να προσπεράσει αυτόν τον σκόπελο, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα, υπέγραψε υπουργική απόφαση βάσει της οποίας 46 τεμάχια γης, 41 εκ των οποίων στην παραλιακή περιοχή της Χιμάρας, θα περάσουν στο αλβανικό Υπουργείο Τουρισμού προς τουριστική αξιοποίηση. Ανάμεσά τους υπάρχουν και εκτάσεις γης που ανήκουν σε Έλληνες μειονοτικούς που ζουν στην Χιμάρα. Η απάντηση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών ήταν άμεση εκδίδοντας ανακοίνωση στην οποία μιλούσε για «απόφαση αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και σε αλβανικές δικαστικές αποφάσεις», καλώντας την αλβανική κυβέρνηση να ανακαλέσει την απόφαση αυτή.
Ανατρέποντας, όμως, και αυτό το σχέδιο, ο πρόεδρος Ιλίρ Μέτα, με διάταγμά του έκρινε αντισυνταγματικό το προταθέν από την κυβέρνηση νομοσχέδιο κτηματολογίου, με την αλβανική κοινοβουλευτική επιτροπή νόμου να συμφωνεί, και το αλβανικό κοινοβούλιο να πρέπει να πλέον προβεί σε αλλαγές επ’ αυτού ώστε να πάρει εν συνεχεία την έγκριση του Προέδρου. Οι τελευταίες εξελίξεις ήταν που οδήγησαν τον νέο υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, Γ. Κατρούγκαλο, να πει τον Ιανουάριο του 2019 πως «…Από κει και μετά, για λόγους που κυρίως ανάγονται στην εσωτερική πολιτική σκηνή της γειτονικής χώρας, κατά την εκτίμησή μου είχαμε μια ψύχρανση του κλίματος, που νομίζω όμως ότι είναι πλήρως αναστρέψιμη. Η δική μας προσπάθεια είναι ακριβώς να ξαναφέρουμε το επίπεδο των συζητήσεων εκεί που ήταν, και να προχωρήσουμε για την οριστική διευθέτηση των ζητημάτων».

Σήμερα, και ενώ στα Υπουργεία Εξωτερικών των δύο χωρών δεν βρίσκονται πια οι κύριοι δρώντες των διαπραγματεύσεων των τελευταίων ετών, Ντιτμίρ Μπουσάτι και Νίκος Κοτζιάς, η ολοκλήρωση της Συμφωνίας φαίνεται να έχει παγώσει. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε μάλιστα η δήλωση του Ν. Κοτζιά πως η εν λόγω συμφωνία είναι έτοιμη από το καλοκαίρι του 2018 αλλά δεν προχώρησε καθώς στην Αλβανία δεν έχει συσταθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας (Πρόκειται για το ίδιο Δικαστήριο που είχε κρίνει αντισυνταγματική την ελληνοαλβανική συμφωνία του 2009). Ο Γ. Κατρούγκαλος με αισιοδοξία σημείωσε πως: «Θέλω να ελπίζω ότι θα έχουμε και στο θέμα των σχέσεων μας με την Αλβανία ανάλογη πρόοδο όπως και με την ΠΓΔΜ, με την αυτονόητη προϋπόθεση της επανεξέτασης κάθε μέτρου που θίγει τα δικαιώματα της μειονότητάς μας εκεί» ενώ και ο Έντι Ράμα στον επίσημο λογαριασμό του στο Twitter, αποκάλεσε «φίλο» τον Α. Τσίπρα και τον συνεχάρη για τις εξελίξεις σχετικά με την «Συμφωνία των Πρεσπών» επικοινωνώντας ένα κλίμα ομόνοιας.

Στην Αλβανία, μπορεί τυπικώς να είναι υπουργός Εξωτερικών ο κ. Ράμα, την εξωτερική πολιτική της χώρας όμως διαχειρίζεται ο 28χρονος Κοσοβάρος Gent Cakaj, τον οποίο ο Αλβανός πρόεδρος Μέτα έκρινε ακατάλληλο για την θέση του υπουργού, αναγκάζοντας τον πρωθυπουργό να δηλώσει πως μπορεί τυπικώς να διατηρεί ο ίδιος το Υπουργείο Εξωτερικών, o de facto όμως υπουργός θα είναι ο κ. Cakaj. Ο τελευταίος συναντήθηκε μάλιστα με τον Γ. Κατρούγκαλο στο περιθώριο της άτυπης συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών κρατών-μελών της ΕΕ στο Βουκουρέστι, έχοντας μια πρώτη γνωριμία.

Εν κατακλείδι, δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών και της υφαλοκρηπίδας, το κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών δεν είναι το πλέον ιδεατό. Έχοντας άλλωστε φτάσει, σύμφωνα με τον Ν. Κοτζιά, εδώ και μήνες στην ολοκλήρωση της αποκαλούμενης και ως Συμφωνία–Πακέτο ήδη από το 2018, η μη προώθησή της προς υπογραφή και εν συνεχεία επικύρωση της ώστε να τεθεί σε ισχύ φαίνεται να οδηγεί την συμφωνία αυτή στην ιστορία.

Επιπροσθέτως, η «απομάκρυνση» των υπουργών Εξωτερικών οι οποίοι έδρασαν καταλυτικά στην προώθηση των διαπραγματεύσεων, ο θάνατος του ομογενούς στους Βουλιαράτες και οι αλβανικές αποφάσεις για απαλλοτρίωση εδαφών στην Χιμάρα όπου διαβιούν Έλληνες μειονοτικοί έδρασαν επιβραδυντικά στην δημιουργία ενός ευνοϊκού «κλίματος» για την προώθηση της συμφωνίας.

Εν προκειμένω, οι καταστάσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών δεν εμπνέουν μεγάλη αισιοδοξία για την επαναφορά του ζητήματος αυτού στην κορυφή της ατζέντας των δύο χωρών. Από τη μια η μεγάλη πολιτική και κοινωνική κρίση των τελευταίων μηνών στην Αλβανία και από την άλλη το μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο που χρειάστηκε για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών στην Ελλάδα καθώς και το γεγονός πως το 2019 αποτελεί εκλογικό έτος τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία (δημοτικές εκλογές) είναι πολύ πιθανό να αναγκάσει τις κυβερνήσεις των δύο χωρών να στρέψουν αλλού την προσοχή τους. Δέκα χρόνια μετά, το «κλίμα» στις ελληνοαλβανικές σχέσεις είναι τελείως διαφορετικό.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

*Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 57 (Απριλίου – Μαΐου 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.
[1] Η πρώην υπ. Εξωτερικών της Ελλάδα κ. Ντόρα Μπακογιάννη άσκησε, μάλιστα, κριτική στη νέα κυβέρνηση κατά την διάρκεια της θητείας της οποίας ακυρώθηκε η συμφωνία. Βασικό επιχείρημά της ήταν η μη κατάθεση της συμφωνίας στην ελληνική Βουλή για κύρωση. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αυτό που γνωρίζω, όμως, είναι ότι, ενώ ο κ. Ράμα ανακοίνωσε τις προθέσεις του στα μέσα Οκτωβρίου, ουδεμία σπουδή επέδειξε η ελληνική κυβέρνηση να φέρει την Συμφωνία προς κύρωση στην Βουλή, που άνοιξε λίγες μέρες μετά, ώστε να δημιουργήσει μια θετική δυναμική, για την διαφύλαξή της, όπως και για την διαφύλαξη του υψηλού επιπέδου στο οποίο πετύχαμε να φέρουμε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις».

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Το παιχνίδι της Τουρκίας με τους S400 – Πώς αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων στην περιοχή (βίντεο)

0

Οι πύραυλοι S400 βρίσκονται στην Τουρκία χωρίς να είναι ακόμη γνωστό πού θα τοποθετηθούν. Η εγκατάσταση τους όμως αλλάζουν τους στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς συσχετισμούς της περιοχής. Ο πτέραρχος ε.α και τέως Διοικητής Πολεμικής Αεροπορίας Κύπρου, Γαβρίηλ Δημητρίου,καθώς επίσης και ο πολιτικός αναλυτής, Γιάννος Χαραλαμπίδης, ανέλυσαν αυτές τις προεκτάσεις στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι» του ΣΙΓΜΑ.
Ο κ. Δημητρίου, ανέφερε ότι σήμερα, οι S400, αποτελούν το πιο προηγμένο αντιαεροπορικό – αντιπυραυλικό – αντιβαλλιστικό σύστημα που υπάρχει παγκοσμίως. «Είναι καλύτερο και από τους αμερικανικούς patriot», δήλωσε.
Ο πτέραρχος ε.α εξήγησε ότι το «παιγνίδι» με τους S400 άρχισε από το 2016. Τον Νοέμβριο του 2016, υπενθύμισε, οι Τούρκοι κατέρριψαν ρωσικό μαχητικό.
Ο πρόεδρος της Ρωσίας, θρηνούσε και οδυρόταν, όπως είπε για την απώλεια του πιλότου επιβάλλοντας οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία οι οποίες διήρκησαν ένα χρόνο.

Πριν περάσει καλά – καλά ένας χρόνος, η Τουρκία, ζήτησε συγγνώμη, σε μια επιστολή προς την Ρωσία, με τον κ. Πούτιν, να την αποδέχεται, για λόγους καθαρά χρηματοοικονομικούς και επιχειρηματικούς, ανέφερε.

Ακολούθησε η επένδυση στον πυρηνικό σταθμό του Άκουγιου και οι S400, μια επένδυση της τάξεως των 2 – 3 δις, η οποία αποτέλεσε την γεφύρωση του πολιτικού χάσματος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας και ήταν το διπλωματικό όπλο του Ερντογάν για να εκβιάζει τους Αμερικανούς,  δήλωσε ο κ. Δημητρίου.
Τώρα, η Τουρκία, χρησιμοποίησε διπλωματικά σε μεγάλο βαθμό το περιστατικό με τον «αδέσποτο» πύραυλο στα κατεχόμενα για να εγκαταστήσει τους πυραύλους, είτε στην Μερσίνα, είτε στην Κύπρο.
Ο κ. Δημητρίου, εξέφρασε την άποψη ότι η Τουρκία. είτε θα κρατήσει αποθηκευμένους τους S400 για να συνεχίζει να εκβιάζει τις ΗΠΑ, είτε θα τους αναπτύξει για να ασκήσει μεγαλύτερες πιέσεις.
Από την πλευρά του, ο πολιτικός αναλυτής, Γιάννος Χαραλαμπίδης, υπενθύμισε ότι ο Ερντογάν, είναι «δεσμευμένος» προς την Ρωσία και τον Πούτιν, από την εποχή τους πραξικοπήματος στην Τουρκία αφού οι μυστικές υπηρεσίες της Μόσχας, ενημέρωσαν την Άγκυρα. Η Ρωσία, πρόσθεσε ο κ. Χαραλαμπίδης, προσπαθεί να εισβάλει στην περιοχή με διάφορα οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας όπως είναι οι S300 και οι S400, δημιουργώντας ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών.
Η εγκατάσταση των S400 στην Τουρκία, κλείνει το εναέριο «οξυγόνο» του Ισραήλ που έχει δημιουργηθεί στο FIR Λευκωσίας, σημείωσε.

«Αν δείτε τα στατιστικά, από τη στιγμή που πετούν τα Ισραηλινά αεροπλάνα, έχουν σπρώξει τους Τούρκους προς τα βόρεια και έχουν δημιουργήσει ένα εναέριο δίαυλο ο οποίος φτάνει μέχρι την Κρήτη. Η απόσταση Κρήτης – Ισραήλ είναι η ίδια με την απόσταση Ισραήλ – Ιράν», τόνισε. Ως εκ τούτου, με τους S400, η συμμαχία Ρωσία – Τουρκία – Ιράν, κλείνει τον δίαυλο στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ μέσω Συρίας και του FIR Λευκωσίας οποιεσδήποτε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν.

Sigmalive

Επί 4,5 χρόνια υπαγόρευαν τις ειδήσεις τηλεφωνικά σε ΑΠΕ και ΕΡΤ!

0

Γ. Παπαδόπουλος- Τετράδης
Οι άνθρωποι που υπαγόρευαν από το τηλέφωνο στους δημοσιογράφους τι να γράφουν στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και στην ΕΡΤ τα τελευταία 4,5 χρόνια έχουν το θράσος να μιλάνε για Βόρεια Κορέα που επιβάλλεται στον τομέα της ενημέρωσης! Τελικώς, ο θρασύς δεν γίνεται ποτέ κανονικός άνθρωπος. Και η μόνη αποτελεσματική αντιμετώπιση είναι η παράδοσή του στη λήθη. Η εμπλοκή με τέτοιους ανθρώπους λερώνει τη δημοσιογραφία και τη δημοκρατία.
Αναφέρομαι στην αντίδραση της εφημερίδας «Αυγή», αλλά και σε άλλα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ για την ένταξη του ΑΠΕ και της ΕΡΤ στην αρμοδιότητα του πρωθυπουργικού γραφείου. Η υποκρισία περισσεύει. Για δύο λόγους.

Πρώτον, γιατί με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, σαν εκείνα της περιόδου 2000-2008, τα δύο αυτά κρατικά Μέσα λειτουργούσαν υπό την εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου. Περισσότερο σαν φερέφωνα της κυβέρνησης παρά σαν ανεξάρτητα ειδησεογραφικά Μέσα. Με αποκορύφωμα την 5ετία 2015- 2019, που και τα δύο Μέσα υπέστησαν την πιο φασιστική ποδηγέτηση από τον Νίκο Παππά, alter ego του τέως πρωθυπουργού.

Οι πολίτες δεν ξέρουν ότι την περίοδο 2000-2008 οι διευθυντές των δύο Μέσων έκλειναν το τηλέφωνο σε υπουργούς που έπαιρναν για να διαμαρτυρηθούν ή για να ζητήσουν μια υπέρβαση! Και οι πολίτες δεν ξέρουν ότι την περίοδο Νίκου Παππά οι γκαουλάιτερ της κυβέρνησης ΥΠΑΓΟΡΕΥΑΝ τις ειδήσεις όπως τις ήθελαν να μεταδοθούν στους δημοσιογράφους! Ακριβώς όπως ΜΟΝΟ ΕΠΙ ΧΟΥΝΤΑΣ γινόταν.
Ακόμα και την εποχή του Βαγγέλη Μπίστικα επί κυβέρνησης Κ Καραμανλή και επί Άγγελου Στάγγου και Γιώργου Ρωμαίου μετά το 1998 οι διευθυντές ήταν διευθυντές και όχι τσουτσέκια της κυβέρνησης όπως επί της τελευταίας πρώτης φοράς φασιστεράς. Κι αυτό μπορεί να το βεβαιώσει καθένας από τους εκατοντάδες ευσυνείδητους δημοσιογράφους που εργάστηκαν στο ΑΠΕ και στην ΕΡΤ. Επειδή εδώ ήμασταν και ξέρουμε.
Αλλά, και οι δημοσιογράφοι έχουν τεράστια ευθύνη για όλη αυτή την κατάντια. Και των περιόδων του παρελθόντος, που η καθημερινή παρέμβαση ήταν κανόνας, αν και σε πιο ήπιους τόνους από το φασιστικό παρακράτος Παππά. Έχουν ευθύνη και συλλογικά σαν όργανα του ΑΠΕ και της ΕΡΤ και συνδικαλιστικά σαν μέλη των Ενώσεων Συντακτών.
Γιατί η δημοσιογραφία είναι ΜΙΑ. Δεν είναι κρατική και ιδιωτική. Ούτε κομματική και ακομμάτιστη. Είναι πληροφόρηση και ανάλυση στην υπηρεσία του πολίτη. Και το κριτήριο είναι ΕΝΑ: Η ανεξάρτητη από παρωπίδες απόδοση των γεγονότων. Μ αυτό το κριτήριο η λειτουργία της δημοσιογραφίας δεν μπορεί να υπάγεται σε κυβερνητικά όργανα. Δεν μπορεί να παρακολουθείται και να υπαγορεύεται από κυβερνητικά όργανα. Ούτε να κρίνεται από κρατικά και κυβερνητικά όργανα.
Τα υπουργεία Τύπου είναι προσβολή για τη δημοσιογραφία και τη δημοκρατία. Είναι προσβολή για τους ίδιους τους πολίτες και τον σεβασμό στην κρίση τους. Και στην ελευθερία να πιστεύει καθένας ό,τι θέλει. Και να απολαμβάνει μιας πολυφωνικής διάστασης των πραγμάτων στα πλαίσια της μίας και μοναδικής πραγματικής δημοσιογραφίας. Της Αδέσμευτης.
Επειδή τα δημόσια Μέσα είναι ευαίσθητες πηγές πληροφόρησης, που κάθε ηθελημένηή αθέλητη παρασπονδία μπορεί να έχει επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική, στην άμυνα και στην οικονομία, οι κυβερνήσεις παγκοσμίως ελέγχουν τους επικεφαλής τους. Αλλά, άλλο πράγμα είναι να ελέγχει κανείς τους υπεύθυνους για το αν κάνουν σωστά την ΑΔΕΣΜΕΥΤΗ δημοσιογραφική τους δουλειά και άλλο να είναι οι επικεφαλής εγκάθετοι και δικτάτορες επί των δημοσιογράφων και των ειδήσεων.
Οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα δεν έχουν υπερασπιστεί ποτέ σθεναρά το δικαίωμά τους να εργάζονται χωρίς πάτρωνα πάνω από το κεφάλι τους. Ούτε έχουν ξεσηκωθεί για την επιβολή που υποστήκαν τις περιόδους Κουτσόγιωργα και Παππά, τις πιο σκοτεινές στην ιστορία της φασιστικής διακυβέρνησης των κρατικών Μέσων.
Ακόμα πιο θλιβερό, τα κατ όνομα αριστερά Μέσα δεν ενοχλήθηκαν ποτέ και δεν αντέδρασαν ποτέ στο όνομα της ελευθερίας και της δημοσιογραφίας, που είναι προπύργιο Δημοκρατίας, στην ύπαρξη υπουργείων Τύπου και στην ποδηγέτηση των ειδήσεων στα κρατικά Μέσα από κυβερνητικούς εγκάθετους. Μιλιά. Τσιμουδιά. Κυρίως στην ακραία περίοδο Παππά. Δεν ήξεραν ότι οι ειδήσεις υπαγορεύονται τηλεφωνικά στους δημοσιογράφους; Ή δεν πείραζε επειδή ήταν οι «δικοί τους» γκαουλάιτερ που υπαγόρευαν;
Οι δημοσιογράφοι, έστω και σήμερα, έχουν την ευκαιρία να ζητήσουν από τη σημερινή κυβέρνηση να μετατρέψει τα κρατικά Μέσα σε Δημόσια από κυβερνητικά. Οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή το έκαναν σε μεγάλο βαθμό. Υπάρχει και καλύτερα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να μοιάζει με χώρα υπό τριτοκοσμικό καθεστώς στο θέμα αυτό. Ούτε οι δημοσιογράφοι να είναι διαρκώς οσφυοκάμπτες.
Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ δημόσιων Μέσων και κυβερνητικών Μέσων. Τα δημόσια Μέσα ανήκουν σε όλο το λαό. Η ανεξάρτητη επαγγελματική πολυφωνία τους εξασφαλίζει την αντιπροσώπευση όλων των απόψεων και των οπτικών γωνιών. Τα κυβερνητικά Μέσα ανήκουν μόνο στο κόμμα που κυβερνάει. Και μοιάζουν με τα κομματικά Μέσα, που ανήκουν μόνο στους οπαδούς τους. Όπου δεν υπάρχουν ειδήσεις. Υπάρχουν οι οπαδικές παρωπίδες μιάς φανατικής οπτικής. Ό πως στη Βόρεια Κορέα. Ή στήν «Αυγή» της τελευταίας 5ετίας για παράδειγμα.
Πηγή: Λίμπεραλ

Τα νταούλια ως φάρσα

1

 

Είναι από τα κλισέ τα οποία διατηρούν ισχυρή δόση αλήθειας: Η χώρα έχει ανάγκη όχι μόνον από καλή κυβέρνηση, αλλά και από καλή αντιπολίτευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ των απελθόντων υπουργών, που με θεσμική ψυχραιμία παρέδωσαν χθες τα χαρτοφυλάκιά τους, είναι μια εκδοχή καλής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνων των στελεχών που βιάζονται ήδη να ανασύρουν τα νταούλια της αγανάκτησης από τα υπόγεια του αντιμνημονιακού παρελθόντος είναι μια αντιπολίτευση εκτός θέματος. Η επιστροφή στο πεζοδρόμιο θα συνιστούσε για την αξιωματική αντιπολίτευση, που μέχρι προχθές εφάρμοζε μνημόνιο, επανάληψη της ιστορίας ως φάρσας.

Decades of Being Wrong About China Should Teach Us Something

0
As a final act of protest, students erected a statue called the Goddess of Democracy in Beijing's Tiananmen Square in 1989.
As a final act of protest, students erected a statue called the Goddess of Democracy in Beijing’s Tiananmen Square in 1989.JACQUES LANGEVIN / SYGMA VIA GETTY
Thirty years ago this week, I watched the news from Beijing and started shredding my bedding. It was the night before my college graduation, I had been studying Chinese politics, and news had broken that college students just like us had been gunned down in Tiananmen Square after weeks of peaceful and exhilarating democracy protests—carried on international TV. In the iconic square where Mao Zedong had proclaimed the People’s Republic decades before, bespectacled students from China’s best universities had camped out, putting up posters with slogans of freedom in Chinese and English. A “goddess of democracy” figure modeled after the Statue of Liberty embodied their hopes—and ours—for political liberation in China.

On my campus back then were just a handful of students majoring in East Asian studies. Learning of the brutal crackdown in Beijing, we somehow found one another, gathered our friends, and stayed up making hundreds of white armbands for classmates to wear at commencement the next day. Grappling with the cold realities of the “real world” we were about to enter, we didn’t know what else to do. So we tore sheets and cried for what might have been.

The June 4, 1989, massacre was a horrifying spectacle that the Chinese government has sought to erase from national memory ever since. But, 30 years later, contemplating what might have been is more important than ever. In hindsight, Tiananmen Square serves as a continuing reminder about just how much China has defied, and continues to defy, the odds and predictions of experts. The fact is that generations of American policy makers, political scientists, and economists have gotten China wrong more often than they’ve gotten China right. In domestic politics, economic development, and foreign policy, China has charted a surprising path that flies in the face of professional prognostications, general theories about anything, and the experience of other nations.

Today, as policy makers and commentators confidently assert that trade wars are easy to win or that hot wars with China are either impossible or inevitable, the experience of being proved wrong again and again should remind us that events will, more than likely, not turn out as predicted.

In the 1950s and ’60s, American policy toward China suffered because of the “monolithic communism” view that had captured U.S. foreign-policy circles. Although we now know that China and the Soviet Union had very different communist models and national interests—and that their relationship was exceptionally troubled—successive administrations in the United States put China and the Soviet Union into the same enemy camp. Not until the Nixon administration did the United States began normalizing relations with China in what would be one of the greatest diplomatic triumphs in American history. Had American leaders recognized and capitalized upon the Sino-Soviet split earlier, one wonders how history might have unfolded differently.

Economic assessments weren’t any better. If you were an economist in the early years after World War II, the Nobel laureate Michael Spence has pointed out, you would have predicted that African nations were more likely to develop faster than China because they had greater natural-resource wealth. And you would have been dead wrong. In 1960, the average GDP per capita in the Democratic Republic of Congo was $220, about twice the per capita GDP in both Nigeria and China. By 2017, China’s GDP per capita had skyrocketed to nearly $9,000—more than four times that of Nigeria and 19 times greater than Congo’s. Since the Chinese government embarked on its modernization program, in 1978, Beijing has lifted more than 850 million people out of poverty and sustained the fastest economic growth in human history.

China’s domestic political system has also defied predictions. Many declared that China would eventually go the way of the other “Asian tigers”—Japan, Taiwan, and South Korea—which became more democratic as they grew rich. That never happened. And when the democratic wave swept across the communist world from 1989 to 1991, ending the Cold War and leading some to declare that the “end of history” had arrived, it skipped China. With dizzying speed, the Berlin Wall fell, East and West Germany were reunified, the Soviet Union collapsed, the Iron Curtain tumbled, and all the former communist regimes of Eastern Europe were replaced by democratically elected governments. The communist old guard was ousted just about everywhere except Beijing. When China’s moment of reckoning came, Communist Party leaders chose bullets, not ballots. And they made a long-shot, long-term Faustian deal to guarantee economic development in exchange for continued party control that has lasted ever since.

Since 1989, successive Democratic and Republican administrations have banked on the idea that integrating China into the World Trade Organization would turn China into a responsible stakeholder and make the Middle Kingdom more like Western capitalist democracies. Instead, China has used the liberal international order to secure its illiberal political system and create unfair trade advantages for its favored domestic corporations while engaging in intellectual-property theft so massive that, in 2012, General Keith Alexander, then the nation’s top cyberwarrior and director of the National Security Agency, called it “the greatest transfer of wealth in history.” This, from a man not known for overstating.

Why have so many been so off about China for so long? In part it’s because policy makers and academics alike look for patterns, not exceptions. We are trained to generalize across cases and use history as a guide to the future. But China has always been sui generis—an innovator in the ancient world that became a poverty-stricken nation in the modern one; a nation with a deep and proud imperial history ruled by a post-1949 Communist leadership with an aversion to remembering it; a rural nation with some of the world’s most sophisticated high-tech surveillance.

There is also a fundamental disconnect in how American and Chinese leaders see time. For Americans, memories are short, attention is fleeting, and policy lurches from crisis to crisis. In Washington, passing a budget and keeping the lights on seem more and more like heroic acts. In China, by contrast, memories are long, attention is enduring, and the government plans for the long haul. China’s rise in artificial intelligence and other technologies has been in the works for years. Its military modernization started in the 1990s. Back then, a Chinese admiral was asked how long before China would build its own aircraft carrier. He replied, “in the near future”—by which he meant sometime before 2050.

These different views of time hang over modern geopolitics. For American leaders, U.S. global leadership is the way of things. For Chinese leaders, it is an aberration: China was a great power until the Opium Wars in the 1840s ushered in a “century of humiliation” by the West. In Beijing, China’s rise isn’t new. It’s a reversion to the way things used to be.

Donald Trump’s administration has turned the page, acknowledging that the United States and China are locked in a competitive struggle with some mutual interests and many conflicting ones. The administration’s fundamental China shift doesn’t get the attention or praise it deserves. Even so, getting U.S. policy on China right won’t be easy. Our economies are tightly interconnected, our domestic politics are each highly charged, and our security interests are more and more at odds. A good China policy starts by recognizing that China’s rise is in many ways unique, and that general patterns and predictions may obscure more than they clarify.

We want to hear what you think about this article. Submit a letter to the editor or write to [email protected].

AMY ZEGART is a contributing editor at The Atlantic. She is a senior fellow at the Hoover Institution and the Freeman Spogli Institute at Stanford University. Her most recent book is Political Risk: How Businesses and Organizations Can Anticipate Global Insecurity, with Condoleezza Rice.