Αμυντικές πωλήσεις 4 δισ. δολαρίων, συνεργασία στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και νέες συμφωνίες στη ναυτιλία και τον πολιτισμό συνθέτουν το αποτέλεσμα των επαφών. Στην ενέργεια επιβεβαιώθηκε η κοινή στρατηγική, ενώ οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις παραμένουν πεδίο απαιτητικής διπλωματίας.
Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου έδωσε συγκεκριμένο περιεχόμενο στην περαιτέρω εμβάθυνση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Οι επαφές με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Γιώργο Γεραπετρίτη και τον Νίκο Δένδια συνέδεσαν την άμυνα με την ενεργειακή ασφάλεια, τις θαλάσσιες μεταφορές και την αντιμετώπιση κοινών απειλών.
Η διάκριση ανάμεσα στις συζητήσεις και στις συμφωνίες έχει ιδιαίτερη σημασία. Στο Μαξίμου επιβεβαιώθηκε η πολιτική βούληση για διεύρυνση της εταιρικής σχέσης και εξετάστηκαν οι περιφερειακές εξελίξεις. Τα πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα καταγράφηκαν στον έκτο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου, με συμπροεδρεύοντες τους δύο υπουργούς Εξωτερικών, και στις επιμέρους υπογραφές που συνόδευσαν την επίσκεψη.
Η εικόνα που προκύπτει είναι μιας συνεργασίας με αυξανόμενο εύρος, αλλά και με διαφορετικές ταχύτητες: σε ορισμένους τομείς υπάρχουν υπογεγραμμένα κείμενα και συγκεκριμένες ανακοινώσεις· σε άλλους, πολιτική σύγκλιση που μένει να μετατραπεί σε έργα.
Η άμυνα και η ανακοίνωση των 4 δισ. δολαρίων
Το σημαντικότερο οικονομικά στοιχείο της κοινής δήλωσης ήταν η ανακοίνωση πωλήσεων στρατιωτικού υλικού προς την Ελλάδα, ύψους 4 δισ. δολαρίων, μέσω του αμερικανικού προγράμματος Foreign Military Sales. Πρόκειται για πωλήσεις που συνδέονται με τον μακροπρόθεσμο ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό. Η δήλωση αναφέρει επίσης παραχώρηση τεθωρακισμένων οχημάτων Stryker και διερεύνηση συνεργασιών μεταξύ των αμυντικών βιομηχανιών, περιλαμβανομένων καινοτόμων τεχνολογιών. Δεν παραθέτει αναλυτική κατανομή του ποσού ανά οπλικό σύστημα ή χρονοδιαγράμματα παραδόσεων.
Το βάρος αυτής της ανακοίνωσης βρίσκεται τόσο στον εξοπλισμό όσο και στη δυνατότητα στενότερης επιχειρησιακής συνεργασίας. Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι οι προμήθειες να εντάσσονται σε συνεκτικό σχεδιασμό, με υποστήριξη, εκπαίδευση και δυνατότητα αξιοποίησης από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Η αναφορά στις αμυντικές βιομηχανίες ανοίγει ένα πρόσθετο πεδίο, χωρίς ακόμη να προσδιορίζει συγκεκριμένες συμπαραγωγές.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης τοποθέτησε τις συζητήσεις στο υφιστάμενο πλαίσιο της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας. Ανέδειξε τη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη ως κρίσιμα σημεία της αμερικανικής στρατηγικής παρουσίας, καθώς και την αναβάθμιση των F-16 σε Viper και την προγραμματισμένη ένταξη των F-35 ως βασικές εκφράσεις της διμερούς αμυντικής σχέσης. Οι αναφορές αυτές αφορούν τη συνέχεια της συνεργασίας και δεν συνιστούν, από μόνες τους, ανακοίνωση νέων συμφωνιών για τα δύο αεροπορικά προγράμματα.

Η συνεργασία με την Εθνοφρουρά της Φλόριντα
Ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα ήταν η υπογραφή Επιστολής Προθέσεων για τη συνεργασία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με την Εθνοφρουρά της Φλόριντα. Το κείμενο υπέγραψαν ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Δημήτριος Χούπης, και ο διοικητής της Εθνοφρουράς, υποστράτηγος John Haas, παρουσία Δένδια και Ρούμπιο.
Η συνεργασία προβλέπει συνεκπαιδεύσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ανάπτυξη κοινών δραστηριοτήτων, με αντικείμενα από την επιχειρησιακή εκπαίδευση και τη διοικητική μέριμνα έως τις κυβερνοεπιχειρήσεις και την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Ο Νίκος Δένδιας τη συνέδεσε με την «Ατζέντα 2030» και την αναβάθμιση της εφεδρείας. Επόμενο βήμα είναι η εξειδίκευση των δράσεων και η κατάρτιση του πρώτου ετήσιου προγράμματος.
Η πρακτική αξία αυτής της συνεργασίας θα φανεί στη συχνότητα και στο περιεχόμενο των ανταλλαγών. Οι θεσμικοί δεσμοί αποκτούν διάρκεια όταν μετατρέπονται σε επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση και σε εφαρμόσιμες διαδικασίες.
Ανταλλαγή πληροφοριών για την τρομοκρατία
Στο πεδίο της ασφάλειας, ο Ρούμπιο ανακοίνωσε νέο μνημόνιο κατανόησης για κοινό πρόγραμμα ενίσχυσης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των δύο χωρών, με αντικείμενο την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Στις δηλώσεις του συνέδεσε τη συνεργασία με την έκθεση της Ελλάδας σε απειλές λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αναφερόμενος επίσης στην παράνομη μετανάστευση και στη διακίνηση ανθρώπων.
Το αποτέλεσμα αυτό διευρύνει τη σχέση πέρα από τη στρατιωτική συνεργασία. Η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί στην έγκαιρη διαβίβαση χρήσιμων πληροφοριών και στον συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών. Στα δημοσιοποιημένα στοιχεία δεν αποτυπώνεται ο πλήρης επιχειρησιακός μηχανισμός του προγράμματος.
Ενέργεια: Η Ελλάδα ως πύλη και διάδρομος
Η ενεργειακή ασφάλεια αποτέλεσε κεντρικό θέμα της συνάντησης στο Μαξίμου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέδειξε τις ελληνικές επενδύσεις που επιτρέπουν στη χώρα να λειτουργεί ως σημείο εισόδου αμερικανικού LNG στην Ευρώπη και ως προμηθευτής ενεργειακής ασφάλειας για τους βόρειους γείτονές της. Οι δύο πλευρές συζήτησαν επίσης έργα συνδεσιμότητας και την περιφερειακή τους σημασία.
Ο Κάθετος Διάδρομος βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης. Η ελληνική πλευρά υπογράμμισε επίσης την παρουσία αμερικανικών εταιρειών στις έρευνες υποθαλάσσιων υδρογονανθράκων.
Η στρατηγική λογική είναι σαφής: όσο περισσότερες δυνατότητες εισαγωγής και μεταφοράς ενέργειας διαθέτει μια περιοχή, τόσο μεγαλύτερα περιθώρια έχει να αντιμετωπίζει διακοπές και κρίσεις. Για την Ελλάδα, η προοπτική αυτή δημιουργεί οικονομικές ευκαιρίες και αυξάνει τη σημασία των υποδομών της.
Ωστόσο, η πολιτική υποστήριξη χρειάζεται να συνοδεύεται από εμπορικές συμφωνίες, διαθέσιμη χωρητικότητα και ανταγωνιστικό κόστος. Η επίσκεψη επιβεβαίωσε την κοινή κατεύθυνση. Δεν παρουσίασε δημόσια ένα ενιαίο νέο πακέτο συμβολαίων για όλες τις ενεργειακές υποδομές.

Το καλώδιο και τα όρια της δημόσιας δέσμευσης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η απάντηση του Ρούμπιο σε ερώτηση για τη στήριξη των ΗΠΑ στα ενεργειακά έργα, μεταξύ αυτών οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.
Ο Αμερικανός υπουργός δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί την επιτυχία των έργων και υποστήριξε τη διαφοροποίηση των ενεργειακών οδών. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε ευαίσθητα ζητήματα που περιλαμβάνουν άλλες χώρες και τα οποία, κατά την τοποθέτησή του, πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω διπλωματίας, εκτός δημόσιας συνέντευξης Τύπου. Δεν κατονόμασε τις χώρες αυτές.
Η διατύπωση υποδηλώνει πρόθεση υποστήριξης, αλλά δεν επιτρέπει να παρουσιαστεί ως συγκεκριμένη αμερικανική εγγύηση για την ανεμπόδιστη κατασκευή του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Παραμένει ανοιχτό το πώς η πολιτική αυτή θέση θα μεταφραστεί σε διπλωματική δράση όταν προκύψουν δυσκολίες.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤ, οι σχέσεις με την Τουρκία και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Αθήνα συζητήθηκαν στην κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών, μαζί με το Ισραήλ και το σχήμα «3+1». Δεν δημοσιοποιήθηκε ειδική συμφωνία για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Κύπρος και περιφερειακή ασφάλεια
Ο Γεραπετρίτης έθεσε δημόσια το Κυπριακό, συνδέοντας την επανένωση του νησιού με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και το διεθνές δίκαιο. Ανέδειξε επίσης τη σημασία του σχήματος Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ με τη συμμετοχή των ΗΠΑ. Πρόκειται για καταγεγραμμένες ελληνικές θέσεις, χωρίς ανακοίνωση νέας κοινής πρωτοβουλίας επίλυσης του Κυπριακού.
Στο Μαξίμου εξετάστηκαν η Ουκρανία, το Ιράν, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε τη στήριξη προς τους εταίρους στον Κόλπο και τη συμμετοχή ελληνικών πλοίων στην ευρωπαϊκή επιχείρηση ASPIDES στην Ερυθρά Θάλασσα.
Για μια χώρα με ισχυρή ναυτιλιακή παρουσία, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών έχει άμεση οικονομική σημασία. Η συζήτησή της μαζί με την ενέργεια δείχνει πόσο στενά συνδέονται πλέον η εξωτερική πολιτική, το εμπόριο και η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Οι λιγότερο προβεβλημένες συμφωνίες
Η κοινή δήλωση καταγράφει ακόμη συμφωνία για την πιστοποίηση Αμερικανών ναυτικών σε ελληνικά πλοία και ανανέωση του μνημονίου προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στην οικονομία περιλαμβάνει πρόθεση συνεργασίας για τον έλεγχο επενδύσεων και την προστασία κρίσιμων υποδομών, καθώς και αναφορές στην υπολογιστική υψηλών επιδόσεων, την κυβερνοασφάλεια και τις προηγμένες τεχνολογίες, με δεδομένη τη συμμετοχή της Ελλάδας στην πρωτοβουλία Pax Silica.
Οι αναφορές αυτές δείχνουν την επέκταση της διμερούς ατζέντας. Η ναυτιλιακή συμφωνία και η ανανέωση του πολιτιστικού μνημονίου αποτελούν συγκεκριμένες πράξεις. Στην τεχνολογία και στις επενδύσεις, η δήλωση περιγράφει κυρίως κατευθύνσεις συνεργασίας, χωρίς να ανακοινώνει συγκεκριμένα νέα επενδυτικά ποσά.
Η επίσκεψη αφήνει έτσι ένα σαφές επόμενο στάδιο: την εφαρμογή. Οι αμυντικές ανακοινώσεις χρειάζονται εξειδίκευση, η συνεργασία με τη Φλόριντα κοινές δράσεις και οι ενεργειακές επιδιώξεις εμπορική και διπλωματική συνέχεια. Εκεί θα κριθεί πόσο από το αυξημένο εύρος της ελληνοαμερικανικής σχέσης θα μετατραπεί σε μετρήσιμο όφελος για την Αθήνα.

Το ζητούμενο για την κυβέρνηση είναι το συγκεκριμένο αντάλλαγμα
Η κυβέρνηση έχει λόγους να αποτιμά θετικά τη διεύρυνση της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως ο χαρακτηρισμός της Ελλάδας ως σημαντικού συμμάχου δεν απαντά αυτομάτως στο ερώτημα τι εξασφαλίζει η Αθήνα στα ζητήματα που θεωρεί ζωτικά για την ασφάλεια και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Μάρκο Ρούμπιο εξέφρασε υποστήριξη στην ενεργειακή συνεργασία, αλλά παρέπεμψε τις ευαίσθητες πτυχές των έργων στη διπλωματία. Η δημόσια αυτή τοποθέτηση δεν συνιστά συγκεκριμένη εγγύηση για την υλοποίηση του καλωδίου.
Η κυβέρνηση, επομένως, οφείλει να εξηγήσει ποια πρακτική στήριξη έχει εξασφαλίσει και ποια ζητήματα παραμένουν υπό διαπραγμάτευση.
Ανάλογη προσοχή απαιτεί η ανακοίνωση των 4 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για πωλήσεις στρατιωτικού υλικού προς την Ελλάδα, όχι για αμερικανική οικονομική ενίσχυση. Η κοινή δήλωση δεν προσδιορίζει αναλυτικά τα συστήματα, τους όρους χρηματοδότησης ή τις παραδόσεις. Η πολιτική αποτίμηση χρειάζεται, συνεπώς, να συνοδευτεί από ενημέρωση για το κόστος και το επιχειρησιακό όφελος, καθώς και για τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό μέτρο αξιολόγησης της κυβερνητικής πολιτικής: κατά πόσο η αυξημένη χρησιμότητα της Ελλάδας για τον αμερικανικό σχεδιασμό μετατρέπεται σε ισχυρότερη ασφάλεια και συγκεκριμένα οφέλη για τη χώρα. Η διπλωματική αναγνώριση έχει αξία. Η κυβέρνηση, όμως, θα κριθεί από το περιεχόμενο και την εφαρμογή των δεσμεύσεων που τη συνοδεύουν.



