του Παντελή Σαββίδη
Στο διεθνές πολιτικό λεξιλόγιο έχει εισέλθει ο όρος «μεταφιλελευθερισμός» (postliberalism). Περιγράφει ρεύματα σκέψης που υποστηρίζουν ότι η έμφαση στην ατομική αυτονομία, στην αγορά και στην ουδετερότητα του κράτους έχει αποδυναμώσει την κοινότητα και διευρύνει τα κοινωνικά χάσματα.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι: μπορούν η προστασία των δικαιωμάτων και η ατομική ελευθερία να συνυπάρξουν με μια δικαιότερη κοινωνική οργάνωση και ισχυρότερους συλλογικούς δεσμούς;
Η ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα είχε μεταφιλελεύθερες αιχμές, χωρίς να αποτελεί ολοκληρωμένη έκφραση αυτού του ρεύματος. Από την πλευρά της πολιτικής φιλοσοφίας, θα μπορούσε ακριβέστερα να ενταχθεί στον εθνικοσυντηρητισμό, μια τάση που δίνει προτεραιότητα στο έθνος, στην οικογένεια και στην παράδοση.
Ενδιαφέρον είχε η ιστορική διαδρομή της αφήγησής του: από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη στον Χριστιανισμό και τελικά στην Αμερική.
Παρότι επικαλέστηκε μορφές της ευρωπαϊκής επιστήμης και σκέψης, δεν ανέδειξε αντίστοιχα τον Διαφωτισμό ως πολιτική κληρονομιά ελευθερίας, ανεκτικότητας και κριτικού ελέγχου της εξουσίας.
Στην αμερικανική ιστορία, άλλωστε, συναντώνται και ανταγωνίζονται αυτές οι διαφορετικές αντιλήψεις για τη Δύση.
Η ομιλία του Ρούμπιο μπορεί να διαβαστεί ως απόπειρα θεωρητικής επεξεργασίας του συχνά αγοραίου πολιτικού λόγου του τραμπισμού. Επιχειρεί να εντάξει το «America First» σε μια ευρύτερη αφήγηση εθνικής ανασυγκρότησης και δυτικής πολιτισμικής συνέχειας.
Αυτή η αφήγηση έχει συγγένειες με σύγχρονους διανοουμένους που υπερασπίζονται το εθνικό κράτος, επικρίνουν την υπερβολική έμφαση στην ατομική αυτονομία και στην αγορά ή υποστηρίζουν ότι η δημόσια εξουσία πρέπει να προωθεί το κοινό καλό και ουσιαστικούς ηθικούς σκοπούς. Οι συγγένειες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι ο Ρούμπιο υιοθετεί συνολικά τις θεωρίες τους.
Η βασική διαφορά από την κυρίαρχη προσέγγιση των Δημοκρατικών βρίσκεται στον ορισμό της πολιτικής κοινότητας. Οι τελευταίοι δίνουν μεγαλύτερο βάρος στη δημοκρατία, στα δικαιώματα, στο κράτος δικαίου και στον έλεγχο της εξουσίας.
Η ισότητα των πολιτών δεν προϋποθέτει κοινή θρησκευτική πίστη ή αποδοχή μίας πολιτισμικής ταυτότητας.
Οι παρεμβάσεις του Ρούμπιο και του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς μπορούν επίσης να διαβαστούν υπό το πρίσμα της επόμενης προεδρικής διαδοχής. Χωρίς να προεξοφλείται η υποψηφιότητά τους, συμβάλλουν στη διαμόρφωση του ιδεολογικού προσανατολισμού της αμερικανικής Δεξιάς μετά τον Τραμπ.
Ο Ρούμπιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτισμική και στρατηγική ανασυγκρότηση της Δύσης.
Ο Βανς αναδεικνύει περισσότερο την κρίση αντιπροσώπευσης, την αποδυνάμωση των κοινοτήτων και την ανάγκη μιας ηγεσίας προσανατολισμένης στο κοινό καλό.
Μια κρίσιμη δοκιμασία για αυτές τις προσεγγίσεις είναι η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη διακυβέρνηση.
Η υπεράσπιση του έθνους και της κοινότητας γίνεται δυσκολότερη όταν τα κράτη εξαρτώνται από δεδομένα, υπολογιστικές υποδομές και συστήματα που ελέγχουν λίγες μεγάλες εταιρείες. Η εξάρτηση αυτή περιορίζει την πραγματική αυτονομία τους όταν δεν διαθέτουν δυνατότητα ελέγχου, αντικατάστασης ή συνέχισης της λειτουργίας των συστημάτων.
Παράλληλα, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει τη θέση των «τεχνικών της εξουσίας», για τους οποίους γράψαμε χθες: στελεχών που παρουσιάζουν τη διακυβέρνηση ως διαχείριση και τις πολιτικές επιλογές ως τεχνικές αναγκαιότητες.
Δεν πρόκειται για ανθρώπους χωρίς πολιτική ή ιδεολογία. Πρόκειται για μια πρακτική που μπορεί να αποκρύπτει τις πολιτικές της παραδοχές πίσω από τη γλώσσα της αποτελεσματικότητας. Η μετακίνησή τους από κόμμα σε κόμμα μπορεί να υποδηλώνει την προτεραιότητα της διαχειριστικής λειτουργίας έναντι μιας σταθερής πολιτικής δέσμευσης.
Ούτε οι αλγόριθμοι είναι ουδέτεροι. Ενσωματώνουν στόχους, κριτήρια και επιλογές ανθρώπων. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν καταργεί την ιδεολογία. Μπορεί να την καθιστά λιγότερο ορατή και δυσκολότερο να αμφισβητηθεί.
Επιπλέον, προσφέρει δυνατότητες εκτεταμένης επιτήρησης και επηρεασμού των κοινωνιών. Χωρίς ουσιαστικούς θεσμικούς ελέγχους, αυτές οι δυνατότητες μπορούν να ενισχύσουν την εκτελεστική εξουσία και να επιταχύνουν την αυταρχικοποίηση του κράτους.
Εδώ βρίσκεται το πολιτικό ζήτημα: ποιος καθορίζει τους σκοπούς, ποιος ελέγχει τα τεχνολογικά μέσα και ποιος λογοδοτεί για τις αποφάσεις; Η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας αποκτά δημοκρατικό περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από τη δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία που ασκείται στο όνομά τους.


