30 χρόνια απο τον θάνατό του :Από τη Χαρισματική Ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου στον Πολυδιάστατο Πραγματισμό και την Κρίση Αντιπροσώπευσης

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

 

Η Διαλεκτική του Εκσυγχρονισμού στην Ύστερη Μεταπολίτευση

1. Η Ιδρυτική Παρακαταθήκη του Ανδρέα Παπανδρέου: Η Ρήξη με το Κέντρο και η Θεσμοθέτηση του Κοινωνικού Κράτους

Η ανάδυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ) τον Σεπτέμβριο του αναμόρφωσε ριζικά το πολιτικό τοπίο της Μεταπολίτευσης, εκκινώντας από μια ιστορική απόφαση ρήξης του ιδρυτή του, Ανδρέα Παπανδρέου, με το παραδοσιακό Κέντρο. Παρά την πρόταση που του έγινε να αναλάβει την αρχηγία της Ένωσης Κέντρου –ενός σχηματισμού που υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου στερούταν σαφούς ιδεολογικής ταυτότητας και στηριζόταν πρωτίστως στη χαρισματική προσωπικότητα του ηγέτη της– ο Ανδρέας Παπανδρέου προτίμησε να ιδρύσει έναν νέο, ριζοσπαστικό φορέα. Η επιλογή αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς η εκλογική εμβέλεια του παραδοσιακού κεντρώου χώρου ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και η επιβίωσή του μεταπολιτευτικά θα παρέμενε αμφίβολη χωρίς αυτή τη ρηξικέλευθη ανασύνθεση.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, έχοντας διαγράψει μια σημαντική ακαδημαϊκή πορεία ως καθηγητής οικονομικών στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σουηδία, και έχοντας υποστεί συλλήψεις τόσο από το καθεστώς Μεταξά όσο και από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, μετέφερε στην Ελλάδα μια νέα πολιτική κουλτούρα. Η ίδρυση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ) κατά τη διάρκεια της εξορίας του αποτέλεσε το ιδεολογικό και οργανωτικό υπόβαθρο για τη Διακήρυξη της ης Σεπτέμβρη, η οποία συμπυκνώθηκε στο ριζοσπαστικό τρίπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση».

 

Στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση της Μεταπολίτευσης, στις Νοεμβρίου , το ΠΑΣΟΚ έλαβε ποσοστό και εξέλεξε βουλευτές, υιοθετώντας έναν έντονα αντιαμερικανικό και αντι-ΝΑΤΟϊκό λόγο, ο οποίος ανταποκρινόταν στο διάχυτο ριζοσπαστισμό της εποχής. Η πολιτική αυτή ταυτότητα σφυρηλατήθηκε μέσα από σκληρές συγκρούσεις με το Παλάτι και το συντηρητικό κατεστημένο, με αποκορύφωμα την εμπλοκή του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ κατά τη δεκαετία του .

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το ξεκίνησε η υλοποίηση ενός εκτεταμένου προγράμματος κοινωνικών και εργασιακών μεταρρυθμίσεων. Η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου, η οποία σε μεταγενέστερες έρευνες κοινής γνώμης αξιολογήθηκε ως η σημαντικότερη της Μεταπολίτευσης, προχώρησε στη λήψη άμεσων φιλολαϊκών μέτρων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η καθιέρωση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ) των μισθών, η κατοχύρωση της πενθήμερης εργασίας και του ώρου, η θέσπιση των Κέντρων Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων (ΚΑΠΗ), η ίδρυση των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ), η αποποινικοποίηση της μοιχείας, καθώς και η ριζική αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου.

Κορυφαία κατάκτηση της περιόδου υπήρξε η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) το υπό την επίβλεψη του Γεωργίου Γεννηματά. Στο πεδίο της εθνικής συμφιλίωσης, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το και η άρση των διώξεων κατά των αριστερών πολιτικών προσφύγων αποτέλεσαν καθοριστικά βήματα για την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου Πολέμου.

Η διακυβέρνηση της χώρας αναδιαρθρώθηκε δομικά με τον Νόμο για την «Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα», ο οποίος ενίσχυσε τη συγκεντρωτική εξουσία του Πρωθυπουργού. Υπό την άμεση εποπτεία του υπήχθησαν το Πολιτικό του Γραφείο, η Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου και η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), ενώ θεσμοθετήθηκαν συλλογικά όργανα όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής (ΚΥ.Σ.Ο.Π. / ΚΥ.ΣΥΜ.) με τη συμμετοχή του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, και η Επιτροπή Τιμών και Εισοδημάτων (Ε.Τ.Ε.).

Παρά τις οικονομικές πιέσεις της πρώτης δεκαετίας, κατά τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (–), οι ρυθμοί αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ βελτιώθηκαν αισθητά. Αυτό επετεύχθη καθώς οι παλαιότερες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές εγκαταλείφθηκαν, επιτρέποντας στον πληθωρισμό να υποχωρήσει από το στο . Η πολιτική αυτή περίοδος σημαδεύτηκε επίσης από την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, μια πράξη για την οποία ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εξέφρασε αργότερα τη μεταμέλειά του, δηλώνοντας πως αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αυτή λόγω των τότε πολιτικών συνθηκών.

2. Η Εσωτερική Ρήξη και η Μετάλλαξη στον Σημιτικό Εκσυγχρονισμό

Η μετάβαση από τον Ανδρέα Παπανδρέου στον Κώστα Σημίτη το δεν αποτέλεσε μια γραμμική διαδικασία διαδοχής, αλλά μια βαθιά ιδεολογική και πολιτισμική μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ, η οποία αντανακλούσε τη σύγκρουση δύο εκ βάθρων διαφορετικών αντιλήψεων για την πολιτική και το κράτος. Η σχέση των δύο ανδρών υπήρξε ιστορικά πολυκύμαντη.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιμετώπιζε τον Σημίτη με έντονη καχυποψία, θεωρώντας τον εκπρόσωπο μιας τεχνοκρατικής σοσιαλδημοκρατίας γερμανικής κοπής, ξένης προς τον λαϊκό χαρακτήρα του κινήματος. Η αντιπαλότητα αυτή είχε βαθιές ρίζες: ήδη από το , κατά τη διάρκεια της εσωτερικής σύγκρουσης με τη Δημοκρατική Άμυνα, ο Παπανδρέου είχε προχωρήσει στη διαγραφή των περισσότερων σοσιαλδημοκρατικών στελεχών. Ο Σημίτης, ο οποίος βρισκόταν τότε στη Γερμανία για πανεπιστημιακούς λόγους, απέφυγε τη διαγραφή, ωθώντας τον Παπανδρέου να σχολιάσει σκωπτικά σε στενούς του συνεργάτες πως «του τη γλίτωσε».

Παρά την αμοιβαία αναγνώριση των ικανοτήτων τους, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ έβλεπε στο πρόσωπο του Σημίτη έναν μελλοντικό δελφίνο και δεν δίσταζε να τον απομακρύνει από κυβερνητικά πόστα όταν οι διαφωνίες τους ξεπερνούσαν τα όρια, όπως συνέβη με την παραίτηση του Σημίτη από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας το .

Ο ίδιος ο Σημίτης απέφευγε να εμφανίζεται ως ευνοούμενος της κομματικής επετηρίδας. Όταν ο Παπανδρέου του πρότεινε να συμμετάσχει στο ευρωψηφοδέλτιο, ο Σημίτης αρνήθηκε, ενοχλημένος από την εντύπωση ότι χρειαζόταν το κόμμα για να του εξασφαλίσει σταδιοδρομία, την οποία θεωρούσε ότι είχε ήδη επιτύχει αυτόνομα. Η κρίση διαδοχής κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της πολύμηνης νοσηλείας του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ωνάσειο.

Υπό το βάρος των πιέσεων για ακυβερνησία, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ κλήθηκε στις Ιανουαρίου να εκλέξει νέο πρωθυπουργό ανάμεσα στους Κώστα Σημίτη, Άκη Τσοχατζόπουλο, Γεράσιμο Αρσένη και Γιάννη Χαραλαμπόπουλο. Στον πρώτο γύρο, ο Σημίτης έλαβε ψήφους έναντι του Τσοχατζόπουλου, του Αρσένη και του Χαραλαμπόπουλου. Στον δεύτερο γύρο, παρά τις προσδοκίες του στρατοπέδου Τσοχατζόπουλου για συσπείρωση των υποστηρικτών του Αρσένη, ο Σημίτης επικράτησε με έναντι ψήφων, δεχόμενος την κρίσιμη υποστήριξη στελεχών όπως ο Κώστας Λαλιώτης και ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο θάνατος του Ανδρέα Παπανδρέου στις Ιουνίου μετέφερε τη μάχη της διαδοχής στο ο Συνέδριο του κόμματος, σε μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Ο Σημίτης, αρνούμενος τη διαρχία, έθεσε εκβιαστικά το δίλημμα της παραίτησής του από την πρωθυπουργία εάν δεν εκλεγόταν πρόεδρος του κόμματος, εισπράττοντας αποδοκιμασίες και σφυρίγματα από τους υποστηρικτές του Τσοχατζόπουλου. Τελικά, επικράτησε με ποσοστό έναντι του αντιπάλου του.

Η πολιτική αυτή μετάβαση συνοδεύτηκε από μια βαθιά πολιτισμική ρήξη. Ενώ η ηγετική ομάδα του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ συμμετείχε σε λαϊκές τελετουργίες, ο Σημίτης παρέμενε ένας απόμακρος παρατηρητής με ένα χαρακτηριστικό αμήχανο χαμόγελο. Η ρητορική του, όπως εκδηλώθηκε στην πρώτη του προεκλογική ομιλία στη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο του , απέρριπτε τους υψηλούς τόνους και τις συναισθηματικές εξάρσεις των πλατειών.

Ο Σημίτης εισήγαγε το μοντέλο του «πρώτου μεταξύ ίσων» (primus inter pares). Η διακυβέρνησή του, η οποία σημαδεύτηκε από την κρίση των Ιμίων τον Δεκέμβριο του και την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, επιχείρησε να προωθήσει τον θεσμικό εκσυγχρονισμό χρησιμοποιώντας αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «σαθρό υλικό του ανθρώπου», οδηγώντας σε μια διαρκή συμβίωση με τα παραδοσιακά κομματικά στελέχη.

3. Ο «Πολυδιάστατος Εκσυγχρονισμός» του Κυριάκου Μητσοτάκη: Ιδεολογική Ιδιοποίηση και Συστημικές Αντιφάσεις

Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, η έννοια του εκσυγχρονισμού επανεισάγεται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη υπό τον όρο «πολυδιάστατος εκσυγχρονισμός». Κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησής του, ο Μητσοτάκης επιχείρησε μια στρατηγική ιδιοποίηση των ιστορικών μεταρρυθμιστικών κυμάτων της χώρας, αναφερόμενος στον «αστικό εκσυγχρονισμό» του Ελευθερίου Βενιζέλου, στον «ανορθωτικό εκσυγχρονισμό» της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά και στις «σημαντικές προωθητικές απόπειρες» των πρωθυπουργών του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη. Η ρητορική αυτή συνιστά μια συνειδητή προσπάθεια διεμβολισμού του πολιτικού Κέντρου, μετατοπίζοντας τη διαχωριστική γραμμή από το παραδοσιακό σχήμα Δεξιάς-Αριστεράς στο δίπολο «πρόοδος ή οπισθοδρόμηση».

Σήμερα, ο πολθδιάστατος εκσυγχρονισμός του Μητσοτάκη έχει ταυτιστεί με την απόλυτη διαφθορά.

 Το εκσυγχρονιστικό του αφήγημα έρχεται αντιμέτωπο με βαθιές συστημικές αντιφάσεις και θεσμικές παρεκτροπές. Τον Ιούλιο του , η κυβερνητική πλειοψηφία προχώρησε στο μπλοκάρισμα του αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για περαιτέρω νομική διερεύνηση δύο πρώην υπουργών, του Μάκη Βορίδη και του Λευτέρη Αυγενάκη, σχετικά με την υπόθεση υπεξαίρεσης αγροτικών πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης, η οποία κατηγορεί την κυβέρνηση για προστασία υπουργών και συγκάλυψη διαφθοράς.

Επιπλέον, οι προτάσεις του Μητσοτάκη για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με επίκεντρο το άρθρο περί ευθύνης υπουργών και τη θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή για τις εκλογές μετά το , αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και κατηγορίες για υποκρισία, καθώς το ΠΑΣΟΚ και άλλα κόμματα επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις θεσμικές αλλαγές ως επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού.

Την ίδια στιγμή, ο Μησοτάκης αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις από την παραδοσιακή δεξιά, η οποία συσπειρώνεται γύρω από τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου δεξιού πολιτικού φορέα υπό την επιρροή του Σαμαρά λειτουργεί ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας για τη Νέα Δημοκρατία. Οι αναλύσεις δείχνουν ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποενοχοποιήσει την ψήφο των δυσαρεστημένων συντηρητικών ψηφοφόρων, απειλώντας να περιορίσει τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας κάτω από το όριο του ή ακόμη και του κατά την πρώτη εκλογική αναμέτρηση, καθιστώντας αδύνατο τον σχηματισμό κυβέρνησης.

4. Η Κοινωνική Έκρηξη των Τεμπών και η Πολιτική Συγκρότηση του Κινήματος της Μαρίας Καρυστιανού

Η δομική αποτυχία του ελληνικού κράτους να διασφαλίσει τη βασική ασφάλεια των πολιτών του, όπως αυτή αποκαλύφθηκε με τον πλέον δραματικό τρόπο στην τραγωδία των Τεμπών, λειτούργησε ως καταλύτης για την εκδήλωση μιας βαθιάς κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης. Μέσα από αυτό το συλλογικό τραύμα αναδύθηκε η Μαρία Καρυστιανού, η οποία, ως πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων, μετέτρεψε την προσωπική απώλεια σε ένα ευρύ κοινωνικό αίτημα για δικαιοσύνη και λογοδοσία.

Η απόφασή της να προχωρήσει στην ίδρυση πολιτικού φορέα με την ονομασία «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» ανταποκρίνεται στην ανάγκη έκφρασης μιας κοινωνίας που νιώθει απροστάτευτη από τους παραδοσιακούς θεσμούς. Το εκκολαπτόμενο αυτό κόμμα, το οποίο συγκεντρώνει χιλιάδες υπογραφές και διαμορφώνει το πρόγραμμά του μέσω ψηφιακών διαβουλεύσεων (Zoom), παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα κοινωνική και δημογραφική βάση.

Σύμφωνα με τα πρώτα δημοσκοπικά ευρήματα, καταγράφει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά στήριξης στις γυναίκες (προσεγγίζοντας το , έναντι στους άνδρες) και στις παραγωγικές ηλικιακές ομάδες από έως ετών, ενώ εμφανίζει χαμηλή διείσδυση στις μεγαλύτερες ηλικίες. 

Η ιδρυτική διακήρυξη του κινήματος αποφεύγει συνειδητά τις παραδοσιακές ιδεολογικές περιχαρακώσεις, εστιάζοντας σε έναν λόγο εύληπτο και επικεντρωμένο σε έννοιες όπως η εθνική ενότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η επιλογή, ωστόσο, προκαλεί επικρίσεις από αναλυτές που χαρακτηρίζουν το πρόγραμμα ως ένα «ευχολόγιο» χωρίς συγκεκριμένες κυβερνητικές προτάσεις. Οι συγκεκριμένες προτάσεις έπονται, απαντούν απο το Κίνημα της Καρυστιανού.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η υπόγεια οργανωτική και ιδεολογική διασύνδεση του κινήματος με την ιστορική παρακαταθήκη του ΠΑΣΟΚ. Στο στενό επιτελείο της Καρυστιανού συμμετέχει ενεργά ο Νίκος Γαλανός, ένας έμπειρος συνδικαλιστής και πρώην βουλευτής (με τον Συνασπισμό το και το ΠΑΣΟΚ το ), ο οποίος είχε συνδεθεί στενά με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η επιστροφή του Γαλανού από την Αυστραλία για τη στήριξη του εγχειρήματος προσδίδει μια αύρα ιστορικής συνέχειας, συνδέοντας την παλαιά λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ με το σύγχρονο αντισυστημικό ρεύμα.

Η δυναμική αυτή επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις της Δήμητρας Λιάνη-Παπανδρέου, η οποία υποστήριξε ότι η γραμμή του Ανδρέα Παπανδρέου έχει εκλείψει από το σημερινό ΠΑΣΟΚ, το οποίο ελέγχεται πλήρως από «Σημιτικά» στελέχη, αφήνοντας τους παραδοσιακούς «Παπανδρεϊκούς» ψηφοφόρους πολιτικά άστεγους και ώριμους να αναζητήσουν στέγη σε εγχειρήματα όπως αυτό της Καρυστιανού.

5. Συμπεράσματα

Η διαχρονική εξέλιξη των εκσυγχρονιστικών εγχειρημάτων στην Ελλάδα, από τη χαρισματική ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου έως τον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό του Κώστα Σημίτη και τον ψηφιακό πραγματισμό του Κυριάκου Μητσοτάκη, αναδεικνύει μια διαρκή ένταση ανάμεσα στην τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική νομιμοποίηση. Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι η υιοθέτηση αυστηρά ορθολογικών και ψηφιακών εργαλείων διακυβέρνησης, όταν δεν συνοδεύεται από τη θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών και του κράτους δικαίου, παράγει βαθιές κοινωνικές στρεβλώσεις και οδηγεί σε κρίσεις αντιπροσώπευσης.

Η ανάδυση νέων κοινωνικών κινημάτων, όπως αυτό της Μαρίας Καρυστιανού, αποτελεί άμεση αντίδραση στη θεσμική ανεπάρκεια του επιτελικού κράτους. Η ενσωμάτωση έμπειρων στελεχών της παλαιάς παπανδρεϊκής φρουράς σε αυτά τα κινήματα καταδεικνύει ότι το αίτημα για ένα κράτος προστασίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ηθικής λογοδοσίας παραμένει ενεργό, αναζητώντας νέες οργανωτικές μορφές εκτός του παραδοσιακού κομματικού συστήματος.

Για να αποκτήσουν αυτά τα κινήματα μόνιμο χαρακτήρα και να επηρεάσουν ουσιαστικά τις εξελίξεις, οφείλουν να υπερβούν το στάδιο της ηθικής διαμαρτυρίας και να συγκροτήσουν μια ολοκληρωμένη και ρεαλιστική πολιτική πρόταση, ικανή να απαντήσει στις σύνθετες προκλήσεις της σύγχρονης διακυβέρνησης. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι πίνακες έγιναν με την βοήθεια ΤΝ

1991: Ανδρέας Παπανδρέου στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης«What does socialism mean today?»

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, η διάλεξη του Ανδρέα Παπανδρέου στη Μαδρίτη διαβάζεται ως πολιτικό κείμενο μετάβασης. Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ δεν επιχειρεί να υπερασπιστεί τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Αντίθετα, ξεκινά από την παραδοχή ότι το σοβιετικό μοντέλο έχει τελειώσει: η οικονομία διοικητικού τύπου, η κατάργηση της αγοράς και το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας δεν μπορούν πλέον να αποτελούν πρόταση για τον σοσιαλισμό.

Η κατάρρευση, όμως, δεν σημαίνει, κατά τον Παπανδρέου, ότι ο καπιταλισμός δικαιώθηκε οριστικά. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου μοιάζει, όπως υποστηρίζει, με έναν «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο που δεν έγινε ποτέ», στον οποίο ο καπιταλισμός αναδείχθηκε νικητής χάρη στην τεχνολογία, την παραγωγικότητα και την παγκοσμιοποίηση. Ωστόσο, αυτή η νίκη δεν αναιρεί τις αντιφάσεις του. Το σύστημα παράγει πλούτο, αλλά ταυτόχρονα διευρύνει τις ανισότητες, περιθωριοποιεί κοινωνίες και καταστρέφει το περιβάλλον.

Ο Παπανδρέου βλέπει τη νέα διεθνή τάξη με έντονη καχυποψία. Ο Πόλεμος του Κόλπου παρουσιάζεται ως στιγμή επιβεβαίωσης της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής, αλλά όχι ως θρίαμβος της διεθνούς νομιμότητας. Αντίθετα, δείχνει την επιλεκτική εφαρμογή της: το Παλαιστινιακό παραμένει ανοιχτό, οι Κούρδοι στερούνται αυτοδιάθεσης, η τουρκική κατοχή στην Κύπρο συνεχίζεται, ενώ η Ευρώπη εμφανίζεται πολιτικά διχασμένη και αδύναμη να διαμορφώσει ανεξάρτητη φωνή. Πίσω από τη ρητορική της «νέας τάξης», διακρίνει μια πραγματικότητα όπου η ισχύς εξακολουθεί να προηγείται του δικαίου.

Το ενδιαφέρον του κειμένου βρίσκεται στην προσπάθεια να οριστεί ένας νέος σοσιαλισμός. Ο Παπανδρέου απορρίπτει τόσο τον κρατικό αυταρχισμό όσο και τον νεοφιλελεύθερο φανατισμό των ιδιωτικοποιήσεων. Προτείνει ένα μεικτό οικονομικό μοντέλο, ικανό να λειτουργεί μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, αλλά και να διορθώνει τις αποτυχίες της. Η αγορά, λέει ουσιαστικά, δεν μπορεί να αφεθεί μόνη της: χρειάζεται παρέμβαση για την απασχόληση, τη δικαιότερη διανομή του εισοδήματος, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διατήρηση κρίσιμων δημόσιων επιχειρήσεων, ιδίως στην ενέργεια και τις επικοινωνίες.

Παράλληλα, δίνει κεντρική θέση στη δημοκρατία. Ο νέος σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι πατερναλιστικός ούτε μονοκομματικός. Χρειάζεται πολιτικό πλουραλισμό, ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση, αποκεντρωμένο σχεδιασμό και ενεργό συμμετοχή των πολιτών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Το κράτος δεν πρέπει να είναι παντοδύναμος διαχειριστής, αλλά κέντρο αναπτυξιακής στρατηγικής, ικανό να περιορίζει τις στρεβλώσεις που προκαλούν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Σε στιγμές κρίσης, μάλιστα, αναθέτει στο κράτος ρόλο εγγυητή ενός προσωρινού κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στους βασικούς κοινωνικούς εταίρους.

Στο τέλος, ο Παπανδρέου επαναπροσδιορίζει και το σοσιαλιστικό κόμμα. Δεν εκπροσωπεί πια μόνο την παραδοσιακή εργατική τάξη, αλλά μια ευρύτερη συμμαχία δημοκρατικών, προοδευτικών και κοινωνικών δυνάμεων: εργαζόμενους, κινήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισότητα φύλων, οικολογία, ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη. Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ζητά ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κοινωνική Ευρώπη και σύγκλιση των οικονομιών. Το μήνυμα είναι σαφές: ο σοσιαλισμός είτε θα ανανεωθεί δημοκρατικά μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική θύελλα είτε θα περιοριστεί σε απλό κράτος πρόνοιας, χωρίς τη δύναμη ενός πραγματικού μετασχηματιστικού οράματος. Με δημοσιογραφικούς όρους, η διάλεξη δεν είναι νοσταλγία για ένα παλιό μοντέλο, αλλά προειδοποίηση: η ήττα του σοβιετικού σοσιαλισμού δεν απαλλάσσει τον καπιταλισμό από τις ευθύνες του ούτε ακυρώνει την ανάγκη μιας νέας δημοκρατικής, κοινωνικής και οικολογικής αριστεράς στον σύγχρονο κόσμο που αναζητά ισορροπία ανάμεσα σε ισχύ και δικαιοσύνη.

spot_img

13 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Αν και μπορούσαμε να γράψουμε πολλά για την τριτοκοσμική ”εποποιία” του ΠΑΣΟΚ της ”ήπιας” σοσιαλιστικής εμμονής της 8ετίας Σημίτη θα ”το τελειώσουμε” με το χρέος που μας άφησαν αμφότεροι και ”για χάρη του οποίου” ο πρωτότοκος του Ανδρέα, Γιώργος ή ΓΑΠ το 2010 μας έφερε το ΔΝΤ και τους Ευρωπαϊκούς ”Θεσμούς” και το πολυσέλιδο 1ο Μνημόνιο ,αποφεύγοντας να καταφύγει στον λαό είτε με νέες εκλογές το 2009 ή με δημοψήφισμα για το Μνημόνιο το 2010 .Εφημερίδα ΝΕΑ κ. Γιαννίτσης για το χρέος .
    ”Στις 31/12/2003 το χρέος ήταν (182) δισ. ευρώ.
    Στις 31/12/2008 το χρέος ήταν (262) δισ. ευρώ ,δηλαδή αυξήθηκε κατά (80) δισ. ευρώ.
    τα (80) δισ. ευρώ τα (70) δισ. ευρώ πήγαν για την κάλυψη υποχρεώσεων ,που είχαν αναλάβει οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.
    Το τέλος του 2009 το χρέος ήταν (298) δισ. ευρώ, δηλαδή αυξημένο κατά (116) δισ. ευρώ σε σχέση με το 2003.
    Το διάστημα 2003-2009 οι τόκοι που πληρώθηκαν ήταν (61) δισ. ευρώ, ενώ πληρώθηκαν και και (20) δισ. ευρώ για εξοπλισμούς ,χρέη Νοσοκομείων και επιπλέον (5,2) δισ. ευρώ για απόκτηση προνομιούχων μετοχών Τραπεζών.
    Το υπόλοιπο χρέος (30) δισ. ευρώ περίπου που φρόντισε να το φτάσει η κυβέρνηση του ΓΑΠ-ΠΑΣΟΚ στο τέλος του 2009.
    ΕΝ ΠΑΣΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ , ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΔΑΝΕΙΣΤΗΚΑΝ ΜΕΤΑΞΥ (2004-2009) ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΑΠΟ (10) ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ,ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΠΟΣΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ.”
    Υ.Γ Δεν απαγορεύεται η ελπίδα για τους νέους ”δρομείς” στην πολιτική ,αλλά ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ,χωρίς την απευκταία από όλους μας πολεμική εμπλοκή.

  2. Κύριε ΣΑΝ, το πρόβλημα με την «αντιπασοκική» ανάγνωση της κρίσης δεν είναι ότι στερείται πάθους· είναι ότι στερείται αριθμητικής συνέπειας. Επικαλείστε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το δημόσιο χρέος ήταν 182 δισ. ευρώ στις 31/12/2003, 262 δισ. ευρώ στις 31/12/2008 και 298 δισ. ευρώ στο τέλος του 2009. Δηλαδή, στην περίοδο 2003–2009 αυξήθηκε κατά 116 δισ. ευρώ.
    Αν λοιπόν η χώρα οδηγήθηκε στο χείλος της χρεοκοπίας, δεν μπορεί κανείς να εμφανίζει την περίοδο 2004–2009 ως λογιστικό διάλειμμα αθωότητας. Το να βαφτίζονται τα δανεικά «υποχρεώσεις προηγουμένων», «τόκοι», «νοσοκομεία», «εξοπλισμοί» ή «τράπεζες» δεν αλλάζει το αποτέλεσμα: το χρέος γράφτηκε στο δημόσιο ταμείο και φορτώθηκε στην κοινωνία.
    Ο ΓΑΠ έχει τις δικές του βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για τον ΤΡΟΠΟ εισόδου στο Μνημόνιο και για την απουσία άμεσης λαϊκής νομιμοποίησης μέσω εκλογών ή δημοψηφίσματος, όπως σωστά επισημαίνετε. Αλλά άλλο αυτό και άλλο η βολική μυθολογία ότι η κυβέρνηση Καραμανλή «δανείστηκε λιγότερα από 10 δισ.» την ώρα που το ίδιο το χρέος εκτοξεύθηκε κατά δεκάδες δισεκατομμύρια.
    Η σοβαρή κριτική δεν γίνεται με κομματικά συγχωροχάρτια. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη χρεοκοπία, πρέπει να μιλήσουμε για το συνολικό μεταπολιτευτικό μοντέλο: πελατειακό κράτος, αναβολή μεταρρυθμίσεων, δημοσιονομική ασυδοσία, ευρωπαϊκές αυταπάτες και πολιτικές ηγεσίες που μετέθεταν τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά.
    Και κάτι τελευταίο: η φράση ότι «δεν θα έχουμε κυβερνητική ανατροπή χωρίς πολεμική εμπλοκή» είναι περισσότερο πολιτική μοιρολατρία παρά ανάλυση. Οι κυβερνήσεις πέφτουν και από κοινωνική απονομιμοποίηση, θεσμική φθορά, εκλογική κατάρρευση και απώλεια πολιτικής ηγεμονίας. Αν περιμένουμε τον πόλεμο για να αλλάξει η πολιτική, τότε έχουμε ήδη παραιτηθεί από τη Δημοκρατία.

    • Την κατά εσάς λανθασμένο σχόλιο μου για την διόγκωση του χρέους -απάντηση σας προς εμένα -να την στείλετε στον εκ του ΠΑΣΟΚ προερχόμενο αλλά ΦΙΛΑΛΗΘΗ με δεδομένα και ΤΙΜΙΟ προς τους πολιτικούς του αντιπάλους κύριο Γιαννίτση, αυτόν που το Ανεδρεοκρατούμενο ΠΑΣΟΚ ανάγκασε τον Σημίτη να τον διώξει από Υπουργό , για να μη λυθεί από τότε το Ασφαλιστικό .
      Όσο για την σημερινή κυβερνητική ανατροπή και εσείς δεν πιστεύεται ότι θα συμβεί στις επόμενες εκλογές ,στους δε πολέμους έχουμε κυβερνητικές αλλαγές με οικουμενικές κυβερνήσεις συνήθως χωρίς εκλογές.
      Υ.Γ Τα του ΠΑΣΟΚ πάντων των Αρχηγών τα γνωρίζω πολύ καλά , ,γιατί τα έζησα και εμβάθυνα στα ”έργα κα τις ημέρες του”
      -να είστε καλά και λιγότερη Αριστερά , στην Ευρώπη που την βδελύσσεται πια-.

  3. Κύριε ΣΑΝ, ευχαριστώ για τη διευκρίνιση, αλλά η επίκληση του κ. Γιαννίτση δεν λύνει το πρόβλημα· το κάνει πιο εμφανές. Διότι άλλο πράγμα να επικαλείται κανείς έναν σοβαρό πολιτικό αντίπαλο και άλλο να χρησιμοποιεί αποσπασματικά τα λεγόμενά του ως πλυντήριο μιας ολόκληρης περιόδου.
    Το ερώτημα παραμένει απλό: επί κυβερνήσεων Καραμανλή, το χρέος αυξήθηκε από 182 δισ. ευρώ το 2003 σε 298 δισ. ευρώ στο τέλος του 2009, σύμφωνα με τα στοιχεία που εσείς ο ίδιος επικαλεστήκατε. Μπορούμε να συζητήσουμε πόσο από αυτό ήταν τόκοι, πόσο παλαιές υποχρεώσεις, πόσο εξοπλισμοί, πόσο νοσοκομεία και πόσο τραπεζική στήριξη. Αλλά δεν μπορούμε να παριστάνουμε ότι όταν το χρέος εκτινάσσεται, η κυβέρνηση που το διαχειρίζεται απλώς περνούσε από το ταμείο ως αθώος παρατηρητής.
    Η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται επειδή βαφτίζουμε τις δαπάνες «κληρονομημένες». Κάθε κυβέρνηση κληρονομεί προβλήματα· το θέμα είναι αν τα μειώνει ή αν τα μετατρέπει σε δημοσιονομική χιονοστιβάδα. Και το 2009 η χώρα δεν παρέδωσε απλώς έναν λογαριασμό· παρέδωσε μια ωρολογιακή βόμβα.
    Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της Νέας Δημοκρατίας: θέλει να χρεώνει στους προηγούμενους όλες τις αιτίες, αλλά να πιστώνεται η ίδια όλη τη διακυβέρνηση. Δεν γίνεται όμως μια κυβέρνηση να είναι πανίσχυρη όταν διορίζει, δαπανά και κυβερνά, αλλά ανήμπορη όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού. Η περίοδος 2004–2009 δεν ήταν λογιστικό ατύχημα· ήταν πολιτική διαχείριση με συγκεκριμένες επιλογές, συγκεκριμένες ανοχές και συγκεκριμένες ευθύνες.
    Όσο για το επιχείρημα ότι «τα του ΠΑΣΟΚ τα γνωρίζετε καλά», δεν απαντά σε τίποτε. Το να γνωρίζει κανείς τις αμαρτίες του ΠΑΣΟΚ δεν σημαίνει ότι υποχρεούται να κάνει πως δεν βλέπει τις αμαρτίες της ΝΔ. Η κριτική στη μία πλευρά δεν δίνει συγχωροχάρτι στην άλλη.
    Και κάτι ακόμη: η φράση «λιγότερη Αριστερά στην Ευρώπη που τη βδελύσσεται πια» είναι ωραία για καφενειακή ιαχή, αλλά φτωχή ως πολιτική ανάλυση. Η Ευρώπη δεν βδελύσσεται την Αριστερά· βδελύσσεται την ανικανότητα, τη δημαγωγία και τα άδεια συνθήματα, από όπου κι αν προέρχονται. Και σε αυτά, δυστυχώς, η ελληνική Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά έχουν όλοι πλούσιο βιογραφικό.

    • Να το απλουστεύσουμε και να το σμικρύνουμε το θέμα .
      Δηλαδή αν κληρονομήσετε μια Επιχείρηση καταχρεωμένη με δάνεια και υποθήκες και με προσωπικό που δεν θέλετε να το απολύσετε ή να του μειώσετε τις αποδοχές του
      εσείς θα φταίτε ΜΟΝΟ γιατί δεν μειώσατε το προσωπικό σε αριθμό ,ή δεν μειώσατε τις αποδοχές του, ή θα φταίτε και για κάτι άλλο ;;;.
      Αυτά λέει η οικονομία και η πορεία των επιχειρηματιών.
      Τέτοια ευθύνη γιατί δεν μείωσε τους κρατικούς υπαλλήλους ή δεν μείωσε τις αποδοχές τους και τις συντάξεις των εκατομμυρίων συνταξιούχων από το 2004-2009 να καταλογίσουμε από κοινού στον κ. Καραμανλή , οποίος πάντως -θα θυμάστε πολύ καλά- ότι από τον Φεβρουάριο του 2009 κάλεσε τον κύριο ”Λεφτά υπάρχουν ” να συμφωνήσουν σε κάποιο πρόγραμμα και προεκλογικά υποσχέθηκε ”πάγωμα μισθών και συντάξεων για δύο χρόνια και μείωση των δημοσίων δαπανών” ,αν δε είχε εκλεγεί σίγουρα δεν θα μας πήγαινε στο ΔΝΤ, που δεν το ήθελε και ο αείμνηστος Ανδρέας και όλο το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έγινε φίλο και φτερό μετά το 1ο Μνημόνιο και δεν λέει να μαζευτεί .
      Αυτά έγραψε η Ιστορία, την οποίαν μπορούν οι Έλληνες να την διαβάσουν και στην τεχνητή νοημοσύνη, την λεγόμενη ΑΙ.
      Υ.Γ Τα εκλογικά αποτελέσματα σε όλες τις εκλογές στα κράτη-μέλη της Ευρώπης δείχνουν την εγκατάλειψη της Αριστεράς πάσης αποχρώσεως , που μετά το Μάαστριχτ κοροϊδεύει τους ψηφοφόρους για τον σοσιαλισμό , -που καλώς ή κακώς κατανικήθηκε μετά την κατάρρευση του το 1989 και μετά την κυριαρχία των Αγορών και των Πιστωτικών Ιδρυμάτων-.
      Και όπου η Αριστερά κερδίζει , κερδίζει για εκτόνωση και επειδή είναι μειοψηφία δέχεται την στήριξη και των καλουμένων ακροδεξιών κομμάτων ”για την φουκαριάρα την κουραμάνα”.
      ΟΛΑ ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ .
      Χάρηκα ”που τα είπαμε”, καληνύχτα. .

  4. 865.000 γαλάζιες προσλήψεις με τη βούλα Παυλόπουλου!

    Πώς η πολιτική Καραμανλή άνοιξε τον δρόμο στη χρεοκοπία

    Φάκελος Προϋπολογισμοί – Ποιοι πρωθυπουργοί «φούσκωσαν» το χρέος στα 400 δισ. ευρώ

    Καθώς έως το και το 1974 η χώρα παρουσίαζε μηδενικό χρέος, 13 πρωθυπουργοί, μετά το 1975 ανταγωνίζονταν ποιος θα το αυξήσει ακόμα περισσότερο, ενώ για τη μείωσή του έγινε η πιο άγρια επίθεση στην ιδιωτική περιουσία το 2012 με το «κούρεμα»

    16 χρόνια μετά….
    Σχολιασμοί της ληστείας των Ελλήνων

  5. Κύριε ΣΑΝ, η προσπάθειά σας να «απλουστεύσετε» το θέμα είναι καλοδεχούμενη. Το πρόβλημα είναι ότι το απλουστεύετε τόσο πολύ, ώστε στο τέλος εξαφανίζεται η πολιτική ευθύνη.
    Το κράτος δεν είναι μια ιδιωτική επιχείρηση που την κληρονόμησε κάποιος άτυχος διαχειριστής και απλώς βρήκε μέσα δάνεια, υποθήκες και υπαλλήλους. Το κράτος περιλαμβάνει κυβέρνηση, Βουλή, οικονομικό προϋπολογισμό, δημοσιονομικό έλεγχο και κυρίως πολιτικές επιλογές. Αν όλα ήταν «κληρονομιά», τότε γιατί κάνουμε εκλογές; Να βάζουμε έναν συμβολαιογράφο να παραλαμβάνει τα χρέη και να τελειώνουμε.
    Λέτε ότι δεν μπορούσε η κυβέρνηση Καραμανλή να μειώσει υπαλλήλους, μισθούς και συντάξεις. Μα κανείς δεν είπε ότι η μόνη πολιτική επιλογή ήταν να βάλει αλυσοπρίονο στο κοινωνικό κράτος. Υπήρχαν όμως επιλογές: εξορθολογισμός δαπανών, πάταξη φοροδιαφυγής και πραγματική μεταρρύθμιση του κράτους. Αυτά δεν έγιναν στον βαθμό που έπρεπε. Ο λογαριασμός δεν εξαφανίζεται επειδή τον βαφτίζουμε «κληρονομημένο».
    Αντιθέτως, το ίδιο το επιχείρημά σας αυτοαναιρείται. Μας λέτε ότι το 2009 ο Καραμανλής κάλεσε τον Γιώργο Παπανδρέου να συμφωνήσουν σε πάγωμα μισθών και συντάξεων και σε μείωση δημοσίων δαπανών. Πολύ ωραία. Άρα η κυβέρνηση γνώριζε ότι η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί. Το ερώτημα είναι γιατί η ανάγκη για «πάγωμα» ανακαλύφθηκε στο τέλος της πενταετίας και όχι στην αρχή της διακυβέρνησης.
    Το «αν είχε εκλεγεί ο Καραμανλής δεν θα πηγαίναμε στο ΔΝΤ» είναι πολιτική εικασία, όχι ιστορικό δεδομένο. Η Ιστορία δεν γράφεται με υποθετικά σενάρια του τύπου «αν είχε κερδίσει ο δικός μας, όλα θα ήταν αλλιώς». Γράφεται με αποτελέσματα. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι η χώρα έφτασε στο 2009 με τεράστιο δημοσιονομικό αδιέξοδο.
    Όσο για το «λεφτά υπάρχουν», ναι, ήταν πολιτικά μοιραία φράση (η οποία απομονώθηκε) και πληρώθηκε ακριβά. Αλλά δεν αποτελεί κολυμβήθρα του Σιλωάμ για όσα είχαν προηγηθεί. Το σύνθημα του ΓΑΠ δεν δημιούργησε από μόνο του το χρέος, τα ελλείμματα, τις παθογένειες, το πελατειακό κράτος και τη δημοσιονομική αποσύνθεση. Απλώς ήρθε να προστεθεί πάνω σε ένα οικοδόμημα που ήδη έτριζε.
    Και επειδή επικαλείστε την Τεχνητή Νοημοσύνη: η ΤΝ μπορεί να διαβάσει αριθμούς, αλλά δεν κάνει κομματική εξομολόγηση. Η ΤΝ δεν ψήφισε προϋπολογισμούς, δεν διόρισε, δεν δανείστηκε και δεν υπέγραψε Μνημόνια. Οι πολιτικές ηγεσίες τα έκαναν αυτά. Αν η επίκληση της ΤΝ γίνεται για να αποφύγουμε τους αριθμούς, τότε το πρόβλημα δεν είναι η ίδια , αλλά η επιλεκτική μνήμη. Αντίθετα μέσω αυτής μπορεί να δει κάποιος την αλληλουχία: ΠΑΣΟΚικές παθογένειες, νεοδημοκρατική αδράνεια και δημοσιονομική χαλάρωση, πράσινη προεκλογική δημαγωγία και εν κατακλείδι μνημονιακή κατάρρευση.
    Τέλος, το υστερόγραφο περί Αριστεράς, Μάαστριχτ, αγορών και «φουκαριάρας κουραμάνας» μοιάζει περισσότερο με ιδεολογικό ξέσπασμα παρά με απάντηση στο θέμα. Εδώ δεν κρίνουμε ποιος μισεί περισσότερο την Αριστερά ή ποιος δικαιώθηκε από την πτώση του 1989. Κρίνουμε ποιος κυβέρνησε, ποιος υποσχέθηκε και ποιος τελικά φόρτωσε τον λογαριασμό στην κοινωνία.
    Οπότε, ναι, «τα είπαμε». Αλλά μάλλον δεν τα μετρήσαμε όλοι με την ίδια αριθμητική.

    • Την μεν πολιτική ευθύνη την καθορίζουν οι Έλληνες ψηφοφόροι ,τα αριθμητικά δεδομένα όμως μας τα κατέγραψε ΚΑΙ ο κ. Γιαννίτσης, που αν τα παρουσίαζε προ των εκλογών του 2009 σίγουρα δεν θα είχε αυτοδυναμία στις εκλογές ο κ. ”Λεφτά υπάρχουν” και με συγκυβέρνηση των δύο κομμάτων δεν θα είχαμε ΔΝΤ και Μνημόνια .
      Με (10) δισ. ευρώ που δανείστηκε ο Καραμανλής δεν θα πτωχεύαμε .
      Ελπίζω να θυμάστε ότι η κρίση ήλθε και στην Ελλάδα με την χρεωκοπία της Αμερικανικής Λήμανς Μπράδερς στο τέλος το 2008 και ότι ο κ. ΓΑΠ συνομίλησε μυστικά για το ελληνικό χρέος τον Ιούλιο του 2009 ,προτού προκηρυχθούν εκλογές στο τέλος Αυγούστου του 2009 .
      Όλα αυτά -και με το Παρασκήνιο-θα γραφούν στην Ιστορία μετά από 30 χρόνια ,αγαπητέ κύριε.
      Την αλήθεια με γεγονότα και γραπτά κείμενα υποστηρίζω και
      μακάρι να μην είχε ενδώσει τότε ο κ. Γεώργιος Παπανδρέου-γιος του Ανδρέα- , να ξαναέκανε εκλογές τον Δεκέμβριο του 2009 για να μη τον μέμφεται κανένας ΚΑΙ από το ΠΑΣΟΚ , που το πήρε με 43% ,το εγκατέλειψε μετά και έκανε και δικό του κόμμα και αυτό το ΠΑΣΟΚ από το 2012 κινδυνεύει στις επόμενες εκλογές να μπει ”στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας ”.

    • Κύριε ΣΑΝ, συμφωνώ μαζί σας σε κάτι: την πολιτική ευθύνη την καθορίζουν τελικά οι ψηφοφόροι. Εκεί που διαφωνούμε είναι στο τι θεωρούμε «αριθμητικά δεδομένα» και πώς τα μοιράζουμε στις ευθύνες.
      Ο κ. Γιαννίτσης πράγματι κατέγραψε στοιχεία για το χρέος. Αν τα πάρουμε όμως ολόκληρα και όχι επιλεκτικά δείχνουν μια πορεία από 182 δισ. ευρώ το 2003 σε 298 δισ. ευρώ στο τέλος του 2009. Αυτή η αύξηση δεν γράφτηκε από τους ψηφοφόρους, γράφτηκε από τις κυβερνητικές επιλογές. Το να λέμε λοιπόν ότι «με 10 δισ. που δανείστηκε ο Καραμανλής δεν θα πτωχεύαμε» είναι λογιστική ακροβασία· η αγορά δεν ρωτά ποιος έβαλε την τελευταία υπογραφή, μετρά το συνολικό χρέος και τη συνολική αξιοπιστία.
      Η φράση «λεφτά υπάρχουν» ήταν, και παραμένει, πολιτικό ατόπημα(μια φράση που απομονώθηκε όπως είπα και πρωτύτερα). Αλλά δεν ήταν αυτή που γέννησε το χρέος, τα ελλείμματα, το δημοσιονομικό κενό και τη χρεοκοπία. Αυτά είχαν ήδη δημιουργηθεί από ένα μακρό μεταπολιτευτικό μοντέλο και επιδεινώθηκαν την περίοδο 2004–2009 με επιλογές που σήμερα παρουσιάζονται ως σχεδόν αναπόφευκτες. Αν όλα ήταν αναπόφευκτα, τότε δεν υπήρξε πολιτική , αλλά μόνο μια μοιραία λογιστική.
      Λέτε ότι «η κρίση ήρθε από την χρεωκοπία της Lehman Brothers» και ότι «ο κ. ΓΑΠ συνομιλούσε μυστικά για το ελληνικό χρέος από τον Ιούλιο του 2009». Η διεθνής κρίση πράγματι επιτάχυνε την κατάρρευση. Αλλά η ουσία είναι ότι μια χώρα με ήδη διογκωμένο χρέος και ελλείμματα, με αδύναμο κρατικό μηχανισμό και αναξιόπιστα στατιστικά μπήκε σε μια θύελλα όχι με γερό σκαρί , αλλά με μια βάρκα που έμπαζε νερά. Αυτό δεν το προκάλεσε η Lehman ούτε η μυστική διπλωματία, το προκάλεσε η συστηματική πολιτική αμέλεια , για την οποία όσο και να μη θέλετε ευθύνεται και η παράταξη σας.
      Τέλος, η ευχή σας «μακάρι να μην είχε ενδώσει τότε ο Γιώργος Παπανδρέου» είναι σεβαστή ως προσωπική άποψη. Δεν είναι όμως επιχείρημα για απαλλαγή ευθυνών των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η Ιστορία δεν θα γραφτεί σε 30 χρόνια ως «φταίει μόνο ο ΓΑΠ επειδή είπε λεφτά υπάρχουν και δεν ξαναέκανε εκλογές». Θα γραφτεί ως αθροιστικό αποτέλεσμα: ΠΑΣΟΚικού πελατειασμού, Νεοδημοκρατικής αμέλειας και μιας κοινωνίας που πίστεψε ότι μπορεί να ζει με δανεικά επ’ αόριστον.
      Αν κάτι αξίζει να μπει «στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας», δεν είναι μόνο ένα κόμμα. Είναι η ιδέα ότι η ευθύνη είναι πάντοτε του επόμενου.

      • Το εξαντλήσαμε το θέμα γιατί θα συνεχίσετε να γράφετε εκθέσεις ιδεών .Το χρέος των 182 δισ. ευρώ το κληρονόμησε η Ν.Δ το 2004 και ο Καραμανλής το εξυπηρετούσε κανονικά, φυσικά με δανεισμό , αφού δεν ήθελε να τον γράψει η Ιστορία ότι αυτός μας χρεωκόπησε και εξυπνότερος πολιτικά από τον κ. ΓΑΠ ”του έκανε και πρόωρες εκλογές ” και ο εξουσιομανής κέρδισε τις εκλογές και αντί να τον καλέσει να συγκυβερνήσουν για να ΜΗ πάμε στο ΔΝΤ ,σαν έτοιμος από καιρό μας πήγε ύστερα από έξι μήνες στο ΔΝΤ, κλέβοντας έτσι την ”δόξα” της αναγγελίας από το Καστελόριζο της χρεωκοπίας μας .
        Τι να πρωτοθαυμάσεις από τον ίδιο και ”άλλα παιδιά ”του ΠΑΣΟΚ, που τον στήριξαν δύο χρόνια .
        Το ίδιο λάθος έκανε και ο κ. Τσίπρας που δεν άφησε την συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου ”να λειώσει στα πόδια τους” μέχρι το 2016, που τελείωνε η 4ετία της .
        ΤΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΝ γιαυτό ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ -να είμαστε καλά-.

  6. Κύριε ΣΑΝ, μόλις επιβεβαιώσατε το ζητούμενο: ομολογείτε ότι ο Καραμανλής εξυπηρετούσε το χρέος «με δανεισμό», για να μην γράψει η Ιστορία ότι χρεοκόπησε αυτός. Δηλαδή δανειζόταν όχι για να σώσει τη χώρα, αλλά για να σώσει το προφίλ του. Αυτό δεν είναι «κανονικότητα», είναι μετάθεση της βόμβας στον επόμενο.
    Έτσι, το χρέος πήγε από 182 δισ. το 2003 σε 298 δισ. το 2009. Όποιος κι αν πάτησε το κουμπί στο Καστελόριζο, η βάρκα έμπαζε ήδη νερά από χρόνια.
    Όσο για το «τόσο μπορούν»: συμφωνώ. Απλώς αυτό δεν αφορά μόνο τον ΓΑΠ και τον Τσίπρα. Αφορά κι εκείνους που δανείζονταν για να μη φανεί η αλήθεια στους αριθμούς.

    • Ναι αλλά η Ιστορία έγραψε ότι,
      δυστυχώς επτωχεύσαμεν -γιατί δεν μπορούσαμε να δανειστούμε- επί κ. ΓΑΠ και
      δυστυχέστατα επί κ.κ. Τσίπρα και Καμμένου ”μεταβιβάστηκε η κυριότητα και η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας ΓΙΑ 99 ΧΡΟΝΙΑ στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ,το λεγόμενο Υπερταμείο” .
      ΦΥΣΙΚΟΤΑΤΑ αμφότεροι -και οι δύο και οι οπαδοί τους-αγωνίζονται για την υστεροφημία τους , με την διάχυση των πολιτικών -και όχι μόνον -ευθυνών τους-.
      Ειδικά τον κ. Γεώργιο Παπανδρέου τον γλίτωσε από την μία και μόνη Εξεταστική, που υποσχέθηκε το 2012 ο κ. Σαμαράς (απόφοιτοι αμφότεροι του Χάρβαρντ ) ο διάδοχος του στην μινιατούρα του ΠΑΣΟΚ το 2012 κ. Ευάγγελος Βενιζέλος ,που συγκυβέρνησε με την Ν.Δ του κ. Σαμαρά .
      Περιμένουμε να γίνει ντοκιμαντέρ για την περίοδο 2009-2011 για τον κ. ΓΑΠ, σαν το ”ΣΤΟ ΧΙΛΙΟΣΤΟ” του ΣΚΑΙ , που έριξε ”στο καναβάτσο ” τον κ. Τσίπρα .
      ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ -ιδίως αριστεροπροοδευτικός-ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ και βλέπει ιστορικά ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις των αρμοδίων ;;;.
      Υ,Γ Τώρα πια ”δεν θα ξαναμιλήσω” -αρκετά θα διαβάσουν οι φιλίστορες -.
      Καλή συνέχεια και να τα ξαναλέμε ”για να θυμόμαστε οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νέοι” .

  7. Αυτή είναι η δική σας ανάγνωση της ιστορίας προφανώς λόγω ιδεολογικής ταυτότητας και επαγγέλματος, μονομερής και άκαμπτη. Η Ιστορία λοιπόν δεν θα γράψει μόνο «Καστελλόριζο», ούτε μόνο «Υπερταμείο». Θα γράψει και ποιοι διόγκωσαν το κράτος, ποιοι έκρυψαν τα ελλείμματα, ποιοι δανείζονταν για να φαίνεται η χώρα ζωντανή και ποιοι μετά έκαναν τους ανήξερους.

    Αλήθεια δεν σας κάνει εντύπωση πως ο ανιψιός του εθνάρχη σας τόσα χρόνια δεν βγήκε να δώσει μια απάντηση στα όσα του καταλόγιζαν. Πότε άρχισε να βγαίνει να μιλάει; Συμπτωματικά μετά τα Τεμπη, όταν άρχισε να απειλείται το οικογενειακό brandname.

    Όσο για τα ντοκιμαντέρ, καλά είναι· αρκεί να μη γίνονται πολιτικά συγχωροχάρτια. Η Ιστορία δεν είναι ΣΚΑΪ, ούτε κομματικό μνημόσυνο. Είναι λογαριασμός. Και ο λογαριασμός της Μεταπολίτευσης δεν έχει έναν υπογράφοντα. Έχει πολλούς. Από τα Τέμπη μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ και από το άρθρο 86 μέχρι τη διαρκή συγκάλυψη ευθυνών, η σημερινή ΝΔ δεν είναι κριτής της Μεταπολίτευσης· είναι συνέχειά της.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα