Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε «οικονομία της καφετέριας», σύμφωνα με μελέτη του LSE

Του Τάσου Κοκκινίδη
11 Οκτωβρίου 2026

Greek Reporter

Η Ελλάδα φαίνεται να παραμένει εγκλωβισμένη, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, σε ένα μοντέλο ανάπτυξης με «πήλινα πόδια», σύμφωνα με τους ερευνητές. Φωτογραφία: Greek Reporter.

Μια πρόσφατη μελέτη με τίτλο «Η οικονομία της καφετέριας» (The Café Economy), του Ελληνικού Παρατηρητηρίου της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου (LSE), αναδεικνύει μια δυσάρεστη αλήθεια για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας μετά την περίοδο των μνημονίων.

Η μελέτη, την οποία συνυπογράφουν οι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσσης Μισσός, Χρήστος Πέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης, εξετάζει πώς η Ελλάδα μετατράπηκε σε «οικονομία της καφετέριας». Ο όρος περιγράφει τη μεγάλη διεύρυνση του κλάδου των υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης —Accommodation and Food Service Activities, AFSA—, στον οποίο το άρθρο εντάσσει δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό: εστιατόρια, μπαρ, ξενοδοχεία, ψυχαγωγία, βραχυχρόνιες μισθώσεις και άλλες.

Με αυτόν τον χαρακτηρισμό, οι ερευνητές στρέφουν την προσοχή σε ένα μεγάλο, προφανές πρόβλημα που συχνά αποσιωπάται: παρά τις μεγαλόστομες υποσχέσεις για ένα νέο «αναπτυξιακό μοντέλο», η Ελλάδα φαίνεται να παραμένει εγκλωβισμένη, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, σε μια ανάπτυξη με «πήλινα πόδια».

Δυσανάλογη τουριστική ανάπτυξη και κατάρρευση της παραγωγικότητας

Οι ερευνητές εξέτασαν πώς, έπειτα από χρόνια λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που απελευθέρωσαν τις αγορές εργασίας και προϊόντων, οι δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό αναπτύχθηκαν δυσανάλογα σε σχέση με άλλους κλάδους. Αυτή η ανισομερής ανάπτυξη αποτέλεσε βασικό παράγοντα της δραστικής μείωσης της συνολικής παραγωγικότητας της οικονομίας.

Αντί για την αύξηση της παραγωγικότητας που υποσχέθηκαν οι μεταρρυθμίσεις των μνημονίων, η ελληνική οικονομία γνώρισε το αντίθετο: απότομη πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας και σημαντική μετατόπιση της απασχόλησης προς κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, ιδιαίτερα προς τις υπηρεσίες καταλύματος και εστίασης.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι βασικές αιτίες αυτής της κατάρρευσης ήταν η μείωση της συνολικής ζήτησης και η μεγάλη υποχώρηση των πραγματικών μισθών.

  • Η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 16% μεταξύ 2009 και 2024 και παραμένει χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα.
  • Οι πραγματικοί μισθοί υποχώρησαν ακόμη περισσότερο: κατά 26% έως 35% συνολικά και έως 60% στον τουριστικό κλάδο.

Το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί μια βίαιη αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος της εργασίας. Η μετατόπιση της απασχόλησης προς τον κλάδο καταλύματος και εστίασης εξηγεί περίπου το ένα τρίτο της συνολικής πτώσης της παραγωγικότητας της εργασίας. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας σε παραγωγικούς κλάδους, όπως η μεταποίηση, και από την ανεπαρκή δημιουργία θέσεων σε δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας.

Ιστορική οπισθοδρόμηση προς ένα δυαδικό μοντέλο

Η μελέτη εξηγεί ότι το αναπτυξιακό μοντέλο της Ελλάδας γίνεται «δυαδικό» — μια μορφή ιστορικής οπισθοδρόμησης που χαρακτηρίζει συνήθως λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες ή οικονομίες σε μετάβαση. Σε αυτό το μοντέλο, η ανάπτυξη στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, οι οποίοι απορροφούν την ανεργία μέσω φθηνής εργασίας, χάρη στη συμπίεση των μισθών.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι τα τρία προγράμματα διάσωσης της περιόδου 2010–2018, αντί να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, προκάλεσαν μια βαθιά ύφεση από την οποία η ελληνική οικονομία δεν έχει ανακάμψει πλήρως. Επισημαίνουν ότι ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζήτησε συγγνώμη επειδή υποτίμησε τις αρνητικές επιπτώσεις της απότομης δημοσιονομικής συρρίκνωσης.

Εργαζόμενοι με υψηλά προσόντα και χαμηλές αμοιβές

Η έρευνα του LSE αναδεικνύει τις μεγάλες αλλαγές στον κλάδο καταλύματος και εστίασης από το 2009 έως το 2023:

  • Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 87%.
  • Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε μόλις κατά 11%.

Ο κλάδος έγινε ο μεγαλύτερος εργοδότης στην ελληνική οικονομία, με χαρακτηριστικά τους χαμηλούς μισθούς και την αύξηση της επισφαλούς ή μερικής απασχόλησης.

Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό διαθέτουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, αλλά τα προσόντα τους δεν αξιοποιούνται επαρκώς: πολλοί πτυχιούχοι πανεπιστημίου εργάζονται σε θέσεις χαμηλών απαιτήσεων. Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά νέων πτυχιούχων με προσόντα ανώτερα από εκείνα που απαιτεί η εργασία τους στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία. Πάνω από το 86% των νέων πτυχιούχων στον τουρισμό και τη φιλοξενία απασχολείται σε θέσεις κατώτερες των προσόντων του.

Τα οφέλη και το τίμημα της «οικονομίας της καφετέριας»

Η μελέτη παρουσιάζει τόσο τα οφέλη όσο και τα σημαντικά μειονεκτήματα αυτής της αναπτυξιακής πορείας.

Το θετικό: βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου

Ο τουρισμός συνέβαλε καθοριστικά στη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πλεόνασμα στις ταξιδιωτικές υπηρεσίες βελτιώθηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2009 και 2023, εξηγώντας περίπου το μισό της συνολικής μείωσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά την ίδια περίοδο.

Το αρνητικό: διαρθρωτικές ευπάθειες

Η υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό και από μια οικονομία υπηρεσιών χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλών μισθών και έντασης εργασίας έχει δημιουργήσει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες:

  • Κοινωνική και περιβαλλοντική υποβάθμιση: Η δυσανάλογη ανάπτυξη συμβάλλει στην περιβαλλοντική και πολιτιστική υποβάθμιση — φαινόμενα που συχνά περιγράφονται με τον όρο «υπερτουρισμός».
  • Στεγαστική κρίση: Η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και των ξένων επενδύσεων σε ακίνητα ωθεί τα ενοίκια προς τα πάνω, καθιστώντας τα απρόσιτα για τους εργαζομένους που κατοικούν στις περιοχές αυτές.
  • Εξάρτηση: Καθώς η «οικονομία της καφετέριας» διογκώνεται εις βάρος άλλων κλάδων, αυξάνεται η εξάρτηση από την εξωτερική ζήτηση και τις εποχικές διακυμάνσεις της. Ολόκληρες περιοχές γίνονται έτσι ευάλωτες στις μεταβολές της τουριστικής κίνησης.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι οι χαμηλοί μισθοί περιορίζουν τα κίνητρα για καινοτομία και τεχνολογική πρόοδο, υπονομεύοντας τελικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Οι συνέπειες για την οικονομική πολιτική

Η ελληνική εμπειρία αμφισβητεί την αντίληψη ότι η απελευθέρωση των αγορών αυξάνει αυτομάτως την αποδοτικότητα. Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι η μεγαλύτερη εξάρτηση από κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, όπως οι υπηρεσίες καταλύματος και εστίασης, δημιουργεί ένα αναπτυξιακό δίλημμα: οι κλάδοι αυτοί στηρίζουν τη ζήτηση και την εισροή συναλλάγματος, αλλά υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα και την κοινωνική βιωσιμότητα.

Όπως αναφέρεται στη μελέτη:

«Μια επιτυχημένη πορεία για την Ελλάδα θα απαιτήσει πολιτικές που όχι μόνο αποκαθιστούν τη ζήτηση, αλλά προωθούν επίσης στρατηγικά τους κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, στηρίζουν την τεχνολογική αναβάθμιση και διασφαλίζουν ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Χωρίς μια τέτοια στροφή, η “οικονομία της καφετέριας” κινδυνεύει να αποτελέσει όχι μια προσωρινή προσαρμογή, αλλά μια μακροχρόνια ισορροπία στασιμότητας».

Η μελέτη καλεί σε προσεκτική επανεξέταση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων υπό το πρίσμα των πραγματικών οικονομικών και θεσμικών συνθηκών, προτείνοντας πολιτικές που δίνουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη υψηλής παραγωγικότητας, με συμμετοχή όλων στα οφέλη της.

Greek Reporter

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα