Νικολό Μακιαβέλι: οι συγκρούσεις για τις απαρχές

Οι στοχασμοί του Νικολό Μακιαβέλι γύρω από τις βίαιες απαρχές των πολιτικών κοινωνιών μάς βοηθούν να κατανοήσουμε τον κόσμο σήμερα.

Rijksmuseum, Άμστερνταμ

Ο David Polansky είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Institute for Peace and Diplomacy. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί, μεταξύ άλλων, στα Quillette, New Criterion και The Review of Politics. Ζει στο Τορόντο του Καναδά.

Επιμέλεια: Sam Haselby

Ο Φρίντριχ Νίτσε έγραψε κάποτε: «Η ανθρωπότητα αρέσκεται να βγάζει από το μυαλό της τα ζητήματα της καταγωγής και των απαρχών». Με μια συγγνώμη προς τον Νίτσε, τα «ζητήματα της καταγωγής και των απαρχών» είναι στην πραγματικότητα από τα πιο αμφιλεγόμενα και έντονα συζητούμενα. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος Ισραήλ-Γάζας έχει αναζωπυρώσει παλαιές διαμάχες σχετικά με τις συνθήκες ίδρυσης του Ισραήλ και τις απαρχές της παλαιστινιακής προσφυγικής κρίσης. Παράλληλα, σε ομιλία που εκφώνησε την παραμονή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, ο Βλαντίμιρ Πούτιν επέμεινε ότι «από αμνημονεύτων χρόνων» η Ρωσία περιλάμβανε πάντοτε και την Ουκρανία, μια κατάσταση που διαταράχθηκε με την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης. Και στις ΗΠΑ, το 1619 Project των New York Times προκάλεσε όχι μικρή αντιπαράθεση, υποστηρίζοντας ότι οι πραγματικές απαρχές των Ηνωμένων Πολιτειών δεν βρίσκονται στο επίσημο Σύνταγμά τους, αλλά στην εισαγωγή της δουλείας στη Βόρεια Αμερική.

Με άλλα λόγια, πολλές από τις πιο ορατές πολιτικές συγκρούσεις του καιρού μας έχουν την τάση να μας επιστρέφουν στις απαρχές των πραγμάτων, να παράγονται και να διεξάγονται εν μέρει μέσω ισχυρών ισχυρισμών για την καταγωγή. Κι όμως, αυτό σπάνια βοηθά στην επίλυσή τους. Επειδή αυτές οι διαμάχες έχουν γίνει πανταχού παρούσες, ίσως δεν συνειδητοποιούμε πόσο ασυνήθιστη είναι στην πραγματικότητα η προσήλωσή μας στις πολιτικές απαρχές. Οι απαρχές, άλλωστε, απέχουν τόσο πολύ από τα ζητήματα της παρούσας στιγμής, ώστε είτε να αποτελούν μοχλό επιρροής στις συνεχιζόμενες αντιπαραθέσεις είτε να καθίστανται οι ίδιες πηγή αντιπαράθεσης. Γιατί να έχει μεγαλύτερη σημασία το μακρινό παρελθόν από ό,τι το πρόσφατο παρελθόν ή το παρόν; Για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί εξακολουθούμε να βασανιζόμαστε από το πρόβλημα των απαρχών, και ίσως για να σκεφτούμε εξαρχής πιο καθαρά γι’ αυτές, ίσως βοηθήσει να στραφούμε σε μια οικεία αλλά απρόσμενη πηγή: τον Μακιαβέλι.

Ο Νικολό Μακιαβέλι είναι περισσότερο γνωστός για τις σκληρές και ρεαλιστικές πολιτικές συμβουλές του — δική του είναι η φράση «είναι προτιμότερο να σε φοβούνται παρά να σε αγαπούν» — αλλά ήταν επίσης βαθιά απασχολημένος με τον ρόλο της βίας στην ίδρυση (και επανίδρυση) των πολιτικών κοινωνιών. Λίγοι στοχαστές έχουν πραγματευθεί τόσο διεξοδικά και τόσο ανησυχητικά το θέμα των πολιτικών απαρχών όσο ο Μακιαβέλι, σε σημείο ώστε ο Γάλλος φιλόσοφος Λουί Αλτουσέρ να τον αποκαλέσει «θεωρητικό των απαρχών». Για τον Μακιαβέλι, οι απαρχές παρουσιάζουν κυρίως ενδιαφέρον για δύο λόγους: πρώτον, επειδή αποκαλύπτουν ουσιώδεις αλήθειες για την παροδικότητα της πολιτικής ζωής, αλήθειες που διαφορετικά συγκαλύπτονται από τη συνήθη πολιτική· και, δεύτερον, επειδή οι βίαιες συνθήκες τους είναι, καταρχήν, αναπαραγώγιμες πάντοτε και παντού.

Αυτά είναι ερωτήματα που ο σύγχρονος φιλελευθερισμός σε μεγάλο βαθμό αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Ο Τζον Ρολς, στη Θεωρία της Δικαιοσύνης (A Theory of Justice, 1971), ίσως το πιο επιδραστικό έργο πολιτικής θεωρίας των τελευταίων 50 ετών, παραδέχεται ότι οι στοχασμοί του περί δικαιοσύνης απλώς προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας σταθερής και αυτάρκους εθνικής κοινότητας. Νωρίτερα, ο Τόμας Χομπς και, αργότερα, ο Ιμμάνουελ Καντ είχαν αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα πιο άμεσα, αλλά αμφότεροι προειδοποιούσαν να μην ερευνούμε καθόλου τις απαρχές των κοινωνιών μας, διότι, όπως έγραψε ο Χομπς το 1651, «σχεδόν δεν υπάρχει πολιτεία στον κόσμο, της οποίας οι απαρχές να μπορούν, κατά συνείδηση, να δικαιολογηθούν».

Δεν σημαίνει ότι η φιλελεύθερη πολιτική παράδοση — που είναι η παράδοση των περισσότερων ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου — αγνοεί απλώς τις πολιτικές απαρχές· όμως τις αντιμετωπίζει με έναν σκόπιμα αφηρημένο τρόπο, απομακρυσμένο από τις ακατάστατες ιστορικές πραγματικότητες που βρίσκονται πίσω από τη συγκρότηση κρατών και εθνών. Οι εναρκτήριες λέξεις του Federalist, του δοκιμίου που έγραψε ο Αλεξάντερ Χάμιλτον προς υπεράσπιση του νεοσύστατου αμερικανικού Συντάγματος, έθεταν το ερώτημα πριν από δυόμισι αιώνες:

«αν οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι πράγματι ικανές ή όχι να εγκαθιδρύσουν καλή διακυβέρνηση μέσω σκέψης και επιλογής, ή αν είναι για πάντα καταδικασμένες να εξαρτώνται, ως προς τα πολιτικά τους συντάγματα, από το τυχαίο και τη βία».

Οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών, με άλλα λόγια, επιδίωξαν συνειδητά να δημιουργήσουν μια εντελώς νέα κοινωνία, βασισμένη σε δίκαιες αρχές και όχι στα συγκυριακά γεγονότα που είχαν δώσει γένεση στις παλαιότερες κυβερνήσεις, προσφέροντας έτσι ένα πρότυπο για μελλοντικά φιλελεύθερα συντάγματα. Όμως το τυχαίο και η βία είναι απλώς σταθερές της ιστορίας. Και, όπως συμβαίνει, είναι επίσης το κατεξοχήν πεδίο του Μακιαβέλι.

Δύο από τα σημαντικότερα πολιτικά έργα του Μακιαβέλι, τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του το 1531-32 — οι Διατριβές πάνω στον Τίτο Λίβιο (Discourses on Livy), η μνημειώδης πραγματεία του για την αρχαία ρωμαϊκή δημοκρατία, και οι Ιστορίες της Φλωρεντίας (Florentine Histories) — αρχίζουν με συζητήσεις για τις πηγές των ίδιων των πληθυσμών. Αυτά τα ερωτήματα σχετικά με τις απαρχές των πληθυσμών παραμένουν πιεστικά ακόμη και σήμερα, όπως δείχνει η δημοφιλία της έννοιας της «αυτοχθονίας» (indigeneity) — δηλαδή της προσπάθειας να εντοπιστεί ένας αυθεντικά πρωταρχικός λαός με τίτλο επί της γης που προηγείται όλων των άλλων — η οποία έχει εφαρμοστεί σε τόσο διαφορετικούς τόπους όσο ο Καναδάς, η Παλαιστίνη, η Φινλανδία και η Ταϊβάν. Μια παρόμοια ώθηση διακρίνει κανείς και πίσω από ορισμένους δεξιούς εθνικιστικούς ισχυρισμούς, όπως η επιμονή του Ζαν-Μαρί Λεπέν ότι το αληθινό γαλλικό έθνος ανάγεται στη στέψη του Χλωδοβίκου Α΄ τον 5ο αιώνα. Θέλουμε ένα σαφές και αδιαμφισβήτητο σημείο απαρχής, στο οποίο θα μπορούσε να θεμελιωθεί μια νόμιμη αξίωση επί μιας επικράτειας. Ο Μακιαβέλι, όμως, μας αρνείται ένα τέτοιο σταθερό σημείο.

Όλοι οι γηγενείς ήταν κάποτε ξένοι, και η κατάστασή τους δεν είναι παρά το τελικό αποτέλεσμα κάποιας προγενέστερης (ενδεχομένως λησμονημένης) κατάκτησης.

Στην αρχή των Διατριβών, ο Μακιαβέλι υποστηρίζει ότι όλες οι πόλεις ιδρύονται είτε από γηγενείς είτε από ξένους· έπειτα όμως προχωρά δίνοντας παραδείγματα — όπως η Ρώμη, η Αθήνα και η Βενετία — που αποτελούνται αποκλειστικά από λαούς οι οποίοι είτε είχαν διασκορπιστεί είτε είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν τον πατρογονικό τους τόπο και να μετακινηθούν σε άλλον εξαιτίας μιας εισβολικής δύναμης — δηλαδή, εξαιτίας ξένων. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εισβολείς που ανάγκασαν τους γηγενείς να τραπούν σε φυγή ήταν και οι ίδιοι άνθρωποι που έφευγαν από συνθήκες πολέμου. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, είτε αναγκαστικές είτε εκούσιες, είναι πολύ δύσκολο να αποτραπούν. Δεν ισχύει, για παράδειγμα, ότι μια γενική βελτίωση των συνθηκών ζωής θα μπορούσε να εξασφαλίσει δημογραφική σταθερότητα. Η απελπισία είναι μόνο μία από τις αιτίες της μετανάστευσης. Στην περίπτωση των Φράγκων και των Γερμανών, δεν ήταν η απελπισία αλλά η ευημερία, η οποία οδήγησε σε υπερπληθυσμό, που υποχρέωσε τους ανθρώπους να αναζητήσουν νέες γαίες για να κατοικήσουν. Αυτή ήταν, κατά τον Μακιαβέλι, η προέλευση των πληθυσμών που κατέστρεψαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αναπαράγοντας τον κύκλο που είχε αρχικά γεννήσει την ίδια τη Ρώμη, όταν εισέβαλαν στην Ιταλία και ίδρυσαν τα βασίλεια της πρώιμης μεσαιωνικής περιόδου.

Ο Μακιαβέλι, λοιπόν, καθιστά σαφές ότι όλοι οι γηγενείς υπήρξαν κάποτε ξένοι (είτε αποκλείεται η δυνατότητα ύπαρξης ενός «πρωταρχικού» λαού είτε αυτός είναι τόσο αρχαϊκός ώστε να μην μπορεί κανείς ουσιαστικά να μιλήσει γι’ αυτόν) και, επιπλέον, ότι μπορεί να υποτεθεί πως η κατάστασή τους δεν είναι παρά το τελικό αποτέλεσμα κάποιας προγενέστερης — και ενδεχομένως λησμονημένης — κατάκτησης.

Με αυτή τη συζήτηση για τη θεμελίωση της Ρώμης, ο Μακιαβέλι αναδεικνύει τον τεχνητό χαρακτήρα των «νόμιμων» απαρχών. Αρχικά υποστηρίζει ότι η Ρώμη είχε τόσο έναν γηγενή ιδρυτή, τον Ρωμύλο, όσο και έναν ξένο ιδρυτή, τον πρόγονό του Αινεία, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Λάτιο αφού διέφυγε από την καταστροφή της Τροίας. Όμως αυτό αμέσως υπονομεύει κάθε κληρονομικό δικαίωμα που θα μπορούσε να έχει ο Ρωμύλος επί της επικράτειας, στο μέτρο που αυτό απορρέει από την κατάκτηση των Λατίνων από τον Τρώα Αινεία (όπως εξιστορείται στην Αινειάδα του Βιργιλίου).

Επιπλέον, ο Ρωμύλος αναγκάζεται να επαναλάβει τις πράξεις του προγόνου του — διότι, όπως το βλέπει ο Μακιαβέλι, η ίδρυση μιας νέας κοινωνίας είναι πάντοτε μια βίαιη υπόθεση, που συνεπάγεται ένα έγκλημα μεγάλης κλίμακας. Ο Ρωμύλος προσφέρει το κατεξοχήν παράδειγμα με τη δολοφονία του αδελφού του Ρέμου και του συμμάχου του Τίτου Τατίου. Για αυτές τις φοβερές πράξεις, ο Μακιαβέλι διατυπώνει την εντυπωσιακή παρατήρηση ότι «αν και η πράξη τον κατηγορεί, το αποτέλεσμα τον δικαιολογεί». Με άλλα λόγια, η εξαιρετική πράξη της ίδρυσης μιας νέας πόλης (και τελικά μιας αυτοκρατορίας) αθωώνει — και, μάλιστα, απαιτεί — τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη διαδικασία. Ο Ρωμύλος είναι απλώς ένας από τους αρκετούς σχεδόν μυθικούς ιδρυτές που ο Μακιαβέλι εξυψώνει ως τα πιο «εξαίρετα» παραδείγματα στον Ηγεμόνα, μαζί με τον Θησέα, τον Κύρο και τον Μωυσή. Όλοι εξασφάλισαν την εγκαθίδρυση των νέων κοινωνιών τους μέσω της βίας. Ακόμη και για τον Μωυσή, η πιο καθοριστική πράξη δεν είναι ούτε η φυγή από την Αίγυπτο ούτε η λήψη των Εντολών στο Σινά, αλλά η σφαγή 3.000 Ισραηλιτών (αριθμό που ο Μακιαβέλι ανεβάζει σε «άπειρους ανθρώπους») για το αμάρτημα της λατρείας του χρυσού μόσχου.

Οι μυθοπλαστικές αλήθειες που οι κοινωνίες προσφέρουν για τις απαρχές τους μπορούν παρ’ όλα αυτά να είναι αλήθειες, ακόμη κι όταν τα πρώτα ξεκινήματα παραμένουν τυλιγμένα στον μύθο. Ο Μακιαβέλι ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε να παραθέσει «άπειρα παραδείγματα» — αγαπημένη του έκφραση — για τον ρόλο της βίας στη συγκρότηση και την ανασυγκρότηση των πολιτικών κοινωνιών.

Ο Μακιαβέλι προσθέτει ότι και το παράδειγμα του Ιέρωνα των Συρακουσών μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμο πρότυπο. Αυτή η κίνηση, όμως, μετατοπίζει όλη τη συζήτηση προς άλλη κατεύθυνση: πρώτον, ο Ιέρων δεν ίδρυσε τίποτε — η πόλη των Συρακουσών υπήρχε ήδη όταν εκείνος ανέβηκε στην εξουσία· και δεύτερον, αν και ο Μακιαβέλι δεν μας το λέει εδώ, ο Ιέρων είναι περισσότερο γνωστός ως τύραννος, δηλαδή ως κάποιος που αποκτά μοναρχική εξουσία αντί να την κληρονομεί. Η περιγραφή του Μακιαβέλι για το πώς ο Ιέρων απέκτησε την εξουσία είναι σύντομη και σχεδόν σκωπτική: «Ο Ιέρων εξάλειψε τον παλαιό στρατό και οργάνωσε έναν νέο· εγκατέλειψε τις παλιές φιλίες του και έκανε καινούριες. Και όταν είχε φιλίες και στρατιώτες που ήταν δικοί του, μπορούσε να οικοδομήσει οποιοδήποτε οικοδόμημα πάνω σε ένα τέτοιο θεμέλιο. Έτσι, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να αποκτήσει την εξουσία, αλλά λίγη για να τη διατηρήσει.»

Ο Μακιαβέλι αποκαλύπτει αργότερα ότι ο Ιέρων ανήλθε στην εξουσία μέσω συνωμοσίας — χρησιμοποιώντας μισθοφόρους για να καταλάβει τις Συρακούσες και στη συνέχεια κατασφάζοντάς τους με αγριότητα, ενώ διεκδικούσε για τον εαυτό του την πολιτική εξουσία. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς πραγματικά μοιάζουν οι απαρχές των πραγμάτων, πρέπει να στραφούμε σε τέτοιες ανησυχητικές ιστορίες.

Στις αρχές του Ηγεμόνα, ο Μακιαβέλι σημειώνει για τους κατεστημένους ηγεμόνες: «Με την αρχαιότητα και τη συνέχεια της κυριαρχίας, οι μνήμες και οι αιτίες των καινοτομιών εξαλείφονται…» Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι ηγεμόνες — εκείνοι που αποκαλεί «κληρονομικούς ηγεμόνες» — είναι οι ωφελημένοι κάποιων προηγούμενων φοβερών πράξεων από την πλευρά ενός κατακτητή προγόνου, ο οποίος αρχικά άρπαξε τον θρόνο. Σε εμάς μπορεί να μη φαίνονται βουτηγμένοι στο αίμα· όμως, αν πάει κανείς αρκετά πίσω, θα βρει έναν Ρωμύλο — ή έναν Ιέρωνα.

Αργότερα στο έργο, ο Μακιαβέλι παρατηρεί ότι είναι σχετικά εύκολο για έναν ηγεμόνα να διατηρεί επαρχίες με παρόμοια ήθη, τις οποίες ελέγχει ήδη επί μακρόν. Ωστόσο, ως παράδειγμα δίνει τη γαλλική κυριαρχία στη Βουργουνδία, τη Βρετάνη, τη Γασκώνη και τη Νορμανδία· από αυτές, οι δύο πρώτες είχαν κατακτηθεί μόλις κατά τη διάρκεια της ίδιας της ζωής του Μακιαβέλι, ενώ η τρίτη το 1453, λιγότερο από δύο δεκαετίες πριν από τη γέννησή του. Η ευκολία με την οποία το γαλλικό στέμμα διατήρησε αυτές τις κτήσεις — καθώς και το γεγονός ότι οι περιοχές αυτές θεωρούνται πλέον απλώς γαλλικές — δεν οφείλεται σε κάποιους διαρκείς δεσμούς τους, αλλά στην επιτυχία με την οποία κατευνάστηκαν αρχικά.

Κάθε φορά που εντοπίζει κανείς μια κατάσταση σταθερής και εύτακτης διακυβέρνησης, μπορεί να την αναγάγει σε κάποια μορφή κατάκτησης, είτε αρχαία είτε πρόσφατη. Η ιστορία των πολιτικών κοινωνιών μοιάζει πολύ με τον ορισμό της κωμωδίας από τον Γούντι Άλεν: τραγωδία συν χρόνος. Όπως δείχνουν τα γαλλικά παραδείγματα του Μακιαβέλι, ο χρόνος που απαιτείται μπορεί να μην είναι καν μεγάλος, αρκεί η πράξη της κατάκτησης να είναι επιτυχής.

Μπορεί να χρειαστεί να σκοτώσεις τον αδελφό σου για να ιδρύσεις μια μεγάλη πόλη, αλλά τι γίνεται με την πρότασή σου για τα αστικά φώτα του δρόμου; 

 

Ο Μακιαβέλι τονίζει μάλιστα ότι η βία που εμπλέκεται στην ίδρυση των κοινωνιών δεν μπορεί ποτέ να αφεθεί πλήρως πίσω. Επαινεί τον Κλεομένη της Σπάρτης επειδή κατέσφαξε τους άρχοντες που στέκονταν εμπόδιο στην ανανέωση των νόμων του ιδρυτή της πόλης, του Λυκούργου — μια πράξη που του εξασφαλίζει σύγκριση με τον ίδιο τον Ρωμύλο. Αναγνωρίζει επίσης την οξυδέρκεια των ηγετών της Φλωρεντίας του 15ου αιώνα, όταν έλεγαν ότι ήταν αναγκαίο να επανέρχεται «κάθε πέντε χρόνια» στους ανθρώπους «εκείνος ο τρόμος και εκείνος ο φόβος» της βίας των ιδρύσεων.

Πολλοί αναγνώστες του Μακιαβέλι δυσκολεύονται να συμφιλιώσουν την αφήγησή του για τις απαρχές με την πραγματική μας εμπειρία της πολιτικής ζωής. Πολύ καλά όλα αυτά, μπορεί να σκεφτούν, να ξέρεις ότι ίσως χρειαστεί να σκοτώσεις τον αδελφό σου για να ιδρύσεις μια μεγάλη πόλη — αλλά τι γίνεται αν εσύ απλώς θέλεις να εξασφαλίσεις απαρτία για την πρότασή σου σχετικά με τα αστικά φώτα του δρόμου;

Ή, αλλιώς, πώς μας βοηθά η διδασκαλία του Μακιαβέλι για τις πολιτικές απαρχές να κατανοήσουμε τον σημερινό κόσμο; Καταρχάς, μας προσφέρει μια εικόνα για τις επαναλαμβανόμενες μορφές βίας που συνεχίζουν — και θα συνεχίσουν — να ξεσπούν κατά μήκος ασταθών συνόρων και σε τόπους όπου τα κράτη βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία διαμόρφωσής τους.

Ο κατάλογος των φρικαλεοτήτων που συνόδευσαν και μόνο τη δημιουργία των εθνικών κρατών του 20ού αιώνα θα περιλάμβανε (μεταξύ άλλων): τη γενοκτονική εκδίωξη των Αρμενίων το 1915· τις μεταπολεμικές εκδιώξεις εθνοτικών Γερμανών από γειτονικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης· τις αμοιβαίες εκδιώξεις Ινδουιστών και Μουσουλμάνων από το Πακιστάν και την Ινδία αντιστοίχως κατά τη διαίρεση του 1947· την αμοιβαία εκδίωξη Αράβων και Εβραίων από το Ισραήλ και τις γειτονικές του χώρες αντιστοίχως κατά την περίοδο 1947-49· τη φυγή των pieds-noirs από την Αλγερία το 1962· τον εκτοπισμό Αρμενίων και Αζέρων από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ τη δεκαετία του 1980 και του 1990· τις αμοιβαίες εθνοκαθάρσεις σε όλους τους Βαλκανικούς πολέμους της δεκαετίας του 1990· και άλλα ακόμη. Κι όμως, εξακολουθούμε να τα βλέπουμε αυτά ως εξαιρέσεις στον κανόνα της πολιτικής τάξης.

Η αλυσίδα των γεγονότων που συνδέουμε με τη διαμόρφωση των σύγχρονων κρατών μας — και που αποτελεί πηγή τόσων συνεχιζόμενων αντιπαραθέσεων — δεν είναι στην πραγματικότητα παρά οι πιο πρόσφατοι κρίκοι μιας πολύ μακρύτερης αλυσίδας, που δεν έχει γνωστή αρχή.

Το τυχαίο και η βία εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της καθημερινής μας πολιτικής ζωής, απειλώντας να επανεμφανιστούν. Αυτό δεν είναι εύκολο να το αποδεχτεί κανείς. Ακόμη και σε πιο ήρεμες εποχές, οι συνειδήσεις μας εξακολουθούν να μας βασανίζουν, όπως τον Μπόλινγκμπροουκ του Σαίξπηρ αφότου εκθρόνισε τον Ριχάρδο Β΄. Επιπλέον, θέλουμε να βλέπουμε τα ίδια μας τα θεμέλια όχι μόνο ως δίκαια αλλά και ως ασφαλή. Το να τα δούμε αλλιώς σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι οι περιστάσεις μας παραμένουν ουσιαστικά σε κατάσταση ρευστότητας. Αν όλα βρίσκονται σε κίνηση, τότε τι θα απογίνουμε;

Κάτι σαν αυτή την αγωνία φαίνεται να βρίσκεται πίσω από τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε σήμερα για τις πολιτικές απαρχές. Και, σκεπτόμενοι μαζί με τον Μακιαβέλι, μπορούμε να δούμε πως η φιλελεύθερη παράδοση της πολιτικής σκέψης, που εκτείνεται εδώ και εκατοντάδες χρόνια, δεν μας έχει προετοιμάσει καλά ώστε να σκεφτόμαστε ηθικά για τις ιστορικές μας απαρχές. Το αποτέλεσμα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το θέμα, τείνει να είναι είτε μια φυγή προς τον αμυντικό εθνικισμό είτε μια ηθικολογική καταδίκη.

Αν και το έργο του Μακιαβέλι μπορεί εύκολα να διαβαστεί ως κυνισμός, μια ικανοποιητική δόση κυνισμού δεν είναι παρά ρεαλισμός. Και μια στάση ρεαλισμού απέναντι στην πολιτική ζωή μπορεί να μας εμβολιάσει τόσο απέναντι στον φαρισαϊσμό όσο και απέναντι στην απόγνωση, επιτρέποντάς μας να αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια τα εγκλήματα που συνέβαλαν στη συγκρότηση των δικών μας πολιτικών κοινωνιών, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό να γίνουμε περιφρονητές των χωρών μας.

Μπορούμε να διδαχθούμε από παραδείγματα το δραματικό διακύβευμα που συνεπάγεται η διατήρηση της πολιτικής μας τάξης.

 

Αντίστοιχα, θα ήταν αρκετά εύκολο να διαβάσει κανείς τον Μακιαβέλι ως κάποιον που αποδομεί τις εξιδανικευτικές αφηγήσεις που περιβάλλουν τη θεμελίωση νέων κοινωνιών, από τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας έως τους σύγχρονους εορτασμούς της Ημέρας της Ανεξαρτησίας. «Αυτό είναι που συνέβη πραγματικά», μοιάζει να λέει. Είναι όμως σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η δική του αφήγηση για τις πολιτικές απαρχές δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση αλλά στη διδασκαλία.

Διότι το έργο του εμπεριέχει και μια προειδοποίηση: οι άνομες και αβέβαιες συνθήκες που περιβάλλουν τις απαρχές μας αντανακλούν διαρκείς δυνατότητες μέσα στην πολιτική ζωή. Πρόκειται για κρίσιμες στιγμές, κατά τις οποίες αποκαλύπτεται ότι οι υπάρχοντες νόμοι μας είναι ανεπαρκείς, επειδή διαμορφώθηκαν υπό διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που ενδέχεται να αντιμετωπίζουμε σήμερα, και έτσι απαιτούνται τολμηρές πράξεις αποκατάστασης, που θα αναληφθούν στο ίδιο πνεύμα με εκείνο μέσα στο οποίο θεσπίστηκαν αρχικά οι νόμοι.

Μπορεί να μην είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε κατά γράμμα τα βήματα τόσο τυραννικών μορφών όπως ο Κλεομένης της Σπάρτης ή οι Μέδικοι της μεσαιωνικής Φλωρεντίας, οι οποίοι όλοι κατέφυγαν σε τρομερή βία στις πράξεις αποκατάστασης. Μπορούμε όμως να διδαχθούμε από τέτοια παραδείγματα το δραματικό διακύβευμα που εμπλέκεται στη διατήρηση της πολιτικής μας τάξης — όπως το έθεσε ο φιλόσοφος Κλοντ Λεφόρ στο μνημειώδες έργο του του 2012 για τον Μακιαβέλι: «Αυτή είναι η αλήθεια της επιστροφής στην αρχή· όχι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά, στο παρόν, μια απάντηση ανάλογη με εκείνη που δόθηκε στο παρελθόν».

Αυτό αποτελεί μέρος της αξίας που αποκομίζουμε από την ανάγνωση του Μακιαβέλι: η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση των ανησυχητικών συνεπειών των ίδιων μας των απαρχών μπορεί να μας βοηθήσει να προετοιμαστούμε καλύτερα για τις συνεχιζόμενες περιπέτειες και μεταπτώσεις της πολιτικής ζωής. Άλλωστε, μπορεί η δική μας εγκαθιδρυμένη τάξη να είναι το μόνο πράγμα που στέκεται εμπόδιο στις νέες απαρχές κάποιου άλλου.

aeon.co

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα