Οι καλές και οι προβληματικές σχέσεις της Τουρκίας στην Αφρική.-Το τουρκικό μοντέλο φθάνει στα όριά του
Μουχόζι Καϊνερουγκάμπα, Αρχηγός Στρατού της Ουγκάντας
Οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ουγκάντα, μέχρι πρόσφατα φιλικές και προσανατολισμένες στις επενδύσεις, στις κατασκευές και στην αμυντική συνεργασία, δοκιμάζονται πλέον από μια ασυνήθιστη σύγκρουση. Πρωταγωνιστής δεν είναι επισήμως η κυβέρνηση της Καμπάλας, αλλά ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και γιος του προέδρου Γιοουέρι Μουσεβένι, στρατηγός Μουχόζι Καϊνερουγκάμπα. Με διαδοχικές αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Καϊνερουγκάμπα υποστήριξε ότι διακόπτει κάθε σχέση με τα τουρκικά συμφέροντα στην Ουγκάντα, κάλεσε τους Τούρκους υπηκόους να «μαζέψουν τις βαλίτσες τους» και ανακοίνωσε κινητοποίηση έξω από την τουρκική πρεσβεία στην Καμπάλα για τις 18 Σεπτεμβρίου.
Η επίμαχη ανάρτηση για την αποχώρηση των Τούρκων φέρεται στη συνέχεια να διαγράφηκε, όχι όμως και η εντύπωση μιας σοβαρής κλιμάκωσης.

Η διάκριση ανάμεσα στις προσωπικές δηλώσεις του στρατηγού και στην επίσημη πολιτική της Ουγκάντας είναι απαραίτητη. Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί κυβερνητικό διάταγμα απέλασης Τούρκων πολιτών ούτε επίσημη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Ο αρχηγός του στρατού δεν έχει από μόνος του τη νομική αρμοδιότητα να απελάσει συλλήβδην μια εθνική κοινότητα. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ουγκάντας η θεσμική και η προσωπική εξουσία συχνά αλληλεπικαλύπτονται: ο Καϊνερουγκάμπα δεν είναι μόνο επικεφαλής του στρατεύματος αλλά και γιος του επί σαράντα χρόνια προέδρου, ενώ θεωρείται πιθανός διάδοχός του. Συνεπώς, οι τοποθετήσεις του δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως απλές ιδιωτικές εκρήξεις στο διαδίκτυο.

Η υπόθεση Λουμπούγε
Ένα από τα βασικά σημεία της αντιπαράθεσης είναι η υπόθεση του Φρεντ Λουμπούγε, Ουγκαντέζου ιστολόγου και επικριτή του καθεστώτος Μουσεβένι, ο οποίος έχει δραστηριοποιηθεί από την Τουρκία. Η κυβέρνηση της Ουγκάντας τον κατηγορεί για υποκίνηση εναντίον του κράτους, παραπληροφόρηση και άλλες αντικυβερνητικές ενέργειες. Η υπόθεσή του απασχολεί τις δύο χώρες τουλάχιστον από το 2021, όταν είχε αναφερθεί η σύλληψή του από τις τουρκικές Αρχές και η πιθανή απέλασή του.
Οι πληροφορίες για τη μετέπειτα τύχη και το ακριβές νομικό καθεστώς του υπήρξαν συχνά αντιφατικές. Το βέβαιο είναι ότι η Καμπάλα ζητεί από την Άγκυρα να τον παραδώσει ή να εμποδίσει τη δραστηριότητά του. Η τουρκική πλευρά δεν φαίνεται να έχει ικανοποιήσει τις απαιτήσεις στον βαθμό που επιθυμεί ο Καϊνερουγκάμπα. Ο στρατηγός έχει επιχειρήσει να μετατρέψει μια υπόθεση έκδοσης —η οποία κανονικά αντιμετωπίζεται μέσω δικαστικών και διπλωματικών διαδικασιών— σε δημόσια δοκιμασία της τουρκικής φιλίας προς την Ουγκάντα.
Το ένα δισεκατομμύριο δολάρια και η Σομαλία
Η δεύτερη αιτία έντασης αφορά απαίτηση του Καϊνερουγκάμπα να καταβάλει η Τουρκία στην Ουγκάντα ένα δισεκατομμύριο δολάρια, ως αναγνώριση ή «μέρισμα ασφαλείας» για την πολυετή παρουσία ουγκαντέζικων στρατευμάτων στη Σομαλία. Η αξίωση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, επειδή η Τουρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς υποστηρικτές της σομαλικής κυβέρνησης, με στρατιωτική βάση, εκπαίδευση ενόπλων δυνάμεων, αναπτυξιακή βοήθεια και συμφωνίες στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας.
Χρειάζεται όμως μια ουσιώδης διευκρίνιση: οι Ουγκαντέζοι στρατιώτες δεν στάλθηκαν στη Σομαλία ως «μισθοφόροι της Τουρκίας». Αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αποστολών της Αφρικανικής Ένωσης —AMISOM, ATMIS και στη συνέχεια AUSSOM— με διεθνείς εντολές και χωριστούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς. Η Τουρκία ωφελείται ασφαλώς από τη σχετική σταθερότητα που προσφέρουν οι αφρικανικές δυνάμεις στη Σομαλία, αυτό όμως δεν δημιουργεί από μόνο του τεκμηριωμένη τουρκική συμβατική οφειλή προς την Ουγκάντα. Η απαίτηση του ενός δισεκατομμυρίου φαίνεται περισσότερο ως πολιτικός μοχλός πίεσης του Καϊνερουγκάμπα παρά ως αναγνωρισμένη διακρατική οικονομική αξίωση.
Η Ουγκάντα θεωρεί ότι έχει καταβάλει βαρύ ανθρώπινο και στρατιωτικό τίμημα για την ασφάλεια της Σομαλίας, ενώ άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Τουρκία, αποκομίζουν γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη.

Ο σιδηρόδρομος και τα τουρκικά συμφέροντα
Στην κρίση εμπλέκεται και η παρουσία της τουρκικής κατασκευαστικής εταιρείας Yapı Merkezi, η οποία είχε αναλάβει το μεγάλο έργο της σιδηροδρομικής σύνδεσης Μαλаба–Καμπάλα, τμήμα του σχεδιαζόμενου σιδηροδρόμου κανονικού εύρους της Ανατολικής Αφρικής. Η σχετική σύμβαση, αξίας περίπου 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, παρουσιάστηκε αρχικά ως σημαντικό βήμα για τις τουρκο-ουγκαντέζικες οικονομικές σχέσεις.
Ο Καϊνερουγκάμπα έχει συνδέσει δημοσίως τη διπλωματική αντιπαράθεση με την τύχη του έργου, υποστηρίζοντας ότι η σύμβαση με την τουρκική εταιρεία ακυρώνεται. Δεν είναι όμως σαφές ότι μια ανάρτηση του αρχηγού του στρατού ισοδυναμεί με νόμιμη καταγγελία μιας διεθνούς εμπορικής σύμβασης. Απαιτούνται αποφάσεις των αρμόδιων υπουργείων, εξέταση των συμβατικών ρητρών και ενδεχομένως διαιτητικές διαδικασίες. Η χρηματοδότηση του έργου αποτελούσε ήδη δύσκολο ζήτημα και πριν από τη σύγκρουση.
Διαμορφώνεται, συνεπώς, μια τριπλή διαφορά: η απαίτηση για τον Λουμπούγε, η διεκδίκηση οικονομικού ανταλλάγματος για τη σομαλική αποστολή και η αμφισβήτηση του σιδηροδρομικού έργου. Όλα αυτά προσωποποιούνται στον Καϊνερουγκάμπα, γεγονός που καθιστά την κρίση απρόβλεπτη αλλά και αφήνει περιθώριο στον πρόεδρο Μουσεβένι να παρέμβει, εάν επιθυμεί αποκλιμάκωση.
Η ευρύτερη τουρκική παρουσία στην Αφρική
Η Τουρκία έχει πραγματοποιήσει εντυπωσιακή διπλωματική επέκταση στην Αφρική κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Από 12 πρεσβείες το 2002 έφθασε να διαθέτει περισσότερες από 40, ενώ οι Τουρκικές Αερογραμμές δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο αφρικανικών προορισμών. Η Άγκυρα συνδύασε την αναπτυξιακή βοήθεια, τις υποτροφίες και την πολιτιστική διπλωματία με τις κατασκευές, την πώληση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και τις συμφωνίες στρατιωτικής εκπαίδευσης.
Το τουρκικό μοντέλο είναι ελκυστικό για αρκετές αφρικανικές κυβερνήσεις, επειδή παρουσιάζεται ως λιγότερο πατερναλιστικό από το ευρωπαϊκό και ως ταχύτερο από το δυτικό μοντέλο χρηματοδότησης. Παράλληλα, η Τουρκία προσφέρει οπλικά συστήματα χωρίς τις αυστηρές πολιτικές προϋποθέσεις που συχνά συνοδεύουν τις δυτικές συμφωνίες. Αυτή ακριβώς η επέκταση, όμως, δημιουργεί και αντιδράσεις: εμπορικά ελλείμματα, εμπλοκή σε εσωτερικές συγκρούσεις, ανταγωνισμό με περιφερειακές δυνάμεις και καχυποψία για τις σχέσεις της Άγκυρας με ισλαμιστικά κινήματα.

Πού διατηρεί ισχυρές σχέσεις
Σομαλία: Είναι η σημαντικότερη στρατηγική σχέση της Τουρκίας στην υποσαχάρια Αφρική. Η Άγκυρα διαθέτει στο Μογκαντίσου τη μεγάλη στρατιωτική εκπαιδευτική βάση TURKSOM, έχει εκπαιδεύσει χιλιάδες Σομαλούς στρατιωτικούς και έχει αναλάβει λιμενικά, αεροπορικά, ενεργειακά και ανθρωπιστικά έργα. Η σχέση είναι βαθιά, αν και η έκταση της τουρκικής επιρροής προκαλεί αντιδράσεις στο εσωτερικό της Σομαλίας και ανησυχία σε ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις.
Αλγερία: Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους της Τουρκίας στην Αφρική. Οι δύο χώρες συνεργάζονται στο φυσικό αέριο, στις κατασκευές, στην υφαντουργία και στη βιομηχανία. Η κοινή οθωμανική ιστορική αναφορά χρησιμοποιείται θετικά, χωρίς όμως η Αλγερία να εγκαταλείπει την παραδοσιακά ανεξάρτητη εξωτερική της πολιτική.
Λιβύη – κυβέρνηση της Τρίπολης: Η τουρκική στρατιωτική επέμβαση το 2019–2020 βοήθησε την αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης να ανακόψει την επίθεση των δυνάμεων του Χαλίφα Χάφταρ. Η Άγκυρα απέκτησε στρατιωτικά, ενεργειακά και θαλάσσια ερείσματα, αλλά ταυτίστηκε έντονα με τη μία πλευρά του λιβυκού εμφυλίου. Τα τελευταία χρόνια επιδιώκει άνοιγμα και προς την ανατολική Λιβύη, χωρίς να έχει εξαλειφθεί η παλαιότερη δυσπιστία.
Αιθιοπία: Η Τουρκία είναι σημαντικός επενδυτής και προμηθευτής αμυντικού υλικού. Η χρήση τουρκικών drones από την αιθιοπική κυβέρνηση στον πόλεμο του Τιγκράι ενίσχυσε τη στρατηγική σχέση, προκάλεσε όμως επικρίσεις για τις ανθρωπιστικές συνέπειες. Η Άγκυρα ανέλαβε επίσης τη μεσολάβηση που οδήγησε στη Διακήρυξη της Άγκυρας μεταξύ Αιθιοπίας και Σομαλίας τον Δεκέμβριο του 2024.
Χώρες του Σαχέλ: Η Τουρκία έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με το Μάλι, τον Νίγηρα και την Μπουρκίνα Φάσο, ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση των σχέσεών τους με τη Γαλλία. Προσφέρει drones, τεθωρακισμένα, εκπαίδευση και πολιτική στήριξη. Οι κυβερνήσεις του Σαχέλ βλέπουν την Τουρκία ως εναλλακτικό εταίρο, δίπλα στη Ρωσία, την Κίνα και τις χώρες του Κόλπου.
Σενεγάλη και Ρουάντα: Οι σχέσεις είναι κυρίως οικονομικές και κατασκευαστικές. Τουρκικές επιχειρήσεις έχουν αναλάβει αεροδρόμια, στάδια, συνεδριακά κέντρα και άλλες μεγάλες υποδομές.

Πού υπάρχουν προβλήματα ή εύθραυστες ισορροπίες
Αίγυπτος: Οι σχέσεις κατέρρευσαν μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι το 2013, λόγω της τουρκικής υποστήριξης προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και της σύγκρουσης Ερντογάν–Σίσι. Από το 2021 άρχισε σταδιακή εξομάλυνση, η οποία κορυφώθηκε με αμοιβαίες προεδρικές επισκέψεις το 2024. Σήμερα οι σχέσεις έχουν βελτιωθεί σημαντικά, αλλά η δυσπιστία για τη Λιβύη, την Ανατολική Μεσόγειο και τα ισλαμιστικά δίκτυα δεν έχει εξαφανιστεί.
Ανατολική Λιβύη: Η Τουρκία αντιμετωπίστηκε επί χρόνια ως εχθρική δύναμη από τον Χάφταρ και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η προσπάθεια προσέγγισης συνεχίζεται, αλλά οι τουρκικές στρατιωτικές βάσεις και οι συμφωνίες με την Τρίπολη παραμένουν διχαστικά ζητήματα.
Μαρόκο: Οι πολιτικές σχέσεις είναι λειτουργικές και το εμπόριο σημαντικό, αλλά το Ραμπάτ έχει επανειλημμένα εκφράσει δυσαρέσκεια για το εμπορικό έλλειμμα και τον ανταγωνισμό των τουρκικών προϊόντων. Έχουν επιβληθεί περιορισμοί και δασμοί, ενώ αναθεωρήθηκαν όροι της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου.
Τυνησία: Η Άγκυρα διατηρούσε στενές σχέσεις με την κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε το ισλαμικό κόμμα Ενάχντα. Μετά τη συγκέντρωση εξουσιών από τον πρόεδρο Καΐς Σαγέντ, η σχέση έγινε πιο επιφυλακτική. Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα υπέρ της Τουρκίας έχει προκαλέσει αντιδράσεις και περιορισμούς στις εισαγωγές.
Σουδάν: Η σχέση αναπτύχθηκε σημαντικά επί Ομάρ αλ Μπασίρ, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη συμφωνία για την αξιοποίηση του νησιού Σουάκιν στην Ερυθρά Θάλασσα. Μετά την πτώση του Μπασίρ και ιδιαίτερα μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, τα τουρκικά σχέδια παρέμειναν μετέωρα. Η Άγκυρα προσπαθεί να διατηρήσει διαύλους με διαφορετικά κέντρα ισχύος, με κίνδυνο να κατηγορηθεί για μεροληψία.
Σομαλιλάνδη: Η στενή σχέση της Τουρκίας με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας και η υποστήριξή της στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας περιορίζουν τις σχέσεις της με την αυτοανακηρυγμένη Σομαλιλάνδη. Η τουρκική μεσολάβηση θεωρείται εκεί λιγότερο ουδέτερη, ιδίως μετά τις νέες αμυντικές και ενεργειακές συμφωνίες Άγκυρας–Μογκαντίσου.

Μια επιρροή εκτεταμένη αλλά όχι ανέφελη
Η αφρικανική πολιτική της Τουρκίας παραμένει συνολικά επιτυχημένη ως προς την έκταση της παρουσίας της. Η Άγκυρα απέκτησε πρόσβαση σε αγορές, στρατιωτικές συνεργασίες, λιμάνια, ενεργειακά έργα και διπλωματικά ερείσματα. Δεν έχει, όμως, την ίδια σχέση με ολόκληρη την ήπειρο. Στη Σομαλία, στην Αλγερία, σε χώρες του Σαχέλ και σε τμήμα της λιβυκής πολιτικής σκηνής διαθέτει ισχυρή επιρροή. Στην Αίγυπτο οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν ύστερα από μια δεκαετία σύγκρουσης, ενώ σε Μαρόκο και Τυνησία επικρατεί συνεργασία μαζί με εμπορικές τριβές. Στην ανατολική Λιβύη, στο Σουδάν και στη Σομαλιλάνδη οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες.
Η περίπτωση της Ουγκάντας είναι διαφορετική. Δεν προέκυψε από μια παλαιά γεωπολιτική αντιπαλότητα, αλλά από τη συσσώρευση συγκεκριμένων διαφορών. Η κρίση δεν αποδεικνύει ακόμη ότι η Τουρκία «χάνει την Αφρική».
Αποκαλύπτει όμως ένα όριο του τουρκικού μοντέλου: όσο οι σχέσεις στηρίζονται σε προσωπικά δίκτυα, μεγάλες εργολαβίες και συμφωνίες ασφαλείας, μπορεί να επιδεινωθούν απότομα όταν ένας ισχυρός τοπικός παράγοντας θεωρήσει ότι δεν έλαβε το πολιτικό ή οικονομικό αντάλλαγμα που προσδοκούσε.
Το επόμενο καθοριστικό βήμα θα είναι η στάση του προέδρου Μουσεβένι. Εάν η κυβέρνηση της Ουγκάντας επιβεβαιώσει τις απειλές του αρχηγού του στρατού, η υπόθεση θα μετατραπεί σε κανονική διακρατική κρίση, με επιπτώσεις στις επενδύσεις και στη συνεργασία ασφαλείας. Εάν, αντιθέτως, τις αποστασιοποιήσει ή τις αφήσει να εκτονωθούν, θα πρόκειται περισσότερο για ακόμη ένα επεισόδιο της προσωπικής διπλωματίας του Καϊνερουγκάμπα.



