Δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση London Review of Books, Μάρτιος 2006.
(Αθήνα, Θύραθεν, 2006 – μετφ. Μαριάνα Δεσύπρη)
John Mearsheimer. Γεννήθηκε το 1947 στο Μπρούκλιν της Ν. Υόρκης. 18 ετών κατετάγη στον στρατό και σπούδασε στη Στρατιωτική Ακαδημία των ΗΠΑ, στο West Point. Μετά την αποφοίτηση του υπηρέτησε ως αξιωματικός της αεροπορίας για 5 χρόνια, και στη συνέχεια έκανε ανώτερες σπουδές στα πανεπιστήμια Cornell και University of Southern California, στον τομέα των διεθνών σχέσεων. Από το 1982 είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Σικάγο. Την τριετία 1989-92 υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Τμήματος.
Τα βιβλία του πραγματεύονται θέματα πολιτικής διεθνούς ασφαλείας και θεωρίας διεθνών σχέσεων: Conventional Deterrence (1983), Nuclear Deterrence: Ethics and Strategy (1985), Liddell Hart and the Weight of History (1988) και The Tragedy of Great Power Politics (2001). [Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων] Έχει γράψει επίσης πολλά άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε ακαδημαϊκά έντυπα όπως το International Security, και σε περιοδικά ευρύτερης κυκλοφορίας όπως το Atlantic Monthly το οποίο, για λόγους ευνόητους, αρνήθηκε να δημοσιεύσει το «Ισραηλινό Λόμπι».
Stephen Walt. Γεννήθηκε το 1955. Είναι Κοσμήτορας της Σχολής Διακυβέρνησης (J.F. Kennedy School of Government) του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, όπου εργάζεται ως καθηγητής Διεθνών Υποθέσεων. Τον Μάιο του 2005 εξελέγη μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών. Εργάζεται επίσης ως μέλος συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Foreign Policy, Security Studies, International Relations και journal of Cold War Studies. Έχει γράψει τα βιβλία: The Origins of Alliances (1987), Revolution and War (1996) και Taming American Power: The Global Response to U.S. Primacy (2005).
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το κείμενο «Το Ισραηλινό Λόμπι και η Εξωτερική Πολιτική των ΗΠΑ» των John Mearsheimer και Stephen Walt, μαζί με τον πρόλογο του Mark Mazower, εξετάζει τη στενή σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ και προσπαθεί να εξηγήσει γιατί η Ουάσιγκτον παρέχει τόσο εκτεταμένη πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη στο Ισραήλ. Η βασική θέση των συγγραφέων είναι ότι αυτή η στήριξη δεν μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά ούτε από κοινά στρατηγικά συμφέροντα ούτε από αποκλειστικά ηθικούς λόγους. Αντίθετα, κατά τη γνώμη τους, ο καθοριστικός παράγοντας είναι η ισχυρή επιρροή του «Ισραηλινού Λόμπι» στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το οποίο έχει καταφέρει να κατευθύνει την αμερικανική εξωτερική πολιτική προς μια φιλοϊσραηλινή κατεύθυνση.

Ο πρόλογος του Mark Mazower δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διαβαστεί το κείμενο. Δεν εστιάζει τόσο στο αν οι συγγραφείς έχουν απόλυτο δίκιο σε κάθε επιμέρους επιχείρημα, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι στις ΗΠΑ η δημόσια συζήτηση για τη σχέση με το Ισραήλ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Σύμφωνα με τον Mazower, οποιαδήποτε σοβαρή κριτική της ισραηλινής πολιτικής ή της αμερικανικής υποστήριξης προς αυτήν κινδυνεύει να ταυτιστεί με αντισημιτισμό. Έτσι, θολώνει η διάκριση ανάμεσα στην πραγματική εχθρότητα προς τους Εβραίους και στην πολιτική κριτική προς το κράτος του Ισραήλ. Ο πρόλογος υποστηρίζει ότι αυτή η σύγχυση περιορίζει την ελευθερία του λόγου, εμποδίζει την πανεπιστημιακή και δημόσια συζήτηση και τελικά βλάπτει τόσο τη δημοκρατία όσο και την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Με άλλα λόγια, πριν ακόμη αρχίσει η ουσία της ανάλυσης, τίθεται το ζήτημα ότι το ίδιο το θέμα είναι πολιτικά «ταμπού».
Στο κύριο άρθρο, οι Mearsheimer και Walt ξεκινούν από τη διαπίστωση ότι, κυρίως μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή έχει μετατοπιστεί αποφασιστικά γύρω από τη σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ. Υποστηρίζουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει δείξει τέτοιο βαθμό αφοσίωσης προς το Ισραήλ, ώστε συχνά θέτει σε δεύτερη μοίρα όχι μόνο τη δική της ασφάλεια αλλά και τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής. Το βασικό ερώτημα που θέτουν είναι γιατί μια υπερδύναμη θα προωθούσε με τόση συνέπεια τα συμφέροντα ενός άλλου κράτους, εάν αυτό δεν εξυπηρετούσε καθαρά και άμεσα το εθνικό της συμφέρον. Οι ίδιοι απορρίπτουν την άποψη ότι η σχέση αυτή είναι αυτονόητη ή φυσική και επιμένουν ότι χρειάζεται ερμηνεία.
Στην ενότητα «Ο Μέγας Ευεργέτης», οι συγγραφείς επιχειρούν να αποδείξουν ότι το Ισραήλ έχει δεχθεί από τις ΗΠΑ μια υποστήριξη χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Παραθέτουν στοιχεία για τη μαζική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που έχει λάβει, για τις ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες υπό τις οποίες δίνεται αυτή η βοήθεια, καθώς και για την εκτεταμένη διπλωματική προστασία που του παρέχει η Ουάσιγκτον. Επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ όχι μόνο χορηγούν τεράστια ποσά, αλλά συχνά επιτρέπουν στο Ισραήλ να τα χρησιμοποιεί με τρόπους που δεν θα επιτρέπονταν σε άλλους συμμάχους. Παράλληλα, τονίζουν ότι η αμερικανική διπλωματία έχει επανειλημμένα καλύψει το Ισραήλ σε διεθνείς οργανισμούς, ασκώντας βέτο σε επικριτικά ψηφίσματα και εμποδίζοντας τη διεθνή αμφισβήτηση του ισραηλινού πυρηνικού οπλοστασίου. Οι συγγραφείς βλέπουν όλα αυτά ως ένδειξη μιας εξαιρετικά προνομιακής σχέσης, η οποία ξεπερνά κατά πολύ τις συνήθεις συμμαχικές σχέσεις.
Στη συνέχεια εξετάζουν αν αυτή η υποστήριξη δικαιολογείται από στρατηγικούς λόγους. Στην ενότητα «Ένα στρατηγικό βαρίδιο», αμφισβητούν την άποψη ότι το Ισραήλ αποτελεί αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ. Αναγνωρίζουν ότι, κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, το Ισραήλ μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να θεωρηθεί χρήσιμο ως ανάχωμα κατά της σοβιετικής επιρροής στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, επιμένουν ότι ακόμη και τότε το κόστος αυτής της σχέσης ήταν υψηλό, καθώς επιβάρυνε σοβαρά τις σχέσεις της Αμερικής με τον αραβικό κόσμο. Για παράδειγμα, συνδέουν τη μαζική υποστήριξη προς το Ισραήλ με αντιδράσεις όπως το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973. Υποστηρίζουν ακόμη ότι σε κρίσιμες περιόδους, όπως στον Πόλεμο του Κόλπου, το Ισραήλ δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικό στρατηγικό πλεονέκτημα, επειδή η ανοιχτή εμπλοκή του θα διασπούσε τις αμερικανικές συμμαχίες στην περιοχή. Έτσι, αντί να διευκολύνει την αμερικανική πολιτική, συχνά την περιέπλεκε.

Οι συγγραφείς πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα όταν συσχετίζουν τη σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ με την τρομοκρατία και τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Αντί να δεχθούν ότι οι δύο χώρες είναι απλώς σύμμαχοι απέναντι σε κοινές απειλές, υποστηρίζουν ότι η υπερβολικά στενή σχέση με το Ισραήλ τροφοδοτεί την αντιαμερικανική οργή. Κατά την ανάλυσή τους, η αμερικανική ταύτιση με το Ισραήλ διευκολύνει εξτρεμιστικές οργανώσεις να στρατολογούν οπαδούς και να παρουσιάζουν τις ΗΠΑ ως εχθρό του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου. Επιπλέον, θεωρούν ότι η ισραηλινή πυρηνική ισχύς και η αμερικανική ανοχή απέναντί της δυσκολεύουν τις διαπραγματεύσεις με άλλα κράτη της περιοχής και ενισχύουν τις δικές τους φιλοδοξίες για στρατιωτική ή πυρηνική ενίσχυση. Με αυτή τη λογική, η ειδική σχέση όχι μόνο δεν λύνει προβλήματα ασφαλείας αλλά συχνά τα οξύνει.
Ένα ακόμη μεγάλο τμήμα του κειμένου αφορά τη λεγόμενη ηθική θεμελίωση της αμερικανικής στήριξης. Στην ενότητα «Μια φθίνουσα ηθική υπόθεση», οι συγγραφείς εξετάζουν τρία βασικά επιχειρήματα: ότι το Ισραήλ είναι ο «αδύναμος» της σύγκρουσης, ότι είναι μια δημοκρατία που αξίζει να στηριχθεί και ότι η ιστορική τραγωδία των Εβραίων, ιδίως το Ολοκαύτωμα, θεμελιώνει μια ιδιαίτερη ηθική υποχρέωση προς το εβραϊκό κράτος. Οι Mearsheimer και Walt απορρίπτουν και τα τρία ως επαρκείς εξηγήσεις για την απεριόριστη αμερικανική υποστήριξη. Υποστηρίζουν ότι το Ισραήλ δεν είναι στην πράξη αδύναμο, αλλά η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της περιοχής. Επισημαίνουν επίσης ότι, αν και είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία, διατηρεί δομές και πρακτικές που, κατά τη γνώμη τους, έρχονται σε σύγκρουση με την αμερικανική αντίληψη περί ισότητας, ιδιαίτερα ως προς τη μεταχείριση των Αράβων πολιτών του και των Παλαιστινίων.
Σχετικά με το Ολοκαύτωμα και τις διώξεις των Εβραίων, οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι η ίδρυση του Ισραήλ συνδέεται με μια βαθιά ιστορική ανάγκη ασφάλειας. Ωστόσο, τονίζουν ότι η αμερικανική πολιτική δεν μπορεί να αγνοεί τις συνέπειες που είχε και έχει αυτή η ίδρυση για τους Παλαιστινίους. Κατά την άποψή τους, η τραγική μοίρα των Εβραίων δεν αρκεί ώστε να νομιμοποιεί κάθε μετέπειτα ενέργεια του ισραηλινού κράτους ή να επιβάλλει στις ΗΠΑ μια ανεπιφύλακτη υποστήριξη ανεξάρτητα από τις πράξεις του. Στο ίδιο πνεύμα, αμφισβητούν την εικόνα του «ενάρετου Ισραήλ» που απλώς αμύνεται απέναντι σε «κακούς Άραβες». Υποστηρίζουν ότι η ιστορική και σύγχρονη ισραηλινή πολιτική περιλαμβάνει πράξεις βίας, εκτοπίσεων και καταστολής, οι οποίες ακυρώνουν την ιδέα μιας αυτονόητης ηθικής ανωτερότητας. Εδώ η επιχειρηματολογία τους είναι ιδιαίτερα αιχμηρή, καθώς επιχειρούν να αποδομήσουν ηθικά στερεότυπα που, κατά τη γνώμη τους, κυριαρχούν στον αμερικανικό δημόσιο λόγο.
Αφού, σύμφωνα με τους ίδιους, ούτε τα στρατηγικά ούτε τα ηθικά επιχειρήματα αρκούν, περνούν στην κεντρική τους εξήγηση: τη δύναμη του Λόμπι. Διευκρινίζουν ότι όταν μιλούν για «Λόμπι» δεν εννοούν μια μυστική ή συνωμοτική οργάνωση, αλλά έναν χαλαρό συνασπισμό ατόμων και οργανώσεων που εργάζονται συστηματικά ώστε η αμερικανική εξωτερική πολιτική να παραμένει φιλοϊσραηλινή. Υπογραμμίζουν ότι δεν ανήκουν όλοι οι Αμερικανοεβραίοι στο λόμπι, ούτε ότι όλοι έχουν ίδιες απόψεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούν ότι υπάρχει ένας πυρήνας οργανώσεων και πολιτικών δυνάμεων που λειτουργεί με μεγάλη συνέπεια και αποτελεσματικότητα προς την ίδια κατεύθυνση. Σ’ αυτόν τον πυρήνα περιλαμβάνουν οργανώσεις όπως η AIPAC, αλλά και χριστιανούς ευαγγελικούς, νεοσυντηρητικούς και άλλους συμμάχους του Ισραήλ στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Οι συγγραφείς εξηγούν ότι το Λόμπι δρα με δύο βασικές στρατηγικές. Πρώτον, επηρεάζει άμεσα τα κέντρα λήψης αποφάσεων —κυρίως το Κογκρέσο και την εκτελεστική εξουσία— έτσι ώστε η στήριξη προς το Ισραήλ να εμφανίζεται ως η «σωστή» και ασφαλής πολιτική επιλογή. Δεύτερον, επιδιώκει να διαμορφώνει το ευρύτερο κλίμα της δημόσιας συζήτησης, ώστε η εικόνα του Ισραήλ να παραμένει θετική και οι επικριτικές φωνές να περιθωριοποιούνται. Κατά τους συγγραφείς, αυτό σημαίνει όχι μόνο προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών, αλλά και ενεργό έλεγχο του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητιούνται τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής. Με άλλα λόγια, το Λόμπι δεν επηρεάζει απλώς αποφάσεις· επηρεάζει και το τι θεωρείται θεμιτό να ειπωθεί δημόσια.

Σε σχέση με το Κογκρέσο, οι Mearsheimer και Walt υποστηρίζουν ότι η επιρροή του Λόμπι είναι εντυπωσιακή. Περιγράφουν ένα περιβάλλον όπου οι επικριτές του Ισραήλ σπανίζουν, όχι επειδή δεν υπάρχουν αντιρρήσεις, αλλά επειδή το πολιτικό κόστος της διαφωνίας είναι πολύ υψηλό. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην AIPAC, την οποία παρουσιάζουν ως τον βασικό μοχλό πίεσης πάνω σε βουλευτές και γερουσιαστές: επιβραβεύει τους φίλους του Ισραήλ, στηρίζει οικονομικά υποψηφίους και μπορεί να συμβάλει στην πολιτική αποδυνάμωση όσων εκφράζουν διαφορετικές απόψεις. Η εικόνα που δίνουν είναι αυτή ενός Κογκρέσου όπου, στο συγκεκριμένο θέμα, η συζήτηση ουσιαστικά περιορίζεται. Γι’ αυτό και αναφέρουν ότι η αμερικανική πολιτική προς το Ισραήλ μένει στο απυρόβλητο, παρότι έχει τεράστιες συνέπειες για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Παρόμοια, κατά τους συγγραφείς, είναι η επιρροή στην εκτελεστική εξουσία. Θεωρούν ότι οι προεδρικοί υποψήφιοι και τα δύο μεγάλα κόμματα υπολογίζουν σοβαρά τη δύναμη οργανωμένων φιλοϊσραηλινών ψηφοφόρων και δωρητών, άρα διαμορφώνουν αντίστοιχα τη ρητορική και την πολιτική τους. Επομένως, η προεδρία και το υπουργείο Εξωτερικών δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από αυτές τις πιέσεις. Οι συγγραφείς δεν ισχυρίζονται ότι κάθε απόφαση επιβάλλεται απευθείας από το Λόμπι, αλλά ότι έχει εγκατασταθεί ένα περιβάλλον όπου η αμφισβήτηση της φιλοϊσραηλινής γραμμής είναι εξαιρετικά δύσκολη και πολιτικά επικίνδυνη.
Τελικό και ίσως πιο κρίσιμο σημείο είναι ο έλεγχος του δημόσιου λόγου. Εδώ η ανάλυση των συγγραφέων συνδέεται έντονα με τον πρόλογο του Mazower. Υποστηρίζουν ότι το Λόμπι συμβάλλει στην κατασκευή μιας ελκυστικής και συχνά εξιδανικευμένης εικόνας του Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την ορατότητα ή τη νομιμοποίηση των λιγότερο ευχάριστων πτυχών της ισραηλινής πολιτικής. Κατά τη γνώμη τους, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι συχνά αποφεύγουν τη δημόσια κριτική, επειδή φοβούνται επαγγελματικές συνέπειες. Έτσι, η δημόσια συζήτηση δεν είναι πραγματικά ελεύθερη και η αμερικανική κοινή γνώμη διαμορφώνεται μέσα σε ένα στρεβλό επικοινωνιακό πλαίσιο. Η θέση αυτή είναι από τις πιο σημαντικές του βιβλίου, γιατί εξηγεί γιατί, κατά τους συγγραφείς, η ειδική σχέση αναπαράγεται ακόμη κι όταν δεν εξυπηρετεί πια καθαρά αμερικανικά συμφέροντα.
Συνολικά, το κείμενο καταλήγει ότι η «ειδική σχέση» ΗΠΑ–Ισραήλ δεν είναι αποτέλεσμα μιας φυσικής ταύτισης συμφερόντων, αλλά πολιτικής επιρροής, θεσμικής πίεσης και ελέγχου του δημόσιου διαλόγου. Οι συγγραφείς πιστεύουν ότι, χωρίς τη δράση του Λόμπι —και ειδικότερα χωρίς οργανώσεις όπως η AIPAC—, η αμερικανική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα θα είχαν πιο επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ και η πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή θα ήταν διαφορετική. Με αυτή τη θέση κλείνουν ουσιαστικά έναν κύκλο επιχειρημάτων: πρώτα απορρίπτουν τις στρατηγικές και ηθικές δικαιολογήσεις, και έπειτα προτείνουν ως βασική εξήγηση την εσωτερική πολιτική ισχύ του Λόμπι.
Άρα, η ουσία του βιβλίου είναι ότι οι Mearsheimer και Walt βλέπουν τη σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ όχι ως αυτονόητη συμμαχία, αλλά ως αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά επιτυχημένης πολιτικής επιρροής μέσα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Mazower, από την πλευρά του, φωτίζει το πολιτισμικό και ιδεολογικό περιβάλλον που κάνει αυτή τη συζήτηση τόσο δύσκολη: τον φόβο ότι κάθε κριτική μπορεί να στιγματιστεί ως αντισημιτισμός. Έτσι, το κείμενο δεν είναι μόνο μια ανάλυση εξωτερικής πολιτικής· είναι ταυτόχρονα και μια παρέμβαση για τα όρια της δημόσιας συζήτησης, της πανεπιστημιακής ελευθερίας και της δημοκρατικής λογοδοσίας στις ΗΠΑ.
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
MEARSHEIMER & WALT – ΤΟ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟ ΛΟΜΠΙ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΗΠΑ – ΠΛΗΡΕΣ+++


