Μια γεωπολιτική μάτια για τις σχέσεις των ΗΠΑ με τα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου από δύο Τουρκοκύπριους ακαδημαϊκούς.
Το άρθρο εξετάζει τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο και αναλύει πώς η αμερικανική πολιτική επηρέασε την ενεργειακή διπλωματία, τις ισορροπίες ασφαλείας και τις περιφερειακές συμμαχίες από τη δεκαετία του 2000 και μετά. Βασικό ερώτημα των συγγραφέων είναι με ποιον τρόπο η Ουάσιγκτον διαμόρφωσε τις εξελίξεις στην περιοχή και ποιες συνέπειες είχε αυτή η πολιτική τόσο για τις σχέσεις με την Τουρκία όσο και για τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η βασική θέση του κειμένου είναι ότι οι ΗΠΑ δεν επηρέασαν την Ανατολική Μεσόγειο επειδή εξαρτώνται ενεργειακά από αυτήν, αλλά επειδή τη θεωρούν κρίσιμο γεωστρατηγικό χώρο. Η σημασία της περιοχής αυξήθηκε λόγω των μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, της θέσης της ως διαδρόμου μεταφοράς ενέργειας και εμπορίου, της εγγύτητάς της στη Μέση Ανατολή και της σύνδεσής της με κρίσιμα θαλάσσια περάσματα, όπως η Διώρυγα του Σουέζ. Έτσι, η Ανατολική Μεσόγειος μετατράπηκε σε πεδίο όπου διασταυρώνονται ενεργειακά, στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά συμφέροντα.
Στο πρώτο μέρος, το άρθρο παρουσιάζει τη γεωπολιτική και οικονομική σημασία της ενεργειακής διπλωματίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα σημαντικότερα κοιτάσματα βρίσκονται γύρω από την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Η Τουρκία προβάλλεται ως κομβικός γεωγραφικός δίαυλος για τη μεταφορά ενέργειας προς την Ευρώπη, καθώς προσφέρει τη συντομότερη και οικονομικότερη οδό. Παρ’ όλα αυτά, οι διαμάχες της με την Κυπριακή Δημοκρατία, την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση για τις θαλάσσιες ζώνες περιορίζουν αυτή τη δυνατότητα και τροφοδοτούν συνεχείς εντάσεις.
Το κείμενο αφιερώνει ιδιαίτερη προσοχή στην Κύπρο. Τα κοιτάσματα Αφροδίτη, Καλυψώ και Γλαύκος παρουσιάζονται ως σημαντικές πιθανές πηγές ενέργειας για την Ευρώπη. Ωστόσο, το Κυπριακό και η διαφωνία ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία, την Τουρκία και το ψευδοκράτος δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η εκμετάλλευση των πόρων δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά και βαθιά πολιτικό και στρατηγικό. Η διαφωνία δεν αφορά μόνο τα κοιτάσματα, αλλά και το ποιος νομιμοποιείται να τα αξιοποιήσει και μέσω ποιας διαδρομής θα εξαχθεί το φυσικό αέριο.
Η Αίγυπτος εμφανίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς παίκτες της περιοχής, κυρίως μετά την ανακάλυψη του κοιτάσματος Zohr. Χάρη στις υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Idku και τη Damietta, η χώρα έχει αποκτήσει ρόλο παραγωγού και εξαγωγέα, ενώ ενισχύεται πολιτικά και από το γεγονός ότι φιλοξενεί την έδρα του East Mediterranean Gas Forum. Η Αίγυπτος, κατά τους συγγραφείς, χρησιμοποιεί την ενέργεια όχι μόνο ως οικονομικό εργαλείο, αλλά και ως μέσο διπλωματικής ενίσχυσης των σχέσεών της με το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και την Ευρώπη.
Το Ισραήλ παρουσιάζεται επίσης ως βασικός ενεργειακός παίκτης, χάρη στα κοιτάσματα Tamar και Leviathan. Στόχος του είναι αρχικά να καλύψει τις εσωτερικές του ανάγκες και στη συνέχεια να εδραιωθεί ως εξαγωγική δύναμη. Η εξαγωγή φυσικού αερίου μέσω Αιγύπτου προς την Ευρώπη θεωρείται μια ρεαλιστική επιλογή, ενώ η πιθανότητα μεταφοράς μέσω Τουρκίας αναγνωρίζεται ως πιο οικονομική σε μακροπρόθεσμη βάση, αλλά πολιτικά δύσκολη λόγω της αστάθειας στις σχέσεις Άγκυρας–Τελ Αβίβ.
Το άρθρο δείχνει ακόμη ότι η ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο δεν λειτουργεί αναγκαστικά ως παράγοντας ειρήνης. Αντί να οδηγεί πάντα σε συνεργασία, συχνά επιτείνει τις εντάσεις, επειδή οι διαφωνίες για τις ΑΟΖ, τις γεωτρήσεις, τις θαλάσσιες οριοθετήσεις και τις οδούς μεταφοράς αποκτούν χαρακτήρα μηδενικού αθροίσματος. Οι ενεργειακές ανακαλύψεις δημιουργούν προσδοκίες πλούτου και ισχύος, αλλά ταυτόχρονα οξύνουν τον ανταγωνισμό.
Στο δεύτερο μέρος, οι συγγραφείς εξετάζουν την αμερικανική στρατηγική απέναντι στα κράτη της περιοχής. Υποστηρίζουν ότι, παρότι οι ΗΠΑ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και ιδίως μετά την ενεργειακή τους αυτονόμηση δεν εξαρτώνται άμεσα από τη Μεσόγειο, δεν αποσύρθηκαν από την περιοχή. Αντίθετα, διατήρησαν ισχυρή παρουσία, αλλά με πιο επιλεκτικό και έμμεσο τρόπο. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια Ανατολική Μεσόγειο που να μην αποτελεί βάση εχθρικών δυνάμεων, να μην κυριαρχείται από ανταγωνιστές των ΗΠΑ και να συμβάλλει στη σταθερότητα της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ΗΠΑ ενίσχυσαν ιδιαίτερα τις σχέσεις τους με την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Το άρθρο αναφέρεται στις νομοθετικές και αμυντικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον, όπως ο Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act, η άρση περιορισμών στην αμυντική συνεργασία με τη Λευκωσία, η εκπαίδευση και στρατιωτική υποστήριξη, καθώς και η εμβάθυνση της στρατιωτικής σχέσης με την Ελλάδα, ιδίως με την ενίσχυση της σημασίας της Αλεξανδρούπολης. Οι κινήσεις αυτές παρουσιάζονται ως τμήμα μιας στρατηγικής οικοδόμησης πλέγματος συνεργασιών που εξυπηρετούν την αμερικανική επιρροή.
Παράλληλα, το άρθρο υπογραμμίζει ότι οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις επιδεινώθηκαν σημαντικά. Κατά τους συγγραφείς, η Άγκυρα θεωρεί ότι οι ΗΠΑ αγνοούν τα τουρκικά συμφέροντα ασφαλείας, ιδίως στη Συρία, όπου η αμερικανική συνεργασία με το PYD/YPG αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως στήριξη σε συνδεδεμένη οργάνωση με το PKK. Επιπλέον, οι αμερικανικές κινήσεις υπέρ της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ενίσχυσαν στην Άγκυρα την αίσθηση περικύκλωσης και αποκλεισμού από τα ενεργειακά και στρατηγικά σχήματα της περιοχής.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι αυτό είχε ως συνέπεια η Τουρκία να στραφεί σε πιο αυτόνομη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Δεν αποκόπηκε από το ΝΑΤΟ, αλλά επιδίωξε ταυτόχρονα να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία. Η αγορά των S-400, οι εντάσεις γύρω από τα F-35 και τις κυρώσεις CAATSA, καθώς και η προσέγγιση με τη Μόσχα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, παρουσιάζονται ως ενδείξεις αυτής της στρατηγικής μετατόπισης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ανάλυση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ. Το άρθρο υπενθυμίζει ότι παλαιότερα η Τουρκία ήταν βασικός μη αραβικός εταίρος του Ισραήλ στην αμερικανική στρατηγική για τη Μέση Ανατολή. Όμως οι εξελίξεις στο Παλαιστινιακό, η κρίση του στολίσκου της Γάζας, το θέμα της Ιερουσαλήμ και η σκληρή ρητορική Ερντογάν οδήγησαν σε διαρκή αστάθεια των σχέσεων. Αυτό δυσκολεύει και τη συζήτηση για έναν ενεργειακό αγωγό Ισραήλ–Τουρκίας, μολονότι οικονομικά θα ήταν πιο λογικός από άλλες λύσεις.
Το άρθρο τονίζει επίσης ότι η αμερικανική στάση απέναντι στο σχέδιο EastMed μεταβλήθηκε. Ενώ αρχικά η Ουάσιγκτον έβλεπε θετικά την ανάπτυξη των ενεργειακών πόρων της περιοχής, αργότερα εξέφρασε επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα του EastMed λόγω τεχνικών και οικονομικών δυσκολιών. Αυτό αύξησε θεωρητικά το ενδιαφέρον για μια διαδρομή μέσω Τουρκίας, αλλά οι πολιτικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την υλοποίησή της.
Στο τρίτο μέρος, το κείμενο εξετάζει την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στις εξωπεριφερειακές δυνάμεις, κυρίως τη Ρωσία και την Κίνα. Η Ρωσία παρουσιάζεται ως δύναμη που εδραίωσε τη στρατιωτική και πολιτική παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο κυρίως μέσω της Συρίας. Η αμερικανική παρουσία παρέμεινε, αλλά περιορίστηκε περισσότερο σε αποστολές κατά του ISIS και σε μηχανισμούς αποφυγής άμεσης σύγκρουσης με τη Μόσχα. Κατά τους συγγραφείς, η μερική αναδίπλωση των ΗΠΑ σε ορισμένες φάσεις έδωσε περισσότερο χώρο στη Ρωσία να παγιώσει τη θέση της.
Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, προβάλλεται κυρίως ως οικονομική και τεχνολογική δύναμη. Μέσω της Belt and Road Initiative, του ελέγχου ή της χρηματοδότησης λιμένων, υποδομών, εμπορικών διαδρόμων και ψηφιακών τεχνολογιών, το Πεκίνο αύξησε αισθητά την επιρροή του στη Μεσόγειο. Η Αίγυπτος, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Τουρκία συνδέονται με διαφορετικούς τρόπους με αυτό το κινεζικό άνοιγμα. Οι ΗΠΑ προσπάθησαν να ανακόψουν αυτή την εξάπλωση, προειδοποιώντας για τους κινδύνους από την Huawei, τις επενδύσεις σε λιμάνια και τις κινεζικές τεχνολογικές υποδομές, όμως δεν κατάφεραν να αποκλείσουν την κινεζική παρουσία.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα του άρθρου είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει ενσωματωθεί πλήρως στον ευρύτερο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Δεν είναι πια μόνο μια περιφερειακή ζώνη ενεργειακών διεκδικήσεων, αλλά ένας κόμβος όπου τέμνονται η αμερικανική στρατηγική, η ρωσική στρατιωτική παρουσία και η κινεζική οικονομική διείσδυση. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να συγκρατήσουν και τις δύο ανταγωνίστριες δυνάμεις, χωρίς όμως να εμπλακούν με τον τρόπο του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους συγγραφείς, δεν είναι η σταθεροποίηση της περιοχής, αλλά η ενίσχυση της πολυπολικότητας και της ρευστότητας.
Συνολικά, το άρθρο καταλήγει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν καθοριστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά η επιρροή τους ασκείται πλέον μέσα από ένα δίκτυο συμμαχιών, επιλεκτικής στρατιωτικής παρουσίας, νομοθετικών πρωτοβουλιών και διπλωματικών παρεμβάσεων. Αυτή η πολιτική ενίσχυσε άξονες συνεργασίας όπως Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ–Αίγυπτος, αλλά ταυτόχρονα όξυνε τις τριβές με την Τουρκία και άνοιξε περισσότερο χώρο για τη Ρωσία και την Κίνα. Έτσι, η Ανατολική Μεσόγειος εμφανίζεται στο κείμενο ως πεδίο όπου η ενέργεια, η ασφάλεια και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις αλληλοτροφοδοτούνται, χωρίς να διαφαίνεται εύκολα μια σταθερή και κοινά αποδεκτή περιφερειακή τάξη.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΔΩ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ανατολική Μεσόγειο


