Το κείμενο που ακολουθεί είναι περίληψη της μεταπτυχιακής εργασίας του Χακάν Φιντάν με τίτλο «Intelligence and Foreign Policy: A Comparison of British, American and Turkish Intelligence Systems», η οποία υποβλήθηκε στο Πανεπιστήμιο Bilkent το 1999.
Σε pdf παραθέτουμε το σύνολο της εργασίας στα αγγλικά.
Κεντρική θέση
Η βασική θέση της εργασίας είναι ότι η αξιόπιστη πληροφόρηση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής. Η καλή πληροφόρηση δεν εγγυάται ορθές αποφάσεις, αλλά η ανεπαρκής ή λανθασμένη πληροφόρηση αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα πολιτικής αποτυχίας.
Ο Φιντάν εξετάζει τα συστήματα πληροφοριών της Βρετανίας και των ΗΠΑ, τα οποία θεωρεί πρότυπα, και τα συγκρίνει με το τουρκικό. Σκοπός του είναι να εντοπίσει τις αδυναμίες της Τουρκίας και να προτείνει μια εκτεταμένη αναδιοργάνωση του συστήματός της.
Τι είναι η «πληροφορία»
Η εργασία δεν περιορίζει την έννοια στην κατασκοπεία. Την παρουσιάζει ως έναν κύκλο πέντε σταδίων:
- Καθορισμός των αναγκών της πολιτικής ηγεσίας.
- Συλλογή πληροφοριών.
- Αξιολόγηση και ανάλυση των δεδομένων.
- Έγκαιρη διαβίβαση του προϊόντος στους αρμόδιους.
- Αξιοποίησή του στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Διακρίνει την εσωτερική ασφάλεια από τις εξωτερικές, στρατιωτικές, οικονομικές και εγκληματολογικές πληροφορίες. Ως βασικές μεθόδους συλλογής αναφέρει τις ανθρώπινες πηγές, τις υποκλοπές και επικοινωνίες, τη φωτογραφική ή δορυφορική απεικόνιση και τις ανοικτές πηγές.
Στην έννοια εντάσσει και τη συγκαλυμμένη δράση: μυστική πολιτική επιρροή, προπαγάνδα, υποστήριξη οργανώσεων, οικονομικές παρεμβάσεις και παραστρατιωτικές επιχειρήσεις.
Πληροφορίες και εξωτερική πολιτική
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι υπηρεσίες δεν πρέπει να λειτουργούν αυτόνομα ούτε να διαμορφώνουν πολιτική. Ο ρόλος τους είναι να μειώνουν την αβεβαιότητα, να προειδοποιούν εγκαίρως για απειλές και ευκαιρίες και να προσφέρουν στην πολιτική ηγεσία εναλλακτικές επιλογές.
Η σχέση αυτή μπορεί να υπονομευτεί όταν:
- η κυβέρνηση δεν ορίζει σαφείς προτεραιότητες,
- απουσιάζει ο συντονισμός,
- οι ηγέτες αγνοούν δυσάρεστες εκτιμήσεις,
- οι υπηρεσίες προσαρμόζουν την ανάλυσή τους στις επιθυμίες της εξουσίας,
- οι γραφειοκρατικοί ανταγωνισμοί πολιτικοποιούν το τελικό προϊόν.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη η ανάλυση να παραμένει πολιτικά ουδέτερη. Η αποστολή της δεν είναι να δικαιολογεί μια προαποφασισμένη πολιτική, αλλά να παρουσιάζει την πραγματικότητα ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με τις πεποιθήσεις της ηγεσίας.
Βρετανικό και αμερικανικό μοντέλο
Στη Βρετανία οι αρμοδιότητες κατανέμονται κυρίως μεταξύ:
- της MI5 για την εσωτερική ασφάλεια,
- της SIS/MI6 για τις εξωτερικές ανθρώπινες πηγές,
- της GCHQ για τις επικοινωνίες και τις τεχνικές πληροφορίες.
Το σύστημα είναι σχετικά συμπαγές και συντονίζεται από την κυβέρνηση και το υπουργικό συμβούλιο, ενώ προβλέπονται κοινοβουλευτικός έλεγχος και ειδικοί επίτροποι.
Το αμερικανικό σύστημα είναι μεγαλύτερο και περισσότερο αποκεντρωμένο. Η CIA, η NSA, το FBI, οι στρατιωτικές υπηρεσίες και άλλοι φορείς διατηρούν διακριτές αποστολές. Ο συντονισμός επιτυγχάνεται μέσω κεντρικών θεσμών και διυπηρεσιακών εκτιμήσεων, ενώ το Κογκρέσο και η εκτελεστική εξουσία ασκούν εξωτερικό έλεγχο.
Το κοινό χαρακτηριστικό των δύο μοντέλων είναι ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων, η εξειδίκευση και η θεσμοθετημένη λογοδοσία.
Η κριτική στο τουρκικό σύστημα
Ο Φιντάν θεωρεί ότι το τουρκικό σύστημα του 1999 βρισκόταν ανάμεσα στο βρετανικό και το συγκεντρωτικό σοβιετικό μοντέλο. Η ΜΙΤ συγκέντρωνε ταυτόχρονα αρμοδιότητες εσωτερικής ασφάλειας, αντικατασκοπείας και εξωτερικής πληροφόρησης.
Κατά τον συγγραφέα, η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας είχε απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνατοτήτων της ΜΙΤ. Έτσι, η υπηρεσία λειτουργούσε κυρίως ως μηχανισμός εσωτερικής ασφάλειας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την πολιτική, οικονομική, τεχνολογική και στρατηγική παρακολούθηση του εξωτερικού.
Η αδυναμία αυτή συνδεόταν με την κληρονομιά του Ψυχρού Πολέμου. Η Τουρκία είχε συνηθίσει να βασίζεται στις πληροφορίες των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ. Μετά το 1991, όμως, άρχισε να ασκεί πιο ενεργητική πολιτική στα Βαλκάνια, στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία και στη Μέση Ανατολή. Επομένως, χρειαζόταν αυτοτελή στρατηγική γνώση προσαρμοσμένη στα δικά της συμφέροντα.
Οι προτάσεις του Φιντάν
Ο συγγραφέας προτείνει:
- τη δημιουργία ισχυρής, εξειδικευμένης υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών,
- τον διαχωρισμό της εξωτερικής αποστολής από την εσωτερική ασφάλεια,
- τη δημιουργία ιδιαίτερου οργανισμού ηλεκτρονικών και τεχνικών πληροφοριών,
- αποτελεσματικότερο συντονισμό υπηρεσιών και πολιτικής ηγεσίας,
- ανεξάρτητο εκτελεστικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο,
- αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών,
- αξιοποίηση πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και εξωτερικών ειδικών,
- ανάπτυξη οικονομικών, τεχνολογικών και περιβαλλοντικών πληροφοριών,
- προετοιμασία για τον πληροφοριακό και κυβερνοπόλεμο.
Ο νέος μηχανισμός θα έπρεπε να υποστηρίζει τη διπλωματία, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τον αμυντικό σχεδιασμό, την παρακολούθηση συμφωνιών και τις τουρκικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό.
Συνολική αποτίμηση
Η εργασία παρουσιάζει ουσιαστικά το θεωρητικό σχέδιο μιας Τουρκίας που θα εγκατέλειπε την εξάρτηση από τη Δύση και θα αποκτούσε αυτόνομη δυνατότητα συλλογής, ανάλυσης και άσκησης επιρροής στο εξωτερικό. Με αυτή την έννοια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή ο Φιντάν αργότερα ηγήθηκε της ΜΙΤ και ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών.
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή: η μελέτη αποτυπώνει την πραγματικότητα του 1999. Οι οργανωτικές περιγραφές έχουν εν μέρει ξεπεραστεί, ενώ η Τουρκία έχει έκτοτε αναμορφώσει σημαντικά τη ΜΙΤ. Η έρευνα βασίζεται αποκλειστικά σε ανοικτές πηγές, είναι κυρίως περιγραφική και δεν αποδεικνύει πάντοτε εμπειρικά ότι η δημιουργία περισσότερων χωριστών υπηρεσιών θα παρήγαγε αυτομάτως καλύτερη πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, αποτυπώνει με σαφήνεια τη στρατηγική λογική που ακολούθησε αργότερα η Τουρκία: αυτονομία πληροφοριών, τεχνική υπεροχή, εξωτερική δράση και σύνδεση των υπηρεσιών με μια ενεργητική περιφερειακή πολιτική.
Στο σύνδεσμο που ακολουθεί το σύνολο της εργασίας στα αγγλικά


