Τομ Μπάρακ: ο Αμερικανός πρέσβης που μιλά σαν εκπρόσωπος της Άγκυρας

Η υπόθεση Τομ Μπάρακ δεν είναι πια μια ελληνική εντύπωση ούτε μια αποσπασματική διπλωματική αβλεψία. Έχει ήδη περάσει στο αμερικανικό δημόσιο πεδίο ως σοβαρό θέμα πολιτικής γραμμής. Η Wall Street Journal, σε editorial της 21ης Απριλίου με τίτλο Tom Barrack Has His Own Mideast Policy, τον εγκαλεί ευθέως, περιγράφοντάς τον ως άνθρωπο με «παράξενες απόψεις για έναν Αμερικανό απεσταλμένο». Από μόνο του αυτό δείχνει ότι στην Ουάσιγκτον ο Μπάρακ δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως ένας εκκεντρικός πρέσβης, αλλά ως αξιωματούχος που εμφανίζεται να χαράσσει δική του, αποκλίνουσα γραμμή στη Μέση Ανατολή.

Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε από όσα είπε ο ίδιος στο Διπλωματικό Φόρουμ της Αττάλειας στις 17 Απριλίου. Εκεί δήλωσε ότι το ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων για τους S-400 μπορεί να λυθεί σύντομα, ότι από την πλευρά του Τραμπ η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 είναι αποδεκτή, και πρόσθεσε το προκλητικό για την Αθήνα επιχείρημα ότι «και η Ελλάδα έχει S-300 και F-35». Στο ίδιο πλαίσιο, όταν ρωτήθηκε για τα ελληνοτουρκικά, επέλεξε να τα υποβαθμίσει με ένα ειρωνικό σχόλιο, λέγοντας πως δεν θα μπει στο θέμα γιατί «θα του απαγορεύσουν να ξαναπάει στη Μύκονο». Δεν ήταν απλώς ένα άκομψο αστείο· ήταν μια δημόσια απαξίωση ενός υπαρκτού ζητήματος ασφαλείας για την Ελλάδα.

Η σύγκριση, μάλιστα, ανάμεσα στους ελληνικούς S-300 και τους τουρκικούς S-400 είναι πολιτικά βολική για την Άγκυρα, αλλά όχι ουδέτερη. Οι ελληνικοί S-300 συνδέονται με την κυπριακή κρίση του 1997-98 και κατέληξαν στην Κρήτη σε εντελώς διαφορετικό ιστορικό και νομικό πλαίσιο, ενώ οι αμερικανικές κυρώσεις στην Τουρκία επιβλήθηκαν το 2020 ειδικά εξαιτίας της απόκτησης των S-400 και συνοδεύτηκαν από τον αποκλεισμό της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35. Ακόμη και στα τέλη του 2025, η τουρκική πλευρά δήλωνε ότι δεν έχει αλλάξει η στάση της ως προς την κατοχή των S-400. Συνεπώς, όταν ο Μπάρακ βάζει τα δύο ζητήματα στο ίδιο κάδρο, δεν κάνει μια τεχνική παρατήρηση· κάνει μια πολιτική εξίσωση που αντικειμενικά αμβλύνει το τουρκικό πρόβλημα και σχετικοποιεί τις αμερικανικές κυρώσεις.

Το πρόβλημα όμως δεν σταματά στα ελληνοτουρκικά. Στην Αττάλεια, ο Μπάρακ προχώρησε πολύ παραπέρα: είπε ότι Ισραήλ και Χεζμπολάχ είναι «εξίσου αναξιόπιστοι», μίλησε για ανάγκη «διαδρομής» με τη Χεζμπολάχ που να μην περνά από τη διάλυσή της, υποστήριξε ότι το Ιράν και η Χεζμπολάχ πρέπει να βρίσκονται στις συνομιλίες για τον Λίβανο, επέκρινε τη λογική των εκεχειριών που αφήνουν στο Ισραήλ δικαίωμα αυτοάμυνας και έφτασε να πει ότι η Τουρκία «δεν είναι χώρα με την οποία παίζεις». Στο ίδιο φόρουμ επανέλαβε και την παλαιότερη αντίληψή του ότι στη Μέση Ανατολή «δούλεψαν» κυρίως καθεστώτα ισχυρής ηγεσίας, όπως «ευμενείς μοναρχίες» ή «μοναρχικές δημοκρατίες». Όλα αυτά συνθέτουν όχι μια απλή προσωπική παραφωνία, αλλά μια συνολική θεώρηση που μοιάζει όλο και περισσότερο με γεωπολιτική ανάγνωση φιλική προς την Άγκυρα και εχθρική προς τις παραδοσιακές αμερικανικές ευαισθησίες στην περιοχή.

Γι’ αυτό και στην Ουάσιγκτον υπάρχουν ήδη καθαρές αντιδράσεις. Το Jewish Insider κατέγραψε άμεση δημόσια αποδοκιμασία από τον γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος δήλωσε ότι «διαφωνεί έντονα» με την εξίσωση Ισραήλ–Χεζμπολάχ, αλλά και από τον Ρικ Σκοτ, που απάντησε πως η Τουρκία «δεν πρόκειται» να πάρει F-35 ή άλλα αμερικανικά οπλικά συστήματα. Η ίδια πηγή κατέγραψε και τις παρεμβάσεις συντηρητικών σχολιαστών, με πιο χαρακτηριστική εκείνη του Μαρκ Λέβιν, ο οποίος τον χαρακτήρισε «mouthpiece» “φερέφωνο” του Ερντογάν. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι ήδη από τον Φεβρουάριο υπήρχαν, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ανησυχίες στο Κογκρέσο πως ο Μπάρακ «τρέχει τουρκική γραμμή» και ωθεί την αμερικανική πολιτική προς μια υπερβολικά στενή σχέση με την Άγκυρα.

Οι ανησυχίες αυτές δεν είναι άσχετες με τον ρόλο που έχει αποκτήσει ο Μπάρακ μέσα στην ίδια την αμερικανική πολιτική για τη Συρία. Το Reuters είχε ήδη γράψει τον Ιανουάριο ότι, μετά τη στροφή της κυβέρνησης Τραμπ στο συριακό, ο Μπάρακ έγινε ο βασικός εκτελεστής της πολιτικής αυτής, με περιορισμένο χώρο για παρεμβάσεις από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Σε μεταγενέστερο αποκλειστικό ρεπορτάζ, το Reuters ανέφερε επίσης ότι δηλώσεις και μηνύματα του Μπάρακ για μια «ενιαία» Συρία ερμηνεύθηκαν από τη Δαμασκό ως πράσινο φως για την αποστολή στρατευμάτων στη Sweida, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει αιματηρή κλιμάκωση και ισραηλινά πλήγματα. Με άλλα λόγια, οι επικριτές του δεν λένε απλώς ότι μιλά σαν να ευνοεί την Τουρκία· λένε ότι οι παρεμβάσεις του ήδη παράγουν συνέπειες στο πεδίο.

Έτσι εξηγείται γιατί το ελληνικό ενδιαφέρον για τον Μπάρακ δεν αφορά μόνο ένα προσβλητικό σχόλιο για τη Μύκονο ή μια άκομψη αναφορά στους S-300. Το πραγματικό ζήτημα είναι βαθύτερο: ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα εμφανίζεται να εξωραΐζει το τουρκικό αίτημα για επάνοδο στα F-35, να σχετικοποιεί το βάρος των S-400, να υποβαθμίζει τις ελληνικές ενστάσεις, να πιέζει για γραμμές συμβιβασμού με τη Χεζμπολάχ και να αντιμετωπίζει με καχυποψία το Ισραήλ, την ώρα που στην Ουάσιγκτον πολλαπλασιάζονται οι φωνές που βλέπουν σε αυτόν όχι έναν απλό διπλωμάτη, αλλά έναν παράγοντα αναθεώρησης της ίδιας της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή. Και αυτό, για την Αθήνα, είναι η πραγματική κόκκινη γραμμή.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα