Είκοσι πέντε χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, το παγκόσμιο τζιχαντιστικό κίνημα δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει χάσει τους ιδρυτές του, έχει υποστεί εκτεταμένες στρατιωτικές ήττες και δεν ελέγχει πλέον το εδαφικό «χαλιφάτο» που είχε δημιουργήσει το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και τη Συρία. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει ανθεκτικό, γεωγραφικά διευρυμένο και ικανό να προσαρμόζεται στις πολιτικές και τεχνολογικές αλλαγές.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του συλλογικού τόμου 25 Years After 9/11: The Future of the Global Jihadi Movement, που εξέδωσε το 2026 το The Soufan Center υπό την επιμέλεια των Colin P. Clarke και Clara Broekaert.
Η σημαντικότερη αντίφαση που αναδεικνύει η μελέτη είναι ανησυχητική: το τζιχαντιστικό κίνημα διατηρεί την οργανωτική και επιχειρησιακή του αντοχή, την ίδια στιγμή που η τρομοκρατία υποχωρεί στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων δυτικών κυβερνήσεων.
Από μια μικρή οργάνωση σε ένα διεθνές δίκτυο
Την εποχή της 11ης Σεπτεμβρίου, η al-Qaeda διέθετε περίπου 400 ενόπλους, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονταν στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που παραθέτει ο τόμος, σήμερα η al-Qaeda και οι θυγατρικές της αριθμούν συνολικά από 15.000 έως 28.000 μέλη παγκοσμίως. Σε αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι περίπου 12.000 έως 18.000 μαχητές του Ισλαμικού Κράτους και των δικών του παραρτημάτων.
Οι αριθμοί αυτοί δεν περιγράφουν έναν ενιαίο, συγκεντρωτικό στρατό. Το σημερινό τοπίο αποτελείται από οργανώσεις με διαφορετικές ηγεσίες, τοπικούς στόχους και επιχειρησιακές δυνατότητες. Δείχνουν, όμως, πόσο μεγάλη γεωγραφική διάχυση πέτυχε το κίνημα μέσα σε μία γενιά.
Η εξόντωση κορυφαίων στελεχών περιόρισε την ικανότητα της κεντρικής ηγεσίας της al-Qaeda και του Ισλαμικού Κράτους. Δεν διέλυσε, όμως, τα δίκτυα των θυγατρικών τους. Αντίθετα, αρκετές από αυτές απέκτησαν μεγαλύτερη αυτονομία, ενσωματώθηκαν σε τοπικές συγκρούσεις και εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία των κρατικών θεσμών.

Το κέντρο βάρους μετακινείται στην Αφρική
Η σημαντικότερη γεωγραφική αλλαγή των τελευταίων 25 ετών είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς την υποσαχάρια Αφρική. Το Σαχέλ έχει εξελιχθεί στο φονικότερο θέατρο τζιχαντιστικής βίας, ενώ η Σομαλία βρίσκεται πλέον κοντά στον πυρήνα του διεθνούς κινήματος.
Η περίπτωση της Σομαλίας είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή εκεί συνυπάρχουν δύο διαφορετικά μοντέλα ισχύος.
Η al-Shabaab, η ισχυρότερη θυγατρική της al-Qaeda, διαθέτει σύμφωνα με εκτιμήσεις από 7.000 έως 12.000 μαχητές. Ελέγχει μεγάλες αγροτικές περιοχές στη νότια Σομαλία και λειτουργεί σε αρκετές περιπτώσεις ως παράλληλο κράτος. Φορολογεί τον πληθυσμό, επιλύει διαφορές, επιβάλλει κανόνες και προσφέρει ένα είδος τάξης εκεί όπου οι επίσημοι θεσμοί αδυνατούν να το κάνουν.
Η δύναμή της δεν βασίζεται μόνο στον φόβο ή στην ιδεολογική υποστήριξη. Βασίζεται επίσης στη συμμόρφωση και στην εξάρτηση των πολιτών από τις υπηρεσίες που έχει επιβάλει. Γι’ αυτό και η στρατιωτική πίεση, ακόμη και όταν προκαλεί σημαντικές απώλειες, δεν αρκεί για να εξαλείψει την πολιτική και κοινωνική παρουσία της.
Το Ισλαμικό Κράτος στη Σομαλία παρουσιάζει την αντίστροφη εικόνα. Παραμένει στρατιωτικά μικρό, αλλά έχει δυσανάλογα μεγάλη σημασία για το διεθνές δίκτυο της οργάνωσης. Ο κόμβος al-Karrar λειτουργεί ως χρηματοδοτικό και οργανωτικό κέντρο, διοχετεύοντας πόρους προς παραρτήματα του Ισλαμικού Κράτους στην Αφρική και σε άλλες περιοχές.
Η Σομαλία αποδεικνύει επομένως ότι το μέγεθος μιας οργάνωσης δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο δείκτη της πραγματικής σημασίας της.

Η Νότια Ασία παραμένει επικίνδυνη
Παρά την άνοδο της Αφρικής, ο διάδρομος Αφγανιστάν–Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα περιβάλλοντα διεθνώς.
Η σημερινή απειλή δεν προέρχεται από μία μόνο οργάνωση που προετοιμάζει μια μεγάλη επίθεση εναντίον ενός μακρινού αντιπάλου. Προέρχεται από ένα πυκνό οικοσύστημα ένοπλων ομάδων, κρατικών ανταγωνισμών, προσωρινών συμμαχιών και συγκρούσεων για επιρροή.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Πακιστάν και Ταλιμπάν, οι εντάσεις στα σύνορα Πακιστάν–Ιράν, ο ανταγωνισμός Ινδίας–Πακιστάν και η διεθνής αντιπαράθεση γύρω από το Μπαλουχιστάν δημιουργούν ευκαιρίες τις οποίες εκμεταλλεύονται οι ένοπλες οργανώσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον παρατηρούνται ταυτόχρονα συγκλίσεις και συγκρούσεις. Ομάδες ανταλλάσσουν τεχνογνωσία, προσωπικό ή αφηγήματα, ενώ παράλληλα ανταγωνίζονται για στρατολόγηση, χρηματοδότηση και προβολή. Αυτός ο ανταγωνισμός μπορεί να τις ωθήσει προς πιο ακραίες τακτικές, καθώς επιχειρούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν μεγαλύτερη ισχύ ή αποφασιστικότητα από τους αντιπάλους τους.
Η βασική αναλυτική δυσκολία είναι ότι η γεωπολιτική δεν αποτελεί απλώς το φόντο της τρομοκρατικής δραστηριότητας. Αποτελεί μέρος του μηχανισμού που παράγει και μετασχηματίζει την απειλή.

Τα drones αλλάζουν τις δυνατότητες των μη κρατικών οργανώσεων
Μία ακόμη κρίσιμη εξέλιξη είναι η διάδοση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια ανήκαν σχεδόν αποκλειστικά σε προηγμένους στρατούς βρίσκονται πλέον στα χέρια ανταρτών, τρομοκρατικών οργανώσεων και άλλων μη κρατικών δρώντων.
Εμπορικά drones μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αναγνώριση, επιτήρηση και επιλογή στόχων. Τροποποιημένες πλατφόρμες μπορούν να μεταφέρουν εκρηκτικά, ενώ τα συστήματα FPV επιτρέπουν επιθέσεις μεγαλύτερης ακρίβειας με σχετικά χαμηλό κόστος.
Η σημασία τους, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην τεχνολογία. Τα drones εντάσσονται σε ευρύτερες στρατηγικές ανταρτοπολέμου, καταναγκασμού και συμβατικών επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό, η απλή καταμέτρηση επιθέσεων δεν αρκεί. Οι αναλυτές πρέπει να εξετάζουν πώς κάθε οργάνωση ενσωματώνει τα drones στη συνολική στρατηγική της.
Η λανθασμένη ερμηνεία μιας νέας τεχνολογικής δυνατότητας μπορεί να οδηγήσει σε επιχειρησιακό αιφνιδιασμό.

Ο κίνδυνος της θεσμικής αμνησίας
Ο τόμος επισημαίνει μια ανησυχητική ομοιότητα ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και στη δεκαετία του 1990. Τότε, η τζιχαντιστική τρομοκρατία αντιμετωπιζόταν συχνά ως διαχειρίσιμη απειλή στην περιφέρεια μιας διεθνούς ατζέντας που κυριαρχούνταν από κρατικές προκλήσεις.
Οι βομβιστικές επιθέσεις του 1998 στις αμερικανικές πρεσβείες στην Κένυα και την Τανζανία, καθώς και η επίθεση εναντίον του USS Cole το 2000, αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως μεμονωμένες τραγωδίες παρά ως ενδείξεις μιας εξελισσόμενης πορείας. Η Επιτροπή για την 11η Σεπτεμβρίου χαρακτήρισε αργότερα το πρόβλημα ως «αποτυχία φαντασίας».
Σήμερα, η αμερικανική και η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας είναι πολύ ισχυρότερη από εκείνη της δεκαετίας του 1990. Η ιστορική αναλογία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μηχανικά. Επανεμφανίζεται, όμως, ο κίνδυνος αποσύνδεσης ανάμεσα στην πραγματική εξέλιξη της απειλής και στην πολιτική αντίληψη γι’ αυτήν.
Η θεσμική γνώση δεν χάνεται απαραίτητα με μία μεγάλη απόφαση. Φθείρεται σταδιακά μέσα από συνταξιοδοτήσεις, μετακινήσεις προσωπικού, περικοπές ερευνητικών προγραμμάτων και αλλαγές προτεραιοτήτων. Κάθε επιμέρους επιλογή μπορεί να φαίνεται λογική. Το σωρευτικό αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να αφήσει τους αρμόδιους οργανισμούς χωρίς ανθρώπους που έχουν αντιμετωπίσει παρόμοιες απειλές στο παρελθόν.
Τι πρέπει να παρακολουθούμε
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην επιστροφή στην υπερβολική στρατιωτικοποίηση που ακολούθησε την 11η Σεπτεμβρίου. Εκείνη η περίοδος δημιούργησε σοβαρά πολιτικά, στρατηγικά και ηθικά προβλήματα.
Χρειάζεται, όμως, να διατηρηθεί ένα σταθερό επίπεδο αντιτρομοκρατικής ικανότητας. Αυτό περιλαμβάνει τη θεσμική συνεργασία, την ανεξάρτητη ανάλυση, τις βασικές ερευνητικές υποδομές και τις διεθνείς σχέσεις που επιτρέπουν την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν:
- Η προετοιμασία εξωτερικών επιχειρήσεων από το Αφγανιστάν, το Σαχέλ και τη Σομαλία.
- Η δημιουργία δομών διακυβέρνησης από τζιχαντιστικές οργανώσεις.
- Οι μετακινήσεις μαχητών, χρημάτων και τεχνογνωσίας μεταξύ διαφορετικών περιοχών.
- Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, των drones και άλλων μη επανδρωμένων συστημάτων.
- Οι συνεργασίες ανάμεσα σε οργανώσεις με διαφορετικούς τοπικούς στόχους αλλά συμπληρωματικές δυνατότητες.
Η αποτελεσματική προειδοποίηση δεν απαιτεί να παρακολουθούνται τα πάντα. Απαιτεί να επιλέγονται οι σωστοί δείκτες και να ερμηνεύονται μέσα στο πολιτικό και κοινωνικό τους περιβάλλον.
Ούτε συναγερμός ούτε αμνησία
Είκοσι πέντε χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το παγκόσμιο τζιχαντιστικό κίνημα δεν έχει πλέον τη μορφή που είχε το 2001. Έχει μετακινηθεί γεωγραφικά, έχει αποκτήσει πιο αποκεντρωμένη δομή και έχει προσαρμοστεί σε νέες τεχνολογίες και τοπικές συγκρούσεις.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να μην προέρχεται από μία οργάνωση που επαναλαμβάνει το μοντέλο της 11ης Σεπτεμβρίου. Μπορεί να προκύψει από ένα χρηματοδοτικό δίκτυο που περνά απαρατήρητο, από μια τοπική οργάνωση που αποκτά διακρατικές δυνατότητες ή από έναν μη κρατικό δρώντα που συνδυάζει φθηνή τεχνολογία με στρατηγική υπομονή.
Η πρόκληση για τις δυτικές κυβερνήσεις είναι να διατηρήσουν την επαγρύπνηση χωρίς να επαναλάβουν τις υπερβολές του παρελθόντος. Όπως υποδηλώνει το συμπέρασμα του τόμου, η κατάλληλη στάση δεν είναι ούτε ο διαρκής συναγερμός ούτε η συλλογική αμνησία. Είναι η προσεκτική, σταθερή και οικονομικά βιώσιμη παρακολούθηση μιας απειλής που έχει αποδείξει ότι σκέφτεται σε βάθος δεκαετιών.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ
25-Years-After-911-The-Future-Of-The-Global-Jihadi-Movement
Πηγή: Colin P. Clarke και Clara Broekaert (επιμ.), 25 Years After 9/11: The Future of the Global Jihadi Movement, The Soufan Center, 2026.



