Συμφωνία για τη Μέση Ανατολή, εναλλακτικές πληρωμές και κινεζική πρωτοβουλία για την τεχνητή νοημοσύνη
Η Σύνοδος Κορυφής των BRICS στο Νέο Δελχί ολοκληρώθηκε με μια επίδειξη ενότητας απέναντι στον οικονομικό προστατευτισμό, στις μονομερείς κυρώσεις και στη συνεχιζόμενη κυριαρχία των δυτικών χωρών στους διεθνείς θεσμούς. Ταυτόχρονα, όμως, ανέδειξε τις διαφορετικές προτεραιότητες και τους υπόγειους ανταγωνισμούς ανάμεσα στην Κίνα, στην Ινδία και στα υπόλοιπα μέλη της διευρυμένης ομάδας.
Η σημαντικότερη επιτυχία της συνόδου ήταν η ομόφωνη υιοθέτηση της «Διακήρυξης του Νέου Δελχί». Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα επειδή στους BRICS συμμετέχουν κράτη με πολύ διαφορετικές γεωπολιτικές σχέσεις και συμφέροντα – μεταξύ αυτών το Ιράν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Το μήνυμα που επιχείρησαν να στείλουν οι ηγέτες ήταν ότι οι BRICS δεν θέλουν πλέον να λειτουργούν μόνο ως ένα χαλαρό φόρουμ αναδυόμενων οικονομιών. Φιλοδοξούν να εξελιχθούν σε μηχανισμό συντονισμού του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου και σε αντίβαρο προς τους θεσμούς και τους κανόνες που διαμορφώθηκαν υπό δυτική, κυρίως αμερικανική, επιρροή.

Η δύσκολη συμφωνία για τη Μέση Ανατολή
Η κοινή διακήρυξη εκφράζει «βαθιά ανησυχία» για την κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και καλεί όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση. Οι ηγέτες τάχθηκαν υπέρ της επίλυσης των διεθνών διαφορών μέσω του διαλόγου, των διαβουλεύσεων και της διπλωματίας.
Η επίτευξη συμφωνίας ήταν κάθε άλλο παρά αυτονόητη. Η συμμετοχή του Ιράν και κρατών του Κόλπου που διατηρούν στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη τη διατύπωση μιας κοινής θέσης. Στο περιθώριο της συνόδου πραγματοποιήθηκε, μάλιστα, συνάντηση του Ιρανού προέδρου με τον διάδοχο του θρόνου του Άμπου Ντάμπι, με αντικείμενο την αποκλιμάκωση και την περιφερειακή σταθερότητα.
Η διακήρυξη αναφέρθηκε επίσης στις συγκρούσεις στο Σουδάν και επανέλαβε την αντίθεση των BRICS στις οικονομικές κυρώσεις που δεν έχουν εγκριθεί από τον ΟΗΕ. Αυτό αποτέλεσε έμμεση αλλά σαφή κριτική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.
Αντίδραση στους δασμούς και στις οικονομικές πιέσεις
Οι BRICS καταδίκασαν την αύξηση των μονομερών δασμών, των μη δασμολογικών περιορισμών και των μέτρων οικονομικού εξαναγκασμού. Σύμφωνα με τη διακήρυξη, τέτοιες πολιτικές διαταράσσουν το διεθνές εμπόριο και αποσταθεροποιούν τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατονομάζονται πάντοτε ευθέως, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές. Η διευρυμένη ομάδα επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή ενός περισσότερο πολυκεντρικού οικονομικού συστήματος, στο οποίο οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον ή των δυτικών χρηματοπιστωτικών θεσμών.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η συμφωνία για μεγαλύτερη χρήση των εθνικών νομισμάτων στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές, καθώς και για ανάπτυξη αποτελεσματικότερων διασυνοριακών συστημάτων πληρωμών. Οι αποφάσεις αυτές δεν ισοδυναμούν με δημιουργία κοινού νομίσματος των BRICS. Αποτελούν, όμως, ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από το δολάριο και από το δυτικό χρηματοπιστωτικό δίκτυο.

Η κινεζική προσφορά για τεχνητή νοημοσύνη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ανακοινώσεις του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ, στις οποίες επικεντρώνεται και το δημοσίευμα του South China Morning Post.
Ο Σι πρότεινε τη δημιουργία μιας ανοιχτής ζώνης τεχνητής νοημοσύνης των BRICS, υπό κινεζική πρωτοβουλία. Στόχος θα είναι η συνεργασία σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, η εκπαίδευση συστημάτων AI και η ανάπτυξη ενός οικοσυστήματος τεχνολογίας ανοιχτού κώδικα.
Η Κίνα υποσχέθηκε ακόμη να βοηθήσει τα κράτη της ομάδας:
- στην ανάπτυξη «έξυπνων» εργοστασίων και προηγμένης μεταποίησης,
- στην εκπαίδευση νέων επιστημόνων και στελεχών,
- στην εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης στη βιομηχανία,
- στη διασύνδεση των παραγωγικών και εφοδιαστικών αλυσίδων,
- και στη δημιουργία μιας περισσότερο ενοποιημένης αγοράς των BRICS.
Ο Κινέζος πρόεδρος πρότεινε επίσης μια σύμπραξη ειδικών οικονομικών ζωνών και ανακοίνωσε ότι η Κίνα θα διοργανώσει φόρουμ για το εμπόριο υπηρεσιών το 2027.
Η προσφορά αυτή έχει σαφή αναπτυξιακή διάσταση, καθώς αρκετές χώρες των BRICS επιθυμούν πρόσβαση σε τεχνολογία χωρίς τους περιορισμούς και το κόστος των δυτικών συστημάτων. Παράλληλα, όμως, εξυπηρετεί τη στρατηγική φιλοδοξία του Πεκίνου να καταστήσει τις κινεζικές πλατφόρμες, προδιαγραφές και τεχνολογικές υποδομές βασικό σημείο αναφοράς για τον Παγκόσμιο Νότο.
Η προειδοποίηση του Μόντι για τα κρίσιμα ορυκτά
Η ομιλία του Ινδού πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι αποκάλυψε και τα όρια της ενότητας. Ο Μόντι προειδοποίησε ότι η τεχνολογία και τα κρίσιμα ορυκτά δεν πρέπει να μετατρέπονται σε οικονομικά ή γεωπολιτικά όπλα.
Η αναφορά αυτή μπορεί να διαβαστεί ως κριτική τόσο προς τις δυτικές απαγορεύσεις εξαγωγής προηγμένης τεχνολογίας όσο και προς την κυρίαρχη θέση της Κίνας στην επεξεργασία σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών. Το South China Morning Post επισημαίνει ακριβώς αυτή την αντίθεση: ενώ ο Σι παρουσίασε την Κίνα ως πάροχο τεχνολογίας, η Ινδία εξέφρασε την ανησυχία της για τη δυνατότητα των ισχυρότερων κρατών να ελέγχουν την πρόσβαση στην τεχνολογία και στα ορυκτά.
Επομένως, πίσω από την κοινή γλώσσα περί συνεργασίας εξακολουθεί να υπάρχει ανταγωνισμός για την τεχνολογική ηγεσία, τον έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων και την πολιτική επιρροή στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Υγεία, ενέργεια και κλιματική πολιτική
Στα πιο πρακτικά αποτελέσματα της συνόδου περιλαμβάνεται η συμφωνία για τη δημιουργία ολοκληρωμένου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για λοιμώδη νοσήματα. Στόχος είναι η ταχύτερη ανταλλαγή πληροφοριών και η καλύτερη προετοιμασία απέναντι σε μελλοντικές πανδημίες.
Οι ηγέτες συμφώνησαν επίσης να ενισχύσουν τη συνεργασία στους τομείς:
- της επισιτιστικής ασφάλειας,
- της ενέργειας,
- της ψηφιακής γεωργίας,
- των ψηφιακών δημόσιων υποδομών,
- της τεχνητής νοημοσύνης,
- της αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών
- και της κλιματικής δράσης.
Στο ενεργειακό πεδίο υποστήριξαν μια «δίκαιη, ομαλή και χωρίς αποκλεισμούς» μετάβαση. Αναγνώρισαν, ωστόσο, ότι τα ορυκτά καύσιμα θα εξακολουθήσουν να έχουν σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Η θέση αυτή δείχνει ότι οι BRICS δεν υιοθετούν ενιαίο, αυστηρό χρονοδιάγραμμα απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.

Αίτημα μεταρρύθμισης του ΟΗΕ και των διεθνών οργανισμών
Η διακήρυξη επανέφερε το αίτημα για μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και για μεγαλύτερη εκπροσώπηση των αναπτυσσόμενων χωρών στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην Παγκόσμια Τράπεζα.
Αυτή είναι μία από τις βασικές θέσεις που συγκρατούν τους BRICS ως ομάδα: η πεποίθηση ότι η σημερινή κατανομή ισχύος στους διεθνείς οργανισμούς δεν αντανακλά πλέον το δημογραφικό και οικονομικό βάρος του Παγκόσμιου Νότου. (AP News)
Τι αποφασίστηκε πραγματικά – και τι παραμένει εξαγγελία
Η Σύνοδος του Νέου Δελχί είχε ουσιαστική πολιτική σημασία, κυρίως επειδή κατάφερε να παραγάγει κοινή διακήρυξη παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των μελών. Σημαντικές είναι επίσης η συμφωνία για το σύστημα υγειονομικής προειδοποίησης, η επέκταση των πληρωμών σε εθνικά νομίσματα και οι κινεζικές πρωτοβουλίες για την τεχνητή νοημοσύνη και τη βιομηχανική συνεργασία.
Ωστόσο, τα περισσότερα συμπεράσματα της συνόδου αποτελούν πολιτικές δεσμεύσεις και όχι νομικά δεσμευτικές αποφάσεις. Δεν ανακοινώθηκαν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, προϋπολογισμοί ή μηχανισμοί εφαρμογής για όλες τις πρωτοβουλίες. Δεν δημιουργήθηκε κοινό νόμισμα, ούτε επιτεύχθηκε μια πλήρως κοινή εξωτερική πολιτική.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν οι εξαγγελίες για πληρωμές, τεχνολογία, εμπόριο και ανάπτυξη μετατραπούν σε εφαρμόσιμα προγράμματα. Όπως παραδέχθηκε και ο Ναρέντρα Μόντι στο κλείσιμο της συνόδου, οι συμφωνίες πρέπει να περάσουν «από τα αρχεία στην πραγματική ζωή».
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι BRICS εμφανίστηκαν περισσότερο ενωμένοι απέναντι στις εξωτερικές πιέσεις, χωρίς όμως να έχουν ξεπεράσει τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς τους. Η ομάδα δεν αποτελεί ακόμη συνεκτικό γεωπολιτικό συνασπισμό. Αποτελεί, όμως, ένα ολοένα σημαντικότερο πεδίο στο οποίο η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες διαπραγματεύονται τη θέση τους στην παγκόσμια τάξη που διαμορφώνεται.


