Αρχική Blog Σελίδα 2623

Τα “ελαττώματα”: Το Σκοπιανό που “έκαψε” τον Τσίπρα, μπορεί να καταστρέψει τον Μητσοτάκη

20

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ Hellas Journal

Η Καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, την Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019, στο Βερολίνο. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

AUGUST 30, 2019

Παλαιότερα, απευθυνόμενοι στον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, είχαμε γράψει ότι η Μακεδονία πάντα θα συνεγείρει και θα συναρπάζει τους Έλληνες, οι οποίοι -ειδικά για το θέμα αυτό- δεν ξεχνούν και δεν συγχωρούν. Τότε, γνωστοί υπουργοί μας είπαν σχεδόν περιπαικτικά, ότι η λύση του θέματος της ονομασίας, θα χάριζε ένα θρίαμβο στο τότε κυβερνών κόμμα. Η αλήθεια των αριθμών στις βουλευτικές εκλογές, κατέρριψε στην πράξη αυτό το επιχείρημα.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έχασαν ακριβώς επειδή έλυσαν -όπως έλυσαν- το Σκοπιανό. Χάρισαν τον «Μακεδονισμό» στους Σκοπιανούς «Βορειομακεδόνες», και αυτό δεν τους το συγχώρεσε ο λαός. Εμείς το αναμέναμε. Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε επειδή ακριβώς εκμεταλλεύθηκε το θέμα.

Μπορεί αρκετοί να λένε ότι ο σημερινός Πρωθυπουργός ανακουφίστηκε διότι ο κ. Τσίπρας έκλεισε το θέμα και δεν θα το έβρισκε μπροστά του, αλλά η αλήθεια είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Νεοδημοκρατών βρέθηκε απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Χθες ακούσαμε από τον Πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών να αναφέρονται στο Σκοπιανό και να ομιλούν για κάποια «ελαττώματα» της Συμφωνίας των Πρεσπών. Φαντάστηκα αμέσως ότι ξεχάστηκαν οι εθνικές κορώνες για αλλαγή αυτής της συμφωνίας, χάρη στην οποία η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σήμερα αυτοδύναμη στην εξουσία.

Έχω συζητήσει με αρκετούς φίλους το θέμα, μερικοί εκ των οποίων είναι «νεοφιλελεύθεροι», που ακούνε για εθνικά θέματα και …βγαίνουν από τα ρούχα τους(!), οι οποίοι αμφισβητούν ότι η Μακεδονία ήταν αυτή που έδωσε τη νίκη στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Πρέπει να σημειώσω βεβαίως, ότι ομολογουμένως ο σημερινός πρωθυπουργός έκανε μία από τις καλύτερες προεκλογικές εκστρατείες που έχω δει στην Ελλάδα. Πολλοί παραδέχθηκαν ότι εντυπωσιάστηκαν γι’ αυτό, όπως και για το γεγονός ότι ήταν έτοιμος από καιρό. Είχε επιλέξει μέχρι και τους γενικούς γραμματείς, αλλά και τα πιο σημαντικά στελέχη με τα οποία θα υλοποιήσει το πρόγραμμά του.

Οι περισσότεροι, χωρίς αμφιβολία, είναι τεχνοκράτες, μερικοί είναι και σκληροί «νεοφιλελεύθεροι», όπως ο κ. Σκυλακάκης. Όλοι, μα όλοι δεν πρέπει να ξεχνούν, ποιο θέμα τους έφερε στην εξουσία.

Αναγνωρίζω την προσπάθεια προεκλογικά του πρωθυπουργού και των συνεργατών του, αλλά οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Εάν ο κ. Τσίπρας δεν είχε κάνει το λάθος με το Σκοπιανό, η διαφορά μεταξύ της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν ελάχιστη και οπωσδήποτε ο κ. Μητσοτάκης δεν θα είχε αυτή τη στιγμή μία αυτοδύναμη κυβέρνηση, που χρειαζόταν η χώρα τη δεδομένη στιγμή. Οπότε -και ο πρωθυπουργός είμαι βέβαιος πως το γνωρίζει- απαιτείται σεβασμός στους ψηφοφόρους και ειδικά σε όσους έχουν ευαισθησία στα εθνικά θέματα.

Θα περίμενε κανείς ότι στη Νέα Δημοκρατία δεν θα ήταν κυρίαρχο το κομμάτι των «νεοφιλελεύθερων». Είναι οι αντίστοιχοι των «εθνομηδενιστών» του ΣΥΡΙΖΑ που κατέστρεψαν τον Τσίπρα, όταν τον έπεισαν τον περασμένο Μάρτιο να μαζέψει όλα τα «ορφανά» του Φώτη Κουβέλη και του Νίκου Μπίστη. Είναι τυχαίο ότι τους «έφτυσαν» όλους οι πολίτες.

Πέραν του Σκοπιανού, λοιπόν, ο πρώην πρωθυπουργός έπαθε και το στραπάτσο με τους «εθνομηδενιστές». Μόνο, που και ο κ. Μητσοτάκης έχει ένα παρόμοιο πρόβλημα. Εκτός της «ελαττωματικής» συμφωνίας των Πρεσπών, την οποία όμως θα τηρήσει, διότι πρόκειται για συμφωνία του κράτους, ο πρωθυπουργός πρέπει να προσέξει και τους «νεοφιλελεύθερους» διότι οι άνθρωποι είναι …κοσμοπολίτες, και δεν έχουν την παραμικρή ευαισθησία για τα εθνικά θέματα.

Όσοι ενδιαφερόμαστε για το Αιγαίο, την Κύπρο και τους Έλληνες της Αλβανίας είμαστε γραφικοί. Ενώ αυτοί είναι …υπεράνω. Ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να ρωτήσει να μάθει τι συνέβη στο αδελφό κόμμα του Δημοκρατικού Συναγερμού στην Κύπρο. Τα ποσοστά του, ακριβώς επειδή τα ανώτερα στελέχη δεν σεβάστηκαν τους ψηφοφόρους έχουν κατρακυλήσει στο 26% και εάν δεν είχαν τη «σοφία» να επιλέξουν τον δημοσιογράφο Λουκά Φουρλά στις ευρωεκλογές θα είχαν προσγειωθεί στο 23%.

Οι ψηφοφόροι είναι πια υποψιασμένοι. Και άρχισαν, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, να ψηφίζουν και με το συναίσθημα… Ο κ. Μητσοτάκης πρέπει γρήγορα να σταματήσει την αλαζονεία που παρατηρείται στο «κομμάτι» των κολλεγιόπαιδων -δεν βάζουν μυαλό-, και να προσέξει τα εθνικά θέματα, διότι οι πολίτες τιμωρούν στις κάλπες πια… Στις τελευταίες εκλογές απέδειξαν πως δεν ξεχνούν.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Οι γνωστοί γραφικοί κονδυλοφόροι, μας είχαν πρήξει στην κυριολεξία ότι οι Αμερικανοί θα αποδεχθούν και την αγορά των ρωσικών S-400 από την Τουρκία και στη συνέχεια θα τους παραχωρήσουν και τα μαχητικά F-35. Μας κατηγόρησαν μάλιστα ότι παραπληροφορούμε τους πολίτες στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Επειδή είμαστε στην Ουάσιγκτον και οι γελοίοι κονδυλοφόροι στα μοναστήρια καλογραιών, σίγουρα κάτι περισσότερο γνωρίζουμε από αυτούς.

Ο αρμόδιος υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Μαρκ Έσπερ, ρωτήθηκε προχθές για το ενδεχόμενο η Τουρκία να βρει έναν τρόπο να γίνει και πάλι μέρος του προγράμματος κατασκευής των F-35. Δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Είπε: “Πρέπει να απαλλαγούν από το σύστημα των S-400 και αυτό (να πάει) εντελώς έξω από τη χώρα [πριν] μπορέσουμε να το εξετάσουμε. Ήμουν πολύ σαφής τόσο στα δημόσια σχόλιά μου όσο και ιδιωτικά με τον Τούρκο ομόλογό μου: Είναι είτε το F-35 είτε οι S-400. Δεν είναι και τα δύο. Δεν είναι να παρκάρεις το ένα στο γκαράζ και το άλλο απ’ έξω. Είναι ή το ένα ή το άλλο. Εδώ είμαστε και είναι λυπηρό”, τόνισε ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας.

Δεν περιμένω από τους παπαγάλους να έχουν την αξιοπρέπεια να απολογηθούν στους αναγνώστες τους. Άλλωστε θα αναγκαστούν από τις εξελίξεις…

Πηγή: Τα “ελαττώματα”: Το Σκοπιανό που “έκαψε” τον Τσίπρα, μπορεί να καταστρέψει τον Μητσοτάκη https://hellasjournal.com/2019/08/ta-quot-elattomata-quot-to-skopiano-poy-quot-ekapse-quot-ton-tsipra-mporei-na-katastrepsei-ton-mitsotaki/

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ένα «πουκάμισο αδειανό»;

0

Μιχάλης Μιχαήλ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2019, 14:10 protagon.gr

Το ότι θέλουν να προσπεράσουν τα αίτια της ήττας και συζητούν την «μετάλλαξή» τους σε ριζοσπαστική αριστερή σοσιαλδημοκρατία (!), δείχνει ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι μια «τζούφια» υπόθεση. Αλλά την ίδια ώρα διαδηλώνουν με κάθε τρόπο την απόστασή τους από αυτή τη σοσιαλδημοκρατία που τάχα επαγγέλλονται

Στον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται σαν να βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο, όπως λένε οι Αγγλοσάξονες. Προσπερνούν την ανάγκη για συνειδητοποίηση των βαθύτερων λόγων της συντριπτικής εκλογικής ήττας και της ανόδου της ΝΔ στην εξουσία και μάλιστα αυτοδύναμης και πολιτικά αναβαπτισμένης μετά την κρίση. Προσπερνούν και τον απαραίτητο αναστοχασμό γιατί απέτυχαν στη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτά δεν αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα στη Κουμουνδούρου για να ανοίξει η περίφημη συζήτηση για το τι είναι και τι θέλει να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η αμηχανία και η αναζήτηση πολιτικού ρόλου είναι εμφανέστατη.

Η διακηρυγμένη πρόθεση του Αλέξη Τσίπρα και μερίδας της ηγετικής ομάδας είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να μεταλλαχθεί σε ευρύτερο σχήμα, ακόμη και με αλλαγή ονομασίας και με έντονα στοιχεία ριζοσπαστικής αριστερής σοσιαλδημοκρατίας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), όπως κατέστησε σαφές ο Αλέκος Φλαμπουράρης σε πρόσφατο άρθρο του στην «Αυγή».

Η συγκεκριμένη, όμως, άποψη φανερώνει εμμέσως πλην σαφώς ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι μια «τζούφια» υπόθεση χωρίς προοπτική. Είναι μια ανίκανη συνθήκη για να εκπληρωθούν οι φιλοδοξίες του κ. Τσίπρα και των συν αυτώ. Κι όσο είναι ένα πουκάμισο αδειανό οι προσδοκίες επανόδου στην εξουσία απομακρύνονται. Γιατί αν δεν ήταν τέτοιο, ποιος ο λόγος να μετεξελιχθεί το κόμμα;

Το πιθανότερο είναι να αποτύχει αυτό το σχέδιο. Όχι μόνο γιατί έχουν απέναντί τους τις έντονες αντιρρήσεις αρκετών άλλων ηγετικών στελεχών που προτάσσουν την αναζήτηση της χαμένης ριζοσπαστικότητας του – λες και μπορεί να αναβιώσει η κοινωνική αντίδραση στα μνημόνια του 2010-12 στο κύμα της οποίας καβάλησε και κάλπασε ο ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία.

Το κυριότερο είναι ότι για μεγάλο διάστημα θα κατατρύχουν το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης τα κυβερνητικά του πεπραγμένα. Εξ αυτού δεν μπορεί να έχει πειστικό πολιτικό σχέδιο που θα αντιτάξει στην κυβέρνηση της ΝΔ.

Αλλά υπάρχουν και ιδεολογικοί λόγοι καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αμάλγαμα και συρραφή διαφορετικών οραματισμών. Καταμεσής του καλοκαιριού ο καθηγητής Κ. Σοφούλης, σε εμβριθές άρθρο του στον ιστότοπο metarithmisi.gr, έγραψε μεταξύ άλλων : «…ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει την απόστασή του από την σοσιαλδημοκρατία με πανηγυρικό τρόπο. Το δηλώνει με τον τίτλο του, όπου τονίζεται ο ριζοσπαστικός “αριστερός” χαρακτήρας της πολιτικής του ταυτότητας. Το εκφράζουν απερίφραστα οι οργανικοί διανοούμενοί του, όπως για παράδειγμα ο Αριστείδης Μπαλτάς, που θυμίζει ότι “από την ίδρυσή του ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για δημοκρατικό πέρασμα προς τον σοσιαλισμό” και ότι το “η βασική παρακαταθήκη από την κυβερνητική θητεία του είναι ότι η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί να κυβερνήσει”».

Και λίγο παρακάτω: «Απλούστατα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα σπάνια ακραιφνές λαϊκιστικό κόμμα που παρασιτίζεται στο σώμα της Αριστερής Μυθολογίας».

Τα έξι βήματα που παρουσιάστηκαν στην τελευταία συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας για τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και τα οποία θυμίζουν την απόπειρα μετεξέλιξης του ΠΑΣΟΚ, επί Γιώργου Παπανδρέου, σε ψηφιακό κόμμα βάσης, αυτό ακριβώς σηματοδοτούν: το να κρατηθούν και να μην φύγουν οι περισσότεροι πασοκογενείς ψηφοφόροι που έδωσαν το 31,6% στις τελευταίες εκλογές υπό τον φόβο της νέας επέλασης της νεοδημοκρατικής Δεξιάς ώστε να διεμβολιστεί ο ενδιάμεσος χώρος της Κεντροαριστεράς.

Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι οι προθέσεις και τα ανοίγματα του ΣΥΡΙΖΑ που επαγγέλλεται ο κ. Τσίπρας ακούγονται με ενδιαφέρον σε αρκετούς, στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και εντός του ΚΙΝΑΛ. Για λόγους αντιδεξιάς συγκρότησης και δυσφορίας στην επάνοδο της ΝΔ στη διακυβέρνηση, δεν αποκλείουν τη σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ. Μόνο που ξεχνούν μια βασική ιστορική παράμετρο. Στην Ελλάδα, για λόγους ιστορικούς, ιδεολογικούς και κοινωνικούς, ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας, όπως εκφράστηκε από το ΠΑΣΟΚ κυρίως ,και η κομμουνιστογενής ριζοσπαστική Αριστερά, ήτοι το ΚΙΝΑΛ και ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ανταγωνιστικές και όχι συμπληρωματικές δυνάμεις.

Πηγή: Protagon.gr

Η Τουρκία στη Λιβύη, ή μάλλον… νοτιοδυτικά της Ελλάδας

0

Μάρκος Τρούλης

Η πορεία της Λιβύης προς τη διάλυση και τη σημερινή εικόνα ενός πλήρως κατακερματισμένου –οιονεί– κράτους είναι πολυετής. Πλήθος διακυμάνσεων, κυρίως στο επίπεδο της ισορροπίας ισχύος μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, έχουν καλλιεργήσει την εικόνα μιας «αναμπουμπούλας», από την οποία φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει ο «λύκος».

Η Τουρκία υποστηρίζει δυναμικά την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) με έδρα την Τρίπολη ενάντια στις δυνάμεις του στρατηγού Χαλίφα Χάφταρ, παρέχοντας έως και στρατιωτικό εξοπλισμό και εξωθώντας τους αντιπάλους στην ουσιαστική κήρυξη πολέμου στην Άγκυρα. Κατά τους τελευταίους μήνες ο Χάφταρ έχει διατάξει πλήγματα σε όποιον τουρκικό στόχο καθίσταται αντιληπτός, καθώς και τη σύλληψη Τούρκων πολιτών που θα βρεθούν στη ζώνη ελέγχου των δυνάμεών του. Αποκορύφωμα της εμπλοκής της Άγκυρας αποτέλεσε η αποστολή τεθωρακισμένων, τα οποία ανέτρεψαν εν πολλοίς την ισορροπία δυνάμεων στη Λιβύη και επέφεραν σημαντικές νίκες για την ΚΕΕ, τη στιγμή κατά την οποία βρισκόταν υπό σημαντικότατη πίεση (Απρίλιος-Ιούνιος 2019).

Προς τι, όμως, ο συγκεκριμένος ζήλος;

Αναμφισβήτητα η Λιβύη διαθέτει μια εγγενώς υψηλή γεωπολιτική αξία, ιδιαιτέρως ως προς τον οικονομικό πυλώνα ισχύος της. Αρκεί να σημειωθεί ότι τα αποδεδειγμένα αποθέματα φυσικού αερίου ξεπερνούν το 1,5 δισ. κ.μ., ενώ τα αντίστοιχα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου ανέρχονται σε περίπου 48 εκ. βαρέλια. Η κρισιμότητα των εν λόγω πόρων είναι περαιτέρω αξιοσημείωτη, αν λάβει κάποιος υπόψη ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της αξίας των εξαγωγών αφορά υδρογονάνθρακες, ενώ και η ίδια η εξαγωγική δυνατότητα ενισχύεται από το γεγονός της χαμηλής ζήτησης στο εσωτερικό (⅕ της παραγωγής κατευθύνεται στην εγχώρια αγορά).

Ενόσω κεντρικό στρατηγικό στόχο της Τουρκίας αποτελεί η ανάδειξή της σε διαμορφωτική συνιστώσα των προοπτικών ενεργειακής ασφάλειας της ευρωπαϊκής αγοράς, προφανώς ενδιαφέρεται για τον έλεγχο των εναλλακτικών παρόχων της ΕΕ. Εξάλλου, η ζήτηση στα κράτη-μέλη αυξάνεται, η παραγωγή της Βορείου Θάλασσας μειώνεται και γίνεται πιο κοστοβόρα, η εξάρτηση από τη Ρωσία δεν είναι επιθυμητή, και ο νότιος διάδρομος (Τουρκία, Ανατολική Μεσόγειος και Βόρειος Αφρική) προκύπτει ως η εναπομείνασα λύση. Γι’ αυτόν το λόγο, η στρατηγική της Άγκυρας στη Λιβύη κρίνεται ως άμεσα συνδεδεμένη με τη στρατηγική της έναντι της Κύπρου, καθώς μέλημα είναι ο πλήρης έλεγχος του «τέταρτου εναλλακτικού» διαδρόμου για τον «μεγάλο καταναλωτή», ήτοι την ΕΕ.

Ο δεύτερος λόγος επίδειξης ζήλου από πλευράς της Άγκυρας συνάδει με τη στρατηγική εικόνα της στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Πέραν της διακηρυγμένης στόχευσής της να καταστεί ηγεμονικός πόλος στο εν λόγω γεωπολιτικό σύμπλοκο, ενδιαφέρεται και για τη γενικότερη επικράτησή της εντός του μουσουλμανικού κόσμου. Τούτο δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα δίχως αξιοπιστία και κύρος, θεμελιωμένα επί απτών επιχειρησιακών δυνατοτήτων οι οποίες να εξισορροπούν αντιστοίχως αποτελεσματικά τις αλλότριες πηγές επήρειας, όπως εν προκειμένω της Αιγύπτου.

Στο πρόσφατο παρελθόν η Τουρκία έχει εξευτελιστεί όταν επιχείρησε να διαδραματίσει το ρόλο του «μεγάλου αδελφού» χωρίς χρήματα και επαρκείς ένοπλες δυνάμεις στον Καύκασο και στην κεντρική Ασία.

Έναντι ιδίων προκλήσεων βρίσκεται και σήμερα επιθυμώντας να αποδείξει ότι θέλει και μπορεί να επεμβαίνει στη Συρία, στο Ιράκ ή και στη Λιβύη δίχως να λογοδοτεί και δίχως να εξισορροπείται από υπέρτερες δυνάμεις, όπως συνέβη στην πρότερη περίπτωση με τη Ρωσία κατά τη δεκαετία του ’90. Με λίγα λόγια, το λιβυκό παίγνιο συνιστά ευκαιρία επίδειξης δύναμης ή δοκιμής με προοπτική τη «μεταποικιοκρατική εποχή», όπως την έχει οροθετήσει ο Αχμέτ Νταβούτογλου.

Τα ανωτέρω ενέχουν και τη διάσταση των επενδύσεων και της οικονομικής διείσδυσης. Πλήθος τουρκικών κατασκευαστικών εταιρειών και πάσης φύσεως «funds» δραστηριοποιούνται στη Λιβύη, ακόμη και εν τω μέσω του εμφυλίου. Αυτά έχουν ενδυναμώσει την τουρκική παρουσία στη χώρα και έχουν ταυτιστεί με την εμπλοκή της ίδιας της κυβέρνησης Ερντογάν, καθώς άλλωστε η διεθνής δραστηριοποίηση των τουρκικών επιχειρήσεων τίθεται προ πολλού υπό τη θεσμική προστασία και τον έλεγχο αρμόδιας διεύθυνσης του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών. Η ευθυγράμμιση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με τις πολιτικοστρατηγικές προτεραιότητες της επίσημης τουρκικής πολιτείας είναι προ πολλού γεγονός.

Τελευταία πτυχή είναι προφανώς η Ελλάδα. Ο προαιώνιος φόβος της Άγκυρας για ενδεχόμενη στρατηγική περικύκλωσή της και αποκοπή της από τα διεθνή ύδατα σταδιακά αντιστρέφεται με τη στρατηγική περικύκλωση της Ελλάδας εκ μέρους της Τουρκίας. Η διμερής συνεργασία με την Αλβανία ήταν μόνο η αρχή, καθώς οι διπλωματικές κινήσεις της Τουρκίας στο επίπεδο της εμπλοκής της στην οροθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ με τη Λιβύη αποδεικνύουν ότι επιχειρείται η καλλιέργεια συνθηκών διάστασης μεταξύ Αθήνας και Τρίπολης, όπως συνέβη και στην περίπτωση των Τιράνων. Η στρατιωτική παρουσία της Άγκυρας είναι ακόμη ένα σημαντικό ζήτημα, ενόψει και της απαρχής ερευνών και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης.

Ενώπιον των ως άνω ισορροπιών, η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να μείνει αμέτοχη.

Η Λιβύη βρίσκεται στη γειτονιά της και οφείλει να έχει λόγο, ενώ η περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας με την Αίγυπτο και την παρούσα κυβέρνηση του στρατηγού Αλ Σίσι δείχνει να επιβάλλεται εκ των συνθηκών. Διανύουμε τη φάση της καλλιέργειας συνθηκών αντισυσπειρώσεων έναντι του τουρκικού ηγεμονισμού, και με αυτόν το γνώμονα οφείλουμε να πορευόμαστε αν θέλουμε να υπερασπιστούμε τα εθνικά συμφέροντα και να εδραιώσουμε τη διαπραγματευτική θέση μας έναντι των διεθνών πόλων ισχύος. Ουδείς θα προστρέξει, αν εμείς οι ίδιοι δεν «τρέξουμε»…

pontos-news.gr

«Η Αργεντινή ζήτησε από το ΔΝΤ να αναδιαρθρώσει το χρέος της»

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου, [email protected]  www.kalkis.eu

Αυτό αναφέρουν σήμερα 29-8-2019  ο ηλεκτρονικός Le Monde και το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP), δημοσιεύοντας την διπλανή φωτογραφία του RONALDO SCHEMIDT / AFP της 28ης Αυγούστου ενός

ανταλλακτηρίου συναλλάγματος στο Μπουένος Άιρες που υπονοεί την απόγνωση των Αργεντινών μπροστά στην αβεβαιότητα που τους δημιουργεί η υποτίμηση του νομίσματός τους, του πέσο, και συνακόλουθα ο εκθετικός πληθωρισμός της χώρας τους.

Η Αργεντινή ζήτησε πράγματι από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στις 28 Αυγούστου 2019, να αναπρογραμματίσει τις δόσεις αποπληρωμής του χρέους των 57 δισεκατομμυρίων δολαρίων (51 δις ευρώ), με αντάλλαγμα μια θεραπεία δημοσιονομικής λιτότητας που θα πονέσει στον κόσμο. Το Μπουένος Άιρες προσπαθεί έτσι να ηρεμήσει τις αγορές, οι οποίες έχουν δείξει σημάδια μεγάλης νευρικότητας τις τελευταίες ημέρες, βλέποντας να επανεμφανίζεται το φάντασμα της στάσης πληρωμών.

Ο υπουργός Οικονομικών της Αργεντινής, Hernan Lacunza, ο οποίος διορίστηκε λίγο παραπάνω από μια εβδομάδα πριν, δήλωσε ότι η κυβέρνηση έχει προτεραιότητά της να «διατηρήσει την τιμή της συναλλαγματικής ισοτιμίας» του πέσο και να «σεβαστεί τους δημοσιονομικούς στόχους». «Το να επιτρέψουμε μια μεγαλύτερη μεταβλητότητα» του πέσο, τούτο «θα προσέθετε μόνο αβεβαιότητα και πληθωριστικές πιέσεις», επέμεινε. Ο προκάτοχός του Nicolas Dujovne παραιτήθηκε στις 17 Αυγούστου μετά από μια εβδομάδα αναταραχής στις αγορές που είδαν το πέσο να χάνει περισσότερο από το 20% της αξίας του και τη βουτιά της χρηματιστηριακής αγοράς κατά περισσότερο από 30%. Οι δηλώσεις του νέου υπουργού έρχονται λίγες μέρες μετά την επίσκεψη της τεχνικής αποστολής του ΔΝΤ στο Μπουένος Άιρες όπου η οικονομική κρίση επιδεινώθηκε μετά την τεράστια εκλογική αποτυχία του προέδρου Mauricio Macri.

Ο περονιστής της κεντροαριστεράς Alberto Fernandez φαίνεται να είναι ο αγαπημένος του κόσμου στις προεδρικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2019, μετά την ευρεία νίκη του στις προκαταρκτικές  εκλογές της 11ης Αυγούστου, στις οποίες κέρδισε το 47% των ψήφων, πολύ μπροστά από τον απερχόμενο πρόεδρο, τον Mauricio Macri ( που έλαβε μόνο 32%) αλλά  διεκδικεί μια δεύτερη θητεία. Την Τρίτη 27-8-2019, το κόμμα του Alberto Fernandez έκανε κριτική ενάντια στο ΔΝΤ μετά από συνάντηση που είχε με τους εκπροσώπους του στο Μπουένος Άιρες. Το πέσο κατέρρευσε εξ αιτίας αυτής ως αντίδραση και η Κεντρική Τράπεζα της Αργεντινής αναγκάστηκε να παρέμβει μαζικά. Το ΔΝΤ, από την πλευρά του, αντέδρασε την Τετάρτη διαβεβαιώνοντας ότι «θα συνεχίσει να βρίσκεται δίπλα» στην Αργεντινή «σε αυτές τις δύσκολες στιγμές που περνάει». Ο οργανισμός «αναλύει επί του παρόντος τις συναλλαγές δανεισμού που έχουν ανακοινώσει οι αρχές της Αργεντινής και προσπαθεί να μετρήσει τον αντίκτυπό τους», ανέφερε σε δήλωσή του. Το Ταμείο τονίζει ότι οι ομάδες του «κατανοούν ότι οι αρχές έχουν λάβει αυτά τα σημαντικά μέτρα για να καλύψουν τις ανάγκες σε μετρητά και να διαφυλάξουν τα νομισματικά αποθέματα».

Ένας από τους υψηλότερους πληθωρισμούς στον κόσμο

Συγκλονισμένη από δύο νομισματικές κρίσεις το 2018 που οδήγησαν το νόμισμά της να χάσει το 50% της αξίας του, η Αργεντινή κάλεσε το ΔΝΤ για διάσωση με δάνειο άνω των 57 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σε αντάλλαγμα, η χώρα δεσμεύθηκε τότε να εξισορροπήσει τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς της. Οι πρώτες αποπληρωμές αυτού του δανείου αναμένονται το 2021.

Η προσφυγή στο ΔΝΤ συνέβη  12 χρόνια μετά την πρόωρη αποπληρωμή των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το 2006, όταν ο πρώην πρόεδρος Nestor Kirchner (σύζυγος της μετέπειτα προέδρου της Αργεντινής) αποφάσισε να τα σπάσει με το Ταμείο. Εκείνη την εποχή, η τιμή των σπόρων σόγιας και των γεωργικών πρώτων υλών που εξήχθησαν από την Αργεντινή εκτοξεύθηκαν στα ύψη  στις διεθνείς αγορές. Το 2001, η χώρα της Νότιας Αμερικής, που δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τις προθεσμίες αποπληρωμής του χρέους της, είχε βιώσει τις μεγαλύτερες στάσεις πληρωμών στην ιστορία και μια σοβαρή οικονομική και κοινωνική κρίση που είχε τραυματίσει τους Αργεντινούς και τις αγορές.

Η οικονομία της Αργεντινής γνωρίζει έναν από τους υψηλότερες πληθωρισμούς παγκοσμίως (25,1% μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 2019, 54,4% τους τελευταίους 12 μήνες), μείωση της κατανάλωσης, κλείσιμο εμπορικών επιχειρήσεων,  αύξηση της φτώχειας (32% του πληθυσμού το 2018) και ανεργία 10,1% φέτος.

Αυτά από την Αργεντινή για να μη ξεχνάμε εύκολα τι κινδύνους πτώχευσης και εξόδου από το ευρώ και την Ε.Ε. περάσαμε από το 2010 έως το 2019.

Ευτυχώς που δεν «γίναμε Αργεντινή», όπως θα ήθελε ο κ. Τσίπρας (η ακριβής του έκφραση ήταν «μακάρι να είχαμε γίνει Αργεντινή»).

Ευτυχώς που είμαστε στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση και κανέναν μας δεν απασχολεί σήμερα ποια είναι ισοτιμία ακόμα και των λίγων ευρώ που πιθανόν έχει στην τσέπη του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι εξελίξεις στη Συρία και τα όρια της Τουρκίας

0
Του Δρος Σπύρου Πλακούδα* liberal.gr
Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019, 00:03

Οι εξελίξεις στη βόρεια Συρία προ ημερών επιβεβαιώνουν τη σχιζοφρένεια της σύρραξης αυτής. Αφενός, ο Πούτιν υποδέχεται τον Ερντογάν στην Μόσχα «μετά βαΐων και κλάδων» και αστειεύεται μαζί του ενώπιον των τηλεοπτικών φακών λίγες ώρες μετά την περικύκλωση ενός παρατηρητηρίου των Τούρκων στην επαρχία της Χάμα και την προσβολή μιας αυτοκινητοπομπής των Τούρκων και, κατ’ επέκταση, τους λεονταρισμούς της Τουρκίας περί δυναμικής αντίδρασης εναντίον του (υποστηριζόμενου από τον Πούτιν!) Άσαντ. Αφετέρου, ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης της Τουρκίας ανακοινώνει (πανηγυρικώς μάλιστα!) την υλοποίηση της πρώτης φάσης του οδικού χάρτη μεταξύ Τούρκων και Αμερικανών για «ζώνη ασφαλείας» στα εδάφη της Ροτζάβα (του αυτόνομου Κουρδικού κρατιδίου ανατολικά του ποταμού Ευφράτη)ενώ προ ημερών ο Υπουργός Εξωτερικών της ίδιας χώρας εκτόξευε ύβρεις και απειλές εναντίον των ΗΠΑ. Τι έχει συμβεί λοιπόν; Πάσχει από σχιζοφρένεια η ηγεσία της Τουρκίας;

Ουδέν αναληθέστερον τούτου!Απλώς οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών της Συρίας αναδεικνύουν τα διλήμματα – αν όχι αδιέξοδα – της μονολιθικής πολιτικής του Ερντογάν. Με βάση τη Συμφωνία του Σότσι (και πριν αυτής, της τριμερούς Διάσκεψης Κορυφής της Αστανά) ο Ερντογάν είχε εγγυηθεί πως η Τουρκία θα αφοπλίσει τους τζιχαντιστές και θα αποριζοσπαστικοποιήσει τους υπόλοιπους ατάκτους στην επαρχία Ιντλίμπ. Παρά την αθρόα υποστήριξη της Τουρκίας, όμως, οι σύμμαχοί της ηττήθηκαν κατά κράτος από τους τζιχαντιστές και υποχώρησαν προς βορρά.

Ο Ερντογάν υπέθεσε πως δεν θα αντιδράσουν στρατιωτικώς οι Πούτιν και Άσαντ στην παράβαση των συμπεφωνημένων για δύο λόγους: πρώτον, οι τζιχαντιστές (εν αντιθέσει με τους άλλους άτακτους) συνιστούν μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη και μια εκστρατεία εναντίον τους θα στοιχίσει ακριβά σε αίμα, χρόνο και χρήμα (σε μια εποχή που ο Πούτιν προγραμματίζει την απόσυρση της Ρωσίας από τα πεδία των μαχών)· δεύτερον, η αγορά των βαλλιστικών πυραύλων S-400 και η απειλή περί εισβολής εναντίων των (υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ) Κούρδων ώθησε την Άγκυρα στην αγκάλη της Μόσχας έτι περαιτέρω. Ως εκ τούτου, η επίθεση εναντίον των επαρχιών Χάμα και Ιντλίμπ αιφνιδίασε τον Ερντογάν. Η οποία μάλιστα εκδηλώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά τη συμφωνία μεταξύ της Άγκυρας και της Ουάσιγκτον για τη «ζώνη ασφαλείας»!!!

Ο Ερντογάν, όμως, αιφνιδιάστηκε περισσότερο από την ψυχρή στάση του Πούτιν υπέρ του Άσαντ κατά το διττό επεισόδιο της περικύκλωσης του παρατηρητηρίου και της προσβολής της αυτοκινητοπομπής από τον Συριακό Αραβικό Στρατό. Παρά την εσπευσμένη επίσκεψη του Προεδρικού Συμβούλου και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας στην Μόσχα στις 20 και 21 Αυγούστου, η πόλη SheikhKhanoun υπέκυψε τελικά στην ολομέτωπη επίθεση του Άσαντ. Η πόλη αυτή ήλεγχε την Εθνική Οδό M4 και, κατ’ επέκταση, η κατάληψή της αποκαθιστά την ομαλή επικοινωνία μεταξύ Χαλεπίου και Χάμα. Ο Άσαντ μάλλον δεν θα σταματήσει αλλά θα συνεχίσει την προέλασή του μέχρι την Mara’atAlNouman– την πόλη επί της Εθνικής Οδού Μ5 που συνδέει τη Λατάκια (το προπύργιο των Αλαουιτών) με το Χαλέπι. Άλλωστε ο Άσαντ γνωρίζει τα όρια της όποιας Τουρκικής αντίδρασης πλέον. Ο Ερντογάν, παρά την επίθεση φιλίας προς τον Πούτιν, δεν έχει εξασφαλίσει το επιθυμητό: την εγγύηση της Μόσχας για το σεβασμό της «ζώνης επιρροής» της Άγκυρας στην Ιντλίμπ. Ο Πούτιν στοιχηματίζει πως ο Ερντογάν δεν θα διακινδυνεύσει μια ανοιχτή σύγκρουση με τον Άσαντ επειδή αυτή θα προκαλέσει αυτομάτως την αντίδραση της Μόσχας και της Τεχεράνης σε μια εποχή που οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ καρκινοβατούν.Παρεμπιπτόντως, οι τρεις αρμόδιοι αξιωματικοί του Τουρκικού ΓΕΕΘΑ για την Ιντλίμπ καρατομήθηκαν –ως αποδιοπομπαίοι τράγοι μάλλον προς εξευμενισμό του Ερντογάν.

Όμως δεν ήταν οι μόνοι ανώτατοι αξιωματικοί που αποπέμφθηκαν εκτάκτως. Δύο στρατηγοί που είχαν ταχθεί ανοιχτά υπέρ μιας εκστρατείας εναντίον των Κούρδων «συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα» – την ημέρα μάλιστα της άφιξης των Αμερικανών στην νοτιοανατολική Τουρκία για την υλοποίηση του οδικού χάρτη για τη «ζώνη ασφαλείας». Λόγω της ασάφειας τόσων σημείων (π.χ. ως προς εύρος της ζώνης),η συμφωνία απλώς «αγοράζει χρόνο» ώστε να αποφευχθεί μια σύρραξη μεταξύ των Κούρδων και Τούρκων.Έγκειται όμως ο βάσιμος κίνδυνος η εν λόγω συμφωνία να εξελιχθεί σε Μανμπίζ Φιάσκο Νο. 2 – όπου η δήθεν συν-διαχείριση της Μανμπίζ (το μήλον της έριδος μεταξύ Κούρδων και Τούρκων) έμεινε «γράμμα κενό» παρά τις υποσχέσεις των Αμερικανών. Η πρόσφατη διαρροή στον Κουρδικό ηλεκτρονικό τύπο της είδησης περί εκπαίδευσης των Κούρδων στην χρήση ελικοπτέρων μάλλον θα δυσαρέστησε τους Τούρκους.

Εκτίμηση

Πως θα εξελιχθούν τα πράγματα, λοιπόν, από εδώ και στο εξής; Οι Πούτιν και Άσαντ θα συνεχίσουν μάλλον την προέλασή τους στην Ιντλίμπ υιοθετώντας την «τακτική του σαλαμιού»: μία πόλη ή περιοχή την φορά. Πώς θα αντιδράσει η Άγκυρα; Μάλλον με ενίσχυση των συμμάχων της στο πεδίο της μάχης και διασκέψεις επί διασκέψεων με την Μόσχα (ενδεχομένως και την Τεχεράνη). Έως πότε όμως; Μάλλον έως ότου απομείνει στην Άγκυρα η κατοχή μιας λωρίδα γης πλησίον των συνόρων (εύρους λίγων χιλιομέτρων) για «ανθρωπιστικούς λόγους» (ήτοι, τα 3 εκατομμύρια των κατοίκων της Ιντλίμπ). Και ανατολικώς του ποταμού Ευφράτη; Μάλλον οι ΗΠΑ και Τουρκία θα συνεχίσουν το διάλογο για χάρη του …διαλόγου!!!Ο Ερντογάν δεν θα εκστρατεύσει κατά των Κούρδων και δεν θα διακινδυνεύσουν οι ζωές των Αμερικανών στρατιωτών και συμβούλων στη βόρεια Συρία και, εις αντάλλαγμα, ο Τραμπ θα καθυστερήσει την επιβολή των κυρώσεων εις βάρος της Τουρκίας.

* Ο Δρ Σπύρος Πλακούδας είναι επίκουρος Καθηγητής Εθνικής Ασφάλειας στο Rabdan Academy (Αμπού Ντάμπι) και Αντιπρόεδρος του ΚΕΔΙΣΑ.

https://www.liberal.gr/diplomacy/oi-exelixeis-sti-suria-kai-ta-oria-tis-tourkias/264449

China’s Dominance on Display in the South China Sea

0

thediplomat.com

Beijing’s repeated provocative actions in the South China Sea leaves the region worse off.

The Vanguard Bank standoff represents the latest episode in the ongoing South China Sea (SCS) disputes, and signals Beijing’s unwillingness to adhere to the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), while continuing to base its claim to sovereign rights in the South China Sea on the so-called “nine-dash line.” Experts familiar with the matter suggested that Vietnam’s energy work in the region – the Hakuryu-5 drilling rig in particular – was the real target of the Haiyang Dizhi 8 mission. Indeed, since 2017, China has been strongly against Vietnam’s oil exploration activities in Vanguard Bank.

The International Association of Democratic Lawyers (IADL) maintained that China’s provocative actions in the Vanguard Bank have negatively affected the maritime security and safety in the region. “IADL requests that China promptly stop violating the sovereignty, sovereign rights and jurisdiction of Vietnam, stop carrying out activities that further complicate the situation and increase tension between related parties and begin to concentrate on building mutual trust to maintain the security, peace and stability in the South China Sea in particular and in the region in general,” the IADL’s statement read.

Up until now, Hanoi’s reactions to the standoff have been largely conducted through diplomatic channels, such as condemning China’s actions and calling on Beijing to honor international law. However, the latest development is Vietnam sending one of its first Gepard 3.9-class guided missile frigates, Quang Trung, to Vanguard Bank for defense. Carlyle A. Thayer, an expert on Hanoi’s foreign and defense policy, suggested that “Vietnam’s actions will be observed closely by regional states who have continually backed down from confronting China.”

It is noteworthy that Beijing has set the precedent of violating other countries’ EEZs without suffering any consequences. Previously, Malaysia remained quiet while the China Coast Guard maintained a permanent presence at Luconia Breakers. Most recently, on August 22, many sources confirmed that the Chinese oceanographic survey ship Zhanjian had started operating just 80 nautical miles off the east coast of the Philippines; and at the same time, the country deployed its coast guard ships near another oil block in the Vietnamese EEZ where India’s state-run Oil and Natural Gas Corporation (ONGC) has been carrying out oil exploration.

Last year, China handed in its submission to the South China Sea Code of Conduct (COC), in which it conveniently turned a blind eye to UNCLOS and proposed that all cooperation to develop marine resources should be between China and the ASEAN states to the exclusion of “outside countries.” In other words, Beijing is seeking to be a “big brother” in the region by forcing Vietnam, Malaysia, the Philippines, and other claimants to enter into joint ventures only with Chinese state-owned oil companies. As observed by U.S. Secretary of State Mike Pompeo, China aims to prevent ASEAN members from “accessing more than $2.5 trillion in recoverable energy reserves.” Ultimately, their repeated provocative actions threaten regional energy security and undermine the free and open Indo-Pacific energy market.

At the same time, Beijing shows no sign of letting up on its claim of sovereignty over the South China Sea by boosting its military presence in the region, including its fishing militia fleet and at least 27 artificial military outposts scattering from the Paracels to the Spatlys. While international law is the best tool that weaker states have in protecting their rights and claims, China has chosen to ignore that. Last month it also held military exercises, including firing ballistic missiles, in the South China Sea. These actions act in a coordinated way to show off China’s naval power and deliver a warning to the United States and its partners that Beijing is ready to protect their interests in the region. At the same time, Beijing’s leadership might want to stir nationalism to distract its dissatisfied public, as the Chinese economy continues to suffer from the trade war with the United States. The South China Sea, Taiwan, and Hong Kong are perfect targets.

In conclusion, Hanoi and Beijing are no stranger to conflicts over maritime sovereignty. However, the latest standoff is a reminder of how Chinese dominance, when it shows little regard for international law, leaves the region worse off. As ASEAN Chair in 2020, Vietnam will be in a stronger position to lobby international community and other South China Sea claimants to defend international law. The United States has also made its move. Amid tensions in the disputed waters, it is reported that the navies of the United States and the 10 ASEAN countries will stage their first combined maritime exercise on September 2 in the Gulf of Thailand, aimed at “creating mutual cooperation in maritime security building.” The drills will begin at Sattahip naval base in Chonburi province and extend to Vietnam’s southernmost province of Ca Mau. Many observers hope that this move will help to strike a balance between China and the United States – the two major powers with significant influence in the South China Sea.

Trinh Le graduated from the University of Melbourne with a Master of Publishing and Communications in 2016. During his study, he worked as a volunteer reporter for Meld Magazine.

https://thediplomat.com/2019/08/chinas-dominance-on-display-in-the-south-china-sea/

Europe’s East-West Divide: Myth or Reality?

0

STEFAN LEHNE Carnegie Europe

Source: Getty
Summary:  Many of the claims about the EU’s East-West divide do not stand up to closer inspection. But like most relationships, it still needs careful attention and engagement.

Fifteen years after the EU’s big bang enlargement, one would expect the dividing line between old and new (or post-communist) member states to have faded away. But according to media reporting and academic commentary, the opposite appears to be the case. Since the Polish parliamentary election in 2015 and the refugee crisis of 2015–2016, the rift seems to have widened again and is often perceived to be one of the biggest challenges for the cohesion of the EU.

This perception of growing estrangement is beginning to lead to a reevaluation of the enlargements of 2004, when ten mainly Central and Eastern European (CEE) countries joined the EU, and 2007, when a further two became members. What used to be considered a historic achievement is now often viewed more critically. Many in Western Europe now think the EU was extended too far and too quickly, and some are nostalgic for the earlier “Carolingian” union.

Unlike the North-South divide, which dominated EU politics during the financial crisis and set the Northern creditor countries, with their insistence on fiscal discipline, against the Southern debtor states demanding solidarity, the East-West divide lacks a single focus.

Frustrated about a perceived lack of commitment to integration from the newest member states, some Western politicians have pushed for a two-speed Europe, in which the willing and able (Western) countries could move ahead, leaving the rest in an outer circle. Some of their counterparts in the East see their countries as victims of persistent discrimination. They complain that the West wishes to turn the CEE countries into permanent rule-takers and denies them a fair deal, which would enable economic convergence.

Disappointed expectations, blame games, and prejudices on both sides play as important a role as clashes of real interests or disagreements on substance. In this situation, it is helpful to unbundle some of the key assumptions underlying the divide and check each one’s validity.

MYTH 1: TWO OPPOSING FACTIONS

The first misconception is that Eastern and Western Europe have turned into discrete camps divided by many issues.

In reality, the CEE countries are not a single bloc but are about as diverse as other regions of the EU. As political scientist Jan Zielonka has convincingly demonstrated, Europe is a complicated maze with many fault lines that defy any simple categorization.

Apart from their common history as parts of the Soviet empire and their relatively low per capita incomes, the CEE countries have little in common. Russia is seen as a threat in Poland and the Baltics but not in Slovakia or Hungary. Slovenia, Slovakia, and the Baltic states are eurozone members, while the others still have their own currencies. Most—but not Bulgaria or Romania—are part of the Schengen passport-free travel space. The Baltic states have a Northern identity and cooperate closely with Scandinavian countries, whereas the Czech Republic, Hungary, Poland, and Slovakia have their own club, the Visegrád Four (V4). That quartet is often divided on the issues but—at least since the migration crisis—is often misperceived in the West as representing all the CEE countries.

Apart from the special case of migration (see below), there are few issues where the interests of the CEE countries are well aligned. One is the shared interest in a well-funded EU cohesion policy that can reduce the gap in economic development among member states. As Greece, Italy, and Portugal take similar positions, the CEE states are not alone in this stance.

Because average CEE minimum wages amount to one-third of the eurozone average, there is a tendency in the West to combat so-called social dumping by restricting the mobility of workers. Resisting such efforts is another common interest of post-Communist countries. But as the negotiations on recent EU employment legislation, in particular on posted workers and the mobility package, have shown, the interests of the CEE countries often diverge when it comes to specifics. Hungary and Poland ended up taking a very tough line, whereas others showed considerable readiness to work with Western Europeans on compromise solutions.

For relatively poor countries, high environmental standards are costly and reduce their competitiveness. Studies indicate a certain clustering of CEE voting on these issues, but again interests diverge. Poland is keen to protect its coal mines, while Hungary and Slovakia have their important car industries to consider. Consequently, there are few common positions and there is hardly any voting as a bloc. Particularly the Czech Republic is an outlier that often votes for higher standards.

MYTH 2: INCOMPATIBLE VIEWS ON MIGRATION

The second assumption is that fundamentally different attitudes between East and West on migration make progress on relevant EU policies impossible.

Central and Eastern Europe used to be the most ethnically diverse part of the continent. But as a consequence of mass murder, expulsions, and changes of borders during World War II, these countries are now ethnically more homogeneous than most other regions of Europe. During decades of Communist rule, the region’s populations lived in relative isolation, while Western European countries took in hundreds of thousands of immigrants, partly as a result of decolonization and partly by recruiting large numbers of guest workers from Turkey and other countries. In more recent years, while high immigration continued in the West, some CEE countries also experienced significant inflows, but mostly from regional neighbors such as Ukraine and the Western Balkans.

The CEE countries’ different historical experience explains to a large extent why ethnic and religious diversity is perceived more negatively in these societies than in the globalized Western European states. But as political scientists Ivan Krastev and Stephen Holmes have pointed out, this is only part of the explanation. The rapid aging of these countries’ populations, their low birth rates, and the massive emigration to the West create anxiety and fears for the future. And this demographic angst opens up opportunities for politicians to present the specter of mass immigration of Middle Eastern and African people as an existential threat to the nation.

It is therefore unsurprising that the response in the CEE countries to the great influx of refugees from the Middle East and North Africa in 2015–2016 was quite restrictive. While Germany, Sweden, and some other Western European countries opened their borders, CEE countries tended to close theirs or—when the refugees had already arrived—encourage them to move on to other states as rapidly as possible.

Some CEE countries also became prominent opponents of any proposal to distribute the burden of hosting refugees more equally among member states. The EU Council decision in 2016 to introduce obligatory quotas of migrants for each state backfired, as it just aggravated the ill feelings about the issue. Certainly, a number of Western European countries also disliked schemes for redistributing refugees and some Eastern governments signaled a willingness to compromise. Still, the fight over burden sharing, which blocked reform of the EU asylum system, was widely perceived as the main battleground between Europe’s West and East.

In the last three years, the situation has changed. As Western European states have also adopted much more restrictive policies and the number of new arrivals has diminished, the difference between East and West is now much smaller than it used to be. The reluctance to give up national sovereignty to develop stronger EU structures and policies is widely shared today. And more modest reforms are impeded not by the East-West divide but by the positions of individual populist leaders who prefer to exploit the issue for domestic purposes rather than solve it. Italy’s Interior Minister Matteo Salvini is as much of a spoiler in this respect as Hungary’s Prime Minister Viktor Orbán.

MYTH 3: DEFICIENT RULE OF LAW

The third myth is that the CEE countries suffer from endemic rule-of-law deficits that threaten the functioning of the union.

In truth, no EU member state is entirely free of rule-of-law challenges, but in recent years the focus has clearly been on the CEE countries’ record in this area. Essentially, there are two types of problem.

For the most part, issues result from weaknesses in governance that in some cases go back several centuries. Where no effective state institutions existed throughout much of history, as in many parts of the highly decentralized Ottoman Empire, it will take considerable time to create the required institutional capacity. Similar problems in southern Italy or Greece show that such challenges are not unique to CEE countries. But for them, the legacy of four decades of Communism is certainly an additional handicap.

It was overoptimistic to assume that the EU accession process would remedy these deficits within a few years. But in fact, some CEE countries such as those in the Baltics and, initially, Poland have made rapid progress, whereas others are lagging behind. Weak judiciaries and high levels of corruption are certainly problematic for the EU, not least because most of these countries receive a lot of EU aid. But there is hope that over time, the situation will improve as it has in other CEE countries. The real challenge for the EU is to develop incentives to support this process and sharpen the instruments to combat fraud and corruption.

Much more serious are situations when the problem is not the legacy of weak state structures but the conscious effort of a governing party to entrench its rule by dismantling constitutional checks and balances, curbing the independence of the judiciary, and reducing the space of independent media and civil society. Hungary and Poland are currently drifting in this direction. To a more limited extent, this is also true for Romania, where the ruling party is trying to roll back the anticorruption reforms of earlier years.

Such behavior creates serious problems for the EU, particularly as it so far lacks effective remedies to deal with such situations. Nothing has tarnished the image of the CEE as much as these developments. However, there is no justification to conflate the behavior of a few governments with the democratic and rule-of-law standards of the CEE countries as a group.

MYTH 4: OPPOSING STANCES ON INTEGRATION

Another belief is that different attitudes to European integration in Western Europe and in CEE obstruct the EU’s further development and risk its fragmentation.

Yet studies have shown that contrary to earlier expectations, the accession of the post-Communist countries has not reduced the EU’s legislative productivity or slowed its decisionmaking. Moreover, the European Commission’s Single Market Scoreboard, which measures each member state’s transposition of EU law into national law and number of infringement procedures, indicates no significant difference in the performance of Western European and CEE member states. With the exception of some elements of migration policy, the CEE countries have also been on board for the current commission’s reform priorities, ranging from the energy union to the digital internal market. But despite all this evidence that the integration of the CEE countries into the EU has been remarkably successful, many observers still note a distinctly different approach to the EU in the post-Communist states.

Certainly, the rationale of integration in the 1950s, focused on locking France and Germany into a common framework that would make a new war impossible, was alien to countries that at the time experienced forced integration into the Soviet empire. Once the CEE countries had regained their national sovereignty in the late 1980s and early 1990s, the region’s political elites quickly aimed at joining the EU and NATO. But they were hardly motivated by any federalist philosophy of overcoming the nation-state by sharing sovereignty at the EU level. As Krastev and Holmes have shown, joining Western institutions was primarily perceived as a return to normality and as the pathway to security, prosperity, and freedom.

However, over past decades, the EU’s treaty commitment to an “ever closer union” has weakened in Western Europe, and disagreements particularly on the monetary union have hampered the leadership of France and Germany in driving reforms.

Until recently, it was hard to see the CEE countries as a major obstacle to deepened integration. But this perception has changed as a result of the arrival of illiberal governmentsin Hungary and Poland. These governments propagate a much looser union, which still provides economic benefits and funds, but in which powers are shifted back to the member states and EU institutions no longer constrain the internal exercise of power. From their point of view, the West has betrayed the true European values and thereby lost its legitimacy to provide a model for the new member states. Or, as Orbán has put it, “Back in 1990 Europe was our future, but now we are Europe’s future.”

Such rhetoric, while not representative of the views of most CEE countries, nonetheless affects public and elite opinion in the West. In particular, it fuels interest in models for differentiated integration as a way of moving forward despite the reluctance and resistance of some member states. There is something unreal about this debate, however: neither do Warsaw or Budapest have actual plans for scaling back integration to a more comfortable level, nor are there any concrete proposals for EU integration in a smaller circle. The result is just bad blood and the perception of deepening East-West divisions.

MYTH 5: DISCRIMINATION AGAINST THE NEWCOMERS

The final misconception is that fifteen years after joining the EU, the CEE countries remain the poor relations in the European family, with the older members continuing to run the show and protecting their advantages.

According to an expert survey by the European Council on Foreign Relations (ECFR) in 2018, Germany and France are seen as by far the most influential member states, followed by the Netherlands, the UK, and Italy. Poland came sixth and Hungary eighth; the other CEE countries all featured in the lower half of the table. For anyone with experience in EU institutions, these results come as no surprise. Germany and France have always been at the heart of European integration, and after Brexit their preeminence will possibly increase. Italy and Spain for internal reasons are currently punching below their weight, whereas the Netherlands has recently shown great skill at coalition building.

In terms of political influence, there is no West-East divide but rather a core-periphery constellation. Size matters. Of the CEE countries only Poland has the critical mass to be among the bigger EU players, but the EU-skeptical policies of the current government have weakened the country’s clout. The other CEE countries can draw comfort from the fact that nations like Austria, Finland, Ireland, or Portugal also find themselves at some distance from the EU’s center of gravity.

This does not mean that smaller member states have no influence, but they have to lobby harder and develop intelligent strategies to achieve their objectives. The solidarity the EU has shown with Ireland over its concerns in the Brexit negotiations demonstrates the high value of EU membership for a small and peripheral country that knows how to play the game. It is clear that the CEE political elites and administrations still have some catching up to do in this regard.

There is thus no systematic discrimination of the post-Communist member states. However, from time to time, the EU’s core powers behave in an insensitive manner. A case in point was the Versailles summit of France, Germany, Italy, and Spain in June 2017 that endorsed a two-speed Europe and prompted considerable irritation in the East. A lot of resentment was also caused by the decision to relocate the London-based EU agencies after Brexit to two wealthy Western European cities, Paris and Amsterdam, despite of a number of candidacies from CEE countries, which do not yet host any such agencies.

For many people in the CEE countries, EU accession came with the expectation of rapidly reaching the living standards of Western Europe. And in fact, a good deal of economic convergence has been achieved. By 2017 half of the newest member states had already overtaken the two poorest old member states, Greece and Portugal, in terms of GDP per capita. Projections for coming years suggest that growth will remain higher in the new member states than in the old, but there are indications that the rate of convergence is slowing. And, of course, the overall gap in income between East and West remains substantial.

Particularly worrying is the fact that social convergence(pensions, benefits, social security nets) has lagged behind. This can undermine the economic performance of these countries in the future. More social dialogue and more social investment are therefore crucial. If some of the CEE countries are decoupled from the EU’s social and economic development, while many of their well-educated younger citizens depart for Western Europe, an anti-EU backlash will be unavoidable.

As many CEE countries receive resource transfers through the structural funds in the order of 3–4 percent of GDP, cohesion policy has helped significantly in enabling economic convergence. In the current negotiations on the EU’s multiannual budget for 2021–2027, the CEE countries will take adequate funding of cohesion as a test of the richer member states’ readiness to address economic imbalances in the EU. Against the background of reduced financial resources due to the UK’s departure, this promises to be an extremely difficult negotiation that may—if handled badly—revive tensions between East and West.

A RELATIONSHIP IN NEED OF EMPATHY AND ENGAGEMENT

Many of the claims about the EU’s East-West divide do not stand up to closer inspection. Much of the divide exists more in political rhetoric, newspaper columns, and think tank articles than in concrete EU policy. This does not mean that the problem should be taken lightly. Even if the divide is more psychological than substantive, it nonetheless affects the relationship between older and newer member states and has an impact on policy decisions.

Lack of knowledge of the complex and highly diverse developments in Central and Eastern Europe is a large part of the problem. With the exception of the Nordic states in the Baltics, Western European states have not developed enough know-how and familiarity with the region to understand what is going on and respond intelligently. Investing more diplomatic and cultural resources and promoting academic and civil society exchanges could make a difference.

The relative low intensity of communication between the two sides is another important factor. In the enlarged EU, there is a tendency to consult primarily within established regional frameworks. The ECFR coalition explorer shows the V4 to be an introspective alliance with few external ties and limited influence. Carnegie Europe’s Tomáš Valášek has called on CEE governments “to break out of their bubble” by engaging more actively with partners from Western Europe. And, of course, the same is true for the Western governments. French President Emmanuel Macron’s tour of the region during the negotiations on EU employment legislation has shown that engagement delivers results. German Chancellor Angela Merkel’s joint summit with the V4 in February 2019 demonstrates that she too has understood the problem.

In the future, governments from both sides should consult much more frequently and take joint initiatives across the divide. This would also help find common ground in the tough negotiations on asylum reform and the future financing of the EU.

The perception of a deteriorating relationship in recent years is also due to the policies of Warsaw and Budapest. In Western European public opinion, the policies of Orbán and Jarosław Kaczyński, the leader of Poland’s ruling Law and Justice party, are frequently conflated with those of the V4; and these, in turn, are frequently seen as representing all the post-Communist member states. The problematic behavior of a few therefore turns into an image problem for the entire region. The other CEE countries could help dispel this impression by distancing themselves clearly from the illiberal policies of Budapest and Warsaw. But Western European politicians and journalists could also do more to resist unfair generalizations and typecasting.

A reality check of the experience of the past fifteen years demonstrates that altogether, the EU’s Eastern enlargement has been an impressive success story. But the sense of alienation that has crept into relations between West and East in recent years is nonetheless worrying. As they mark the fifteenth anniversary of the big bang enlargement in May, EU leaders need to remember that the reunification of Europe celebrated in 2004 was not completed at the moment of accession. Like most human relationships, it will continue and deepen only if it receives constant care and engagement.

Carnegie Europe is grateful to the German Federal Foreign Office and the Koerber Foundation for their financial support of this publication.

Stefan Lehne
Lehne is a visiting scholar at Carnegie Europe in Brussels, where his research focuses on the post–Lisbon Treaty development of the European Union’s foreign policy, with a specific focus on relations between the EU and member states.

The media has become gossip, clickbait and punditry. This threatens democracy

0

Walter Cronkite once said that “journalism is what we need to make democracy work.” He was absolutely right, which is why today’s assault on journalism by Wall Street, billionaire businessmen, Silicon Valley and Donald Trump presents a crisis – and why we must take concrete action.

Real journalism is different from the gossip, punditry and clickbait that dominates today’s news. Real journalism, in the words of Joseph Pulitzer, is the painstaking reporting that will “fight for progress and reform, never tolerate injustice or corruption, [and] always fight demagogues”. Pulitzer said journalism must always “oppose privileged classes and public plunderers, never lack sympathy with the poor, always remain devoted to the public welfare, never be satisfied with merely printing news, always be drastically independent, never be afraid to attack wrong, whether by predatory plutocracy or predatory poverty”.

When we have had real journalism, we have seen crimes like Watergate exposed and confronted, leading to anti-corruption reforms. When we have lacked real journalism, we have seen crimes like mortgage fraud go unnoticed and unpunished, leading to a devastating financial crisis that destroyed millions of Americans’ lives.

Real journalism requires significant resources. One reason we do not have enough real journalism in America right now is because many outlets are being gutted by the same forces of greed that are pillaging our economy.

For example, two Silicon Valley corporations – Facebook and Google – control 60% of the entire digital advertising market. They have used monopolistic control to siphon off advertising revenues from news organizations. A recent study by the News Media Alliance, a trade organization, found that in 2018, as newspaper revenues declined, Google made $4.7bn off reporting that Google did not pay for.

At the same time, corporate conglomerates and hedge fund vultures have bought and consolidated beleaguered local newspapers and slashed their newsrooms – all while giving executives big payouts. Gannett’s proposed merger with Gatehouse Media, for instance, will consolidate hundreds of publications under one mega-corporation’s control and slash $300m worth of “synergies” – which is often corporate-speak for layoffs. Matt Pearce, a reporter for the Los Angeles Times, notes that “the new Gannett/Gatehouse chief executive is getting $4.5m in bonuses and stock just for walking in the door.”

The result of these trends has been the decimation of journalism. Over the past 15 years, more than 1,400 communities across the country have lost newspapers, which are the outlets local television, radio and digital news sites rely on for reporting. Since 2008, we have seen newsrooms lose 28,000 employees – and in the past year alone, 3,200 people in the media industry have been laid off. Today, for every working journalist, there are six people now working in public relations, often pushing a corporate line.

‘When we have had real journalism, we have seen crimes like Watergate exposed and confronted, leading to anti-corruption reforms.’
Pinterest
 ‘When we have had real journalism, we have seen crimes like Watergate exposed and confronted, leading to anti-corruption reforms.’ Photograph: Bettmann/Bettmann Archive

At precisely the moment when we need more reporters covering the healthcare crisis, the climate emergency and economic inequality, we have television pundits paid tens of millions of dollars to pontificate about frivolous political gossip, as local news outlets are eviscerated.

The negative effects are predictable: according to a working paper by researchers at Notre Dame and the University of Illinois, when newsrooms are hollowed out, overall costs to taxpayers rise, because there are fewer reporters scrutinizing government transactions. A studypublished by Spotlight on Poverty and Opportunity, a non-partisan forum, found that, despite millionsof Americans struggling to survive, budget-strapped “newsrooms have not turned their attention to poverty”.

To be sure, when we see the Miami Herald exposé on Jeffrey Epstein or theCharleston Gazette-Mail’s courageous reporting on the opioid crisis, we know that good reporters are still overcoming the odds and managing to produce essential journalism that scrutinizes power, exposes wrongdoing, and challenges the status quo. But we know that those success stories are too often the exception and not the norm.

We also know that Donald Trump is making things far worse. He is a pathological liar who has spent his presidency trying to demonize journalists when they dare to debunk his lies. Worse, he has called the media the “enemy of the people” in a deliberate attempt to destroy the very idea of a free press.

Trump’s authoritarian bullying of the media is totally unacceptable and it must be denounced and rejected. But let us be clear: that alone will not solve the journalism crisis. Moreover, a further expansion of oligarchic business models in the media industry could make matters worse.

When newsrooms are hollowed out, overall costs to taxpayers rise, because there are fewer reporters scrutinizing government transactions.

Today, after decades of consolidation and deregulation, just a small handful of companies control almost everything you watch, read and download. Given that reality, we should not want even more of the free press to be put under the control of a handful of corporations and “benevolent” billionaires who can use their media empires to punish their critics and shield themselves from scrutiny.

After all, TV networks that rely on $4.5bn a year of pharmaceutical ads may be thrilled to sugarcoat our current dysfunctional healthcare system – but they will never provide a consistently fair hearing for something like Medicare for All, even though polls show that a majority of Americans support such a proposal.

Corporate media organizations sponsored by fossil fuel industry ads may gladly provide a platform for guests who insist that our current oligarchic economy is just great, but as studies show, the same outlets often downplay or omit coverage of the climate crisis that those advertisers are helping create.

And news outlets owned by Disney and Jeff Bezos may happily tout Disney films and Bezos’s plans for space exploration, but we cannot count on them to consistently and aggressively cover workers’ fight for better wages at Disney – or Bezos-controlled companies. In fact, in one instance, we saw that the Washington Post, which Bezos owns, tried to punish a reporter because he spoke out for better wages at the newspaper.

We need to rebuild and protect a diverse and truly independent press so that real journalists can do the critical jobs that they love, and that a functioning democracy requires.

When I am president, my administration will put in place policies that will reform the media industry and better protect independent journalism at both the local and national levels.

For example, we will reverse the Trump administration’s attempts to make corporate media mergers even more likely in the future. We are not going to rubber-stamp proposals like the new plan to merge CBS and Viacom into a $30bn colossus.

I have long opposed media consolidation, and was one of only 16 members of the US House to oppose the disastrous 1996 Telecommunications Act, which accelerated consolidation. In my administration, we are going to institute an immediate moratorium on approving mergers of major media corporations until we can better understand the true effect these transactions have on our democracy.

In the spirit of existing federal laws, we will start requiring major media corporations to disclose whether or not their corporate transactions and merger proposals will involve significant journalism layoffs.

We will also require that, before any future mergers can take place, employees must be given the opportunity to purchase media outlets through employee stock-ownership plans – an innovative business model that was first pioneered in the newspaper industry.

And we will prevent media-related merger and deregulation decisions at federal agencies that adversely affect people of color and women. As the not-for-profit watchdog group Free Press has noted, “Women and people of color are woefully underrepresented among broadcast-license holders.” The group points out that this is because when the Federal Communications Commission has approved mergers it has failed “to consider how such concentration affects ownership opportunities for women and people of color”.

Activists block traffic outside the New York Times office during a sit-in to demand coverage of climate change by the newspaper.
Pinterest
 Activists block traffic outside the New York Times office during a sit-in to demand coverage of climate change by the newspaper. Photograph: Julio Cortez/AP

When our administration appoints new, progressive leadership at the FCC, we will reverse the Trump administration’s moves, which have gutted longstanding media ownership rules. What Trump has done allows cross-ownership of newspapers and television or radio stations; he has also given the green light to owning multiple stations in the same market. The harm may be great: “In theory,” says Free Press, “these changes would allow a single broadcaster to own both your local newspaper and your top-two local broadcast stations, plus operate a handful of other stations through sharing agreements – turning your community into a one-newsroom town.”

We will do the opposite: we will reinstate and strengthen media ownership rules, and we will limit the number of stations that large broadcasting corporations can own in each market and nationwide. We will also direct federal agencies to study the impact of consolidation in print, television and digital media to determine whether further antitrust action is necessary.

Additionally, we will pass my Workplace Democracy Plan, which will boost media workers’ laudable efforts to form unions and collectively bargain with their employers. I have publicly supported journalists’ efforts to unionize. Unions not only fight for media workers’ wages and benefits, they can also better protect reporters from corporate policies that aim to prevent journalists from scrutinizing media owners and their advertisers.

We cannot sit by and allow corporations, billionaires, and demagogues to destroy the Fourth Estate, nor can we allow them to replace serious reporting with infotainment and propaganda

Finally, when it comes to Silicon Valley, I will appoint an attorney general as well as Federal Trade Commission officials who more stringently enforce antitrust laws against tech giants like Facebook and Google, to prevent them from using their enormous market power to cannibalize, bilk and defund news organizations. Their monopoly power has particularly harmed small, independent news outlets that do not have the corporate infrastructure to fight back.

We must also explore new ways to empower media organizations to collectively bargain with these tech monopolies, and we should consider taxing targeted ads and using the revenue to fund not-for-profit civic-minded media. That will be part of an overall effort to substantially increase funding for programs that support public media’s news-gathering operations at the local level – in much the same way many other countries already fund independent public media.

Our constitution’s first amendment explicitly protects the free press because the founders understood how important journalism is to a democracy. More than two centuries after the constitution was signed, we cannot sit by and allow corporations, billionaires, and demagogues to destroy the Fourth Estate, nor can we allow them to replace serious reporting with infotainment and propaganda.

We must take action – and if we do, I know we can be successful. We can and will restore the media that Joseph Pulitzer and Walter Cronkite envisioned, and that America so desperately needs.

  • The op-ed was originally published in the Columbia Journalism Review

Support The Guardian from as little as €1 – and it only takes a minute. Thank you.

https://www.theguardian.com/commentisfree/2019/aug/27/bernie-sanders-media-democracy

Το χάντικαπ των ΗΠΑ στον τεχνολογικό πόλεμο με την Κίνα

0
  • του James Kynge euro2day.gr/FinancialTimes

Οι κυρώσεις που επιβάλλει η Ουάσινγκτον δεν θα σταματήσουν την τεχνολογική εξέλιξη του Πεκίνου. Ο κινεζικός πατριωτισμός και γιατί οι κινήσεις Τραμπ μπορεί να αποφέρουν το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η Ουάσινγκτον, βεβαίως, έχει λόγους να αισθάνεται προσβεβλημένη. Έχει υπογράψει αρκετές διμερείς συμφωνίες με το Πεκίνο από τις αρχές του 1990 για να προστατεύσει την αμερικανική πνευματική ιδιοκτησία στην Κίνα, όμως κάθε μία από αυτές παραβιάστηκε με εντυπωσιακό τρόπο από κινεζικούς παράγοντες.

Για δεκαετίες, τα κινεζικά εμπορικά κέντρα έκαναν «χρυσές» πωλήσεις με «μαϊμού» παπούτσια Nike, iPhone της Apple και άλλα κλεμμένα αμερικανικά brands, ενώ γίνονταν κλοπές και εμπορικών μυστικών. Η Επιτροπή για την Κλοπή Αμερικανικής Πνευματικής Ιδιοκτησίας εκτιμά πως μόνο το 2015 οι απώλειες των ΗΠΑ ανέρχονταν σε 540 δισ. δολάρια -περισσότερο από ολόκληρο το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα.

Όμως, η δίκαιη αγανάκτηση, από μόνη της, δεν αποτελεί μια στρατηγική που κερδίζει. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ καυχήθηκε αυτόν τον μήνα πως «όσο περισσότερο συνεχίζεται ο εμπορικός πόλεμος, τόσο πιο αδύναμη γίνεται η Κίνα και τόσο πιο ισχυροί γινόμαστε εμείς». Όμως άλλοι βλέπουν να εξελίσσεται η αντίθετη δυναμική: αυξανόμενες απώλειες για κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες, καθώς οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Κίνας αποσυνδέονται για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 40 χρόνια συνεργασίας.

Οι τεχνολογικές κυρώσεις που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στην Κίνα -περιορισμούς στις αμερικανικές εξαγωγές προς περισσότερες από 140 κινεζικές εταιρείες που βρίσκονται στη «λίστα οντοτήτων» της Ουάσινγκτον- αιτιολογήθηκαν ως τιμωρία για αδικοπραξίες. Το Πεκίνο τις θεωρεί ως επιθετικότητα που «γεννήθηκε» από τον φόβο ότι η Κίνα θα γίνει ο τεχνολογικός ηγέτης του κόσμου.

Μια πατριωτική βίαιη αντίδραση στην Κίνα έχει ήδη αρχίσει. Η Cisco, η αμερικανική εταιρεία κατασκευής εξοπλισμού δικτύων, έχει σημάνει συναγερμό. Ο διευθύνων σύμβουλος Τσακ Ρόμπινς δήλωσε αυτόν τον μήνα πως κινεζικές κρατικές εταιρείες κλείνουν τις πόρτες τους στα μούτρα της Cisco. «Είμαστε απρόσκλητοι στις δημοπρασίες», είπε. «Δεν μας επιτρέπουν καν να συμμετέχουμε πλέον».

Η Qualcomm, η αμερικανική εταιρεία κατασκευής τσιπ που βγάζει το 65% των εσόδων της από την Κίνα, αντιμετωπίζει παρόμοιους αντίθετους ανέμους. Η εταιρεία προειδοποίησε αυτόν τον μήνα πως τα έσοδα στο οικονομικό έτος 2019 θα μειωθούν σε χαμηλό επτά ετών, κυρίως λόγω της φθίνουσας κινεζικής ζήτησης. Οι ανταγωνίστριες αμερικανικές εταιρείες τσιπ Micron, Qorvo και Broadcom επίσης βγάζουν περίπου το ήμισυ των παγκόσμιων εσόδων τους από την Κίνα.

«Γνωρίζουμε πως η αμερικανική τεχνολογία είναι συχνά η καλύτερη και πραγματικά θέλουμε να τη χρησιμοποιούμε», δήλωσε κατ’ ιδίαν ανώτατο στέλεχος κινεζικής τεχνολογικής εταιρείας. «Όταν όμως η προμήθεια από τις ΗΠΑ είναι τόσο αναξιόπιστη και τόσο πολιτικοποιημένη, αναγκαζόμαστε να βρούμε εναλλακτικές».

Το αίσθημα αυτό ενισχύεται από τους Κινέζους καταναλωτές. Η Huawei, η μεγαλύτερη εταιρεία εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών του κόσμου, έχει δει τις πωλήσεις smartphones της να εκτινάσσονται στο εσωτερικό, μετά την απόφαση της Ουάσινγκτον να βάλει την εταιρεία στη «μαύρη λίστα» τον Μάιο. Εν τω μεταξύ, οι πωλήσεις των iPhone της Apple στην Κίνα έχουν κάνει «βουτιά».

Από την άποψη των Κινέζων, η αμερικανική προσέγγιση μοιάζει το τέχνασμα του αυτοτραυματισμού προκειμένου να ξεγελάσεις τον αντίπαλο και να αποκτήσεις πλεονέκτημα, καθώς θα σε θεωρεί πιο αδύναμο. Στην κινεζική λαϊκή παράδοση, ένα τέτοιο απεγνωσμένο τέχνασμα είναι αποτελεσματικό μόνο αν καταφέρεις στο τέλος να επιφέρεις μεγαλύτερο τραύμα στον αντίπαλό σου.

Μέχρι στιγμής η Κίνα απορροφά τις πιέσεις. Τα επίσημα στοιχεία της δείχνουν πως το εμπορικό πλεόνασμα με τις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί φέτος, παρά την επιβολή εμπορικών δασμών στη λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού». Ορισμένες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, περιλαμβανομένων των HP, Dell, Microsoft, Amazon και Apple, εξετάζουν το ενδεχόμενο να μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους από την Κίνα. Όμως, ούτε αυτό ούτε η ένταξη σε αμερικανικές μαύρες λίστες δεν έχουν καταφέρει να φρενάρουν την τεχνολογική εξέλιξη της Κίνας.

Πράγματι, σε ορισμένους τομείς-κλειδιά, οι κινεζικές εταιρείες βρίσκονται ήδη μπροστά. Οι σιδηροτροχιές υψηλής ταχύτητας, οι γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσης, οι ΑΠΕ, τα οχήματα που κινούνται με νέες μορφές ενέργειας, οι ψηφιακές πληρωμές και οι τηλεπικοινωνίες 5G είναι κάποιοι μόνο από τους τομείς στους οποίους θεωρείται ευρύτερα πως οι κινεζικές εταιρείες ηγούνται έναντι των αντίστοιχων αμερικανικών εταιρειών.

Οι γνώμες διίστανται ως προς το αν οι ΗΠΑ ή η Κίνα έχει την πιο ζωηρή κουλτούρα start-up. Μελέτη που διεξήγαγαν κινεζικοί θεσμοί το 2017 βρήκαν πως η χώρα είχε 164 «μονόκερους» -δηλαδή startups αξίας άνω του 1 δισ. δολαρίων- έναντι 132 στις ΗΠΑ. Όμως η Credit Suisse τον Μάρτιο σε έκθεσή της ανέφερε πως οι ΗΠΑ είχαν 156 «μονόκερους» έναντι 93 της Κίνας -και πως οι κινεζικοί ήταν χαμηλότερης ποιότητας.

Σχεδόν όλες οι πηγές συμφωνούν πως η Κίνα καλύπτει γρήγορα το χαμένο έδαφος -ακόμα και σε θεμελιώδεις κλάδους όπως είναι η τεχνητή νοημοσύνη. «Παρά την τολμηρή πρωτοβουλία της Κίνας στην ΑΙ, οι ΗΠΑ ηγούνται σε απόλυτους όρους», δήλωσε αυτήν την εβδομάδα το Information Technology and Innovation Foundation. «Αυτή η τάξη θα μπορούσε να αλλάξει τα επόμενα χρόνια καθώς η Κίνα φαίνεται να σημειώνει πιο γρήγορη πρόοδο απ’ ό,τι οι ΗΠΑ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση», πρόσθεσε.

Με το διακύβευμα να είναι η κυριαρχία, καμία πλευρά δεν φαίνεται έτοιμη να κάνει έστω και μισό βήμα πίσω. Ο Dan Wang, αναλυτής της ερευνητικής εταιρείας Gavekal, ανέφερε πως είναι πιθανό να μπουν στη «μαύρη λίστα» των ΗΠΑ περισσότερες κινεζικές εταιρείες. Στα περαιτέρω μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται περιορισμοί στην εξαγωγή ευρύτερων κατηγοριών τεχνολογιών κατασκευασμένων στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον ίδιο.

Τους κινδύνους κλιμάκωσης έδειξαν τα θυμωμένα σχόλια του κ. Τραμπ αυτή την εβδομάδα. «Κάποιος έπρεπε να τα βάλει με την Κίνα», είπε. «Καιρός ήταν, είτε αυτό θα είναι καλό για τη χώρα μας ή κακό για τη χώρα μας βραχυπρόθεσμα».

Το πρόβλημα για την Ουάσινγκτον είναι πως τέτοια μέτρα μπορεί πράγματι να είναι άσχημα για την Αμερική -βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Οι αμερικανικές εταιρείες και οι εταίροι τους που λειτουργούν στην Κίνα πωλούν εννέα φορές περισσότερα απ’ ό,τι πωλούν οι κινεζικές αντίστοιχες εταιρείες στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την Gavekal.

Καθώς θα αποσυνδέονται οι υπερδυνάμεις, οι ΗΠΑ έχουν περισσότερα να χάσουν.

© The Financial Times Limited 2019. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

The US, China and Japan: Grand Strategy

0

All three countries are competing for power in the Pacific.

By George Friedman – August 28, 2019 Geopolitical Future

The United States emerged from World War II with complete control of the Pacific Ocean. Japan emerged from the war occupied and effectively governed by the United States. China, a few years after the end of the war, emerged as a communist state, united after a century of internal conflict, with limited global trade and extreme internal poverty. China and Japan defined their foreign policies in terms of U.S. actions, the Chinese sometimes in concert with the Soviet Union, but since the 1970s working with the United States against the Soviet Union. Each in its own way took its bearings from the United States.
Core Strategies

The core American strategy, in place for a century, has been twofold. First, to dominate North America, the United States had to control, at a minimum, the Western North Atlantic and the Eastern Pacific to prevent either invasions or blockades. Second, to maintain its place at the top, it had to make sure that no hegemonic power could emerge from Eurasia. Thus in 1917, following the fall of the Russian czar, the United States sent a massive expeditionary force to France to block German forces transferring from the east. In World War II, when the European balance of power was failing because of France’s collapse, the United States again sent forces to France to contain Germany.

In the Cold War, the United States massed forces to block the Soviets from occupying Western Europe. The threat of a hegemonic power was the ability to construct a naval force to challenge the United States. Control of the seas began with the preservation of a European balance of power.

In another simultaneous war, the United States was forced to defend its position in the Pacific by containing and driving back the Japanese. The threat from Japan was also hegemonic. If it controlled China and Southeast Asia, Japan would have access to manpower, raw materials and ultimately its own technology, posing a threat to the Eastern Pacific and therefore to the Pacific as a whole. The U.S. could not defeat Japan without taking control of the entire Pacific, giving us the Pacific reality that has held to this day.

Japan also had a strategy imposed on it. It is the only industrial power in the world completely lacking in industrial minerals. This peculiarity makes it essential for Japan to have access to these raw materials, from the Pacific Basin and from the Persian Gulf. Any interruption of this access threatens Japan’s ability to function as an industrial power.

The war in the Pacific began with a Japanese attack on China in search of manpower. This was followed by a move into Indochina to secure raw materials. When the United States countered with interference to Japanese access to oil in the Dutch East Indies and embargoed Japanese access to U.S. scrap metal and oil, Japan faced the choice between war and capitulation. It chose war.

Postwar Choices

Japan’s core strategy played out differently after World War II. The question of access to raw materials remained fundamental, but Japan’s geographical position proved vital to the U.S. defense of the Pacific. In addition to its proximity to Korea, Japan’s geography blocked the Soviets’ open access to the Pacific from Vladivostok. The latter was a fundamental interest of U.S. strategy, and therefore, the resurrection of Japan as a prosperous industrial power became vital to American power.

The inevitable logic of this was that the United States guaranteed Japan’s lines of supply to raw materials. Given the U.S. interest in the Pacific, and over time in the Indian Ocean as well, U.S. and Japanese strategic interests merged, and Japan was not forced to repeat the risks of World War II. The U.S. Navy guaranteed Japan’s access to the straits of Malacca and Hormuz.

China’s primary strategic interest is maintaining its territorial integrity. From the 1840s until 1948, China was in a state of constant regional warfare. The wars had many causes; chief among them was that the coastal region had deep economic ties to Europe and the United States, deeper than its ties to Beijing. The coastal region was relatively prosperous while the interior was not. It was for this reason that Mao, having failed to succeed in a rising in Shanghai to the long march to the interior, raised a peasant army that would seize all of China. Mao closed off China from the world, sinking it into poverty but facilitating unity.

Deng Xiaoping understood that poverty was a threat to Chinese survival. He gambled on repeating the old model – trade with the world – without repeating the old problem of regional inequality and strife. But that inequality has emerged, and the strategic struggle of China is to prevent regional strife. Hence the dictatorship of President Xi Jinping, continual purges of potential threats, and tightened control of the ultimate guarantor of national unity, the People’s Liberation Army.

Dangerous and Unpredictable

China is primarily a land power but faces a potential threat from the United States. China depends heavily on maritime trade. Given the geography of the South China and the East China seas, blockading China is a potential American strategy. Since China regards the United States as dangerous and unpredictable, China must assume this as a possible American action and take action to forestall it.


(click to enlarge)

The United States cannot tolerate the possibility of China marshaling manpower, raw material and technology to protect its access to global sea lanes because guaranteeing that access would require the United States to retreat from the far Western Pacific. Japan cannot tolerate such an evolution because it would leave Japan dependent on China for access to its essential resources and therefore subject to paying a high political price. The Chinese cannot tolerate the United States being in a position to blockade China and savage its economy, potentially weakening Chinese unity.

Neither Japan nor China can be certain of U.S. intentions, since the U.S. has the most room for maneuver. The primary strategy of avoiding hegemons is ideal, but a line through the islands of the Western Pacific to Australia is not an existential threat to the United States. The U.S. doing this does pose an existential threat to Japan. The United States maintaining a naval presence near the Chinese littoral region poses an existential threat to China.

It is in the interest of the Chinese, therefore, to maximize the risk to U.S. naval forces in the region. This does not require war, since the U.S. does not face an existential threat. Rather, the goal must be to create a balance of power where China has the option of initiating conflict with a degree of confidence in heavily damaging the U.S. fleet and accepting damage to China. If China can demonstrate this ability, and the urgent need to act at a time of its choice, the United States might choose to decline combat and retreat. Obviously, this would consist of a missile-based strategy and not a surface battle. And that would lead the U.S. to seek to threaten the survival of land-based missiles. This would be the contest in its simplest form. It would not only give China unfettered access to global sea lanes but would give it offensive capability as well.

For Japan, any decision by the United States to retreat would represent an existential challenge, since the key sea lanes on which Japan depends would now be held by China. No nation can base its national survival on the willingness of another nation to guarantee its interests. The Japanese don’t think the U.S. would retreat but they can’t be certain. Therefore, the Japanese strategy must be to create a threat to China sufficiently damaging that China will not challenge Japanese interests. Unlike the U.S., which might be induced to shift its posture because of the threat environment, Japan has no option, and therefore the threat of even a limited response is extremely high.

Given that Japan is the third-largest economy in the world, with an extremely capable technological base and a stable social order, the ability of Japan to generate such a threat in a relatively short time presents a danger to China. China has no preemptive power at this point because of the United States’ guarantees to Japan. For Japan, the goal here would be like the one Charles de Gaulle had for France. He developed the French nuclear capability not to destroy an enemy but, in his words, to “tear an arm off.”

Three-Way Game

There are of course other players involved in this three-way game, particularly Australia and India. But in the end, while valuable in the current environment for political and operational support, Australia remains under the U.S. security umbrella. India, unlikely as it is to have a trans-Himalayan war with China, sees its operations as political gestures.

It’s important to understand in this situation that while the immediate withdrawal of the U.S. from China’s near-abroad would not be an existential threat to the U.S., the evolution of events following this could become one. The U.S. fought Japan because it understood that ceding the Western Pacific to Japan would merely postpone the conflict. The same would be true with withdrawal from the Chinese periphery. Control of the Eastern Pacific is essential to the United States, and Washington has learned that this requires an overwhelming power in the western position to deter hostile action by China (or Russia before it) at the point of the greatest advantage to the United States. Therefore, while neither China nor Japan can be certain what the U.S. might do, the cold calculation is this: If the United States does not stand on this line, it will likely have to stand on another, less advantageous line.

China will continue to invest in sea lane denial weapons while it works to maintain stability at home. Japan will develop at least prototypes of advanced weapons while enjoying U.S.-provided access to the sea. And the U.S. will continue to make certain that it has a full spectrum of responses to China, while not forcing it into an impossible position where risk-taking is the only option.

 

“Μπορούμε να εμπιστευτούμε την Τουρκία στο θέμα της Ζώνης Ασφαλείας στη Συρία; Η Ιστορία λέει ΟΧΙ”

0
 

Michael Rubin     Μετάφραση Wan Wert

Είναι ένα τέχνασμα στο οποίο το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ πάντα την πατάει: Οι αντίπαλος παραπονιέται για δήθεν κακομεταχείριση του, με σκοπό να κερδίσει παραχωρήσεις.

Πρόκειται για μια στρατηγική στην οποία είναι εξπερ η Τουρκία. Αντί να λογοδοτεί για τη στήριξή της, προς τις θυγατρικές της αλ Κάιντα στη Συρία, για το ότι εθελοτυφλούσε στη ροή ξένων μαχητών κατά μήκος των συνόρων της, και για το οτι η οικογένεια του ίδιου του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επωφελείται από το εμπόριο πετρελαίου του Ισλαμικού Κράτους, διπλωμάτες των ΗΠΑ έχουν αντιμετωπίσει με ευπιστία τους υποτιθέμενους Τούρκικους φόβους για την κουρδική τρομοκρατία που προέρχεται από τη Συρία, παρ ολο που οι Τουρκικές αρχές δεν έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν αποδείξεις οι οποίες να δείχνουν μια Κουρδική τρομοκρατία, η οποία μαλιστα να προέρχεται από την Κουρδικά ελεγχόμενη Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας.

Παρ’ όλα αυτά, ο Ειδικός Απεσταλμένος των ΗΠΑ Τζέιμς Τζέφρι και η ομάδα του, έχουν ενδώσει στις τουρκικές αξιώσεις και έχουν συμφωνήσει τουλάχιστον προκαταρκτικά, σε μια τουρκική απαίτηση για μια ουδέτερη ζώνη, αν και οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς. Οι Κούρδοι, οι οποίοι επί του παρόντος επιβλέπουν την πιο ειρηνική και ασφαλή περιοχή της Συρίας, είναι επιφυλακτικοί στο να εμπιστευτούν τους Αμερικανούς συνομιλητές τους όταν τους διαβεβαιώνουν ότι οι τουρκικές δυνάμεις που θα εισέρχονται στην περιοχή τους θα σέβονται ευλαβικά τις διαπραγματευμένες κόκκινες γραμμές. Πρώτον, υπάρχει το προηγούμενο του Αφρίν, μιας περιοχής της Συρία στην οποία εισέβαλε ο τουρκικός στρατός και προχώρησε σε εθνο κάθαρση, ακόμα και καταστρέφοντας νεκροταφεία , σπάζοντας αγάλματα, και επιβάλλοντας στις γυναίκες να φορούν μαντίλες και να φέρουν αραβικά ονόματα.

Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση εδώ και χρόνια. Δυόμισι χρόνια μετά την επίτευξη συμφωνίας από διπλωμάτες για τον τερματισμό της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής της Μπασίκα, στο βόρειο Ιράκ, οι τουρκικές δυνάμεις παραμένουν. Χρόνια δε πριν, μια «Οργάνωση Παρακολούθησης της Ειρήνης» υπό την εποπτεία της Τουρκίας κατέλαβε θέσεις κλειδιά στο Ιρακινό Κουρδιστάν, παρ ολο που οι αντιμαχόμενες παρατάξεις συμφωνήσαν σε ειρήνη ζητώντας την απομάκρυνση της Τουρκιας .

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο ρατσισμός της ηγεσίας της Τουρκιας προς την κουρδική πολιτιστική έκφραση και η αντιπάθεια προς τις κουρδικές πολιτικές φιλοδοξίες, ή τα αυτοκρατορικά όνειρα του Ερντογάν. Αντίθετα, είναι ο ίδιος, ο τουρκικός τρόπος άσκησης διπλωματίας.
Σκεφτείτε τις τουρκικές προσπάθειες διαμεσολάβησης στη διαφωνία για τη Σομαλία. Το 1991, η πρώην Βρετανική Σομαλιλάνδη αποσύρθηκε από την ένωσή της με τη Σομαλία και διακήρυξε την ανεξαρτησία της, κίνηση που δεν αναγνωρίζει η κυβέρνηση της Σομαλίας στο Μογκαντίσου. Το Μογκαντίσου έχει γίνει, τα τελευταία χρόνια, Τούρκος πελάτης αν όχι αποικία της Τουρκιας , αλλά παράλληλα η Τουρκία διατηρεί προξενείο στην πρωτεύουσα της Σομαλιλάνδης Χαργκέισα και έχει αναλάβει να διαμεσολαβήσει στην ενδοσομαλική διαφωνία.
Ωστόσο, η αποδοχή της τουρκικής διαμεσολάβησης ήταν ενα λάθος λόγω της επαναλαμβανόμενης κακής πίστης της Άγκυρας.

Τα σύνορα της Σομαλιλάνδης, για παράδειγμα, ήταν προϊόν του τέλους του 19ου αιώνα, καθώς Βρετανοί διπλωμάτες επέτυχαν μια σειρά συνθηκών με τοπικούς ηγέτες φατριών, σχηματίζοντας τελικά ενα προτεκτοράτο. Το 1960, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο προσέφερε στη βρετανική Σομαλιλάνδη την πλήρη ανεξαρτησία της, αυτο και όλα τα άλλα μόνιμα μέλη του Ο.Η.Ε. αναγνώρισαν τα υπάρχοντα σύνορά της .
Ωστόσο, το σομαλικό κράτος Puntland, που ιδρύθηκε μόλις το 1998, αμφισβήτησε τα σύνορα με την Σομαλιλάνδης. Μεγάλο μέρος των παραπόνων του είναι παραπλανητικό, ειναι ένας τρόπος με τον οποίο η Σομαλία (το ειρωνικο δε ειναι οτι χρηματοδοτείται από δυτικούς δωρητές) προσπαθεί να υπονομεύσει τη Σομαλιλάνδη, τόσο για λόγους ρενβασισμου όσο και για να στρέψει την προσοχή του κόσμου από τη διαφθορά της ίδιας της Σομαλίας και την κρατική αποτυχία.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, ωστόσο, καθώς οι Τούρκοι διπλωμάτες προσποιούνταν ότι διαμεσολαβούν μεταξύ Μογκαντίσου και Χαργκέισα , η Τουρκία διένειμε βοήθεια σε περιοχές της Σομαλιλάνδης που διεκδικούσε η Σομαλία, σφραγισμένα με την τουρκική σημαία και με τη σημαία της Σομαλίας (και όχι της Σομαλιλάνδης), δείχνοντας έτσι στον τοπικό πληθυσμό τόσο την υποστήριξη της Τουρκιας στην επιθετικότητα της Σομαλίας όσο και τη σύνδεση της βοήθειας αυτής με το σχέδιο για υπονόμευση της κυριαρχίας της Σομαλιλάνδης. Το πρόβλημα για την Τουρκία, είναι ότι ενώ η Σομαλία αποδέχεται την επιθυμία της Τουρκίας για ενίσχυση του θρησκευτικού εξτρεμισμού, η Σομαλιλάνδη παραμένει σε μεγάλο βαθμό μετριοπαθής και με φιλοδυτική προοπτική. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο η Σομαλιλάνδη επιδιώκει σήμερα ευρύτερη διαμεσολάβηση στην οποία να συμμετέχουν οι “Ηνωμένες Πολιτείες, η Μεγάλη Βρετανία, και αρκετοί Ευρωπαίοι και Αφρικανοί εταίροι, αντί να εξαρτάται αποκλειστικά από την Τουρκία.

Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα των υπερπτήσεων. Οι επιβάτες διεθνών πτήσεων σπάνια σκέφτονται την διαδικασία που είναι απαραίτητη για να πετάξουν πάνω από άλλες χώρες. Όταν τα αεροσκάφη εισέρχονται στον εναέριο χώρο άλλης χώρας, απαιτούνται τόσο πληρωμές όσο και συντονισμός όσον αφορά τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας. Η κρατική αναγνώριση απο μόνη της δεν αποτελεί εχέγγυο για συμφωνίες υπερπτήσεων. Όταν επισκέφθηκα για παράδειγμα, για πρώτη φορά την Καμπούλ τον Μάρτιο του 2000, σε μια εποχή που οι Ταλιμπάν έλεγχαν την πρωτεύουσα, αλλά δεν είχαν επίσημα αναγνωριστεί ,συνάντησα αξιωματούχους της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών, οι οποίοι είχαν επαφές με τους Ταλιμπάν σχετικά με τις υπερ πτήσεις, τις επικοινωνίες και τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης.

Οι Τούρκοι διπλωμάτες επίσης, έχουν αναλάβει ρόλο μεσολαβητή μεταξύ Μογκαντίσου και Χαργκέισα σχετικά με υπερπτήσεις της Σομαλιλάνδης, ένα ολοένα και πιο σημαντικό θέμα δεδομένου του οτι ο μεγάλοι εμπορικοί αερομεταφορείς από την Αιθιοπία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Τζιμπουτί χρησιμοποιούν το αεροδρόμιο της Χαργκέισα. Παρά τις συμφωνίες στις οποίες μεσολάβησε η Τουρκία μεταξύ Μογκαντίσου και Χαργκέισα, η κυβέρνηση της Σομαλίας στο Μογκαντίσου ακύρωσε μονομερώς τις συμφωνίες της και ζήτησε πλήρη εξουσία στον εναέριο χώρο της Σομαλιλάνδης και στις εγκαταστάσεις της Σομαλιλάνδης. Όταν αξιωματούχοι της Σομαλιλάνδης διαμαρτυρήθηκαν στην Τουρκία, το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας άλλαξε τη θέση του και ανέφερε ότι ήταν απλά μεσολαβητές και όχι εγγυητές.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία αρνήθηκε να τηρήσει τις συμφωνίες που είχε διαπραγματευτεί ο διπλωμάτης της. Αυτή η ανεντιμότητα έχει πραγματικές επιπτώσεις στον κόσμο. Σύμφωνα με έναν ανώτερο αξιωματούχο της Σομαλιλάνδης, έχει υπάρξει πολλαπλασιασμός των μικρών, άγνωστων αεροσκαφών που διασχίζουν τώρα τον ουρανό της Σομαλιλάνδης και προσγειώνονται σε μικρές λωρίδες γης , ύποπτων για μεταφορά οπλισμού σε εξτρεμιστές, στους οποίους ο Ερντογάν δείχνει συμπάθεια.
Η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να θέλει να πιστεύει ότι οι καταγγελίες της Τουρκίας είναι νόμιμες και ότι πρέπει να ανοίξουν διπλωματική πόρτα για μεγαλύτερη τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία. Ο ειδικός απεσταλμένος James Jeffrey μπορεί ειλικρινά να πιστεύει ότι η Τουρκία θα τηρήσει τις διπλωματικές δεσμεύσεις που διαπραγματεύεται. Ωστόσο, η πρόσφατη πρακτική της Τουρκίας στη Συρία, το Ιράκ και τη Σομαλία δείχνει το αντίθετο: Η Άγκυρα δεν έχει καμία πρόθεση να τηρήσει τις συμφωνίες της, και οποιαδήποτε δέσμευση της να επιτρέψει την κουρδική αυτοδιοίκηση , να αποκλείσει την εθνοκάθαρση ή να αποτρέψει τη διείσδυση ισλαμιστών εξτρεμιστών και ξένων μαχητών είναι άνευ νοήματος.

Όπως θα καταλάβαινε ο καθένας που παρακολουθεί την τουρκική διπλωματική πρακτική , μια συμφωνία των ΗΠΑ με την Τουρκία για ένα δήθεν ασφαλή διάδρομο στα σύνορα ,δεν θα έκανε τίποτε άλλο απ το να έδινε το πράσινο φως για μια τουρκική κατοχή και εθνοκάθαρση εναντίον των κουρδων , των Γεζιδών και των χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής. Δεν είναι μόνο μια πολιτική ανήθικη από ανθρωπιστική άποψη, αλλά είναι επίσης και κακή από άποψη ασφάλειας, καθώς υπονομεύει τη σταθερότητα και τη μετριοπάθεια σπέρνοντας μάλιστα τους σπόρους του ριζοσπαστισμού και της τρομοκρατίας.

o Michael Rubin (@Mrubin1971) ειναι αρθρογραφος στο Examiner’s Beltway Confidential blog ,επιβλεπων στο  American Enterprise Institute και πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου.

Washington Examiner/infognomon.gr

Η μακρά πορεία της Κίνας προς την τεχνολογική υπεροχή

0

Οι ρίζες της φιλοδοξίας του Xi Jinping να «φτάσει και να ξεπεράσει»

Περίληψη:

Εκτός κι αν συμβεί μια μεγάλη κρίση, η Κίνα θα γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου με βάση το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν πολύ πριν από την εκατονταετή επέτειο της ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας το 2049. Οι ηγέτες της μετατοπίζονται ήδη από το «να φτάσουν» στο «να ξεπεράσουν».

Ο JULIAN BAIRD GEWIRTZ είναι ακαδημαϊκός μελετητής του Κέντρου Διεθνών Υποθέσεων Weatherhead του Χάρβαρντ και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Unlikely Partners: Chinese Reformers, Western Economists, and the Making of Global China.

Μέχρι πρόσφατα, οι αμερικανικές αντιλήψεις για την κινεζική τεχνολογία τείνουν να είναι είτε ελπιδοφόρες είτε απορριπτικές. Από την ελπιδοφόρα πλευρά, η επανάσταση της πληροφορικής θεωρήθηκε ως μια σίγουρη κίνηση προς μεγαλύτερες ελευθερίες [1]. «Φανταστείτε αν το Internet καθιερωνόταν στην Κίνα», είπε ο George W. Bush σε ένα προεδρικό ντιμπέιτ το 1999. «Φανταστείτε πώς θα εξαπλωθεί η ελευθερία». Ορισμένοι παρατηρητές σημείωσαν τις σημαντικές κλοπές και τις απομιμήσεις από αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, αλλά η κινεζική τεχνολογία γενικά θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύει μικρή ή καθόλου ανταγωνιστική απειλή, με τους αναλυτές να εξηγούν -όπως το έθεσε ο τίτλος του περιοδικού Harvard Business Review το 2014- «γιατί η Κίνα δεν μπορεί να καινοτομήσει».

28082019-1.jpg

Πινακίδες που διαφημίζουν το 5G και την China Unicom αναρτώνται στην Σαγκάη, τον Απρίλιο του 2019. Aly Song/REUTERS
———————————————————-

Όμως, η Κίνα ανέβηκε γρήγορα στην αλυσίδα [προστιθέμενης] αξίας [2], δημιουργώντας βιομηχανίες παγκόσμιας κλάσης σε όλα, από την [τεχνολογία] 5G και την τεχνητή νοημοσύνη έως την βιοτεχνολογία και την κβαντική υπολογιστική. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν τώρα ότι η Κίνα θα μπορούσε να εκτοπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως η κορυφαία τεχνολογική δύναμη στον κόσμο. Και πολλοί νομοθέτες των ΗΠΑ θεωρούν αυτή την προοπτική ως μια υπαρξιακή απειλή [3] προς την οικονομική και στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ. «Πολύ επικίνδυνη», είπε πρόσφατα ο πρόεδρος Donald Trump όταν μιλούσε για την κινεζική εταιρεία τηλεπικοινωνιών, Huawei˙ ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, John Bolton, προειδοποίησε για ένα «τσιπ από την Μαντζουρία».

Ωστόσο, εάν η ταχεία τεχνολογική πρόοδος της Κίνας προκάλεσε σοκ στους περισσότερους παρατηρητές στις Ηνωμένες Πολιτείες, για τους Κινέζους ηγέτες αντικατοπτρίζει μια κίνηση που χρονολογείται από τις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας. Ο πρόεδρος Xi Jinping περιέγραψε έναν τρομερό στόχο για την κινεζική τεχνολογία: «Να φτάσει, και να ξεπεράσει». Αλλά αυτή η φιλοδοξία, συντομευμένη ως ganchao στα κινέζικα, υπήρξε από καιρό ένας από τους καθοριστικούς στόχους του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος˙ παραμένει το ουσιαστικό πλαίσιο για την κατανόηση της φιλοδοξίας της Κίνας να γίνει μια τεχνολογική υπερδύναμη σήμερα, φέρνοντας μαζί τις κληρονομιές του μαρξισμού, του μαοϊσμού και την βασανιστική επιδίωξη του εκσυγχρονισμού από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ). Στο μυαλό των ηγετών της Κίνας, από τον Μάο Τσε Τουνγκ μέχρι τον Σι Τζινπίνγκ, η τεχνολογική πρόοδος δεν είναι μόνο μέσο οικονομικής και στρατιωτικής ικανότητας, αλλά και ιδεολογικός στόχος από μόνη της -προσφέροντας την τελική απόδειξη της αποκατάστασης της Κίνας ως μεγάλης δύναμης μετά από δεκαετίες αγώνα.

«ΦΤΑΣΕ ΚΑΙ ΞΕΠΕΡΑΣΕ»

Πολύ πριν ο Donald Trump και ο Xi Jinping ξεκινήσουν τον εμπορικό τους πόλεμο, η ιστορική εμμονή του ΚΚΚ στην προηγμένη τεχνολογία προέκυψε από έναν συνδυασμό νοσταλγίας για την χαμένη αυτοκρατορική δόξα της Κίνας και δέους για τον σοβιετικό εκσυγχρονισμό. Ο Μάο, όπως κι άλλοι Κινέζοι επαναστάτες και μεταρρυθμιστές, απέδωσαν το ότι η χώρα έχει μείνει πίσω, μερικώς στην ανικανότητά της να συμβαδίζει με τις διεθνείς τεχνολογικές εξελίξεις. Και παρακολούθησε τους ηγέτες στη Μόσχα να χαράζουν την πορεία τους προς την τεχνολογική πρόοδο.

Αρχικά, η Κίνα του Μάο έλαβε εκτεταμένη τεχνολογική και τεχνική βοήθεια [4] από τον σοβιετικό «μεγαλύτερης ηλικίας αδελφό». Το 1957, ο σοβιετικός ηγέτης, Νικήτα Χρουστσόφ, δήλωσε ότι ο στόχος του ήταν να «φτάσει και να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες». Ο Μάο πήρε την ιδέα και την έκανε δική του, βάζοντας την κινεζική παραλλαγή του στόχου του Χρουστσόφ -ganchao-στην καρδιά των φιλοδοξιών του ΚΚΚ. Ο ίδιος οραματίστηκε την «συντριπτική υπεροχή» του σοσιαλιστικού κόσμου στην επιστήμη και την τεχνολογία και κατέληξε να δει την τεχνολογική ισχύ ως κεντρική στην οικονομική, ιδεολογική και γεωπολιτική ισχύ -την άποψη «φτάνω και ξεπερνώ» που οι ηγέτες του ΚΚΚ συνεχίζουν να έχουν και σήμερα.

Η κινεζική προσαρμογή του «φτάνω και ξεπερνώ» γρήγορα έγινε πυρετώδης και ουτοπική. Ο Μάο, ανυπόμονος [5] να αναπτυχθεί ταχύτερα από την ανυπόφορη Σοβιετική Ένωση, ανακοίνωσε στις αρχές του 1958 ότι η Κίνα θα κάνει ένα Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός, στο οποίο «η πολιτική και η τεχνολογία πρέπει να είναι ενωμένες». Το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός –μια μαζική εκστρατεία ταχείας εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης της χώρας-έληξε σε έναν καταστροφικό λιμό που σκότωσε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Ακόμα και τότε, το ΚΚΚ δεν εγκατέλειψε το ganchao. Οι συνεχιζόμενες ανησυχίες για την στρατιωτική καθυστέρηση της Κίνας, όπως έγραψε ο Evan Feigenbaum [6], προκάλεσαν επανειλημμένες πιέσεις για τεχνολογική πρόοδο. Το 1975, ο ηγέτης Zhou Enlai εισήγαγε την έννοια των τεσσάρων εκσυγχρονισμών: Τον εκσυγχρονισμό της «γεωργίας, της βιομηχανίας, της εθνικής άμυνας, και της S&T (Science & Technology, Επιστήμης και Τεχνολογίας) … στις πρώτες θέσεις του κόσμου» μέχρι το έτος 2000. Και όταν ο Τσου και ο Μάο πέθαιναν το 1976, οι διάδοχοί τους, Hua Guofeng και Deng Xiaoping, επιχείρησαν «ένα νέο βήμα προς τα εμπρός» [7], με στόχο να βοηθήσουν την Κίνα «να φτάσει» με την εισαγωγή προηγμένης τεχνολογίας αξίας άνω των 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το εξωτερικό.

Όταν το νέο αυτό άλμα καταποντίστηκε επίσης, εξαιτίας των αυξανόμενων χρεών και της ασύνετης λήψης αποφάσεων, ο Deng υιοθέτησε μια νέα προσέγγιση στο ganchao, αυτή την φορά στηριζόμενος στην μεταρρύθμιση της αγοράς, την βιομηχανική πολιτική και το οικονομικό άνοιγμα. Το ΚΚΚ αποκατέστησε εκείνους που είχαν εκκαθαριστεί κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, αύξησε τις επενδύσεις στην έρευνα και την κατάρτιση στον τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας, έστειλε αντιπροσωπείες στο εξωτερικό [8] για να φέρουν νέες ιδέες και τεχνολογίες στην Κίνα, και ενθάρρυνε ξένες επιχειρήσεις να ιδρύσουν υποκαταστήματα στην Κίνα και να μοιράζονται εξελιγμένο εξοπλισμό και τεχνογνωσία. Η άνοδος των τεχνολογιών της πληροφορικής έγινε μια ιδιαίτερη εμμονή της κινεζικής ηγεσίας την δεκαετία του 1980. Το 1983, ο πρωθυπουργός Zhao Ziyang έκανε μια ομιλία για την «παγκόσμια Νέα Τεχνολογική Επανάσταση» [9], επικαλούμενος την ανάγκη να «φθάσει και να ξεπεράσει» και μνημονεύοντας τα συγγράμματα του Αμερικανικού φουτουριστή Alvin Toffler, του οποίου το βιβλίο The Third Wave προέβλεψε την άνοδο μιας νέας Εποχής των Πληροφοριών. Ο Ζάο και ο Ντενγκ επιζήτησαν «ανάπτυξη με “άλματα βατράχου” σε βασικούς τομείς υψηλής τεχνολογίας» όπως η τεχνολογία των πληροφοριών, η αυτοματοποίηση και η βιοτεχνολογία.

Στην εμπορικοποιημένη οικονομία, οι νεοεμφανιζόμενες ιδιωτικές εταιρείες εξυπηρέτησαν επίσης τον εθνικό στόχο να «φτάσουν και να ξεπεράσουν». Ο Liu Chuanzhi [10], ένας μηχανικός της κρατικής Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών, ξεκίνησε μια παράλληλη επιχείρηση που εξελίχθηκε στην Lenovo, έναν από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές προσωπικών υπολογιστών παγκοσμίως. Ο Ren Zhengfei, πρώην αξιωματικός του Σώματος Μηχανικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, άρχισε να εισάγει και να αναπαράγει (στμ: με reverse-engineering,αντίστροφη μηχανική) [11] ξένο υλικό δικτύων και ξένα ηλεκτρονικά συστήματα [12], δημιουργώντας την Huawei [13] το 1987.

Κατά την δεκαετία του 1990 και του 2000, η επιδίωξη της προηγμένης τεχνολογίας περιελάμβανε διάφορες στρατηγικές ποικίλου βαθμού νομιμότητας και δημοσιότητας. Η προώθηση του ιδιωτικού τομέα παρέμεινε κρίσιμο μέρος της στρατηγικής του ΚΚΚ˙ ειδικά η Huawei κέρδισε υψηλού προφίλ εγκρίσεις [13] από ανώτερους Κινέζους ηγέτες και δεκάδες δισεκατομμύρια σε δάνεια από κρατικές τράπεζες, καθιστάμενη εθνική πρωταθλήτρια καθώς επεκτάθηκε στο εξωτερικό και συνεργάστηκε με ξένες εταιρείες. Οι επιχειρήσεις πληροφορικής άνθιζαν, αλλά το ΚΚΚ διαχειριζόταν επιμελώς τους αντιλαμβανόμενους πολιτικούς και πολιτισμικούς κινδύνους που συνοδεύουν την άνοδο του Διαδικτύου. Κατά την οικοδόμηση του Μεγάλου Τείχους [διαδικτυακής] Προστασίας (Great Firewall), οι ηγέτες της Κίνας εκμεταλλεύτηκαν επίσης τα πιο ανοιχτά δίκτυα στις ανεπτυγμένες χώρες: Στρατολογώντας επιθετικά Κινέζους ειδικούς στο εξωτερικό για να επιστρέψουν στην ΛΔΚ, αποκτώντας πνευματική ιδιοκτησία από το εξωτερικό με το να επιβάλλουν τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε κοινοπραξίες, και εμπλεκόμενοι σε βιομηχανική κατασκοπεία που στόχευε σε τεχνολογίες υψηλής αξίας.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

Το 2013, λίγο αφότου ορίστηκε ως γενικός γραμματέας του ΚΚΚ, ο Σι ανέπτυξε το όραμά του για το μέλλον της Κίνας σε μια σειρά παρατηρήσεων επικεντρωμένων γύρω από τον στόχο της εθνικής αναζωογόνησης –για να επανακτήσει πλούτο, ισχύ και δόξα για την Κίνα. Μαζί με τα προβλήματα της διαφθοράς, της ρύπανσης, του χρέους και του στρατιωτικού ανταγωνισμού, ανησυχούσε ανοιχτά [14] για την υστέρηση της κινεζικής τεχνολογίας. Η προηγμένη τεχνολογία ήταν το κλειδί για την Δυτική «επιρροή επί του κόσμου στην σύγχρονη εποχή». Το Πεκίνο θα χρειαζόταν μια «ασύμμετρη στρατηγική» για να «φτάσει και να ξεπεράσει», δήλωσε, επικαλούμενος ανοιχτά την φιλοδοξία του ΚΚΚ εδώ και δεκαετίες.

Αυτή η μακρόχρονη θεώρηση, η οποία αντικατοπτρίζει μια μονόπλευρη εστίαση στο ganchao, εξηγεί την ένταση και την επιμονή της κινεζικής κλοπής εμπορικών μυστικών, εμπλέκοντας τόσο την συμβατική κατασκοπεία όσο και το κυβερνοέγκλημα -αυτό που ο πρώην διευθυντής της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA), Keith Alexander, αποκάλεσε ως «η μεγαλύτερη μεταβίβαση πλούτου [15] στην ιστορία». Έχει ενισχυθεί από την πεποίθηση [των Κινέζων] ότι οι κλοπές της Κίνας ήταν μέρος της διόρθωσης των ιμπεριαλιστικών παραπτωμάτων από τις Δυτικές χώρες καθώς και η σύνδεση των τεχνολογικών προόδων με την ιδεολογία και την ταυτότητα του ΚΚΚ. Αντικατοπτρίζουν επίσης ένα παράδοξο στην σχέση του ΚΚΚ με την τεχνολογία: Η επιδίωξη μιας υπέρτατης κατάστασης αυτοδυναμίας βασίστηκε κυρίως στην ξένη τεχνολογία και τεχνογνωσία.

Μέχρι την στιγμή που ο Trump ανέλαβε καθήκοντα, οι κυβερνήτες της Κίνας μπορούσαν να δουν ότι η επικέντρωσή τους στο ganchao έφερε καρπούς. Εκτός κι αν συμβεί μια μεγάλη κρίση, η Κίνα θα γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου με βάση το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν πολύ πριν από την εκατονταετή επέτειο της ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας το 2049. Οι ηγέτες της μετατοπίζονται ήδη από το «να φτάσουν» στο «να ξεπεράσουν».

Ο Xi υποστηρίζει ότι η εγχώρια τεχνολογική καινοτομία είναι απαραίτητη για να ξεπεραστεί η Δύση, ακόμη και αν η αντιγραφή είναι ως επί το πλείστον επαρκής για να καλύψει την διαφορά. Ονομάζει την καινοτομία [16] «την πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης», δίνοντας μια λάμψη στιλ Silicon Valley στη μαρξιστική ιδέα [17] των ιστορικών «κινητήριων δυνάμεων». Σε στενή συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες και πανεπιστήμια, το ΚΚΚ έθεσε τομείς όπως η παραγωγή τσιπ [18], η βιοτεχνολογία, οι τηλεπικοινωνίες και η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence, AI) ως περιπτώσεις δοκιμής για το αν η Κίνα μπορεί να «ξεπεράσει» τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια υποστηριζόμενη από το κράτος πλημμύρα φθηνού κεφαλαίου, ερευνητές παγκόσμιας κλάσης, «πολιτικο-στρατιωτική σύντηξη» [19], και λιγότερο περιοριστικά πρότυπα, δίνουν στα κινεζικά εργαστήρια ένα πλεονέκτημα. Στην κούρσα για την ανάπτυξη της ασύρματης υπηρεσίας επόμενης γενιάς, το 5G, η Huawei ηγείται, με έναν από τους μεγαλύτερους προϋπολογισμούς Ε&Α (Έρευνας και Ανάπτυξης) [12] έναντι οποιασδήποτε εταιρείας τεχνολογίας, και έσοδα περίπου ίσα [20] με τους τηλεπικοινωνιακούς ανταγωνιστές Nokia και Ericsson [συνολικά]. Και όταν πρόκειται για τα δεδομένα που τροφοδοτούν την AI, σύμφωνα με μια έκθεση του think-tank «MacroPolo» [21], η Κίνα μπορεί να επωφελείται από το γεγονός ότι έχει λιγότερους περιορισμούς όσον αφορά τον πειραματισμό με νέα συστήματα. (Οι Ουιγούροι έχουν βιώσει αυτό που οδηγεί στο ψυχρό τεχνολογικό αυταρχικό μοντέλο που εφαρμόζεται στην [επαρχία] Xinjiang). Επειδή το ΚΚΚ ήδη ασχολείται με μεγάλης κλίμακας παρακολουθήσεις και περιορίζει τις προσωπικές ελευθερίες, οι καινοτομίες στα συστήματα big data για τις έξυπνες πόλεις και το σύστημα βαθμολογίας κοινωνικής πίστης δείχνουν προς μια καταπληκτικά δυστοπική κατεύθυνση.

Για τον Xi, η καινοτομία είναι καλή τόσο για την διατήρηση του κοινωνικού ελέγχου όσο και για την αύξηση της εθνικής ισχύος. Το Made in China 2025 [22] δείχνει το εύρος των φιλοδοξιών του Πεκίνου. Το Made in China 2025 στοχεύει να ενισχύσει τις κινεζικές επιχειρήσεις και να εξασφαλίσει ότι ελέγχουν την εγχώρια αγορά σε προηγμένες τεχνολογίες όπως η ρομποτική, τα οχήματα νέας ενέργειας, οι ιατρικές συσκευές, η κβαντική υπολογιστική και η AI. Ένας Κινέζος αξιωματούχος είπε στην [εφημερίδα] The Wall Street Journal [23] ότι το σχέδιο έχει υποστεί διακοσμητικές αλλαγές «επειδή οι Αμερικανοί δεν το συμπαθούν». Ωστόσο, στην ουσία του αντέχει [24] και άλλοι ανώτεροι αξιωματούχοι επιμένουν ότι το ΚΚΚ «δεν θα παραδώσει ποτέ ούτε ένα εκατοστό» σχετικά με τους ευρύτερους στόχους αυτού του σχήματος.

Από την κορυφή προς τα κάτω, η υπό την ηγεσία του ΚΚΚ τεχνολογική καινοτομία φέρνει ένα ποσό προκλήσεων. Πολλοί παρατηρητές ορθώς αναφέρουν τους κινδύνους της κακοδιαχείρισης των κυβερνητικά κατευθυνόμενων επενδύσεων [25], η οποία έχει οδηγήσει σε σπατάλη και μαζική υπερπροσφορά, ή τις προκλήσεις της υποστήριξης μικρών επιχειρηματιών και ερευνητών χωρίς σημαντική παρέμβαση. Όμως, τα αρχεία των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι οι ηγέτες του ΚΚΚ πρόκειται, κατά την επιδίωξη της τεχνολογικής προόδου, να επιδείξουν εμμονή και εφευρετικότητα στην αντιμετώπιση των εμποδίων αυτών. Η ηγεσία της Κίνας είναι σίγουρα επιρρεπής στο να υπερβάλλει για τα επιτεύγματά της σε μια μακρά ιστορία που χαρακτηρίζεται από άλματα, βιασύνες και «ασύμμετρα βήματα» -αλλά έχει επίσης ένα ιστορικό στο να κάνει ό, τι χρειάζεται για να μετατρέψει τον υπερβολικό ενθουσιασμό σε πραγματικότητα.

ΑΓΩΝΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Ο στόχος να ξεπεραστούν τεχνολογικά οι άλλες χώρες δεν σημαίνει ότι οι ηγέτες της Κίνας αναζητούν παγκόσμια στρατιωτική υπεροχή. Αλλά ακόμη και στα καλύτερα σενάρια, η μετάβαση της Κίνας από το να «φτάσει» στο να «ξεπεράσει» θα είναι αποσταθεροποιητική, καθώς άλλες χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με τις κινεζικές φιλοδοξίες για μεγαλύτερη ευημερία και ασφάλεια και αισθάνονται την σχετική μείωση της ισχύος τους. Και για την Κίνα, η κατασκευή δικτύων 5G για άλλες χώρες και η πραγματοποίηση καινοτομιών στην AI σαφώς προωθούν τους στόχους του ΚΚΚ πολύ πέρα από την αυστηρά ερμηνευμένη αυτοδυναμία [26]. Ακόμη και αν επιχειρήσεις όπως η Huawei και η ZTE αναμφισβήτητα δεν υπονομεύονται από το κράτος [27], το έργο τους εξυπηρετεί σαφώς τα συμφέροντα του ΚΚΚ.

Η τεχνολογία θα παραμείνει στο επίκεντρο των εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας [28] πολύ πέρα από το τέλος του σημερινού εμπορικού πολέμου. Η τεχνολογία, για το ΚΚΚ, είναι στην πράξη εξουσία -είναι ιστορική αλλαγή σε υλική μορφή. Οι ρίζες του «φτάνω και ξεπερνώ» καταδεικνύουν ότι η προσέγγιση του ΚΚΚ στην τεχνολογία είναι πολύ πιο βαθιά εδραιωμένη από όσο αντιλαμβάνονται πολλοί αναλυτές. Εάν οι ηγέτες της Κίνας αισθάνονται ότι η τεχνολογική τους άνοδος κινδυνεύει, είναι πιθανό να αντιδράσουν πιο δυναμικά και πιο ασυμβίβαστα από ό, τι μπορεί να περιμένουν οι πολιτικοί -όπως απέδειξε η κινεζική απάντηση στην προσπάθεια της Ουάσιγκτον να εμποδίσει την παγκόσμια κυριαρχία της Huawei στο 5G.

Μια παντοδύναμη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο τεχνολογικών ηγετών του κόσμου θα είναι εξαιρετικά δαπανηρή, διαταρακτική και καταστροφική. Αντ’ αυτού, οι αρμόδιοι για την χάραξη πολιτικής θα πρέπει να επικεντρωθούν στην καθιέρωση και την επιβολή νέων κανόνων για τον ήδη υπάρχοντα αγώνα, έτσι ώστε ο ανταγωνισμός να μπορεί να γίνει με δίκαιο τρόπο και να περιοριστεί τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό θα απαιτήσει τον έλεγχο των κινεζικών επενδύσεων και εξαγορών αμερικανικών επιχειρήσεων, πολύ πέρα από την παραδοσιακή αρμοδιότητα της Επιτροπής Εξωτερικών Επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και [έλεγχο] του αποτυπώματος τόσο των κινεζικών εταιρειών στις Ηνωμένες Πολιτείες (όπως το εργαστήριο ΑΙ της Baidu στην Silicon Valley [29]) όσο και των αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα (όπως το εργαστήριο AI της Google στο Πεκίνο [30]). Επιπλέον, η Ουάσιγκτον πρέπει να επιδιώξει να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Κίνα το συντομότερο δυνατόν για να διερευνήσει κοινούς κανόνες για τις αναδυόμενες τεχνολογίες. Τέτοιες συμφωνίες ήταν δυνατές με την Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν εάν βασιστούν σε βαθιά κατανόηση των υπό συζήτηση τεχνολογιών και στην σημασία της τεχνολογίας για τις αντιλήψεις αμφότερων των χωρών για την εθνική ισχύ. Για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, αυτό μπορεί να προϋποθέτει να δημιουργηθούν ή να βελτιωθούν τα θεσμικά όργανα χάραξης πολιτικών, όπως η αναβάθμιση του Office of Science and Technology Policy (το οποίο λειτουργεί σήμερα το National Science and Technology Council) σε νέο Εθνικό Συμβούλιο Αναδυόμενων Τεχνολογιών. Το Εθνικό Συμβούλιο Αναδυόμενων Τεχνολογιών (National Emerging Technology Council) θα χρησιμεύσει ως ένας συνεπής, υψηλού επιπέδου οργανισμός, επικαλύπτοντας το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και το Εθνικό Οικονομικό Συμβούλιο, για να συντονίσει αποτελεσματικότερα ολόκληρη την κυβέρνηση και να παράσχει εξουσιοδοτημένη εμπειρογνωμοσύνη σχετικά με την εσωτερική πολιτική και τις διεθνείς διαπραγματεύσεις.

Η απάντηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ δεν πρέπει να βασιστεί στην ιδέα, που προφανώς βρίσκεται στη μόδα τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και στο Πεκίνο, ότι όλες οι επιστημονικές και τεχνολογικές δραστηριότητες είναι ένας ανταγωνισμός μηδενικού αθροίσματος μεταξύ των κρατών. Η ιστορία του ganchao υποδηλώνει ότι η αποκαλούμενη τεχνολογική αποσύνδεση μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών θα συνεχιστεί σε περιοχές όπου είναι πιο δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ εμπορικών και στρατιωτικών εφαρμογών. Αλλά η χαλάρωση της αλληλεξάρτησης συνεπάγεται σημαντικό κόστος και έτσι οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να επιχειρήσουν να κάνουν διάκριση μεταξύ τομέων στην Κίνα που χαρακτηρίζονται από έντονη ηγεσία του ιδιωτικού τομέα και εκείνους που κυριαρχούνται από το κράτος –δεν είναι όλες οι «κινέζικες» τεχνολογίες ίδιες. Τα ερευνητικά ιδρύματα και οι ιδιωτικές εταιρείες θα χρειαστούν επίσης πολύ περισσότερη βοήθεια για την αξιολόγηση της δυνητικής ερευνητικής συνεργασίας με τους Κινέζους ομολόγους τους και για την προστασία από προβληματικές συμπράξεις, ενώ θα διατηρούν παράλληλα τη μεγάλη αξία των διεθνών ανταλλαγών στην πρόοδο της επιστημονικής έρευνας.

Πάνω απ’ όλα, η Ουάσινγκτον δεν πρέπει να θεωρήσει την αντιμετώπιση της τεχνολογικής προόδου της Κίνας ως ένα υποκατάστατο των επενδύσεων σε μια μεγάλη προσπάθεια εγχωρίως [31]. Οι επανειλημμένες προσπάθειες της διοίκησης Trump να περικόψει τους προϋπολογισμούς [32] για το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation) και για άλλες κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις S&T είναι βαθιά αυτοκαταστροφικές σε μια περίοδο εντατικοποιημένου τεχνολογικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας. Η τεχνολογική πρόοδος της Κίνας θα δημιουργήσει προκλήσεις όχι μόνο στην ισχύ των ΗΠΑ αλλά και στην αίσθηση των Ηνωμένων Πολιτειών ως παγκόσμιου ηγέτη και πρωτοπόρου. Αυτό απαιτεί σημαντικές εγχώριες επενδύσεις στις ΗΠΑ [31] σε κυβερνητικά ερευνητικά εργαστήρια S&T και ιδιωτικά ερευνητικά ιδρύματα σίγουρα, ίσως και σε ιδιωτικές εταιρείες άμεσα. Θα απαιτήσει επίσης την κινητοποίηση του αμερικανικού λαού πίσω από την σημαντική βελτίωση των συστημάτων εκπαίδευσης, υποδομών, και μετανάστευσης, τα οποία αποτελούν πηγές της διαρκούς ισχύος της χώρας. Εάν υπάρχει ένα πράγμα που οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ μπορούν να μάθουν από την ιστορία του ganchao, είναι ότι ο κόσμος εξακολουθεί να θέλει αυτό που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-08-27/chinas-long-mar…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-02-13/china-reckoning
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-08-13/when-china-rule…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-07-18/how-confront-ad…
[4] https://www.uncpress.org/book/9781469629834/the-sino-soviet-alliance/
[5] https://www.mitpressjournals.org/doi/10.1162/JCWS_a_00430
[6] https://www.sup.org/books/title/?id=3946
[7] https://www.jstor.org/stable/41262805
[8] https://www.amazon.com/Unlikely-Partners-Chinese-Reformers-Economists/dp…
[9] https://www.cambridge.org/core/journals/journal-of-asian-studies/article…
[10] https://www.wsj.com/articles/chinas-fearsome-dragons-1490828012
[11] https://www.wsj.com/articles/silicon-valley-helped-build-huawei-washingt…
[12] https://www.wsj.com/articles/how-huawei-took-over-the-world-11545735603
[13] https://csis-prod.s3.amazonaws.com/s3fs-public/legacy_files/files/public…
[14] https://www.nytimes.com/2018/05/11/world/asia/xi-jinping-china-national-…
[15] https://www.youtube.com/watch?v=JOFk44yy6IQ
[16] http://www.xinhuanet.com/english/2018-05/29/c_137213175.htm
[17] https://www.thechinastory.org/cot/jiang-shigong-on-philosophy-and-histor…
[18] https://www.axios.com/newsletters/axios-future-831da177-9181-4977-8664-9…
[19] https://www.cfr.org/blog/civil-military-fusion-missing-link-between-chin…
[20] https://www.wsj.com/articles/huawei-long-seen-as-spy-threat-rolled-over-…
[21] https://macropolo.org/ai-data-us-china/
[22] https://supchina.com/2018/06/28/made-in-china-2025/
[23] https://www.wsj.com/articles/china-drops-a-policy-the-u-s-dislikes-at-le…
[24] https://www.merics.org/en/papers-on-china/evolving-made-in-china-2025
[25] https://www.scmp.com/news/china/diplomacy/article/2189046/chinas-tech-st…
[26] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-06-19/why-blacklistin…
[27] https://www.lawfareblog.com/huawei-and-managing-5g-risk
[28] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/competition-with-china-wit…
[29] https://www.bizjournals.com/sanjose/news/2017/10/04/baidu-expands-its-fo…
[30] https://www.blog.google/around-the-globe/google-asia/google-ai-china-cen…
[31] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-06-25/trumps-trade-wa…
[32] https://www.nature.com/articles/d41586-019-00719-4

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition