Της Ντάνα Φόντορ Ματέεσκου
22 Ιουνίου 2026
Μια ζωή σημαδεμένη από την αντίσταση και τις διώξεις
Λίγοι Ρουμάνοι διανοούμενοι είχαν το θάρρος να αντιταχθούν ανοιχτά στο κομμουνιστικό καθεστώς όπως ο Πάουλ Γκόμα. Συγγραφέας, πρώην πολιτικός κρατούμενος και μία από τις σημαντικότερες φωνές της αντικομμουνιστικής αντίστασης στη Ρουμανία, ο Γκόμα πλήρωσε ακριβά την άρνησή του να υποταχθεί στη δικτατορία.
Γεννημένος στις 2 Οκτωβρίου 1935 στο χωριό Μάνα της Βεσσαραβίας, η οποία τότε αποτελούσε τμήμα της Ρουμανίας, έζησε από την παιδική του ηλικία το δράμα της σοβιετικής κατοχής και της φυγής της οικογένειάς του στη Ρουμανία. Οι εμπειρίες εκείνων των χρόνων έμελλε να σημαδέψουν ολόκληρο το λογοτεχνικό του έργο και τη δημόσια δράση του.
Γιατί οδηγήθηκε στη φυλακή;
Το 1956, εμπνευσμένος από την αντικομμουνιστική εξέγερση στην Ουγγαρία, ο Πάουλ Γκόμα, φοιτητής τότε στη Φιλολογική Σχολή του Βουκουρεστίου, συμμετείχε σε συζητήσεις και ενέργειες που οι αρχές θεωρούσαν εχθρικές.
Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1956 και καταδικάστηκε για «απόπειρα οργάνωσης διαδηλώσεων εχθρικών προς το καθεστώς». Πέρασε περίπου δύο χρόνια στις κομμουνιστικές φυλακές, ενώ μετά την αποφυλάκισή του δεν ανέκτησε πλήρως την ελευθερία του.

Αναγκαστική διαμονή στο Μπαραγκάν
Μετά τη φυλάκισή του, οι αρχές αποφάσισαν να τον στείλουν στο Μπαραγκάν, επιβάλλοντάς του καθεστώς αναγκαστικής διαμονής — Domiciliu Obligatoriu, με τα αρχικά D.O. Το μέτρο αυτό αποτελούσε μία από τις προσφιλείς μορφές καταστολής του κομμουνιστικού καθεστώτος. Πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, αντιφρονούντες, διανοούμενοι και πρόσωπα που θεωρούνταν «αναξιόπιστα» υποχρεώνονταν να ζουν επί χρόνια σε απομονωμένους οικισμούς, υπό τη διαρκή επιτήρηση της Σεκουριτάτε.
Στα έγγραφα ταυτότητάς τους αναγραφόταν η ένδειξη «D.O.», και στην καθομιλουμένη αποκαλούνταν «ντεοΐστες», από τα αρχικά αυτά. Η ζωή τους ελεγχόταν μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια: οι μετακινήσεις απαιτούσαν ειδικές άδειες, η τακτική παρουσία τους στη Μιλίτσια ήταν υποχρεωτική και οποιαδήποτε παράβαση μπορούσε να επιφέρει νέες κυρώσεις.
Οι ξυλοδαρμοί και οι καταχρήσεις της Σεκουριτάτε
Οι εμπειρίες του Πάουλ Γκόμα με τη Σεκουριτάτε ήταν πολλές και βάναυσες. Στα απομνημονεύματά του περιγράφει ανακρίσεις, εκφοβισμούς και σωματικές επιθέσεις. Ένα περιστατικό που αφηγείται στο βιβλίο «Ο στρατιώτης του σκύλου» (Soldatul câinelui) αποτυπώνει χαρακτηριστικά τον παραλογισμό και τη βία του συστήματος.
Κατά την περίοδο της αναγκαστικής διαμονής του, ο Γκόμα είχε λάβει άδεια να μεταβεί στην Κωνστάντζα. Θέλοντας να δει για πρώτη φορά τη θάλασσα, βρέθηκε κατά λάθος σε μια λιμενική ζώνη. Η Σεκουριτάτε υποψιάστηκε αμέσως ότι σκόπευε να διαφύγει από τη χώρα με ένα σουηδικό πλοίο. Τον συνέλαβαν, τον έγδυσαν για να τον ερευνήσουν, τον εξύβρισαν και τον ξυλοκόπησαν επανειλημμένα κατά την ανάκριση.
Παρότι η εξήγησή του ήταν απλή —ήθελε μόνο να δει τη θάλασσα—, οι αξιωματικοί αρνούνταν να τον πιστέψουν. Στην παρανοϊκή λογική του καθεστώτος, κάθε πολίτης με ιστορικό πολιτικών διώξεων θεωρούνταν μονίμως ύποπτος.
Ο αντιφρονών που αψήφησε τον Τσαουσέσκου
Τη δεκαετία του 1970, ο Πάουλ Γκόμα έγινε ο πιο γνωστός Ρουμάνος αντιφρονών. Το 1977, εμπνευσμένος από το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τσεχοσλοβακία, απηύθυνε ανοιχτές επιστολές, ζητώντας τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών.
Η αντίδραση του καθεστώτος του Νικολάε Τσαουσέσκου ήταν άμεση: σύλληψη, ξυλοδαρμοί, απειλές και εκστρατεία δυσφήμησης. Η διεθνής πίεση οδήγησε στην απελευθέρωσή του, όμως την ίδια χρονιά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρουμανία. Εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, όπου συνέχισε να γράφει και να καταγγέλλει τα εγκλήματα του κομμουνισμού.
Ούτε η εξορία στη Γαλλία έφερε γαλήνη στον Πάουλ Γκόμα. Έχοντας αναδειχθεί σε μία από τις ισχυρότερες φωνές των εξόριστων Ρουμάνων και σε σταθερό επικριτή του κομμουνιστικού καθεστώτος του Βουκουρεστίου, ο συγγραφέας έγινε στόχος εκφοβισμών και αποπειρών φυσικής εξόντωσης.
Μία από τις γνωστότερες ήταν η απόπειρα δολοφονίας με εκρηκτικό μηχανισμό κρυμμένο μέσα σε ένα βιβλίο. Το ύποπτο δέμα εντοπίστηκε προτού προκαλέσει τραγωδία, αν και ένας Γάλλος αστυνομικός τραυματίστηκε. Η υπόθεση ενίσχυσε την πεποίθηση πολλών δυτικών παρατηρητών ότι το καθεστώς του Νικολάε Τσαουσέσκου ήταν διατεθειμένο να καταδιώκει και να εκφοβίζει τους αντιπάλους του ακόμη και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Το περιστατικό έγινε ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα των πιέσεων που ασκούνταν στους εξόριστους Ρουμάνους αντιφρονούντες.
Η παρακαταθήκη του Πάουλ Γκόμα
Ο Πάουλ Γκόμα παραμένει μία από τις κεντρικές μορφές της ρουμανικής αντικομμουνιστικής αντίστασης. Σε μια εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι διανοούμενοι απέφευγαν την άμεση σύγκρουση με το καθεστώς, εκείνος επέλεξε να μιλήσει ανοιχτά, αναλαμβάνοντας τις συνέπειες.
Το λογοτεχνικό και απομνημονευματικό έργο του αποτελεί σήμερα μαρτυρία πρωταρχικής σημασίας για την πολιτική καταστολή, τις κομμουνιστικές φυλακές, την αναγκαστική διαμονή και τους μηχανισμούς με τους οποίους το ολοκληρωτικό κράτος επιχειρούσε να ελέγξει την κοινωνία.

Η εμπειρία του Πάουλ Γκόμα δείχνει πώς τα ολοκληρωτικά καθεστώτα επιχειρούν να διατηρήσουν την εξουσία τους μέσω του φόβου, της επιτήρησης και της εξουδετέρωσης των ενοχλητικών φωνών. Στην κομμουνιστική Ρουμανία, οι ανεξάρτητοι διανοούμενοι, οι πολιτικοί αντίπαλοι και όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν περιθωριοποιούνταν, συλλαμβάνονταν, ξυλοκοπούνταν ή εξαναγκάζονταν στη σιωπή.
Το δίδαγμα εκείνων των χρόνων είναι ότι η ελευθερία της έκφρασης, η πολυφωνία και τα δικαιώματα των πολιτών δεν πρέπει να θεωρούνται κατοχυρωμένα για πάντα. Μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει να παραμένει σε επαγρύπνηση απέναντι σε κάθε τάση υπερβολικής συγκέντρωσης της εξουσίας, περιορισμού του δημόσιου διαλόγου ή στιγματισμού όσων σκέφτονται διαφορετικά. Η μοίρα του Πάουλ Γκόμα υπενθυμίζει πόσο εύκολα μπορούν να χαθούν οι ελευθερίες όταν το κράτος φτάνει να ελέγχει τη ζωή των πολιτών και να μετατρέπει την αντιπολίτευση σε ποινικό αδίκημα.
Απόσπασμα από το «Ο στρατιώτης του σκύλου» ή… μια επίδειξη της βλακείας και του παραλογισμού των ανδρών της Σεκουριτάτε
Βρισκόμουν σε αναγκαστική διαμονή στο Μπαραγκάν από το 1958, αλλά μόλις το 1961 είχα καταφέρει να πάρω άδεια για να πάω στο σπίτι μου — άδεια που, κανονικά, χορηγούνταν μία φορά τον χρόνο. Όμως εκείνο το γουρούνι, ο Λιβρέσκου, ο αξιωματικός της Σεκουριτάτε που μας είχε υπό την ευθύνη του —και στο μάτι—, μου είχε κάνει πάλι την ίδια παγαποντιά: είχα πάρει την άδεια, αλλά όχι για το Μέσεντορφ, στην περιοχή της Ρούπεα, στην Τρανσυλβανία, όπου βρίσκονταν οι γονείς μου. Την είχα πάρει για την… Κωνστάντζα.
«Μα δεν έχω τίποτα να κάνω στην Κωνστάντζα», είχα προσπαθήσει να εξηγήσω στον αξιωματικό της Μιλίτσια στο Φετέστι. «Θέλω να δω τους γονείς μου, όχι τη θάλασσα τον Ιανουάριο».
«Αν είναι έτσι, γράψε ότι παραιτείσαι από την άδεια για την Κωνστάντζα, κάνε νέα αίτηση για το Μέσεντορφ της Ρούπεα και περίμενε το αποτέλεσμα — έναν μήνα, έναν χρόνο, δύο…», λέει ο αστυνομικός.
Ήξερα ότι άλλος δρόμος δεν υπήρχε.
Λέει ένας άλλος αστυνομικός:
«Εκμεταλλεύσου την άδεια, βρε άνθρωπε, κι ας μην πας στο σπίτι σου. Σας ξέρω εγώ εσάς· θα χαιρόσασταν ακόμη και με μια διαδρομή με το τρένο, όπου να ’ναι…»
Είχε δίκιο.
«Θα πήγαινα στην Κωνστάντζα, αλλά δεν γνωρίζω κανέναν, δεν έχω πάει ποτέ. Πού στο καλό να δηλώσω την παρουσία μου;» Ήξερα ότι, όταν έπαιρνε «άδεια», ο εξόριστος σε αναγκαστική διαμονή έπρεπε πρώτα απ’ όλα να παρουσιαστεί στη Μιλίτσια του τόπου που του είχε οριστεί.
«Μείνε σε ένα ξενοδοχείο», λέει ο πρώτος.
«Μα σας είπα ότι δεν γνωρίζω την Κωνστάντζα. Δώστε μου το όνομα και τη διεύθυνση ενός ξενοδοχείου».
Οι αστυνομικοί του Φετέστι, παραξενεμένοι και διασκεδάζοντας με την υπόθεση, συσκέφθηκαν και τελικά σημείωσαν στο φύλλο πορείας το ξενοδοχείο που —σημαντικό πλεονέκτημα— βρισκόταν πολύ κοντά στο κτίριο της Μιλίτσια στην Κωνστάντζα.
Και να ’μαι στο τρένο για την Κωνστάντζα, μέσα στον Ιανουάριο. Ντυμένος όπως ένας εξόριστος σε αναγκαστική διαμονή: παντελόνι και γιλέκο από καπιτονέ ύφασμα, λαστιχένιες μπότες, ένα κοντό χωριάτικο πανωφόρι με γούνινη επένδυση, γούνινο σκούφο με αυτιά και… γένια. Και χωρίς αποσκευές.
Φτάνω στο ξενοδοχείο που μου είχαν υποδείξει το απόγευμα —είχε ήδη σκοτεινιάσει—, καταχωρίζω τα στοιχεία μου, βρίσκω ένα κρεβάτι σε κοινόχρηστο δωμάτιο και, φυσικά, πηγαίνω αμέσως στη Μιλίτσια για να δηλώσω την παρουσία μου. Γνώριζαν ότι θα ερχόμουν, οπότε δεν έχασα χρόνο.
Βγαίνω και ρωτάω τον αστυνομικό στην πύλη:
«Από πού πάω για τη θάλασσα;»
Ο αστυνομικός αρχικά παραξενεύεται:
«Τι δουλειά έχεις εσύ με τη θάλασσα, νυχτιάτικα;»
Όταν όμως ακούει ότι βρίσκομαι για πρώτη φορά στην Κωνστάντζα, σηκώνει τους ώμους και δείχνει με το χέρι προς μια κατεύθυνση.
Ξεκινάω προς τα εκεί, περπατάω κάμποσο, ρωτάω έναν περαστικό που τουρτούριζε — φυσούσε τρομερός αέρας, τον ένιωθα να διαπερνά και τη γούνινη επένδυση του πανωφοριού μου και τα καπιτονέ ρούχα μου.
(…)
Παρακάμπτω μια έντονα φωτισμένη μπάρα, περνάω δίπλα από ένα φυλάκιο και συνεχίζω ευθεία. Περπατάω και περπατάω ανάμεσα σε τεράστια κιβώτια και γερανούς που βουίζουν…
Ακριβώς τη στιγμή που διακρίνω μπροστά μου μια αναλαμπή νερού, πέντε θεόρατοι άνδρες με αρπάζουν, μου ακινητοποιούν τα χέρια πίσω από την πλάτη, με σηκώνουν και με κουβαλούν — πού; Δεν έχω ιδέα.
Ένα τζιπ IMS έρχεται προς την «ομάδα» μας και ύστερα ένα μικρό φορτηγό. Με σπρώχνουν μέσα σε μια υπερβολικά ζεστή παράγκα.
Τα πρώτα λόγια που λέω είναι:
«Ο σκούφος! Πού είναι ο σκούφος μου;»
«Για γδύσου πρώτα τελείως κι ύστερα θα σου δώσουμε και τον σκούφο!», λέει ένας αξιωματικός της Σεκουριτάτε.
Συνηθισμένος, γδύνομαι χωρίς να πω λέξη.
Ενώ καμιά πενταριά άνδρες ψάχνουν τα ρούχα μου, τις λαστιχένιες μπότες και, κυρίως, τον σκούφο, ο αξιωματικός με ανακρίνει:
«Πού διάολο ήξερες για το σουηδικό πλοίο, κάθαρμα;»
«Δεν ήξερα για κανένα σουηδικό πλοίο», λέω.
«Λες ψέματα, κάθαρμα!» Και μου αστράφτει δυο χαστούκια.
«Τότε τι γύρευες εδώ;»
«Ήθελα να δω τη θάλασσα».
«Γαμώ τη θάλασσα της μάνας σου, κάθαρμα και ψεύτη! Να δεις τη θάλασσα μέσα στο σκοτάδι;»
«Μα μόλις πριν από λίγο έφτασα, με το τρένο των πέντε. Είχε ήδη σκοτεινιάσει», λέω.
«Τότε γιατί λες ψέματα ότι ήθελες να δεις τη θάλασσα;» Και, για να με ενθαρρύνει να του απαντήσω, μου δίνει μερικά ακόμη χαστούκια.
«Δεν λέω ψέματα! Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στη θάλασσα και ήθελα να τη δω, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι».
«Τι έχεις, μάτια κουκουβάγιας, κάθαρμα; Μπορεί να έχεις, αλλά όχι για να αγναντεύεις τη θάλασσα. Πού ήξερες για το σουηδικό πλοίο που φεύγει αύριο το πρωί;»
«Τώρα, από εσάς, μαθαίνω ότι ένα σουηδικό πλοίο…», προσπαθώ να πω, αλλά δεν προλαβαίνω να τελειώσω: ο αξιωματικός αρχίζει πάλι να με χτυπά, αυτή τη φορά και με κλοτσιές.
«Ήθελες να φύγεις παράνομα από τη χώρα, κάθαρμα! Για να δω με ποιο ψεύτικο όνομα ήθελες να το σκάσεις!»
Ένας υφιστάμενός του τού δίνει τα χαρτιά μου. Ο αξιωματικός τα εξετάζει. Όταν φτάνει στην ταυτότητα, αναφωνεί:
«Α, εσύ είσαι από εκείνους. Γαμώ τα θεία της μάνας σου! Κανονικό κάθαρμα, με μητρώο! Κοίτα εδώ, σύντροφε, τι γράφει…» Και δείχνει την ταυτότητά μου σε έναν αξιωματικό του ναυτικού. «Κι εδώ, κάτω από τη φωτογραφία, βλέπεις αυτά τα γράμματα; D.O.;»
Ο ναυτικός τα βλέπει, αλλά δεν καταλαβαίνει τι σημαίνουν.
«Αυτό το κάθαρμα όχι μόνο ήθελε να ανέβει στο σουηδικό πλοίο για να το σκάσει, αλλά εγκατέλειψε και τον τόπο της αναγκαστικής διαμονής του. Πώς έφυγες από εκεί, κάθαρμα;»
«Δεν τον εγκατέλειψα, έφυγα νόμιμα. Κοιτάξτε κι εκείνο το χαρτί…»
Απλώνω το χέρι για να του δείξω, αλλά με χτυπά πάνω του τόσο δυνατά, που μου έρχονται δάκρυα.
«Δεν θα μου μάθεις εσύ τι να κοιτάζω…»
«Τι γυρεύεις στην Κωνστάντζα, ρε; Έχεις οικογένεια εδώ;»
«Έγινε ένα λάθος. Η Σεκουριτάτε του Φετέστι, αντί να μου δώσει άδεια για να πάω στους γονείς μου, μου έδωσε για την Κωνστάντζα», λέω.
«Και ποιος σε πιστεύει, ρε; Και πώς τολμάς να υπαινίσσεσαι ότι η δική μας Σεκουριτάτε κάνει λάθη;» Και εισπράττω κι άλλα χαστούκια.
Μάταια προσπαθώ να του εξηγήσω· δεν θέλει να με ακούσει. Με χτυπά. Ύστερα με χτυπά για να πω τι έχω κρύψει στον σκούφο και να το βγάλω μόνος μου… Τι έχω κρύψει; Δολάρια; Έγγραφα;
Μετά με χτυπούν για το ξενοδοχείο: γιατί πήγα να μείνω σε ξενοδοχείο, αν είχα καθαρή τη συνείδησή μου;
(…)
«Ντύσου!», με διατάζει ο αξιωματικός.
Ύστερα αρχίζει να με κατσαδιάζει:
«Πώς διάολο βρέθηκες στο λιμάνι, ρε; Δεν είδες τι γράφει εκεί πάνω, στην κορυφή της σκάλας;»
Όχι, δεν είχα δει τίποτα.
«Και την μπάρα δεν την είδες;»
«Ναι, την είδα, αλλά νόμιζα ότι ήταν διακοσμητική μπάρα, αφού κανείς δεν με σταμάτησε».
«Πώς είπες ότι είναι η μπάρα μας, ρε;», θυμώνει ο αξιωματικός. «Τι θέλεις δηλαδή να υπαινιχθείς για τις μπάρες μας; Ακόμη δεν αναμορφώθηκες; Προσβάλλεις τα επιτεύγματα του λαού; Καλά, θα σε διακοσμήσω εγώ και με μια αναφορά, για να σε κρατήσουν εκεί, σε αναγκαστική διαμονή, μέχρι να βάλεις μυαλό!»
Με συνοδεύουν με ολόκληρη κουστωδία προς την έξοδο του λιμανιού. Φτάνω στο τελευταίο σκαλοπάτι, αλλά ο αξιωματικός μού λέει να κατέβω λίγο. Κατεβαίνω.
«Για να μη σου ξανάρθει όρεξη να αγναντεύεις τη θάλασσα νυχτιάτικα…» Και μου καταφέρνει μια γροθιά στο στόμα που με σωριάζει.
Πάουλ Γκόμα, «Ο στρατιώτης του σκύλου», εκδόσεις Humanitas, 1991
Στη διάρκεια της συγγραφικής του πορείας, ο Πάουλ Γκόμα δημοσίευσε δεκάδες μυθιστορήματα, βιβλία απομνημονευμάτων και ημερολόγια. Ανάμεσα στα σημαντικότερα συγκαταλέγονται:
- Το διπλανό δωμάτιο (Camera de alături, 1968)
- Οστινάτο (Ostinato, 1971)
- Η καθημερινή μας πόρτα (Ușa noastră cea de toate zilele, 1972)
- Γκέρλα (Gherla, 1976)
- Τα Πάθη κατά το Πιτέστι (Patimile după Pitești, 1981)
- Το χρώμα του ουράνιου τόξου ’77 (Culoarea curcubeului ’77, 1990)
- Από το Καλιντόρ (Din Calidor, 1987)
- Η τέχνη της φυγής (Arta refugii)
- Ο στρατιώτης του σκύλου (Soldatul câinelui)
- Μπονιφάτσια (Bonifacia)
- Σαμπίνα (Sabina)
- Η κόκκινη εβδομάδα (Săptămâna roșie)
- Ημερολόγιο (Jurnal)
Πολλά από τα βιβλία του απαγορεύτηκαν από την κομμουνιστική λογοκρισία και κυκλοφόρησαν πρώτα στη Γαλλία, στη Γερμανία ή σε άλλες δυτικές χώρες. Τα κυρίαρχα θέματα του έργου του είναι η κομμουνιστική καταστολή, οι φυλακές πολιτικών κρατουμένων, οι εκτοπίσεις, το δράμα της Βεσσαραβίας και ο αγώνας του ατόμου ενάντια στη δικτατορία.
Το μυθιστόρημα «Γκέρλα» θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές μαρτυρίες για το κομμουνιστικό σύστημα εγκλεισμού στη Ρουμανία, ενώ το «Από το Καλιντόρ» συγκαταλέγεται στις πιο αναγνωρισμένες ανασυνθέσεις του κόσμου της Βεσσαραβίας που καταστράφηκε από τη σοβιετική κατοχή.
DFM — 22 Ιουνίου 2026


