Του Φώτη Καγγελάρη*
“Sapere aude!” “Τόλμα να γνωρίζεις”
Ι. Kant[1]
«Ο πόλεμος και το θάρρος έχουν κατορθώσει περισσότερα μεγάλα πράγματα
απ’ ότι η αγάπη προς τον πλησίον»
- F. Nietzsche[2]
«Παίζουμε πόλεμο;» ήταν η κραυγή που ακουγόταν στις γειτονιές μεταξύ των αντίπαλων παιδικών στρατών. Ξύλινα σπαθιά και ακόντια, ασπίδες από τενεκέδες και, ενίοτε, στεφάνι ή κορώνα για τον αρχηγό από κάποιο κλαρί ή πλεγμένο σύρμα. Ιδιαίτερα «τ’ Άη Γιαννιού», Ιούνιο, οι φωτιές στους δρόμους χώριζαν τα στρατόπεδα στην οδό Αλκιβιάδου, στη συνοικία που κατοικούσα τότε, προσδίδοντας έναν εξώκοσμο χαρακτήρα στην τελετουργία που εξελισσόταν από παιδιά του Δημοτικού: φωτιές, ξιφομαχίες, αλαλαγμοί που διεκδικούσαν τον έλεγχο των δρόμων και μέσω αυτού την χεγκελιανή[3] αναγνώριση, την υποταγή της επιθυμίας του Άλλου και ταυτόχρονα την αναγνώριση της επιθυμίας του Άλλου ως προϋπόθεση της ταυτότητας του Κυρίου.
Το λατινικό “bellum”, εξάλλου, δεν προέρχεται από to “duellum” που σημαίνει μονομαχία; Ο πόλεμος αυτός, των παιδιών, δεν ήταν ούτε καλός ούτε κακός. Κινδύνευαν, βέβαια, να τραυματιστούν, σε ακραίες περιπτώσεις μεταφερόντουσαν στο πλησιέστερο φαρμακείο.
Όμως, ήταν αυτή η ίδια η συμπλοκή που τους επέτρεπε να μεγαλώσουν, να οργανωθούν ψυχικά, να γνωρίσουν τα όρια τους, τον Άλλο της επίθεσης ή της συμμαχίας. Με λίγα λόγια, ο πόλεμος επέτρεπε την εξέλιξη, την διαδικασία της ωρίμανσης, το πένθος για την παιδικότητα παρότι ήταν η παιδικότητα που υπαγόρευε τον πόλεμο.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, στο ρητό του Ηράκλειτου[4] «Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς», πάντων των συγκροτούντων την ιστορία του ανθρώπου ως εξελικτική διαδικασία του χρόνου, το σημαίνον «πόλεμος» οφείλουμε να το ακούσουμε με χεγκελιανή[5] σημασία. Δεν είναι καταστροφή, είναι η υπερίσχυση ως αναγνώριση από τον Άλλο, μίας εκ των δύο αντιθετικών δυνάμεων οι οποίες κατά την σύγκρουσή τους αποδίδουν τον πόλεμο.

Πρόκειται για μία νέα σύνθεση της οποίας συνώνυμο θα μπορούσε να είναι η ιστορία. Ο πόλεμος εδώ δεν εμπίπτει σε μια ηθική αξιολόγηση. Δεν είναι κακός ή καλός, είναι ο πόλεμος, η ίδια η δυνατότητα του ανθρώπου, κατά τον Ηράκλειτο[6], να υπάρχει εξελισσόμενος. Για παράδειγμα, είναι γνωστή η σύνδεση της ανακάλυψης της πυρίτιδας με την ανατροπή της φεουδαρχίας, όπως γράφει ο G. Orwell[7].
Μερικούς αιώνες αργότερα, ένα ισοδύναμο απόφθεγμα, παρότι σε άλλο πλαίσιο, από τον K. Marx[8]: «Η βία είναι η μαία της ιστορίας». Και τι άλλο σημαίνει βία, παρά πόλεμος σε εξέλιξη της οποίας η μάχη είναι μια σκοτεινή στιγμή πάλης;
Η ίδια η ετυμολογία του πολέμου μας παραπέμπει στο «πέλεμα» (τρόμος) και το ρήμα «πάλλω» (από το πρωτο-ινδοευρωπαϊκό pelh): παλμός, δόνηση, ζωή[9].
Θα ήταν ενδιαφέρον στο σημείο αυτό να αναρωτηθούμε γιατί ο πόλεμος είναι γένους αρσενικού και γι’ αυτό «πατήρ» και όχι γένους θηλυκού όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στα γαλλικά, ως «μήτηρ πάντων»; Κι αν είναι αρσενικό επειδή γεννά, εξελίσσει, παράγει, τότε ποιος ως θηλυκό τίκτει την εξέλιξη αυτή; Μήπως, το σημαίνον «πόλεμος» είναι ένα λεκτικό υβρίδιο, που τείνει να αποδώσει μια ιστορική εξέλιξη εντός του αυτού υποκειμένου;
Αυτό, ακριβώς, θα υποστηρίξουμε στο κείμενο μας, ότι καταστροφική και δημιουργική φύση συνυπάρχουν αποδίδοντας έτσι την ανθρώπινη συνθήκη του διχασμένου υποκειμένου.
Ο S. Freud[10] στο έργο του «Πέραν της αρχής της ηδονής» (1920), ισχυρίζεται ότι η έννοια της ζωής υφίσταται ως αναγωγή στην εικόνα του θανάτου, δημιουργώντας την συνέπεια της ζωής ως άμυνα στην ενόρμηση του θανάτου. Αν το προεκτείναμε αυτό θα λέγαμε, ότι το γεγονός της ζωής οφείλεται στο γεγονός του θανάτου, ότι η φυσιολογικότητα δεν είναι η φύση του ανθρώπου αλλά η άμυνα ενάντια στη φύση του που είναι η τρέλα. Το κάλλος δεν είναι παρά μια αντίδραση στο τερατώδες που προκύπτει ως κάλλος αρνούμενο να ενστερνιστεί τα χαρακτηριστικά της άσχημου. Το μπαρτικό[11] punctum είναι η αιτία για το studium. Ο κόσμος είναι η αντίδραση στο χάος, είναι το συντακτικό ενός λόγου που εξήλθε από το χάος, ενός λόγου που είναι ο κόσμος: «Και είπε ο Θεός, γεννηθήτω φως»[12].

Αυτό, εξάλλου, δεν έκανε να ακμάσει η τέχνη στην ύψιστη μορφή της εν μέσω του Πελοποννησιακού Πολέμου όπως παρατηρεί ο Winckelmann[13], ως αντίδραση στη φρίκη του πολέμου; Και αυτό εξάλλου δεν ήταν που επέφερε σύγχυση στον K. Marx, ο οποίος στις ράγες του Ορθού Λόγου προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε ο ίδιος, σχετικά με την αρχαία Ελλάδα: «Γιατί μια ατελής κοινωνία, παράγει τέλεια τέχνη;»[14]
Βρισκόμαστε, κατά συνέπεια, μπροστά στο δίπολο έρωτας-θάνατος, έναν αιώνιο πόλεμο όπου κάποιες φορές η ευτυχία είναι το να είναι κανείς δυστυχής μέσα στην επανάληψη της αποτυχίας αυτού που δεν θέλει αλλά που έλκεται θανατερά από αυτό.
Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε να αναζητήσει κανείς στη ρήση του Ηράκλειτου[15] αλλά και σε εκείνη του K. Marx[16] την έννοια του πολέμου και της βίας ως δυνατότητα του πολιτισμού;
Προερχόμαστε από καταγωγή φονιάδων, έλεγε ο S. Freud[17], που έχουν στο αίμα τους την ευχαρίστηση του θανάτου, όπως συμβαίνει, ακόμα, σήμερα. Ο δε L. Tolstoy[18] έγραφε: «Πόσο απλό είναι να σταματήσουν οι πόλεμοι! Αρκεί οι άνθρωποι να πάψουν να τρέχουν στις μάχες. Αλλά, οι άνθρωποι πετούν τη σκούφια τους για να πάνε στο μέτωπο της βίας». Πράγματι, εάν δούμε, στα καθ’ ημάς, τις φωτογραφίες στον τύπο της εποχής του έπους του ’40, θα διαπιστώσουμε στα πρόσωπα των αναχωρούντων για το μέτωπο, του λόγου το αληθές του L.Tolstoy.

Ο πολιτισμός, η ιστορία, το «πάντα» του Ηράκλειτου[19] μήπως δεν είναι παρά η συνέπεια του ευνουχισμού της ανεξέλεγκτης απόλαυσης, η συνέπεια της απαγόρευσης που επιφέρει την κοινωνική συνοχή;
Γι’ αυτό και οι άνθρωποι, λόγω πολιτισμού, σκοτώνουν πια, κυρίως, όταν ονειρεύονται ή στα λόγια. Και επειδή, ακριβώς, το ασυνείδητο δεν γνωρίζει τον θάνατο, στα όνειρα αυτοί που έχουν πεθάνει, εξακολουθούν να είναι εν ζωή.
Ο πόλεμος μεταξύ του έρωτα και του θανάτου, είναι το τίμημα του πολιτισμού, ένα τίμημα, όμως, πλήρως αποδεκτό. Ο πόλεμος ανακουφίζει το υποκείμενο από την εκτόνωση των βίαιων ενορμήσεων, έλεγε ο S. Freud[20] (1920), ενώ παραφράζοντας το “Si vis pacem, para bellum”, “Εάν θέλεις ειρήνη προετοίμασε πόλεμο” του Publius Flavius Vegetius Renatus[21], τόνιζε “Si vis vitam para mortem”[22]/«Εάν θέλεις να ζήσεις ετοιμάσου για τον θάνατό σου».
Θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι η επιθετικότητα ως προς τον Άλλο και η καταστροφή του κινείται επίσης από τον φθόνο για την απόλαυση του Άλλου, ως ο Άλλος να απολαμβάνει πάντοτε περισσότερο από εμένα. Ως η σχέση με τον Άλλον να στηρίζεται στη σύγκριση της απόλαυσης. Ας θυμηθούμε, ότι οι πόλεμοι μεταξύ των θεών, που ενίοτε αναλάμβαναν, εν αγνοία τους, οι θνητοί να διεκπεραιώσουν, ήταν συχνοί και αφορούσαν την υπεροχή ως προς την απόλαυση.
Ο Άλλος γίνεται μια εικόνα του εαυτού μου εν ελλείψει. Η καταστροφή του φαντασιακά πλήρους Άλλου προκύπτει ως εξισορρόπηση της ελλειμματικής εικόνας του εαυτού. Ο Άλλος, είτε πρόκειται για μετανάστη, φτωχό, διαφορετικού έμφυλου προσανατολισμού, κ.λπ., ως καθρέφτης, μου δείχνει την κατωτερότητά μου ως προς αυτόν, επειδή ακριβώς φαντασιακά απολαμβάνει περισσότερο. Το σύνδρομο αυτό πηγαίνει βαθιά μέσα στον χρόνο, στις μοχλεύσεις του «σταδίου του καθρέφτη»[23] όπου το εγώ σχηματίζεται από την εικόνα του στον καθρέφτη ως Άλλου. Η φράση που απευθύνεται στον Άλλο με μορφή επιθετικότητας είναι «Σε μισώ που μπορείς να απολαμβάνεις περισσότερο από μένα, σε μισώ που μου δείχνεις ότι η δική μου απόλαυση είναι συμβατική. Σε μισώ που τα κατάφερες να διαφεύγεις του πολιτισμού». Εδώ είναι που βρίσκει θέση ο αφορισμός του T. Hobbes[24] “Homo Homini Lupus”, «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο».

Εν ολίγοις, είναι μια ανεξέλεγκτη επιθυμία εκείνη που κινεί την βιολογία του ανθρώπου η οποία επιθυμία μπορεί, ενίοτε, όπως στην περίπτωση του πολέμου ή της αυτοκτονίας να στρέφεται εναντίον της βιολογίας.
Βέβαια, γνωρίζουμε ότι όλα αυτά μπορούν να μεταποιηθούν σε μια θεωρία εκμετάλλευσης από τους υπέρμαχους του παρόντος συστήματος, ούτως ώστε να δικαιολογείται η καταστροφή και η αρπαγή. Δεν είναι ο καπιταλισμός μια οπή που δεν χορταίνει, είναι τέτοια η φύση του ανθρώπου, λένε. Μήπως, λοιπόν, τα οικονομικά συμφέροντα, τα οποία βέβαια ισχύουν, είναι η εκλογίκευση για την άρση των φραγμών της λογοκρισίας που εμπόδιζε την καταστροφή; Οι πόλεμοι της παγκοσμιοποίησης δεν υπόσχονται άραγε μια αιώνια ειρήνη, προς όφελος της παγκοσμιοποίησης, βέβαια, ανάλογη εκείνης που ονειρευόταν ο I. Kant[25] (1795); Μήπως, ο πόλεμος είναι η ανακούφιση από την ηθική; Και ο κόσμος αύριο θα μπορεί να ρέει, θα συνεχίσει η ιστορία να υπάρχει εάν ο πόλεμος έχει εξαλείψει πάσα ανταγωνιστική δύναμη; Μήπως, γι’ αυτό o S. Freud αναρωτιόταν στην εποχή του: «Να δούμε με ποιους θα τα βάλουν τα σοβιέτ, όταν θα έχουν εξοντώσει και τον τελευταίο αστό[26]».

Αρχίσαμε το κείμενό μας με την ετυμολογία του πολέμου από το «πάλλω»: παλμός, δονώ, δονούμαι, όπου βλέπουμε μια πλήρη αντιστοιχία με τον ενθουσιασμό του πολέμου, με τη μέθη της μάχης («δεν είχαμε τη χαρά να ρίξουμε ούτε μια σφαίρα», γράφει ο γλύπτης H. G. Brzeska[27] στον συγγραφέα E. Pound, ενώ σε άλλη επιστολή συμπληρώνει: «έχω εξαιρετική διάθεση, τα χαρακώματα χωρίς λάσπη είναι απόλαυση»), με τα ρίγη απόλαυσης του φόνου, με τις δημόσιες εκτελέσεις, με τον ξυλοδαρμό στο δρόμο, με το λιντσάρισμα («θα δούμε ανθρώπους ενωμένους να κινούνται για να κόψει ο ένας τον λαιμό του άλλου», γράφει ο T. Hobbes[28]), στην αποκοπή από την πραγματικότητα (για να σκοτώσεις πρέπει να είσαι «αλλού»), στην κατάργηση του συμβολικού, στην ανεξέλεγκτη ανάδυση της ενόρμησης του θανάτου. Όπως τονίζει η S. Sontag[29], οι άνθρωποι απολαμβάνουν πια τον πόλεμο ως θέαμα από το σαλόνι τους. Πράγματι, ας θυμηθούμε τις εικόνες της τηλεόρασης από τον πόλεμο στο Ιράκ ή την απόβαση στη Σομαλία όπου τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν φτάσει πριν τον αμερικανικό στρατό ή τις σκηνές από την Γάζα.
Ας ρίξουμε μια ακόμα ματιά, αυτή τη φορά, στις γαλλικές λέξεις “la guerre” (η πόλεμος) και “guérir” (θεραπεύω). Το “guerre” (1080)[30], θηλυκού γένους, ως αυτό που τίκτει, ισοδύναμο του «πατήρ πάντων» του Ηράκλειτου, μας έρχεται από το “werra” της γερμανικής γλώσσας με ανάλογη σημασία. Όσον αφορά το “guérir”[31], προερχόμενο από το guarir (1050), με καταγωγή από τα πρωτογερμανικά “wejan” – “wehren”, η πρώτη σημασία του είναι άμυνα, προστασία. Βλέπουμε ότι, τα σημαίνοντα μιλούν γι’ αυτό που δεν ακούγεται εν πρώτοις, αλλά που, ωστόσο, υπαγορεύει τη σημασία.

Μα, και το “belle-bella-beau” ερχόμενο από το λατινικό “bellum” που σημαίνει πόλεμος, δεν μας λέει ότι η ομορφιά μπορεί να προέρχεται από την καταστροφή; Κάθε άγγελος είναι αποτρόπαιος, έλεγε ο R.-M. Rilke[32] για να τονίσει ότι η ομορφιά είναι η απαρχή του τρομερού. Ή, όπως έλεγε ο K. Καστοριάδης[33] είναι δυνατόν να παράγει κανείς σημασία κατοικώντας στην άκρη της αβύσσου, επειδή ακριβώς κατοικεί στην άκρη της αβύσσου. Ο δε F. Nietzsche[34] τόνιζε ότι δεν υπάρχει επιφάνεια χωρίς τρομακτικό βάθος. Το υψηλό δεν είναι παρά η αισθητική υποταγή του τρομερού.
Τι άλλο, λοιπόν, είναι ο πόλεμος παρά η ανάδυση του διχασμένου υποκειμένου που εκλαμβάνεται ως εικόνα του Άλλου;
Ο πόλεμος είναι μια μονομαχία σε ευρύτερη κλίμακα, έλεγε ο C. von Clausewitz[35]. Μια μονομαχία δύο εν ζωή δυνάμεων, του πολιτισμού και της ενόρμησης. Μια μονομαχία που, κατ’ αρχάς, διαδραματίζεται εντός μας, μεταξύ της καταστροφικής και της δημιουργικής φύσης του ανθρώπου. Αυτό δεν είναι, άλλωστε, η ανθρώπινη συνθήκη, αυτό που κάνει τον βασανιστή να ακούει Chopin ή να τραγουδάει Schubert; Αυτό δεν είναι που κάνει την H. Arendt[36] να μιλάει για την κοινοτοπία του κακού; Ας θυμηθούμε, εν σχέσει με το διχασμένο υποκείμενο, τον Λεόντιο στην Πλατωνική Πολιτεία[37] ο οποίος πασχίζει μάταια να μην κοιτάξει την φρίκη, βρίζει τα μάτια του «κακορίζικα», αλλά στο τέλος ενδίδει στη φρίκη της έλξης του θανάτου. Εξαιρετική εικονογράφηση των ανωτέρω μας δίνει ο Σέρβος συγγραφέας Α. Tišma, στη «Σχολή της αναλγησίας: Δεν θα σε βασανίσω για να ομολογήσεις, την έχω την ομολογία, θα σε βασανίσω από ευχαρίστηση»[38].

Το Μετατραυματικό σύνδρομο από τότε που το περιέγραψε o S. Freud[39], στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκφράζοντας την απορία του γιατί το ψυχικό σύστημα δεν μπορεί να ξεχάσει ως όφειλε, γιατί δεν μπορεί να απωθήσει μια τόσο τραυματική εμπειρία, δεν είναι, ακριβώς, η ανάδυση μιας κρυφής απόλαυσης που παράγει το σύνδρομο;
Μήπως, γι’ αυτό υπήρχαν αυξημένες αυτοκτονίες στους βετεράνους του Βιετνάμ και του Κόλπου, επειδή μη έχοντας πια να πυροβολήσουν εχθρούς πυροβολούσαν τον εχθρό-εαυτό τους;
Σ’ αυτόν, λοιπόν, τον «πολιτισμό μίσους», όπως τον αποκαλεί o J. Lacan[40], τι είναι αυτό που θα μπορούσε να αποτρέψει τον πόλεμο;
Στην περίφημη αλληλογραφία S. Freud – A. Einstein (1933), με θέμα «Γιατί ο πόλεμος;»[41], γράφει ο S. Freud στον A. Einstein: «Όλα όσα βοηθούν ως πολιτισμική εξέλιξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου».
Το «εργάζονται» δεν σημαίνει τον αποτρέπουν. Όπως λέει ο Θεαίτητος[42], «ούτ’ απολέσθαι τα κακά δυνατόν/τα κακά δεν είναι δυνατόν να εκλείψουν».
Εδώ, ακριβώς, είναι που o I. Kant[43] συναντά τον S. Freud[44] και την περιστολή της προσωπικής επιθυμίας, περιστολή, ωστόσο, που παράγει πολιτισμό. Περιστολή η οποία ως καντιανή ηθική θα μπορούσε να μας δώσει διέξοδο. Γιατί, στην «κατηγορική προσταγή» του I. Kant απουσιάζει το «πρέπει». Γράφει: «πράττε ως η καθολική αρχή της βούλησης σου να καταστεί καθολικός νόμος. Πράττε ως να χρησιμοποιείς την ανθρωπότητα τόσο στο πρόσωπο σου όσο και στο πρόσωπο κάθε άλλου ανθρώπου πάντοτε ως σκοπό και ποτέ μόνο ως μέσο».
Η παρουσία του «πρέπει» θα συγκροτούσε μια υπερεγωτική προστακτική, έκφραση ενός σαδιστικού υπερεγώ το οποίο θα διέταζε όχι από καθήκον αλλά για την σαδιστική ικανοποίηση του ανέφικτου.
Γιατί, ακριβώς, μια πράξη είναι ηθική όταν την στιγμή της εκτέλεσης της είμαστε ελεύθεροι να την αρνηθούμε. Όπως έλεγε, ήδη, ο J. Duns Scotus[45] (1266-1308) η βούληση δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερη αν είναι αναγκασμένη να επιδιώκει μόνο το καλό.
Μήπως, χρειαζόμαστε περισσότερη εσωτερική ελευθερία ούτως ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της υπερεγωτικής εντολής για υπεραπόλαυση και καταστροφή;

Μήπως, έτσι πειστεί, όπως έλεγε ο I. Kant[46], «το χοντροκέφαλο γένος των ανθρώπων» ότι μεγαλύτερη μωρία και συμφορά από τον πόλεμο, όπως εξαιρετικά τον εξεικόνισε o F. de Goya[47], o P. Picasso[48] ή η P. Rego[49], δεν υπάρχει.
Μα, ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη δυσκολία στον άνθρωπο δεν είναι εκείνη που τον φέρνει αντιμέτωπο στο να εγκαταλείψει την δυστυχία του;
Francisco de Goya, Los desastres de la guerra, 1810-1815.
Pablo Picasso, Guernica, 1937.
Paula Rego, War, 2003.
[1] Immanuel Kant, Τί είναι Διαφωτισμός, μτφρ. Νικόλαος Μ. Σκουτερόπουλος, επιμ. Φωτεινή Ξιφάρα, Κριτική, Αθήνα, 2014
[2] Friedrich Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρα, Μέρος Πρώτο, Για τον πόλεμο και τους πολεμιστές, μτφρ. Άρης Δικταίος, Δωδώνη, Αθήνα, 1980.
[3] Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Φαινομενολογία του πνεύματος, μτφρ. Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, Δωδώνη, Αθήνα, 1993.
[4] Ηράκλειτος, Περί φύσεως, απ.53.η, πρλγ.-μτφρ. Νάσος Κυριαζόπουλος, επιμ. Βασίλειος Γ. Μανδηλαράς, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
[5] Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Φαινομενολογία του πνεύματος, μτφρ. Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, Δωδώνη, Αθήνα, 1993.
[6] Ηράκλειτος, Περί φύσεως, απ.53.η, πρλγ.-μτφρ. Νάσος Κυριαζόπουλος, επιμ. Βασίλειος Γ. Μανδηλαράς, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
[7] George Orwell, Εσείς και η ατομική βόμβα, Tribune, London, 19/10/1945.
[8] Karl Heinrich Marx, Das Kapital, Marx-Engels Werke Band 23, Dietz Verlag, Berlin (Ost), 1968.
[9] Γεώργιος Δ. Μπαμπινιώτης, Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα, 2010.
[10] Sigmund Freud, Πέραν της αρχής της ηδονής, μτφρ. Νίκη Μυλωνά, Νίκας, Αθήνα, 2011.
[11] Roland Barthes, Ο Φωτεινός Θάλαμος, μτφρ. Γιάννης Κρητικός, Εκδόσεις Κέδρος, 2008.
[12] Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις, 1,3, Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, 2003.
[13] Johann Joachim Winckelmann, Ιστορία της αρχαίας τέχνης, Η τέχνη των ανατολικών λαών, των Ετρούσκων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων, εισ.-επιμ. Γεράσιμος Μαρκαντωνάτος, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Gutenberg, Αθήνα, 2010.
[14] Karl Heinrich Marx, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, πρλγ.-μτφρ. Διονύσης Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα, 2022.
[15] Ηράκλειτος, Περί φύσεως, απ.53.η, πρλγ.-μτφρ. Νάσος Κυριαζόπουλος, επιμ. Βασίλειος Γ. Μανδηλαράς, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
[16] Karl Heinrich Marx, Das Kapital, Marx-Engels Werke Band 23, Dietz Verlag, Berlin (Ost), 1968.
[17] Sigmund Freud, Επίκαιρες Παρατηρήσεις για τον Πόλεμο και τον Θάνατο, μτφρ. Νίκη Μυλωνά, Νίκας, Αθήνα, 2019.
[18] Leo Tolstoy, Πόλεμος και ειρήνη, μτφρ. Κοραλία Μακρή, Γκοβόστης, Αθήνα, 2015.
[19] Ηράκλειτος, Περί φύσεως, απ.53.η, πρόλογος-μτφρ. Νάσος Κυριαζόπουλος, επιμ. Βασίλειος Γ. Μανδηλαράς, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
[20] Sigmund Freud, Πέραν της αρχής της ηδονής, μτφρ. Νίκη Μυλωνά, Εκδόσεις Νίκας, 2011.
[21] Publius Flavius Vegetius Renatus, De Re Militari, Leonaur Ltd, United Kingdom, 2012.
[22] Sigmund Freud, Επίκαιρες Παρατηρήσεις για τον Πόλεμο και τον Θάνατο, μτφρ. Νίκη Μυλωνά, Νίκας, Αθήνα, 2019.
[23] Jacques Lacan, Το στάδιο του καθρέφτη, στο Écrits, Seuil, Paris, 1966.
[24] Thomas Hobbes, Leviathan, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης, Γνώση, Αθήνα, 2006.
[25] Immanuel Kant, Για την αιώνια ειρήνη, πρόλογος-επιμέλεια Λευτέρης Αναγνώστου, μτφρ. Άννα Πόταγα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1992.
[26] Martin Α. Miller, Freud and the Bolsheviks: Psychoanalysis in Imperial Russia and the Soviet Union, Yale Univ. Press, Yale, 1998.
[27] Henry Gaudier Brzeska, Επιστολές στον Ezra Pound, στο Περί Πολέμου, μτφρ. Λαμπριάνα Οικονόμου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Κοβάλτιο, Αθήνα, 2024.
[28] Thomas Hobbes, Leviathian, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης, Γνώση, Αθήνα, 2006.
[29] Susan Sontag, Περί Φωτογραφίας, μτφρ. Ηρακλής Παπαϊωάννου, Εκδ. Φωτογράφος, Αθήνα, 1993.
[30] Paul Robert, Dictionnaire de la langue Française, Paris, S.N.L., 1970.
[31] Paul Robert, Dictionnaire de la langue française, Paris, S.N.L., 1970.
[32] Rainer-Maria Rilke, Ελεγείες από το Ντουίνο, επιμ. Αιμίλιος Καλιακάτσος μτφρ. Συμεών Γρ. Σταμπούλου, Στιγμή, Αθήνα, 2012.
[33] Κορνήλιος Καστοριάδης, La barbarie c’ est l’absence de la productivité historique, Συνέντευξη, Esprit, Paris, Σεπτέμβριος/Οκτώβριος, 1979.
[34] Friedrich Nietzsche, Αγών Ομήρου, μτφρ.-σχολ. Βαγγέλης Δουβαλέρης, επιμ. Ήρκος Ρ. Αποστολίδης, Gutenberg, Αθήνα, 2015.
[35] Carl Von Clausewitz, Περί του πολέμου, πρλγ. Φρεντ Ζιλιέν, μτφρ.-επιμ. Νατάσα Ξεπουλιά, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1999.
[36] Hannah Arendt, Περί βίας, εισ.-μτφρ. Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000.
[37] Πλάτων: Πολιτεία, 439-444, μτφρ.-επιμ. Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2006.
[38] Aleksadar Tišma, Škola Bezbožništva, Nolit, Beograd, 1980.
[39] Sigmund Freud, Εισαγωγή στην ψυχανάλυση των νευρώσεων πολέμου, στο Οι νευρώσεις πολέμου, μτφρ. Σοφία Λεωνίδη, Άγρα, Αθήνα, 2021.
[40] Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre I, Les écrits techniques de Freud, Éditions du Seuil, Paris, 1973.
[41] Sigmund Freud, Albert Einstein, Γιατί ο πόλεμος; πρλγ.-μτφρ.-επιμ. Γιάννης Σαΐδης, Πολύτροπον, Αθήνα, 2022.
[42] Πλάτων: Θεαίτητος, πρλγ. Θεοδόσιος Πελεγρίνης, μτφρ. Κερασένια Σ. Παπαλεξίου, επιμ. Δημήτριος Δ. Λυπουρλής, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2015.
[43] Immanuel Kant, Κριτική του Πρακτικού Λόγου, μτφρ. Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης, επιμ. Απόστολος Γ. Σαντοριναίος, Εστία, Αθήνα, 2011.
[44] Sigmund Freud, Ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίας, πρόλογος Τρύφων Ζαχαριάδης, μτφρ. Εύη Μαυρομμάτη, Πολύτροπον, Αθήνα, 2022.
[45] John Duns Scotus, Philosophical Writings, Hackett, Indianapolis,1987.
[46] Immanuel Kant, Για την αιώνια ειρήνη, πρλγ. Λευτέρης Αναγνώστου, μτφρ. Άννα Πόταγα, επιμ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1992.
[47] Francisco de Goya, Οι συμφορές του πολέμου, σειρά έργων ζωγραφικής, 1810-1815.
[48] Pablo Picasso, Guernica, έργο ζωγραφικής, 1937.
[49] Paula Rego, War, έργο ζωγραφικής, 2003.
*Ο Φώτης Καγγελάρης είναι Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας του Πανεπιστημίου του Παρισιού. Έχει γράψει βιβλία επιστημονικού και φιλοσοφικού περιεχομένου, συγγράμματα πανεπιστημιακών σχολών όπως και λογοτεχνικά βιβλία.



Διάβασα το άρθρο 2 φορές με μεγάλη προσοχή και προβληματίστηκα !
Ο πόλεμος δεν παύει να διεξάγεται με τη χρήση “βίας”, όσο και αν είναι μια καθολική και προγονική πτυχή της ανθρώπινης φύσης.
Υπάρχουν τόσα πολλά είδη πολέμου, όπως ο Αμυντικός πόλεμος, ο Απελευθερωτικός, ο Εμφύλιος, ο Επεκτατικός, ο Ολοκληρωτικός, ο Βιολογικός, ο Θρησκευτικός κλπ οι οποίοι δεν ξέρω αν έχουν πάντοτε την ίδια βάση ανάγνωσης.
Πολύ ενδιαφέρουσα δημοσίευση !!
Ηρώ Ψιλοπούλου
Δρ. Αρχιτέκτων Μηχανικός