Εκτεταμένες ζημιές σε σπίτια, οχήματα και βασικές υποδομές άφησε πίσω της η μεγάλη φωτιά που ξέσπασε την Κυριακή (16/8) στη Σαλαμίνα, με την περιοχή Περιστέρια να είναι αυτή που επλήγη περισσότερο.
Στην ίδια περιοχή γράφτηκε και η μεγαλύτερη τραγωδία της φωτιάς, καθώς εκεί εντοπίστηκε νεκρό το ηλικιωμένο ζευγάρι που προσπάθησε να ξεφύγει από τις φλόγες.
Παράλληλα, σημαντικές καταστροφές έχουν καταγραφεί στο δίκτυο ηλεκτροδότησης και τηλεπικοινωνιών, ενώ μεγάλο τμήμα δασικής έκτασης παραδόθηκε στις φλόγες.
Οι αυτοψίες από το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας ξεκινούν άμεσα, με κλιμάκια της Γενικής Διεύθυνσης Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών να μεταβαίνουν στο νησί για την καταγραφή των ζημιών, σε συνεργασία με τον Δήμο Σαλαμίνας.
Στόχος του υπουργείου είναι να προχωρήσουν το ταχύτερο δυνατό οι διαδικασίες αποκατάστασης και η καταβολή των αποζημιώσεων στους πληγέντες. Στη Σαλαμίνα μεταβαίνει και ο υφυπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Κώστας Κατσαφάδος.
Τραγωδία στη Σαλαμίνα: «Το σπίτι σώθηκε, εκείνοι κάηκαν στο ρέμα»
Με άδοξο τρόπο, στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από τις φλόγες, έχασαν τις ζωές τους οι δύο ηλικιωμένοι στη φωτιά που ξέσπασε χθες, στην περιοχή Περιστέρια της Σαλαμίνας.
Η περιοχή όπου βρέθηκε νεκρό το ζευγάρι, στην οδό Ανδρομάχης, έχει αποκλειστεί με κορδέλες της ΕΛ.ΑΣ, ενώ ένα σεντόνι οριοθετεί το ακριβές σημείο όπου βρίσκονται οι σοροί.
Η ειρωνεία της μοίρας είναι ότι το σπίτι τους παρέμεινε ανέπαφο από τις φλόγες, όμως οι ίδιο, καταβεβλημένοι από τον φόβο, παγιδεύτηκαν μέσα στο ρέμα.
«Δεν το πιστεύουμε, πιο λυπηρό δεν υπάρχει»
Η κυρία Λίζα, γειτόνισσά τους, προσπαθεί να συνειδητοποιήσει αυτό που συνέβη λίγα μέτρα μακριά από την πόρτα της. «Πιο λυπηρό δεν υπάρχει, να χάνονται δυο άνθρωποι. Η γυναίκα ήταν 70 ετών, μια νεότατη γυναίκα. Ο άνθρωπος ήταν 92, μπορεί και 93, ήταν άρρωστος, είχε Αλτσχάιμερ. Τον περιποιόταν, τον φρόντιζε, ήθελε να τον σώσει και συνέβη αυτό. Δεν το πιστεύουμε, ρε παιδί μου» σημειώνει στο Orange Press Agency.
Όπως εξηγεί, ο πανικός ήταν πιθανότατα ο χειρότερος σύμβουλος εκείνα τα κρίσιμα λεπτά: «Πάντοτε έλεγε ο σύζυγος ότι πρέπει να φύγουν από το ρέμα αν γίνει κάτι, αλλά το σωστό ήταν να φύγουν από τον τσιμεντένιο δρόμο. Το ρέμα κατέβασε όλη τη φωτιά, ήταν γεμάτο χορτάρια. Όλα τα σπίτια γύρω ήταν καθαρισμένα, αλλά εκεί ήταν ρέμα. Κι εκεί κάηκαν. Το σπίτι σώθηκε… Πώς μπήκανε μέσα στο ρέμα, δεν μπορώ να το πιστέψω».
«Μέσα σε επτά λεπτά έγινε η καταστροφή – Φύγαμε άρον-άρον, η φωτιά ήταν δίπλα μας»
Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε γύρω στις δυόμισι το μεσημέρι, αιφνιδιάζοντας τους πάντες. «Ήμασταν μες στο σπίτι να φάμε, μετά το μπάνιο των παιδιών. Μέσα σε 7 λεπτά είχε γίνει καταστροφή. Δεν προλάβαμε καν να βγάλουμε τα αυτοκίνητά μας. Φύγαμε άρον-άρον με τα πόδια, η φωτιά ήταν δίπλα μας», περιγράφει.
Στη δίνη του πανικού, η ίδια προσπάθησε να ειδοποιήσει τις αρχές. «Μόλις είδαμε τον καπνό, πήρα αμέσως το 112. Έδωσα τη διεύθυνση, την οδό Ανδρομάχης. Μου είπαν “κρατήστε το τηλέφωνο ανοιχτό”, αλλά ήταν αδύνατον. Τους είπα “καιγόμαστε, δεν γίνεται” κι έκλεισα για να γλιτώσουμε. Δεν το έχουμε ξαναζήσει αυτό» προσθέτει. Η νύχτα βρήκε πολλούς κατοίκους εκτοπισμένους, ενώ άλλοι ηλικιωμένοι γείτονες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο με εγκαύματα. «Μια φίλη μου κοιμήθηκε μαζί μας, το σπίτι της κάηκε ολοσχερώς. Δεν έχει ούτε ρούχα να φορέσει» σημειώνει η κυρία Λίζα.
Μια τραγωδία χωρίς προηγούμενο
Οι παλαιότεροι έχουν ζήσει πυρκαγιές, όμως τίποτε όμοιο με τη χθεσινή φωτιά.
«Είμαι εδώ από 8 χρονών. Πριν από 40 χρόνια, όταν το παιδί μου ήταν μωρό ενός έτους, κάηκαν τα πάντα, το βουνό έγινε μαύρο. Με τα χρόνια τα δέντρα ξαναγίνανε και η περιοχή ομόρφυνε πάλι. Τότε όμως, ούτε θύματα είχαμε ούτε σπίτια είχαν καεί έτσι. Είχαν γλιτώσει οι άνθρωποι. Αυτό που συνέβη τώρα είναι πολύ χειρότερο. Να χαθούν έτσι αυτοί οι άνθρωποι… ήταν το χειρότερο που μπορούσε να μας τύχει» λέει κλείνοντας η κυρία Λίζα.
«Kατακάηκα παντού – Ρίχνω λίγο χώμα επάνω μου για να το συνηθίσω»
Ανάμεσα στους κατοίκους στα Περιστέρια Σαλαμίνας που είδαν τα σπίτια τους να παραδίδονται στις φλόγες είναι και ο Άγγελος Χατζής, χορογράφος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Το σπίτι του υπέστη σοβαρές ζημιές, με τον ίδιο να περιγράφει ότι μόλις λίγες ημέρες πριν είχε επιστρέψει από την εμπόλεμη Ουκρανία.
«Οι ζημιές είναι πολύ μεγάλες. Έφυγε όλη η κεραμοσκεπή, έπεσε. Η φωτιά πήρε το παράθυρο, πήρε την μπαλκονόπορτα, μπήκε μέσα. Κάηκαν ορισμένα τμήματα της βεράντας. Ευτυχώς δεν άρπαξαν φωτιά τα καλοριφέρ και το ντεπόζιτο, ήμουν τυχερός. Αλλά το οξύμωρο ξέρεις ποιο είναι; Ότι εγώ πριν από μια εβδομάδα ήρθα από την Οδησσό. Φεύγοντας από εκεί, η Οδησσός βομβαρδίστηκε. Με το που ήρθα εδώ, συνέχεια κάτι συμβαίνει. Σήμερα ήταν το τρίτο κακό, άρπαξε φωτιά και καήκαμε. Τι άλλο; Από εκεί και πέρα, ρίχνω λίγο χώμα επάνω μου για να το συνηθίσω. Τι να κάνω; Δεν έχω άλλη επιλογή» σημειώνει ο γνωστός χορευτής – χορογράφος.
Όταν οι φλόγες περικύκλωσαν το οίκημα, ο κ. Χατζής αρνήθηκε να το εγκαταλείψει, προσπαθώντας να κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να μην καεί το σπίτι:
«Ήμουν μέσα, μέσα, μέσα. Με έβγαλε η αστυνομία με το ζόρι. Παίξαμε ξύλο, δεν έφευγα, γιατί εγώ έσβηνα τη φωτιά μέσα. Επειδή μου είχε κοπεί και το νερό, είχα μπουκάλια με νερό και άρχισα να τα σβήνω σιγά-σιγά και με τα χέρια μου. Κατακάηκα παντού. Με έβγαλαν, γιατί εάν με έπαιρνε ο ύπνος μέσα, το διοξείδιο του άνθρακα θα με κοίμιζε και δεν θα ξαναξύπναγα ποτέ. Ήταν άκρως επικίνδυνο. Με πήραν σηκωτό και με βγάζανε. Έβριζα, δεν ήθελα να φύγω. Το σπίτι σώθηκε επειδή έμεινα».
Παρά την καθυστέρηση που σημειώθηκε εξαιτίας των στενών δρόμων του οικισμού, ο ίδιος νιώθει την ανάγκη να ευχαριστήσει όλους όσοι συνέδραμαν στην κατάσβεση της φωτιάς. «Οι δρόμοι είναι στενοί. Η πυροσβεστική έκανε μεγάλη προσπάθεια να περάσει, αλλά δεν γνώριζαν τους δρόμους, δεν γνώριζαν το φάρδος και έτσι τα οχήματα δεν μπορούσαν να έρθουν γρήγορα. Έτσι καήκαμε όλοι, άργησαν. Επίσης, άργησαν και τα αεροπλάνα και ρίχνανε εκεί που γνώριζαν αυτοί. Ίσως αυτοί να ξέρουν καλύτερα» τονίζει και προσθέτει κλείνοντας:
«Αυτό που έχω να πω είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ στην πυροσβεστική, γιατί πραγματικά έκανε φιλότιμες προσπάθειες και μας βοήθησε, στην αστυνομία και στο ΕΚΑΒ. Έστειλαν γρήγορα ασθενοφόρα ώστε να μας παραλάβουν, να μας πάνε στο κέντρο υγείας για αναπνοή. Μου έκανε εντύπωση ότι κάθε τριάντα μέτρα υπήρχαν πάνω από πενήντα έως εκατό μπουκάλια παγωμένο νερό για να μπορεί ο κόσμος να πάρει, να δροσιστεί, γιατί βγάζουμε βλέννες μαύρες. Εγώ επάνω δεν έχω νερό, δεν ξέρω πού θα κάνω μπάνιο, δεν ξέρω τι θα κάνω».


