Αρχική Blog Σελίδα 2633

ΤΟ ΙΛΙΝΤΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ

0

Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων 04 ΑΥΓ 2019

Στις 2 Αυγούστου οι Βούλγαροι και οι Σκοπιανοί γείτονές μας γιόρτασαν την εξέγερση του Ίλιντεν. Ας θυμηθούμε τα γεγονότα:

Στις 20 Ιουλίου 1903, ενώ η Μακεδονία βρισκόταν υπό οθωμανικό ζυγό, η Βουλγαρική εθνικιστική οργάνωση ΒΜΡΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) και η Βουλγαρική Σχισματική Εξαρχία υποκίνησαν μία ένοπλη εξέγερση Χριστιανικών πληθυσμών. Το φανερό σύνθημα ήταν «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες», αλλά το υποκρυπτόμενο αίτημα ήταν «Η Μακεδονία στους Βουλγάρους». Οι Βούλγαροι ένοπλοι έσπασαν τηλεγραφικούς στύλους, ξήλωσαν σιδηροδρομικές γραμμές και επιτέθηκαν στη τουρκική φρουρά του Κρουσόβου. Οι Τούρκοι στρατιώτες επέβαλαν σκληρά αντίποινα σε τρεις ελληνοβλαχικές κωμοπόλεις: Το Κρούσοβο, την Κλεισούρα και το Νυμφαίο, τις οποίες έκαψαν.

Τι σημαίνει Ίλιντεν; Στα βουλγαρικά σημαίνει «ημέρα του Ηλία», δηλαδή εορτή του Προφήτη Ηλία. Όντως η 20ή Ιουλίου για όλους τους Ορθοδόξους είναι η ημέρα τιμής προς τον Προφήτη Ηλία.

Τι αποτελέσματα είχε; Η Αθήνα αφυπνίσθηκε βλέποντας την καταστροφή βλαχοφώνων ελληνικών κωμοπόλεων και την επικίνδυνη δράση της βουλγαρικής ΒΜΡΟ. Άρχισε η συστηματική αποστολή αξιωματικών, δασκάλων και άλλων ενισχύσεων προς τον αγωνιζόμενο Ελληνισμό της υπόδουλης Μακεδονίας. Ο κίνδυνος ήταν η Μακεδονία να φύγει μεν από τον ζυγό των Οθωμανών, αλλά να καταστεί επαρχία της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Μετείχαν και ελληνικής συνειδήσεως πληθυσμοί; Ναι, άλλοι από πίεση και φόβο, άλλοι πιστεύοντας ότι ήταν μία αντιτουρκική εξέγερση. Το ότι καθοδηγήθηκαν από τους Βουλγάρους δεν αλλοιώνει τη συνείδηση αυτών των πληθυσμών. Ο Άγγλος Πρόξενος στο Μοναστήρι, πρωτεύουσα τότε μιας Οθωμανικής Περιφέρειας και νυν Μπίτολα των Σκοπίων, ο Τζέημς Μακ Γκρέγκορ, καταγράφει σε εκθέσεις του ότι οι Έλληνες που συμμετείχαν είτε ελληνόφωνοι, είτε σλαβόφωνοι, είτε βλαχόφωνοι, διατήρησαν αλώβητη την ελληνική συνείδησή τους. (Κων. Βακαλόπουλος, Το Μακεδονικό Ζήτημα, έκδοση εφημερίδος ΤΑ ΝΕΑ, σελ 196).

Υπήρχε τότε «μακεδονικό έθνος»; Σαφώς όχι. Όλες οι αναφορές των δυτικών Προξένων από τη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, που περιγράφουν στις κυβερνήσεις τους το Ίλιντεν, μιλούν για Έλληνες, Βουλγάρους και Τούρκους, αλλά πουθενά για Μακεδόνες ως ξεχωριστό έθνος. Όπως είναι γνωστό το τεχνητό αυτό έθνος κατασκευάσθηκε το 1944 από τον κομμουνιστή δικτάτορα Τίτο της Γιουγκοσλαβίας.

Ποιο θεωρείται από τους Σκοπιανούς ως το δεύτερο Ίλιντεν; Η προαναφερθείσα τεχνητή εθνογένεση πανηγυρίσθηκε και ανακοινώθηκε από τον Τίτο στις 2 Αυγούστου το 1944 στη Μονή του Αγίου Προχόρου Πιτσίνσκι. Η ημερομηνία αντιστοιχεί με την 20ή Ιουλίου με το παλαιό ημερολόγιο. Τότε δόθηκε και το σύνθημα ότι η «Μακεδονία» του Βαρδάρη, με έδρα τα Σκόπια, πρέπει να ελευθερώσει τη «Μακεδονία του Αιγαίου» από την Ελλάδα και τη «Μακεδονία του Πιρίν» από τη Βουλγαρία.

Σήμερα οι Βούλγαροι θεωρούν την εξέγερση βουλγαρική και οι Σκοπιανοί «μακεδονική».

Άρθρο στην ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 4.8.2019

Η Πόλη σήμερα

1

Γράφει ο Γιώργος Περπερίδης*

Πριν λίγες μέρες βρεθήκαμε για επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη.

Όπως συμβαίνει με κάθε ολιγοήμερο ταξίδι, κατά την διάρκεια της παραμονής στον προορισμό αποτελεί κάτι σαν έθιμο, ή παράδοση, η εν συντομία καταγραφή εντυπώσεων.

Η αίσθηση, που δημιουργεί στον επισκέπτη η θρυλική Πόλις των σημερινών είκοσι εκατομμυρίων κατοίκων, είναι ότι όλες οι δομές και υπηρεσίες σ’ αυτήν λειτουργούν υποδειγματικώς, σε σημείο που να μπορεί να αποτελεί παγκόσμιο παράδειγμα προς μίμησιν. Χαρακτηριστικά επί μέρους παραδείγματα οι εξαιρετικές συγκοινωνίες (κανένας λαθρεπιβάτης), οι δομές υγείας, η καθαριότητα, η ελκυστική εικόνα όλων των αξιοθέατων κ.α.

Ωστόσο την καθημερινότητα των κατοίκων, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός προσφύγων, που «χρησιμοποιούνται» ως φθηνά εργατικά χέρια, απασχολούν προβλήματα, που έχουν να κάνουν με  αυτήν, όπως η ανεργία, το κόστος ζωής και, το κυριότερο, η αποπληρωμή δανείων, δεδομένου ότι ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των εργαζομένων είναι δανειολήπτες (εξ ου και το πλήθος νέων κατοικιών, αυτοκινήτων κλπ). Και, βεβαίως κατά την παρούσα συγκυρία, εύκολα ή δύσκολα, όλοι μπορούν να ανταποκριθούν, πλην όμως σε όλους υποβόσκει η ανησυχία, μήπως και η χώρα εισέλθει σε περίοδο κρίσης, με αυτήν την ατμόσφαιρα να θυμίζει… Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ σε όλη την Πόλη πνέει νέος «άνεμος», όσον αφορά στην πολιτική ζωή, μετά την ανάδειξη του Εκρέμ Ιμάμογλου ως νέου δημάρχου, από τις επαναληπτικές εκλογές, που διεξήχθησαν πριν λίγο καιρό.

Ο κ. Ιμάμογλου τυγχάνει της σχεδόν καθολικής αποδοχής των νέων και των ιδιαιτέρων κοινωνικών ομάδων. Μία από τις πρώτες κινήσεις του, που ενίσχυσε την δημοτικότητά του, ήταν η κατά το ήμισυ μείωση των τιμών των μαθητικών και φοιτητικών εισιτηρίων σε όλα τα μέσα συγκοινωνίας. Σημειώνεται, ότι κατά τις ημέρες της επίσκεψής μας είδαμε σε πολλά σημεία αφίσες, με τις οποίες ο νεοκλεγείς δήμαρχος ευχαριστούσε τον λαό της Κωνσταντινούπολης που τον εξέλεξε.

Ωστόσο, υπάρχει η αίσθηση ότι ο πρώην δήμαρχος της Πόλης και νυν ηγέτης της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντοάν διατηρεί ισχυρά ερείσματα, ενώ, ως απόλυτος κυρίαρχος του «παιχνιδιού» στην κεντρική πολιτική «σκηνή», έχει τον πρώτο λόγο και σε κρίσιμα για τους πολίτες θέματα, όπως, για παράδειγμα, οι προσλήψεις στο Δημόσιο, η γενικότερη λειτουργία του κράτους κ.α.

Και ενώ αρκετός κόσμος πιστεύει ότι έρχεται το τέλος της κυριαρχίας του, όλοι συμφωνούν ότι έρχεται με πολύ αργούς ρυθμούς, και σίγουρα δεν θα είναι και τόσο εύκολα.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί και το ότι στο πλευρό του τάσσεται και η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, καθώς τον θεωρεί παράγοντα σταθερότητας, αφού με την πολιτική του έχουν, όπως υποστηρίζουν, εξασφαλισμένη ησυχία αλλά και προστασία ιδιοκτησιών, δραστηριοτήτων αλλά και θρησκευτικών χώρων (π.χ. ιερών ναών).

Ένα κοινό σημείο αναφοράς των υποστηρικτών και των δύο πλευρών είναι το Κουρδικό, με μόνη την διαφορά, ότι δεν του απασχολεί ως το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα, έτσι όπως το παρουσιάζουν διεθνή μέσα ενημέρωσης. Τουλάχιστον σε επίπεδο κοινωνίας.

Αν οι δύο πλευρές διαφέρουν σε κάτι, είναι η αντίληψη περί του τρόπου ζωής.

Η πλευρά Ιμάμογλου εκφράζει τις γενιές των κοσμοπολιτών Τούρκων, με τις αντίστοιχες οικογένειες να αναζητούν νέες ευκαιρίες για τις ίδιες και τα παιδιά τους, ώστε και να δημιουργούν μόνα τους το δικό τους μέλλον, ενώ γύρω από τον Ερντοάν «περιστρέφονται» οι παραδοσιακοί Μουσουλμάνοι Τούρκοι, με οικογενειακό ιδανικό το πώς να γίνουν τα παιδιά καλοί Μουσουλμάνοι και να ζουν όλοι σύμφωνα με τις θρησκευτικές παραδόσεις τους.

Περιδιαβαίνοντας τις περιοχές της Πόλης με τα αξιοθέατα της ιστορικής βυζαντινής περιόδου, κληροδοτήματα του ελληνικού πολιτισμού, μας έκανε εντύπωση η αρχιτεκτονική αρμονία και αισθητική τους.

Χαρακτηριστικές οι εικόνες του ιερού ναού Α. Παντελεήμονος (Κουζκουντσκουκ), όπου παρακολουθήσαμε την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, αλλά και της ιστορικής Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Στην θέα τους σκεφτήκαμε, ότι το ελληνικό κράτος θα έπρεπε κάποια στιγμή να εκδηλώσει περισσότερο και ουσιαστικότερο ενδιαφέρον για την συντήρηση αυτών των μοναδικών μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς.

Θα είναι και ένα είδος ποιοτικής τόνωσης της ελληνικής παρουσίας, καθώς από ποσοτικής πλευράς η εκεί μειονότητά μας υφίσταται συνεχή συρρίκνωση, καθώς αυξάνεται η τάση των παιδιών των ελληνικών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης να έρχονται για σπουδές στην Ελλάδα και κατόπιν να αναζητούν το επαγγελματικό μέλλον τους εδώ ή σε άλλες χώρες.

Συνοπτικό συμπέρασμα: Ο Ερντοάν παραμένει ο κυριότερος «παίκτης» στο ευρύτερο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό «παιχνίδι». Ο Ιμάμογλου εμπεριέχει τα στοιχεία του «ανερχόμενου αστέρος».

Η παρουσία και των δύο στο «προσκήνιο» της πολιτικής ζωής της Τουρκίας τοποθετεί την γείτονα χώρα στην «καρδιά» του διεθνούς πολιτικού ενδιαφέροντος για αυτήν και την ευρύτερη περιοχή.

Αρα είναι νομοτελειακό να αναμένονται ανά πάσαν στιγμήν εξελίξεις σε αυτήν, οι οποίες, φυσικά, δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστη καμία όμορη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της δικής μας.

Γι αυτό και ό,τι και να συμβαίνει στην Τουρκία, δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Γιώργος Περπερίδης είναι δημοσιογράφος. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές ήταν υποψήφιος του Συριζα στο Νομό Κιλκίς.

Το κείμενο δημοσιευτηκε στη “Μακεδονία” της Κυριακής 4 Αυγούστου 2019.

Πως ο Τραμπ υπονόμευσε τον Μάικ Πομπέο στη διαμάχη για τη αγορά των S-400 από την Τουρκία

0

File Photo: Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στο επίμαχο υπουργικό συμβούλιο της 16ης Ιουλίου 2019. EPA, Oliver Contreras / POOL

AUGUST 5, 2019

Κατά τη διάρκεια των δυόμισι ετών που πέρασε στη κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο κατάφερε να διατηρήσει την εύνοια του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμα και όταν άλλοι ανώτεροι αξιωματούχοι έχουν έρθει και φύγει. Ωστόσο, η σχέση του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με τον κ. Τραμπ δοκιμάζεται τώρα μετά από μια εμφανή διάσταση απόψεων σχετικά με το εάν θα πρέπει να τιμωρηθεί ή όχι η Τουρκία για την αγορά ενός προηγμένου ρωσικού συστήματος πυραύλων, των S-400.

Τα παραπάνω γράφει η δημοσιογράφος Madeleine Joung στο περιοδικό ΤΙΜΕ σε ένα αποκαλυπτικό δημοσίευμα που αφορά την άρνηση του Αμερικανού Πλανητάρχη να επιβάλει κυρώσεις για την προσβολή της Τουρκίας να προτιμήσει τη ρωσική και όχι την αμερικανική αγορά για την αντιαεροπορική άμυνα της. Σύμφωνα με το περιοδικό: Η Τουρκία, ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ από το 1952, παραλαμβάνει τώρα τμήματα για τους ρωσικούς S-400, ένα προηγμένο σύστημα όπλων επιφάνειας-αέρα σχεδιασμένο να ανιχνεύει και να καταστρέφει αεροσκάφη και πυραύλους μέχρι και 155 μίλια μακριά.

Ο κ. Πομπέο δήλωσε δημοσίως ότι η αγορά των S-400 εκ μέρους της Τουρκίας ήταν ενάντια σε έναν νόμο του 2017 που είχε ως στόχο να τιμωρήσει τη Ρωσία για την ανάμιξη της στις εκλογές και την προσάρτηση της Κριμαίας. «Ο νόμος απαιτεί κυρώσεις», δήλωσε ο Πομπέο στις 14 Ιουλίου. «Και είμαι βέβαιος ότι θα συμμορφωθούμε με το νόμο και ο Πρόεδρος Τραμπ θα συμμορφωθεί με το νόμο».

Ο ισχυρισμός αυτός υποστηρίχθηκε από τους κορυφαίους Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους στις επιτροπές Διεθνών Σχέσεων και Ένοπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, καθώς και στην επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής. Όμως, ο κ. Τραμπ φαίνεται όλο και πιο απρόθυμος να τιμωρήσει την Τουρκία – σε μια εποχή που οι σχέσεις μεταξύ του ισλαμιστή Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και των δυτικών συμμάχων είναι ολοένα και πιο τεταμένες.

Παρά την προφανή υπόσχεση του κ. Πομπέο ότι θα επιβάλει κυρώσεις, ένας ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσε στο περιοδικό TIME την περασμένη Παρασκευή ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προεπισκοπούν αποφάσεις για κυρώσεις.»

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επίσης υποβαθμίσει τον κ. Πομπέο ανοίγοντας ένα εναλλακτικό κανάλι επικοινωνίας- ζητώντας από τον γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ να συνεργαστεί με τον Τούρκο ομόλογο του Πομπέο, τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου, για την επίλυση του προβλήματος.

Ο Τραμπ «μου είπε να τηλεφωνήσω στην Τουρκία», είχε πει ο Γκράχαμ. «Είμαι στο στρατόπεδο, αν δεν ενεργοποιήσουν το [ρωσικό] S-400, οι κυρώσεις δεν χρειάζεται να εφαρμοστούν», δήλωσε ο Γκράχαμ, προσθέτοντας ότι το μετέφερε αυτό το μήνυμα τηλεφωνικά στον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών. Αλλά η μη ενεργοποίηση του συστήματος μπορεί να μην είναι βιώσιμη επιλογή για την Τουρκία, η οποία μόλις αγόρασε τεχνολογία 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τη Ρωσία.

Αργότερα εκείνη την ημέρα, ζητήθηκε από τον Πομπέο στην τηλεόραση του Bloomberg να γνωστοποιήσει αν η θέση του Γκράχαμ αντανακλούσε και τη θέση της κυβέρνησης. «Δεν πρόκειται να μιλήσω για εσωτερικές συζητήσεις», απάντησε ο Πομπέο. «Όλοι δουλεύουμε, όλοι δουλεύουμε μαζί για να κάνουμε το καλύτερό δυνατό… Θα μπορούσαν να υπάρξουν περισσότερες κυρώσεις, αλλά ειλικρινά αυτό που θα θέλαμε πραγματικά είναι να μην λειτουργήσουν οι S-400, αυτός είναι ο στόχος μας».

(Ο γερουσιαστής Γκράχαμ, ένας πρώην αντίπαλος του Τραμπ, ο οποίος τα τελευταία τρία χρόνια έχει μεταμορφωθεί ολοένα και περισσότερο σε υπερασπιστή του Προέδρου, του είχε επίσης ζητηθεί να εργαστεί για την ανάπτυξη μιας νέας συμφωνίας με το Ιράν).

«Όλα αυτά με τον τρόπο με τον οποίο έχουν λειτουργήσει έχουν ωφελήσει τον Βλάντιμιρ Πούτιν, έχουν ωφελήσει τα ρωσικά συμφέροντα», είπε στο TIME ο Ρος Ουίλσον, ο οποίος ήταν πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία υπό τον Πρόεδρο Τζορτζ Μπους. «Και ακριβώς γι ‘αυτό τον λόγο οι ρωσικές αρχές έκαναν αυτή τη συμφωνία, χρησιμοποιώντας την ως έναν τρόπο για να απομακρύνουν τις ΗΠΑ από την Τουρκία, σαν ένα τρόπο για να χαλαρώσουν τους δεσμούς της Τουρκίας με την Συμμαχία (του ΝΑΤΟ), μια στρατηγική που πηγαίνει πίσω στη σοβιετική εποχή».

Αφού η Άγκυρα άρχισε να λαμβάνει τους S-400 από τη Ρωσία, οι ΗΠΑ ακύρωσαν την παραγγελία της Τουρκίας για περισσότερα από 100 μαχητικά F-35. Οι ηγέτες του Πενταγώνου και του ΝΑΤΟ ανέφεραν από καιρό ότι η χρήση των S-400 από την Τουρκία θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τα τρωτά σημεία στις δυνατότητες των F-35, πράγμα που σημαίνει ότι τα ρωσικά όπλα που αγόρασε η Τουρκία παραβιάζουν επίσης την πολιτική διαλειτουργικότητας του ΝΑΤΟ.

Ο υπουργός Άμυνας Μαρκ Έσπερ δήλωσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για την επικύρωση του διορισμού του ότι είχε πει στον υπουργό Άμυνας της Τουρκίας: «Μπορείτε είτε να έχετε τους S-400 είτε να έχετε τα F-35. Δεν μπορείτε να έχετε και τα δύο». Όμως, ο πρόεδρος Τραμπ είχε  διστάσει να αποβάλει την Τουρκία από το πρόγραμμα παραγωγής των μαχητικών F-35, δηλώνοντας δημοσίως ότι η ακύρωση «δεν είναι μια δίκαιη κατάσταση» – πόσο μάλλον αν χρειαστεί να επιβάλλουμε περαιτέρω οικονομικές κυρώσεις.

Εν τω μεταξύ, η Τουρκία έχει υποστηρίξει ότι ο νόμος CAATSA, ο αμερικανικός νόμος που επιβάλλει κυρώσεις, δίνει στον Τραμπ την εξουσία να κάνει εξαιρέσεις ή να καθυστερεί τις κυρώσεις. Αλλά για να πάρει μια τέτοια απαλλαγή, ο Τραμπ θα πρέπει να υποβάλει μια δικαιολογία στις επιτροπές του Κογκρέσου, όπου θα αντιμετωπίσει την αμφίπλευρη ώθηση. Εάν ο Τραμπ αποφασίσει να παραιτηθεί επισήμως ή να καθυστερήσει τις κυρώσεις, θα μπορούσε να προκαλέσει σύγκρουση με τους Ρεπουμπλικάνους νομοθέτες. Μια τέτοια αναμέτρηση θα ήταν επίσης μια δοκιμασία για το αν ο σχετικά νέος νόμος δίνει στο Κογκρέσο τη δυνατότητα να περιορίσει τον πρόεδρο στην εξωτερική πολιτική, μια περιοχή που ελέγχεται κυρίως από την εκτελεστική εξουσία.

Σύμφωνα με πληροφορίες του ΤΙΜΕ, ο πρόεδρος Τραμπ έχει ζητήσει από 46 Ρεπουμπλικάνους «ευελιξία» για τις κυρώσεις. Υπάρχει ανησυχία ότι οι κυρώσεις για την Τουρκία θα μπορούσαν παράδοξα να ωφελήσουν τη Ρωσία διευρύνοντας την αυξανόμενη διχοτόμηση μεταξύ των ΗΠΑ και του όλο και πιο δύσβατου συμμάχου της. «Νομίζω ότι η κυβέρνηση είναι απολύτως σωστή στο να προσπαθήσει να ανταποκριθεί σε αυτό με έναν τρόπο που δεν θα βλάψει αδικαιολόγητα τη Συμμαχία”, λέει ο Ουίλσον, πρώην πρεσβευτής. «Πώς θα το κάνει αυτό- δεν είναι πολύ εύκολο να το δεις».

Ερωτηθείς αν η κυβέρνηση Τραμπ σκοπεύει τελικά να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία, ο ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης δήλωσε στο TIME την περασμένη εβδομάδα ότι «τίποτα δεν άλλαξε τις σοβαρές ανησυχίες μας για την επιδίωξη της Τουρκίας για το ρωσικό S-400, όπως αποδεικνύουν προηγούμενες δηλώσεις της κυβέρνησης, καθώς και τα σχόλια του Προέδρου την περασμένη εβδομάδα» (Ο αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών επανέλαβε επίσης αυτή τη γλώσσα, σηματοδοτώντας ότι τουλάχιστον προς το παρόν, τα μηνύματα του Πομπέο έχουν μετατοπιστεί για να παραμείνουν κοντά με αυτά του Τραμπ).

Αυτά τα σχόλια ήρθαν κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου στις 16 Ιουλίου, όταν ο  Τραμπ κατηγόρησε τη κυβέρνηση Ομπάμα ότι δεν πώλησε στην Τουρκία ένα εναλλακτικό σύστημα – τους πυραύλους Patriot, οι οποίοι δεν θα δημιουργούσαν τον ίδιο κίνδυνο ασφάλειας. Ο Τραμπ δεν έδωσε υποσχέσεις για τις κυρώσεις και συνόψισε την ακύρωση της συμφωνίας των F-35, λέγοντας: «Επειδή ο Ερντογάν αγόρασε το ρωσικό πυραυλικό σύστημα, δεν μας επιτρέπεται να του πουλήσουμε αεροσκάφη αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Δεν είναι μια δίκαιη κατάσταση. Έχεις κάτι να προσθέσεις σε αυτό, Μάικ;» ρώτησε τον επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

«Όχι, κύριε», απάντησε ο Πομπέο. «Νομίζω ότι το εξηγήσατε καλά».

«Έτσι νομίζω. Καλώς. Είπες το σωστό», είπε ο Τραμπ γελώντας προς τον υπουργό Εξωτερικών.

ΠΗΓΗ (ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ): ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TIME

Πηγή: Πως ο Τραμπ υπονόμευσε τον Μάικ Πομπέο στη διαμάχη για τη αγορά των S-400 από την Τουρκία https://hellasjournal.com/2019/08/pos-o-tramp-yponomeyse-ton-maik-pompeo-sti-diamachi-gia-ti-agora-ton-s-400-apo-tin-toyrkia/

Γιατί “εξαφανίστηκε” ο Νετανιάχου; Τι σημαίνει για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία;

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ AUGUST 5, 2019

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου φτάνει στην αίθουσα όπου θα συνεδριάσει το υπουργικό συμβούλιο στην Ιερουσαλήμ. EPA, RONEN ZVULUN / POOL

Στη σύγκρουση της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, που δεν οφείλεται μόνο στην αγορά του ρωσικού συστήματος S-400 από την Άγκυρα, παρά τις αντιρρήσεις της Ουάσιγκτον, απουσιάζει από τον περασμένο Απρίλιο ένας πολύ ισχυρός παράγοντας, που θεωρείται ο απόλυτος εχθρός για τον Ταγίπ Ερντογάν: ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Ποικίλουν οι αναλύσεις για την απουσία αυτή, αν και σύμφωνα με τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ο κ. Νετανιάχου εργάστηκε υπόγεια για να έχει την γνωστή κατάληξη η υπόθεση των μαχητικών F-35 για την Τουρκία. Βεβαίως, η ακύρωση της πώλησης οφείλεται πρώτιστα στον 15μηνο αγώνα των μελών του Κογκρέσου, της οργάνωσης HALC, των Αρμενίων και του Εβραϊκού Λόμπι, που οδήγησαν τα πράγματα στο σημείο χωρίς επιστροφή. Δεν μπορούσε να γίνει με ένα τηλεφώνημα.

Τα νομοσχέδια που ψηφίστηκαν έδεσαν τα χέρια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μέχρι τη σύνοδο των G20 στην Οσάκα της Ιαπωνίας αντιστεκόταν και στην ακύρωση της πώλησης των F-35. Αλλά, αποδείχθηκε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Η αίσθηση που υπάρχει -παρά την κάθετη άρνησή του για τις κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας- είναι ότι ο κ. Τραμπ θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να συμφωνήσει για την τιμωρία της κατοχικής δύναμης.

Όλες οι ενημερώσεις των μυστικών υπηρεσιών επιβεβαιώνουν τον πλήρη έλεγχο του Ταγίπ Ερντογάν από τον πρόεδρο της Ρωσίας, αλλά και τον κοινό σχεδιασμό τους για τη μελλοντική στρατιωτική συνεργασία τους, που αντιτίθεται στους κανόνες του ΝΑΤΟ.

Οι πληροφορίες που διακινούνται, και δεν επιβεβαιώνονται επίσημα από την Ουάσιγκτον, είναι η απουσία εμπιστοσύνης των Αμερικανών προς τους Τούρκους, με τους οποίους δεν μοιράζονται απόρρητες πληροφορίες εκτός στο πλαίσιο της συνεργασίας για τη Συρία.

Όσο και αν ακούγεται περίεργο, εκπρόσωπος του Πενταγώνου μιλώντας στο «Εθνος της Κυριακής» είπε ότι η συνεργασία μεταξύ των στρατιωτικών συνεχίζεται απρόσκοπτα. «Οι στρατιωτικές μας σχέσεις εξακολουθούν να είναι ισχυρές», τόνισε ο εκπρόσωπος και πρόσθεσε ότι η υπόθεση των S-400 είναι ένα άλλο θέμα: «Δεν θα βρεθούν ποτέ στον ίδιο χώρο (σ.σ: στην Τουρκία) με τα F-35”.

Η απουσία του κ. Νετανιάχου από το σκηνικό των αμερικανοτουρκικών σχέσεων είναι παράξενη και ίσως οφείλεται σε διάφορους λόγους: Δεν εμπιστεύεται πλέον τον κ. Τραμπ, ο οποίος είναι αλλοπρόσαλλος και προβληματικός. Στο Ισραήλ πιστεύουν ότι δεν γνωρίζει τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ότι αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να μετατραπεί σε διπλωμάτη. Αυτό το πρόβλημα του, ότι τα πάντα είναι χρήμα, το χρησιμοποιεί με μαεστρία ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος στην Οσάκα τον εκβίασε ότι θα ακυρώσει την παραγγελία της Turkish Airlines των 100 πολιτικών αεροπλάνων Μπόινγκ και του τόνισε επανειλημμένα ότι τα 106 «τουρκικά F-35» θα προσφέρουν δισεκατομμύρια στην αμερικανική οικονομία.

Υπάρχει και μία άλλη «σχολή» που οσμίζεται ότι πίσω από τη σιωπή του Νετανιάχου βρίσκονται οι πολεμικές προετοιμασίες εναντίον του Ιράν. Στο Ισραήλ φαίνεται ότι έχουν αποφασίσει να είναι απόλυτα προετοιμασμένοι στην περίπτωση που η Τεχεράνη τους δώσει την ευκαιρία. Δεν περιμένουν βοήθεια από την κυβέρνηση του κ. Τραμπ, ο οποίος θεωρούν ότι ήδη έχει «νερώσει» το κρασί του στο θέμα του Ιράν. Τονίζεται, πάντως, ότι η όποια πιθανότητα να έχει δημιουργηθεί υπόγειος δίαυλος επικοινωνίας με την Τουρκία αποκλείεται μετά και τη νέα επίθεση του Ερντογάν εναντίον του Εβραϊκού Κράτους, Άλλωστε, οι δημοσιεύσεις του Εβραϊκού Λόμπι για την κατοχική δύναμη χαρακτηρίζονται από έντονο και δικαιολογημένο «αντιτουρκισμό».

Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ως ένα σημαντικό παράγοντα που τον επηρεάζει, και τις δικαστικές περιπέτειες του Ισραηλινού πρωθυπουργού, ο οποίος βρίσκεται σε μία διαδικασία διευθέτησης των προβλημάτων του. Πιστεύεται επίσης ότι οι επόμενες εκλογές θα επιβεβαιώσουν την παντοδυναμία του στην εσωτερική πολιτική σκηνή του Ισραήλ.

Η απουσία του κ. Νετανιάχου από το διεθνές προσκήνιο, προβληματίζει τη Λευκωσία, η οποία ανέμενε ότι μετά τις τουρκικές επιθέσεις στην κυπριακή ΑΟΖ το Ισραήλ θα έσπευδε σε (διπλωματική) βοήθεια, κάτι που δεν συνέβη. Η υποχώρηση του πρωθυπουργού του Ισραήλ -για ένα διάστημα, ελπίζουν οι Κύπριοι και Έλληνες διπλωμάτες- δεν πρέπει να σημαίνει και αλλαγή της στρατηγικής του στη Μεσόγειο, καθώς το Εβραϊκό Κράτος είναι αποφασισμένο να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία του στην ανατολική Μεσόγειο και γνωρίζει πως αν δημιουργηθεί κενό θα το εκμεταλλευθεί η Τουρκία με τη Ρωσία.

Παρά τις καλές του σχέσεις με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός συνειδητοποίησε ότι ο πρόεδρος της Ρωσίας δεν έδειξε την ίδια εντιμότητα, αφού εκτός της Συρίας και της Τουρκίας σκέφτεται σοβαρά να εγκαταστήσει τους S-400 και στο Ιράν.

Οι πληροφορίες των Ισραηλινών αναφέρουν ότι η εγκατάσταση των ρωσικών συστημάτων στην ευρύτερη γειτονιά μας, αποτελεί απειλή για το Εβραϊκό Κράτος, που θα πρέπει να επανασχεδιάσει τους κανόνες ασφάλειας και άμυνας του. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να προχωρήσει σε στρατιωτική συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία, που θα κάλυπτε το νησί και θα αντιμετώπιζε την τουρκική αεροπορική υπεροπλία πάνω από την Κύπρο.

Σκέψεις και προτάσεις υπάρχουν πολλές, και η ψήφιση του νομοσχεδίου East Med Act των γερουσιαστών Ρόμπερτ Μενέντεζ και Μάρκο Ρούμπιο θα μπορούσε να λύσει τα χέρια των Ισραηλινών. Η Ελλάδα ήδη έχει ανέβει στο τρένο, τονίστηκε χαρακτηριστικά από ελληνική πηγή, που μας είπε ότι ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας άκουσε αυτά που ήθελε να ακούσει από τους Ισραηλινούς συνομιλητές του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Εβραϊκό Λόμπι στην Ουάσιγκτον κινητοποίησε όλους τους μηχανισμούς για την υπερψήφιση του νομοσχεδίου. Και αυτή η κίνηση και μόνο σημαίνει πολλά…

Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ η αναδημοσίευση των σχολίων χωρίς τη γραπτή έγκριση της ιστοσελίδας.

Πηγή: Γιατί “εξαφανίστηκε” ο Νετανιάχου; Τι σημαίνει για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία; https://hellasjournal.com/2019/08/giati-quot-exafanistike-quot-o-netaniachoy-ti-simainei-gia-tin-ellada-tin-kypro-kai-tin-toyrkia/

A Quick-Reference Guide on UNCLOS for Gen. Hyten: The Drift, Vol. XLIII

0

The Drift

    11 hours ago

Navigation Brief

ALEXANDRIA – Good Evening, Drifters

Well looks like we are going to need to do some heavy lifting here at The Drift in terms of educating our landlubber overlords on things maritime.

Air Force Gen. John E. Hyten, who has been raising eyebrows for much more serious things than his knowledge of international maritime treaties, nonetheless caused a minor stir among the nautically minded for an answer during his confirmation hearing for Vice Chairman to Sen. Angus King (I-Maine), who asked him about whether he supported the U.S. acceding to the UN Convention on the Law of the Sea. UNCLOS, as the cool kids call it, governs the territorial and exclusive economic boundaries of what countries can claim as their own and provides a framework for settling disputes.

Here’s what Hyten said, which (spoiler alert) didn’t please Sen. King much.

The Quote: I’m not a legal expert on the Law of the Sea Treaty so I don’t know the pros and cons, Senator, or the benefits of it.

I do know that the Law of the Sea is an appropriate standard that nations look at, and including the United States, when they consider freedom of navigation when they consider borders, when they consider all those kind of pieces. But I don’t have enough legal knowledge to talk about the issue about that treaty. I’ve not looked at that, Senator.

King was miffed because the standard DoD position is that the US should accede to UNCLOS, and Hyten later acknowledged that he “screwed up” in his answer to King.

But I figured we’d help him out a bit here at The Drift and try and piece together a quick reference guide, or QRG, for the relevant issues he’ll concern himself with at Vice Chairman. So, Gen. Hyten, this is for you. And The Drift commits to producing a similar QRG whenever maritime knowledge gaps need to be addressed.

Let’s Drift!

DBL

UNCLOS for Dummies (And 4-Stars)

All right, General, pull up a chair – I’m going to try and make this quick. UNCLOS:

Background

The UN Convention on the Law of the Sea dates to 1982, and has been a matter of mild controversy in the United States ever since. The U.S. likes UNCLOS because it provides a legal framework that generally advances U.S. interests and gives countries a framework for peacefully resolving maritime rights disputes. And in a world where dialing 9-1-1 connects you to the U.S. military, it’s nice to have ways of resolving disputes that don’t involve major combat operations.

As far as the military is concerned, UNCLOS is gospel. The Navy treats it like law and even acts as an enforcer of the Convention by peacefully challenging what they see as excessive claims through what they call “Freedom of Navigation” operations. (More n that in a bit).

BUT! BUT! The U.S. is not legally bound by the treaty and here’s why. In 1996, after a failed attempt by the Clinton Administration to get the treaty ratified, the U.S. sent a note to the UN being like, “Hey, we love your Convention. It’s great. We have a couple concerns so we’re not going to adopt it but we’re going to abide by it as best we can.”

UNCLOS has its hang-ups and detractors and most of it boils down to sovereignty concerns. So, that raises an obvious question …

What Does UNCLOS Do?

The key provisions are as follows, per the UN’s website:

  • Established freedom-of-navigation rights
  • Set territorial sea boundaries 12 miles offshore
  • Set exclusive economic zones up to 200 miles offshore
  • Set rules for extending continental shelf rights up to 350 miles offshore
  • Created the International Seabed Authority
  • Created other conflict-resolution mechanisms (e.g., the UN Commission on the Limits of the Continental Shelf)

Of the provisions, perhaps the most important one you’ll need to concern yourself with, sir, is the fundamental principal of Freedom of Navigation. This has been the Navy’s peacetime raison d’être for some time. The UN’s summation describes it thusly:

The Quote: “The oceans had long been subject to the freedom of-the-seas doctrine – a principle put forth in the 17th century, essentially limiting national rights and jurisdiction over the oceans to a narrow belt of sea surrounding a nation’s coastline. The remainder of the seas was proclaimed to be free to all and belonging to none. While this situation prevailed into the twentieth century, by mid-century there was an impetus to extend national claims over offshore resources.”

Maintaining this norm is something the Navy sees as a core mission and one of the reasons, as the often say, that presence matters.

The Hang-ups

Those who oppose acceding to UNCLOS do so not because they disagree with the principles of freedom of navigation. Indeed, most of the treaty is surprisingly non-controversial. The hang-ups really start at the International Seabed Authority. Conservatives have long been suspicious of international legal bodies and the idea of ceding sovereignty to the international community and its whims.

In an issue brief from last June, the Heritage Foundation urged President Trump not to accede to the treaty, summarizing its opposition thusly:

The Quote: Finalized in 1982, the convention codifies long-standing rules of navigation, provides a dispute-settlement mechanism, and regularizes territorial boundaries at sea.

More controversially, the convention also establishes an International Seabed Authority, mandates royalties on deep-seabed resources, and transfers of revenues to landlocked and developing nations.

Advocates argue that joining the convention would enhance America’s ability to commercially utilize mineral, oil, and gas resources in the deep seabed and strengthen our ability to protect U.S. interests in the Arctic.

In reality, however, U.S. accession would provide no benefits not already available to the U.S., while creating unnecessary burdens and risks.

Chief among the concerns Heritage (and their view is relatively representative) is that the US would have to pay royalties to the ISA on minerals and other resources extracted from the extended continental shelf and those royalties would be transferred to other countries that might use them to do bad things with. Opponents are also generally uncomfortable with obligating the US to follow the rulings of an international court.

But advocates tend to argue that acceding to the treaty (as our chief competitors China and Russia already have) would give us both a legal framework for settling disputes with Russia in the Arctic and moral standing to enforce others’ obligations under the treaty. This has been especially important as part of the discussion surrounding China’s aggressive and expansive claims to maritime rights in the South China Sea. Which gets us to our last point …

UNCLOS and You

Probably the most fascinating issues involving UNCLOS recently has been the ongoing South China Sea dispute.

It stems from a map that China dug up from 1947 that shows that they have maritime rights to a comic amount of the South China Sea, given the number of Nations that reside there – almost 90 percent of it. The claim was pretty obviously bullshit, but the Philippines hauled the Chinese into international court over it and won. China called the whole thing a U.S. plot and has generally ignored the outcome of the tribunal.

Instead, China has been busy denying access to key features where fishing is good and claiming them as China’s. This includes Scarborough Shoal, which has been a particular vexing flash-point in the debate.

China has even gone so far as to build a bunch of fake islands on features in the South China Sea that they have been busy militarizing, despite a promise to President Obama that they would not.

But China is not alone in planting themselves around the South China Seas. According to the Center for Strategic and International Studies’ Asia Maritime Transparency Initiative (your must-follow site on this issue): “Five claimants occupy nearly 70 disputed reefs and islets spread across the South China Sea. They have built more than 90 outposts on these contested features, many of which have seen expansion in recent years.”

The US has been doing what it calls Freedom of Navigation Operations, or FONOPS, challenging China’s excessive claims in the region. Basically, it means the US drives a warship through Chinese-claimed waters within 12 nautical miles to say that it has the right to do so and will continue to exercise it at will. Technically the FONOP challenges any party’s excessive claim.

Advocates of acceding to the treaty say that doing so would bolster the U.S. position in the South China Sea and get the U.S. out of the awkward role of enforcing a treaty it doesn’t hold as legally binding. Opponents think the world knows where we stand on the relevant issues and that there is no reason to assume some of the more onerous provisions since we’re already benefitting from the treaty without acceding to it.

But, why is UNCLOS important to you? It’s pretty important in the ongoing dispute with Iran over the Strait of Hormuz (read more about that here). Well if you get into a massive shooting war with China on your watch, it could very well be over this issue. So… probably important to know it in detail.

In Closing

There is much more to know about this issue but here are some resources to continue your UNCLOS journey of discovery. Now we’re going to go to a special UNCLOS edition of The Hotwash, where you will find some good resources to get proficient!

https://www.defensenews.com/naval/the-drift/2019/08/04/a-quick-reference-guide-on-unclos-for-gen-hyten-the-drift-vol-xliii/

Ο κίνδυνος διάσπασης του ΑΚP βάζει δύσκολα στον Ερντογάν

0

stratfor/euro2day.gr

Οι αποχωρήσεις ιδρυτικών στελεχών από το κυβερνών κόμμα ανοίγουν το δρόμο για τη δημιουργία νέας πολιτικής δύναμης. Η συρρίκνωση της βάσης του AKP, η επιβράδυνση της οικονομίας και η κόντρα με τις ΗΠΑ. Ποια στρατηγική θα ακολουθήσει ο τούρκος πρόεδρος.

Ακόμα και για τον παμπόνηρο Ερντογάν η διακυβέρνηση της Τουρκίας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Η οικονομία μαραζώνει από την ύφεση, καθώς ΗΠΑ και Ευρώπη εξετάζουν κυρώσεις κατά της Άγκυρας, ενώ τα ασταθή νότια σύνορα με τη Συρία και το Ιρακ προκαλούν προβλήματα στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα, τη Συρία και το Ιράν και, για άλλη μια φορά, με τις ΗΠΑ.

Το χειρότερο για τον Ερντογάν και το κόμμα του, το AKP, είναι ότι η κάποτε ακλόνητη πολιτική μηχανή που έχτισε φαίνεται πως μένει από καύσιμα μετά τις σοκαριστικές ήττες στις δημοτικές εκλογές σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη.

Αν και κατόρθωσε να στηθούν για δεύτερη φορά κάλπες στην Πόλη, η πολιτική μηχανή του AKP απέτυχε να κερδίσει τον αναγεννημένο υποψήφιο του CHP. Στην πραγματικότητα, η ήττα στις δεύτερες εκλογές ήταν χειρότερη από αυτή στις πρώτες, στις 31 Μαρτίου.

Μια νέα αναποδιά για τον τούρκο πρόεδρο είναι ότι πρώην πιστά μέλη του AKP εμφανίζονται έτοιμα να εγκαταλείψουν το σκάφος και να ιδρύσουν νέο κόμμα. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο Ερντογάν θα έχει λίγες επιλογές για να σταματήσει τις αποστασίες που θα τον αδυνατίσουν στο κοινοβούλιο και να οδηγήσει την χώρα μέχρι τις προγραμματισμένες εκλογές τον Ιούνιο του 2023.

Ρωγμές στο οικοδόμημα

Οι άλλοτε λαμπρές προοπτικές του ΑΚP φαίνονται σήμερα αβέβαιες, ειδικά όσον αφορά την κυριαρχία του στο κοινοβούλιο. Για χρόνια, το κόμμα επωφελούνταν από την οικονομική άνθηση, την αποδιοργάνωση της αντιπολίτευσης, το χάρισμα του Ερντογάν και την προσωπική του απήχηση και από μια σειρά ιδεολογικών και πολιτικών συμμάχων που μετέτρεψαν το AKP στο κυρίαρχο κόμμα της Τουρκίας. Αυτή η θέση υπεροχής φαινόταν διασφαλισμένη μετά τις εκλογές του 2018, στις οποίες ο Ερντογάν κέρδισε εύκολα τη νέα ενισχυμένη προεδρική εξουσία. Η γενική εκτίμηση ήταν πως μια εποχή σταθερής ανόδου του AKP ήταν δεδομένη.

Αλλά ακόμα και στις εκλογές του 2018 υπήρχαν ενδείξεις ότι δεν ήταν όλα καλά για το AKP. Αν και ο Ερντογάν θριάμβευσε, αρκετές αρνητικές εξελίξεις φανέρωναν ρωγμές στην πολιτική μηχανή του.

Το AKP δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει πλειοψηφία στη βουλή, κερδίζοντας τις 295 έδρες από τις 600. Σήμερα, το κόμμα έχει τη δυνατότητα να περνάει τους ετήσιους προϋπολογισμούς ή τις νομοθεσίες χάρη στη συμμαχία με το ακροδεξιό MHP, η οποία του δίνει κυβερνητική πλειοψηφία.

Η μειωμένη ισχύς του AKP έγινε πιο εμφανής αυτή την άνοιξη όταν έχασε τα άλλοτε εκλογικά του προπύργια στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια αυτών των εκλογικών αποτυχιών, το AKP δέχτηκε χτύπημα από πρώην συντρόφους, καθώς μέλη της παλιάς φρουράς του κόμματος, όπως ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Αλί Μπαμπακάν, ο πρώην πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ και ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου αμφισβήτησαν ανοιχτά την αφοσίωσή τους στον οργανισμό του οποίου υπήρξαν συνιδρυτές.

Τότε, στις 8 Ιουλίου, ο Μπαμπακάν παραιτήθηκε από το AKP και διακήρυξε την πρόθεση του να σχηματίσει νέο κόμμα, ανάβοντας τις φλόγες της εσωτερικής εξέγερσης στο κόμμα.

Η συρρίκνωση της βάσης του AKP

Οι αποχωρήσεις αντανακλούν τη φθίνουσα στήριξη προς το AKP στην Τουρκία. Από τότε που ανήλθε στην εξουσία το 2002, το AKP βασίστηκε στους συντηρητικούς μουσουλμάνους, στο πολιτικό Ισλάμ, σε επιχειρηματικά συμφέροντα, στους εργαζόμενους και τους εθνικιστικές, για να κερδίσει την πλειονότητα των ψηφοφόρων στο συχνά κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Αυτή η ευρεία συμμαχία έδωσε στο AKP την πολιτική ισχύ που είχε ανάγκη για να περιορίσει και στο τέλος να διαλύσει το κοσμικό, στρατιωτικό κεμαλικό κατεστημένο το οποίο παρενέβαινε συστηματικά στην τουρκική πολιτική ζωή από την ίδρυση της δημοκρατίας το 1923.

Με τα χρόνια, ωστόσο, ο συνασπισμός αυτός αντιμετώπισε ρήξεις, ορισμένες από τις οποίες είχαν βαθιές συνέπειες για το σύνολο της Τουρκίας. Προς το τέλος του 2013, το ΑΚP ήρθε σε σύγκρουση με το ισλαμιστικό κίνημα που ίδρυσε ο Φετουλάχ Γκιουλέν, το οποία είχε βαθιά συμφέροντα στον επιχειρηματικό κόσμο και τα μέσα ενημέρωσης. Το 2016 το κίνημα Γκιουλέν αποπειράθηκε σύμφωνα με τον Ερντογάν και το AKP να ανατρέψει την κυβέρνηση με πραξικόπημα, το οποίο οδήγησε σε εκατοντάδες θανάτους. Ως επακόλουθο, το κίνημα κινείται σήμερα υπογείως ή στο εξωτερικό.

Μετά τη βουτιά της λίρας το καλοκαίρι του 2018, τα οικονομικά προβλήματα προκάλεσαν ανησυχία μεταξύ των επιχειρηματικών συμφερόντων και των εργαζομένων που αποτελούν τη βάση του AKP, δημιουργώντας το περιθώριο σε πρώην ηγετικές φιγούρες όπως ο Μπαμπακάν, ο Νταβούτογλου και ο Γκιούλ – όλοι από τους οποίους είχαν προσωπικές διαφορές με τον Ερντογάν – να εξετάσουν το ενδεχόμενο να ιδρύσουν το δικό τους αντίπαλο κόμμα.

Την ίδια στιγμή, μέλη της αποδιοργανωμένης τουρκικής αντιπολίτευσης – τα κόμματα της οποίας έκλεβαν ουσιαστικά ψήφους το ένα από το άλλο και επιδίδονταν περισσότερο σε μια εσωτερική μάχη αντί να κυνηγούν το AKP – έχουν επιτέλους καταφέρει να συνεργαστούν και να αποσπάσουν μέρος της εξουσίας της κυβέρνησης. Ψηφοφόροι που ανησυχούσαν ότι το AKP επιβάλλει μια κανονική απολυταρχία με ολοένα και πιο ισλαμιστικό χαρακτήρα συντάχτηκαν πίσω από το κοσμικό CHP, ειδικά στις δημοτικές εκλογές στις μητροπόλεις της χώρας.

To κουρδικό HDP έχει ανακόψει τις προσπάθειες του κυβερνώντος κόμματος να καταστείλει την ψήφο προς το κόμμα και αντιμετώπισε με επιτυχία τις απόπειρες του AKP να του αποσπάσει ψηφοφόρους, με πιο πρόσφατη την υπόσχεση ότι θα χαλαρώσει τους περιορισμούς στον ήρωα τους, τον ηγέτη του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος είναι φυλακισμένος στο νησί Ιμραλί στη Θάλασσα του Μαρμαρά για τρομοκρατία.

Όλα τα παραπάνω δημιουργούν μια νέα πολιτική κατάσταση την οποία το AKP δεν έχει αντιμετωπίσει ποτέ στο παρελθόν: μια αποδυναμωμένη βάση στήριξης και μια ενισχυμένη αντιπολίτευση που μπορεί να αλλάξουν την πολιτική ζωή στην Τουρκία πολύ νωρίτερα από τις προγραμματισμένες για τον Ιούνιο του 2023 εθνικές εκλογές.

Ειδικότερα, αυτό θα εκδηλωθεί στο κοινοβούλιο, όπου το AKP είναι πιο ευάλωτο.

Γιατί το κοινοβούλιο έχει ακόμα σημασία

Το AKP έχει θεωρητικά περιθώριο ως τον Ιούνιο του 2023 για να απαντήσει και να αναρρώσει από τα χτυπήματα αυτά χρησιμοποιώντας τον έλεγχο που έχει πάνω στα μέσα ενημέρωσης και τα δικαστήρια της χώρας, καθώς και το υφιστάμενο κοινοβουλευτικό πλεονέκτημα, αλλά αν τα μέλη της παλιάς φρουράς που αποχώρησαν καταφέρουν να πάρουν με το μέρος τους βουλευτές του AKP, το κόμμα δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να προκηρύξει εκλογές νωρίτερα από ότι έχει προγραμματιστεί και με όρους που δεν είναι βέβαιο ότι ευνοούν την ταλαιπωρημένη κυβέρνηση του Ερντογάν.

Αυτό το σενάριο των πρόωρων εκλογών είναι ακόμα πιο ρεαλιστικό δεδομένου ότι το τουρκικό σύνταγμα προβλέπει σημαντικά θεσμικά αντίβαρα στην εξουσία του προέδρου, μολονότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις δίνουν στον Ερντογάν περισσότερη ισχύ από ότι στο παρελθόν.

O προϋπολογισμός, για παράδειγμα, πρέπει να λάβει έγκριση από την πλειοψηφία των βουλευτών, και αν και ο Ερντογάν μπορεί να αγνοήσει ένα δύστροπο κοινοβούλιο και να εφαρμόσει προηγούμενους προϋπολογισμούς, αυτός ο έλεγχος στην εξουσία του περιορίζει τη δυνατότητα του να επιβάλλει πλήρως τη βούλησή του στην οικονομία της χώρας.

To κοινοβούλιο μπορεί επίσης να εμποδίσει την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων και την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης με απλή πλειοψηφία και να προκηρύξει εκλογές με το 60% των ψήφων. Για το AKP, η πιο ισχυρή προεδρία δίνει στο κόμμα περισσότερες λύσεις από πριν, αλλά δεν λύνει όλα τα προβλήματα.

Ως αντιστάθμισμα, ο Ερντογάν θα επιστρέψει στα παλιά του κόλπα. Άλλωστε, έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν εκλογικούς πονοκεφάλους. Αφού απέτυχε να κερδίσει την πλειοψηφία στις εκλογές του Ιουνίου του 2015, ο Ερντογάν προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς. Εν τω μεταξύ, έπαιξε το χαρτί του εθνικισμού, διατράνωσε τις οικονομικές επιτυχίες του AKP και εκμεταλλεύτηκε την επιρροή του κόμματος στους θεσμούς για να τους στρέψει ενάντια στην αντιπολίτευση. Η στρατηγική του απέδωσε στο τέλος καρπούς, καθώς η δεύτερη εκλογική αναμέτρηση έδωσε στον Ερντογάν τη νίκη που αναζητούσε.

Φθίνουσες αποδόσεις

Σήμερα, ωστόσο, οι ιδεολογικές και πατριωτικές εκκλήσεις του Ερντογάν δεν πρόκειται να ανακόψουν τη φθορά, ενώ οι οικονομικές του πολιτικές είτε θα αποτύχουν ή θα έρθουν σε σύγκρουση με τις ιδεολογικές του διακηρύξεις, το οποίο θα του κοστίσει σκληροπυρηνικούς υποστηρικτές.

Την ίδια στιγμή, οποιαδήποτε προσπάθεια να εκμεταλλευτεί τον έλεγχο που ασκεί στους θεσμούς για να καταστείλει τους αποστάτες ή άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορεί να βλάψει περαιτέρω τις σχέσεις του με συμμάχους και να πυροδοτήσει κοινωνική αναταραχή.

To AKP χρησιμοποιεί επί μακρόν τον πατριωτισμό για να συσπειρώσει τους οπαδούς του κόμματος και να περιορίσει τις αποχωρήσεις και τις διαιρέσεις, κάτι που συνέβη ιδίως κατά τη ρήξη με το κίνημα Γκιουλέν, το οποίο το AKP κατηγορεί για προδοσία. Έχει ακολουθήσει επίσης εθνικιστικές πολιτικές για να προσελκύσει ακροδεξιούς ψηφοφόρους, όπως η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της Κύπρου στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο και οι επιχειρήσεις κατά Κούρδων ανταρτών στην νοτιοανατολική Τουρκία, τη Συρία και το Ιράκ. Και έχει χρησιμοποιήσει τη Θρησκεία σαν μέσο για να κερδίσει μεγαλύτερη στήριξη, κατασκευάζοντας θρησκευτικά σχολεία εντός και εκτός χώρας, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην ισλαμική σκέψη στην κατάρτιση των σχολικών προγραμμάτων και κατασκευάζοντας τζαμιά στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και την Αμερική.

Αλλά αυτές οι ιδεολογικές κινήσεις απευθύνονται κυρίως στους πιστούς οπαδούς και όχι στους αμφισβητίες, οι οποίοι επικρίνουν την οικονομική πολιτική του ΑKP και τον τρόπο διακυβέρνησης του Ερντογάν, το οποίο σημαίνει ότι κάνουν λίγα για να περιορίσουν τις διαρροές από το AKP.

Το AKP θα μπορούσε να δοκιμάσει διάφορους οικονομικούς ελιγμούς για να αποφύγει τη διάσπαση, αλλά είναι δύσκολο να φέρουν αποτελέσματα τέτοιες προσπάθειες. Στην πραγματικότητα, μπορεί να επιδεινώσουν την οικονομική κατάσταση της Τουρκίας.

Η Τουρκία χρηματοδότησε την ανάπτυξη της δανειζόμενη φθηνά τη δεκαετία του 2000, αλλά το χρέος της εποχής εκείνης αρχίζει να λήγει και η ασταθής λίρα δεν βοηθάει τη χώρα να περάσει ομαλά την περίοδο αυτή. Υπάρχουν λίγα που μπορεί να κάνει το AKP για να αποφύγει τις αναπόφευκτες χρεοκοπίες στον υπερχρεωμένο ιδιωτικό τομέα της χώρας και κάποιο είδος επώδυνης αναδιάρθρωσης είναι δεδομένο. Αν και η Τουρκία θα μπει στον πειρασμό να βρει ένα πρόγραμμα διάσωσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μια τέτοια κίνηση μπορεί να προκαλέσει την οργή των υπερεθνικιστών και να συνοδεύεται από όρους που θα αναγκάζουν το AKP να υιοθετήσει πολιτικές στις οποίες είχε αντισταθεί για ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους.

Ωστόσο συνεχίζουν να έχουν περισσότερα μέσα για να αντισταθούν στην πίεση της αντιπολίτευσης. Το AKP εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη θεσμική επιρροή έναντι όλων των αντίζηλων μέσω του ελέγχου που ασκεί στα μέσα ενημέρωσης της χώρας, της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο, την κυριαρχία του στο εκλογικό συμβούλιο και την εξουσία του στα δικαστήρια της χώρας. Καταφεύγοντας σε εθνικιστική ρητορική στα μέσω ενημέρωσης και ασκώντας εξουσία μέσω του εκλογικού συμβουλίου και των δικαστηρίων, το AKP μπορεί να αποπειραθεί να απονομιμοποιήσει οποιοδήποτε νέο κόμμα δημιουργηθεί και να αποτρέψει δυνητικούς αποστάτες να φύγουν από τις τάξεις του. Αλλά για όσους είναι αποφασισμένοι να αποχωρήσουν, αυτές οι τακτικές απονομιμοποίησης δύσκολα θα επιτύχουν τον στόχο τους.

Την ίδια στιγμή, η απονομιμοποίηση μπορεί να είναι μόνο ένα πρελούδιο σε μια πιο αποφασιστική δράση. To ΑΚP είχε στο παρελθόν χρησιμοποιήσει έκτακτες εξουσίες για να απομακρύνει δημάρχους σε κουρδικές περιοχές στα νοτιοανατολικά – μπορεί να μπει στον πειρασμό να το ξανακάνει, ειδικά για να ανακτήσει τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας. Aλλά οι διεθνείς και εγχώριες αντιδράσεις θα ήταν άμεσες αν έπαιρνε μια τέτοια απόφαση.

Το AKP θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει παροχές, αναθέσεις έργων και μια χαλαρή νομισματική πολιτική για να διατηρήσει την προσωπική αφοσίωση πιθανών αποστατών. Αλλά χωρίς την Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη στα χέρια της, δεν θα είναι σε θέση να επωφεληθεί από τα παχυλά συμβόλαια των μεγαλύτερων δημογραφικών και πολιτικών κέντρων της χώρας. Και η πιο χαλαρή νομισματική πολιτική απλά θα αυξήσει τον πληθωρισμό, κάτι που ήδη δημιουργεί προβλήματα στην οικονομική νομιμοποίηση του AKP. Επιπρόσθετα, οι παροχές που δόθηκαν σε οπαδούς του κόμματος έχει εξοργίσει πολλούς Τούρκους ψηφοφόρους, οι οποίοι απεχθάνονται την ευνοιοκρατία σε μια εποχή που η χώρα δεινοπαθεί. Αυτές οι δοκιμασμένες τακτικές δεν είναι με άλλα λόγια τόσο αξιόπιστες όσο στο παρελθόν.

Τέλος, το AKP μπορεί να χρησιμοποιήσει την κυριαρχία του στο κοινοβούλιο και το εκλογικό συμβούλιο για να προσπαθήσει να εμποδίσει την αντιπολίτευση να κερδίσει τις εκλογές. Εδώ έχει στη διαθέσει του κάποιες επιλογές, όπως τροποποιήσεις στην εκλογική νομοθεσία της Τουρκίας.

Πρώτον, μπορεί να αυξήσει το ποσοστό των ψήφων που πρέπει να λάβουν τα κόμματα για να μπουν στο κοινοβούλιο πάνω από το 10%, ένα πολύ υψηλό νούμερο το οποίο περιπλέκει τα πράγματα για το HDP, το Καλό Κόμμα (το οποίο έχει αποσχιστεί από το MHP), και δυνητικά για ένα κόμμα αποστατών από το AKP. Επίσης, μπορεί να ακυρώσει τον κανόνα που προβλέπει ότι τα μικρότερα κόμματα μπορούν να συνασπιστούν για να περάσουν το όριο του 10% – πλήττοντας τα μικρότερα κόμματα τα οποία χρειάζονται συμμαχίες για να περάσουν το όριο αυτό.

To ΑKP μπορεί επίσης να εγκαταλείψει το σύστημα της αναλογικής εκπροσώπησης και να εφαρμόσει ένα σύστημα σχετικής πλειοψηφίας (first past the post), το οποίο θα αύξανε την επιτυχία του κόμματος δεδομένου ότι είναι το κυρίαρχο κόμμα σε πολλές περισσότερες περιφέρειες από οποιονδήποτε άλλο ανταγωνιστή του.

Πράγματι, στις εκλογές του Ιουνίου του 2018, το AKP κέρδισε τις 64 από τις 81 περιφέρειες. Το CHP αντίθετα, κέρδισε μόλις έξι. Και για να περιορίσει ακόμα περισσότερο την αιμορραγία σε νέες δημοτικές εκλογές στο μέλλον, το AKP θα μπορούσε να εμπλακεί σε εκλογικές αυθαιρεσίες αναδιαμορφώνοντας εκλογικές περιφέρειες με τρόπο που να το ευνοεί.

Αλλά στο τέλος, αυτή η θεσμική επιρροή ενέχει σημαντικά ρίσκα και καμία εγγύηση ότι θα έχει αποτελέσματα. H χρησιμοποίηση των κρατικών θεσμών για κομματικό όφελος θα εξοργίσει την αντιπολίτευση και θα ενισχύσει το λαϊκό έρεισμα των ανταγωνιστών. Σε διαφορετική περίπτωση, τέτοιες κινήσεις θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα προκαλώντας εξεγέρσεις, απεργίες ή ακόμα και βία. Εν τω μεταξύ, λίγοι από τους μεγάλους συμμάχους της Τουρκίας στη Δύση θα καλωσόριζαν τέτοιες απόπειρες για την ενίσχυση του AKP, καθώς θα αύξανε τις τριβές με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία βρίσκεται ήδη σε κόντρα με την Άγκυρα για τις εξορύξεις στην Κύπρο, και με τις ΗΠΑ για την απόφαση της Τουρκίας να αγοράσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα των S-400.

Εν τω μεταξύ, οποιαδήποτε θεσμική κίνηση δεν θα αντιμετώπιζε τον βασικό λόγο για τον οποίο η εξέγερση του AKP απειλεί την κυριαρχία του Ερντογάν: τις κακές επιδόσεις της οικονομίας και την αυταρχική προσωπικότητα του ίδιου του Ερντογάν, δύο παράγοντες που το AKP δεν μπορεί να ελέγξει.

Τoύτο αφήνει το AKP με λίγες διαθέσιμες επιλογές για την αποτροπή των αποσκιρτήσεων και τη διατήρηση της κυριαρχίας του. Ακόμα και έτσι, το AKP δεν θα αποδεχθεί ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να παραμείνει στην εξουσία. Στο τέλος, το κόμμα θα πάρει ρίσκα, θα υποστεί αντιδράσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό και θα καταπατήσει το κράτος δικαίου στην προσπάθεια του να κρατήσει τον έλεγχο της διακυβέρνησης.

Ακόμα και με την πλάτη στον τοίχο, το AKP θα παραμείνει μια μεγάλη δύναμη που θα καθορίζει το μέλλον της Τουρκίας για κάποιο καιρό ακόμα.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1692882/stratfor-erntogan.html

Με αφορμή την επίσκεψη του Μητσοτάκη: Οι πραγματικές ευθύνες της Ελλάδας στην Κύπρο

0

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

File Photo: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης, προβαίνουν σε από κοινού δηλώσεις στα ΜΜΕ, μετά το τέλος της συνάντησης που είχαν, Λευκωσία, Κύπρος, Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019. ΑΠΕ-ΜΠΕ, PIO, ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Από την επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Κύπρο κράτησα δυο δηλώσεις του. Η μια αφορά στην οικονομία. Είπε πως μια οικονομικά ισχυρή Ελλάδα σημαίνει και μια ισχυρή Κύπρο. Η δεύτερη δήλωση ήταν πως η Ελλάδα δεν αναλαμβάνει ευθύνες στη Κύπρο που δεν της αναλογούν.

Και οι δυο τοποθετήσεις έχουν τη σημασία τους, ιδιαίτερα η δεύτερη. Αναντίλεκτα ένα ισχυρά οικονομικό κράτος έχει αντίστοιχο, ίσως και μεγαλύτερο αναλογικά, εκτόπισμα στο διακρατικό σύστημα από ένα υπό πτώχευση ή πτωχευμένο κράτος. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Λειτουργεί ουσιαστικά ως αποικία χρέους. Με τις οικονομικές δουλείες που έχει αποδεχθεί και εφόσον όλα πάνε θετικά, θα αυτονομηθεί οικονομικά σε περίπου 40 χρόνια, το 2060. Μέχρι τότε ο Κυριάκος-και με τα γονίδιά του πατέρα του- θα έχει ξεπεράσει τα 90. Δυστυχώς η οικονομία της Ελλάδας παραμένει παρασιτική και την λυμαίνεται μια εξίσου παρασιτική ολιγαρχία.

Στην Ελλάδα δεν παράγεται πλούτος. Τελεία και παύλα. Η ελληνική παρασιτική ολιγαρχία λειτουργούσε ανέκαθεν συνεταιρικά με την εκάστοτε εξουσία, όταν δηλαδή δεν την ήλεγχε εξολοκλήρου. Και δεν επενδύει στον τόπο και το μέλλον του. Κυνηγά φορολογικούς παραδείσους εξασφαλίζοντας έτσι εσαεί τον παρασιτισμό της.

Αν εσωτερικά η ελληνική οικονομία επιπλέει, αυτό έχει να κάνει με τον τουρισμό και μόνο. Το τουριστικό χρήμα ρέει άφθονο, δεν ελέγχεται, διαχέεται παντού και καταλήγει στην κατανάλωση. Πλούτος όμως δεν παράγεται. Και γι’αυτό οι επαγγελματίες ξενιτεύονται, οι νέοι ξενιτεύονται και οι περισσότεροι που πάνε για σπουδές δεν επιστρέφουν.

Για τον μέσο έλληνα ένα στατιστικό που εντόπισα πρόσφατα τα λέει όλα: το 2013, όταν η οικονομική κρίση του 2008 θέριεψε, 30 χιλιάδες Έλληνες αποποιήθηκαν την κληρονομιά τους γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους αντίστοιχους φόρους. Το 2018 ο αριθμός έγινε 180 χιλιάδες. Πριν την κρίση είχαμε φονικά για μια πατιά εδάφους. Σήμερα οι Έλληνες αποποιούνται τη γη των γονιών τους. Μακάρι ο νέος Πρωθυπουργός να φτιάξει μια οικονομικά ισχυρή Ελλάδα.

Η Κύπρος θα ωφεληθεί τα μέγιστα.

Πιο άμεσα σημαντική και επίκαιρη είναι η πολιτική τοποθέτηση του κ. Πρωθυπουργού. Δεν αναλαμβάνει η Ελλάδα ευθύνες που δεν της αναλογούν, είπε. Δηλαδή η Αθήνα δεν πρόκειται να λειτουργήσει ως κομπάρσος, συμμετέχοντας σε οποιαδήποτε σύσκεψη που θα νομιμοποιούσε ένα νέο “ζυριχικό καθεστώς” στην Κύπρο. Γι’αυτό και ο κ. Μητσοτάκης κράτησε αποστάσεις από τη φημολογούμενη νέα πενταμερή, με την οποία φλερτάρει η κυβέρνηση Αναστασιάδη.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός θα σταθεί αρωγός μόνο σε μια λύση “χωρίς κυπριακό”. Λύση “χωρίς κυπριακό” σημαίνει όχι εγγυητικά δικαιώματα οποιασδήποτε μορφής. Σημαίνει όχι ξένα στρατεύματα στην κυπριακή επικράτεια. Λύση “χωρίς κυπριακό” σημαίνει προοπτική για το μέλλον του τόπου. Προοπτική που να προκύπτει από τα πράγματα και να γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από τους πολίτες. Σημαίνει “αμοιβαία ασφάλεια” και όχι “απόλυτη ασφάλεια” για την μια πλευρά, που συνεπάγεται “απόλυτη ανασφάλεια” για την άλλη.

Αμοιβαία ασφάλεια σημαίνει ειρήνη στον τόπο, σημαίνει προοπτική, σημαίνει μέλλον. Λύση “χωρίς κυπριακό” σημαίνει κανονικότητα στις διεργασίες του κράτους με τον έξω κόσμο και με τους πολίτες του. Λύση “χωρίς κυπριακό” σημαίνει λύση χωρίς μόνιμες αποκλίσεις από τα κεκτημένα του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. (Σημαίνει δηλαδή την εφαρμογή αποκλίσεων από το κεκτημένο, εφόσον αυτές συμφωνηθούν, αλλά για μια λογική περίοδο μετάβασης με ημερομηνία λήξης.

Στη διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου, το κυπριακό κράτος θα μπορεί να βρίσκεται υπό την εποπτεία διεθνών θεσμών/οργανισμών. Οι θεσμοί/οργανισμοί αυτοί μπορούν να είναι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η ΕΕ, ο ΟΑΣΕ, το ΝΑΤΟ, ή ένας συνδυασμός από αυτούς. Όχι όμως υπό την εποπτεία συγκεκριμένου κράτους ή κρατών). Κανένα κράτος ή ομάδα κρατών δεν νομιμοποιούνται σήμερα να παριστάνουν τον “εγγυητή” ή τους “εγγυητές” κανενός τρίτου κράτους. Εγγυητές μπορεί να είναι, αλλά μόνο του εαυτού τους! Το “εγγυητικό” καθεστώς της Ζυρίχης για την Κύπρο είναι κατάλοιπο της αποικιοκρατίας και νεο-ιμπεριαλιστικών αντιλήψεων. Σήμερα είναι ήδη ένα χρεοκοπημένο, ανυπόστατο και αναχρονιστικό σύστημα.

Η όποια πολιτικά ανόητη προσπάθεια επανεπιβολής των διεθνών του πτυχών θα καταλήξει σε μπούμερανγκ διότι θα δημιουργήσει καθολικό αίσθημα ανασφάλειας στη μεγάλη πλειοψηφία του κυπριακού λαού. Αυτό ακριβώς συνέβη το 2004 με το ρατσιστικό Σχέδιο Ανάν, το οποίο ακόμη και ο κύριος αρχιτέκτονάς του Λόρδος Χάνεϊ, παραδέχθηκε – εκ των υστέρων όμως- ως “απερίσκεπτα γενναιόδωρο” προς τους Τούρκους.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει την πολιτική Τσίπρα, δηλ. Κοτζιά στο κυπριακό, όσο και να μην της αρέσει “κομματικά”. Και αυτό θα πρέπει να το χωνέψει και το ΑΚΕΛ που πρωτοστάτησε στη δαιμονοποίηση του Νίκου Κοτζιά.

Η Ελλάδα δεν νομιμοποιείται ούτε από το Σύνταγμα της, ούτε ως μέλος της ΕΕ να εγγυάται κανένα τρίτο κράτος. Και δεν θέλει. Και με την αφαιρετική αυτή στρατηγική έχει βάλει στη ημερήσια διάταξη το ζήτημα των εγγυήσεων και των ξένων στρατευμάτων και έχει επηρεάσει την Αγγλία στο ζήτημα των εγγυήσεων, γεγονός υψίστης σημασίας.

Η Ελλάδα διαθέτει, όπως κατά καιρούς έχω υπογραμμίσει, ένα ακαταμάχητο όπλο. Χωρίς την συναίνεσή της δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί οποιαδήποτε “διεθνής” διάσταση του κυπριακού. Με την άρνηση της αυτή οδηγεί τα πράγματα προς την “κανονικότητα”.

Για την Ελλάδα μια λύση “χωρίς κυπριακό” παρέχει και το επιπλέον πλεονέκτημα της αποφυγής μιας πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία. Διότι ναι μεν ο κ. Μητσοτάκης ορθά τοποθετήθηκε περί ευθυνών που δεν αναλογούν στην Αθήνα, δηλαδή ευθυνών που πιθανόν να προκύψουν από τυχοδιωκτισμούς του διδύμου Αναστασιάδη-Άντρου Κυπριανού που έχουν δυστυχώς συγκεκριμένο ιστορικό, τις ιστορικές της όμως ευθύνες για την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού η Ελλάδα δεν μπορεί να αποποιηθεί.

Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Πηγή: Με αφορμή την επίσκεψη του Μητσοτάκη: Οι πραγματικές ευθύνες της Ελλάδας στην Κύπρο https://hellasjournal.com/2019/08/me-aformi-tin-episkepsi-toy-mitsotaki-oi-pragmatikes-eythynes-tis-elladas-stin-kypro/

The UAE Withdraws from Yemen

0

EXECUTIVE SUMMARY: A UAE decision to withdraw the bulk of its forces from Yemen shines a spotlight on hard realities underlying Middle Eastern geopolitics. The pullback suggests that the UAE is preparing for the possibility of a US military confrontation with Iran in which the UAE and Saudi Arabia could emerge as prime battlegrounds. It also reflects longstanding subtle differences in the approaches of Saudi Arabia and the UAE toward Yemen.

The UAE decision to pull out of Yemen highlights its concern for its international standing amid mounting criticism of the civilian toll of the war, as well as a recognition that the Trump administration’s unquestioning support may not be enough to shield its allies from significant reputational damage.

The withdrawal constitutes a fine-tuning rather than a reversal of the UAE’s determination to contain Iran and thwart political Islam. Witness the Emirates’ involvement in the Libyan civil war and support for renegade Field Marshal Khalifa Belqasim Haftar, as well as its support for the embattled Sudanese military and autocrats like Egyptian general-turned-president Abdel Fattah al-Sisi.

While the UAE may have withdrawn the bulk of its troops from key regions of Yemen, it leaves behind Emirati-trained local forces who will continue to do its bidding. The withdrawal, moreover, is not 100%, with the UAE maintaining its Al-Mukalla base for counterterrorism operations.

The UAE’s commitment to assertive policies designed to ensure that the small state can continue to punch above its weight is also evident in its maintenance of a string of military and commercial port facilities in Yemen, on the African shore of the Red Sea, and in the Horn of Africa, as well its hard line toward Qatar and rivalry with Turkey.

As part of its regional and international projection, the UAE is keen to maintain its status as a model for Arab youth and preferred country of residence.

The UAE’s image contrasts starkly with that of Saudi Arabia, the custodian of Mecca and Medina, Islam’s two holiest cities.

Crown Prince Muhammad bin Salman’s policies, including the clampdown on domestic critics and the Yemen war, have prompted embarrassing calls by prominent Islamic scholars for a boycott of the pilgrimage to Mecca, one of the five pillars of Islam.

Wittingly or unwittingly, the withdrawal leaves Saudi Arabia and Prince Muhammad – the instigator of the more than four-year long war, which has sparked one of the world’s worst humanitarian crises – exposed.

Despite their differing objectives in Yemen, the UAE also suffered reputational fallout from bombings of civilian targets that were largely carried out by the Saudi rather than the Emirati air force.

Operating primarily in the north, Saudi Arabia focused on countering Iran-backed Houthi rebels whose stronghold borders on the kingdom. The UAE backed South Yemeni separatists and targeted Muslim Brotherhood-related groups.

With the withdrawal, the UAE may allow differences with Saudi Arabia to become more visible but will not put its alliance with the kingdom at risk. If past differences are anything to go by, Saudi Arabia and the UAE are able to manage them.

Their differences were evident in recent weeks with the UAE, unlike Saudi Arabia, refraining from blaming Iran for attacks on tankers in the Gulf of Oman.

Leaked emails written by Yousef al-Otaiba, the UAE’s influential ambassador in Washington, laid bare the Emirates’ strategy of working through the Saudi court to achieve its regional objectives despite viewing the kingdom as “cuckoo.”

Similarly, differences in the two countries’ concept of Islam failed to rock their alliance despite the effective excommunication in 2016 of Saudi-backed ultra-conservatism at a UAE-sponsored conference in the Chechen capital of Grozny.

The alliance is key to the two countries’ counterrevolution, which is aimed at maintaining the region’s autocratic status quo in the face of almost a decade of popular revolts, public protests, and civil wars.

The UAE-Saudi-led counterrevolution is driven by Prince Muhammad and his UAE counterpart Crown Prince Muhammad bin Zayed’s desire to shape the Middle East in their mold.

The UAE rather than the kingdom was the driver behind the Qatar boycott, with Saudi King Muhammad and Prince Muhammad initially reaching out to the Qatar-backed Muslim Brotherhood when they came to power in 2015.

Four years later, Saudi Arabia is unlikely to radically shift gears but could prove less intransigent toward the group than the UAE.

While preparing for possible conflict with Iran may be the main driver for the withdrawal, it is unlikely to protect the UAE from damage to its reputation as a result of its involvement in Libya and Sudan as well as its draconian clampdown on dissent at home.

Haftar’s UAE-armed forces are believed to be responsible for the recent bombing of a detention center for African migrants in the Libyan capital Tripoli that killed 40 and wounded 80 others.

The bombing came on the heels of a discovery of US-made missiles in one of Haftar’s military bases packed in shipping containers stating they belonged to the “UAE Armed Forces.” The UAE has denied ownership.

The UAE’s withdrawal from Yemen will likely help it evade calls for Yemen-related arms embargoes.

Libya, however, could prove to be the UAE’s Achilles’ heel.

Said Robert Menendez, the top Democrat on the Senate Foreign Relations Committee, in a letter to US Secretary of State Mike Pompeo: “You are surely aware that if these allegations prove true you may be obligated by law to terminate all arms sales to the UAE.”

Dr. James M. Dorsey, a non-resident Senior Associate at the BESA Center, is a senior fellow at the S. Rajaratnam School of International Studies at Singapore’s Nanyang Technological University and co-director of the University of Würzburg’s Institute for Fan Culture.

besacenter.org/perspectives-papers/uae-yemen-withdrawal/

Το επικίνδυνο παιχνίδι του Ερντογάν με τις Ηνωμένες Πολιτείες

0

The Longest Wars

0

Richard Holbrooke and the Decline of American Power

Holbrooke in central Vietnam, early 1967Vladimir Lehovich

One of the most celebrated diplomats of his generation, Richard Holbrooke helped normalize U.S. relations with China; served as U.S. ambassador to a newly reunified Germany and then to the United Nations; and, most famously, negotiated the 1995 Dayton peace agreement that ended the war in Bosnia. But he began and ended his career struggling with how to resolve two American wars: first in Vietnam, then in Afghanistan.

Richard Holbrooke was six feet one but seemed bigger. He had long skinny limbs and a barrel chest and broad square shoulder bones, on top of which sat his strangely small head and, encased within it, the sleepless brain. His feet were so far from his trunk that, as his body wore down and the blood stopped circulating properly, they swelled up and became marbled red and white like steak. He had special shoes made and carried extra socks in his leather attaché case, sweating through half a dozen pairs a day, stripping them off on long flights and draping them over his seat pocket in first class, or else cramming used socks next to the classified documents in his briefcase. He wrote his book about ending the war in Bosnia—the place in history that he always craved, though it was never enough—with his feet planted in a Brookstone shiatsu foot massager. One morning he showed up late for a meeting in the secretary of state’s suite at the Waldorf Astoria in his stocking feet, shirt untucked and fly half zipped, padding around the room and picking grapes off a fruit basket, while Madeleine Albright’s furious stare tracked his every move. During a videoconference call from the U.S. mission to the United Nations, in New York, his feet were propped up on a chair, while down in the White House Situation Room their giant distortion completely filled the wall screen and so disrupted the meeting that President Bill Clinton’s national security adviser finally ordered a military aide to turn off the video feed. Holbrooke put his feet up anywhere, in the White House, on other people’s desks and coffee tables—for relief, and for advantage.

Near the end, it seemed as if all his troubles were collecting in his feet—atrial fibrillation, marital tension, thwarted ambition, conspiring colleagues, hundreds of thousands of air miles, corrupt foreign leaders, a war that would not yield to the relentless force of his will.

But at the other extreme from his feet, the ice-blue eyes were on perpetual alert. Their light told you that his intelligence was always awake and working. They captured nearly everything and gave almost nothing away. Like one-way mirrors, they looked outward, not inward. No one was quicker to size up a room, an adversary, a newspaper article, a set of variables in a complex situation—even his own imminent death. The ceaseless appraising told of a manic spirit churning somewhere within the low voice and languid limbs. Once, in the 1980s, he was walking down Madison Avenue when an acquaintance passed him and called out, “Hi, Dick.” Holbrooke watched the man go by, then turned to his companion: “I wonder what he meant by that.” Yes, his curly hair never obeyed the comb, and his suit always looked rumpled, and he couldn’t stay off the phone or TV, and he kept losing things, and he ate as much food as fast as he could, once slicing open the tip of his nose on a clamshell and bleeding through a pair of cloth napkins—yes, he was in almost every way a disorderly presence. But his eyes never lost focus.

So much thought, so little inwardness. He could not be alone—he might have had to think about himself. Maybe that was something he couldn’t afford to do. Leslie Gelb, Holbrooke’s friend of 45 years and recipient of multiple daily phone calls, would butt into a monologue and ask, “What’s Obama like?” Holbrooke would give a brilliant analysis of the president. “How do you think you affect Obama?” Holbrooke had nothing to say. Where did it come from, that blind spot behind his eyes that masked his inner life? It was a great advantage over the rest of us, because the propulsion from idea to action was never broken by self-scrutiny. It was also a great vulnerability, and finally, it was fatal.

SOUTH VIETNAM, 1963

In 1963, Holbrooke was a 22-year-old U.S. Foreign Service officer on his first diplomatic posting, to South Vietnam. The State Department detailed Holbrooke to the U.S. Agency for International Development in Saigon and a small, unconventional entity called Rural Affairs. It was an odd place for a young diplomat to land—unheard of, really. Holbrooke and a colleague were going to be the first Foreign Service officers sent into the field as aid workers. The agency would put them out among peasants in Vietcong strongholds where the war was being fought and have them hand out bulgur wheat, cement, fertilizer, and barbed wire. As bachelors, they were considered relatively expendable. It was an early experiment in counterinsurgency.

Within just a couple of months of arriving in Vietnam, Holbrooke had maneuvered his way into running the Rural Affairs operation in the province of Ba Xuyen, down in the Mekong Delta. Ba Xuyen was the end of the earth. It was almost all the way to Ca Mau, and Ca Mau was the terminal point of the Asian continent, “the southernmost province of North Vietnam,” the New York Times correspondent David Halberstam once called it, because Ca Mau and the lower delta were the heartland of the Vietcong, the communist guerrillas who had been lurking for years among the hamlets and canals and rice paddies and mangrove forests. Ba Xuyen was a province of more than half a million, eight or nine hours’ drive from Saigon down Route 4, across the interminable wet flatness of the delta, nothing but flooded paddy fields mile after mile all the way to the horizon—in mid-September, when Holbrooke arrived in the town of Soc Trang, the rice shoots were still golden, not yet the emerald green of the harvest—though more often he would fly, since there was a daily milk run on an Air America Caribou between Tan Son Nhut airport and airstrips around the delta, and driving was risky by day and out of the question after dark.

His room was on the second floor of a clay-colored colonial guesthouse, with a balcony overlooking the town square, across from the provincial headquarters and its tennis court. Next door to the guesthouse was a dance club called the Bungalow, except that the government of South Vietnam had banned dancing in order to protect the honor of Vietnamese women, so the Bungalow was now just a bar where local soldiers could go drink and pick up girls. Holbrooke’s neighbors, also newly arrived, were a young Christian couple from Rhode Island, George and Renee McDowell. George was an aggie with International Voluntary Services—he was introducing local farmers to a strain of enormous watermelons from Georgia. Holbrooke made it known that he wasn’t interested. He and McDowell once went to the Soc Trang airstrip to meet some officials visiting from Saigon, and Holbrooke introduced himself: “I’m Richard Holbrooke, the AID man here in Ba Xuyen.” He gestured to McDowell, who was three years older. “This is George McDowell, the IVS boy.”

Holbrooke’s thing was strategic hamlets. There were 324 of them in Ba Xuyen—at least, that was what he arrived believing. When he asked to visit a few of the farther-flung hamlets he was told that it was too dangerous. He went anyway, in his white short-sleeve button-up shirt, with his sunglasses case clipped to the breast pocket, and found that the strategic hamlets consisted of punji sticks stuck in a moat and a barely armed local militia. The Vietcong were overrunning and destroying them at will. There were 3,000 hard-core cadres in the province, according to the intelligence reports. Saigon had permanently conceded half the provincial territory to the guerrillas, who had their own district chiefs, tax collectors, and schools. At night only the towns belonged to the government. Nonetheless, in Saigon and Washington there were 324 strategic hamlets in Ba Xuyen, putting 61 percent of the population under the government’s theoretical control.

In Soc Trang the war was very close. The airstrip was often hit by mortar fire. Holbrooke lost 15 pounds in the heat. His room had no air conditioning or fan, no working toilet or shower, and he could never get away from the mosquitoes, so he spent a good deal of time at a compound a block toward the canal that was occupied by Americans from the Military Assistance Advisory Group. They were among the 15,000 U.S. troops supporting the South Vietnamese army, often in combat. The advisers had a small projector and showed movies such as Seven Brides for Seven Brothers and Satan Never Sleeps, for which Holbrooke had a bottomless appetite. On weekends he tried to get back to Saigon.

Holbrooke was a good writer, never better than in his youth. He wrote hundreds of letters. Let him tell it.

I wish I could tell it all to you—the poorly lit room and bar that I am now sitting in, where the MAAG men sit and wait their tours out; the playmates from Playboy on the walls here, somehow very much out of place; the stacks of old magazines and paperbacks, the other hints of home that the US Army flies into the Vietcong’s homeland to make us feel a little less lost; the water everywhere, rising, raining, so that literally this province, even the ground around our building, is under water; the waiting; the ugliness, the cruelty, the tragedy. And in Saigon a regime so totally bankrupt and disgusting it is hard to describe.

There is something different about the Delta. Flying over it begins to give you some idea of the problems. It is completely flat, and ⅔ of it is under water right now. Yet it is the great VC [Vietcong] stronghold, which may be the last to fall. How is it possible? Where can they possibly be? Many are in the marshes and inaccessible swamps of the far south, but the fact is that for most, this day means being sheltered in someone’s house and in one of the hamlets right below us.

My job as civilian advisor to the province chief and overseer of the aid program here puts me continually in the position of advocate of plans and projects which would seek to make a reality out of the clichés that everyone pays lip service to. I don’t mind this (actually enjoy it) but it is sometimes tiring to try to get the Vietnamese to do something which is, after all, for their own good (or so we think . . .). On the other hand, when I step back just a little to look at everything, it seems to me that the Vietnamese have taken our overbearing presence rather well over the last few years. We arrive here with no knowledge of the country or of the situation and immediately start giving advice, some of which we can really turn almost into orders because of the materials and money and transportation that we fully control. I think that no American would stand for such a deep and continuing interference in our affairs, even if it appeared that survival was at stake. Yet the Vietnamese accept it, and with rather good grace.


At 0500 this morning the news came in that the VC had attacked and possibly overrun the furthest out outpost in the southeastern district of Ba Xuyen. It is a Cambodian post, located just three kilometers from a mangrove forest which forms the point where the lower branch of the Mekong meets the South China Sea. The mangrove forest is a VC haven, as almost all mangrove forests are. The post protects a huge and critical hamlet, also Cambodian, which was originally scheduled to be visited by [Secretary of Defense Robert] McNamara today before the schedule was cut. Anyway, by helicopter we flew out over the area for about an hour, circling at around 1500 feet, and from that height it could be clearly seen that the post had been destroyed. What the situation was on the ground could not yet be known—we did not go any lower, since we were getting shot at from time to time as we moved over the area. We refueled at Soc Trang, and joined an Eagle Flight moving out over the area now. An Eagle is a group of about 6 to 10 choppers, which fly very low over bad areas, hoping to draw fire, after which they pounce. We were above the main force choppers, which carry Vietnamese army. Finally, after the infantry had reached the hamlet and post, we went in.

On the ground was one of the worst sights I ever hope to see. The VC had apparently dug in with recoilless 75mm fire only 50 yards away, and leveled the post before moving a man against it. (Such a weapon is definitely from China—they never were used here by either US, French or VN.) Unlike most posts which fall here, it was apparently not an inside job. This may in part be due to the fact that these were Cambodians, and they are the best fighters around.

The fort was a shambles, of the 31 men in it 10 were dead, as were 7 children and 4 women, who live with their men in these terrible traps. The bodies were being assembled as we came in, and the noise of the women wailing, plus the horrible air and stench that overlay everything, was . . . One sees pictures of people picking their way through the war-torn rubble of Europe and Japan, and we have seen this sort of thing often in the histories of our times, but going in on the ground like this is still something new. One doesn’t know quite what his reactions will be. Mine were not as bad as I was afraid they might be; perhaps little by little I have been working up to this anyway. (There have been so many similar to this, and Vietnam is such a cruel country to begin with, but this was the worst I have yet been in immediately afterwards.)

But afterwards it has been harder to put away the pictures of Can Nganh post. In a way, so unreal, since the birds still flew around, and the children in the nearest houses, less than 50 yards away, played games and seemed normal. But there were the women crying over the torn bodies of their husbands, and legs sticking out here and there grotesquely.


I have my doubts, getting deeper and deeper, about our basic approach here. Recent discussions and hints I have got from various sources would indicate that out of the McNamara visits came added weight for the exponents of Victory through Air Power—the Air Force, and the armed helicopters. I feel that this is a terrible step, both morally and tactically. Of course, it would never do to actually attack policy on moral grounds in the American community here, which is a basically tough and getting tougher community (“War is hell,” justifies any horror). However, the decision to fight the VC from the air can be quite easily attacked on the simple grounds of stupidity (or as Talleyrand once said, “Sir, it is worse than a crime, it is a blunder”). The VC, I am convinced, often fire on our planes merely to draw artillery and air destruction down upon hamlets. This may sound amazing, but it is a generally accepted fact, and the reason for it that once we have committed such an act, the VC can make great propaganda hay out of it.

So, anyway, if by air power we mean to win this war, thousands of Vietnamese will die and the enemy will resist far longer; we will be making a grave mistake and I am not happy about it. Of course the irony of the whole thing is overwhelming, if one is ever stupid enough to stop and think about it. Today, in Vietnam, we are using by far worse weapons and worse—less humane—tactics than the enemy. I have no doubt at all that we kill more civilians than the VC, and with what might generally be admitted are less selective, less “right” tactics. I suppose that we are on the right side in the long run here. There is no doubt in my mind that if we lose here we will be fighting this war in other countries in Latin America and Asia within a few years. But right now, we are fighting wrong, and it hurts. In the short run terms, we really should be on the other side. Take away the ties to Hanoi and Peking and the VC are fighting for the things we should always be fighting for in the world. Instead we continue to defend a class of haves which has not yet shown its real ability to understand that the have-nots must be brought into the nation. Let that be shown, and perhaps there will be an improvement in the situation, not of our making, but to our benefit.

The whole damn thing makes me slightly ill. (Or is it my throat?) This is the most exciting assignment in the world, and I will always be grateful for having it. But I do not think I will be sorry to leave. One friend of mine just got his next assignment: Luxembourg. It seems almost a joke, but it is true. There are such places. I think I am beginning to see war, which goddamn it this really is, in the least glorified of lights. That is when the fight sometimes doesn’t even seem worth it, so bloody is the cost. But there is no choice, really, is there?

Counterinsurgency isn’t for everyone—it’s a sophisticated taste. In Vietnam it attracted the idealists. This attraction wasn’t what got Americans into the war. We fell into Vietnam and kept on sinking out of a mistaken belief that the policy of containment required us to stake our security and credibility on not losing another square mile of Asia to communism even though the enemy were nationalists. But counterinsurgency was part of the lure. It was what kept Holbrooke and Americans like him there.

We prefer our wars quick and decisive, concluding with a surrender ceremony, and we like firepower more than we want to admit, while counterinsurgency requires supreme restraint. Its apostles in Vietnam used to say, “The best weapon for killing is a knife. If you can’t use a knife, then a gun. The worst weapon is airpower.” Counterinsurgency is, according to the experts, 80 percent political. We spend our time on American charts and plans and tasks, as if the solution to another country’s internal conflict is to get our own bureaucracy right. And maybe we don’t take the politics of other people seriously. It comes down to the power of our belief in ourselves. If we are good—and are we not good?—then we won’t need to force other people to do what we want. They will know us by our deeds, and they will want for themselves what we want for them.

There was a Peanuts comic strip that circulated among Holbrooke and his friends in Vietnam. Charlie Brown’s baseball team has just gotten slaughtered, 184–0. “I don’t understand it,” Charlie Brown says. “How can we lose when we’re so sincere?!”

WASHINGTON, 1967

Years later, Holbrooke would describe an almost inevitable sequence of doubt and disillusionment that took place in the minds of certain Americans in Vietnam. First, they would begin to question official assessments of the war. Then, they would start to question U.S. tactics, and then, the strategy.

By 1967, Holbrooke had entered the fourth and final stage of doubt. He began to question the American commitment in Vietnam. He had returned home and taken a position as a senior aide to Undersecretary of State Nicholas Katzenbach. Nine thousand miles away from Vietnam, he could see that the true threat was on the home front, that the war was tearing his country apart. He was coming to the conclusion that the United States could never win, at least not on terms that Americans would accept. But for the few doves in government, that didn’t mean, “Let’s get the hell out of Vietnam.” It meant, “What the hell do we do now?” That was about as far as skepticism could take someone while he was still inside. The process of disenchantment was excruciatingly slow. Later on, people would backdate their moment of truth, their long-deferred encounter with the glaringly obvious. This was often inadvertent—they honestly couldn’t believe that they were so wrong for so many years. And when they finally did begin to lose faith, they kept it to themselves and a few sympathetic friends.

Katzenbach, number two in the State Department, was having his own doubts. He began to meet with a dozen senior people from around the government every Thursday afternoon at five o’clock in his office on the seventh floor. For 90 minutes they would sit in a circle of chairs and have drinks and talk about Vietnam. Katzenbach called it “the Non-Group,” because there was no agenda, no paper trail, and no one was allowed to quote anyone to outsiders. The Non-Group became a safe place to explore alternative policies—that was how deep the lying and fear ran throughout the Johnson administration. Secretary of State Dean Rusk knew but never attended so that he wouldn’t be tainted by talk of peace. Holbrooke walked uninvited into Katzenbach’s office and badgered him so many times that Katzenbach, who found Holbrooke’s boyish enthusiasm refreshing, finally agreed to let him join the Non-Group. Holbrooke’s neckties were too loud and his manner too flip for some of his colleagues, but he kept quiet unless one of his superiors asked him a question. Thus he was allowed priceless time with senior members of the foreign policy establishment, such as Averell Harriman, Walt Rostow, and McNamara’s deputy, Cyrus Vance. Holbrooke was the only one of them with any experience in Vietnam.

On the evening of November 1, 11 elder statesmen of the Cold War assembled at the State Department for drinks, dinner, and a briefing on Vietnam. McNamara was there; he had just submitted a long memo to President Lyndon Johnson presenting a bleak view of the war, and he couldn’t conceal his gloom. But Rusk remained a good soldier, and the briefing was upbeat—body counts and captured documents showed that the United States was winning. The next morning, the Wise Men filed into the Cabinet Room and, one by one, told Johnson what he wanted to hear—stay the course. The president was greatly reassured.

Katzenbach wasn’t. He thought the briefing of the Wise Men had been misleading and their validation of Johnson all wrong. Holbrooke thought so, too, and he offered to write up a dissenting memo for his boss to give to the president. Government service tends to turn written prose to fog and mud because it’s far better to say nothing intelligible than to make a mistake. Not in the case of Holbrooke. In 17 pages, he laid out the strategic problem by turning to history:

Hanoi uses time the way the Russians used terrain before Napoleon’s advance on Moscow, always retreating, losing every battle, but eventually creating conditions in which the enemy can no longer function. For Napoleon it was his long supply lines and the cold Russian winter; Hanoi hopes that for us it will be the mounting dissension, impatience, and frustration caused by a protracted war without fronts or other visible signs of success; a growing need to choose between guns and butter; and an increasing American repugnance at finding, for the first time, their own country cast as “the heavy” with massive fire power brought to bear against a “small Asian nation.”

North Vietnam couldn’t defeat half a million American troops, but it could drain the American public of the will to go on fighting. So Johnson had two choices. He could turn all of North and South Vietnam along with parts of Cambodia and Laos into a free-fire zone and try to knock out the enemy before dissent at home grew too strong. Or he could win back the center at home, and thus more time—not with patriotic slogans and false hopes, but by reducing the United States’ commitment. The first option was unlikely to work, because Hanoi’s will to fight was inexhaustible. The second option might work, but it would require several steps.

Johnson should change the United States’ objective—from victory over communism to a South Vietnamese government that could survive and deal with an ongoing communist threat. The United States should demand more of the South Vietnamese, militarily and politically. It should look to its own moral values and stop using airpower and artillery that killed large numbers of civilians or turned them into refugees in order to eliminate a few Vietcong: “Too many people are appalled by the brutality of the war. They feel that to fight a war of insurgency with vastly superior fire power is immoral and counter-productive. . . . Some feeling (more abroad than in the United States) is based on a feeling that the United States is calloused where non-whites are concerned.” And Johnson should announce a bombing halt over most of North Vietnam, which could lead to negotiations. “Time is the crucial element at this stage of our involvement in Viet-Nam,” Holbrooke concluded. “If we can’t speed up the tortoise of demonstrable success in the field we must concentrate on slowing down the hare of dissent at home.”

The memo didn’t call for unilateral withdrawal, or even negotiated withdrawal. It made an argument for a way to buy more time. The war in Vietnam would go on. But on the spectrum of official opinion, the view was far dovish. In vivid and uncompromising language, the 26-year-old author said that the United States could not win the war. For this reason Katzenbach hesitated to put his name to the memo. But since he agreed with it and thought its analysis brilliant, he finally signed it on November 16. He didn’t show the memo to Rusk until a copy had been sent to the White House. When Rusk read it, he told Katzenbach, “I always try to find out what the president thinks before I give my advice.” No word came back from the White House. Johnson didn’t want to hear it.

WASHINGTON, 2009

Right after taking office in 2009, President Barack Obama had to make a decision on the U.S. military’s request to send 17,000 additional combat troops and 4,000 trainers to Afghanistan. According to the Pentagon, the increase was necessary to stave off growing chaos in the south and provide security for the Afghan election in August. Secretary of State Hillary Clinton had appointed Holbrooke to a position created especially for him: special representative for Afghanistan and Pakistan. He would report through her to the president. Obama was already a historic figure, a democratic prince, the John F. Kennedy of a new generation. Holbrooke had worked for every Democratic president since Kennedy. He badly wanted to win the trust of this one.

He thought that the president should approve the troops, not just because of the eroding situation in Afghanistan but to make good on his campaign rhetoric about the need to win in Afghanistan. Holbrooke also thought that the military was trying to squeeze the new president with deceptive numbers and a rushed decision.

He kept thinking about 1965. That was the year when Johnson, after being elected, increased the number of troops in Vietnam from 23,000 to 184,000. The parallels with 2009 and Obama were uncanny.

On February 13, Holbrooke was in Kabul on his first trip to the region since his appointment. In the Situation Room, the president and his advisers were meeting to make a final decision on the troops. Clinton was giving a speech at the Asia Society and had asked Holbrooke to fill in for her. He sat in a darkened room in the U.S. embassy, connected by secure videoconference to the White House. It was past midnight in Kabul and Holbrooke was tired. When Obama called on him, he began to read from notes he’d written down in a lined copybook.

“Let me speak on Secretary Clinton’s behalf, and at her direct instructions, in support of Option 2.” This was the option to send 17,000 combat troops in one deployment rather than splitting them up into two tranches. “We do so with reluctance, and mindful of the difficulties entailed in any troop deployment. This is a difficult decision, especially at a time when Afghanistan faces a political and constitutional crisis over its own elections that further complicates your decision. As your first decision to send troops overseas and into combat—as opposed to Iraq—this decision lies at the savage intersection of policy, politics, and history.”

“Who talks like this?” Obama murmured. He sounded genuinely puzzled. Everyone around the Situation Room table heard him, but Holbrooke, 7,000 miles away, didn’t hear and kept going.

“It is in many ways strange to send more American troops into such a potentially chaotic political situation. If we send more troops, of course we deepen our commitment, with no guarantee of success. And the shadow of Vietnam hovers over us.”

Obama interrupted him. “Richard, what are you doing? Are you reading something?”

Holbrooke, onscreen, explained that the secretary had wanted to be sure the president heard her views accurately. He continued, “But if we do not send more troops, the chances of both political chaos and Taliban success increase.”

“Why are you reading?” Obama insisted.

Holbrooke stopped to explain again. He managed to get through the rest of his notes, which could have been summed up in a couple of lines. But he had lost the president. He didn’t understand what he’d done wrong, only that Obama sounded annoyed and ignored him for the rest of the meeting.

Holbrooke regretted reading his notes aloud. He’d done so in order not to ramble on, but it had sounded like a speech or a first draft of his memoirs. A few younger people seated back against the walls found it exciting to hear this old lion talk about savage intersections, but no one around the table wanted to be addressed like that, and when Obama expressed irritation they could only conclude that Holbrooke was already out of favor with the new president. Which meant that nobody had to worry about him. After the meeting, Obama told his national security adviser, James Jones, that he would tolerate Holbrooke in the Situation Room only if he kept his remarks short, and that he wanted to be in Holbrooke’s presence as little as possible.

Obama and Holbrooke at the State Department in Washington, January 2009 
Obama and Holbrooke at the State Department in Washington, January 2009

Kevin Lamarque / REUTERS

The heart of the matter was Vietnam. Holbrooke brought it up all the time. He couldn’t resist. He passed around copies of a book he’d recently reviewed, Lessons in Disaster, about the fatally flawed decisions that led to escalation. He invoked the critical months of 1965 so portentously that Obama once asked him, “Is that the way people used to talk in the Johnson administration?” It wasn’t just that Holbrooke was becoming a Vietnam bore, a sodden old vet staggering out of the triple-canopy jungle to grab strangers by the shirtfront and make them listen to his harrowing tale. Obama actually didn’t want to hear about Vietnam. He told his young aides that it wasn’t relevant, and they agreed: Vietnam was ancient history. Obama was three years old in July 1965.

And what was Obama supposed to do with the analogy? It didn’t tell him how many more troops could make a difference in Helmand Province. It told him that his presidency might be destroyed by this war. It was the note of doom in the Situation Room. It turned Holbrooke into a lecturer, condescending to the less experienced man, and that was as intolerable to Obama as flattery. He liked young, smart, ultraloyal staffers. He didn’t like big competitive personalities.

The divide between the two men began with temperament, widened with generation, and ended in outlook. Obama—half Kenyan, raised in Indonesia, Pakistani friends in college—saw himself as the first president who understood the United States from the outside in. He grasped the limits to American power and knew that not every problem had an American solution. The Bush administration, and Clinton’s before it, had fallen prey to the hubris of a lone superpower. Then came the Iraq war and the economic collapse of 2008, and a reckoning required the country to sober up.

Obama wouldn’t say so, but his task was to manage American decline, which meant using power wisely. He embodied—his long slender fingers pressed skeptically against his cheek as he listened from the head of the table in the Situation Room—the very opposite of the baggy grandiosity that thought the United States could do anything and the craven fear of being called weak for not trying. Obama probably wasn’t thinking of the Berlin airlift or the Dayton peace accords, which Holbrooke had negotiated and which had ended the Bosnian war; Obama was thinking of the impulses that had sunk the United States in Vietnam and Iraq. The president and his aides believed these were Holbrooke’s impulses too, when in fact he was only saying, “Be careful. It could happen to you.” Obama didn’t want to hear it—couldn’t hear it, because the speaker kept distracting him with theatrics and bombast worthy of Johnson himself. So Obama told Jones, and Jones told Clinton, and Clinton told Holbrooke: stop it with Vietnam.

“They don’t think they have anything to learn from Vietnam,” she said.

“They’re going to make the same mistakes!” Holbrooke replied.

Holbrooke confessed to his friend Gelb that even Clinton wasn’t interested.

He tried to stop, but it was impossible. How could he not be haunted? There was nothing new under the sun. Somehow, after a half-century excursion across the heights of American greatness, the country had returned to the exact same place. All the questions in Afghanistan had been the questions in Vietnam. Could the United States transform Afghan society? If not, could Americans still win the war? Did our very effort make it less likely? What leverage did we have? Should we get rid of the Afghan leader? Could we talk our way out?

“It is beyond ironic that 40+ years later we are back in Vietnam,” Holbrooke wrote in his diary. “Of course, everything is different—and everything is the same. And somehow, I am back in the middle of it, the only senior official who really lived it. I had not thought much about it for years, now it comes back every day. Every program has its prior incarnation—mostly unsuccessful. . . . I think we must recognize that military success is not possible, + we must seek a negotiation. But with who? The Taliban are not Hanoi, + their alliance with Al Qaeda is a deal-breaker.”

Here was the paradox: he knew from Vietnam that what the United States was doing in Afghanistan wouldn’t work—but he thought he could do it anyway. And there was something else. If he applied the real lesson of Vietnam—don’t—he would be out of a job. And then who would he be?

Over time, he learned to save Vietnam for his staff. One day, as he sat through another White House meeting on Afghanistan, listening to another optimistic military briefing, a quote surfaced from the deep past, and he scribbled it down on a scrap of paper and took it back to the office to show his young aides, who of course had no idea where it came from: “How can we lose when we’re so sincere?”

In the fall of 2009, Obama faced another decision on troops. His new commander in Afghanistan, General Stanley McChrystal, was asking for 40,000 troops in addition to the earlier 21,000. The latest increase would put the total number of U.S. forces in Afghanistan at more than 100,000. McChrystal had been in Afghanistan since June, traveling around the country, learning the state of the war, and he had come to a conclusion: without a surge, Afghanistan would go into what he called “a death spiral.” McChrystal’s troop request had leaked, and Obama and his advisers felt boxed in again by the military.

Over ten weeks in the fall of 2009, Obama presided at no fewer than nine sessions of his National Security Council, two or three hours at a time. In his diary, Holbrooke once called the Situation Room “a room that, to me, symbolizes the problem; a windowless below-ground room in which the distance from real knowledge to people is at its very greatest—very high-ranking people who know very little make grand (or not so grand) decisions, or maybe (as in the Clinton years so often) no decisions at all.” There had been an Afghanistan strategy review in the last months of the Bush administration, and there had been another in Obama’s first weeks in office, and here they were again, this time a marathon review: a sure sign of a troubled war, like the many fact-finding missions Kennedy had sent to South Vietnam.

The discussion ran up against the fundamental contradictions of the war. Obama knew them as well as anyone. Around and around they went in the Situation Room as the weeks dragged on and Obama, crisp and lawyerly, listened and asked hard questions.

Let’s get started.

Why are we in Afghanistan?

Because al Qaeda attacked us from Afghanistan. Our objective is to prevent another attack, and ultimately to destroy al Qaeda.

But al Qaeda is in Pakistan.

If the Taliban take power again in Afghanistan, al Qaeda could regain its safe haven there.

But al Qaeda already has a safe haven in western Pakistan—not to mention in Somalia and Yemen and the African Sahel. Why do we need 100,000 troops and a counterinsurgency campaign in Afghanistan to go after 100 al Qaeda members in the tribal areas of Pakistan?

Pakistan, our supposed ally, is actually supporting our enemies. The Pakistanis won’t stand for American troops on their soil. All we can do is covert ops, intelligence collection, drone strikes in the tribal areas against militants, some of whom are attacking Pakistani targets—even that is very unpopular.

What do we really know about the Taliban? Are we sure they will allow al Qaeda back into Afghanistan?

No, but they refuse to renounce al Qaeda.

Why not do a counterterrorism campaign: drones and a few thousand Special Forces and spies going after the hard-core bad guys?

That’s what we’ve been trying since 2001, and it hasn’t worked. Only counterinsurgency will give the Afghan government the breathing space to win the support of the people and gain strength until it can defend itself.

But classic counterinsurgency requires hundreds of thousands of troops.

So we’ll limit ourselves to protecting population centers and key lines of communication until the Afghan army gets bigger and better.

What if the enemy keeps getting bigger and better?

We might need to send more troops in a year or two.

What if our presence makes it bigger and better?

We’ll begin to transfer responsibility to the Afghan government in two to three years.

What if the Afghan president, Hamid Karzai, wants us to stick around for the fat contracts and the combat brigades while his government continues to prey on the people? Counterinsurgency can only succeed with a reliable partner, and the election did Karzai’s legitimacy great harm. What if the Afghan government lacks the ability or will to win the support of the people?

There’s no good answer.

And what if the Pakistani military will never change its strategy?

There’s no good answer.

Holbrooke sat at the far end of the table, next to General David Petraeus with his four stars, and took notes. Among his notes were private interjections. When McChrystal showed a slide that changed his definition of the American goal from “defeat the Taliban” to “the Taliban-led insurgency no longer poses an existential threat to the government of Afghanistan,” without changing the number of troops, Holbrooke wrote: “Wow! Words can be used to mean whatever we want them to mean.” Susan Rice, the U.S. ambassador to the United Nations, proposed joint U.S.-Chinese aid programs in Pakistan: “NONSENSE.” Robert Gates, the secretary of defense, argued that civilian aid to Pakistan might cause a backlash against the United States: “THIS IS NONSENSE!” Vice President Joe Biden said that every one of Pakistan’s interests was also America’s interest: “HUH?”

I’m from America, and I’m here to help: Holbrooke in Pakistan, June 2009
I’m from America, and I’m here to help: Holbrooke in Pakistan, June 2009

Mohammad Sajjad/AP

Holbrooke kept the caustic skepticism to himself. He no longer gave speeches or read from notes. He complimented the president less often. He spoke very little, and when he did, it was on subjects that were part of his job but peripheral to the main discussion—agriculture and police corruption. He advocated a “civilian surge”—the State Department’s plan to recruit more than a thousand American experts and deploy them to Afghanistan’s cities and districts. The civilian surge gave Holbrooke a place at the table and credibility with the generals, who were always complaining that the civilian effort lagged behind. So at the White House he was careful not to say what he really thought—but back at the office, when his adviser on aid, Sepideh Keyvanshad, who did not believe that more was better in Afghanistan, asked him, “Why are we sending all these people? It won’t make any difference,” Holbrooke shot back, “You don’t think I know that?”

In the 1990s, during meetings on the war in Bosnia, Holbrooke had said whatever he believed—hadn’t hesitated to contradict his boss, Secretary of State Warren Christopher, or even President Clinton, when he thought they were wrong. Now, in the 47th year of his career, he grew careful. He felt that he didn’t have the standing with Obama to go up against the military, least of all the famous general sitting just to his left. He had no supporters in the room except Hillary Clinton, and because he was wounded, and his need for her was existential, he couldn’t allow a glimmer of light or a breath of air between them. And she was with the generals. As a result, almost no one knew what Holbrooke thought of the surge. He kept it from his colleagues and his staff.

On Columbus Day weekend, he stayed up one night till four in the morning drafting a nine-page memo for Clinton. He rewrote it several times in the following days, still not satisfied. It goes straight back to the memo he wrote for Johnson in the fall of 1967, the one about Napoleon’s Russia campaign. It has the same clarity, the same ice-blue gaze at a difficult reality.

Like you, I believe in the possibilities of American leadership, and I am not a pessimist by nature. I hope my judgments are wrong. In 1965, over the course of a week, Lyndon Johnson had the same kind of discussions we are having now, but came up with the wrong answers. In 2002–3 George W. Bush never even really consulted his own Secretary of State before committing himself to the Iraq war. Now it is our turn, and Barack Obama deserves credit for having lengthy discussions and listening to everyone before making his decisions. But the parameters of the debate have been defined almost entirely by the military, and I do not believe the full political, regional, and global implications of McChrystal’s requests have been adequately discussed.

Holbrooke believed that counterinsurgency would never succeed in Afghanistan. Historically it had worked in colonial wars, where it required a lot of coercion, and in wars where the enemy had no cross-border sanctuary. In Iraq, Petraeus’ counterinsurgency strategy had depended on specific political developments in the Shiite and Sunni communities. The analogy for Afghanistan was none of these. It was Vietnam, the war that had been barred from discussion.

Rather than securing the Afghan population, 100,000 U.S. troops would only confirm the Taliban narrative of an infidel army of occupation supporting a puppet government. Everyone said that this was a political war, but Holbrooke pointed out that the review had ignored politics—the election disaster, the cancer of corruption, Karzai’s illegitimacy. The discussions had focused almost entirely on troop numbers—but what kind of government would tens of thousands of new troops be sent to support? “The current government does not have sufficient legitimacy and appeal to motivate hundreds of thousands of Afghans to die for it,” he wrote. “While a substantial portion of the Afghan population is strongly motivated to fight the Taliban, their principal motivation is usually ethnic and tribal, not any commitment to the values supposedly represented by the government in Kabul.”

He wasn’t arguing against sending more troops—not in a memo to Clinton, anyway. (He told Gelb privately that if it were up to him, they’d send just 4,500 advisers, but he couldn’t tell Clinton that, not even discreetly.) A U.S. withdrawal from Afghanistan would “set off a cycle of uncontrollable events that could seriously damage our most vital interests,” he wrote. It was a kind of soft domino theory—not that neighboring governments would topple one after another, but the whole region stretching from the Middle East to India, with nuclear weapons and numerous insurgencies and jihadist groups, would be destabilized. Instead of a way out, Holbrooke was seeking a policy that allowed the United States to stay.

The country didn’t want to hear this, and neither did Obama, but Americans needed to be long-distance runners in Afghanistan. That was why Holbrooke kept saying it would be the longest American war. A big surge promised too much, to both Americans and Afghans, and would soon play out in predictable ways, with calls for yet more troops or a rapid departure. A more modest number—Holbrooke settled on 20,000 to 25,000, just one combat brigade and the rest trainers and advisers to the Afghan army—would hold off the Taliban and the American public while giving a new political strategy time to work. “And time, the commodity we need most to succeed, is in the shortest supply.” More time—that had been the theme of his Napoleon-in-Russia memo, too.

What would a political strategy look like? That part wasn’t clear—solutions for Afghanistan were never as persuasive as critiques. Holbrooke included a brief, vague paragraph on “reintegration and reconciliation”—“the biggest missing piece of our policy.” Reintegration meant bringing in low-level Taliban defectors. Reconciliation meant talking to the Taliban leadership. But Clinton didn’t want to hear of peace talks, and neither did the military, and neither did the White House. Talking to the enemy—the only way to end the war—was never part of the strategy review.

NEW YORK AND WASHINGTON, 2010

 

Yesterday I went to the final performance of the revival of South Pacific at Lincoln Center. A fantastic production, which I found immensely moving. Men were crying, myself included. I tried to understand why that show had such an enormous emotional impact on us. For me it was the combination of the beauty of the show and its music, and the capturing in that show of so many moments in American history, the show itself opening in New York at the height of New York’s greatness, 1949, the theme—Americans at war in a distant land or islands in the South Pacific—the sense of loss of American optimism and our feeling that we could do anything. The contrast with today—it was very powerful, and I kept thinking of where we were today, our nation, our lack of confidence in our own ability to lead compared to where we were in 1949 when it came out, evoking an era only five years or seven years earlier, when we had gone to the most distant corners of the globe and saved civilization.

Even though the chances of success in any kind of dialogue with the Taliban are very small—I put it at 10 to 20 percent—it would be irresponsible of us not to try given the fact that there’s no military solution to the war and given the fact that we are in a harsh spiral right now, a declining relationship with Karzai and at home. The bottom is falling out of this policy as we speak, and everybody knows it. The only way to deal with it, in my view, is to seek a political solution.

Petraeus, on the other hand, believes deeply that classic counterinsurgency is the answer. By classic counterinsurgency he means what he wrote about in his doctrine. I don’t believe it will work here any more than it did in other places. They can talk about the Algerian or Moroccan or Malaysian or Philippine models all they want, but it won’t work here because of the sanctuary that is Pakistan, and because of the incompetence of the government, because we don’t have enough resources and we don’t have enough time, and because the president is going to start drawing down troops next year. Petraeus is gambling that his brilliance—and he’s undeniably brilliant—will trigger an outcome which will decimate the enemy, and then they will in effect fade away. Highly unlikely.

When I went up to see [Obama’s senior adviser David] Axelrod, I said as I was leaving, “David, I know you don’t want to hear this again from me, but the president is the only person in the Administration at a high level who I haven’t ever given my views to directly and candidly, and I hope we can correct that.” He just nodded. This has been my greatest frustration, though I do not believe that if I saw him I would actually make a difference. At least, however, I would have fulfilled my obligation to him.

The question constantly arises—I ask it of myself, friends ask me—how long do you want to do this? My answer is simple: as long as I can make a difference. We’re now embarked on the most difficult period in terms of formulation of policy. Since last year, we’re shaping the policy, as I wrote Hillary in my memo last week, in ways that will determine the rest of the course of the war. It’s the president’s last chance to turn away from the problems that are faced. We are going to try to get them to make one effort at what we call reconciliation. That’s really a euphemism for seeing if there’s the basis for a political settlement with the odious Taliban. But since a military victory is impossible, we have to make that search.

On December 10, 2010, during a meeting in Clinton’s office, Holbrooke suffered a torn aorta. He died three days later, at the age of 69. Negotiations between the United States and the Taliban began the following year, but the war in Afghanistan continues to this day.

https://www.foreignaffairs.com/articles/2019-04-16/longest-wars?utm_medium=newsletters&utm_source=special_send&utm_campaign=summer_reads_2019_newsletters&utm_content=20190804&utm_term=newsletter-summer-popup-2019

Οι θεατές της Αθήνας

1

Του Παντελή Σαββίδη

Πριν λίγους μήνες διάβασα το δίτομο έργο του Νίκου Παπαδάκη, διευθυντή του Ιδρύματος Ελευθερίου Βενιζέλου,  για τον μεγαλύτερο Έλληνα πολιτικό του20ου αιώνα. Στο κεφάλαιο, κυρίως, του Α! Παγκοσμίου Πολέμου είδα για άλλη μια φορά πως ελισσόταν ο Βενιζέλος μεταξύ των δυνάμεων της εποχής για να καταλάβει η Ελλάδα μια καλή θέση την επομένη της νίκης τους, όπως τη διέβλεπε, παρόλο που είχε δύο τεράστιες δυσκολίες. Το εσωτερικό μέτωπο με το βασιλιά και την επιθυμία των δυνάμεων να συμπεριλάβουν την Τουρκία στους συμμάχους τους. Μια Τουρκία που βρισκόταν σε διαρκή υποχώρηση και δεν είχε ούτε το σημερινό πληθυσμό που να την καθιστά ενδιαφέρουσα δύναμη της περιοχής. Και, όμως, προκαλούσε το μεγάλο ενδιαφέρον των δυνάμεων.

Αναλαμπές του είδους του Βενιζέλου η Ελλάδα είχε ελάχιστες. Και όλες βασίστηκαν στην προσωπική ικανότητα των κυβερνητών. Η χώρα, δεν κατόρθωσε, δυστυχώς, παρά τις δυνάμεις που αναλώνει να διαμορφώσει έναν μηχανισμό που να προβλέπει εξελίξεις και να διαμορφώνει πολιτική. Τρέχει πίσω από τα γεγονότα, ή προσφέρει την συμμετοχή της σε δυνάμεις που βλέπει ότι την ευνοούν με την πολιτική τους στην περιοχή.

Στο υπουργείο εξωτερικών επικρατεί, μάλιστα, μια πολιτική αντίληψη, η οποία αποδίδεται στον Μολυβιάτη και λέει, με απλά και αγοραία λόγια, πως δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτε, όποτε αναλάβαμε πρωτοβουλίες είχαμε δυσάρεστα αποτελέσματα.

Αν, πράγματι, τα αποτελέσματα θα είναι, νομοτελειακά, δυσάρεστα, ίσως δεν πειράζει η αδράνεια σε πρωτοβουλίες. Αλλά δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν οι μηχανισμοί παραγωγής και υλοποίησης πολιτικής;

Η Αθήνα περιμένει να της ανατεθεί ρόλος και, στην καλύτερη περίπτωση, προσπαθεί να αρθρώσει ένα όχι σε μείζονα ζητήματα κυριαρχίας, και όχι, απλώς, κυριαρχικών δικαιωμάτων, που της αμφισβητούνται. Σε αντίθεση, βεβαίως, με την Τουρκία.

Στη γειτονική χώρα, υπήρξαν ηγετικές προσωπικότητες που επηρέασαν την πολιτική της και ο Ερντογάν είναι μια από αυτές. Αλλά έχουν δημιουργηθεί και αποτελεσματικοί θεσμοί στη διαμόρφωση εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής που δίδουν, σήμερα, αποτελέσματα.

Η Τουρκία, στην οποία οι Έλληνες πριν μερικά χρόνια αναφέρονταν με συμπάθεια για την οπισθοδρομική της κατάσταση,  έχει κάνει τεράστια βήματα στις υποδομές, τη δημόσια συμπεριφορά των πολιτών της στα μεγάλα αστικά κέντρα, στην οικονομία της, στην αμυντική παραγωγή της. Και, αν και αντιμετωπίζει τα διλήμματα της Παγίδας του Θουκυδίδη (ο ισχυρός παρεμβαίνει και περιορίζει τον ανερχόμενο σε ένα κρίσιμο σημείο, πέραν του οποίου θα χαθεί ο έλεγχος), καταφέρνει και θέτει διλήμματα στα μεγάλα και ισχυρά διεθνή κέντρα που, εν τέλει, την ευνοούν.

Έχει φέρει σε αδιέξοδο την αμερικανική πολιτική, από την επιρροή της οποίας θέλει να αποστεί,  και εκεί που όλος ο κόσμος ανέμενε να υποστεί τις γνωστές κυρώσεις λόγω S-400, έχει καταφέρει να αντιστρέψει τους όρους: να επιχειρεί ο αμερικανός πρόεδρος να την κρατήσει στο ΝΑΤΟ, από το οποίο ο Ερντογάν απείλησε τον Τράμπ ότι θα αποσύρει τη χώρα του αν οι κυρώσεις επιβληθούν. Εκεί που μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι.

Έχει καταφέρει, επίσης, να παίζει όπως θέλει την Ευρώπη, η οποία επισείει το χαρτί της τουρκικής ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να ασκήσει πολιτική. Προφανώς και έχουν αντιληφθεί στην Ευρώπη ότι η Τουρκία αλλάζει προσανατολισμό και στρέφεται προς την Ευρασία και η αλλαγή αυτή είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Δεν είναι μπλόφα. Αλλά, δεν έχουν άλλη πολιτική, παρά τα διάφορα φληναφήματα, για να την αντιμετωπίσουν.

Η Ερντογανική Τουρκία, επίσης, η οποία, προς το παρόν, διατηρεί καλές σχέσεις με τη Ρωσία, αντιλαμβανόμενη πως τα στρατηγικά της συμφέροντα με τη Μόσχα σε θέματα Μέσης Ανατολής μπορεί να αποκλίνουν, αναζητά και νέες συμμαχίες, π.χ. με την Κίνα, ώστε να καλύψει το κενό, αν παρουσιαστεί. Παίζει, δηλαδή, σε ένα ευρύτερο ταμπλό. Και μη μου πείτε ότι είναι θέμα πληθυσμού. Και παλαιότερα, το ίδιο έκανε που δεν είχε το σημερινό πληθυσμό (δείτε το βιβλίο ο Επιτήδειος Ουδέτερος).

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την Τουρκία, στην Ελλάδα, υπήρξε πλήρης αδιαφορία τα προηγούμενα χρόνια αν και τα μηνύματα για το που οδηγεί τα πράγματα η Άγκυρα είχαν σταλεί δημοσίως. Υπήρξαν σαφείς δηλώσεις τούρκων επισήμων για τα στρατιωτικά σχέδια της χώρας τους τα οποία, τώρα, αποδίδουν. Τα τουρκικής κατασκευής UAV στέρησαν τη δυνατότητα από τον στρατάρχη Χαφτάρ να καταλάβει την πρωτεύουσα Τρίπολη στη Λιβύη, γι αυτό και οι σκληρές δηλώσεις του κατά της Τουρκίας.

Ένα πανηγύρι διαφθοράς και επαρχιώτικου, ανεδαφικού, αθηναϊκού «κοσμοπολιτισμού», βύθισε τη χώρα σε μια κρίση από την οποία δεν πρόκειται να βγει ποτέ. Έχει καταστεί προτεκτοράτο. Ένα μέτριο πολιτικό σύστημα, τη μετριότητα του οποίου επιβεβαιώνουν δηλώσεις και της σημερινής κυβέρνησης που, υποτίθεται, ανέβασε τον πήχη, (χαρακτηριστικότερη αυτή περί αποβρασμάτων της κοινωνίας),  δεν μπορεί να δει πέρα από τη μύτη του.

Οι παράμετροι εξάρτησης στην ελληνική εξωτερική πολιτική είναι τόσο πολλοί κι τόσο σύνθετοι που διαμορφώνουν δυσεπίλυτη εξίσωση.

Τα κυριότερα προβλήματα της χώρας σήμερα, είναι δύο: το δημογραφικό και η σχέση κέντρου περιφέρειας. Και τα δύο είναι απόλυτης προτεραιότητας, αν θέλουμε η χώρα να συνεχίσει να υπάρχει.

Στο μεν πρώτο η πορεία είναι φθίνουσα και η οποιαδήποτε ανακοπή της, με τον τρόπο που επιχειρείται, αλλοιώνει τη σύνθεση του ελληνικού πληθυσμού κάτι, ιδιαιτέρως, ανησυχητικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για μια άλλη χώρα. Στο δε δεύτερο, η έγνοια όλων των κυβερνήσεων εξαντλείται στα σύνορα της πρωτεύουσας. Στην οποία έχουν καταφύγει όλοι οι δυναμικοί παράγοντες της περιφέρειας με αποτέλεσμα, ακόμη, μεγαλύτερη καθίζηση.

Δείτε ποιους επέλεξαν οι πολίτες, επι παραδείγματι, της Θεσσαλονίκης ως εκπροσώπους τους στο κοινοβούλιο.

Επειδή όμως, η ζωή προχωρά, και η ελληνική περιφέρεια αγωνιζόμενη να υπάρξει μπορεί να δώσει ανάσα ζωής και στη χώρα, ας είμαστε ρεαλιστές. Ανταπόκριση δεν θα βρεθεί στην Αθήνα. Ας αξιοποιηθούν, τουλάχιστον, όποιες δυνατότητες υπάρχουν από την επαφή με τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον. Ας εγκαταλειφθούν οι ψευδαισθήσεις.

 

Αφήστε τους να τρώνε σκουπίδια

0
Επιχειρήσεις σνακ και αναψυκτικών αναζητούν πολιτική κάλυψη στον αναπτυσσόμενο κόσμο
Άνδρας κουβαλά δοχείο ψύξης καθώς περνά μπροστά από γιγάντια μπουκάλια της Coca Cola σε μια παραλία στο Κανκούν, στο Μεξικό, στις 13 Οκτωβρίου 2015. Edgard Garrido / REUTERS.
Περίληψη:

Καθώς τα ποσοστά της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2 αυξάνονται στις χώρες μεσαίου εισοδήματος, οι πολιτικές και οι κοινωνικές επενδύσεις της βιομηχανίας junk food θα περιπλέξουν, και ίσως και θα αντιστρέψουν, την προθυμία αυτών των κυβερνήσεων να εισαγάγουν αυστηρότερες ρυθμιστικές πολιτικές.

Ο EDUARDO J. GÓMEZ είναι ανώτερος λέκτορας στο Τμήμα Διεθνούς Ανάπτυξης στο King’s College του Λονδίνου. Ολοκληρώνει ένα βιβλίο σχετικά με την πολιτική επίδραση της βιομηχανίας πρόχειρου φαγητού (junk food) στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, οι πωλήσεις πρόχειρου φαγητού (junk food) έχουν μειωθεί δραματικά [1] από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Οι αναλυτές έχουν αποδώσει την αλλαγή στη μεγαλύτερη συνείδηση περί υγείας, το αυξημένο κόστος εργασίας, τη μειωμένη αγοραστική δύναμη μεταξύ των φτωχών [2], τις νέες προτιμήσεις μεταξύ εκείνων που γεννήθηκαν στη νέα χιλιετηρίδα (millennials) [3] και την άνοδο των επιλογών «fast casual» γευμάτων, μεταξύ άλλων μεταβολών. Από την πλευρά τους, οι εταιρείες αναψυκτικών και σνακ, όπως η Coca-Cola, η PepsiCo και η Nestlé, έχουν στραφεί στις αναδυόμενες αγορές για να εξασφαλίσουν κέρδη. Και κάνουν ό, τι μπορούν για να διατηρήσουν τις νέες αγορές τους ευεπίφορες.

02082019-1.jpg

Άνδρας κουβαλά δοχείο ψύξης καθώς περνά μπροστά από γιγάντια μπουκάλια της Coca Cola σε μια παραλία στο Κανκούν, στο Μεξικό, στις 13 Οκτωβρίου 2015. Edgard Garrido / REUTERS
———————————————-

Οι βιομηχανίες αναψυκτικών και σνακ δεν επενδύουν μόνο σε franchise και μηχανήματα αυτόματης πώλησης σε χώρες όπως το Μεξικό, η Βραζιλία και η Ινδία. Οικοδομούν επίσης πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που μπορούν να τις βοηθήσουν να εκτρέψουν την πολιτική αντίθεση, να κάμψουν τον δημόσιο έλεγχο, και να αποφύγουν αυστηρούς κανονισμούς για την πώληση των προϊόντων τους.

Εταιρείες όπως η Coca-Cola και η Nestlé συνεργάστηκαν στενά με τους υγειονομικούς λειτουργούς του Μεξικό για την δημιουργία καινοτόμων προγραμμάτων δημόσιας υγείας, με επίκεντρο την αποφυγή της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2. Έχουν επίσης συμβάλει σε πρωτοβουλίες κατά της φτώχειας και [υπέρ της] οικονομικής ανάπτυξης που βοηθούν συγκεκριμένους πολιτικούς να διευρύνουν τις βάσεις πολιτικής στήριξής τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εταιρείες προσέγγισαν απευθείας τις κοινότητες. Η Nestlé κέρδισε την εύνοια των φτωχών στην Βραζιλία προσφέροντας ένα γενναιόδωρο πρόγραμμα απασχόλησης. Η Coca-Cola έχει αναλάβει πρωτοβουλίες κοινοτικού αθλητισμού και υγειονομικής περίθαλψης στο Μεξικό, καθιστώντας τον εαυτό της μέρος της τοπικής κουλτούρας.

Οι συμμαχίες που καλλιεργούν σήμερα οι βιομηχανίες σνακ και αναψυκτικών θα έχουν σοβαρές συνέπειες στην πολιτική στο μέλλον. Οι πολιτικοί που έχουν επωφεληθεί από την γενναιοδωρία των εταιρειών θα πιεστούν σκληρά [αν χρειαστεί] να ενισχύσουν τους κανονισμούς που περιορίζουν την εμπορία και την πώληση προϊόντων πρόχειρου φαγητού (junk food). Και τέτοια όρια είναι κρίσιμα σε μια εποχή όπου η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2 αυξάνονται μεταξύ των παιδιών και των φτωχών σε χώρες όπως το Μεξικό και η Βραζιλία.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΝΕΑ ΕΔΑΦΗ

Ακριβώς καθώς η βιομηχανία junk food έχει κάνει μια κάθετη βουτιά στην εκβιομηχανισμένη Δύση, οι πωλήσεις αναψυκτικών και σνακ έχουν αναπτυχθεί σε αναδυόμενες αγορές [5]. Οι πωλήσεις τροφίμων σνακ αυξήθηκαν κατά 92% στις αναπτυσσόμενες χώρες το 2002, ενώ οι πωλήσεις αναψυκτικών πρόσφατα τετραπλασιάστηκαν [6].

Υπάρχουν πολλά που προσελκύουν τις μεγάλες επιχειρήσεις junk food σε αυτές τις αναδυόμενες αγορές. Οι καταναλωτές της μεσαίας τάξης [7] αυξάνονται, και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και οι φτωχοί έχουν περισσότερα να ξοδέψουν χάρη σε προγράμματα κατά της φτώχειας. Το Διαδίκτυο έχει αυξήσει την αναγνωρισιμότητα των παγκόσμιων μαρκών, επιτρέποντας στις ξένες εταιρείες να αποκτούν γρήγορα και εύκολα μερίδιο αγοράς. Οι εταιρείες σνακ και αναψυκτικών έχουν επωφεληθεί από αυτές τις τάσεις για να ανοίξουν franchise, να πουλήσουν μηχανές πώλησης [8], και να διαφημίσουν επιθετικά τα προϊόντα τους.

Επίσης φαίνεται ότι έχουν αποφασίσει να κάνουν ό, τι μπορούν για να προλάβουν το είδος της ρυθμιστικής και πολιτιστικής αντίδρασης που παρεμπόδιζε τις επιδόσεις τους στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τον σκοπό αυτό, επιδιώκουν να διαμορφώσουν το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο προς όφελός τους.

Το Μεξικό έχει γίνει ένα ιδιαίτερα σημαντικό έδαφος για αυτόν τον νέο τρόπο λειτουργίας. Εκεί, η Coca-Cola δημιούργησε ένα ισχυρό δίκτυο υποστηρικτών στο εσωτερικό της κυβέρνησης, που κυμαίνεται από προέδρους έως ανώτερους υπαλλήλους υγειονομικής περίθαλψης. Η PepsiCo το πήγε τόσο μακριά το 2007 που συνεργάστηκε με την Γενική Γραμματεία Δημόσιας Εκπαίδευσης της χώρας για να δημιουργήσει ένα σχολικό πρόγραμμα άσκησης, το Vive Saludable Escuela, το οποίο προσέδωσε πολιτική εύνοια στην PepsiCo και λάμπρυνε την δημόσια εικόνα της. Και η Nestlé δεσμεύτηκε στην υποστήριξη του πρώην προέδρου Enrique Peña Nieto παρέχοντας προσυσκευασμένα μπισκότα για το πρόγραμμα της κυβέρνησής του κατά της πείνας.

Η βιομηχανία junk food έχει επενδύσει όχι μόνο στην πολιτική του Μεξικό αλλά και στην κοινωνία του, με στόχο την αντιμετώπιση της δημόσιας κριτικής και της προώθησης των πωλήσεων. Η Coca-Cola έχει υποστηρίξει αθλητικές εκδηλώσεις και έχει προσχωρήσει μαζί με άλλες εταιρείες στην παροχή προσοδοφόρων επιχορηγήσεων σε ακαδημαϊκούς ερευνητές και μη κυβερνητικούς οργανισμούς. Μέσω της Μεξικανικής Ομοσπονδίας Διαβήτη, ενός μη κυβερνητικού οργανισμού, η εταιρία αναψυκτικών έχει οργανώσει διακεκριμένες παρουσιάσεις στις οποίες οι επιστήμονες τονίζουν την σημασία της σωματικής άσκησης έναντι της βελτίωσης της διατροφής. Σε μια εποχή που το Μεξικό μάχεται ένα μεγάλο πρόβλημα παχυσαρκίας, καθώς τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξήθηκαν [9] από 10% σε 35% από το 1980 έως το 2012, η βιομηχανία junk food έχει ένα στοίχημα στην κοινή γνώμη σε θέματα διατροφής και υγείας.

Μια παρόμοια δυναμική επικρατεί στην Βραζιλία, όπου η Nestlé είναι ένας ιδιαίτερα ισχυρός παίκτης. Κατά την διάρκεια της προεδρικής εκστρατείας του Luiz Inácio «Lula» da Silva, η ελβετική εταιρεία σνακ φλέρταρε και επηρέασε μέλη [10] του Κογκρέσου, βοηθώντας παράλληλα να προωθηθεί το πρόγραμμα του Lula για την καταπολέμηση της πείνας, το Zero Fome, προμηθεύοντας διάφορα τρόφιμα σε φτωχούς [11]. Σε αντάλλαγμα, ο Λούλα έρανε με επαίνους τη Nestlé, απονέμοντας στην εταιρεία το πρώτο Πιστοποιητικό Σύμπραξης Zero Hunger της κυβέρνησης και βοηθώντας την στο άνοιγμα ενός νέου εργοστασίου στην πολιτεία Bahia το 2007 [12]. Για την Nestlé, η επένδυση στους φτωχούς δεν ήταν μόνο μια πολιτική νίκη, αλλά κι ένα μέσο για την διαφύλαξη της δημόσιας εικόνας της εταιρείας, την αποτροπή της κριτικής και την διασφάλιση των πωλήσεων. Η εταιρεία δημιούργησε το δικό της πρόγραμμα απασχόλησης για τους φτωχούς, αποκαλούμενο Nestlé AteVc, το οποίο προσέφερε αξιοπρεπείς μισθούς κατά την διάρκεια ύφεσης το 2011, όταν η ανεργία ήταν ιδιαίτερα υψηλή.

Όπως και στο Μεξικό, η Βραζιλία έχει σημειώσει πρόσφατα άνοδο της παχυσαρκίας [13], ενώ τα ποσοστά εκτιμάται ότι αυξήθηκαν από 15% σε 18% μεταξύ 2010 και 2014, λόγω κυρίως της ανεπαρκούς σωματικής άσκησης, των κακών διατροφικών επιλογών και της μεγαλύτερης πρόσβασης σε junk food. Και όπως στο Μεξικό, έτσι και στην Βραζιλία, οι εταιρείες αναψυκτικών και fast food έχουν διοργανώσει εθνικά συνέδρια και χρηματοδότησαν έρευνες δίνοντας έμφαση στην ατομική ευθύνη και την άσκηση έναντι της διατροφής.

Αυτές οι εταιρείες έχουν πραγματοποιήσει έντονες πολιτικές προσπάθειες στην Ινδία, όπου η Nestlé συνεργάζεται με την Εθνική Αρχή για την Ασφάλεια και την Προστασία των Τροφίμων (FSSA) προκειμένου να εκπαιδεύσει τους ρυθμιστές [της αγοράς των] τροφίμων [14]. Η Coca-Cola συνεργάζεται με τοπικές ινδικές κυβερνήσεις για την παροχή των πολύ αναγκαίων υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης [15] (ως αποτέλεσμα η εταιρεία κέρδισε το βραβείο Bhagidari του Δελχί το 2009). Και η Coca-Cola και η PepsiCo συμφώνησαν να αγοράσουν περισσότερα φρούτα από Ινδούς αγρότες προκειμένου να υποστηρίξουν την εκστρατεία «Made in India» του πρωθυπουργού Narendra Modi, με στόχο την δημιουργία ενός ανεξάρτητου, ευημερούντος γεωργικού τομέα [16]. Η πρώην Διευθύνουσα Σύμβουλος της PepsiCo, Indra Nooyi, έχει προσφέρει δημόσια υποστήριξη στις προσπάθειες του Modi για την αναζωογόνηση του εξασθενούντος αγροτικού τομέα της Ινδίας.

ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ

Καθώς τα ποσοστά της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2 αυξάνονται στις χώρες μεσαίου εισοδήματος, οι πολιτικές και οι κοινωνικές επενδύσεις της βιομηχανίας junk food θα περιπλέξουν -και ίσως και θα αντιστρέψουν- την προθυμία αυτών των κυβερνήσεων να εισαγάγουν αυστηρότερες ρυθμιστικές πολιτικές.

Στο Μεξικό μόλις τον Μάιο, οι νομικές προσπάθειες για την βελτίωση της σαφήνειας και της ακρίβειας των ετικετών τροφίμων ήρθαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι σημερινές ετικέτες ήταν αρκετά σαφείς [17], παρά τις έντονες διαμαρτυρίες που διατύπωσαν οι διατροφικές οργανώσεις και οι ακαδημαϊκοί ερευνητές. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ευθυγραμμίζεται με τις προτιμήσεις του κλάδου να αφήσει τις ετικέτες των τροφίμων ως έχουν.

Στην Βραζιλία, οι εταιρείες junk food κατάφεραν να πείσουν τους πολιτικούς να τους επιτρέψουν να ρυθμίσουν το μάρκετινγκ και την πώληση των δικών τους προϊόντων. Η ισχυρή Βραζιλιάνικη Ένωση Τροφίμων και Ποτών, μια ομάδα λόμπινγκ των [εταιρειών] junk food, συνέβαλε σημαντικά στην εξασφάλιση αυτού του διακανονισμού, ο οποίος στην συνέχεια εποπτεύεται από έναν κυβερνητικό οργανισμό που ονομάζεται Συμβούλιο Αυτορυθμιζόμενης Πολιτικής [18]. Έτσι, το κογκρέσο της Βραζιλίας δεν ρύθμισε ποτέ επιθετικά το μάρκετινγκ και τις πωλήσεις της βιομηχανίας junk food, ούτε έθεσε στα σοβαρά το ζήτημα του φόρου στα αναψυκτικά [19].

Τέλος, στην Ινδία, η κυβέρνηση Modi αντιλαμβάνεται εταιρείες όπως η Nestlé, η Coca-Cola και η PepsiCo ως ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της γεωργίας. Κατά συνέπεια, το Δελχί έχει ελάχιστα κίνητρα για να περιορίσει αποτελεσματικά το μάρκετινγκ και την πώληση των προϊόντων αυτών των εταιρειών. Στην πραγματικότητα, η εντολή του Modi ότι όλα τα αρωματισμένα αναψυκτικά θα περιλαμβάνουν 2% τοπικά παραγόμενα φρούτα [20] διασφαλίζει ότι τα κέρδη των εταιρειών αναψυκτικών εξυπηρετούν επίσης το πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα του πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση Modi εξετάζει το ενδεχόμενο να επιβάλει έναν «φόρο αμαρτίας», αλλά φοβάται πάρα πολύ μια αντίδραση [21] από την βιομηχανία γι’ αυτό δεν έχει ήδη εισαγάγει ακόμα πιο επιθετικούς κανονισμούς μάρκετινγκ και πωλήσεων.

Οι κυβερνήσεις στο Μεξικό, την Βραζιλία και την Ινδία έχουν κάνει μια αξιέπαινη δουλειά στο να αναγνωρίσουν την ανάγκη βελτίωσης της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, για να παραμείνουν σθεναρές και ανεξάρτητες οι προσπάθειες για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να περιορίσουν την σχέση της βιομηχανίας junk food με την κυβέρνηση και την κοινωνία των πολιτών. Τέτοια όρια είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικά -αν όχι περισσότερο- με την εισαγωγή φόρων «αμαρτίας» και την μεταβολή των καταναλωτικών συνηθειών. Το να λαμβάνεται στα σοβαρά υπόψη η πολιτική σημαίνει περιορισμό της παρεμβολής της βιομηχανίας junk food.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2019-07-31/let-them-eat-junk

Σύνδεσμοι:
[1] https://blog.euromonitor.com/cola-giants-may-lose-out-on-global-soft-dri…
[2] https://www.ft.com/content/c6fbece0-e540-11e8-8a85-04b8afea6ea3
[3] https://www.businessinsider.com/fast-food-heading-for-crisis-2018-5
[4] https://www.fool.com/investing/general/2016/05/17/fast-casual-isnt-the-o…
[5] https://www.theatlantic.com/health/archive/2011/07/where-are-junk-food-c…
[6] https://www.economist.com/special-report/2012/12/15/food-for-thought
[7] https://www.cnbc.com/id/100950287
[8] https://blog.euromonitor.com/vending-in-emerging-countries/
[9] https://voxeu.org/article/weight-gains-trade-foods-evidence-mexico
[10] https://gulfnews.com/lifestyle/how-brazil-got-hooked-on-to-junk-food-1.2…
[11] https://adage.com/article/news/brazil-s-leader-launches-ad-campaign-hung…
[12] https://www.nestle.com/media/pressreleases/allpressreleases/brazilfactor…
[13] http://www.scielo.br/scielo.php?pid=S1415-790X2019000100420&script=sci_a…
[14] https://theprint.in/report/maggi-case-still-on-but-fssai-ties-up-with-ne…
[15] https://oikos-international.org/wp-content/uploads/2013/10/oikos_Cases_2…
[16] https://foodprocessingindia.co.in/pdf/DBI.pdf
[17] https://www.jornada.com.mx/2019/05/09/sociedad/031n2soc
[18] http://www.scielo.br/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S1516-44462011000…
[19] http://www.ijhpm.com/article_3431.html
[20] https://economictimes.indiatimes.com/industry/cons-products/food/cola-in…
[21] https://www.reuters.com/article/india-fastfood-modi-health-idINKBN16N0UG

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition