του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Β΄ Μέρος
Η νέα διάταξη του Υπουργείου Οικονομικών για τις συμβάσεις ρύθμισης οφειλών είναι η αφορμή να επανέλθω στο ζήτημα των κόκκινων δανείων. Οι νέες εξελίξεις φωτίζουν ακόμη περισσότερο μια πολιτική διαδρομή που ξεκίνησε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και συνεχίστηκε επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Δύο κυβερνήσεις με διαφορετικές ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά με αξιοσημείωτη συνέπεια στην ίδια κατεύθυνση.
Αυτή τη φορά, τον προβληματισμό μου προκάλεσε η ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, η οποία ζητά την άμεση απόσυρση του άρθρου 23 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η διάταξη προβλέπει ότι η σύμβαση ρύθμισης οφειλής θα αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Οι δικηγορικοί σύλλογοι προειδοποιούν για σοβαρές συνέπειες στη θέση του οφειλέτη, καθώς θεωρούν ότι αποδυναμώνονται κρίσιμες δικαστικές εγγυήσεις.
Το θέμα δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια που αφορά μόνο τους νομικούς, αλλά ζήτημα ουσιαστικής προστασίας του πολίτη. Εάν μια ιδιωτική σύμβαση αποκτά τη δυνατότητα να οδηγήσει σε αναγκαστική εκτέλεση χωρίς την προηγούμενη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, πρέπει να διασφαλίζεται με απόλυτη σαφήνεια ότι ο οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει το ύψος και τη νομιμότητα της απαίτησης. Η ταχύτητα είσπραξης δεν μπορεί να προηγείται της νομιμότητας ούτε να υποκαθιστά τον δικαστικό έλεγχο.
Ας συνδέσουμε αυτή την εξέλιξη με όσα προηγήθηκαν. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θέσπισε με τον νόμο 4354/2015 το πλαίσιο μεταβίβασης και διαχείρισης των δανειακών απαιτήσεων. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το ενίσχυσε με το πρόγραμμα «Ηρακλής» και τις κρατικές εγγυήσεις για τις τιτλοποιήσεις. Η πρώτη άνοιξε τον δρόμο και η δεύτερη επιτάχυνε τη διαδικασία. Οι ιδεολογικές διαφορές δεν εμπόδισαν τη συνέχεια της ίδιας οικονομικής επιλογής.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε όλους μας. Τα δάνεια μεταβιβάστηκαν σε επενδυτικά κεφάλαια, συχνά με σημαντική έκπτωση έναντι της ονομαστικής τους αξίας, αλλά ο οφειλέτης εξακολούθησε να αντιμετωπίζει το νόμιμα απαιτητό υπόλοιπο της οφειλής του. Δεν θεσπίστηκε ένα γενικό δικαίωμα που θα του επέτρεπε να εξαγοράσει το δάνειό του με όρους αντίστοιχους εκείνων που έγιναν δεκτοί για τον επενδυτή. Τώρα συζητείται και η ενίσχυση των διαδικασιών είσπραξης.
Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που ένωσε δύο υποτιθέμενα αντίθετες ιδεολογικά κυβερνήσεις; Η εξυγίανση των τραπεζών, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών και η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων αποτελούν μέρος της απάντησης. Δεν εξηγούν, όμως, γιατί η προστασία του πολίτη δεν απέκτησε ανάλογη προτεραιότητα. Η πολιτεία βρήκε τον τρόπο να δημιουργήσει ένα οργανωμένο πλαίσιο μεταβίβασης απαιτήσεων, να προσφέρει κρατικές εγγυήσεις και να διευκολύνει τη λειτουργία μιας ολόκληρης αγοράς. Δεν έδειξε την ίδια αποφασιστικότητα για να εξασφαλίσει στον οφειλέτη μια πραγματική δυνατότητα να σώσει την περιουσία του.
Εδώ ανακύπτει και ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα, αυτό της ελληνικής Δικαιοσύνης. Ποια είναι η θέση της όταν μεταβάλλονται οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ενδέχεται να περιορίζονται οι προηγούμενες δικαστικές εγγυήσεις; Πώς διασφαλίζεται ότι η απαίτηση είναι νόμιμη, ότι το ποσό είναι πράγματι οφειλόμενο και ότι ο πολίτης έχει πραγματική δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του; Δεν αρκεί να προβλέπεται εκ των υστέρων η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, εάν ο πολίτης δεν διαθέτει τα μέσα και τον χρόνο να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
Δεν αμφισβητώ τη Δικαιοσύνη ούτε προδικάζω την κρίση της. Αμφισβητώ όμως κάθε νομοθετική επιλογή που ενδέχεται να αποδυναμώνει την ουσιαστική πρόσβαση του πολίτη σε αυτήν. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μια τελευταία πόρτα που θα αναζητήσει κάποιος όταν κινδυνεύει ήδη να χάσει το σπίτι του. Ο δικαστικός έλεγχος δεν είναι γραφειοκρατικό εμπόδιο στην είσπραξη μιας απαίτησης, αλλά θεμελιώδης εγγύηση του κράτους δικαίου, ιδιαίτερα όταν οι δύο πλευρές δεν διαθέτουν την ίδια οικονομική και διαπραγματευτική ισχύ.
Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε κάποια μυστική συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων. Οι νόμοι, οι επιλογές και οι συνέπειές τους είναι αρκετά αποκαλυπτικοί. Όταν πρόκειται για τη λειτουργία των τραπεζών και τις απαιτήσεις των επενδυτικών κεφαλαίων, οι κυβερνητικές διαφορές παραμερίζονται. Όταν πρόκειται για τον πολίτη, η προστασία του εξακολουθεί να αναζητά τη θέση της.
Η οικονομική εξυγίανση δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη επιτυχία όταν το κόστος της μεταφέρεται δυσανάλογα στην κοινωνία. Ένα κράτος κρίνεται όχι μόνο από το πόσο αποτελεσματικά προστατεύει το χρηματοπιστωτικό του σύστημα, αλλά και από το πόσο δίκαια αντιμετωπίζει τον άνθρωπο που βρίσκεται σε αδυναμία. Η ισορροπία ανάμεσα στον πιστωτή και τον οφειλέτη δεν είναι εμπόδιο στην οικονομία, αλλά προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής, θεσμικής αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης στη Δημοκρατία.
Το χρέος δεν χάθηκε. Άλλαξε αφεντικό. Το ερώτημα είναι αν, στην πορεία, ο πολίτης έχασε και την ισότιμη προστασία που οφείλει να του παρέχει η πολιτεία.
Ποιος κερδίζει όταν εγώ χάνω;
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.