Θ. Ατματζίδης: Νομίζεις ότι αποφασίζεις εσύ;

του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.

Ποιοι διαμορφώνουν τη ζωή που νομίζεις ότι επιλέγεις

Η επιλογή μας και το περιβάλλον μέσα στο οποίο γίνεται

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η έννοια της προσωπικής επιλογής έχει αποκτήσει σχεδόν απόλυτη αξία. Θεωρούμε ότι επιλέγουμε τι θα αγοράσουμε, ποια τράπεζα θα χρησιμοποιήσουμε, πού θα επενδύσουμε τα χρήματά μας, ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιήσουμε, ποια ενημέρωση θα διαβάσουμε, ποιο περιεχόμενο θα παρακολουθήσουμε και, τελικά, ποια άποψη θα σχηματίσουμε για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Οι επιλογές αυτές μοιάζουν προσωπικές και αυθόρμητες, επειδή τις πραγματοποιούμε εμείς οι ίδιοι. [1][2]

Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν εξετάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο γίνονται.

Καμία επιλογή δεν πραγματοποιείται σε κενό. Οι τιμές, η διαθεσιμότητα των προϊόντων, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η ενεργειακή αγορά, η φορολογία, η τεχνολογία, η ενημέρωση, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι κανόνες που διέπουν την οικονομική δραστηριότητα έχουν ήδη διαμορφώσει ένα μεγάλο μέρος του πεδίου μέσα στο οποίο κινούμαστε. Ο πολίτης εξακολουθεί να επιλέγει, αλλά επιλέγει μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί από ένα πλήθος οικονομικών, πολιτικών και τεχνολογικών αποφάσεων. [3][4]

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος κρυφός μηχανισμός που αποφασίζει για όλους. Σημαίνει κάτι πιο σύνθετο και, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο ενδιαφέρον: η σύγχρονη ισχύς δεν βρίσκεται αποκλειστικά εκεί όπου παραδοσιακά την αναζητούσαμε.

Η ισχύς πέρα από την τυπική πολιτική εξουσία

Για πολλές δεκαετίες, όταν μιλούσαμε για εξουσία, σκεφτόμασταν κυρίως το κράτος, την κυβέρνηση, το κοινοβούλιο και τους θεσμούς. Σήμερα, όμως, ένα σημαντικό μέρος της πραγματικής επιρροής βρίσκεται και σε χώρους που δεν διαθέτουν τυπική πολιτική εξουσία. Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί να επηρεάζει μια αγορά, μια τράπεζα μπορεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην κατανομή κεφαλαίων, ένας ενεργειακός όμιλος μπορεί να βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο μιας αλυσίδας από την οποία εξαρτάται η οικονομία, ένα μέσο ενημέρωσης μπορεί να επηρεάζει τη δημόσια ατζέντα, ενώ μια ψηφιακή πλατφόρμα μπορεί να καθορίζει σε σημαντικό βαθμό ποια πληροφορία θα φτάσει στον χρήστη και με ποια σειρά. [3][4]

Αντίστοιχα, μια συμβουλευτική εταιρεία μπορεί να διαθέτει τεχνογνωσία την οποία χρησιμοποιεί ένας δημόσιος φορέας για τον σχεδιασμό ενός έργου, ένας εκπρόσωπος συμφερόντων μπορεί να επιχειρεί να επηρεάσει μια νομοθετική ή κανονιστική επιλογή και ένας επενδυτής μπορεί να κατευθύνει κεφάλαια προς συγκεκριμένους κλάδους και επιχειρήσεις. Όλες αυτές οι μορφές ισχύος είναι διαφορετικές μεταξύ τους. Δεν αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα και δεν λειτουργούν πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση. Έχουν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: μπορούν να επηρεάζουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες λαμβάνονται αποφάσεις.

Η Ελλάδα ως πεδίο παρατήρησης

Η Ελλάδα αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο για να παρατηρήσουμε αυτή τη διαδικασία, επειδή αρκετές από αυτές τις μορφές ισχύος μπορούν πλέον να εντοπιστούν σε πραγματικά δεδομένα, δημόσιες συμβάσεις, αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών, οικονομικές εκθέσεις και θεσμικά μητρώα.

Ένα από τα καλύτερα σημεία εκκίνησης είναι οι δημόσιες συμβάσεις. Το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων επιτρέπει την αναζήτηση στοιχείων σχετικά με τις συμβάσεις του Δημοσίου και, επομένως, δίνει στον πολίτη τη δυνατότητα να μεταφέρει τη συζήτηση από τη γενική εντύπωση στα συγκεκριμένα στοιχεία: [5]

• ποιος είναι ο ανάδοχος,

• ποιο είναι το αντικείμενο,

• ποια είναι η αξία,

• ποια είναι η διάρκεια και

• ποια διαδικασία ακολουθήθηκε.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που οι δημόσιες δαπάνες αφορούν όλο και πιο σύνθετα έργα και υπηρεσίες.

Η αυξανόμενη αγορά των συμβουλευτικών υπηρεσιών

Μέσα σε αυτή την αγορά υπάρχει και ένας τομέας που αξίζει πολύ μεγαλύτερη προσοχή: οι συμβουλευτικές υπηρεσίες προς το Δημόσιο.

Η ανάγκη για εξωτερική τεχνογνωσία είναι απολύτως πραγματική. Η δημόσια διοίκηση καλείται να διαχειριστεί ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, ψηφιακό μετασχηματισμό, ενεργειακά έργα, μεγάλα έργα υποδομών, σύνθετες διαδικασίες προμηθειών και απαιτήσεις που συχνά απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις τις οποίες δεν διαθέτει πάντοτε στο εσωτερικό της ή δεν μπορεί να αναπτύξει άμεσα. Επομένως, η προσφυγή σε εξωτερικούς συμβούλους δεν αποτελεί από μόνη της κάτι προβληματικό. [3]

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην έκταση και στη διάρκεια αυτής της πρακτικής.

Τον Δεκέμβριο του 2025, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης πολιτικών συντακτών, τέθηκε από δημοσιογράφο προς την κυβέρνηση η καταγραφή ενός μέσου ενημέρωσης, σύμφωνα με την οποία, από την 1η Ιανουαρίου 2025 και πριν ακόμη συμπληρωθεί το έτος, τα ελληνικά υπουργεία είχαν συνάψει περισσότερες από 100 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών, συνολικού ύψους άνω των 22 εκατομμυρίων ευρώ, με περισσότερες από 90 εταιρείες και ιδιώτες. Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί δημοσιογραφική καταγραφή που μεταφέρθηκε στη σχετική κυβερνητική ενημέρωση και όχι ενιαίο επίσημο απολογισμό όλων των συμβουλευτικών δαπανών του Δημοσίου. [6]

Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την επιφύλαξη, το μέγεθος είναι αρκετό για να τεθεί ένα σοβαρό ερώτημα δημόσιας διοίκησης. Όταν ένα κράτος διαθέτει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για εξωτερική συμβουλευτική, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι απλώς αν οι συγκεκριμένες συμβάσεις ήταν νόμιμες ή αν ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Χρειάζεται να εξεταστεί:

• τι ακριβώς αγοράστηκε,

• ποια ήταν τα παραδοτέα,

• ποιο ήταν το αποτέλεσμα και, κυρίως,

• αν η τεχνογνωσία που αγοράστηκε παρέμεινε στη δημόσια διοίκηση ή αν χρειάζεται να αγοραστεί ξανά για το επόμενο έργο.

Υπάρχουν και συγκεκριμένα παραδείγματα που δείχνουν ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο μικρές συμβάσεις. Σε εκτελεστική σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής βοήθειας στο πλαίσιο των Ταμείων Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων καταγράφεται ποσό 13,5 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ, ή 16,74 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ. Παράλληλα, καταχώριση στο ΚΗΜΔΗΣ αφορά σύμβαση ύψους 14,707 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ, με αντικείμενα που περιλαμβάνουν συμβουλές διαχείρισης έργων, γενικής και οικονομικής διαχείρισης, σχεδιασμού, επιχειρησιακής ανάλυσης και επιχειρηματικής διαχείρισης. Η συγκεκριμένη καταχώριση αφορά χρονική παράταση της σύμβασης χωρίς αύξηση του οικονομικού αντικειμένου. [7][8]

Στο σημείο αυτό, βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο ουσιαστικά ζητήματα του άρθρου. Η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο «γιατί δίνουμε τόσα χρήματα σε συμβούλους;». Το βασικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει μετά. Εάν η εξωτερική τεχνογνωσία βοηθά μια δημόσια υπηρεσία να γίνει αποτελεσματικότερη, να αποκτήσει νέα εργαλεία και να μεταφέρει γνώση στο προσωπικό της, τότε η δαπάνη μπορεί να λειτουργεί ως επένδυση στη διοικητική ικανότητα. Εάν όμως δημιουργείται μια μόνιμη ανάγκη για εξωτερικούς συνεργάτες, επειδή η ίδια τεχνογνωσία δεν αποκτάται ποτέ εσωτερικά, τότε το ζήτημα γίνεται βαθύτερο. Αφορά την ίδια την ικανότητα του κράτους να σχεδιάζει, να ελέγχει και να υλοποιεί πολιτικές χωρίς να εξαρτάται διαρκώς από εξωτερικούς μηχανισμούς.

Με άλλα λόγια, κάποια στιγμή δεν αρκεί να ρωτάμε πόσο κόστισε ο σύμβουλος. Πρέπει να μπορούμε να απαντήσουμε τι έμεινε στο κράτος όταν ο σύμβουλος αποχώρησε.

Αυτό είναι ένα ερώτημα που μπορεί να ερευνηθεί με πραγματικά στοιχεία, και ακριβώς γι’ αυτό έχει μεγαλύτερη αξία από μια γενική καταγγελία περί «σπατάλης».

Η δύναμη του κεφαλαίου και του τραπεζικού συστήματος

Η ίδια λογική μπορεί να εφαρμοστεί και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι οι τέσσερις τράπεζες που έχουν χαρακτηριστεί ως άλλα συστημικά σημαντικά ιδρύματα αντιπροσωπεύουν περίπου το 94% του συνολικού ενεργητικού του εγχώριου τραπεζικού τομέα. Η συγκέντρωση αυτή αποτελεί ένα κρίσιμο δεδομένο όταν εξετάζουμε πώς κατανέμεται η χρηματοδότηση στην ελληνική οικονομία. [9]

Η τραπεζική ισχύς δεν αφορά μόνο το υπόλοιπο ενός λογαριασμού ή το επιτόκιο ενός δανείου. Αφορά την πρόσβαση στο κεφάλαιο και, συνεπώς, τη δυνατότητα μιας επιχείρησης να επενδύσει, να επεκταθεί, να εξαγοράσει άλλη επιχείρηση ή να αντέξει μια περίοδο πίεσης. Από την άλλη πλευρά, η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για μια μικρότερη επιχείρηση. Έτσι, η κατανομή του κεφαλαίου αποτελεί έναν από τους λιγότερο ορατούς αλλά σημαντικότερους μηχανισμούς με τους οποίους διαμορφώνεται η οικονομική πραγματικότητα.

Η ενέργεια ως οικονομική και στρατηγική ισχύς

Ακόμη πιο άμεσα αντιληπτή είναι η ενέργεια. Η ενεργειακή αγορά επηρεάζει το κόστος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, αλλά ταυτόχρονα συνδέεται με υποδομές, επενδύσεις, εισαγωγές, φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια, ανανεώσιμες πηγές, διυλιστήρια και γεωπολιτικές σχέσεις. Το 2025 η Επιτροπή Ανταγωνισμού ενέκρινε την απόκτηση αποκλειστικού ελέγχου της ELPEDISON από τη HELLENiQ ENERGY, εξετάζοντας μια σειρά αγορών που εκτείνονται από την παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου έως τις ανανεώσιμες πηγές και τα πετρελαιοειδή. Η Επιτροπή έκρινε ότι η συγκέντρωση δεν δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά της με τους κανόνες ανταγωνισμού στις εξεταζόμενες αγορές. [10]

Το παράδειγμα αυτό δείχνει κάτι σημαντικό: η οικονομική ισχύς μπορεί να μελετηθεί χωρίς να χρειάζεται να της αποδώσουμε κρυφές προθέσεις. Υπάρχουν εταιρείες, συναλλαγές, αγορές, αρμόδιες αρχές και αποφάσεις.

Η ουσιαστική έρευνα αρχίζει όταν αυτά τα στοιχεία συνδεθούν με τον ανταγωνισμό, τις επενδύσεις, τις τιμές και τη στρατηγική σημασία της ενέργειας.

Ποιος διαμορφώνει την πληροφορία που φτάνει σε εμάς;

Στον χώρο των μέσων ενημέρωσης η εικόνα είναι ακόμη πιο ευαίσθητη, επειδή εδώ η οικονομική ισχύς συναντά την πληροφοριακή επιρροή. Το Reuters Institute καταγράφει για το 2026 περαιτέρω συγκέντρωση στην ελληνική αγορά ειδήσεων και αναφέρει συγκεκριμένες αλλαγές στην ιδιοκτησία και στα χαρτοφυλάκια μέσων. Το ίδιο report καταγράφει ότι η εμπιστοσύνη στις ειδήσεις στην Ελλάδα υποχώρησε στο 18%, χαμηλότερα από το προηγούμενο έτος και σε ιστορικό χαμηλό για τη συγκεκριμένη έρευνα, ενώ οι Έλληνες σε πολύ μεγάλο βαθμό θεωρούν ότι τα μέσα ενημέρωσης υπόκεινται σε υπερβολική πολιτική και επιχειρηματική επιρροή. [1]

Η αντίληψη των πολιτών, ότι ένα μέσο χειραγωγείται, αποτελεί ένα σημαντικό κοινωνικό δεδομένο. Δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στην ενημέρωση, την επιχειρηματική ιδιοκτησία και την πολιτική επιρροή αντιμετωπίζεται με μεγάλη δυσπιστία από σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Και όταν η εμπιστοσύνη υποχωρεί, οι πολίτες στρέφονται όλο και περισσότερο σε άλλες πηγές.

Εκεί αλλάζει ολόκληρη η αρχιτεκτονική της ενημέρωσης.

Από τα μέσα ενημέρωσης στους αλγόριθμους και την τεχνητή νοημοσύνη

Η πληροφορία δεν περνά πλέον μόνο από εφημερίδες, τηλεοπτικούς σταθμούς και ειδησεογραφικές ιστοσελίδες. Περνά από κοινωνικά δίκτυα, μηχανές αναζήτησης, πλατφόρμες βίντεο και πλέον από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Το Reuters Institute καταγράφει ότι διεθνώς τα κοινωνικά και βιντεοκεντρικά δίκτυα αποτελούν πλέον τον συχνότερο τρόπο πρόσβασης στην online ενημέρωση, ενώ η χρήση AI chatbots για ενημέρωση αυξάνεται. Στην Ελλάδα το ποσοστό όσων χρησιμοποιούν chatbots για ειδήσεις έφτασε το 12% το 2026, διπλασιαζόμενο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. [1][2]

Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία, γιατί η πληροφορία που βλέπει ένας άνθρωπος δεν είναι πλέον απλώς αποτέλεσμα της επιλογής ενός δημοσιογράφου ή ενός εκδότη. Είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αλγοριθμικών συστημάτων που αξιολογούν προηγούμενη συμπεριφορά, ενδιαφέροντα, αλληλεπιδράσεις και πιθανότητα διατήρησης της προσοχής. [4]

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Δεν χρειάζεται ένα σύστημα να σου υποδείξει τι πρέπει να πιστέψεις για να επηρεάσει το πληροφοριακό σου περιβάλλον. Αρκεί να καθορίσει σε σημαντικό βαθμό:

• ποια θέματα θα δεις,

• ποια θα επανεμφανιστούν,

• ποια θα περάσουν απαρατήρητα και

• ποια θα βρίσκονται συνεχώς μπροστά σου.

Και εδώ τα προσωπικά δεδομένα αποκτούν ιδιαίτερη αξία.

Οι ψηφιακές υπηρεσίες μπορούν να συγκεντρώνουν πληροφορίες για τις αναζητήσεις, τις αγορές, τη χρήση εφαρμογών, τις τοποθεσίες, το περιεχόμενο που παρακολουθεί κάποιος, τη διάρκεια της παραμονής του σε μια πλατφόρμα και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά σε διαφορετικά ερεθίσματα. Σημασία έχει ακόμη και αυτό που δεν κάνει: ποιο περιεχόμενο προσπερνά, ποια θέματα δεν ανοίγει, σε ποια πληροφορία επιστρέφει και ποια αφήνει χωρίς αλληλεπίδραση.

Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια της ψηφιακής οικονομίας. Η συγκέντρωση τέτοιων δεδομένων επιτρέπει την καλύτερη πρόβλεψη συμπεριφορών και τη μεγαλύτερη εξατομίκευση προϊόντων, υπηρεσιών, διαφημίσεων και περιεχομένου. Ο χρήστης μπορεί να αισθάνεται ότι χρησιμοποιεί μια δωρεάν ψηφιακή υπηρεσία, όμως η οικονομική σχέση μπορεί να βασίζεται σε κάτι διαφορετικό από μια άμεση χρηματική πληρωμή. Η προσοχή του, ο χρόνος του και τα δεδομένα που παράγει μέσα από τη συμπεριφορά του αποτελούν οικονομικά αξιοποιήσιμους πόρους.

Η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Η χρήση generative AI έχει ήδη γίνει ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 83,5% των Ελλήνων ηλικίας 16–24 ετών χρησιμοποίησε εργαλεία generative AI το 2025, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [11]

Η τεχνολογία αυτή δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε πληροφορίες. Αλλάζει σταδιακά και τον τρόπο με τον οποίο τις λαμβάνουμε. Αντί να αναζητήσει κάποιος δέκα διαφορετικές πηγές, μπορεί να ζητήσει από ένα σύστημα να του παρουσιάσει μια σύνθεση. Αυτό προσφέρει ταχύτητα και ευκολία, αλλά δημιουργεί ταυτόχρονα ένα νέο ερώτημα: ποια δεδομένα, ποιες πηγές και ποιοι κανόνες συνέβαλαν στη διαμόρφωση της απάντησης που τελικά βλέπει ο χρήστης;

Εδώ η πληροφοριακή ισχύς αποκτά μια νέα μορφή. Εκτός του ότι αφορά το ποιος παράγει την πληροφορία, αφορά επίσης και το ποιος μεσολαβεί ανάμεσα στην πληροφορία και στον πολίτη.

Lobbying και θεσμική επιρροή

Το ίδιο ισχύει και για το lobbying. Η εκπροσώπηση συμφερόντων αποτελεί θεμιτό στοιχείο μιας δημοκρατικής διαδικασίας, εφόσον πραγματοποιείται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο και με διαφάνεια. Επιχειρήσεις, επαγγελματικές ενώσεις, οργανώσεις και άλλοι φορείς έχουν λόγο να παρουσιάζουν τις θέσεις τους στους δημόσιους θεσμούς. Το κρίσιμο ζήτημα επομένως δεν είναι η ύπαρξη επιρροής ως τέτοιας, αλλά η δυνατότητα να γνωρίζουμε ποιος επιχειρεί να επηρεάσει ποιον, για ποιο θέμα και μέσα από ποια θεσμική διαδικασία.

Στην Ελλάδα υπάρχει πλέον Μητρώο Διαφάνειας της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Στο τέλος του 2024 είχαν καταγραφεί 33 εγγεγραμμένοι εκπρόσωποι συμφερόντων, έναντι 17 στο τέλος του 2023. Ο αριθμός αυτός δεν μπορεί από μόνος του να χρησιμοποιηθεί για να υπολογίσουμε το συνολικό μέγεθος του lobbying στην Ελλάδα, επειδή το μητρώο αφορά συγκεκριμένες δραστηριότητες και πρόσωπα που εμπίπτουν στο θεσμικό πλαίσιο. Αποτελεί όμως ένα πρώτο εργαλείο διαφάνειας, μέσα από το οποίο ένα μέρος της διαδικασίας μπορεί να γίνει ορατό και να ερευνηθεί. [12]

Η άμυνα ως σημείο συνάντησης κράτους, τεχνολογίας και οικονομίας

Στην άμυνα, η σύνδεση μεταξύ δημόσιας πολιτικής, οικονομίας, τεχνολογίας και διεθνών σχέσεων γίνεται ακόμη πιο έντονη. Η Ελλάδα έχει θεσπίσει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό αμυντικών εξοπλισμών για την περίοδο 2025–2036, ενώ το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει παρουσιάσει τη στρατηγική του ως πλαίσιο που δημιουργεί μακροπρόθεσμη προβλεψιμότητα για την αμυντική βιομηχανία. Παράλληλα έχει τεθεί ως στόχος η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας κατά 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα. [13][14]

Εδώ η οικονομική διάσταση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την επιχειρησιακή ανάγκη. Ένα αμυντικό πρόγραμμα αφορά την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί συμβάσεις, βιομηχανική δραστηριότητα, θέσεις εργασίας, μεταφορά τεχνολογίας, απαιτήσεις συντήρησης και μακροχρόνιες οικονομικές δεσμεύσεις. Γι’ αυτό και η αξιολόγηση μιας μεγάλης αμυντικής απόφασης χρειάζεται να εξετάζει ολόκληρο τον κύκλο ζωής της και όχι μόνο την αρχική τιμή αγοράς.

Το ίδιο το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει συνδέσει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας με την ανάγκη διαφάνειας και με τη δημιουργία ενός εγχώριου αμυντικού οικοσυστήματος. Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο στενά συνδέονται πλέον η άμυνα και η οικονομία: οι εξοπλισμοί δεν είναι μόνο επιχειρησιακές αποφάσεις, αλλά και αποφάσεις βιομηχανικής πολιτικής. [14]

Από την πραγματική επιρροή στη θεωρία συνωμοσίας

Εδώ πλέον είναι εύκολο να γίνει το επόμενο βήμα και να εμφανιστούν οι θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν όλες αυτές τις εξελίξεις ως μέρος ενός ενιαίου σχεδίου. Οι μεγάλες επενδυτικές εταιρείες, οι τράπεζες, οι ενεργειακοί όμιλοι, τα μέσα ενημέρωσης, οι τεχνολογικές πλατφόρμες, οι συμβουλευτικές εταιρείες, οι αμυντικές βιομηχανίες και τα δίκτυα lobbying μπορούν πράγματι να δημιουργούν ένα πολύπλοκο πλέγμα οικονομικών και θεσμικών σχέσεων. Από αυτό όμως μέχρι την υπόθεση ότι όλα ελέγχονται από ένα ενιαίο κέντρο υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Το γεγονός ότι μια μεγάλη επενδυτική εταιρεία έχει συμμετοχές σε πολλές επιχειρήσεις είναι κάτι που μπορεί να ελεγχθεί. Το ότι μια επιχείρηση ασκεί lobbying είναι επίσης ελέγξιμο. Η ιδιοκτησία ενός μέσου ενημέρωσης μπορεί να καταγραφεί. Μια δημόσια σύμβαση μπορεί να αναζητηθεί. Μια εξαγορά μπορεί να εξεταστεί από την αρμόδια αρχή. Όλα αυτά όμως, για να μην μετατρέπονται σε ισχυρισμό ότι υπάρχει ένα ενιαίο κέντρο που σχεδιάζει και ελέγχει κάθε σημαντική εξέλιξη, απαιτούν ένα διαφορετικό επίπεδο τεκμηρίωσης.

Ακριβώς γι’ αυτό η πραγματικότητα είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη θεωρία συνωμοσίας. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι κάποιος ελέγχει τα πάντα για να διαπιστώσουμε ότι η ισχύς και η οικονομική επιρροή συγκεντρώνονται σε ορισμένα σημεία του συστήματος.

Οι κρίσεις και η διαδρομή του χρήματος

Το ίδιο ισχύει και όταν εξετάζουμε μεγάλες κρίσεις. Μια οικονομική, ενεργειακή, υγειονομική, μεταναστευτική ή πολεμική κρίση δημιουργεί αναγκαστικά νέες ανάγκες και, μαζί τους, νέες αγορές. Κάποιοι κλάδοι αναπτύσσονται, ορισμένες επιχειρήσεις αποκτούν μεγαλύτερη ζήτηση και συγκεκριμένες επενδύσεις γίνονται περισσότερο ελκυστικές. Το γεγονός ότι κάποιος ωφελείται οικονομικά από μια κρίση δεν αποτελεί αυταπόδεικτη απόδειξη ότι προκάλεσε την κρίση.

Αποτελεί όμως λόγο να εξετάσουμε με προσοχή τη διαδρομή του χρήματος, τις αποφάσεις που ελήφθησαν και τους οικονομικούς αποδέκτες τους.

Η δυσπιστία ως κοινωνικό υπόβαθρο

Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην Ελλάδα, όπου η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και στην ενημέρωση παραμένει υψηλή. Η Ελλάδα κατατάχθηκε το 2025 με βαθμολογία 50/100 στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International, στην 56η θέση μεταξύ 182 χωρών. [15] Ταυτόχρονα, η πολύ χαμηλή εμπιστοσύνη στις ειδήσεις, όπως καταγράφεται από το Reuters Institute, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες είναι περισσότερο πιθανό να αμφισβητούν τις επίσημες αφηγήσεις και να αναζητούν εναλλακτικές εξηγήσεις. [1]

Αυτό μπορεί να γίνει είτε αφετηρία σοβαρής έρευνας είτε έδαφος για υπερβολές. Η διαφορά βρίσκεται στη μεθοδολογία.

Όταν εμφανίζεται μια μεγάλη δημόσια σύμβαση, δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε εκ των προτέρων ότι υπάρχει σκάνδαλο. Μπορούμε να εξετάσουμε τη διαδικασία ανάθεσης, το αντικείμενο, το κόστος, τη διάρκεια, τον ανάδοχο και τα παραδοτέα. Όταν μια επιχείρηση αποκτά ένα μέσο ενημέρωσης, μπορούμε να εξετάσουμε την ιδιοκτησία και την οικονομική της δραστηριότητα. Όταν δύο εταιρείες συγχωνεύονται στον ενεργειακό τομέα, μπορούμε να μελετήσουμε την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Όταν ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα κοστίζει δισεκατομμύρια, μπορούμε να εξετάσουμε την επιχειρησιακή ανάγκη, το κόστος κύκλου ζωής, τη βιομηχανική συμμετοχή και τις υποχρεώσεις που δημιουργούνται για το Δημόσιο.

Με αυτόν τον τρόπο, η δύσκολη ερώτηση παραμένει δύσκολη χωρίς να μετατρέπεται σε αυθαίρετο συμπέρασμα.

Το οικοσύστημα της σύγχρονης ισχύος

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της συζήτησης.

Η σύγχρονη ισχύς δεν έχει απαραίτητα ένα κέντρο. Το κράτος διαθέτει θεσμική εξουσία και τη δυνατότητα να θεσπίζει κανόνες. Οι επιχειρήσεις διαθέτουν οικονομική ισχύ και πρόσβαση στις αγορές. Οι τράπεζες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη ροή κεφαλαίων. Οι ενεργειακές εταιρείες δραστηριοποιούνται σε κρίσιμες υποδομές και αγορές. Τα μέσα ενημέρωσης συμμετέχουν στη διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας. Οι ψηφιακές πλατφόρμες μεσολαβούν στη διανομή της πληροφορίας και στη διαχείριση της ανθρώπινης προσοχής. Οι συμβουλευτικές εταιρείες μεταφέρουν εξειδικευμένη γνώση στη δημόσια διοίκηση και στον ιδιωτικό τομέα. Οι εκπρόσωποι συμφερόντων επιχειρούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση πολιτικών. Οι επενδυτές αποφασίζουν πού θα κατευθυνθούν κεφάλαια.

Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν ελέγχει μόνος του ολόκληρο το σύστημα. Όλοι όμως μπορούν, σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικά εργαλεία, να επηρεάσουν μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Αυτό είναι που μπορούμε να ονομάσουμε ένα οικοσύστημα ισχύος. Δεν χρειάζεται να έχει κεντρική διοίκηση, ούτε να λειτουργεί πάντοτε συντονισμένα. Μπορεί να αποτελείται από αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις και θεσμούς που συχνά περιορίζουν ο ένας τον άλλον. Η επιρροή του προκύπτει ακριβώς από το γεγονός ότι διαφορετικές μορφές ισχύος συναντώνται στο ίδιο περιβάλλον.

Η επιλογή του πολίτη μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον

Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον βρίσκεται ο πολίτης.

Η προσωπική του επιλογή εξακολουθεί να υπάρχει. Αυτό που αλλάζει είναι ότι γίνεται όλο και πιο σημαντικό να γνωρίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται. Αν γνωρίζει ποιος κατέχει ένα μέσο ενημέρωσης, μπορεί να αξιολογήσει καλύτερα την πληροφορία που λαμβάνει. Αν γνωρίζει ποιος εκπροσωπεί ένα συγκεκριμένο συμφέρον, μπορεί να εξετάσει με μεγαλύτερη προσοχή τα επιχειρήματά του. Αν γνωρίζει πόσο πληρώνει το κράτος για μια συμβουλευτική υπηρεσία και τι παραδίδεται σε αντάλλαγμα, μπορεί να αξιολογήσει διαφορετικά τη δημόσια δαπάνη. Αν κατανοεί τη δομή μιας ενεργειακής ή τραπεζικής αγοράς, μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα γιατί επηρεάζονται οι επιλογές και το κόστος της καθημερινής ζωής.

Η ουσιαστική ελευθερία, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο δικαίωμα να επιλέγουμε. Βρίσκεται και στην ικανότητά μας να κατανοούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιλέγουμε.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην ψηφιακή εποχή, επειδή το πληροφοριακό περιβάλλον δεν αποτελείται μόνο από αυτά που βλέπουμε. Περιλαμβάνει και όσα δεν βλέπουμε. Ένα περιεχόμενο μπορεί να μην εμφανιστεί ποτέ στην οθόνη μας επειδή δεν θεωρήθηκε αρκετά ενδιαφέρον για εμάς, ενώ ένα άλλο μπορεί να επαναλαμβάνεται συνεχώς επειδή το σύστημα εκτιμά ότι θα κρατήσει την προσοχή μας. Έτσι, η επιρροή δεν χρειάζεται να λειτουργεί με την άμεση επιβολή μιας άποψης. Μπορεί να λειτουργεί πολύ πιο διακριτικά, μέσα από τη διαμόρφωση του πληροφοριακού περιβάλλοντος στο οποίο σχηματίζουμε τη δική μας άποψη.

Το πραγματικό ερώτημα

Ίσως λοιπόν το αρχικό ερώτημα χρειάζεται μια διαφορετική διατύπωση.

Δεν είναι τόσο απλό όσο το «ποιος αποφασίζει για τη ζωή μου;». Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο εγώ αποφασίζω.

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, σε μία εταιρεία ή σε ένα κρυφό κέντρο. Βρίσκεται σε μια πολύ πιο σύνθετη αλληλεπίδραση θεσμών, κεφαλαίων, επιχειρήσεων, τεχνολογιών, δεδομένων, μέσων ενημέρωσης, συμφερόντων και δημόσιων αποφάσεων.

Γι’ αυτό και η αναζήτηση της αλήθειας δεν χρειάζεται να ξεκινά από το ποιος «κινεί τα νήματα». Μπορεί να ξεκινά από κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο απαιτητικό: να ακολουθήσουμε τα ίχνη μιας απόφασης.

Ποιος την εισηγήθηκε, ποιοι συμμετείχαν στη διαμόρφωσή της, ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν, ποια συμφέροντα επηρεάζονται, πόσα χρήματα διακινούνται, ποιος αναλαμβάνει το κόστος, ποιος αποκομίζει το οικονομικό ή στρατηγικό όφελος και, κυρίως, ποιο είναι το αποτέλεσμα μετά την εφαρμογή της.

Εκεί αρχίζει η πραγματική έρευνα.

Γιατί μπορεί πράγματι να αποφασίζουμε εμείς, αλλά το ερώτημα είναι αν γνωρίζουμε αρκετά για να καταλάβουμε πόσο ελεύθερο είναι το πεδίο μέσα στο οποίο παίρνουμε την απόφασή μας.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική μορφή δημοκρατικής εγρήγορσης σήμερα: όχι να πιστεύουμε ότι κάποιος άλλος αποφασίζει για εμάς, αλλά να έχουμε την επιμονή να αναζητούμε ποιοι, με ποια μέσα και με ποια συμφέροντα συμμετέχουν στη διαμόρφωση του κόσμου μέσα στον οποίο εμείς τελικά επιλέγουμε.

Πηγές

[1] Reuters Institute for the Study of Journalism, Digital News Report 2026 – Greece, 16 June 2026.

https://reutersinstitute.politics.ox.ac.uk/digital-news-report/2026/greece

[2] Reuters Institute for the Study of Journalism, Overview and key findings of the 2026 Digital News Report, 16 June 2026.

https://reutersinstitute.politics.ox.ac.uk/digital-news-report/2026/dnr-executive-summary

[3] Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD), Government at a Glance 2025 – Professionalisation of public procurement, 19 June 2025.

https://www.oecd.org/en/publications/government-at-a-glance-2025_0efd0bcd-en/full-report/professionalisation-of-public-procurement_ec3e5fa8.html

[4] European Union, Regulation (EU) 2022/2065, Digital Services Act (Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες), άρθρα 27 και 38, σχετικά με τη διαφάνεια των συστημάτων συστάσεων.

https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2022/2065/oj

[5] Ελληνική Δημοκρατία, Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ), επίσημη πλατφόρμα αναζήτησης δημοσίων συμβάσεων.

https://cerpp.eprocurement.gov.gr/upgkimdis/unprotected/home.xhtml

[6] Ελληνική Κυβέρνηση, «Ενημέρωση πολιτικών συντακτών και ανταποκριτών ξένου Τύπου από τον Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη», Δεκέμβριος 2025. Η καταγραφή για τις συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών άνω των 22 εκατ. ευρώ διατυπώθηκε στο πλαίσιο ερώτησης δημοσιογράφου και δεν αποτελεί επίσημο συνολικό κρατικό απολογισμό.

https://www.government.gov.gr/enimerosi-politikon-sintakton-ke-antapokriton-xenou-tipou-apo-ton-ifipourgo-para-to-prothipourgo-ke-kivernitiko-ekprosopo-pavlo-marinaki-115/

[7] Ταμείο Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων (ΤΑΜΕΥ), Πίνακας Συμβάσεων 2023 – 3η Εκτελεστική Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Τεχνικής Βοήθειας, ΑΔΑΜ 23SYMV012676812. Αξία 13.500.480 ευρώ χωρίς ΦΠΑ και 16.740.595,20 ευρώ με ΦΠΑ.

https://tamey.gov.gr/wp-content/uploads/2024/03/2-%4029.2.2024-%CE%95%CE%A5%CE%A3%CE%A5%CE%94-%CE%9C%CE%95%CE%A5-%CE%A0%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82-%CE%A3%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD-2023_%CE%A0%CE%921-27.pdf

[8] Ελληνική Δημοκρατία, Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων, καταχώριση ΑΔΑΜ 26SYMV019303606. Αξία 14.707.531,50 ευρώ χωρίς ΦΠΑ· η καταχώριση αφορά χρονική παράταση χωρίς αύξηση του οικονομικού αντικειμένου.

https://cerpp.eprocurement.gov.gr/upgkimdis/unprotected/home.xhtml?referenceNumber=26SYMV019303606

[9] Τράπεζα της Ελλάδος, Financial Stability Review, October 2025, ενότητα για τα άλλα συστημικά σημαντικά ιδρύματα.

https://www.bankofgreece.gr/Publications/FINANCIAL_STABILITY_REVIEW_OCT_2025_%CE%95%CE%9D.pdf

[10] Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, Απόφαση 880/2025, Acquisition of sole control by HELLENiQ ENERGY HOLDINGS S.A. over ELPEDISON B.V., 29 May 2025.

https://www.epant.gr/enimerosi/deltia-typou/item/3171-deltio-typou-egkrisi-apoktisis-apokleistikoy-elegxou.html

[11] Eurostat, 64% of 16–24-year-olds used AI in 2025, 10 February 2026. Για την Ελλάδα, το ποσοστό χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης από την ηλικιακή ομάδα 16–24 ετών ήταν 83,5%.

https://ec.europa.eu/eurostat/en/web/products-eurostat-news/w/edn-20260210-1

[12] Εθνική Αρχή Διαφάνειας, Μητρώο Διαφάνειας – Στατιστικά στοιχεία.

https://lobbying.aead.gr/

[13] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, επίσημο έγγραφο στρατηγικού σχεδιασμού και εξοπλιστικών προγραμμάτων, με αναφορές στον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και στη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

https://www.mod.mil.gr/wp-content/uploads/2026/02/20261202064333modtpent_ESKP2026.pdf

[14] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, «Συζήτηση ΥΕΘΑ Ν. Δένδια με τον δημοσιογράφο Β. Νέδο με θέμα “Η νέα ελληνική πολιτική αποτροπής και η Ατζέντα 2030”, στο πλαίσιο της DEFEA 2025». Περιλαμβάνει την τοποθέτηση του Υπουργού για τον στόχο συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας κατά μέσο όρο 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα.

https://www.mod.mil.gr/syzitisi-yetha-n-dendia-ton-dimosiografo-v-nedo-thema-i/

[15] Transparency International, Corruption Perceptions Index 2025 – Greece, 10 February 2026.

https://www.transparency.org/en/cpi/2025

Θεόδωρος Ατματζίδης

Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης,  έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει  και καθηγητής  στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα