Η θερμοκρασία —και όχι ο ίδιος ο καφές ή το τσάι— φαίνεται ότι βρίσκεται πίσω από την πιθανή σύνδεση των πολύ ζεστών ροφημάτων με μια μορφή καρκίνου του οισοφάγου. Μεγάλη βρετανική μελέτη, την οποία παρουσιάζει ο Economist στο ενημερωτικό δελτίο υγείας «Well Informed», διαπιστώνει ότι όσοι συνηθίζουν να πίνουν το ρόφημά τους πολύ καυτό αντιμετωπίζουν αισθητά υψηλότερο σχετικό κίνδυνο.
Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα σχεδόν ενός εκατομμυρίου ενηλίκων στη Βρετανία, αντλώντας στοιχεία από τη UK Biobank και τη Million Women Study. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν επί σειρά ετών και κλήθηκαν να χαρακτηρίσουν τη θερμοκρασία στην οποία προτιμούν τα ζεστά ροφήματά τους ως «χλιαρή», «ζεστή» ή «πολύ ζεστή».
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, όσοι δήλωσαν ότι πίνουν το τσάι ή τον καφέ τους «πολύ ζεστό» εμφάνισαν περίπου τριπλάσιο κίνδυνο εκδήλωσης ακανθοκυτταρικού καρκινώματος του οισοφάγου σε σύγκριση με όσους προτιμούσαν τα ροφήματά τους χλιαρά. Η κατανάλωση έξι ή περισσότερων ζεστών ροφημάτων την ημέρα συσχετίστηκε επίσης με αύξηση του κινδύνου κατά 71%.
Η επισήμανση του σχετικού κινδύνου έχει σημασία. Το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα του οισοφάγου είναι σχετικά σπάνιο στη Βρετανία· επομένως, ο τριπλασιασμός του σχετικού κινδύνου δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος που πίνει καυτό καφέ έχει μεγάλη πιθανότητα να νοσήσει. Σύμφωνα με την εκτίμηση που παραθέτει ο Economist, εάν όσοι καταναλώνουν τα ροφήματά τους σε πολύ υψηλή θερμοκρασία περίμεναν να κρυώσουν, θα μπορούσαν να αποφεύγονται περίπου 440 από τα σχεδόν 3.200 περιστατικά της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου που καταγράφονται ετησίως στη Βρετανία.
Το πρόβλημα φαίνεται να είναι η θερμότητα
Τα ευρήματα δεν δείχνουν ότι ο καφές ή το τσάι είναι καρκινογόνα ως προϊόντα. Η πιθανότερη εξήγηση αφορά τη συχνή θερμική βλάβη στα κύτταρα που καλύπτουν το εσωτερικό του οισοφάγου. Οι επαναλαμβανόμενοι μικροτραυματισμοί από πολύ υψηλές θερμοκρασίες ενδέχεται να προκαλούν φλεγμονή και να καθιστούν τον ιστό περισσότερο ευάλωτο σε καρκινογόνες μεταβολές.
Η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας έχει κατατάξει από το 2016 την κατανάλωση πολύ ζεστών ροφημάτων ως «πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο». Ως «πολύ ζεστά» ορίζει τα ροφήματα που καταναλώνονται σε θερμοκρασία άνω των 65 βαθμών Κελσίου. Η αξιολόγηση αφορά τη θερμοκρασία και όχι ειδικά τον καφέ ή το τσάι.
Η νέα μελέτη έχει, πάντως, έναν σημαντικό περιορισμό: δεν μετρήθηκε η πραγματική θερμοκρασία κάθε ροφήματος. Οι συμμετέχοντες περιέγραψαν υποκειμενικά πόσο ζεστό το προτιμούν, ενώ η αντίληψη της θερμοκρασίας μπορεί να διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Επιπλέον, πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, η οποία εντοπίζει μια ισχυρή συσχέτιση αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Τι μπορεί να κάνει ο καταναλωτής
Η πρακτική συμβουλή είναι απλή: αφήστε το ρόφημα να κρυώσει μέχρι να πίνεται άνετα, χωρίς να καίει το στόμα ή τον λαιμό. Δεν υπάρχει ένας απόλυτος χρόνος αναμονής, καθώς αυτός εξαρτάται από τη θερμοκρασία παρασκευής, την ποσότητα, το υλικό και το μέγεθος του φλιτζανιού, αλλά και από τη θερμοκρασία του χώρου. Λίγο κρύο νερό ή γάλα μπορεί να επιταχύνει την ψύξη.
Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να εγκαταλείψει κανείς τον καφέ ή το τσάι. Χρειάζεται απλώς να αποφεύγει να τα καταναλώνει όσο ακόμη είναι καυτά. Παράλληλα, δεν πρέπει να χάνεται η συνολική εικόνα: το κάπνισμα και η μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ παραμένουν σημαντικοί και τεκμηριωμένοι παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του οισοφάγου.


