
Η Δύση αναζητεί τον εαυτό της: Ταυτότητα, εθνική κυριαρχία και εξουσία στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης
Η επιλογή της Πνύκας ως τόπου ομιλίας του Μάρκο Ρούμπιο φέρνει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που διαπερνά πλέον την πολιτική αντιπαράθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη: τι σημαίνει σήμερα «Δύση» και ποιο μέλλον επιδιώκει; Οι διαφορετικές απαντήσεις του Τραμπ, του Βανς και του Ρούμπιο, οι αντιπροτάσεις των Δημοκρατικών και οι αναζητήσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής συνδέονται με μια ευρύτερη αγωνία: αν οι κοινωνίες μπορούν ακόμη να ελέγχουν τις οικονομικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τη ζωή τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη δίνει σε αυτή τη συζήτηση νέα διάσταση. Καθώς ενσωματώνεται στην παραγωγή, στη δημόσια διοίκηση, στην ενημέρωση και στην άμυνα, η κυριαρχία εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον έλεγχο των δεδομένων, των υπολογιστικών υποδομών και των συστημάτων που υποστηρίζουν τις αποφάσεις. Πόση αυτονομία διατηρεί ένα κράτος όταν τα μέσα άσκησης της εξουσίας του ελέγχονται αλλού; Και πόση εξουσία διατηρεί ο πολίτης όταν οι πολιτικές επιλογές παρουσιάζονται ως τεχνικές αναγκαιότητες;
Η αναζήτηση μιας νέας δυτικής ταυτότητας συναντά έτσι το ζήτημα της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης. Η Πνύκα προσφέρει το κατάλληλο σημείο αφετηρίας: έναν χώρο που υπενθυμίζει ότι η άσκηση της εξουσίας συνδέεται με τον δημόσιο λόγο, την αντιλογία και τη λογοδοσία.
Η αφετηρία είναι ότι η «Δύση» δεν υπήρξε ποτέ απολύτως ενιαία έννοια. Μπορεί να σημαίνει μια ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά, ένα σύνολο πολιτικών θεσμών, μια οικονομική οργάνωση ή ένα στρατηγικό σύστημα συμμαχιών. Οι σημασίες αυτές επικαλύπτονται χωρίς να ταυτίζονται. Μια χώρα μπορεί να ανήκει σε δυτικές συμμαχίες και να περιορίζει τις φιλελεύθερες ελευθερίες. Μπορεί να συμμερίζεται δημοκρατικές αρχές χωρίς να ανήκει στην ευρωπαϊκή πολιτισμική παράδοση. Μπορεί, επίσης, να είναι πολιτισμικά ευρωπαϊκή και να αντιπαρατίθεται γεωπολιτικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γι’ αυτό το ερώτημα «τι είναι η Δύση» γίνεται πολιτικά ουσιαστικό μόνο όταν διευκρινίζουμε ποιο από αυτά τα στοιχεία θεωρούμε θεμελιώδες.
Ο Ρούμπιο επιχειρεί να θεμελιώσει τη δυτική συνεργασία σε μια ιστορική κοινότητα που υπερβαίνει τις εμπορικές συμφωνίες και τις στρατιωτικές διευθετήσεις. Η επίκληση της Αθήνας, της Ρώμης, του Χριστιανισμού και της Αμερικανικής Δημοκρατίας συγκροτεί μια αφήγηση καταγωγής. Μια τέτοια αφήγηση δημιουργεί αίσθηση συνέχειας, αλλά επιλέγει επίσης ποια στοιχεία του παρελθόντος αποκτούν προτεραιότητα στο παρόν. Η επιλογή αυτή χρειάζεται να κρίνεται από τις πολιτικές της συνέπειες: από το αν ενισχύει την ισοπολιτεία, τη λογοδοσία και την ελευθερία της διαφωνίας ή αν χρησιμοποιείται για να καθορίζει ποιος θεωρείται περισσότερο και ποιος λιγότερο αυθεντικό μέλος της κοινότητας.
Οι Τραμπ, Βανς και Ρούμπιο συμμετέχουν σε αυτή την αναζήτηση με διαφορετικές έμφασεις.
Ο Τραμπ προτάσσει το εθνικό όφελος, την ισχύ και τη δυνατότητα επιβολής ευνοϊκότερων όρων.
Ο Βανς δίνει μεγαλύτερο βάρος στη ρήξη μεταξύ κοινωνίας και ελίτ, στην αποδυνάμωση των κοινοτήτων και στην ανάγκη πολιτικής εκπροσώπησης όσων αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.
Ο Ρούμπιο επιδιώκει να εντάξει την οικονομική και στρατηγική ανασυγκρότηση σε μια ευρύτερη πολιτισμική αποστολή. Πρόκειται για αλληλοσυμπληρούμενες, αλλά όχι πάντοτε συμβατές προτεραιότητες. Η εξυπηρέτηση του άμεσου αμερικανικού συμφέροντος μπορεί να συγκρούεται με τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας. Η υπεράσπιση των εργαζομένων μπορεί να συγκρούεται με τα συμφέροντα επιχειρήσεων που στηρίζουν την κυβέρνηση. Η επίσημη παρουσίαση της ομιλίας Ρούμπιο στο Μόναχο επιχειρεί ακριβώς να συνδέσει το America First με την ανανέωση της διατλαντικής συνεργασίας.
Αυτή η αναζήτηση διαθέτει θεωρητικές ρίζες. Ο Πάτρικ Ντίνιν υποστηρίζει ότι ο φιλελευθερισμός υπονόμευσε τις κοινωνικές προϋποθέσεις της ίδιας της ελευθερίας, ενισχύοντας την ατομική αποδέσμευση από την κοινότητα και τη συγκέντρωση ισχύος σε αγορές και κρατικούς μηχανισμούς. Στο Regime Change προτείνει μια νέα ηγετική τάξη προσανατολισμένη στο κοινό καλό. Ο Βανς έχει επαινέσει δημόσια το βιβλίο, οπότε η σύνδεση είναι τεκμηριωμένη. Η βασική δυσκολία της πρότασης παραμένει, ωστόσο, ανοιχτή: πώς εξασφαλίζεται ότι μια νέα ελίτ θα υπηρετεί πράγματι τους πολλούς και ότι οι πολλοί θα μπορούν να την ελέγχουν και να την αντικαθιστούν;
Ο Έιντριαν Βερμιούλ μεταφέρει μια συγγενή προβληματική στο συνταγματικό δίκαιο. Ο «συνταγματισμός του κοινού καλού» θεωρεί θεμιτή την ενεργητική χρήση της δημόσιας εξουσίας για την προώθηση ουσιαστικών ηθικών και κοινωνικών σκοπών. Η ελευθερία δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως μεγιστοποίηση της ατομικής αυτονομίας. Η προσέγγιση αυτή προσφέρει θεωρητικά επιχειρήματα σε έναν παρεμβατικό συντηρητισμό, αλλά οξύνει το ζήτημα του ελέγχου της εξουσίας: ποιος αποφασίζει ποια ηθική αντίληψη δεσμεύει όλους; Δεν προκύπτει ότι οι τρεις πολιτικοί υιοθετούν συνολικά αυτή τη θεωρία. Προκύπτει ότι υπάρχει ένα διανοητικό περιβάλλον που δικαιολογεί διαφορετικά την κρατική παρέμβαση από ό,τι ο παλαιότερος οικονομικός φιλελευθερισμός της αμερικανικής Δεξιάς.
Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται ο εθνικός συντηρητισμός, που συνδέει την ανεξαρτησία του έθνους με την παραγωγή, την οικογένεια και τη δημόσια αναγνώριση της θρησκευτικής παράδοσης. Διαφορετική συμβολή έχει ο Μάικλ Άντον, ο οποίος προσέφερε μια διανοητική δικαιολόγηση της ρήξης του Τραμπ με το κατεστημένο. Ο Σάμιουελ Χάντινγκτον, από την πλευρά της πολιτικής επιστήμης, προσέφερε τη θεώρηση των πολιτισμικών ταυτοτήτων ως σημαντικών παραγόντων της διεθνούς αντιπαράθεσης. Αυτές οι προσεγγίσεις μπορούν να συναντηθούν πολιτικά χωρίς να αποτελούν μία συνεκτική σχολή. Η θεωρία της πολιτισμικής σύγκρουσης, η υπεράσπιση του εθνικού κράτους και η μεταφιλελεύθερη κριτική δεν απαντούν με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα ερωτήματα.
ΟΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ
Οι Δημοκρατικοί συμμετέχουν επίσης στην αναζήτηση της δυτικής ταυτότητας, αλλά η κυρίαρχη απάντησή τους δίνει μεγαλύτερο βάρος στους θεσμούς και στην ισότητα των πολιτών. Η πολιτική κοινότητα ορίζεται κυρίως μέσω της συμμετοχής σε μια συνταγματική τάξη που προστατεύει διαφορετικές θρησκείες, καταγωγές και τρόπους ζωής. Στο οικονομικό και στρατηγικό πεδίο, όμως, δεν υπερασπίζονται απλώς την επιστροφή στην ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση. Το πρόγραμμά τους περιλαμβάνει βιομηχανική πολιτική, εγχώριες επενδύσεις, προστασία κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων και ανταγωνισμό με την Κίνα μέσω συνεργασίας με συμμάχους. Υπάρχει επομένως σύγκλιση σε ορισμένους στόχους, με διαφορετικές αντιλήψεις για τα μέσα, την κατανομή των ωφελειών και τα δικαιώματα.
Η φιλοσοφική αντίθεση αποτυπώνεται στον Τζον Ρολς: μια δίκαιη πολιτική κοινότητα πρέπει να επιτρέπει σε ελεύθερους και ίσους πολίτες να συνυπάρχουν παρά τις διαφορετικές συνολικές πεποιθήσεις τους. Δεν χρειάζεται να αποδέχονται μία θρησκευτική ή πολιτισμική αλήθεια για να συμμετέχουν ισότιμα. Ο Μάικλ Σαντέλ, ωστόσο, δείχνει ότι η δημοκρατική κριτική μπορεί επίσης να στραφεί κατά της αλαζονείας των ελίτ, της υποτίμησης της εργασίας και της αποδυνάμωσης του κοινού καλού. Η κριτική στην κοινωνική αποσύνθεση δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της νέας Δεξιάς. Αντίστοιχα, η προοδευτική πολιτική του Σάντερς ερμηνεύει την κρίση κυρίως ως σύγκρουση δημοκρατίας και ολιγαρχίας.
Ο κοινός τόπος βρίσκεται περισσότερο στη διάγνωση μιας απώλειας συλλογικού ελέγχου παρά σε μια κοινή απάντηση για την ταυτότητα της Δύσης. Με διαφορετικές διατυπώσεις, πολλά από αυτά τα ρεύματα αμφισβητούν ότι η οικονομική ολοκλήρωση, η τεχνολογική πρόοδος και η αποτελεσματική διαχείριση αρκούν για να εξασφαλίσουν κοινωνική συνοχή και πολιτική νομιμοποίηση. Αναζητούν παραγωγική ικανότητα, ασφάλεια, κοινωνικούς δεσμούς και δυνατότητα διαμόρφωσης του μέλλοντος.
Η διαφωνία αρχίζει όταν πρέπει να προσδιοριστεί το υποκείμενο αυτού του ελέγχου: το έθνος ως ιστορική κοινότητα, ο λαός ως εκλογική πλειοψηφία, οι πολίτες ως φορείς ίσων δικαιωμάτων ή μια ηγεσία που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει καλύτερα το συλλογικό συμφέρον.
Υπάρχει κοινωνικό έδαφος για αυτή την αναζήτηση, αλλά δεν υπάρχει ενιαίο ακροατήριο. Στην έρευνα του PRRI για το 2025, το 32% ταξινομήθηκε ως υποστηρικτές ή συμπαθούντες του χριστιανικού εθνικισμού, με σαφώς μεγαλύτερη παρουσία στους Ρεπουμπλικανούς. Αυτό δείχνει πολιτική βαρύτητα, όχι εθνική συναίνεση. Ούτε η ψήφος σε ένα κόμμα αποδεικνύει αποδοχή ολόκληρης της φιλοσοφίας που επικαλούνται ορισμένα στελέχη του. Η ανησυχία για το κόστος ζωής, την ασφάλεια ή την απώλεια εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε κοινή εκλογική επιλογή ανθρώπους με πολύ διαφορετικές αντιλήψεις περί δημοκρατίας και πολιτισμού.
Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ
Σε αυτή τη συζήτηση η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται ως παράγοντας που μεταβάλλει τις υλικές προϋποθέσεις της πολιτικής. Η συζήτηση για τη δυτική αναγέννηση αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν η παραγωγικότητα, η άμυνα, η επιστημονική έρευνα και η δημόσια διοίκηση εξαρτώνται από υπολογιστικές υποδομές. Το αμερικανικό σχέδιο δράσης για την ΤΝ του Ιουλίου 2025 συνδέει ρητά την καινοτομία με τις υποδομές, την εθνική ασφάλεια και την εξαγωγή ολοκληρωμένων αμερικανικών τεχνολογικών συστημάτων σε φίλους και συμμάχους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει το δικό της σχέδιο με την ανταγωνιστικότητα, τις δημοκρατικές αξίες και την πολιτισμική ποικιλία. Η τεχνολογία αποτελεί ήδη αντικείμενο πολιτικής αυτοτοποθέτησης.
Η βαθύτερη αλλαγή αφορά το ότι η ΤΝ μπορεί να επηρεάζει ταυτόχρονα την παραγωγή, την πληροφόρηση και τη διοίκηση. Μπορεί να αυξήσει τις δυνατότητες ενός δημόσιου οργανισμού, να βοηθήσει στην ανίχνευση σφαλμάτων και να διευρύνει την πρόσβαση στη γνώση. Μπορεί επίσης να συγκεντρώσει εξουσία σε όσους επιλέγουν τα δεδομένα, ορίζουν τους στόχους και ελέγχουν τη λειτουργία των συστημάτων. Οι Φάρελ και Φουρκάντ περιγράφουν αυτή τη διάσταση ως μορφή «τεχνολογικού μοντερνισμού»: οι αλγόριθμοι ταξινομούν ανθρώπους και κατανέμουν ευκαιρίες, ενώ οι επιλογές που ενσωματώνουν μπορούν να εμφανίζονται ως ουδέτερη αποτύπωση της πραγματικότητας.
Εδώ συναντάται η προβληματική για τους «τεχνικούς της εξουσίας». Το γενικό πολιτικό επιχείρημα είναι ότι η διακυβέρνηση αποσυνδέεται από την κοινωνική εκπροσώπηση όταν οι βασικές επιλογές παρουσιάζονται ως ήδη αποφασισμένες και η πολιτική περιορίζεται στην εφαρμογή τους. Η τεχνική επάρκεια είναι απαραίτητη για τη διακυβέρνηση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επίκλησή της αφαιρεί από τους πολίτες τη δυνατότητα να συζητούν τους σκοπούς.
Η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει αυτή τη μετατόπιση. Φανταστείτε ένα σύστημα που προτείνει την κατανομή δαπανών υγείας. Η απάντησή του εξαρτάται από τον στόχο που του έχει ανατεθεί: ελαχιστοποίηση κόστους, αύξηση προσδόκιμου ζωής, προστασία απομακρυσμένων περιοχών ή μείωση ανισοτήτων. Αυτοί οι στόχοι δεν είναι πάντοτε συμβατοί. Η επιλογή μεταξύ τους είναι πολιτική και ηθική. Αν η κυβέρνηση παρουσιάζει μια πρόταση ως «αυτό που υποδεικνύουν τα δεδομένα», μπορεί να αποκρύπτει την προηγούμενη επιλογή του στόχου. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν εξαφανίζει την ιδεολογία. Μπορεί να την ενσωματώνει σε διαδικασίες που είναι δυσκολότερο να γίνουν αντικείμενο δημόσιας διαφωνίας.
Γι’ αυτό η ανθρώπινη παρουσία στο τέλος μιας διαδικασίας δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πραγματικό έλεγχο. Ένας υπουργός μπορεί να υπογράφει, ενώ δεν διαθέτει επαρκή χρόνο, γνώση ή ανεξάρτητη πληροφόρηση για να αμφισβητήσει την εισήγηση. Το άρθρο των Πολ Σλόβικ και Χέρμπερτ Λιν για τον πυρηνικό κίνδυνο φωτίζει αυτόν τον μηχανισμό. Υποστηρίζει ότι η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει γνωστικές αδυναμίες, να επιταχύνει την κλιμάκωση και να επηρεάσει την ερμηνεία πληροφοριών, ακόμη και όταν άνθρωποι διατηρούν τυπικά την αρμοδιότητα. Πρόκειται για ανάλυση κινδύνου, όχι για απόδειξη ότι μια τέτοια καταστροφή είναι αναπόφευκτη. Το πολιτικό της δίδαγμα είναι ότι ο ουσιαστικός έλεγχος απαιτεί δυνατότητα επαλήθευσης, αντίλογο και χρόνο κρίσης.
Η κυριαρχία των κρατών χρειάζεται, επομένως, να εξετάζεται σε διαφορετικά επίπεδα. Στο νομικό επίπεδο, το κράτος διατηρεί την αρμοδιότητα να θεσπίζει κανόνες. Στο λειτουργικό επίπεδο, χρειάζεται μέσα για να τους εφαρμόζει. Στο δημοκρατικό επίπεδο, χρειάζεται οι πολίτες να μπορούν να ελέγχουν όσους αποφασίζουν. Η ενίσχυση του ενός επιπέδου δεν εγγυάται την ενίσχυση των άλλων. Ένα κράτος μπορεί να αποκτήσει ισχυρότερες δυνατότητες επιτήρησης και ταυτόχρονα οι πολίτες του να χάσουν ελευθερία. Μπορεί επίσης να διαθέτει δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά να αδυνατεί να εφαρμόσει αποφάσεις επειδή εξαρτάται από υποδομές που ελέγχονται αλλού.
Η χρήση ξένης τεχνολογίας δεν συνεπάγεται από μόνη της απώλεια κυριαρχίας. Η εξάρτηση γίνεται πολιτικά κρίσιμη όταν μια υπηρεσία δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς τη συγκατάθεση ενός μοναδικού προμηθευτή και το κράτος δεν μπορεί να ελέγξει ή να αντικαταστήσει το σύστημα. Από το κείμενο αυτό θα κρατούσα κυρίως τον μηχανισμό της εξάρτησης. Οι συγκρίσεις εταιρικών εσόδων ή κερδών με κρατικούς προϋπολογισμούς δεν αποτελούν επαρκή μέτρηση πολιτικής ισχύος και χρειάζονται ξεχωριστή επαλήθευση. Επαναπροσδιορίζει η τεχνολογία …
Αυτό σημαίνει ότι η κυριαρχία δεν μεταφέρεται αυτούσια από τα κράτη στις εταιρείες. Αναδιατάσσονται οι δυνατότητες με τις οποίες ασκείται. Μια εταιρεία μπορεί να ελέγχει κρίσιμη υποδομή, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται από ηλεκτρική ενέργεια, εγκαταστάσεις, εργαζομένους, χρηματοδότηση, δημόσιες συμβάσεις και συγκεκριμένες δικαιοδοσίες. Το κράτος διατηρεί μέσα παρέμβασης, αλλά το κόστος χρήσης τους μπορεί να είναι υψηλό όταν η ίδια του η λειτουργία εξαρτάται από την επιχείρηση. Προκύπτει μια σχέση αμοιβαίας, συχνά άνισης εξάρτησης, της οποίας η έκβαση διαφέρει ανά χώρα και τεχνολογία.
Η θεωρία της «εργαλειοποιημένης αλληλεξάρτησης» των Χένρι Φάρελ και Άμπραχαμ Νιούμαν εξηγεί γιατί τα διεθνή δίκτυα δεν καταργούν αναγκαστικά την κρατική ισχύ. Όταν ένα κράτος διαθέτει αποτελεσματική δικαιοδοσία πάνω σε κεντρικούς κόμβους, μπορεί να αποκτήσει προνομιακή πληροφόρηση ή να περιορίσει την πρόσβαση άλλων. Το συμπέρασμα είναι σημαντικό για μικρότερα κράτη: η ίδια τεχνολογική διασύνδεση που αυξάνει τις οικονομικές τους δυνατότητες μπορεί να διευρύνει τις δυνατότητες εξωτερικού καταναγκασμού. Η αλληλεξάρτηση δεν είναι εξ ορισμού ισότιμη.
Από άλλη αφετηρία, ο Μπέντζαμιν Μπράτον στο The Stack εξετάζει την υπολογιστική υποδομή ως μια νέα αρχιτεκτονική διακυβέρνησης που διαπερνά την παραδοσιακή πολιτική γεωγραφία. Η ενέργεια και οι πρώτες ύλες, το υπολογιστικό νέφος, οι πόλεις, οι ψηφιακές διευθύνσεις, οι διεπαφές και οι χρήστες συγκροτούν διαφορετικά επίπεδα ενός συστήματος. Αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί τα δεδομένα μπορεί να βρίσκονται σε μία χώρα, η επεξεργασία να ελέγχεται από άλλη και οι κανόνες πρόσβασης να καθορίζονται από ιδιωτική πλατφόρμα.
Η έννοια της εδαφικής κυριαρχίας παραμένει αναγκαία, αλλά δεν περιγράφει μόνη της όλη την κατανομή εξουσίας.
Υπάρχει παράλληλα μια πιο προγραμματική απάντηση, η οποία συνδέει άμεσα την τεχνολογία με τη δυτική ανασυγκρότηση. Στο The Technological Republic, οι Άλεξ Καρπ και Νίκολας Ζαμίσκα υποστηρίζουν την επανασύνδεση της τεχνολογικής βιομηχανίας με δημόσιους και εθνικούς σκοπούς, ιδιαίτερα με την άμυνα. Εδώ η κρίση της Δύσης ερμηνεύεται και ως απώλεια κοινής αποστολής ανάμεσα στις τεχνολογικές ελίτ και την πολιτική κοινότητα. Η πρόταση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας σύνθεσης τεχνολογίας, κράτους και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης. Παραμένει όμως αναγκαίο να εξετάζουμε ποιος καθορίζει την αποστολή και ποιος ελέγχει τις επιχειρήσεις που την αναλαμβάνουν.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται μια εσωτερική ένταση της νέας συντηρητικής συμμαχίας. Η υπεράσπιση σταθερών κοινοτήτων, εργασίας και παραδόσεων δεν συμβαδίζει αυτομάτως με την ταχύτερη δυνατή τεχνολογική αναδιάρθρωση. Αν η ανάπτυξη της ΤΝ αποδυναμώνει επαγγέλματα, συγκεντρώνει εισοδήματα ή μεταφέρει αποφάσεις σε λίγους οργανισμούς, τότε μπορεί να υπονομεύσει ακριβώς τις κοινωνικές βάσεις που ο εθνικός συντηρητισμός δηλώνει ότι θέλει να προστατεύσει. Πρόκειται για ενδεχόμενη σύγκρουση στόχων, όχι για βέβαιο αποτέλεσμα. Δείχνει όμως γιατί η κοινή επίκληση της «δυτικής αναγέννησης» δεν αρκεί για να εξαλείψει τις διαφορετικές επιδιώξεις μέσα στο ίδιο πολιτικό στρατόπεδο.
Αντίστοιχη ένταση αντιμετωπίζουν οι φιλελεύθερες και προοδευτικές δυνάμεις. Η προστασία ατομικών δικαιωμάτων είναι αναγκαία, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της παραγωγική ικανότητα, δημόσια τεχνογνωσία ή δίκαιη κατανομή των κερδών της αυτοματοποίησης. Μια κοινωνία μπορεί να έχει τυπικά δικαιώματα και περιορισμένη πραγματική δυνατότητα διαμόρφωσης των όρων ζωής της. Η δημοκρατική απάντηση χρειάζεται επομένως να συνδέει ελευθερίες και θεσμικό έλεγχο με εργασία, υποδομές, εκπαίδευση και οικονομική ισχύ. Αλλιώς η επίκληση των αξιών κινδυνεύει να εμφανίζεται ως υπεράσπιση μιας τάξης πραγμάτων που πολλοί πολίτες βιώνουν ως αδιέξοδη.
Στο ερώτημά «ποια νέα θεωρία διαμορφώνεται», η ακριβέστερη απάντηση είναι ότι διαμορφώνεται ένα πεδίο ανταγωνιστικών θεωριών, χωρίς ακόμη ενιαία σύνθεση. Ο μεταφιλελευθερισμός εξετάζει τους σκοπούς της πολιτικής κοινότητας. Η θεωρία των δικτύων εξετάζει τους μηχανισμούς εξάρτησης και καταναγκασμού. Η ανάλυση του Μπράτον εξετάζει τη γεωγραφία της υπολογιστικής εξουσίας. Η κριτική της αλγοριθμικής διακυβέρνησης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνικές ταξινομήσεις γίνονται κοινωνικές αποφάσεις. Η «τεχνολογική δημοκρατία» του Καρπ και του Ζαμίσκα προτείνει έναν προσανατολισμό συνεργασίας κράτους και τεχνολογικών επιχειρήσεων. Αυτές οι προσεγγίσεις φωτίζουν διαφορετικά τμήματα του ίδιου μετασχηματισμού.
Ως συνθετική πρόταση, θα έθετα στο κέντρο την κυριαρχία ως δημοκρατικά ελεγχόμενη ικανότητα συλλογικής απόφασης. Δεν προτείνεται ο όρος ως ήδη καθιερωμένη σχολή. Χρησιμοποιείται για να συνδέσει τρεις απαιτήσεις: πραγματικά μέσα δράσης, δυνατότητα αποφυγής εξωτερικού καταναγκασμού και εσωτερική λογοδοσία.
Ένα κράτος που δεν μπορεί να λειτουργήσει βασικές υπηρεσίες χωρίς εξωτερική άδεια διαθέτει περιορισμένη αυτονομία. Ένα κράτος που διαθέτει πανίσχυρα τεχνολογικά μέσα χωρίς έλεγχο από τους πολίτες δεν πραγματώνει λαϊκή κυριαρχία. Χρειάζονται και οι δύο πλευρές.
Μια φιλοσοφική γέφυρα προσφέρει εδώ η νεορεπουμπλικανική ιδέα της ελευθερίας ως απουσίας αυθαίρετης κυριαρχίας, όπως αναπτύσσεται από τον Φίλιπ Πέτιτ. Η ελευθερία προϋποθέτει να μη ζεις υπό την ανεξέλεγκτη δυνατότητα κάποιου άλλου να επεμβαίνει στις επιλογές σου. Μεταφέροντας αυτή την αρχή στο ψηφιακό πεδίο, μια χώρα χρειάζεται αξιόπιστες εναλλακτικές και ένας πολίτης χρειάζεται δυνατότητα αμφισβήτησης αποφάσεων που τον αφορούν.
Στην πράξη, αυτό θα σήμαινε δημόσιους οργανισμούς που μπορούν να αξιολογούν όσα προμηθεύονται, σαφή ευθύνη για τις αποφάσεις, ανεξάρτητους ελέγχους, πραγματική δυνατότητα προσφυγής και εναλλακτικές διαδικασίες όταν ένα σύστημα αποτυγχάνει. Θα σήμαινε επίσης πολιτική συζήτηση για το ποιος ωφελείται από την παραγωγικότητα και ποιος επωμίζεται το κόστος της αλλαγής. Η διαφάνεια από μόνη της δεν αρκεί, αν κανείς δεν έχει την αρμοδιότητα και τα μέσα να διορθώσει ένα πρόβλημα. Αντίστοιχα, η απαίτηση ανθρώπινης εποπτείας έχει νόημα όταν ο άνθρωπος διαθέτει γνώση, χρόνο και εξουσία να διαφωνήσει.
Για την Ελλάδα, αυτή η προσέγγιση μεταβάλλει και την έννοια του «κόμβου”. Η φιλοξενία καλωδίων, κέντρων δεδομένων ή ενεργειακών υποδομών μπορεί να αυξήσει τη στρατηγική χρησιμότητα της χώρας. Δεν εξασφαλίζει αυτομάτως αντίστοιχη αποφασιστική ισχύ. Η διαφορά κρίνεται από τις συμβάσεις, τη δικαιοδοσία, τη συμμετοχή στην παραγόμενη αξία, την εγχώρια τεχνογνωσία και τη δυνατότητα συνέχισης λειτουργίας σε μια κρίση. Η θέση στον χάρτη προσφέρει ευκαιρίες. Οι θεσμοί και οι ικανότητες καθορίζουν πόσες από αυτές γίνονται εθνικό όφελος.
Η ευρωπαϊκή συνεργασία μπορεί να αποτελέσει μέσο ενίσχυσης αυτής της ικανότητας. Για ένα μικρότερο κράτος, η ανάπτυξη όλων των κρίσιμων τεχνολογιών αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο δεν είναι ρεαλιστικός γενικός στόχος. Η συμμετοχή σε κοινές υποδομές μπορεί να διευρύνει τις επιλογές του, εφόσον συνοδεύεται από συμμετοχή στις αποφάσεις και δημοκρατικό έλεγχο. Έτσι, η κυριαρχία χρειάζεται να αξιολογείται από την πραγματική δυνατότητα δράσης που αποκτάται. Η αποκλειστικά τυπική αρμοδιότητα έχει μικρή αξία όταν λείπουν τα μέσα εφαρμογής της.
Η Πνύκα αποκτά τελικά έναν ιδιαίτερα επίκαιρο συμβολισμό. Υπενθυμίζει την απαίτηση η εξουσία να εκτίθεται στον δημόσιο λόγο και στην αμφισβήτηση. Στην εποχή της ΤΝ, η απαίτηση αυτή αφορά και τις τεχνικές διαδικασίες που προετοιμάζουν τις αποφάσεις: ποια δεδομένα θεωρούνται αξιόπιστα, ποιες επιλογές αποκλείονται, ποιοι στόχοι προκρίνονται και ποιος μπορεί να ζητήσει αλλαγή. Η δυτική ταυτότητα θα κριθεί και από την ικανότητα των κοινωνιών να διατηρήσουν αυτή τη δυνατότητα συμμετοχής, ενώ αναπτύσσουν την τεχνολογική τους ισχύ.
Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα, επομένως, είναι ποιος θα ελέγχει τις υποδομές, τη γνώση και τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται οι συλλογικές επιλογές. Μια δημοκρατική απάντηση οφείλει να εξασφαλίζει ότι η τεχνολογική πρόοδος αυξάνει τη δυνατότητα των πολιτών να καθορίζουν τη ζωή τους. Εκεί συναντώνται η αναζήτηση νέας ταυτότητας της Δύσης, η κυριαρχία του κράτους και το μέλλον της πολιτικής εκπροσώπησης.
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Η αναζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στην αμερικανική πλευρά του Ατλαντικού. Στην Ευρώπη εκδηλώνεται με διαφορετικές πολιτικές γλώσσες, αλλά με μια κοινή ανησυχία: κατά πόσο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες διατηρούν τη δυνατότητα να καθορίζουν το μέλλον τους. Η συζήτηση για την ταυτότητα συναντά πλέον τη συζήτηση για την άμυνα, την παραγωγή, την ενέργεια και την τεχνολογία.
Η Ευρώπη καλείται να προσδιορίσει τόσο τις αξίες που θέλει να υπερασπιστεί όσο και τις πραγματικές δυνατότητες που διαθέτει για να το πράξει.
Μια πρώτη τάση αναζητεί την απάντηση στην ενίσχυση του εθνικού κράτους και στην πολιτισμική συνέχεια. Η διακήρυξη των Patriots.eu προτάσσει την Ευρώπη των κυρίαρχων εθνών, απορρίπτει την περαιτέρω μεταβίβαση εθνικής κυριαρχίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και αναφέρεται ρητά στην ελληνορωμαϊκή και ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά. Στην αντίληψη αυτή, η υπεράσπιση της Ευρώπης περνά μέσα από την προστασία των εθνικών ταυτοτήτων, των συνόρων και της δυνατότητας των λαών να αποφασίζουν για τον τρόπο ζωής τους. Η συγγένεια με ορισμένες αμερικανικές συντηρητικές θέσεις είναι εμφανής, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ταυτότητα συμφερόντων ή πλήρη συμφωνία στην εξωτερική πολιτική.
Μια δεύτερη τάση θεωρεί ότι η κυριαρχία μπορεί να ανακτηθεί αποτελεσματικότερα μέσα από την ευρωπαϊκή συνεργασία. Εδώ εντάσσεται η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας: η Ευρώπη χρειάζεται παραγωγική και αμυντική ικανότητα, τεχνολογική επάρκεια και μικρότερη έκθεση σε εξωτερικούς καταναγκασμούς. Η συζήτηση που τροφοδότησε η έκθεση Ντράγκι και αποτυπώνεται στην ευρωπαϊκή «Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας» συνδέει την οικονομική ανασυγκρότηση με την ασφάλεια και την κυριαρχία. Οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη, η ενέργεια και οι κρίσιμες τεχνολογίες αντιμετωπίζονται ως προϋποθέσεις πολιτικής ανεξαρτησίας.
Η διαφορά μεταξύ των δύο προσεγγίσεων αφορά κυρίως την κλίμακα στην οποία μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά η εξουσία. Για τους υποστηρικτές της εθνικής κυριαρχίας, η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στις Βρυξέλλες μπορεί να αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στην απόφαση και στον πολίτη. Για τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα μεμονωμένο κράτος μπορεί να διατηρεί τυπικές αρμοδιότητες και ταυτόχρονα να στερείται τα μέσα για να τις ασκήσει απέναντι σε μεγάλες δυνάμεις και τεχνολογικούς κολοσσούς. Το ουσιαστικό κριτήριο θα έπρεπε να είναι διπλό: ποια οργάνωση αυξάνει την πραγματική δυνατότητα δράσης και πώς διασφαλίζεται ο δημοκρατικός έλεγχός της.
Υπάρχει επίσης μια κοινωνική και δημοκρατική εκδοχή της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνδέουν την ψηφιακή ανεξαρτησία με δημόσιες υποδομές, προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και περιορισμό της εξουσίας των μεγάλων τεχνολογικών επιχειρήσεων. Στις προτάσεις τους του 2026 περιλαμβάνονται ευρωπαϊκές υπολογιστικές υποδομές, δυνατότητες ανάπτυξης ΤΝ και ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας. Η λογική είναι ότι η τεχνολογική ανάπτυξη χρειάζεται να υπηρετεί ένα κοινωνικό και δημοκρατικό σχέδιο, με ευρωπαϊκή δυνατότητα καθορισμού των όρων της.
Οι τάσεις αυτές δεν αντιστοιχούν σε απολύτως στεγανά πολιτικά στρατόπεδα. Κυριαρχία, ανταγωνιστικότητα και προστασία του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής εμφανίζονται σε διαφορετικούς συνδυασμούς. Η κοινή χρήση των ίδιων λέξεων, όμως, δεν πρέπει να αποκρύπτει τις διαφορές τους. Η «προστασία» μπορεί να σημαίνει ενίσχυση δικαιωμάτων και κοινωνικών εγγυήσεων ή περιορισμό της πρόσβασης στην πολιτική κοινότητα. Η «αυτονομία» μπορεί να σημαίνει συλλογική ευρωπαϊκή δυνατότητα ή επιστροφή αρμοδιοτήτων στα κράτη. Η «ανταγωνιστικότητα» μπορεί να υπηρετεί ευρύτερη ευημερία ή να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την υποχώρηση κοινωνικών και περιβαλλοντικών δεσμεύσεων.
Σε αυτή τη συγκυρία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επίσκεψη του πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στη Γαλλία, από τις 25 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2026. Η ευρωπαϊκή διάσταση ήταν ρητά ενταγμένη στο πρόγραμμά της, το οποίο ολοκληρώθηκε στο Μετς με τη συνάντηση «Στις ρίζες της Ευρώπης για την ειρήνη και την ενότητα». Επομένως, η σύνδεση της επίσκεψης με τη συζήτηση για το ευρωπαϊκό μέλλον στηρίζεται στο ίδιο το περιεχόμενό της. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε κάποια αδήλωτη πολιτική επιδίωξη.
Στο Μετς, ο πάπας παρουσίασε την Ευρώπη ως ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικές συναντήσεις. Αναφέρθηκε στην ελληνιστική παράδοση, στη Ρώμη και στον Χριστιανισμό, αλλά και στην ενσωμάτωση άλλων πολιτισμών, συμπεριλαμβανομένης της αραβικής παρουσίας στην Ιβηρική. Συνέδεσε τη χριστιανική κληρονομιά με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και παρέπεμψε στα δικαιώματα, στην ελευθερία, στη δημοκρατία, στην ισότητα και στο κράτος δικαίου. Η επιστροφή στις ρίζες συνοδευόταν, συνεπώς, από την απαίτηση ανοίγματος και διαλόγου.
Η έμφαση αυτή επιτρέπει μια προσεκτική ερμηνεία: ο Λέων επιχείρησε να παρέμβει στην αναζήτηση ευρωπαϊκής ταυτότητας, προτείνοντας μια χριστιανικά θεμελιωμένη αντίληψη με οικουμενικό ορίζοντα. Η κοινή ιστορική καταγωγή αποκτά πολιτικό νόημα όταν γεννά ευθύνη για τον άνθρωπο, περιλαμβανομένου εκείνου που δεν συμμερίζεται την ίδια πίστη. Αυτή η ανάγνωση διαφέρει από την αξιοποίηση του Χριστιανισμού ως κριτηρίου πολιτισμικού αποκλεισμού. Αποτελεί ερμηνεία των δημόσιων παρεμβάσεών του, όχι απόδειξη ότι η επίσκεψη οργανώθηκε ως απάντηση σε συγκεκριμένους πολιτικούς ηγέτες.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική ήταν και η ομιλία του στο Ελιζέ. Ο πάπας αναγνώρισε ρητά τη συμβολή του Διαφωτισμού στην πρόοδο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας. Συνέδεσε το γαλλικό τρίπτυχο της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης με καθολικές ηθικές απαιτήσεις και υποστήριξε την προστασία της διαφορετικότητας των συνειδήσεων. Η αφήγησή του προσπάθησε να συνδέσει τη χριστιανική παράδοση με κατακτήσεις της σύγχρονης δημοκρατίας.
Στην ίδια ευρωπαϊκή συνάντηση, ο Εμανουέλ Μακρόν αναφέρθηκε επίσης στην ελληνορωμαϊκή και ιουδαιοχριστιανική βάση της Ευρώπης, εντάσσοντας όμως στην ιστορική της διαδρομή τον Διαφωτισμό, την ελευθερία της κριτικής, τη φιλελεύθερη δημοκρατία και την κοινωνική προστασία. Συνέδεσε την κυριαρχία με την ευρωπαϊκή δυνατότητα παραγωγής, καινοτομίας και ελέγχου τεχνολογιών και δεδομένων. Η παρέμβασή του δείχνει ότι η επίκληση πολιτισμικής κληρονομιάς χρησιμοποιείται και για τη θεμελίωση μιας δημοκρατικής, κοινωνικής και ευρωπαϊκής αυτονομίας. :chatgpt-content-reference{index=”6″}
Αυτό δεν σημαίνει ότι Εκκλησία και ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός κατέληξαν σε κοινό πρόγραμμα. Παραμένουν διαφορετικές αφετηρίες και ουσιαστικές διαφωνίες. Δείχνει, όμως, ένα πεδίο συνάντησης γύρω από την αξιοπρέπεια του προσώπου, την κοινωνική ευθύνη και την ανάγκη η εξουσία να υπηρετεί σκοπούς που υπερβαίνουν την ισχύ και την αποτελεσματικότητα. Η κριτική του τεχνοκρατισμού μπορεί έτσι να προέλθει από θρησκευτικές, φιλελεύθερες ή κοινωνικές παραδόσεις, χωρίς να οδηγεί αναγκαστικά στην ίδια πολιτική πρόταση.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτέλεσε ουσιαστικό μέρος αυτής της παρέμβασης. Στην UNESCO, ο Λέων έθεσε το ερώτημα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος και επέκρινε την αξιολόγηση της ανθρώπινης ζωής αποκλειστικά με όρους αποδοτικότητας. Υπογράμμισε ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από τις ικανότητες ή την παραγωγικότητα και ότι οι νέες τεχνολογίες χρειάζεται να υπηρετούν τον άνθρωπο, αποφεύγοντας τη μετατροπή τους σε μέσα κυριαρχίας και αδικίας. :chatgpt-content-reference{index=”7″}
Η θέση αυτή προσθέτει κάτι ουσιώδες στη συζήτηση για την τεχνολογική κυριαρχία. Ακόμη και αν η Ευρώπη αποκτήσει δικά της υπολογιστικά κέντρα, μοντέλα ΤΝ και εταιρείες, παραμένει το ερώτημα πώς θα χρησιμοποιηθούν. Η ευρωπαϊκή ιδιοκτησία μιας υποδομής δεν εγγυάται από μόνη της δημοκρατικό έλεγχο ή δίκαιη κατανομή των ωφελειών. Η αυτονομία από εξωτερικούς προμηθευτές μπορεί να συνυπάρχει με συγκέντρωση εξουσίας στο εσωτερικό. Η τεχνολογική ανεξαρτησία χρειάζεται επομένως να συνοδεύεται από κοινωνικό σκοπό και λογοδοσία.
Υπό αυτό το πρίσμα, η παπική επίσκεψη μπορεί να διαβαστεί ως πρόσκληση να εξεταστεί εκ νέου το ανθρώπινο περιεχόμενο της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η Ευρώπη χρειάζεται ισχύ για να προστατεύσει την ελευθερία της, αλλά χρειάζεται επίσης κριτήρια για τη χρήση αυτής της ισχύος. Η επίκληση των ριζών της αποκτά αξία όταν βοηθά να απαντηθούν σύγχρονα προβλήματα: η περιθωριοποίηση ανθρώπων που θεωρούνται οικονομικά περιττοί, η αποδυνάμωση της δημόσιας κρίσης και η εξάρτηση της πολιτικής από συστήματα που οι πολίτες δυσκολεύονται να ελέγξουν.
Ο κοινός τόπος που μπορεί να προκύψει στην Ευρώπη είναι, επομένως, η προσπάθεια να διατηρηθεί η ανθρώπινη και συλλογική δυνατότητα απόφασης. Η πραγματοποίησή της απαιτεί παραγωγική και τεχνολογική επάρκεια, αλλά και θεσμούς που επιτρέπουν στους πολίτες να καθορίζουν τους σκοπούς της ανάπτυξης. Η αναζήτηση ταυτότητας θα αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο εφόσον συνδεθεί με αυτή την απαίτηση: μια Ευρώπη ικανή να δρα και μια κοινωνία ικανή να ελέγχει πώς, γιατί και προς όφελος ποιων δρα.

Ρούμπιο από την Πνύκα: «Η Ελλάδα έδειξε ότι είναι απαραίτητος φίλος των ΗΠΑ και υπόδειγμα Συμμάχου» (Video&Photos)
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, μίλησε στην Πνύκα στην Αθήνα, με φόντο την Ακρόπολη. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ έφτασε χθες το βράδυ στην Αθήνα και σήμερα έχει πραγματοποιήσει συναντήσεις και επαφές με Έλληνες υπουργούς.
Ο Μάρκο Ρούμπιο υπογράμμισε ότι σε αντίθεση με τα «ερείπια άλλων πολιτισμών που έχουν χαθεί από τη ζωντανή μνήμη, η Ακρόπολη εξακολουθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια να ασκεί μοναδική επιρροή στη φαντασία του δυτικού κόσμου».
Όπως είπε, ο πολιτισμός που δημιούργησε όσα στέκουν στην Ακρόπολη «εδώ και χιλιάδες χρόνια αιχμαλωτίζει τη φαντασία του δυτικού κόσμου», ενώ γενιές πολιτικών ηγετών, καλλιτεχνών και φιλοσόφων στράφηκαν προς αυτόν «με θαυμασμό και δέος».
«Οι Έλληνες της αρχαιότητας φαίνεται να ασκούν μια σχεδόν μυστικιστική δύναμη πάνω στη μνήμη μας. Μας καλούν να επιστρέφουμε σε αυτούς ξανά και ξανά», τόνισε.
Η αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα
Οι περισσότεροι Αθηναίοι είχαν ήδη εγκαταλείψει την πόλη με πλοία και είχαν καταφύγει σε κοντινό νησί. Μια μικρή ομάδα, ωστόσο, αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πόλη και οχυρώθηκε στην Ακρόπολη.
Όπως περιέγραψε ο Ρούμπιο, «οι Αθηναίοι προέβαλαν μια ύστατη αντίσταση, ρίχνοντας τεράστιους βράχους από τους γκρεμούς πάνω στους Πέρσες εισβολείς και καταφέρνοντας για ημέρες να κρατήσουν σε απόσταση τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία εκείνης της εποχής».
«Τελικά καταβλήθηκαν. Οι Πέρσες λεηλάτησαν τους ναούς, έκαψαν τα ιερά και ισοπέδωσαν την Ακρόπολη. Όταν οι Αθηναίοι επέστρεψαν, συγκέντρωσαν τα κατεστραμμένα απομεινάρια της παλιάς Ακρόπολης και τα έθαψαν στον λόφο. Δεκαετίες αργότερα, υπό τον Περικλή, ύψωσαν τον Παρθενώνα» πρόσθεσε.
«Εδώ και 25 αιώνες ο Παρθενώνας στέκει όρθιος. Αυτοκρατορίες αναδύθηκαν και κατέρρευσαν κάτω από τη σκιά του», ανέφερε ο Ρούμπιο, προσθέτοντας ότι οι απόγονοι των ανθρώπων που τον έχτισαν, «οι γιοι της Αθήνας και της Ρώμης», μετέφεραν τον πολιτισμό τους μέχρι τις άκρες της Γης.
«Ένα χρέος που ο χρόνος και η απόσταση δεν μπορούν να σβήσουν»
Ο Ρούμπιο συνέδεσε στη συνέχεια την κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας με την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Δυόμισι αιώνες μετά την ίδρυση της Αμερικανικής Δημοκρατίας, στην άλλη άκρη του κόσμου από το σημείο όπου βρίσκομαι σήμερα, στέκομαι εδώ ως υπουργός Εξωτερικών αυτής της Δημοκρατίας και ως δισέγγονος εποίκων που έφτασαν στον Νέο Κόσμο από την Ισπανία», ανέφερε.
Ακόμα, ο Αμερικανός αξιωματούχος πρόσθεσε: «Στέκομαι εδώ για να μαρτυρήσω ένα χρέος που κανένα πέρασμα του χρόνου και καμία γεωγραφική απόσταση δεν μπορούν ποτέ να σβήσουν».
Σύμφωνα με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, «η ιστορία της Αμερικής, η ιστορία της χώρας μου, είναι γεμάτη από τα αποτυπώματα της αρχαιότητας».
Η ελληνική επιρροή, όπως είπε, είναι κυριολεκτικά χαραγμένη στην αρχιτεκτονική των αμερικανικών θεσμών, στους επιβλητικούς κίονες, στους τρούλους και στα μνημεία της αμερικανικής πρωτεύουσας.
Στάθηκε ακόμη στη Φιλαδέλφεια, την πόλη όπου γεννήθηκε το αμερικανικό Σύνταγμα, επισημαίνοντας ότι ακόμη και το όνομά της είναι ελληνικό.
Ο Πλούταρχος και οι ιδρυτές της Αμερικής
Ο Μάρκο Ρούμπιο αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη γοητεία που ασκούσε η αρχαιότητα στους ανθρώπους που ίδρυσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όπως είπε, οι ιδρυτές της χώρας του ήταν εξαιρετικά μελετημένοι στην Ιστορία και είχαν βαθιά επίγνωση της θέσης τους μέσα σε αυτήν. Ωστόσο, καμία άλλη εποχή του παρελθόντος δεν είχε αιχμαλωτίσει την προσοχή και τη φαντασία τους όσο η αρχαιότητα.
Επισήμανε ότι πολλοί εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν πως ο συγγραφέας που αναφέρεται συχνότερα στα Federalist Papers δεν ήταν κάποιος φιλόσοφος του Διαφωτισμού ή πολιτικός θεωρητικός, αλλά ο Πλούταρχος, «ο Έλληνας βιογράφος των μεγάλων ανδρών της Ελλάδας και της Ρώμης».
Ο Ρούμπιο αναφέρθηκε στη συνέχεια στην επίδραση της αρχαίας Ελλάδας στις ιδέες των ιδρυτών των ΗΠΑ αλλά και ευρύτερα στους φιλοσόφους και τους πολιτικούς της Δύσης.
«Η Αθήνα μάς έδωσε τη δημοκρατία, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης μάς έδωσαν τη δυτική φιλοσοφία», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι αντιλήψεις για τον νόμο, την αρετή, την ιδιότητα του πολίτη και τη δημοκρατική διακυβέρνηση διαμορφώθηκαν στις ελληνικές πόλεις-κράτη.
Ακόμη και μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτικού λεξιλογίου, πρόσθεσε, με λέξεις όπως «δημοκρατία», «τυραννία» και την ίδια τη λέξη «πολιτική», έχει τις ρίζες του στην Ελλάδα.
«Το να γνωρίσουμε εκείνους σημαίνει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας»
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι η οφειλή της Αμερικής και συνολικά της Δύσης προς την αρχαία Ελλάδα είναι πολύ βαθύτερη από τους θεσμούς και τις πολιτικές ιδέες που κληροδότησε.
«Αυτά που οφείλουμε σε αυτόν τον τόπο, ως Αμερικανοί και ως άνθρωποι της Δύσης, είναι στην πραγματικότητα πολύ, πολύ βαθύτερα», ανέφερε.
Οι θεσμοί και οι ιδέες, όπως είπε, αποτελούσαν την εξωτερική έκφραση βαθύτερων χαρακτηριστικών των αρχαίων Ελλήνων: του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τον κόσμο, της φαντασίας τους, των αρετών που απαιτούσαν από τους πολίτες τους και όσων ήταν διατεθειμένοι να υπερασπιστούν.
Ήταν, όπως χαρακτηριστικά είπε, «τα πράγματα για τα οποία έζησαν, πολέμησαν και πέθαναν».
«Το να γνωρίσουμε εκείνους σημαίνει να γνωρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό», επισήμανε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.
Και συνέχισε λέγοντας ότι «αυτό που άνθισε εδώ, σε αυτόν τον τόπο, ήταν η δυτική επιθυμία να ανακαλύψει…», ανέφερε ο Μάρκο Ρούμπιο.
«Με την πάροδο του χρόνου φτάσαμε να ντρεπόμαστε με τα πράγματα που μας έκαναν ξεχωριστούς. Η ευημερία έγινε κατά κάποιον τρόπο λόγος να αισθανόμαστε ντροπή. Ανοίξαμε τα σύνορά μας, αφήσαμε τις Ένοπλες Δυνάμεις να συρρικνώνονται. Οι αντίπαλοι και οι ανταγωνιστές μας γίνονται όλο και πιο διεκδικητικοί. Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Η επόμενη δεκαετία, η πορεία που θα ακολουθήσουμε θα καθορίσει το μέλλον. Οι ΗΠΑ πήραν τις αποφάσεις τους. Με τον Τραμπ παίρνουμε τον έλεγχο. Να ανθίσουμε την οικονομία να μεγαλώσουμε την ισχύ μας, να στείλουμε τους αστροναύτες να εξερευνήσουν το διάστημα» είπε σε μια αναφορά στο σήμερα και την γεωπολιτική κατάσταση που επικρατεί.
«Μπορεί και η Ευρώπη να ανθίσει. Έδειξε ότι είναι απαραίτητος φίλος της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Υπήρξε υπόδειγμα συμμάχου», πρόσθεσε και συνέχισε: «H δόξα και η φήμη κερδίζονταν μέσω βημάτων που κερδίζονταν ξεπερνώντας τον εαυτόν», ενώ νέα αναφορά στην αρχαία περίοδο της Ελλάδας.
«Από τους Έλληνες η Δύση απέκτησε την αίσθηση του καθήκοντος. Είναι διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε σήμερα όπως για παράδειγμα στο Ιράν. Οι δικοί μας ήρωες δεν λατρεύουν τον θάνατο», συμπλήρωσε ο Μάρκο Ρούμπιο.
Οι σπουδαιότεροι Αμερικανοί έφεραν τα αλάνθαστα χαρακτηριστικά των προγόνων τους. Μαζί να ανακαλύψουμε ξανά αυτό το πνεύμα. Είμαστε σε ένα σημείο καμπής του πολιτισμού μας. Οι απειλές που αντιμετωπίζουμε είναι εξίσου πραγματικές με εκείνες στην αρχαιότητα. Ο πόλεμος δεν εξαφανίστηκε επειδή προτιμούσαμε την ειρήνη. Κράτη συνέχισαν να εξοπλίζονται. Τώρα υπάρχει ξανά πόλεμος, ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Υπάρχει τρωτότητα, τρομοκρατία. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε μαζί αυτές τις απειλές. Τα έθνη δε χρειάζεται να εγκαταλείψουν την ταυτότητά τους για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους. Η φιλίας χρονολογείται από τα πρώτα χρόνια του έθνους. Οι ΗΠΑ αναγνώρισαν κάτι οικείο στον αγώνα της Ελλάδας για απελευθέρωση από τους Οθωμανούς» ανέφερε ο Ρούμπιο σε μία αναφορά των γεωπολιτικών αναταράξεων στην αρχαιότητα και το σήμερα.
«Στην Ελλάδα οφείλουμε πολλά» σημείωσε. «Πρέπει να ξαναμάθουμε τα μαθήματα των προγόνων μας από αυτή τη γή. Η ιστορία της Ελλάδας μας δείχνει μια εικόνα του εαυτού μας. Ότι πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για τον εαυτό μας. Η ιστορία του πολιτισμού μας είναι η σπουδαιότερη που είχε ο άνθρωπος. Και άρχισε από εδώ»


