Κωνσταντίνος Μαυράκης: «Εσύ τι έκανες;» — μια ομιλία για την ευθύνη στην εποχή της ψηφιακής αδιαφορίας
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, την Πέμπτη 23 Απριλίου, ο Κωνσταντίνος Μαυράκης παρουσίασε το βιβλίο του «Εσύ τι έκανες;», πραγματοποιώντας μια ομιλία που ξεπέρασε τα όρια μιας συνηθισμένης βιβλιοπαρουσίασης. Αντί να περιοριστεί σε μια ανάλυση του έργου του, μίλησε για την ανάγκη που γέννησε την τριλογία του: την αγωνία απέναντι στην αποφυγή της ευθύνης, την εθελοτυφλία, την ψηφιακή αδράνεια και τη σταδιακή απομάκρυνση του ανθρώπου από τον διπλανό του.
Με αφετηρία απλές εικόνες της καθημερινότητας —από τις τσάντες πλάτης στους δημόσιους χώρους μέχρι την αντικατάσταση της συμπόνιας από τα likes και τα emojis— ο συγγραφέας ανέπτυξε έναν στοχασμό για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, τον συμβολισμό και την προσωπική ευθύνη. Η ομιλία του κινήθηκε ανάμεσα στο χιούμορ, την αυτοειρωνεία, τη φιλοσοφική αναζήτηση και την κριτική της σύγχρονης ψηφιακής συνθήκης.
Το «Εσύ τι έκανες;» δεν παρουσιάστηκε απλώς ως ένα βιβλίο, αλλά ως μια ερώτηση που επιστρέφει στον αναγνώστη. Μια ερώτηση όχι για να προκαλέσει ενοχή, αλλά για να ενεργοποιήσει έναν εσωτερικό διάλογο: απέναντι στον εαυτό μας, στις πράξεις μας και στη σιωπή μας.
Το βιβλίο παρουσίασαν η Χρύσα Αραπογλου, Δήμαρχος Καλαμαριάς, η Άννα Ευθυμίου, Υφυπουργός Εργασίας και οι πρώην υφυπουργοί Γιάννης Μαγκριώτης και Γιάννης Αμανατίδης.

Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας.
Μου έδωσαν τον λόγο, όχι τόσο για να αναλύσω το βιβλίο, αλλά να μιλήσω για την ανάγκη που γέννησε την τριλογία.
Θα ξεκινήσω με κάτι που ίσως φαίνεται άσχετο. Θα σας πω μια ιστορία.
Κάποια στιγμή, σχεδόν ξαφνικά, εμφανίστηκαν τα backpacks. Τσάντες πλάτης. Παντού. Και άρχισα να παρατηρώ κάτι παράξενο: οι άνθρωποι δεν γύριζαν να δουν αν χτυπάνε τον διπλανό τους. Σαν να μην υπήρχε.
Και τότε μου γεννήθηκε μια ερώτηση: γιατί συμπεριφερόμαστε έτσι; Από αδιαφορία; Από έλλειψη επίγνωσης; Από μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη εκδίκηση προς τον κόσμο; Ή μήπως από κάτι βαθύτερο;
Μήπως αλλάζει ο τρόπος που υπάρχουμε;
Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Γιατί αυτό που με απασχόλησε δεν ήταν η βία. Ήταν κάτι πιο επικίνδυνο: η αποφυγή της ευθύνης. Όχι ως αδυναμία, αλλά ως επιλογή. Ως στάση.
Θυμήθηκα τότε κάτι. Παλιές μορφές. Παραμορφωμένες, αλλά ανθρώπινες. Τον Φρανκενστάιν του Μελ Μπρουκς. Τον Ίγκορ. Έμοιαζε στον Κουασιμόδο του Ουγκώ. Όταν τον ρώτησαν «δεν σε ενοχλεί η καμπούρα;», απάντησε αφοπλιστικά: «Ποια καμπούρα;».
Το θέμα της αποφυγής της ευθύνης, της εθελοτυφλίας και της προβολής των ελαττωμάτων στους άλλους, μέσω της χλεύης, δεν είναι καινούργιο. Είναι ένας από τους πιο κεντρικούς άξονες της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μυθολογίας, γιατί αγγίζει κάτι βαθύτερο: την ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει την εικόνα του αλάθητου.
Το θέμα της αποφυγής της ευθύνης, της εθελοτυφλίας και της προβολής των ελαττωμάτων στους άλλους, μέσω της χλεύης, δεν είναι καινούργιο. Είναι ένας από τους πιο κεντρικούς άξονες της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μυθολογίας, γιατί αγγίζει κάτι βαθύτερο: την ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει την εικόνα του αλάθητου.
Στην αρχαία παράδοση, η αποφυγή της ευθύνης εκφράζεται συχνά με τον άνθρωπο να κατηγορεί τη Μοίρα ή τους Θεούς. Είναι κλασικός μηχανισμός προκειμένου ο άνθρωπος να μην αναγνωρίσει το δικό του μερίδιο, την ύβριν.
Αυτή η αρχετυπική αντίδραση συνοψίζεται τέλεια από τον Αίσωπο, σύμφωνα με τον οποίο ο Προμηθέας κρέμασε στους ανθρώπους δύο πήρες. Ο Αίσωπος το λέει απλά: ο άνθρωπος κουβαλά δύο σάκους. Ο ένας, με τα δικά του ελαττώματα, κρέμεται πίσω του. Ο άλλος, με των άλλων, μπροστά του.
Στη νεότερη δραματουργία, η άρνηση και η αποφυγή ευθύνης συχνά μετατρέπονται σε κωμικά ή σατιρικά μοτίβα. Στον Κατά φαντασίαν ασθενή του Μολιέρου, ο χαρακτήρας του Αργκάν είναι η επιτομή της άρνησης της πραγματικότητας της υγείας του και της πλήρους ανάληψης της ευθύνης για τη ζωή του. Στο Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμιουελ Μπέκετ, η άρνηση της ευθύνης και η εθελοτυφλία είναι δομικά στοιχεία της ύπαρξης.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αποφυγή της ευθύνης δεν είναι παθητική παραίτηση, αλλά μια ενεργή πράξη εθελοτυφλίας και ψυχολογικής άμυνας, που επιτρέπει στον άνθρωπο να αισθάνεται ανώτερος ή τουλάχιστον να διατηρεί την εικόνα του, αδιαφορώντας για την πραγματικότητα.
Ωστόσο σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Όχι προς το καλύτερο. Προς το πιο ύπουλο. Είμαστε «παρόντες» παντού ψηφιακά, ενώ είμαστε «απόντες» από τον διπλανό μας.
Σήμερα, αν δούμε κάποιον να πνίγεται, η πρώτη μας αντίδραση δεν είναι να βουτήξουμε, αλλά να σιγουρευτούμε ότι το κινητό έχει σωστή λήψη για βίντεο. Έχουμε αντικαταστήσει τη συμπόνια με τα likes και τη δράση με τα emojis. Είναι πολύ πιο εύκολο να βάλεις μια λυπημένη φατσούλα σε μια ανάρτηση για την κλιματική αλλαγή, παρά να ανέβεις μια Κυριακή να φυτέψεις ένα δέντρο.

Έχουμε αντικαταστήσει τη συμπόνια με τα likes και τη δράση με τα emojis. Είναι πολύ πιο εύκολο να βάλεις μια λυπημένη φατσούλα σε μια ανάρτηση για την κλιματική αλλαγή, παρά να ανέβεις μια Κυριακή να φυτέψεις ένα δέντρο.
Αυτές, σκέφτηκα, πρέπει να γίνουν ιστορίες που αποσυνθέτουν σε ίνες τη στολή της αδιαφορίας. Αυτό δεν γράφεται ως δοκίμιο. Δεν καταγγέλλεται. Πρέπει να γίνει ιστορία. Μικρή. Συμπυκνωμένη. Σαν χτύπημα.
Γι’ αυτό τα μικροδιηγήματα. Δεν είναι από αισθητική επιλογή. Αντιθέτως, είναι πολύ πιο δύσκολα. Αλλά προέκυψαν ως ανάγκη. Σε έναν κόσμο όπου όλα είναι θόρυβος, μόνο ο κοφτερός λόγος έχει πιθανότητα να περάσει.

Και εδώ μπαίνει η γλώσσα. Και μαζί της, η σημερινή ημέρα. 23 Απριλίου. Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου.
Αλλά τι είναι ένα βιβλίο; Είναι σελίδες χαρτί; Είναι μελάνι σε σκόρπιες λέξεις;
Ίσως έχει ένα δίκιο ο Ουμπέρτο Έκο με τη ρήση ότι γράφουμε για να εκδικηθούμε τη λήθη. Μάλλον με ώθησε μια πράξη πνευματικής αντίστασης. Αντιμετώπισα τα βιβλία μου ως πεδίο μάχης στην ψηφιακή λήθη του scroll, της κύλισης.
Και η γλώσσα είναι το όπλο αυτής της μάχης. Η δε ελληνική γλώσσα επιτρέπει αυτή τη χειρουργική διάκριση ανάμεσα στο «διαλογίζομαι» και στο «καταναλώνω πληροφορία». Η χρήση της ελληνικής δεν είναι εδώ μια ρομαντική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ένα εργαλείο επιβίωσης μέσα στη νέα ψηφιακή Βαβέλ.

Ο Διονύσιος Σολωμός το είχε πει:
«Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»
Δεν είναι δύο έννοιες. Είναι μία. Γιατί χωρίς γλώσσα δεν υπάρχει ελευθερία. Και χωρίς ελευθερία, η γλώσσα γίνεται θόρυβος.
Σήμερα ζούμε μέσα σε μια νέα Βαβέλ. Όλα λέγονται. Αλλά τίποτα δεν σημαίνει. Και τότε το ερώτημα δεν είναι αν διαβάζουμε. Είναι αν εμβαθύνουμε σε αυτό που διαβάζουμε.
Εκεί που η τεχνολογία διαχωρίζει, η ελληνική γλώσσα ενώνει. Εκεί που η τεχνολογία διαβάλλειν, εμείς, με την ελληνική γλώσσα, προσπαθούμε να συμβάλλειν.
Εκεί που η τεχνολογία διαχωρίζει, η ελληνική γλώσσα ενώνει. Εκεί που η τεχνολογία διαβάλλειν, εμείς, με την ελληνική γλώσσα, προσπαθούμε να συμβάλλειν.
Η λέξη συμβολισμός είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λέξη από γλωσσολογική άποψη. Δεν επελέγη ως τεχνική, όπως στον Παπαδιαμάντη. Τη λέξη σύμβολο δεν την εννοούμε όπως η ψυχανάλυση, ούτε όπως την εννοεί η σημειολογία, ούτε όπως την εννοούν πολλοί όταν λένε, για παράδειγμα, ότι η γαλανόλευκη είναι το σύμβολο της Ελλάδας.
Προέρχεται από τη σύνθετη αρχαία ελληνική λέξη συμβάλλειν, από το συν και το βάλλω. Το συν σημαίνει αθροίζω, ενώ το βάλλω σημαίνει βάζω, θέτω. Σύμβολο, λοιπόν, και συμβολισμός είναι αυτό που θέτω μαζί, αυτό που βάζω μαζί, αυτό που ενοποιώ.

Το αντίθετό του έχει το πρόθεμα δια-: διαβάλλειν. Διαχωρίζω. Οι λέξεις που ξεκινούν από δια- στην ελληνική δείχνουν την απόσταση, τη μέγιστη απόσταση.
Διάμετρος είναι η μέγιστη απόσταση δύο σημείων ενός κύκλου. Διάβολος είναι η μέγιστη απόσταση από τον Θεό.
Διάλογος δεν σημαίνει συμφωνία. Σημαίνει απόσταση. Γιατί αν σκεφτόμαστε το ίδιο, δεν υπάρχει λόγος να μιλάμε.
Διαβάλλειν είναι η μέγιστη απόσταση από την ενοποιητική σχέση του ανθρώπου με τη σκέψη.
Με τους συμβολισμούς στο κείμενο θέτουμε μαζί. Τι βάζουμε μαζί; Το ορατό με το αόρατο. Σε μια εικόνα βλέπουμε τα περιγράμματα, τα χρώματα, αλλά δεν την καταλαβαίνουμε —ή μπορεί να καταλάβουμε πολύ ελάχιστα— αν δεν ανακαλύψουμε αυτό που θέλει να εκφράσει μέσα από αόρατες έννοιες.
Και ταυτόχρονα τι θέτουμε μαζί; Το ρητό με το άρρητο. Αυτό που λέμε με αυτό που δεν εκφράζουμε. Το ειπωμένο με το ανείπωτο. Δεν είναι τα λόγια, αλλά αυτό που εκφράζουν μέσα από κρυμμένες έννοιες που ψάχνουν να ανακαλυφθούν.
Στα βιβλία μου το «Εσύ» δεν είναι προσφώνηση. Είναι απομόνωση. Σε βγάζει από τη μάζα. Σε αφήνει μόνο. Απέναντι σε μία ερώτηση.
Ένα παράδειγμα: στο «Αόρατο Τραύμα της Αυλής», η ερώτηση δεν πάει στο θύμα. Πηγαίνει στον θεατή. Σε εκείνον που είδε και δεν μίλησε. Η ευθύνη δεν είναι συλλογική. Είναι προσωπική και επώδυνη.
Σκοπός είναι η ανάδειξη ευθύνης; Απαντήσαμε ήδη: όχι. Αναζητούμε το βάθος.

Εδώ συναντάμε τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο οποίος, στην υπαρξιακή δέσμευση, αναδεικνύει ότι «ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του». Όχι αυτά που λέει. Αυτά που κάνει.
Θα το βρείτε ρητά στη σελίδα 68 του δεύτερου βιβλίου. Εκεί συναντάμε την «Πληγή του Ήλιου», με αφορμή στίχους του Άγγελου Σικελιανού και ανάπλαση του ίδιου νοήματος από τον Γεώργιο Σεφέρη.
Ως συνέχεια της ίδιας αναζήτησης, έγραψα το δοκίμιο «Το Ισχυρότερο Ρήμα», το οποίο θα το βρείτε δωρεάν στην ανοικτή βιβλιοθήκη.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα γλωσσάρι. Προς Θεού, γνωρίζετε καλά τις λέξεις. Αλλά είναι εισβολείς και εγώ απέτυχα. Απέτυχα να βρω ελληνικές λέξεις που να ζουν στην καθημερινότητά μας. Και έγινα… τεχνικός υποστήριξης της ίδιας μου της λογοτεχνίας.
Αλλά το έκανα αντίστροφα: ελληνικά στο κείμενο, αγγλικά στο γλωσσάρι, αυτά που γνωρίζετε. Κύλιση = scroll.
Υποψιάζομαι ότι ο Σολωμός θα μου ζητούσε πίσω τις λέξεις. Παρηγοριέμαι λίγο, γιατί ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες θα χαμογελούσε συγκαταβατικά.
Το βιβλίο δεν τελειώνει στη λέξη «Σιωπή». Τελειώνει αλλού. Τη στιγμή που ο αναγνώστης κλείνει τα βιβλία και κοιτάζει τα χέρια του. Και αναρωτιέται:
«Μέσα ήμουν;»
«Εσύ τι έκανες;»
Κάθε διήγημα είναι μια ψηφίδα και όλες μαζί σχηματίζουν αυτό που θα μπορούσαμε να δούμε.
Το ερωτηματικό στο τέλος δεν ζητά πληροφορία, ούτε ενοχή ή εξιλέωση. Είναι η ώθηση σε εσωτερικό διάλογο του ατόμου με το Υπερεγώ του.
Αν το βιβλίο μου ήταν ένας διάλογος, θα ήταν ο Κάφκα να πίνει καφέ με τον Μπόρχες και να σχολιάζουν μια ανάρτηση στο Instagram, ενώ ο Καμύ τους κοιτάζει με αυστηρότητα και τους ρωτάει: «Ωραία όλα αυτά, αλλά στην πράξη, εσείς τι κάνατε;».
Φανταστείτε τότε να μπαίνει ο Καρυωτάκης. Να γελά απόμακρα. Με εκείνη την πικρή ειρωνεία που αποκαλύπτει έναν κόσμο που σαπίζει κάτω από μια φαινομενική τάξη.
Παρωδία, σαρκασμός, χιούμορ, συμβολισμοί είναι τα συστατικά μιας γευστικής αποπλάνησης αυτών των βιβλίων, για να πάμε σε εύπεπτες φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Ίσως αυτό που προσπαθούν να κάνουν αυτά τα βιβλία να είναι μια μορφή ψηφιακού ανθρωπισμού. Προσοχή: δεν είναι αντίσταση στην τεχνολογία, αλλά αντίσταση στην απώλεια της ευθύνης μέσα σε αυτήν. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι βλέπουμε πολλά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν πράττουμε.
Προσφεύγουμε εδώ σε μια μορφή ψηφιακού ανθρωπισμού που δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί, υπενθυμίζοντας πως η γλώσσα παραμένει το τελευταίο μας καταφύγιο.
Με ρωτάνε συχνά: «Αυτός ο τίτλος δεν είναι επιθετικός;»
Η αλήθεια είναι ότι επελέγη γιατί είναι η ερώτηση που μου κάνει η γυναίκα μου κάθε φορά που ξεχνάω να βγάλω τα σκουπίδια ή να ποτίσω τον κήπο μας.
Μένω… ενεός.
Ακριβώς αυτό εκφράζει ο τίτλος «Εσύ τι Έκανες;», γιατί είμαι ο πρώτος που δεν έχει απάντηση. Έγραψα δεκάδες χιλιάδες λέξεις για να αποφύγω να απαντήσω με μία μόνο πράξη.
Οπότε, αν με ρωτήσετε στο τέλος «Εσύ τι έκανες, Κωνσταντίνε;», η απάντησή μου θα είναι:
«Έγραψα ένα βιβλίο για να σας μεταφέρω το πρόβλημα!»
Αν, διαβάζοντάς το, σταθούμε έστω για λίγο απέναντι στον εαυτό μας, τότε ίσως… κάτι έγινε.
Σας ευχαριστώ.
Και…
σας ευχαριστώ που μπήκατε μέσα.


