Η «Συμφωνία της Μέκκας» και η νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας

 

Γιώργος Κουτσούμης

Οι υπουργοί Εξωτερικών Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν στην τετραμερή συνάντηση για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στο Ισλαμαμπάντ, στις 29 Μαρτίου 2026. Φωτογραφία: Anadolu (AA), μέσω TRT Arabi

Η «Συμφωνία της Μέκκας» μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν εισέρχεται σε ουσιαστικότερη φάση. Η μόνιμη Γραμματεία, η Στρατηγική Πολιτική και Αμυντική Επιτροπή και, κυρίως, η αρχή της συλλογικής άμυνας προσδίδουν στο σχήμα χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν μια ακόμη περιφερειακή πολιτική συνεννόηση. Η πρόσφατη κινητοποίηση των τριών μελών για την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στις επιθέσεις των Χούθι αποτελεί την πρώτη δοκιμασία της δυνατότητας μετατροπής των πολιτικών δεσμεύσεων σε επιχειρησιακή συνεργασία.

Το νέο στρατιωτικό αποτύπωμα στη Σαουδική Αραβία

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η διεύρυνση της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ της Τουρκίας και  Σαουδικής Αραβίας. Η Άγκυρα παρέχει ήδη τεχνική και αμυντική υποστήριξη, πληροφορίες, εξοπλισμό και δυνατότητες επιτήρησης και μη επανδρωμένων συστημάτων, ενώ εξετάζεται η αποστολή πρόσθετου τεχνικού και στρατιωτικού προσωπικού. Ευρύτερη ανάπτυξη δυνάμεων προϋποθέτει έγκριση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.

Εφόσον ο σχεδιασμός προχωρήσει, η σημασία του θα υπερβεί την αντιμετώπιση της σημερινής κρίσης. Παρουσία προσωπικού σε δομές διοίκησης, σε συνδυασμό με συνεργασία σε αεράμυνα, πληροφορίες και UAV, θα μπορούσε να δημιουργήσει μονιμότερη επιχειρησιακή διασύνδεση.

Η εξέλιξη εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του Ριάντ για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Η Σαουδική Αραβία δεν εγκαταλείπει τις παραδοσιακές σχέσεις ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά διευρύνει τους εταίρους, τις πηγές εξοπλισμού και τις δυνατότητες εγχώριας αμυντικής παραγωγής. Η «Μέκκα» μπορεί επομένως να αποτελέσει έναν πρόσθετο περιφερειακό πυλώνα ασφαλείας και όχι υποκατάστατο των υφιστάμενων συμμαχιών.

Αίγυπτος η καθοριστική μεταβλητή

Η Αίγυπτος αποτελεί τη σημαντικότερη δυνητική διεύρυνση του σχήματος. Ο υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελάτι δήλωσε στα τέλη Σεπτεμβρίου ότι η πιθανή συμμετοχή της χώρας βρίσκεται υπό «μελέτη και συζήτηση από τους αρμόδιους θεσμούς». Η διατύπωση δεν προαναγγέλλει προσχώρηση, επιβεβαιώνει όμως ότι το ενδεχόμενο εξετάζεται πλέον θεσμικά από το Κάιρο.

Παράλληλα, ο Αμπντελάτι υπογράμμισε ότι η τετραμερής συνεννόηση Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας-Τουρκίας-Πακιστάν προϋπήρχε της Μέκκας και εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την περιφερειακή ασφάλεια. Η αιγυπτιακή θέση είναι χαρακτηριστική: οι νέες ρυθμίσεις ασφαλείας, σύμφωνα με το Κάιρο, δεν μπορούν να είναι βιώσιμες εάν επιβάλλονται από εξωτερικές δυνάμεις τα ίδια τα κράτη της περιοχής πρέπει να έχουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους.

Η αιγυπτιακή προσέγγιση είναι συνεπώς περισσότερο σύνθετη από ένα δίλημμα ένταξης ή μη ένταξης. Αντανακλά την προσπάθεια του Καΐρου να διατηρήσει στρατηγική αυτονομία, συμμετέχοντας παράλληλα στη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών.

Ενδεχόμενη προσχώρηση θα άλλαζε αισθητά τη γεωγραφία της Συμφωνίας. Η στρατιωτική ισχύς της Αιγύπτου, ο έλεγχος του Σουέζ και η θέση της μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου και Ερυθράς Θάλασσας θα προσέδιδαν στο σχήμα σαφή μεσογειακή διάσταση.

Η πιθανή διεύρυνση

Ο Πακιστανός ΥΠΕΞ Ισάκ Νταρ έχει δηλώσει ότι περισσότερες από έξι χώρες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον, χωρίς να τις κατονομάσει, διευκρινίζοντας ότι προηγείται η επιχειρησιακή συγκρότηση της Συμμαχίας.

Μεταξύ των χωρών για τις οποίες υπάρχουν δημόσιες ενδείξεις, το Μπανγκλαντές έχει εμφανιστεί θετικό και θα προσέθετε γεωστρατηγικό βάθος προς τον Ινδικό Ωκεανό. Για το Ιράν δεν υπάρχει επίσημη διαδικασία προσχώρησης, αλλά έχουν ήδη αναπτυχθεί δίαυλοι πολιτικής επικοινωνίας με τα τρία μέλη. Ενδεχόμενη συμμετοχή της Τεχεράνης θα άλλαζε ουσιαστικά τη φυσιογνωμία του σχήματος, μετατρέποντάς το από τριμερή αμυντική συμφωνία σε ευρύτερη περιφερειακή αρχιτεκτονική. Για Κατάρ και Συρία οι διαθέσιμες ενδείξεις δεν αρκούν ακόμη για να στοιχειοθετήσουν ώριμη διαδικασία ένταξης.

Από πολιτική συμφωνία σε μηχανισμό ασφαλείας;

Θα ήταν πρόωρο να χαρακτηριστεί η Μέκκα «ισλαμικό ΝΑΤΟ». Η ρήτρα συλλογικής άμυνας δεν ισοδυναμεί με ενιαία διοίκηση, κοινό σχεδιασμό δυνάμεων και πραγματική διαλειτουργικότητα. Επιπλέον, τα σημερινά και δυνητικά μέλη έχουν διαφορετικές αντιλήψεις απειλών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποκλίνοντα συμφέροντα.

Η βιωσιμότητα του εγχειρήματος θα κριθεί επομένως από την ικανότητά του να μετατρέψει την πολιτική αλληλεγγύη σε κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό, ανταλλαγή πληροφοριών, συντονισμό αεράμυνας και λειτουργικές δομές διοίκησης. Η σημερινή κρίση στη Σαουδική Αραβία αποτελεί το πρώτο πραγματικό τεστ.

Η ελληνική διάσταση

Για την Ελλάδα, η «Μέκκα» δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως συνασπισμός στραμμένος εναντίον ελληνικών συμφερόντων. Η σημασία της βρίσκεται στην ευρύτερη αναδιάταξη ενός περιβάλλοντος στο οποίο η Αθήνα έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και αμυντικό κεφάλαιο.

Η σημαντικότερη μεταβλητή είναι η Αίγυπτος. Η εξομάλυνση των περιφερειακών σχέσεων καθιστά λιγότερο ασφαλή μια ελληνική στρατηγική που θα στηριζόταν στις διαφορές του Καΐρου με τρίτες χώρες. Η ελληνοαιγυπτιακή σχέση χρειάζεται επομένως να εδράζεται στα δικά της μόνιμα συμφέροντα: θαλάσσιες ζώνες, ηλεκτρική διασύνδεση, ενέργεια, άμυνα, ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου.

Ανάλογη λογική απαιτείται έναντι της Σαουδικής Αραβίας. Η ελληνική στρατιωτική συνδρομή έχει δημιουργήσει πολιτικό κεφάλαιο, αλλά η σχέση χρειάζεται ευρύτερο οικονομικό, ενεργειακό και τεχνολογικό βάθος. Στόχος δεν μπορεί να είναι ο ανταγωνισμός με τους άλλους εταίρους του Ριάντ, αλλά η διατήρηση μιας διακριτής ελληνικής προστιθέμενης αξίας.

Το ίδιο ισχύει για το Ισραήλ. Η αμυντική και τεχνολογική συνεργασία πρέπει να εμβαθυνθεί χωρίς την παραδοχή ότι οι σημερινές περιφερειακές αντιπαραθέσεις είναι μόνιμες. Στη Μέση Ανατολή οι συσχετισμοί μεταβάλλονται ταχύτερα από τις στρατηγικές ανάγκες.

Η σημασία της συμφωνίας της ΜΕΚΑ

Η σημασία της Συμφωνίας της Μέκκας βρίσκεται κυρίως στην τάση που αποτυπώνει: σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας στη διαχείριση της ασφάλειάς τους, χωρίς κατ’ ανάγκην να αποκόπτονται από τις παραδοσιακές δυτικές συμμαχίες.

Η επιτυχία του εγχειρήματος δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Οι διαφορετικές προτεραιότητες των συμμετεχόντων και η δυσκολία μετατροπής μιας πολιτικής δέσμευσης σε λειτουργικό σύστημα συλλογικής άμυνας παραμένουν ουσιαστικά εμπόδια. Εντούτοις, η διαδικασία υποδηλώνει τη σταδιακή διαμόρφωση μιας περισσότερο αυτόνομης και πολυκεντρικής περιφερειακής τάξης.

Για την Αθήνα, αυτή ακριβώς είναι η ουσία της μεταβολής. Σε ένα περιβάλλον όπου οι παλαιές αντιπαλότητες υποχωρούν και οι συνεργασίες γίνονται περισσότερο ευέλικτες, η αξία των ελληνικών ερεισμάτων θα εξαρτηθεί από το πόσο βαθιά έχουν θεμελιωθεί τα ίδια τα αμοιβαία συμφέροντα. Η ελληνική στρατηγική έχει επομένως λόγο να επενδύσει στη θεσμική συνέχεια, στην αμυντική και ενεργειακή συνεργασία και στον ρόλο της χώρας ως σταθερού ευρωπαϊκού εταίρου μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου, Μέσης Ανατολής και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα